ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 10 O Θάνατος προ Χριστού και μετά Χριστόν

Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

10 O Θάνατος προ Χριστού και μετά Χριστόν



10  O ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ

Φοβερός ό θάνατος πρό Χριστού

Διά νά καταδειχθή περισσότερον τό άποτέλεσμα της θριαμβευτικής νίκης του Θεανθρώπου κατά τού θανάτου καί τού Αδου, πρέπει νά ίδωμεν πώς άντιμετώπιζαν τόν θάνατον οϊ οί άπόγονοι τοϋ Άδάμ κατά τούς χρόνους τής Παλαιός Διαθήκης. Μέχρι τοϋ Σταυρού, τής Άναστάσεως καί τής μετά σώματος Άναλήψεως τοϋ Σωτήρος, καί αύτό άκόμη τό όνομα τού θανάτου ήταν φόβος καί τρόμος διά τούς άν- θρώπους. «Πρό τής Χριστού παρουσίας, και τής τού σταυρού οικονομίας, καί αυτό τού θανάτου τό όνομα φοβερόν έτύγχανε». ’Ηταν έπόμεον. Διότι ό μέν πρωτόπλαστος κατεδικάζετο, άφού είχε δεχθή άπό τόν Θεόν τό «μέγα επιτίμων» «θανάτω άποθανεΐσθε» (Γεν. β' 17), ό δέ χωρισμός τής ψυχής άπό τό σώμα δέν ώνομάζετο μόνον θάνατος, «άλλά καί άδης». Διά τούτο εις πολλά σημεία τής Π. Διαθήκης ή μετάστασις άπό τόν κόσμον αύτόν όνομάζεται «θάνατος καί αδης»'. "Ελεγε π. χ. ό πατριάρχης Ιακώβ εις τά παιδιά του, τά όποια, έπέστρε ψαν άπό τήν Αίγυπτον χωρίς τόν Συμεών, τόν όποιον έκράτησεν ό Ιωσήφ: Όχι, δέν θά σάς δώσω τόν Βενιαμίν, διότι άν πάθη τίποτε, τότε «κατάξετέ μου τό γήρας μετά λύπης εις αδου»· θά κρημνίσετε τό   γήρας μου, θά μέ στείλετε μίαν ώραν προτήτερα είς τον Αδην θλιμμένον καί καταλυπημένον (Γεν. μβ' 37-38). Καί ό προφήτης Ήσαίας έλεγεν: Ό "Αδης ώς άλλο τέρας έτέντωσε πλατύν τόν στόμαχόν του, άνοιξε τό στόμα του καί τό κρατεί συνεχώς άνοικτόν, ώστε νά δέχεται καί νά μή παύση νά καταβροχθίζη τούς νεκρούς (Ήσ. ε' 14). Ό δέ προφητάναξ Δαυίδ άνυμνεϊ τόν Θεόν, διότι έσωσε τήν ψυχήν του άπό τά βάθη τού σκοτεινού "Αδου καί άπό τόν βέβαιον θάνατον (Ψαλμ. πε' 13).

Πόσον φοβερός ήταν ό θάνατος πρό Χριστού καταφαίνεται καί άπό τήν στάσιν, τήν όποιαν έτηροϋσαν άπέναντί του οι δίκαιοι άνθρωποι τής Π. Διαθήκης. Διότι δέν τόν έτρεμαν μόνον οί άμαρτωλοί τόν έτρεμαν καί οί δίκαιοι, οί όποιοι είχαν πολλήν παρρησίαν πρός τόν Θεόν. Επειδή τό προσωπείον τού θανάτου ήταν φοβερόν πρό Χριστού, οί άνθρωποι αύτοί, όπως καί ολοι γενικώς, «έπεφρίκεισαν καί ετρεμον» . Άναφέρομεν συγκεκριμένα παραδείγματα. Ό θεόπτης Μ ω ϋ σ ή ς, ό μέγας προφήτης, ήγέτης και νομοθέτης τού Ισραήλ, δ.ιατί έφυγε άπό τήν Αίγυπτον καί έπήγεν είς τήν έρημον; Διά τόν φόβον άκριβώς τού θανάτου, παρατηρεί ό Χρυσόστομος   . Ό ίδιος Πατήρ, ένώ ύμνεΐ τήν πίστιν, τήν άνδρείαν καί τήν άρετήν τού δικαίου Αβραάμ- ένώ θαυμάζει τήν πρός τόν Θεόν παρρησίαν καί άπόλυτον ύπακοήν του, παρατηρεί οτι ύπήρξαν καί στιγμές, κατά τις όποιες ό άνθρωπος έκεΐνος, «ό φίλος του Θεοϋ» έδειλίασεν έμπρός είς τόν φόβον τού θανάτου. Έπροτίμησε, λέγει ό ιερός Χρυσόστομος, νά είπή ψέματα είς τούς Αιγυπτίους, οτι ή Σάρρα δέν ήταν γυναίκα, άλλά άδελφή του έπροτίμησε νά παραδώση τήν Σάρραν είς μοιχείαν (άλλο, έάν ό Θεός τήν έφύλαξε τελικώς άπό τήν ταπείνωσιν αύτήν), διά νά γλυτώση ό ίδιος τόν θάνατον! (πρβλ. Γεν. ιβ' 11-13). Ό ιερός Πατήρ άνατρέχει είς τό γεγονός έκεΐνο, όχι διά νά γίνη κατήγορος τού δικαίου,οπως λέγει, άλλά διά νά δείξη τήν ψυχολογίαν καί αύτών άκόμη τών δικαίων τής έποχής έκείνης άπέναντί τού θανάτου. Διότι, οπως σημειώνει, ήταν άκόμη φοβερόν τό πρόσωπον τού θανάτου δέν είχαν άκόμη συντριβή «αί χαλκαϊ πϋλαι» του τό φαρμακερόν κεντρί του δέν είχεν άκόμη «άμβλυνθή».
Παρόμοια παρατηρεί ό θείος Χρυσόστομος καί διά τόν Ιακώβ, τόν άπόγονον τού Αβραάμ. Ό Ί α κ ώ β, ό όποίος είχεν έπιδείξει άπό νεαράς ήλικίας «άποστολικήν φιλοσοφίαν», δηλαδή άρετήν όμοίαν πρός έκείνην τών 'Αποστόλων, μετά τά πολλά κατορθώματα τής πίστεως καί τούς άναριθμήτους άγώνες τής άρετής, τί κάμνει, όταν έπέστρεψεν εις τήν πατρίδα του την Χαναάν άπό τόν πένθερόν του Λάβαν; Προκειμένου νά συναντηθή μέ τόν άδελφόν του ‘Ησαΰ, έπειδή έφοβεϊτο τήν μνησικακίαν τού μεγαλυτέρου άδελφοΰ, τόν όποϊον έστέρησε τής πατρικής εύλογίας, προσεύχεται εις τόν Θεόν καί λέγει: Κύριέ μου, γλύτωσέ με άπό τά χέρια τού άδελφοΰ μου Ήσαΰ, διότι τόν φοβούμαι γλύτωσέ με μήπως έλθη ώργισμένος έναντίον μου καί σκοτώση έμέ καί τήν οίκογένειάν μου (Γεν. λβ' 11). Καί προσθέτει ό ιερός Πατήρ: «Είδες πώς καί ουτος έδεδοίκει (έφοβείτο) τόν θάνατον; Πώς τρέμει, καί τόν Θεόν παρακαλεϊπερί τούτου;»
Ό πύρινος προφήτης Ήλίας, διά νά άναφέρωμεν καί άλλον δίκαιον τής Π. Διαθήκης, έγινε δραπέτης καί φυγάς καί μετανάστης έμπρός εις τόν φόβον τού θανάτου. Ό άνθρωπος, ό όποίος μέ τήν προσευχήν του έκλεισε καί πάλιν άνοιξε τόν ούρανόν έκεΐνος, ό όποίος έκατέβασεν άπό τόν ούρανόν φωτιάν έκεΐνος, ό όποίος έπέδειξεν εις άνθρώπινον σώμα βίον άγγελικόν, τρέμει τόν θάνατον, διότι προ Χριστού «φοβερά σφόδρα του πράγματος ή φύσις». Καί ένω δέν έφοβήθη νά έλέγξη τήν Ίεζάβελ, έν τούτοις έδειλίασεν, όταν έκείνη τόν άπείλησε μέ θάνατον. Καί «ό πάντων ανωτέρω γενόμενος τών άνθρωπίνων», έμπρός εις τήν άπειλήν τής διεφθαρμένης Ίεζάβελ έσηκώθη καί έφυγεν εις τόπον μακρινόν, είς τόν όποίον διά νά φθάση έβάδισε σαράντα ήμερονύκτια (πρβλ. Ρ Βασ. ιθ' 2-3). Καί έρωτά ό θείος Χρυσόστομος: «Είδες τόν Ή λίαν φεύγοντα γυναικός άπειλήν διά τον θάνατον;»
Αλλά καί ό Ί ώ β, ό μέγας άθλητής τής ύπομονής καί τής πίστεως, ό άληθινός, ό άμεμπτος, ό δίκαιος καί θεοσεβής, όπως τόν άποκαλεΐ ή Π. Διαθήκη (Ίώβ α' 1), παρακαλεϊ τόν Θεόν νά τόν άνακουφίση όλίγον άπό τόν άνυπόφορον πόνον καί λέγει μεταξύ άλλων: "Αφησέ με. Κύριε, νά άναπαυθώ όλίγον, χάρισέ μου κάποιαν άνακούφισιν, πριν άποθάνω καί πορευθώ είς τόν Αδην, τόν μαϋρον καί σκοτεινόν έκείνον τόπον (Ίώβ Γ 20-21). Όμοίως καί ό βασιλεύς Έ ζ ε κ ί α ς, όταν άρρώστησε μέχρι θανάτου, προσηυχήθη είς τόν Θεόν καί έζήτησεν άπό αύτόν νά τοϋ χαρίση ζωήν: Κύριε, έλεγε, τώρα εις τό άνθος τής άνδρικής μου ήλικίας καί είς τό ζενίθ τής βασιλικής μου εύδαιμονίας καί δόξης θά πορευθώ είς τις πύλες τοϋ Άδου. Όσοι εύρίσκονται είς τόν φοβερόν έκεϊνον τόπον καί δέν άπολαμβάνουν τό έλεός σου, δέν θά σέ ύμνήσουν ούτε θά σέ δοξολογήσουν ούτε θά έλπίσουν εις τήν εύσπλαγχνίαν σου (Ήσ. λη' 1-14).
Όλοι λοιπόν, καί αύτοΐ άκόμη οί δίκαιοι Πατριάρχαι καί οί θεοφώτιστοι Προφήται τής Π. Διαθήκης, τρέμουν έμπρός είς τόν θάνατον καί τόν Αδην.


’Ανυπόφορος και άξιος πολλών θρήνων

Ότι ό θάνατος ήταν κάτι τό φοβερόν είς τήν προ Χριστού έποχήν ότι έθεωρεϊτο ώς τό μεγαλύτερον άπό όλα τά κακά τού άνθρώ που, άνυπόφορον καί άξιον πολλών θρήνων, όπως γράφει ό θείος Χρυσόστομος είς τήν διακόνισσαν ’Ολυμπιάδα, άποδεικνύεται καί άπό τόν τρόπον, μέ τόν όποιον οι δίκαιοι τής Π. Διαθήκης έκήδευαν τούς νεκρούς των. «Οί τών άγιων θάνατοι», τών χρόνων έκείνων, «κο- πετοις έκοσμοϋντο καί δάκρυσιν». Δι αύτό «εκλαυσε σφοδρώς Ιωσήφ τόν 'Ιακώβ τεθνεώτα», παρατηρεί ό Μ. Βασίλειος   . Όπως μάς διηγείται ή θεόπνευστος Γένεσις, ό Ιωσήφ «έπιπεσών επί πρόσωπον» τού νεκρού πατρός του Ιακώβ, «εκλαυσεν αυτόν καίέφίλησεν αυτόν» (Γεν. ν' 1). ’Αλλ' ό θρήνος δέν έσταμάτησεν έως έκεΐ. Ό Ιωσήφ, προκειμένου νά θάψη τόν πατέρα του, άνεβαίνει είς τήν γήν Χαναάν. Μαζί του άνεβαίνουν οί δούλοι τού Φαραώ καί «άρματα καί ιππείς». Ή μεγάλη πομπή έφθασεν είς μίαν περιοχήν πέραν τού Ίορδάνου, ή όποια ώνομάζετο άλώνι Άτάδ. Έκεΐ «έκόψαντο» τόν Ιακώβ, τόν έπένθησαν μέ «κοπετόν μέγαν καί ισχυρόν σφόδρα». Επτά ήμέρες έκράτησαν άταφον τόν Ιακώβ, τόν έκλαιαν καί έχυναν πικρά δάκρυα γύρω άπό τό λείψανον τού δικαίου Πατριάρχου (Γεν. ν' 7-10). Ό χρυσούς τήν γλώσσαν Πατήρ σχολιάζει τήν πράξιν έκείνην τού παγκάλου Ιωσήφ καί παρατηρεί: «Συ ταϋτα άκούων, άγαπητέ, μή άπλώς παράτρεχε». Όταν λάβης ύπ' όψιν σου τήν έποχήν, κατά τήν όποιαν έγίνοντο, μή κατηγορεί τόν σώφρονα Ιωσήφ. Άπ’ έναντίας «άπάλλαττε» τόν δίκαιον άπό κάθε εύθύνην. Διότι μέχρι τότε δέν είχαν άκόμη διασπασθή οί πύλες τού Αδου ούτε είχαν διαλυθεί τά δεσμό τού θανάτου ούτε ό θάνατος έκαλεϊτο ύπνος. Ό θάνατος ήταν κάτι τό φοβερόν διά τούς άνθρώπους τών προχριστιανικών χρόνων. Όλα αύτό τά έκαμναν, έπειδή έφοβοϋντο τόν θάνατον .
Θρήνοι καί κοπετοί δέν παρετηρήθησαν μόνον κατά τόν θάνατον τοϋ πατριάρχου Ιακώβ. Οι Ιουδαίοι έθρήνησαν πολύ καί τόν θάνατον τού Μωϋσέως. «Έκλαυσαν», σημειώνει ή Π. Διαθήκη, «οί υιοί 'Ισραήλ Μωϋσήν (...) τριάκοντα ήμέρας». Έπί ένα μήνα δηλαδή είχαν άκινητοποιηθή οϊ 'Ισραηλίτες εις τήν έρημον καί έκλαιαν τόν άρχηγόν καί έλευθερωτήν των (Δευτερ. λδ' 8). Ή ‘Αγία Γραφή δέν άνα- φέρει οτι ό λαός έθρηνούσε τόν θεότττην Μωϋσήν εις τόν τάφον του, διότι «ούκ είδεν ούδείς τήν ταφήν αύτοΰ» (Δευτερ. λδ' 6). Ό τόπος τής ταφής του έκρατήθη μυστικός, διότι ύπήρχε κίνδυνος νά είδωλοποιηθή καί νά θεοποιηθή ό Μωϋσής άπό τόν λαόν. Κανείς άνθρωπος δέν έμαθε οϋτε πού έτάφη οΰτε πώς έτάφη ό μεγάλος έκεϊνος Προφήτης τής Π. Διαθήκης, ό άρχηγός καί έλευθερωτής καί νομοθέτης τοϋ Ισραήλ. Διότι ό λαός δέν θό έδίσταζε νά χρησιμοποιήσω τά λείψανά του διά μαγικούς σκοπούς, όφοΰ, όπως άπέδειξαν τά γεγονότα, ήταν τόσον εύκολος νά θεοποιήση πέτρες καί νά λατρεύση είδωλα. Μέ κοπετόν μεγάλον, πολλά δάκρυα καί δημόσιον πένθος, όπως έγινε καί μέ τόν Μωϋσήν, έκήδευσαν οΐ Ιουδαίοι έπίσης καί τόν προφήτην Σαμουήλ. Όταν άπέθανε, «συναθροίζονται πας ’Ισραήλ και κόπτονται αύτόν (τόν κλαίουν) καί θάπτουσιν αυτόν εν οϊκω αύτοΰ έν Άριμαθαία» (Α' Βασιλ. κε' 1).
Υπάρχουν βεβαίως καί άλλα παραδείγματα άς άρκεσθώμεν όμως μόνον εις αύτά. Διότι καί τά όλίγα αύτά πιστοποιούν πόσον όδυνηρός, άγριος, «φοβερός καίάπρόσιτος» ήταν ό θάνατος πρό Χριστού. Διότι δέν είχαν άκόμη έως τότε άποκοπή τά νεΰρα του. Δέν είχεν όκόμη καταλυθή ή δύναμις καί ή έξουσία του. Τότε έβασίλευεν ή άμαρτία καί «ήνθει» ή κατάρα καί «ώρθοΰτο» άκόμη άπόρθητος ή άκρόπολις τοϋ διαβόλου . Δι αύτό ένώ οι δίκαιοι άνδρες έλαμψαν εις τόν προχριστιανικόν κόσμον διά τής πίστεως καί τής καθόλου όρετής των, έν τούτοις ένώπιον τοϋ θανάτου συστέλλονται καί δειλιοϋν. Όλοι δέ «τούς άποθνήσκοντας ώς φθειρόμενους έθρήνουν», γράφει ό Μ. Αθανάσιος . Δηλαδή, όλοι έκλαιαν όσους άπέθνησκαν ώς έντελώς χαμένους. Ός έάν δέν έπρόκειτο νά τούς συναντήσουν πλέον ποτέ!...
‘Ώστε ό κόσμος πρό Χριστού δέν έζοΰσε μόνον μέσα εις τήγ πλάνην καί τήν ειδωλολατρίαν. Έζοΰσε καί μέ τόν άδιάκοπον καί συνεχή φόβον τοϋ θανάτου. Οί δέ άνθρωποι, έπειδή έπερίμεναν τόν θάνατον καί έπειδή έτρεμαν έμπρός είςτό άναπόφευκτον καί βέβαιον τοΰτο γεγονός, δέν ήμποροϋσαν νό χαροΰν καί νά άπολαύσουν τίποτε εις τόν κόσμον αύτόν. «Αεί άποτεθνήξεσθαι προσδοκώντες, καί τov θάνατον δεδοικότες, ούδεμιας ηδονής αΐσθησιν λαβεϊν ήδύναντο, τοΰ φόβου τούτου παρόντος αύτοΐς». Έτρεμαν τόν θάνατον πάντοτε, πολύ περισσότερον άπό οσον έτρεμαν οΐ δυστυχείς δούλοι τής έποχής έκείνης τόν σκληρόν καί τυραννικόν δεσπότην καί κύριόν των. Δέν άπελάμβαναν τήν χαράν τής ζωής, διότι, ή άναμονή, καί μάλιστα είς ώραν άπροσδόκητον, τού ώμου· καί άπανθρώπου θανάτου έγέμιζε τήν ψυχήν των μέ άγωνίαν, φόβον καί τρόμον.


Τώρα «όνομα μόνον έχει θανάτου»

Φόβον καί τρόμον έπροξενοϋσεν είς τόν άνθρωπον ό θάνατος προ Χριστού. 'Αλλά μετά τήν θείαν Ένσάρκωσιν, τόν Σταυρόν, τήν κάθοδον τοΰ Κυρίου είς τόν Αδην, τήν Άνάστασιν καί τήν έν σώματι ένδοξον Άνάληψιν τοΰ Σωτήρος· μετά τόν θάνατον τοΰ Χριστού «υπέρ τής τοΰ κόσμου ζωής καί σωτηρίας» ό θάνατος καταργεϊται μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε «όνομα μόνον εχει θανάτου». Ή μάλλον τοΰ άφηρέθη καί αύτό άκόμη τό άνομα! Διότι άπό τότε δέν τόν όνομάζομεν καν θάνατον τόν όνομάζομεν «Κοίμησιν καί ΰπνον»
Ό Κύριος είπε διά τόν φίλον του Λάζαρον: «Λάζαρος ό φίλος ήμών κεκοίμηται άλλά πορεύομαι, ΐνα έξυπνήσω αύτόν» (Ίωάν. ια' 11). Δέν εϊπεν άπέθανε, παρ' όλον ότι ό Λάζαρος ήταν ήδη νεκρός. Άπόδειξις ότι τά όνόματα «Κοίμησις» καί «ύπνος» ήσαν άκόμη άγνωστα έως τότε, είναι ή έκπληξις των Μαθητών, οί όποιοι είς τόν λόγον έκεϊνον τοΰ Κυρίου έπρόσθεσαν: Κύριε, έάν έχη κοιμηθή, ό όργανισμός του μέ τήν άνάπαυσιν τοΰ ύπνου θά άναλάβη καί συνεπώς θά γίνη καλά! Μέ αύτό ήθελαν νά εϊπουν ότι ό Λάζαρος έκοιμάτο ΰπνον φυσικόν. Αλλ' ό Μαθητής, ό όποίος διηγείται τό θαΰμα τής άναστάσεως τοΰ Λαζάρου, μάς πληροφορεί: Ό Ιησούς ώμιλοΰσε διά τόν θάνατον τοΰ Λαζάρου καί όχι διά τήν άποκοίμησιν τοΰ ύπνου (Ίωάν. ια' 11¬13). Διά τόν Κύριον ή έκ νεκρών άνάστασις τοΰ Λαζάρου ήταν τόσον εύκολος, όσον εϋκολον είναι είς ήμάς νά έξυπνήσωμεν ένα, ό όποίος κοιμάται! Δέν ήτανάσφαλώς ή μόνη φορά, κατά τήν όποιαν ό Κύριος ώνόμασε τόν θάνατον «ΰπνον». Τόν είχεν άποκαλέσει έτσι καί είς τήν περίπτωσιν τής νεκρός κόρης τοΰ Ίαείρου. Είχεν είπει διά τήν άποθανοΰσαν: «Μη κλαίετε οΰκ άπέθανεν, άλλά καθεύδει» (κοιμάται), ένώ όσοι τόν άκουσαν τόν εϊρωνεύοντο, διότι ήσαν βέβαιοι ότι ή νεαρά κόρη ήταν νεκρά (Λουκ. η' 52-53).
Ένώ λοιπόν «προ της Χριστού παρουσίας καί του σταυροϋ οικονομίας» τό όνομα τοϋ θανάτου ήταν φοβερόν, τώρα τό όνομά του ύπνος, κοίμησις ή μετάστασις είναι γλυκύ, άφοϋ περιέχει την βεβαίαν έλπίδα τής άναστάσεως. Κοίμησιν καί ϋπνον τόν ονομάζει ό θείος Παύλος, όταν γράφη προς τούς Θεσσαλονικεϊς· «ού θέλομεν υμάς άγνοεϊν, αδελφοί, περί τών κεκοιμημένων», δηλαδή των νεκρών. Καί ολίγον μετά- «ήμεϊς οί ζώντες ού μή φθάσωμεν τούς κοιμηθέντας», δηλαδή τούς νεκρούς (Α' Θεσ. δ' 13, 15).
‘Αλλά καί ό τόπος, όπου θάπτονται οϊ νεκροί, έχει τώρα όνομα, τό όποΤον προξενεί εις τήν ψυχήν πολλήν παρηγοριάν καί άναπτερώνει τις έλπίδες τής αιωνίου ζωής καί βασιλείας. Ό τόπος αύτός, παρατηρεί ό θείος Χρυσόστομος, «κοιμητήριον ώνόμασται». Καί φιλοσόφων έπί τού όνόματος, άπευθύνεται προς τόν Χριστιανόν καί τοϋ λέγει: Όταν φέρης έδώ, εις τόν τόπον αύτόν, τόν νεκρόν σου, δέν τόν φέρεις «προς θάνατον, άλλα προς ύπνον». Τόν άποθέτεις εις «κοιμητήριον». Μ ή λησμονής ότι τόν όδηγείς έδώ «μετά τόν τοϋ Χριστού θάνατον, ότε τά νεύρα έξεκόπη τοϋ θανάτου». "Ετσι έχεις Ικανόν καί δυνατόν φάρμακον κατά τής άθυμίας καί τής λύπης, έκτος τών άλλων, καί «του τοπου το ονομα».
Άς άκούσωμεν όμως πώς όμιλεϊ καί ό θείος Παύλος διά τόν ίδι κόν του θάνατον. Ό θάνατος δέν προξενεί κανένα φόβον εις τήν μακαρίαν ψυχήν του. Άπ' έναντίας ό Απόστολος ποθεί τόν θάνατον. Επιθυμώ, γράφει, νά φύγω άπό τήν ζωήν αύτήν καί νά είμαι μέ τόν Χριστόν. ‘Η έκδημία άπό τόν κόσμον αύτόν είναι δι έμέ άσυγκρίτως καλύτερον πράγμα άπό τήν ζωήν (Φιλιπ. α' 23). Εις τούς δικαίους τής Π. Διαθήκης ό θάνατος ήταν φοβερός· διά τόν ‘Απόστολον τού Χριστού είναι πράγμα «κρεϊσσον»· άσυγκρίτως καλύτερον άπό τήν ζωήν! Δι έκείνους ήταν κάτι τό «άηδές», τό άποκρουστικόν εις αύτόν είναι «ήδύ», εύχάριστον! Δικαίως· διότι προ Χριστού «ό θάνατος εις τόν οίδην κατήγεν» (κατεβίβαζε)· ένώ τώρα «ό θάνατος προς τόν Χριστόν παραπέμπει». Καί ένώ ό πατριάρχης Ιακώβ έλεγε, θά κρημνίσετε τό γήρας μου καταλυπημένον εις τόν Αδην (Γεν. μβ' 38), ό θείος Παύλος έλεγε: Τό νά άποθάνω καί νά είμαι μέ τόν Χριστόν τό θεωρώ ώς «πολλω μάλλον κρεϊσσον» (Φιλιπ. α' 23)· ώς κάτι τό άσυγκρίτως καλύτερον δι έμέ άπό τήν ζωήν!
Διά τούτο, ένώ κατά τούς χρόνους τής Π. Διαθήκης διά τόν θάνατον καί αύτών άκόμη τών δικαίων έγίνοντο θρήνοι καί κοπετοί καί έχύνοντο δάκρυα πολλά καί πικρά, τώρα άκούονται εις τούς ναούς καί άναπέμπονται άπό τον πιστόν λαόν εις τον Θεόν «ύμνφδίαι καί εύχαί καί ψαλμοί». Οι ψαλμοΐ καί οϊ ϋμνοι αύτοί έχουν μεν πένθιμον μέλος, άλλα μας παρακινούν νά έχωμεν θάρρος καί έλπίδα δι αύτούς οϊ όποιοι φεύγουν 'Επειδή ό θάνατος κατηργήθη καί έγινε πλέον ύπνος καί ή τελευτή Κοίμησις· έπειδή έχομεν τήν βεβαίαν έλπίδα τής άναστάσεως, άφοϋ μετοικοΰμεν, μεταβαίνομεν άπό τήν μίαν ζωήν εις τήν άλλην, εϊμεθα ειρηνικοί καί αισιόδοξοι. Άγαλλόμεθα καί εύφραινόμεθα. Ή άγαλλίασις και ή εύφροσύνη μας γίνονται άκόμη μεγαλύτεροι, οταν σκεφθώμεν ότι ή μετάθεσίς μας δέν γίνεται άπλώς άπό «ζωής εις ζωήν». Δηλαδή δέν φεύγομεν άπλώς άπό ένα είδος ζωής, διά νά εύρεθώμεν είς άλλην μορφήν ζωής. 'Αλλά μεταπηδώμεν «άπό τής χείρονος», δηλαδή άπό τήν φθαρτήν, «επί τήν βελτίονα», είς τήν καλυτέραν. Μεταπηδώμεν «άπό τής πρόσκαιρου έπί τήν αιώνιον, άπό τής έπιγείου είς τήν έπουράνιον». Καί προσθέτει ό φωστήρ τής Καισαρείας: Άφοϋ μετά τον Σταυρόν καί τήν Άνάστασιν τού Κυρίου έχει μεταβληθή ή φύσις των λυπηρών, δέν συνοδεύομεν πλέον τούς θανάτους τών 'Αγίων με θρήνους και κοπετούς, άλλά πανηγυρίζομεν γύρω άπό τούς τάφους των. Διότι διά τούς δικαίους ό θάνατος μετά Χριστόν είναι ένα ταξίδι προς καλυτέραν, εύτυχεστέραν καί μακαριωτέραν ζωήν .


Ό μόνος αληθινός νεκρός είναι ό διάβολος!

Ή πρός 'Εβραίους έπιστολή τονίζει ότι ό Κύριος ένηνθρώπησε διά νά καταστήση με τον θάνατόν του άνίσχυρον τον διάβολον καί προσθέτει: Μέ τον τρόπον αύτόν άπήλλαξεν έκείνους, οϊ όποιοι ένεκα τού φόβου, πού είχαν πρός τόν θάνατον, έκρατοΰντο άπό τήν δουλείαν τής άγωνίας. "Ετρεμαν μήπως άποθάνουν καί στερηθούν τής παρούσης ζωής, ύποστοΰν δέ και τά δεινά τής μετά θάνατον καταδίκης (Έβρ. β" 14-15). Τώρα λοιπόν πού κατενικήθη ό διάβολος, «τίνος ενεκεν φρίττετε;», έρωτά ό θειος Χρυσόστομος. Διατί φοβεϊσθε αύτόν, ό όποίος έχει καταπατηθή; Αύτόν, ό όποίος είναι πλέον «εύτελής καί ούδενός αξιος;» Και προσθέτει: Χάρις είς τήν λαμπροφόρον Άνάστασιν «ή τών δαιμόνων Απάτη κατελύθη»· διά τούτο και «καταγελώμεν θανάτου» .
Αυτός ό «κατάγελως», δηλαδή ό περίγελως καί ό έμπαιγμός τού θανάτου, είναι καταφανής εις τήν ζωήν των Χριστιανών, ιδιαιτέρως ομως των Μαρτύρων γυναικών καί τών παιδιών, τά όποια ώς έκ τής φύσεώς των είναι πλάσματα άδύνατα καί δειλά. Τον θάνατον, τον όποιον έτρεμαν οϊ πρό Χριστού ένάρετοι άνδρες, οΐ όποιοι είχαν με γάλην παρρησίαν εις τον Θεόν, τόν χλευάζουν μετά Χριστόν «καί νέοι καί κόραι άπαλαί». Ό φοβερός καί άμείλικτος θάνατος κατήντησε τώρα τόσον εύκαταφρόνητος, ώστε άρκετοί όρμοΰν πρός αύτόν με πολλήν προθυμίαν καί χαράν ώστε βιάζονται, έπείγονται πρός τήν «εντεύθεν μετάστασιν» .
Ό Μ. 'Αθανάσιος παρατηρεί: Άφ' ότου ό Θεάνθρωπος άνεστήθη καί άνελήφθη, όλοι οϊ πιστοί καταπατούν τόν θάνατον ώς έάν νά μή ύπάρχη. Προτιμούν νά άποθνήσκουν μάλλον, παρά νά άρνοΰνται τήν πίστιν εις τόν Χριστόν. Τώρα δέν ύπάρχουν νεκροί. Τώρα ό μόνος νεκρός είναι ό διάβολος, ό όποίος έθριαμβολογοΰσε παλαιότερα διά τόν θάνατον τών άνθρώπων. Αύτός είναι ό μόνος άληθινός νεκρός, άφοΰ «έλύθησαν αι ώδινες» τού θανάτου (Πράξ. β' 24). Καί άπόδειξις τούτου είναι αύτό: Άνθρωποι, οί όποιοι προτού πιστεύσουν είς τόν Χριστόν έφοβοΰντο τόν θάνατον, όταν έβαπτίσθησαν καί έγιναν μέλη τής Εκκλησίας, τόν περιφρονούν τόσον πολύ, ώστε νά τρέχουν προθύμως είς τόν θάνατον καί νά γίνωνται Μάρτυρες. Ό θάνατος έγινε τόσον άδύνατος, ώστε καί νήπια καί γυναίκες, οι όποιες άρχικώς έξηπατήθησαν άπό αύτόν έν τώ προσώπω τής Εΰας, νά τόν περιπαίζουν τώρα ώς νεκρόν καί «παρειμένον», δηλαδή διαλελυμένον .
Αύτό είχεν ύπ' όψιν της ή χρυσή γλώσσα, ή όποια έγκωμιάζουσα τάς άγιας μάρτυρας Βερνίκην καί Προσδόκην καί τήν μητέρα των Δομνίναν άναφωνεϊ:
Άς θαυμάσωμεν τά μεγαλεία καί τήν δύναμιν του φιλάνθρωπου Θεοΰ. Ό προφήτης «Ήλίας έφυγε (άπέφυγε) θάνατον», ένώ άπλές «γυναίκες κατέφυγον είς θάνατον». Ή ούρανομήκης καί θεία ψυχή τοΰ Ήλία «άπεπήδησε (=άπεσκίρτησε) τοΰ θανάτου» ένφ αύτές μέ τήν αδύνατον φύσιν «έδιωξαν (έπεδίωξαν) τόν θάνατον». «Οί περί τόν ’Αβραάμ καί τόν Ή λίαν άγωνιώσι τήν τελευτήν, γυναίκες δέ καθάπερ πηλόν τοίς ποσίν εαυτών κατεπάτησαν θάνατον». Καί συμπληρώνει: «Ευλογητός ό Θεός, γυνή θανάτου κατατολμά, γυνή ή θάνατον εις τήν ζωήν είσαγαγοϋσα τήν ήμετέραν, τό παλαιόν όπλον του διαβόλου, τοϋτο του διαβόλου κατήνεγκε τήν ίσχύν  τό σκεύος τό ασθενές καί εύεπηρέαστον τοϋτο γέγονεν δπλον άκαταγώνιστον γυναίκες θανάτου κατατολμώσι»· ποιος δέν θά έκπλαγή; "Ας έντρέπωνται οί είδωλολάτραι. Άς κρύβουν τό πρόσωπόν των οί ’Ιουδαίοι, οί όποιοι άπιστοΰν είς τήν Άνάστασιν τοϋ Χριστού. Διότι ποιον μεγαλύτερον σημεΐον τής Άναστάσεως τού Κυρίου ζητείς, όταν βλέπης μίαν τόσον μεγάλην καί θαυμαστήν άλλαγήν τών πραγμάτων; Πρό Χρι¬στού τίποτε δέν ήταν ίσχυρότερον άπό τόν θάνατον καί «ούδέν άσθενέστερον ημών» (=πιό άδύνατον άπό ήμάς). Τώρα «ούδέν έστιν άσθενέστερον εκείνου και ούδέν ίσχυρότερον ήμών». Καί «ή άρίστη αύτή μετάστασις» καί ή «άθρόον (ή διά μιας) μεταβολή» έγιναν χάρις είς τήν τριήμερον ταφήν καί Άνάστασιν τού Κυρίου. Έάν ό Κύριος δέν συνέτριβε τις χαλκές πύλες τού "Αδου, δέν θά ήμποροΰσαν τόσον εύκολα νά είσέλθουν οί γυναίκες. Έάν δέν συνέθλιβε τούς σιδηρούς μοχλούς, δέν θά ήδύνατο νά τούς συνθλίψουν οί παρθένοι κόρες. Έάν Εκείνος δέν καθίστα άχρηστον τό δεσμωτήριον τού θανάτου καί τού Άδου, δέν θά είσήρχοντο μέ τόσην εύκολίαν οί άγιοι Μάρτυρες .
Ό άγιος 'Ιγνάτιος ό Θεοφόρος, διά νά ένθυμηθώμεν μόνον ένα Μάρτυρα τών πρώτων χριστιανικών χρόνων, ένώ έβάδιζε προς τό μαρτύριον περιχαρής, έγραφε πρός τούς Χριστιανούς τής Ρώμης: «Πΰρ καί σταυρός, θηρίων τε συστάσεις, άνατομαί, διαιρέσεις, σκορπισμοί όστέων, συγκοπαΐ μελών, άλεσμοί όλου τού σώματος» δέν μέ πτοούν. Έγώ ένα θέλω καί ένα έπιθυμώ νά φθάσω πλησίον τού Κυρίου μου. Παρεκάλει δέ ό άγιος Επίσκοπος τούς πιστούς νά προσεύχονται, ώστε νά μή φοβηθή μόλις άντικρύση τά μαρτύρια, τά όποια τόν έπερίμεναν. Έποθοΰσε τόσον πολύ τόν μαρτυρικόν θάνατον, διά νά εύρεθή κοντά είς τόν έν ούρανοϊς Πατέρα, ώστε έγραφεν: «Ζών γράφω ύμϊν, έρών τοϋ διά Χριστόν άποθανεϊν. Ό έμός έρως έσταύρωται, καί οΰκ έστιν έν έμοί πύρ φιλοϋν τι · ΰδωρ δέ ζών, άλλόμενον έν έμοί, έσωθεν μοι λέγει δεύρο πρός τόν Πατέρα»! ’Ηταν τόση ή άγάπη του διά τόν Χριστόν καί τόσον γενναϊον τό φρόνημά του έναντι τού θανάτου, ώστε συνέχιζεν: «Έάν πάθω», σημαίνει οτι μέ «ήγαπήσατε» πράγματι καί έχετε προσευχηθή ύπέρ έμοΰ. «Έάν άποδοκιμασθώ» καί δέν μαρτυρήσω, σημαίνει οτι δέν μέ έχετε άγα- πήσει, άλλά μέ «έμισήσατε» καί δέν έχετε προσευχηθή δι έμέ!
"Ωστε «σκιρτώσι σφαττόμενοι μάρτυρες», οπως έλεγεν ό Μ. Βασίλειος. Διότι ό μάρτυς τοϋ Χριστού κατά τήν ώραν τού φρικτοΰ μαρτυρίου δέν «βλέπει τούς κινδύνους, άλλά τούς στεφάνους, ού φρίττει τάς πληγάς, άλλ ’ άριθμεϊτά βραβεία». Τόσος είναι ό πόθος του διά τον εις ούρανούς Άναστάντα Κύριον, ώστε δέν βλέπει τούς άγριους δημίους, οΙ όποϊοι τόν μαστιγώνουν έδώ κάτω, άλλά φαντάζεται τούς άγγέλους, οι όποιοι τόν έπευφημοΰν άπό τόν ούρανόν  καί περιμένουν νά τόν στεφανώσουν μέ άπερίγραπτον χαράν. Καί τούτο είναι πολύ φυσικόν. Διότι τόσον οί "Αγιοι, όσον καί οι Μάρτυρες τού Χριστού ζοΰν τόν θάνατον μέ έσωτερικήν εύφροσύνην, έλεύθεροι άπό κάθε τι τό έφήμερον, τό γήϊνον καί φθαρτόν. Δι αύτούς ό θάνατος είναι νέα γέννησις εις τήν άληθινήν ζωήν είναι άνεκτίμητον άγαθόν «ayadov άν είη ό θάνατος», οπως λέγει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Είναι δέ πολύ συγκινητικά τά όσα ό Πατήρ αύτός γράφει εις τόν βίον τής όσιας Μακρινής, τής άδελφής του, διά τόν θάνατόν της. Κατ' έξοχήν ομως συγκινητικόν είναι τό πώς άντιμετώπισεν ή άγία έκείνη γυναίκα τόν θάνατον, προτού άναπέμψη είς τόν ούρανόν θερμήν προσευχήν, όλίγην ώραν πριν άπό τήν έκδημίαν της. Γράφει ό θείος Πατήρ: Ό ήλιος έπλησίαζεν είς τήν δύσιν του. Αύτής δέ, τής Μακρινής, ό πόθος διά τήν έξοδον άπό τήν ζωήν έγίνετο όλονέν θερμότερος, διότι μέ τόν τρόπον αύτόν έπρόκειτο νά συναντήση τόν ποθητόν της νυμφίον Χριστόν. Δι' αύτό έσταμάτησε πλέον νά μάς όμιλή, γράφει ό άδελφός της, ώσάν νά μή ήμεθα παρόντες· καί άρχισε νά όμιλή πρός Εκείνον, μέ τό βλέμμα έστραμμένον σταθερώς πρός τά άνω, καί πρός άνατολάς. Διότι τό κρεββάτι της έβλεπε «πρός άνατολήν». Τούτο δέν είναι άνεξήγητον, διότι, όπως γράφει ό οσιος Μακάριος ό Αιγύπτιος, έτσι φέρονται καί τόσον σφοδρόν πόθον έχουν διά νά συναντήσουν τόν Χριστόν έκεΐνοι, τών όποιων «έτρωσε (= έπλήγωσε) τήν καρδίαν» ό θείος έρως «πρός τόν έπουράνιον βασιλέα Χριστόν».
Καί όλα αύτό διατί; Διότι ό βασιλεύς Χριστός μέ τόν σταυρικόν θάνατον καί τήν έκ νεκρών τριήμερον Άνάστασίν του κατέλυσε τόν Αδην καί κατήργησε τόν θάνατον. Διά τούτο άναφωνεΐ ή χρυσή γλώσσα: «Τό ξύλον του σταυρού έβλάστησε τά καλά τών Μαρτύρων βλαστήματα»! Διότι αύτό καί πλήθος άλλα παρόμοια «έκείνου τοϋ θανάτου τά κατορθώματα» .

Έξ άφορμής αύτοϋ ό πιστός Χριστιανός ψάλλει: Δέσποτα Χριστέ' δέν φοβούμαι πλέον, όταν μέ τον φυσικόν θάνατον θά έπιστρέψω είς τήν γην. Διότι σύ, όταν εύρισκόμουν χαμηλά, τυλιγμένος είς τήν όδύνην καί τήν θλϊψιν, ώς λησμονημένος καί αΙχμάλωτος είς τά σκοτεινά καταγώγια τού "Αδου, μέ έπήρες καί μέ έσήκωσες, διά τήν πολλήν σου εύσπλαγχνίαν καί άγάπην, πρός ύψος (είς τούς ούρανούς) μέ τήν άγίαν Άνάστασίν σου καί μέ έστόλισες μέ τό λαμπρόν στολίδι τής άφθαρσίας καί τής αίωνιότητος. «Γλυκεία πράγματι άποστροφή τού πλάσματος πρός τόν Πλάστην του»!  




Εισαγωγή κειμένων σε  πρώτη αποκλειστική δημοσίευση  στό Ορθόδοξο Διαδίκτυο από το Βιβλίο :
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΝΙΚ.ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

Η ηλεκτρονική επεξεργασία αναρτήσων κειμένων, τίτλων  και εικόνων έγινε από τον N.B.B

Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια, αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα ,χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

©  ΠΗΔΑΛΙΟΝ  ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


http://www.alavastron.net

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |