ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 11. Νοέμβριος Αγιολόγιον - Εορτολόγιον

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

11. Νοέμβριος Αγιολόγιον - Εορτολόγιον




christ

 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 1



     Οἱ Ἅγιοι Κοσµᾶς καὶ Δαµιανός, οἱ Ἀνάργυροι καὶ θαυµατουργοί

     Οἱ Ἁγίες Κυριαίνα καὶ Ἰουλιανὴ

     Οἱ Ἅγιοι Καισάριος, Δάσιος, καὶ ἄλλοι πέντε Μάρτυρες, Σάββας, Σαβινιανός,Ἀγρίππας, Ἀδριανὸς καὶ Θωµᾶς τὸ νήπιο

     Οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης ὁ Ἐπίσκοπος καὶ Ἰάκωβος ὁ Πρεσβύτερος

     Ὁ Ἅγιος Ἐρµινίγγελδος (ἢ Ἐρµηνίγγιλδος)

     Οἱ Ἅγιοι Κυπριανὸς καὶ Ἰουλιανὴ

     Ἡ Ἁγία Θεολήπτη

     Οἱ Ἅγιοι Ἰάκωβος ὁ νέος Ὁσιοµάρτυρας ἀπὸ τὴν Καστοριὰ καὶ οἱ δυὸ µαθητές του, Ἰάκωβος ὁ Διάκονος καὶ Διονύσιος ὁ Μοναχός

     Ὁ Ὅσιος Δαβὶδ ποὺ ἀσκήτευσε στὴν Εὔβοια

     Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἡ Παρθενοµάρτυς ἀπὸ τὴν Σινώπη









Οἱ Ἅγιοι Κοσµᾶς καὶ Δαµιανός, οἱ Ἀνάργυροι καὶ θαυµατουργοί



Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀσία. Οἱ γονεῖς τους ἦταν ἄριστο πρότυπο χριστιανῶν συζύγων. Ὅταν ἡ µητέρα τους Θεοδότη ἔµεινε χήρα, ἀφιέρωσε κάθε προσπάθειά της στὴ χριστιανικὴ ἀνατροφὴ τῶν δυὸ παιδιῶν της, Κοσµᾶ καὶ Δαµιανοῦ. Τοὺς δυὸ ἀδελφοὺς διέκρινε µεγάλη εὐφυΐα καὶ ἐπιµέλεια, γι᾿ αὐτὸ καὶ σπούδασαν πολλὲς ἐπιστῆµες. Ἰδιαίτερα, ὅµως, ἐπιδόθηκαν στὴν ἰατρικὴ ἐπιστήµη, τὴν ὁποία ἐξασκοῦσαν σὰν διακονία φιλανθρωπίας πρὸς τὸν πλησίον. Θεράπευαν τὶς ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἰδιαίτερα τῶν φτωχῶν, χωρὶς νὰ παίρνουν χρήµατα, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὀνοµάστηκαν Ἀνάργυροι. Πολλοὶ ἀσθενεῖς ποὺ θεραπεύθηκαν ἤθελαν νὰ τοὺς εὐχαριστήσουν. Ἀλλὰ αὐτοὶ δὲ δέχονταν τὶς εὐχαριστίες καὶ ἀπαντοῦσαν µὲ τὸν ὀρθὸ λόγο τῆς ἁγίας Γραφῆς: «Ἡ εὐλογία καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ σοφία καὶ ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ τιµὴ καὶ ἡ δύναµις καὶ ἡ ἰσχὺς τῷ Θεῷ ἡµῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Δηλαδή, ὅλος ὁ ὕµνος καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ σοφία καὶ ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ τιµὴ καὶ ἡ δύναµη καὶ ἡ ἰσχύς, ἀνήκει στὸ Θεό µας στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἔτσι ταπεινὰ ἀφοῦ διακόνησαν σὲ ὅλη τους τὴ ζωὴ τὸν πλησίον, πέθαναν εἰρηνικὰ καὶ ἐτάφησαν στὴν τοποθεσία Φερεµά.






Οἱ Ἁγίες Κυριαίνα καὶ Ἰουλιανὴ



Εἶχαν ἀφοσιωθεῖ καὶ οἱ δυὸ σὲ ἔργα φιλάνθρωπα, χριστιανικῆς φιλαδελφίας. Ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ διωγµοῦ κατὰ τῶν χριστιανῶν, ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. Ἡ Κυριαίνα εἶχε πατρίδα τὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας καὶ ἡ Ἰουλιανὴ τὴν πόλη Ῥῶσο ἐπίσης τῆς Κιλικίας. Οἱ δραστηριότητες τῶν δυὸ ἁγίων γυναικῶν ἦταν νὰ φροντίζουν ὀρφανά, νὰ παρηγοροῦν φτωχὲς χῆρες καὶ νὰ παρέχουν ἀφιλοκερδῶς τὶς περιποιήσεις τους στοὺς ἀῤῥώστους. Ἤξεραν λίγα γράµµατα, ἀλλ᾿ εἶχαν πολὺ ζῆλο καὶ ἔβρισκαν πάντοτε τρόπο νὰ στηρίζουν τὴν πίστη τῶν δοκιµαζόµενων ἀπὸ τὴν φτώχεια, ἢ ἀπὸ τὴν ἀδικία, ἢ ἀπὸ


κάποιο ἄλλο βιοτικὸ ἄνεµο. Πολλὲς φορὲς µάλιστα εἶχαν µπορέσει νὰ φέρουν στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ ψυχὲς εἰδωλολατρισσῶν, ποὺ ψάρευαν µὲ τὸ δίχτυ τῆς Εὐαγγελικῆς ὑποµονῆς καὶ ἀγαθότητας. Συνελήφθησαν ὅµως καὶ βασανίστηκαν σκληρά, χωρὶς νὰ παρατήσουν τὸ θησαυρὸ τῆς πίστης τους. Καὶ πέθαναν ἀφοῦ τὶς ἔριξαν µέσα στὴ φωτιά, καὶ ὑπέστησαν τὸν τροµερὸ αὐτὸ θάνατο µὲ θαυµαστὴ καρτερία καὶ αὐταπάρνηση.






Οἱ Ἅγιοι Καισάριος, Δάσιος, καὶ ἄλλοι πέντε Μάρτυρες, Σάββας, Σαβινιανός,

Ἀγρίππας, Ἀδριανὸς καὶ Θωµᾶς τὸ νήπιο



Συνελήφθησαν στὴ Δαµασκὸ καὶ τιµωρήθηκαν µὲ διάφορα βασανιστήρια γιὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ἐπειδὴ ὅµως δὲν ἀρνήθηκαν τὴν χριστιανική τους πίστη, ὅλοι ἔλαβαν τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου διὰ ἀποκεφαλισµοῦ.






Οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης ὁ Ἐπίσκοπος καὶ Ἰάκωβος ὁ Πρεσβύτερος



Οἱ Ἱεροµάρτυρες αὐτοὶ ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ τῶν Περσῶν Σαβωρίου (332) καὶ δίδασκαν στοὺς εὐσεβεῖς τὸ λόγο τῆς ἀληθινῆς πίστης καὶ πολλοὺς κατόρθωναν νὰ προσελκύουν σ᾿ αὐτή. Ὁπότε συνελήφθησαν ἀπὸ τὸν Σαβώριο καὶ ἀφοῦ πρῶτα ὑποβλήθηκαν σὲ σκληρὰ βασανιστήρια, στὸ τέλος τοὺς ἀποκεφάλισαν καὶ ἔτσι πῆραν τὸ ἀµάραντο στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.






Ὁ Ἅγιος Ἐρµινίγγελδος (ἢ Ἐµηνίγγιλδος)



Ἄνηκε στὴ φυλὴ τῶν Οὐισιγότθων, µεταξὺ τῶν ὁποίων, ὅπως εἶναι γνωστό, εἶχε διαδοθεῖ ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου, κατακτῶντας καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀρχηγούς τους. Ὁ Ἐρµινίγγελδος, ποὺ εἶχε διδαχθεῖ τὴν Ὀρθοδοξία ἀπὸ ἕνα Ἐπίσκοπο ὀρθόδοξο, τὸν Λέανδρο, σ᾿ ἕνα ταξίδι του, ἐπέστρεψε στὴν πατρική του σκηνὴ µὲ ὀρθόδοξο φρόνηµα. Ὁ πατέρας του δὲν ἄργησε νὰ µάθει, ὅτι ὁ γιός του ἀπέῤῥιψε τὶς δοξασίες τοῦ Ἀρείου

καὶ προσπάθησε µὲ παρακλήσεις καὶ ἀπειλὲς νὰ τὸν ἐπαναφέρει σ᾿ αὐτές. Ἐπειδὴ ὅµως δὲν τὸ κατόρθωσε, τὸν κατάγγειλε ὁ ἴδιος καὶ προκάλεσε τὴν φυλάκισή του. Ὁ Ἐρµινίγγελδος, ἂν καὶ σκληρὰ βασανίστηκε στὴ φυλακή, ἔµεινε σταθερὸς στὴν Ὀρθοδοξία. Διατάχθηκε τότε ὁ φόνος του. Στρατιῶτες τότε, πῆγαν στὴ φυλακή, ὅπου ἦταν σιδηροδέσµιος ὁ Ἅγιος καὶ γονατιστὸς προσευχόταν, καὶ τὸν θανάτωσαν µὲ τὶς λόγχες τους (585 µ.Χ.).






Οἱ Ἅγιοι Κυπριανὸς καὶ Ἰουλιανὴ



Μαρτύρησαν διὰ πυρός. (Μᾶλλον πρόκειται γιὰ τὶς πιὸ πάνω Ἁγίες τῆς αὐτῆς ἡµέρας


Κυριαίνης καὶ Ἰουλιανῆς καὶ ἡ Κυριαίνα, ἀπὸ λάθος ἀντιγραφή, ἔγινε Κυπριανός).






Ἡ Ἁγία Θεολήπτη



Ἐντελῶς ἄγνωστη στοὺς Συναξαριστές. Γιὰ τὴν Ἁγία αὐτὴ γίνεται λόγος στὸν Παρισινὸ Κώδικα 259 φ. 2α, ὅπου ὑπάρχει καὶ στιχηρὸ τροπάριό της. Ἀπ᾿ αὐτὸ συµπεραίνουµε ὅτι, βασανίστηκε ἀπὸ τὸν τύραννο, ῥίχτηκε στὴ φυλακὴ καὶ κατὰ πᾶσα πιθανότητα πέθανε

µαρτυρικά.






Οἱ Ἅγιοι Ἰάκωβος ὁ νέος Ὁσιοµάρτυρας ἀπὸ τὴν Καστοριὰ καὶ οἱ δυὸ µαθητές του,

Ἰάκωβος ὁ Διάκονος καὶ Διονύσιος ὁ Μοναχός



Ὁ Ἰάκωβος γεννήθηκε σ᾿ ἕνα χωριὸ τῆς Καστοριᾶς (Κορησός), ἀπὸ χριστιανοὺς γονεῖς,

τὸν Μαρτίνο καὶ τὴν Παρασκευή. Ἔγινε βοσκὸς προβάτων καὶ ἀπόκτησε ἀρκετὸ

πλοῦτο, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ τὸν φθονήσει ὁ ἀδελφός του, ποὺ τὸν διέβαλε στὸν κριτή, ὅτι

δῆθεν βρῆκε θησαυρό. Γιὰ ν᾿ ἀποφύγει τὸν φθόνο τοῦ ἀδελφοῦ του ὁ Ἰάκωβος, ἔφυγε

στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐργαζόµενος σὰν ἔµπορος προβάτων ἔγινε καὶ πάλι

πλούσιος. Κάποια µέρα ὅµως, πῆγε στὸν Πατριάρχη, ἐξοµολογήθηκε καὶ διαµοίρασε

τὴν περιουσία του στοὺς φτωχούς, πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκάρη µοναχὸς στὴ

Μονὴ Δοχειαρίου. Κατόπιν πῆγε στὴ Σκήτη τοῦ Τιµίου Προδρόµου τῆς Μονῆς τῶν

Ἰβήρων, ὅπου ἡσύχαζε ὑποτασσόµενος σὲ κάποιον γέροντα Ἰγνάτιο. Ἀφοῦ ἀσκήθηκε

ἀρκετὰ στὶς ἀρετές, ἀναχώρησε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἦλθε στὰ ἐνδότερα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου

ἐγκαταστάθηκε µαζὶ µὲ ἕξι µαθητές του, καὶ διακρίθηκε σὰν δάσκαλος τῆς ἀρετῆς στὴ

µοναχικὴ πολιτεία. Ἀργότερα ἀναχώρησε µὲ τοὺς µαθητές του ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ

πῆγε στὸ Κάστρο Πέτρα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὰ Μετέωρα, ὅπου δίδαξε στοὺς ἐκεῖ Μοναχούς.

Ἔπειτα πῆγε στὸ Μοναστήρι τοῦ Τιµίου Προδρόµου τῆς Δεβέρκιστας, κοντὰ στὴ

Ναύπακτο, ὅπου ζοῦσε µὲ προσευχὴ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ λοιπόν, συκοφαντήθηκε

ἀπ᾿ τοὺς Τούρκους, ὅτι ἐξεγείρει τοὺς χριστιανοὺς κατὰ τῆς ἐξουσίας. Συνελήφθη καὶ

ὁδηγήθηκε µαζὶ µὲ δυὸ µαθητές του στὸν Μπέη Τρικάλων, ποὺ τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακὴ

γιὰ 40 µέρες. Ἀπὸ τὴν φυλακὴ αὐτή, ὁδηγήθηκε σιδηροδέσµιος µαζὶ µὲ τοὺς µαθητές

του, Ἰάκωβο διάκονο καὶ Διονύσιο µοναχό, στὸ Διδυµότειχο τῆς Θρᾴκης, ὅπου

βρισκόταν ὁ Σουλτάνος Σελήµ. Ἐκεῖ ἀφοῦ τοὺς βασάνισαν φρικτά, τοὺς ἔστειλαν στὴν

Ἀδριανούπολη, ὅπου ἦλθε καὶ ὁ Σουλτάνος, ὁ ὁποῖος τοὺς πίεζε νὰ ἀλλαξοπιστήσουν.

Οἱ Ἅγιοι ὅµως, µὲ µία φωνὴ ἀπάντησαν: «µὴ γένοιτο ποτὲ νὰ ἀρνηθῶµεν τὸν Κύριον

ἡµῶν Ἰησοῦ Χριστόν, κἂν µύρια βάσανα µᾶς παιδεύσετε». Τότε µὲ διαταγὴ τοῦ

σουλτάνου, οἱ βασανιστὲς ἔξυναν µὲ σιδερένια νύχια τὶς σάρκες τους, γρονθοκοποῦσαν

τὰ σαγόνια τοῦ γέροντα Ἰακώβου καὶ ἔβγαζαν λουρίδες τὸ δέρµα του ἀπὸ τὸ στῆθος,

καὶ στὶς πληγές του ἔριχναν ἁλάτι καὶ ξίδι. Τοὺς δυὸ µαθητές του, τοὺς µαστίγωσαν

σκληρὰ µὲ µαστίγια ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν. Ἐπειδὴ ὅµως καὶ οἱ τρεῖς ἦταν ἀµετακίνητοι

στὴν πίστη τους, τοὺς ἀπαγχόνισαν στὶς 1-11-1520. Τὰ λείψανα τοῦ ὁσιοµάρτυρα

Ἰακώβου καὶ τῶν συµµαρτύρων του, βρίσκονται στὴ Μονὴ Ἁγίας Ἀναστασίας κοντὰ

στὴ Θεσσαλονίκη. Βίο καὶ Ἀκολουθία τοῦ νεοµάρτυρα αὐτοῦ, συνέγραψε ὁ ῥήτωρ

Θεοφάνης ὁ Θεσσαλονικεύς, ποὺ ὑπῆρξε σύγχρονός του. (Ἡ µνήµη του

ἐπαναλαµβάνεται τὴν 28η Ἰανουαρίου καὶ τὴν 2α Νοεµβρίου).


Ὁ Ὅσιος Δαβὶδ ποὺ ἀσκήτευσε στὴν Εὔβοια



Καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Γαρδινίτζα, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὸ Ταλάντιο, τόπος παραθαλάσσιος ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Εὔβοια. Ἔζησε ὅταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἦταν ὁ Ἱερεµίας, περὶ τὸ 1519. Τὸν πατέρα του ἔλεγαν Χριστόδουλο καὶ ἦταν ἱερέας, τὴν δὲ µητέρα του Θεοδώρα. Ὁ Ὅσιος Δαβὶδ εἶχε ἄλλον ἕναν ἀδελφὸ καὶ δυὸ ἀδελφές. Ἀπὸ µικρὸς ὁ Ὅσιος ἀνεδείχθη σὲ ἐξαίσια µορφὴ καὶ ἔµαθε ἄριστα τὰ ἱερὰ γράµµατα. Σὲ ἡλικία 15 ἐτῶν ὑποτάχθηκε σ᾿ ἕναν ἅγιο γέροντα, τὸν Ἀκάκιο, ποὺ τὸν ἐκπαίδευσε στὶς ἀρετὲς τῆς µοναχικῆς πολιτείας καὶ ἀπὸ τότε ὁ Ὅσιος Δαβὶδ κάνει µία φοβερή, σύµφωνα µὲ τὸν βιογράφο του, πνευµατικὴ πορεία, διδάσκοντας τὴν ἔµπρακτη ἀρετὴ καὶ κάνοντας διάφορα θαύµατα. Προεῖδε τὸν θάνατό του καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ καὶ µὲ µεγάλη ἁγιότητα τὴν 1η Νοεµβρίου. Βιογραφία του συνέγραψε ὁ µαθητής του Χριστοφόρος µοναχὸς καὶ Ἀκολουθία του ὁ ἐπίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Μονὴ τοῦ Ὅσιου Δαβὶδ ὑπάρχει στὴν Εὔβοια.






Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἡ Παρθενοµάρτυς ἀπὸ τὴν Σινώπη



Μαρτύρησε τὸν 18ο αἰῶνα. Καταγόταν ἀπὸ τὴν ὡραία πόλη τοῦ Πόντου Σινώπη καὶ ἦταν κόρη τῆς εὐσεβοῦς οἰκογενείας Μπεκιάρη. Ἦταν 15 ἐτῶν, ὡραιότατη στὸ σῶµα, ἡ δὲ ἁγνότητά της ἔδινε ἰδιαίτερη χάρη στὸ πρόσωπό της. Διακρινόταν γιὰ τὴν ὑπακοὴ στοὺς γονεῖς της καὶ τὸν θερµὸ ἔρωτα τῆς ψυχῆς της πρὸς τὸν νυµφίο Χριστό. Μία µέρα λοιπόν, ἡ µητέρα της τὴν ἔστειλε ν᾿ ἀγοράσει νήµατα γιὰ τὸ κέντηµα ἀπὸ τὸ κατάστηµα τοῦ Κρύωνα. Στὸ δρόµο ὑπῆρχε τὸ σπίτι τοῦ Οὐκούζογλου πασᾶ, διοικητοῦ τῆς Σινώπης. Τὴν ὥρα ποὺ περνοῦσε ἡ Ἑλένη ὁ πασὰς τὴν εἶδε ἀπ᾿ τὸ παράθυρο. Ἡ ὡραιότητά της τράβηξε τὴν ἀκόλαστη ψυχή του καὶ σκέφθηκε νὰ τὴν µολύνει. Διέταξε τότε καὶ τὴν ἔφεραν µπροστά του. Ἀφοῦ ἔµαθε ποιὰ ἦταν, προσπάθησε πολλὲς φορὲς

νὰ τὴν βιάσει, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσµα. Διότι ἕνα ἀόρατο τεῖχος προστάτευε τὴν Ἑλένη, ποὺ συνεχῶς προσευχόταν. Ὁ πασὰς ἀντὶ νὰ δεῖ τὸ θαῦµα, σκλήρυνε περισσότερο ἡ ψυχή του καὶ ἐπειδὴ δὲν µποροῦσε νὰ ἱκανοποιήσει τὸν σκοπό του, τὴν βασάνισε σκληρὰ καὶ τελικὰ τὴν ἀποκεφάλισε. Τὸ ἱερό της λείψανο τὸ ἔριξαν στὴ θάλασσα, ἀλλὰ

µὲ θαυµατουργικὸ τρόπο βρέθηκε ἀπὸ Ἕλληνες ναυτικούς, ποὺ τὸ µετέφεραν στὴ Σινώπη. Τὸ 1924 ἡ κάρα τῆς ἁγίας µεταφέρθηκε στὸν Ναὸ τῆς Ἁγίας Μεγαλοµάρτυρας Μαρίνης, Ἄνω Τούµπας Θεσσαλονίκης.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 2



     Οἱ Ἅγιοι Ἀκίνδυνος, Ἀφθόνιος, Πηγάσιος, Ἐλπιδοφόρος (ἢ Ἐλπιδηφόρος) καὶ

Ἀνεµπόδιστος

     Οἱ Ἅγιοι συγκλητικοί

     Οἱ Ἅγιοι Εὐδόξιος, Ἀγάπιος καὶ ἄλλοι ὀκτὼ Μάρτυρες, Ἀττικὸς, Μαρίνος,

Ὠκεανός, Εὐστράτιος, Καρτέριος, Νικοπολιτιάνος, Στύραξ καὶ Τωβίας

     Οἱ Ἁγίες Κυριακή, Δοµνίνα καὶ Δόµνα

     Ὁ Ὅσιος Μαρκιανός «ὁ ἐν τῇ Κύρῳ»

     Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος ὁ Ἰβηροσκητιώτης






Οἱ Ἅγιοι Ἀκίνδυνος, Ἀφθόνιος, Πηγάσιος, Ἐλπιδοφόρος (ἢ Ἐλπιδηφόρος) καὶ

Ἀνεµπόδιστος



Ἦταν ἀξιωµατοῦχοι τοῦ Πέρση βασιλιᾶ Σαπὼρ τοῦ Β΄. Ἐπειδή, ὅµως, ὁµολόγησαν ὅτι εἶναι χριστιανοί, συνελήφθησαν καὶ µαστιγώθηκαν σκληρά. Ἔπειτα, τοὺς ἔριξαν στὶς φλόγες µίας µεγάλης φωτιᾶς. Ἀλλὰ οἱ θερµὲς δεήσεις τους πρὸς τὸ Θεὸ προκάλεσαν φοβερὴ θύελλα µὲ βροχή, ποὺ ἔσβησε τὴν φωτιά. Αὐτὸ προκάλεσε φόβο στοὺς Πέρσες, καὶ τὸν ἴδιο τὸ Σαπώρ, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ ἀναβάλει τὸ θάνατο τῶν γενναίων χριστιανῶν. Ἀλλὰ µετὰ µερικὲς µέρες, τοὺς ἔφερε καὶ πάλι στὸ κριτήριο. Ἀφοῦ εἶδε ὅτι δὲν µποροῦσε νὰ ἀλλάξει τὸ χριστιανικό τους φρόνηµα, ἀποκεφάλισε πρῶτο τὸν Ἀφθόνιο. Ἔπειτα, ἀπευθυνόµενος στὸν Ἐλπιδοφόρο, τοῦ εἶπε νὰ φανεῖ λογικός, σὰν ἐγγράµµατος ποὺ ἦταν καὶ µποροῦσε νὰ διακρίνει τὸ ψέµα ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Ὁ Ἐλπιδοφόρος του ἀποκρίθηκε ὅτι γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς πιστεύει στὸ Χριστό, διότι Αὐτὸς εἶναι «ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». Δηλαδὴ ὁ σωστὸς δρόµος, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπόλυτη ἀλήθεια καὶ στὴν πραγµατικὴ καὶ πηγαία ζωή, ποὺ ἀξίζει κανεὶς νὰ πεθάνει γι᾿ αὐτή. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἐλπιδοφόρου ἐξαγρίωσε τὸν Σαπὼρ καὶ ἀµέσως τὸν ἀποκεφάλισε. Οἱ θυσίες αὐτὲς ἐνθάῤῥυναν ἀκόµα περισσότερό τους ὑπόλοιπους, καὶ ἔµειναν ἀκλόνητοι στὴν πίστη τους. Τότε ὁ Σαπὼρ διέταξε νὰ τοὺς ῥίξουν µέσα σὲ ἀναµµένο καµίνι. Ἔτσι, µαρτυρικὰ καὶ ἔνδοξα, παρέδωσαν ὅλοι τὴν µακάρια ψυχὴ τους στὸ ζωοδότη Χριστό.






Οἱ Ἅγιοι συγκλητικοί



Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Σεβάστεια καὶ µαρτύρησαν ἐπὶ ἄρχοντος αὐτῆς Αὐξάνοντος, δούκα Μαρκέλλου καὶ Μάρκου Ἀγρικολάου. Τὰ ὀνόµατά τους δὲν διασώθηκαν στὴ γῆ, λάµπουν ὅµως ἀθάνατα στὸν οὐρανό. Ὅταν ὁ Λικίνιος (315 µ.Χ.), ἀντιµαχόµενος τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο κήρυξε βαρὺ διωγµὸ κατὰ τῆς χριστιανικῆς πίστης, ὁµάδα συγκλητικῶν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ πεῖ φανερὰ στὸ βασιλιὰ ὅτι ἡ διαταγή του ἦταν ἔγκληµα ἀπέναντι στὸ Θεό, ποὺ δὲν θ΄ ἀργοῦσε νὰ στείλει τὴν διδακτικὴ τιµωρία. Ὁ Λικίνιος τοὺς ἀποκάλεσε θρασεῖς καὶ διέταξε νὰ τοὺς θανατώσουν. Ἐκεῖνοι δέχτηκαν


µὲ γενναιότητα, ἂν καὶ ἄφηναν πίσω οἰκογένειες, ἐκτεθειµένες καὶ αὐτὲς στὴ µανία τοῦ θανάτου. Πέθαναν ὅλοι µαζί, ἐνθαῤῥύνοντας καὶ µακαρίζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, µέσα στὴ φωτιά.






Οἱ Ἅγιοι Εὐδόξιος, Ἀγάπιος καὶ ἄλλοι ὀκτὼ Μάρτυρες, Ἀττικὸς, Μαρίνος, Ὠκεανός,

Εὐστράτιος, Καρτέριος, Νικοπολιτιάνος, Στύραξ καὶ Τωβίας



Ὅλοι ἦταν στρατιῶτες στὴν πόλη Σεβάστεια, κατὰ τὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Λικινίου. Ὅταν ἐξετάστηκαν ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τῆς Σεβάστειας Αὐξάνιο καὶ ἀπὸ τὸν δούκα Μάρκελλο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Μᾶρκο Ἀγρικόλαο, ὁµολόγησαν µὲ θάῤῥος τὴν χριστιανική τους πίστη καὶ βασανίστηκαν σκληρὰ µὲ διάφορους τρόπους. Στὸ τέλος τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιὰ καὶ τοὺς ἔκαψαν ζωντανούς, παίρνοντας ἔτσι ὅλοι τὸ ἀµάραντο στεφάνι τοῦ µαρτυρίου. (Πιθανὸν νὰ εἶναι ἀπὸ τοὺς πιὸ πάνω ἁγίους µάρτυρες Συγκλητικούς).






Οἱ Ἁγίες Κυριακή, Δοµνίνα καὶ Δόµνα



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.






Ὁ Ὅσιος Μαρκιανός «ὁ ἐν τῇ Κύρῳ»



Ἦταν γέννηµα καὶ θρέµµα τῆς πόλης Κύρου. Περιφρόνησε τὰ ἐγκόσµια, ἀναχώρησε στὴν ἔρηµο καὶ κλείστηκε µέσα σ΄ ἕνα στενότατο κελί, ὅπου ἀσκήτευε µὲ αὐστηρὴ νηστεία καὶ προσευχή. Ἔτσι, ἀπόκτησε τὴν φήµη ἁγίου σ΄ ὅλην τὴν γύρω περιοχὴ καὶ ἀφοῦ ἔκανε καὶ ἀρκετὰ θαύµατα µὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Τὸ βίο του συνέγραψε ὁ Θεοδώρητος Κύρου στὴ Φιλόθεο Ἱστορία του.






Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος ὁ Ἰβηροσκητιώτης



(Βλέπε βιογραφία του τὴν 1η Νοεµβρίου, ὅπου καὶ ἡ ἡµέρα τοῦ µαρτυρίου του).


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 3



     Οἱ Ἅγιοι Ἀκεψιµᾶς, Ἰωσὴφ καὶ Ἀειθαλᾶς

     Ἀνακοµιδὴ τῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Γεωργίου

     Ὁ Ὅσιος Ἀκεψιµᾶς

     Ὁ Ἅγιος Ἀχαιµενίδης ὁ Ὁµολογητής

     Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Ὁµολογητὴς ἐπίσκοπος Ἀγκύρας

     Οἱ Ἅγιοι Δάσιος, Σεβῆρος, Ἀνδρωνᾶς, Θεόδοτος καὶ Θεοδότη

     Ὁ Ὅσιος Ἠλίας

     Οἱ Ἅγιοι Ἐννέα Μάρτυρες

     Οἱ Ἅγιοι 28 Μάρτυρες

     Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ νέος Ἱεροµάρτυρας, ὁ Νεαπολίτης

     Οἱ Ὅσιοι Εὐθύµιος καὶ Νεόφυτος κτήτορες Μονῆς Δοχειαρίου

     Ἀνακοµιδὴ Ἱ. Κάρας τοῦ Ἁγίου Μεγαλοµάρτυρος Ἀποστόλου τοῦ νέου ἀπὸ τὴν

Κωνσταντινούπολη στὸν Ἅγιο Λαυρέντιο Πηλίου τὸ 1796






Οἱ Ἅγιοι Ἀκεψιµᾶς, Ἰωσὴφ καὶ Ἀειθαλᾶς



Ὁ Ἀκεψιµᾶς ἦταν ἐπίσκοπος, ὁ Ἰωσὴφ πρεσβύτερος καὶ ὁ Ἀειθαλᾶς διάκονος. Καὶ οἱ τρεῖς µαρτύρησαν γιὰ τὸ Χριστό, ὅταν βασιλιὰς τῆς Περσίας ἦταν ὁ Σαπὼρ ὁ Β΄. Ὁ Ἀκεψιµᾶς ἄφησε τὴν τελευταία του πνοή, ἀφοῦ χτυπήθηκε σκληρὰ µὲ ἀκανθωτὰ ῥαβδιὰ ἀπὸ ῥοδιά. Ὁ Ἰωσὴφ - ἀφοῦ διέσχισαν τὶς σάρκες του- ὑπέστη µαρτυρικὸ θάνατο διὰ λιθοβολισµοῦ. Ὁ Ἀειθαλᾶς µαστιγώθηκε σκληρὰ καὶ ἔπειτα τὸν κρέµασαν µὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω, µέχρι ποὺ παρέδωσε καὶ αὐτὸς τὴν µακάρια ψυχή του (330 µ.Χ.). Τὸ αἷµα, ὅµως, ἀπὸ τὶς θυσίες τῶν Ἁγίων ποὺ προκάλεσαν οἱ ἀσεβεῖς, ὑπενθυµίζει τὰ φοβερὰ λόγια της Ἀποκάλυψης: « Ὅτι αἷµα ἁγίων καὶ προφητῶν ἐξέχεαν, καὶ αἷµα αὐτοῖς ἔδωκας πιεῖν ἄξιοι εἴσι». Δηλαδή, ἐπειδὴ οἱ ἀσεβεῖς αὐτοὶ ἔχυσαν τὸ αἷµα τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Προφητῶν, τοὺς ἔδωσες καὶ Σὺ (Χριστέ µου) νὰ πίνουν ἀντὶ νεροῦ αἷµα. Καὶ πράγµατι, εἶναι ἄξιοι τῆς τιµωρίας αὐτῆς. Ἂς γνωρίζουν, λοιπόν, οἱ ἀσεβεῖς, ποὺ ἐγκληµατοῦν ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων τῆς πίστης, ὅτι τοὺς περιµένει ἀνελέητη καὶ βαρεῖα τιµωρία.






Ἀνακοµιδὴ τῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Μεγαλοµάρτυρα καὶ

Τροπαιοφόρου καὶ ἐγκαίνια Ναοῦ του στὴ Λύδδα τῆς Ἰόππης



Μετὰ τὴν κατάπαυση τῶν διωγµῶν καὶ τὴν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισµοῦ σ΄ ὅλο τὸ Ῥωµαϊκὸ κράτος, ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου, οἱ χριστιανοὶ ἀνήγειραν µεγαλοπρεπῆ Ναὸ στὴ Λύδδα τῆς Ἰόππης, ὅπου µετακόµισαν τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Μεγαλοµάρτυρα Γεωργίου, γιὰ νὰ τὸ προσκυνοῦν πλέον ἄφοβα.Ἔγιναν δὲ µετὰ τὴν κατάθεση τοῦ ἱεροῦ λειψάνου καὶ τὰ ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ στὶς 3 Νοεµβρίου καὶ ἀπὸ τότε κάθε χρόνο ἡ Ἐκκλησία µας τελεῖ κατὰ τὴν ἡµέρα αὐτὴ τὴν ἀνακοµιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ


µεγαλοµάρτυρα, πρὸς δόξαν Θεοῦ.






Ὁ Ὅσιος Ἀκεψιµᾶς



Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου (382). Κλείστηκε µέσα σ΄ ἕνα σκαµµένο τόπο καὶ πέρασε ἐκεῖ 60 ὁλόκληρα χρόνια µὲ αὐστηρὴ νηστεία καὶ προσευχή. Ἀφοῦ ἀξιώθηκε καὶ τοῦ ἀξιώµατος τοῦ Ἱερέα καὶ ἔκανε ἀρκετὰ θαύµατα, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ἅγιος Ἀχαιµενίδης ὁ Ὁµολογητής



Νεαρός, ἀπὸ ἐπίσηµη Περσικὴ οἰκογένεια, εἶχε πολὺ πλοῦτο καὶ κατεῖχε λαµπρὰ ἀξιώµατα. Ἔζησε ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ µικροῦ (410) βασιλιᾶ τοῦ Βυζαντίου καὶ Ἰσδιγέρδη, βασιλιὰ τῶν Περσῶν. Δὲν ἄργησε νὰ προσέλθει στὴ χριστιανικὴ πίστη, µόλις ἄκουσε τὴν διδασκαλία της, καὶ χρησιµοποίησε τὸν πλοῦτο του γιὰ τὴν µικρὴ χριστιανικὴ ποίµνη τῆς Περσίας. Καταγγέλθηκε στὸ βασιλιά, ἀλλὰ δὲν ἄκουσε τὶς συµβουλές του, οὔτε πτοήθηκε στὶς ἀπειλές του. Ὑποβλήθηκε λοιπὸν σὲ βασανιστήρια, τὰ ὁποῖα ὑπέστη καρτερικά. Κατόπιν τὸν ἄφησαν ἐλεύθερο, µὲ τὸν ὅρο νὰ φύγει ἔξω ἀπὸ τὰ Περσικὰ ὅρια, φτωχὸς πλέον µετὰ τὴν δήµευση τῆς περιουσίας του (τὸ 412 µ.Χ.). Ὁ

Ἀχαιµενίδης ἔφυγε ἀπὸ τὴν γῆ τῶν πατέρων του, ποὺ ἦταν µέσα στὴν τυραννία καὶ τὴν πλάνη, εὐχαριστηµένος ὅµως, διότι ἔµεινε πιστὸς στὸν οὐράνιο Πατέρα καὶ διότι τοῦ ἅρπαξαν µὲν ὅλα τὰ χρήµατα, ἀλλὰ δὲν µπόρεσαν νὰ τοῦ ἁρπάξουν τοὺς θησαυρούς, ποὺ ὁ Χριστὸς δίνει στοὺς πιστοὺς στρατιῶτες του.






Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Ὁµολογητής, ἐπίσκοπος Ἀγκύρας



Μᾶλλον ὑπῆρξε ὑπέρµαχος τῶν ἁγίων εἰκόνων καὶ ἴσως ἔδωσε καὶ τὸ αἷµα του γιὰ τὴν σωστὴ θέση τους στὴν Ὀρθοδοξία.






Οἱ Ἅγιοι Δάσιος, Σεβῆρος, Ἀνδρωνᾶς, Θεόδοτος καὶ Θεοδότη



Ὅλοι µαρτύρησαν διὰ ξίφους.






Ὁ Ὅσιος Ἠλίας



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.


Οἱ Ἅγιοι Ἐννέα Μάρτυρες



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.






Οἱ Ἅγιοι 28 Μάρτυρες



Μαρτύρησαν διὰ πυρός.






Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ νέος Ἱεροµάρτυρας, ὁ Νεαπολίτης



Ἦταν ἱερέας καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Νεάπολη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ποὺ τούρκικα λέγεται

«Νὲβ Σεχήρ». Διέπρεπε σὰν ἐφηµέριος στὸν Ἱερὸ Ναὸ Κοιµήσεως Θεοτόκου στὴ

Νεάπολη «ἐν ἀλήθειᾳ καὶ ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ, πορευόµενος ἐν πάσαις ταῖς

ἐντολαῖς καὶ δικαιώµασι τοῦ Κυρίου ἄµεµπτος». Κατὰ τὸ 1797 προσκλήθηκε ἀπὸ τοὺς

χριστιανοὺς τοῦ χωρίου Μαλακωτῆ νὰ ἱερουργήσει, ἀναπληρώνοντας τὸν ἐφηµέριό

τους, ποὺ τὸν καταδίωκαν οἱ Τοῦρκοι. Ὁ ἱερέας Γεώργιος εὐχαρίστως δέχτηκε καὶ

ἀναχώρησε γιὰ τὸ χωριό. Ξαφνικὰ ὅµως, κοντὰ στὴ θέση «Κόµπια-Ντερέ», συνελήφθη

ἀπὸ ἐξαγριωµένους βοσκοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι τὸν λήστεψαν, τὸν βασάνισαν καὶ

τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἀργότερα τὸ 1924, τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου µεταφέρθηκε

στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου στὴ Νέα Νεάπολη κοντὰ στὴ Νέα Ἰωνία στὴν Ἀθήνα.






Οἱ Ὅσιοι Εὐθύµιος καὶ Νεόφυτος κτήτορες Μονῆς Δοχειαρίου



Βλέπε βιογραφία τους τὴν 9η Νοεµβρίου.






Ἀνακοµιδὴ Ἱ. Κάρας τοῦ Ἁγίου Μεγαλοµάρτυρος Ἀποστόλου τοῦ νέου ἀπὸ τὴν

Κωνσταντινούπολη στὸν Ἅγιο Λαυρέντιο Πηλίου τὸ 1796



(Βιογραφία τοῦ Ἁγίου βλέπε στὴν κυρίως µνήµη του τὴν 16η Αὐγούστου).


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 4



     Ὁ Ὅσιος Ἰωαννίκιος ὁ Μεγάλος, «ὁ ἐν Ὀλύµπῳ»

     Οἱ Ἅγιοι Νίκανδρος ἐπίσκοπος Μύρων καὶ Ἐρµαῖος ὁ πρεσβύτερος

     Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ὁ Μῖµος (ἠθοποιός)

     Διήγηση στὸ θρῆνο τοῦ προφήτου Ἰερεµίου

     Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βατατζὴς ὁ ἐλεήµονας βασιλιάς

     Ὁ Ἅγιος Βιτάλιος ὁ Δοῦλος

     Ὁ Δίκαιος Ἀβιµελέχ






Ὁ Ὅσιος Ἰωαννίκιος ὁ Μεγάλος, «ὁ ἐν Ὀλύµπῳ»



Γεννήθηκε στὴ Βιθυνία τὸ 740 µ.Χ. Τὸν πατέρα του ἔλεγαν Μυριτρίκη καὶ τὴν µητέρα του Ἀναστασώ. Καὶ οἱ δυὸ ἦταν εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ παιδαγώγησαν τὸ γιό τους σύµφωνα µὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅταν ὁ Ἰωαννίκιος στρατεύτηκε, αὐτοκράτορας ἦταν ὁ τραχὺς εἰκονοµάχος Κωνσταντῖνος ὁ Ε΄. Αὐτὸς διέπρεψε στοὺς ἀγῶνες του κατὰ τῶν Βουλγάρων καὶ εἶχε µεγάλη ἐκτίµηση ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες του. Ἡ ψυχολογία ποὺ καλλιεργήθηκε στὰ πεδία τῶν µαχῶν, παρέσυρε τὸν Ἰωαννίκιο καὶ στὸ θρησκευτικὸ ἔδαφος, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ γίνει εἰκονοµάχος, σὰν τὸν αὐτοκράτορα. Ὅταν, ὅµως, ἀπολύθηκε ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ στρατοῦ, δὲν ἄργησε νὰ καταλάβει τὴν πλάνη του καὶ σὲ τί µεγάλα σφάλµατα τὸν εἶχε ὁδηγήσει αὐτή. Τί νὰ κάνει ὅµως; Μὰ τί ἄλλο. Νὰ µετανοήσει καὶ νὰ ἐπανέλθει στὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία ποὺ τοῦ πρόσφεραν οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του. Ἀµέσως, µάλιστα, ἦλθε στὴ σκέψη του ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ:

«Μνηµόνευε οὖν πόθεν πέπτωκας, καὶ µετανόησον καὶ τὰ πρῶτα ἔργα ποίησον». Θυµήσου, δηλαδή, ἀπὸ ποιὸ ἠθικὸ ὕψος ἔχεις πέσει καὶ µετανόησε καὶ κᾶµε πάλι τὰ ἔργα τῆς πρώτης ἀγάπης σου. Καὶ ὁ Ἰωαννίκιος µετενόησε εἰλικρινά. Ἐξοµολογήθηκε τὸ ὀλίσθηµά του, καταρτίσθηκε ἀνάλογα, ἔγινε µοναχὸς στὸν Ὄλυµπο καὶ πέθανε 94 χρονῶν στὴ Μονὴ Ἀντιδίου, διδάσκοντας στὸν κόσµο τὴν Ὀρθοδοξία.






Οἱ Ἅγιοι Νίκανδρος ἐπίσκοπος Μύρων καὶ Ἐρµαῖος ὁ πρεσβύτερος



Μαθητὲς καὶ οἱ δυὸ τοῦ ἀποστόλου Τίτου, τοῦ τόσο ἀγαπηµένου συνεργάτη τοῦ ἀπ. Παύλου. Ἐµπνέονταν ἀπὸ θερµὸ ζῆλο τῶν µεγάλων ἀθλητῶν τῆς πίστης, καὶ ἦταν ἀφοσιωµένοι ὁλόψυχα στὸν ἱερὸ ἀγῶνα της. Μὲ τὸ κήρυγµά τους, πολλοὶ εἰδωλολάτρες δέχτηκαν τὸ ἅγιο βάπτισµα. Καταγγέλθηκαν λοιπὸν στὸν ἔπαρχο Λιβάνια, ἔµειναν στὴ χριστιανικὴ ὁµολογία τους, καὶ µπροστὰ στὸν ἴδιο ὑπεράσπισαν τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἔλεγξαν τὴν πλάνη τῶν ἐθνικῶν. Τότε ὁ Λιθάνιος διέταξε νὰ σχίσουν

τὶς σάρκες τους µὲ σιδερένια ὄργανα, καὶ κατόπιν τοὺς ἔκλεισε ζωντανοὺς µέσα σὲ τάφο. Ἐκεῖνοι ὑπέµειναν µὲ καρτερία τὸ τροµερὸ µαρτύριο, καὶ µ΄ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀνέβηκαν στὰ αἰώνια σκηνώµατα τῆς αἰώνιας ζωῆς.


Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ὁ Μῖµος (ἠθοποιός)



Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Αὐρηλιανοῦ (270) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἔφεσο. Ἔκανε τὸ ἐπάγγελµα τοῦ µίµου, τοῦ ἠθοποιοῦ ὅπως θὰ λέγαµε σήµερα, καὶ ἀκολουθοῦσε τὸν κόµη Ἀλεξανδρείας. Μαζὶ µ΄ αὐτὸν λοιπὸν ἔφτασε στὴν Καισαρεία καὶ σὲ κάποια παράστασή του, ὑποκρίθηκε τὴν τελετὴ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσµατος. Ἡ παράσταση ἦταν τόσο ἄψογη, ὥστε µὲ θαυµατουργικὸ τρόπο, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς θεατὲς βαπτίστηκαν χριστιανοί. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Πορφύριος, ὁµολόγησε δηµόσια πὼς εἶναι πλέον χριστιανός. Ὁ κόµης διέταξε τὸν Ἅγιο νὰ ἀρνηθεῖ ἀµέσως τὴν πίστη τῶν χριστιανῶν, πρᾶγµα ποὺ ὁ Πορφύριος δὲν ἔπραξε. Τότε ὁ κόµης διέταξε νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν καὶ ἔτσι ὁ Ἅγιος ἔλαβε τὸ ἀµάραντο στεφάνι τοῦ µαρτυρίου. (Μᾶλλον πρόκειται γιὰ τὸν ἴδιο Ἅγιο, ποὺ ἡ µνήµη του φέρεται τὴν 15η Σεπτεµβρίου).






Διήγηση στὸ θρῆνο τοῦ προφήτου Ἰερεµίου



Λεπτοµέρειες βλέπε στὸ «Μέγα Συναξαριστή» τοῦ Ματθαίου Λαγγῆ, τόµος ΙΑ΄, σελίδα

147, ἔκδοση 1993. Βιογραφικὸ σηµείωµα τοῦ Προφήτη Ἱερεµία βλέπε τὴν 1η Μάιου.






Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βατατζὴς ὁ ἐλεήµονας βασιλιάς



Γεννήθηκε στὴν Ἀδριανούπολη της Θρᾴκης ἀπὸ γένος µεγάλο. Γαµπρὸς τοῦ βασιλιᾶ Θεοδώρου Λασκάρεως, παντρεύτηκε τὴν θυγατέρα του Εἰρήνη καὶ τὸν διαδέχτηκε στὸν θρόνο τῆς Νικαίας (1222-1255). Ὁ Ἰωάννης ἦταν εὐσεβὴς καὶ φιλελεήµων βασιλιάς, καὶ ὁ λαὸς τὸν ἀγαποῦσε πολὺ γιὰ τοὺς χριστιανικούς του τρόπους, τὴν πραότητα, τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν χρηστότητα τοῦ ἤθους καὶ τὴν προσήλωσή του στὰ θεῖα. Ἀφοῦ βασίλευσε µὲ χριστοήθεια, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ στὶς 30 Ὀκτωβρίου 1255. Τὸν ἔθαψαν µὲ

µεγάλες τιµὲς στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε κτίσει, τὴν ἐπιλεγόµενη τῶν Σωσάνδρων.






Ὁ Ἅγιος Βιτάλιος ὁ Δοῦλος



Πιθανὸν νὰ εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο µ΄ αὐτὸ τῆς 29ης Ἀπριλίου.






Ὁ Δίκαιος Ἀβιµελέχ



Ὄνοµα Βασιλέων τῶν Γεράρων. Φιλοξένησε τὸν Ἀβραάµ, ποὺ τοῦ παρουσίασε τὴν γυναῖκα του Σάρα ὡς ἀδελφή του. Ὁ Ἀβιµελὲχ ὅµως δὲν τὴν ἰδιοποιήθηκε, ἐπειδὴ


πληροφορήθηκε τὴν ἀλήθεια ἀπὸ ὄνειρο ποὺ εἶδε. Τὸ περιστατικὸ στὸ βιβλίο τῆς Π.Δ.

Γεν. κεφ. 20, στίχ. 21.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 5



     Οἱ Ἅγιοι Γαλακτίων καὶ Ἐπιστήµη

     Οἱ Ἅγιοι Ἑρµᾶς, Πατρόβας, Λίνος, Γάιος καὶ Φιλόλογος, Ἀπόστολοι ἀπὸ τοὺς 70

     Οἱ Ἅγιοι Δοµνῖνος, Τιµόθεος, Θεόφιλος, Θεότιµος, Δωρόθεος ὁ Πρεσβύτερος, Εὐψύχιος, Καρτέριος, Σιλβανός, Πάµφιλος, Φιλόθεος, Νέαρχος, καὶ ἄλλοι Ἅγιοι Μάρτυρες ἄνδρες καὶ γυναῖκες

     Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Ὁµολογητής, Πάπας Ἀλεξανδρείας

     Οἱ Ἅγιοι Κάστορας καὶ Ἀγαθάγγελος

     Οἱ Ἅγιοι Δοµέντιος καὶ Παῦλος ὁ ἐπίσκοπος

     Ἐγκαίνια ναοῦ Θεοδώρου Τήρωνος «ἐν τοῖς Σφωρακίου»

     Ὁ Ἅγιος Ἰωνᾶς ὁ θαυµατουργὸς Ἀρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας (Ρῶσος, 1470 µ.Χ.)







Οἱ Ἅγιοι Γαλακτίων καὶ Ἐπιστήµη



Ἔζησαν τὸν 3ο αἰῶνα µ.Χ., ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Δέκιος. Οἱ γονεῖς του Γαλακτίωνα - Κλειτοφῶν καὶ Λευκίππη - ἦταν πρῶτα εἰδωλολάτρες. Κάποιος, ὅµως, ἱεροµόναχος, ποὺ ὀνοµαζόταν Οὐνούφριος, τοὺς προσείλκυσε στὴ χριστιανικὴ πίστη. Ἀπὸ τότε διέθεταν τὰ πλούτη τους σὲ κάθε ἀγαθοεργία. Τὸ δὲ γιό τους Γαλακτίωνα ἀνέθρεψαν «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Δηλαδή, µὲ παιδαγωγία καὶ νουθεσία, σύµφωνη µὲ τὸ θέληµα τοῦ Κυρίου. Καὶ ἡ παιδαγωγία αὐτὴ δὲν ἄργησε νὰ φέρει τοὺς θαυµαστοὺς καρπούς της. Ὁ Γαλακτίων ὅταν µεγάλωσε, νυµφεύθηκε µία ὡραία κόρη, τὴν Ἐπιστήµη, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος εἵλκυσε στὸ Χριστό. Ἡ ζωή τους κυλοῦσε ἀφιερωµένη στὴν ὑπηρεσία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ διακονία τοῦ πλησίον, ὥσπου ξέσπασε ὁ διωγµὸς τοῦ Δεκίου. Τότε, ὁ µὲν Γαλακτίων πῆγε σὲ µοναστήρι τοῦ ὄρους Σινᾶ, ἡ δὲ Ἐπιστήµη σὲ γυναικεῖο κοινόβιο. Ἀλλὰ ἡ λαίλαπα τοῦ διωγµοῦ ἔφθασε καὶ στὰ µέρη ἐκεῖνα, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ συλληφθεῖ ὁ Γαλακτίων. Ὅταν πληροφορήθηκε αὐτὸ ἡ Ἐπιστήµη, ἔτρεξε καὶ παρακάλεσε τοὺς διῶκτες νὰ συλλάβουν καὶ αὐτὴν πρὸς ἐνίσχυση τοῦ συζύγου της. Ὁ ἄρχοντας Οὖρσος, µὴ µπορῶντας νὰ τοὺς πείσει νὰ ἀλλαξοπιστήσουν, τοὺς ἀποκεφάλισε (250 µ.Χ.).






Οἱ Ἅγιοι Ἑρµᾶς, Πατρόβας, Λίνος, Γάιος καὶ Φιλόλογος, Ἀπόστολοι ἀπὸ τοὺς 70



Πραγµατικοὶ ποιµένες ὅλοι, τοῦ λογικοῦ ποιµνίου τῆς Ἐκκλησίας µας. Τὸν Ἑρµᾶ ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ῥωµαίους ἐπιστολή του, καθὼς καὶ τοὺς Πατρόβα, Γάιο καὶ Φιλόλογο. Ἐνῷ τὸν Λίνο ἀναφέρει στὴ δεύτερη πρὸς Τιµόθεον ἐπιστολή του. Ὁ Ἑρµᾶς ὁρίστηκε ἐπίσκοπος στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας, καὶ σ᾿ αὐτὸν ἀποδίδουν ὁ Ὠριγένης, ὁ Εὐσέβειος, ὁ Ἱερώνυµος καὶ ἄλλοι, τὸ γνωστὸ συγγραφικὸ ἔργο µὲ τὸν τίτλο ὁ «ποιµήν». Τὸ ἔργο αὐτὸ δείχνει τὸ βάραθρο, στὸ ὁποῖο φέρει ἡ ἁµαρτία καὶ διεγείρει ἔντονα τὸ αἴσθηµα τῆς µετάνοιας καὶ τῆς µετὰ τοῦ Θεοῦ εἰρήνης. Μέχρι κάποιο χρονικὸ διάστηµα µποροῦσε νὰ τὸ ἀναγνώσει κανεὶς µόνο στὴ


Λατινικὴ µετάφρασή του. Κατὰ τὸν 19ο αἰῶνα ὅµως, βρέθηκε καὶ τὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο. Ὁ Πατρόβας πρόσφερε σπουδαῖες ὑπηρεσίες στὴν πίστη, σὰν ἐπίσκοπος Ποτιόλων στὴν Ἰταλία. Ὁ Λίνος ἀναδείχτηκε πρῶτος ἐπίσκοπος Ῥώµης καὶ ποίµανε τὴν ἐκεῖ ἐκκλησία µὲ πρόνοια καὶ τόλµη, καὶ µαρτύρησε µὲ ἀποκεφαλισµό. Ἦταν

ἐπίσκοπος ἕντεκα χρόνια καὶ τρεῖς µῆνες. Ὁ Γάιος ποίµανε στὴν Ἔφεσο µετὰ τὸν

Τιµόθεο, καὶ ὁ Φιλόλογος ὁρίστηκε ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Ἀνδρέα ἐπίσκοπος Σινώπης.






Οἱ Ἅγιοι Δοµνῖνος, Τιµόθεος, Θεόφιλος, Θεότιµος, Δωρόθεος ὁ Πρεσβύτερος, Εὐψύχιος, Καρτέριος, Σιλβανός, Πάµφιλος, Φιλόθεος, Νέαρχος, καὶ ἄλλοι Ἅγιοι Μάρτυρες ἄνδρες καὶ γυναῖκες



Ὁ Δοµνίνος καὶ οἱ µαζὶ µ᾿ αὐτὸν µαρτυρήσαντες Ἅγιοι, ὄχι οἱ ἐπώνυµοι ποὺ ἀναφέρονται πιὸ πάνω, ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μαξιµιανοῦ καὶ ὅταν ἄρχοντας τῆς Παλαιστίνης ἦταν ὁ Ούρβανός (298). Πρῶτος µαρτύρησε ὁ Δοµνίνος, ποὺ µετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια τὸν ἔκαψαν ζωντανό. Τοὺς δὲ Τιµόθεο, Θεότιµο, Θεόφιλο, ποὺ ἦταν νέοι στὴν ἡλικία καὶ εὐπαρουσίαστοι, τοὺς γρονθοκόπησαν µέχρι θανάτου. Τὸν Δωρόθεο, ποὺ ἦταν σεµνὸς ἱερέας, παρέδωσαν γιὰ τροφὴ στὰ ἄγρια θηρία. Τοὺς δὲ Καρτέριο καὶ Εὐψύχιο, ποὺ ἦταν τέλειοι ἄνδρες σωµατικὰ καὶ πνευµατικά, ἔκοψαν τὰ γεννητικά τους ὄργανα, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ πεθάνουν µαρτυρικὰ ἀπὸ ἀκατάσχετη αἱµοῤῥαγία. Τὸν Σιλβανὸ καταδίκασαν νὰ βασανίζεται µέσα σὲ µέταλλα, µέχρι ποὺ πέθανε, στὴν τοποθεσία Φανό. Ὁ δὲ Πάµφιλος, στολισµένος µὲ πολλὲς ἀρετές, πέθανε

µετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια µέσα στὴ φυλακή, µαζὶ µὲ ἄλλους ὁµολογητὲς τῆς χριστιανικῆς πίστης. Ἐπίσης, µὲ τοὺς προαναφερθέντες Ἁγίους, µαρτύρησαν καὶ ἀρκετὲς χριστιανὲς παρθένες κόρες.






Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Ὁµολογητὴς Πάπας Ἀλεξανδρείας



Ἔζησε τὸν 9ο αἰῶνα στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Λέοντα τοῦ Ε´. Κατὰ τὸν διωγµό, ποὺ αὐτὸς ἔκανε κατὰ τῶν εἰκόνων, ὁ Ἀλεξανδρείας Γρηγόριος, βάζοντας τὸ καθῆκον του πρὸς

τὸν Θεὸ πάνω ἀπὸ τὶς ἀσεβεῖς διαταγὲς τοῦ αὐτοκράτορα, ὑπεράσπιζε τὸ Ὀρθόδοξο φρόνηµα καὶ µαταίωνε τὴν ἐφαρµογὴ τῆς βασιλικῆς θέλησης. Ὁ Λέων ὁ Ε´, στὴν ἀρχὴ

µὲ γράµµατα, ἀπείλησε τὸν θαῤῥαλέο Πατριάρχη. Ἐπειδὴ ὅµως µάθαινε, ὅτι δὲν λαµβάνονταν ὑπ᾿ ὄψιν οἱ ἀπειλὲς καὶ οἱ προσταγές του, ἔφερε τὸν γενναῖο πρόµαχο τῆς Ἐκκλησίας µὲ τὴν βία στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ τὸν ἐπετίµησε µπροστὰ στὴ Σύγκλητο. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν πέτυχε τὸ ἀποτέλεσµα τῆς ἀρεσκείας του, τὸν καταδίκασε

σὲ ἐξορία, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁποίας, ὁ Γρηγόριος παρέδωσε τὴν πιστὴ καὶ ἀθλητικὴ ψυχή του.






Οἱ Ἅγιοι Κάστορας καὶ Ἀγαθάγγελος



Ὁ ἅγιος Κάστορας (ποὺ σύµφωνα µὲ ἀδιασταύρωτες πληροφορίες ἦταν Ἐπίσκοπος)

µαρτύρησε διὰ πυρός, ὁ δὲ ἅγιος Ἀγαθάγγελος διὰ ξίφους.



Οἱ Ἅγιοι Δοµέντιος καὶ Παῦλος ὁ ἐπίσκοπος



Ἄγνωστοι στοὺς Συναξαριστές. Ἀναφέρονται στὸ Ἱεροσολυµιτικὸ Κανονάριο ἔκδ.

Καλλίστου Ἀρχιµανδρίτου σελ. 117, χωρὶς βιογραφικὰ στοιχεῖα.






Ἐγκαίνια ναοῦ Θεοδώρου Τήρωνος «ἐν τοῖς Σφωρακίου»



Ἡ µνήµη αὐτὴ ἀναφέρεται στὸν Πατµιακὸ Κώδικα 266, ὅπου ἀντὶ Σφωρακίου γράφεται

«Σπαρακίου». Στὸν ἴδιο Κώδικα κατὰ τὴν 26η Ἰουνίου «τὰ ἐγκαίνια τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου

ἐν τῷ Ῥησίῳ».






Ὁ Ἅγιος Ἰωνᾶς ὁ θαυµατουργὸς Ἀρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας (Ρῶσος, 1470 µ.Χ.)


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 6



     Ὁ Ἅγιος Παῦλος ὁ Ὁµολογητὴς καὶ Ἱεροµάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος

Κωνσταντινουπόλεως

     Τῇ αὐτῇ ἡµέρᾳ µνήµη τῆς µετὰ φιλανθρωπίας κατενεχθείσης κόνεως ἐπὶ

Λέοντος τοῦ Μεγάλου

     Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς

     Ὁ Ὅσιος Νίκανδρος

     Ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς (τρελός)

     Ὁ Ὅσιος Ἀγάπιος ὁ πρεσβύτερος

     Ὁ Ἅγιος Δηµητριανός ἐπίσκοπος Κηθηρίας Κύπρου

     Οἱ Ὅσιοι Βαρλαάµ «ὁ ἐν Χουτινῇ» καὶ Λουκᾶς «ὁ ἐν Σπηλαίῳ» (Ρῶσοι)

     Ὁ Ἅγιος Iltud (Οὐαλλός)







Ὁ Ἅγιος Παῦλος ὁ Ὁµολογητὴς καὶ Ἱεροµάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος

Κωνσταντινουπόλεως



Γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη, στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα µ.Χ. Ἔγινε διάκονος στὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ γραµµατέας τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξάνδρου. Ὅταν πέθανε ὁ Ἀλέξανδρος, Πατριάχης ἐξελέγη -τὸ 340- ὁ Παῦλος. Ἡ χειροτονία του ἔγινε ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἀρειανόφιλου αὐτοκράτορα Κωνσταντίου, ποὺ ἔλειπε τότε στὴν Ἀντιόχεια. Ὅταν ὁ Κωνστάντιος ἐπέστρεψε στὴν Πόλη, ἐξεδίωξε ἀπὸ τὸ θρόνο τὸν Παῦλο καὶ ἀντ᾿ αὐτοῦ τοποθέτησε τὸν ἀρειανιστὴ Εὐσέβειο Νικοµήδειας. Τότε ὁ Παῦλος πῆγε στὴ Ῥώµη, ὅπου ἦταν ἐξόριστος ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Ἔπειτα, µὲ τὴν ἐπέµβαση τοῦ πάπα Ῥώµης Ἰουλίου, οἱ ἐξόριστοι ἀνέκτησαν τοὺς θρόνους τους. Ἀλλὰ καὶ πάλι, µὲ ἐνέργειες τῶν Ἀρειανῶν, ὁ Παῦλος ἐκδιώκεται ἀπὸ τὸ θρόνο. Κατόπιν καὶ πάλι, µὲ ἀπειλὲς τοῦ Κώνσταντα στὸν ἀδελφό του Κωνστάντιο, ὁ Παῦλος ἐπανέρχεται στὸ θρόνο του, καὶ γιὰ τρία χρόνια ἀδιάλειπτα ἐργάζεται γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία. Ὅµως,

µετὰ τὸ θάνατο τοῦ Κώνσταντα, ὁ Κωνστάντιος ἐξόρισε καὶ πάλι τὸν Παῦλο στὴν Κουκουσὸ τῆς Ἀρµενίας, ὅπου µὲ πανουργία οἱ Ἀρειανοὶ τὸν ἔπνιξαν µὲ τὸ ἴδιο του τὸ ὠµοφόριο. Ἔτσι, ὁ µέγας αὐτὸς Ὁµολογητής, µέσα σὲ ταλαιπωρίες καὶ βάσανα, παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸ Χριστό, χωρὶς νὰ καµφθεῖ. Καὶ τήρησε ἀπόλυτα τὴν ἐντολὴ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ποὺ λέει, «κρατῶµεν τῆς ὁµολογίας», ἂς κρατᾶµε, δηλαδή, καλὰ τὴν ὁµολογία τῆς πίστης µας πρὸς τὸ Χριστό.






Τῇ αὑτῇ ἡµέρᾳ µνήµη τῆς µετὰ φιλανθρωπίας κατενεχθείσης κόνεως ἐπὶ Λέοντος τοῦ Μεγάλου



Λεπτοµέρειες βλέπε στὸν «Μέγα Συναξαριστή» τοῦ Ματθαίου Λαγγῆ τόµος ΙΑ´, σελίδα

171, ἔκδοση 1993.


Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς



Ξένος πρὸς τὶς µάταιες κλήσεις καὶ ἐπιθυµίες, καταγινόταν ἥσυχα µὲ τὴν ἐργασία του καὶ τὸν ὑπόλοιπο καιρὸ χρησιµοποιοῦσε γιὰ λογικὴ ἀνάπαυση, µελέτη καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον του. Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ἦταν ἀπὸ τὸ Ταυροµένιο τῆς Σικελίας καὶ ἀπὸ µικρὸ παιδὶ διακρινόταν γιὰ τὴν ζωντανὴ εὐσέβειά του. Ἀπὸ τὸν ἱδρώτα του ἔδινε στοὺς φτωχοὺς καὶ πολλὲς φορὲς ἀγρύπνησε κοντὰ στὰ κρεβάτια δυστυχισµένων, ποὺ χωρὶς οἰκογένεια περνοῦσαν τὴν ἀσθένεια µέσα στὴ θλίψη καὶ τὴν µόνωση. Οἱ γονεῖς του θέλησαν νὰ τὸν παντρέψουν, ἀλλ᾿ ὁ Λουκᾶς δὲν δέχτηκε. Δὲν περιφρονῶ, ἔλεγε τὸν γάµο, ἀφοῦ τόσο τὸν τίµησε ὁ Κύριός µας καὶ ἡ Ἐκκλησία. Ἀλλ᾿ εἶναι τάχα ἀνάγκη νὰ παντρευτοῦµε ὅλοι; Ὑπάρχουν τόσες διακονίες πρὸς τὸν πλησίον, ποὺ µπορεῖ νὰ ἐκτελεῖ ὁ ἄγαµος µὲ περισσότερη εὐκολία. Ἐπίσης εἶναι ὑποχρεωτικὸ νὰ ἀποκτήσει κανεὶς παιδιά; Καὶ µήπως τάχα δὲν εἶναι ἱερὸ καὶ ὡραῖο νὰ δώσει κανεὶς ψωµὶ καὶ νὰ φέρει κάποια ἀκτίνα παρηγοριᾶς στὶς καρδιὲς ἀπόρων ὀρφανῶν; Ἀργότερα ὁ Λουκᾶς ἔγινε µοναχὸς καὶ ἀσκήτευε σὲ κάποια τοποθεσία τῆς Αἴτνας. Στὴ συνέχεια ταξίδεψε στὸ Βυζάντιο, ὅπου ὑπῆρχαν τόσοι θησαυροὶ τῆς Ἐκκλησίας. Τελικὰ τὸν τράβηξε ἡ Κόρινθος, ὅπου δίδασκε καὶ οἰκοδοµοῦσε µὲ τὶς εὐσεβεῖς ὁµιλίες του καὶ τὶς πατρικὲς συµβουλές του. Ἐκεῖ ἐπίσης τὸν βρῆκε καὶ ὁ εἰρηνικὸς θάνατος τοῦ δικαίου.






Ὁ Ὅσιος Νίκανδρος



Μαρτύρησε, ἀφοῦ θανατώθηκε µὲ µαχαῖρι.






Ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς (τρελός)



Δὲν γνωρίζουµε πὼς ἀπεβίωσε. Ξέρουµε µόνο ὅτι ἦταν ἀπὸ τὴν Κόρινθο καὶ ὅτι ἔγινε σηµειοφόρος.






Ὁ Ὅσιος Ἀγάπιος ὁ πρεσβύτερος



Κατὰ κόσµον Ἀσηµάκης Λεονάρδος, γνωστὸς ὡς Ἀγάπιος ὁ πρεσβύτερος. Διαπρεπὴς λόγιος καὶ ἐκκλησιαστικὸς συγγραφέας (Δηµητσάνα, 1740-Ἄργος, 1812). Ὁ νεαρὸς Ἀσηµάκης ἔµαθε τὰ πρῶτα του γράµµατα στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του - πιθανῶς στὴ σχολὴ Φιλοσόφου, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴ Δηµητσάνα - καὶ ἀργότερα στὴν Τρίπολη, ὅπου ἄκουσε τὰ µαθήµατα τοῦ ἱεροδιδάσκαλου Παρθενίου. Τὸ 1759, σὲ ἡλικία 19 ἐτῶν, ἀναχώρησε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη µὲ ἀντικειµενικὸ σκοπὸ τοῦ ταξιδιοῦ του τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου δίδασκε τότε ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης. Τελικὰ ὅµως κατέληξε στὴ Σµύρνη, ὅπου σπούδασε στὴν τότε Εὐαγγελικὴ Σχολὴ τῆς ἰωνικῆς µεγαλουπόλεως. Ἔκαρη µοναχὸς καὶ πῆρε τὸ ἱερατικὸ ὄνοµα Ἀγάπιος. Ἵδρυσε τὸ 1764 µαζὶ µὲ τὸν


συµπατριώτη του λόγιο ἱεροµόναχο Γεράσιµο Γοῦνα, τὴν σχολὴ τῆς Δηµητσάνας, ποὺ κατὰ τὴν πρώτη περίοδο τῆς λειτούργησε ὡς τὸ 1770. Τὸ ἔτος αὐτὸ ξέσπασαν στὴν Πελοπόννησο µεγάλοι διωγµοὶ καὶ ἄγρια τροµοκρατία ὡς ἀντίποινα γιὰ τὴν συµµετοχὴ τῶν ἑλληνικῶν πληθυσµῶν στὸ κίνηµα τοῦ Ὀρλόφ. Στίφη Ἀλβανῶν διέτρεχαν τὸν Μοριά, λεηλατῶντας καὶ ἐρηµώνοντας τὴν χώρα. Ἀνάµεσα στὶς πόλεις ποὺ καταστράφηκαν τότε ἦταν καὶ ἡ Δηµητσάνα. Ἡ σχολή της ἔκλεισε καὶ ὁ Ἀγάπιος κατέφυγε στὴ Ζάκυνθο, ἐνῷ ὁ Γεράσιµος στὴ Σµύρνη. Ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο ὁ Ἀγάπιος πέρασε στὴν Πάργα, ὅπου καὶ δίδαξε. Τὸ 1780, ὅταν στὴν Πελοπόννησο ἀποκαταστάθηκε σχετικὴ ἠρεµία, ἐπέστρεψε στὴ Δηµητσάνα καὶ ἀνέλαβε πάλι τὰ διδακτικά του καθήκοντα στὴν ἀνασυσταθεῖσα σχολή της. Τὸν ἑπόµενο χρόνο τὸν κάλεσαν νὰ ἀναλάβει τὴν διεύθυνση τῆς Εὐαγγελικῆς Σχολῆς. Ἀλλὰ καὶ στὴν θέση αὐτὴ δὲν παρέµεινε γιὰ µεγάλο χρονικὸ διάστηµα. Μεταξὺ 1783-1786 ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους τόπους καὶ ἀπὸ τότε πῆρε καὶ τὴν προσωνυµία Χατζη-Ἀγάπιος. Ἔκτοτε τὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο ἔγινε ὁ κύριος σκοπὸς τῆς ζωῆς του. Ἐπισκέφθηκε κατὰ καιροὺς

τὴν Θεσσαλία, Μακεδονία, Θρᾴκη, τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὴν Μ. Ἀσία, Παλαιστίνη, Ἀραβία, Αἴγυπτο, Ἤπειρο, Πελοπόννησο καὶ νησιά. Τὸ 1812 ἐπέστρεψε στὴ σχολὴ τῆς γενέτειράς του, ἔπειτα ἀποσύρθηκε στὸ Ἄργος, ὅπου καὶ πέθανε.






Ὁ Ἅγιος Δηµητριανός ἐπίσκοπος Κηθηρίας Κύπρου



Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές, γνωστὸς ὅµως στὴν ἐκκλησία τῆς Κύπρου σὰν ἐπίσκοπος Κηθηρίας (ἢ Κυθραίων ἢ Χυτρῶν). Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Θεοφίλου τοῦ εἰκονοµάχου (829-843) καὶ γεννήθηκε στὸ χωριὸ Συκὰ τῆς Κυθρίας. Ἔγινε µοναχὸς καὶ ἔπειτα πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Χυτρῶν Εὐστάθιο, ποὺ τὸν διαδέχτηκε στὸ θρόνο. Ὁ Δηµητριανὸς συµµετεῖχε τῆς αἰχµαλωσίας τοῦ ποιµνίου του ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους καὶ κατόπιν ἐπέστρεψε µ᾿ αὐτὸ στὴν Κύπρο, ὅπου ὁσιακὰ ἀφοῦ ἔζησε, πέθανε σὲ βαθιὰ γεράµατα.






Οἱ Ὅσιοι Βαρλαάµ «ὁ ἐν Χουτινῇ» καὶ Λουκᾶς «ὁ ἐν Σπηλαίῳ» (Ρῶσοι)






Ὁ Ἅγιος Iltud (Οὐαλλός)



Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 7



     Οἱ Ἅγιοι 33 Μάρτυρες «οἱ ἐν Μελιτινῇ»

     Οἱ Ἅγιοι Ματρωνιανός καὶ Ἀντώνιος

     Οἱ Ἅγιοι Μελάσιππος, Κασσίνα καὶ Ἀντώνιος καὶ 40 παιδοµάρτυρες

     Οἱ Ἅγιοι Αὖκτος, Ταυρίων καὶ Θεσσαλονίκη

     Ὁ Ἅγιος Ἀθηνόδωρος

     Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος

     Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη

     Ὁ Ὅσιος Λάζαρος ὁ Θαυµατουργός, ὁ Γαλλησιώτης

     Ὁ Ὅσιος Ἀµβρόσιος

     Ὁ Ἅγιος Willibrord (Ἅγιος Ὁλλανδίας)






Οἱ Ἅγιοι 33 Μάρτυρες «οἱ ἐν Μελιτινῇ», Ἱέρων, Νίκανδρος, Ἡσύχιος, Βάραχος (ἢ Βαράχιος), Μαξιµιανός, Καλλίνικος, Ξαντικός (ἢ Ξανθίας), Ἀθανάσιος, Θεόδωρος, Δουκίτιος, Εὐγένιος, Θεόφιλος, Οὐαλέριος, Θεόδοτος, Καλλίµαχος, Ἰλάριος, Γιγάντιος, Λογγῖνος, Θεµέλιος, Εὐτύχιος, Διόδοτος, Καστρίκιος, Θεαγένης, Μάµας, Νίκων, Θεόδουλος, Βοστρύκιος (ἢ Οὐστρίχιος), Ουΐκτωρ, Δωρόθεος, Κλαυδιανός, Ἐπιφάνιος, Ἀνίκητος καὶ ἄλλος Ἰέρων



Ὁ πρῶτος ἀπ΄ αὐτούς, ὁ Ἰέρων, ἦταν ἀπὸ τὰ Τύανα τῆς Καππαδοκίας. Ὁ πατέρας του πέθανε γρήγορα καὶ τὴν ἀνατροφή του, καθὼς καὶ τῶν δυὸ ἀδελφῶν του, Ματρωνιανοῦ καὶ Ἀντωνίου, ἀνέλαβε ἐξ ὁλοκλήρου ἡ µητέρα τους Στρατονίκη. Πάρ΄ ὅλο ποὺ ὁ Ἰέρων πῆρε ἀρκετὴ µόρφωση, ἀσχολήθηκε µὲ τὸ γεωργικὸ ἐπάγγελµα. Οἱ εἰδωλολάτρες τέτοιες ἐνασχολήσεις τὶς θεωροῦσαν ὑποτιµητικές. Ἀλλὰ οἱ χριστιανοὶ ἤξεραν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἀπαξίωσε τὸν ἱδρῶτα τοῦ ταπεινοῦ ἐργάτη. Καὶ ὅτι κάθε τίµια ἐργασία

εἶναι ἀρετὴ καὶ µόνο ἡ ἀργία, ποὺ φέρνει τὴν ἁµαρτία, ἀποτελεῖ γιὰ τὸν ἄνθρωπο στίγµα. Ἄλλωστε, ὁ θεόπνευστος λόγος τῆς ἁγίας Γραφῆς περιγράφοντας τὴ ζωὴ τῶν Ἀποστόλων καὶ κατ΄ ἐπέκτασιν, ὅλων τῶν χριστιανῶν, λέει: «κοπιῶµεν ἐργαζόµενοι ταῖς ἰδίοις χερσί». Κοπιάζουµε, δηλαδή, ἐργαζόµενοι µὲ τὰ ἴδια µας τὰ χέρια. Ὅταν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ ἄρχισε ὁ διωγµὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ ἔπαρχος Ἀγρικόλας συνέλαβε τὸν Ἰέρωνα. Τὸν συνέλαβε µὲ τὴν κατηγορία ὅτι τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἄλλες γιορτὲς περιφερόταν καὶ κήρυττε τὸ Χριστὸ στοὺς ἐργάτες, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ ἀποσπάσει πολλοὺς ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία. Μαζί του συνελήφθησαν οἱ δυὸ ἀδελφοί του καὶ τριάντα ἀκόµα συνεργάτες του στὴ διακονία τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀφοῦ φυλακίστηκαν καὶ φρικτὰ βασανίστηκαν, τελικὰ ὁ ἔπαρχος Ἀγρικόλας τοὺς ἀποκεφάλισε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη Μελιτινή.






Οἱ Ἅγιοι Ματρωνιανός καὶ Ἀντώνιος



Ἦταν ἀδέλφια τοῦ ἁγίου µάρτυρα Ἰέρωνα - τοῦ πρώτου ἀπὸ τοὺς 33 µάρτυρες ἐν


Μελιτινῇ - καὶ µαρτύρησαν καὶ αὐτοὶ διὰ ἀποκεφαλισµοῦ στὴν πόλη Μελιτινή.






Οἱ Ἅγιοι Μελάσιππος, Κασσίνα καὶ Ἀντώνιος καὶ 40 παιδοµάρτυρες



Ἦταν µία οἰκογένεια, ποὺ οἱ Μελάσιππος καὶ Κασσίνα ἦταν σύζυγοι καὶ ὁ Ἀντώνιος γιός τους. Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα καὶ µαρτύρησαν σ΄ αὐτή, ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης (361). Καὶ τὸν µὲν Ἀντώνιο ἔριξαν στὴ φυλακή, τοὺς δὲ Μελάσιππο καὶ Κασσίνα, ἀφοῦ τοὺς κρέµασαν, ἔγδαραν τὸ δέρµα τους καὶ τὶς πληγές τους ἔκαψαν µὲ φωτιά. Στὴ συνέχεια τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ στὸν Ἀντώνιο, ἐπειδὴ αὐτὸς ἔφτυσε κατὰ πρόσωπο τὸν ἀποστάτη τοῦ Χριστιανισµοῦ, αὐτοκράτορα Ἰουλιανὸ καὶ

µακάρισε τοὺς γονεῖς του, ποὺ παρέδωσαν τὶς ψυχές τους στὸν Θεό, πάνω στὸ βασανιστικὸ ξύλο. Ἔπειτα ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια, ποὺ ὑπέστη ὁ Ἀντώνιος, στάλθηκε στὸν δούκα Ἀγριππίνο. Αὐτὸς τὸν ἔβαλε µέσα σ΄ ἕνα καζάνι µὲ βραστὸ νερὸ καὶ

κατόπιν τὸν ἔριξε στὰ ἄγρια θηρία. Ἀπ΄ ὅλα αὐτὰ ὁ Ἀντώνιος, µὲ θαυµατουργικὸ τρόπο, βγῆκε ζωντανὸς καὶ εἵλκυσε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ 40 νεαρὰ παιδιά, ποὺ ἀµέσως ἀποκεφάλισαν οἱ ὑπηρέτες τοῦ βασιλιᾶ. Ἔπειτα ἅπλωσαν τὸν Ἅγιο ἐπάνω σὲ πυρακτωµένο µεταλλικὸ κρεβάτι καὶ τὸν ἔδειραν ἀλύπητα µὲ χοντρὰ ῥαβδιά. Ἐπειδὴ ὅµως καὶ ἀπ΄ αὐτὰ βγῆκε µὲ τὴν θεία χάρη ἀβλαβής, στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ἔτσι πῆρε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.






Οἱ Ἅγιοι Αὖκτος, Ταυρίων καὶ Θεσσαλονίκη



Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ µαρτύρησαν στὴν Ἀµφίπολη τῆς Μακεδονίας, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν Καβάλα. Ἡ Θεσσαλονίκη ἦταν κόρη ἑνὸς ἱερέα τῶν εἰδώλων, ποὺ ὀνοµαζόταν Κλέων καὶ ἦταν ἀρκετὰ πλούσιος. Ὅταν ἔµαθε ὅτι ἡ κόρη του ἔγινε χριστιανή, θερµὰ τὴν παρακάλεσε νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, πρᾶγµα ποὺ δὲν κατόρθωσε. Τότε τὴν γύµνωσαν καὶ τὴν µαστίγωσαν µὲ µαστίγια ἀπὸ ὠµὰ δέρµατα, τέσσερις ἄνδρες. Ἔπειτα ἔσπασαν τὰ πλευρά της καὶ ἀφοῦ πῆραν τὴν περιουσία της τὴν ἐξόρισαν, ὅπου ὁµολογῶντας τὸν Χριστὸ ἀπεβίωσε. Οἱ δὲ Αὖκτος καὶ Ταυρίων, ἀφοῦ κατηγόρησαν τὸν ὠµὸ βασανιστὴ

καὶ φονιὰ τῆς Θεσσαλονίκης, καταγγέλθηκαν στὸν ὑπατικὸ Θορύβιο. Αὐτὸς διέταξε τὸν λιθοβολισµό τους καὶ κατόπιν µία σειρὰ φρικτῶν βασανιστηρίων. Ἐπειδὴ ὅµως οἱ Ἅγιοι

µὲ θαυµατουργικὸ τρόπο βγῆκαν ἀπ΄ ὅλα αὐτὰ σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς, διατάχθηκε ὁ ἀποκεφαλισµός τους καὶ ἔτσι ἔλαβαν τὰ ἔνδοξα στεφάνια τοῦ µαρτυρίου.






Ὁ Ἅγιος Ἀθηνόδωρος



Δὲν γνωρίζουµε κανένα βιογραφικό του στοιχεῖο. (Ἄλλες ἁγιολογικὲς πηγὲς ἀναφέρουν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θαυµατουργοῦ καὶ ὄχι ὁ πιὸ κάτω Γρηγόριος).


Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος



Τὸ µόνο ποὺ γνωρίζουµε γι᾿ αὐτὸν εἶναι ὅτι ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Γρηγορίου τοῦ

Θαυµατουργοῦ. (Ἄλλοι ὅµως ἀµφιβάλλουν).






Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη



Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μαξιµιανοῦ (298) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη. Ὁδηγήθηκε στὸ βῆµα τοῦ τυράννου, ἐπειδὴ κλώτσησε τὸν βωµὸ τῶν εἰδώλων καὶ σκόρπισε τὰ εἰδωλόθυτα ποὺ ἦταν πάνω σ΄ αὐτόν. Ἀµέσως τότε διατάχθηκε ὁ ἀποκεφαλισµός του καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ ἔνδοξο στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.






Ὁ Ὅσιος Λάζαρος ὁ Θαυµατουργός, ὁ Γαλλησιώτης



Ὁ Ὅσιος Λάζαρος ἦταν ἀπὸ τὴν Μικρὰ Ἀσία. Γεννήθηκε τὸν 11ο αἰῶνα σ΄ ἕνα χωριὸ κοντὰ στὴ Μαγνησία (πρὸς τὸν Νέανδρο Ποταµό), ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς τὸν Νικήτα καὶ τὴν Εἰρήνη. Ὅταν ἀκόµα ἦταν ἕξι χρονῶν, ἐπιδόθηκε στὸν πνευµατικὸ στίβο µέσα στὸ

µοναστήρι τῶν Ὀρόβων. Ἐκεῖ ἔµεινε ἐπὶ πέντε χρόνια διδασκόµενος. Ὅµως, ἀπὸ θεῖο ζῆλο κινούµενος, θέλησε νὰ προσκυνήσει τοὺς ἁγίους τόπους. Ἔτσι ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν Μονὴ καὶ πῆγε στὰ Ἱεροσόλυµα. Μετὰ τὴν προσκύνηση τῶν ἐκεῖ ἱερῶν, ἐπισκέφθηκε τὴν µονὴ τοῦ ἁγίου Σάββα, ὅπου κοινοβίασε ἀφοῦ ἔγινε µοναχὸς καὶ κατόπιν ἱερέας. Κατὰ τὴν ἐπανάσταση τῶν Ἀράβων, ποὺ βεβήλωναν τὰ ἱερά, ἀναγκάστηκε καὶ ἔφυγε στὴν Ἔφεσο, σ΄ ἕνα ἔρηµο ὄρος ἀντίκρυ τῆς πόλης, ποὺ ὀνοµαζόταν Γαλλήσιο. Ἐκεῖ, στὴν ἀρχὴ µόνος ζοῦσε σ΄ ἕνα κελί, ἀλλ΄ ἀργότερα

µαζεύτηκαν γύρω του καὶ ἄλλοι µοναχοί. Ὁ δὲ Μονοµάχος Κωνσταντῖνος (1042-1054), ἐξόριστος τότε στὴ Μυτιλήνη, ἄκουσε γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ ὁσίου καὶ ἔκτισε ὡραιότατο ναὸ τῆς Ἀναστάσεως στὸ Γαλλήσιο ὄρος, καὶ τὸν προίκισε µὲ πολλὰ ἱερὰ κειµήλια. Ὁ δὲ Ὅσιος Λάζαρος, ἀνήγειρε κοντὰ στὸ ναὸ στύλο, ὅπου ἐγκαταστάθηκε στὴν κορυφή του καὶ ἀσκήτευε χειµῶνα - καλοκαῖρι, ἐκτεθειµένος σὲ καύσωνες καὶ παγωνιές. Ὁ Θεὸς ἐπίσης, ἔδωσε στὸν ὅσιο Λάζαρο καὶ τὸ χάρισµα νὰ θαυµατουργεῖ. Ἔτσι αὐστηρὰ ἀσκητικὰ ἀφοῦ ἔζησε τὴ ζωή του, πέθανε µὲ ἁγιότητα σὲ βαθιὰ γεράµατα (1054).






Ὁ Ὅσιος Ἀµβρόσιος






Ὁ Ἅγιος Willibrord (Ἅγιος Ὁλλανδίας)



Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.




Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 8



     Ἡ Σύναξη (Πανήγυρις) τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ καὶ τῶν λοιπῶν

Ἀσωµάτων καὶ Οὐρανίων ἀγγελικῶν Ταγµάτων.






Ἡ Σύναξη (Πανήγυρις) τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ καὶ τῶν λοιπῶν

Ἀσωµάτων καὶ Οὐρανίων ἀγγελικῶν Ταγµάτων



Κατὰ τὴν Ἅγια Γραφὴ οἱ ἄγγελοι στέλνονται ἀπὸ τὸ Θεὸ µὲ µορφὴ ὁρατὴ (οἱ ἄγγελοι εἶναι ἀόρατα ἀγαθὰ πνεύµατα κοντὰ στὸ, Θεό) σὲ σπουδαῖες ἱστορικὲς περιστάσεις, ποὺ πρόκειται νὰ ἐκδηλωθεῖ ἢ νὰ ἐκτελεσθεῖ κάποια µεγάλη θεία θέληση. Τὴ σχέση, τώρα, ποὺ ἔχουν οἱ ἄγγελοι µὲ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς καὶ τὴν ἀποστολή τους, βλέπουµε ἐπίσης µέσα στὴν Ἁγία Γραφή. Καὶ ἰδιαίτερα, ἀγαπητὲ ἀναγνώστη, ἂν διαβάσεις τοὺς Ψαλµοὺς 33, στίχ. 8 καὶ 90, στίχ. 10-12, στὴ δὲ Καινὴ Διαθήκη, Ματθ. ιη΄ στίχ. 10, καθὼς ἐπίσης καὶ στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή, κεφ. α΄ στίχ. 14, ὅπου ὁ συγγραφέας ἀναφωνεῖ: «οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύµατα εἰς διακονίαν ἀποστελλόµενα διὰ τοὺς µέλλοντας κληρονοµεῖν σωτηρίαν;». Δηλαδή, δὲν εἶναι ὅλοι οἱ ἄγγελοι πνεύµατα ὑπηρετικά, τὰ ὁποῖα ἐνεργοῦν ὄχι ἀπὸ δική τους πρωτοβουλία, ἀλλ΄ ἀποστέλλονται ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν ἐκείνους ποῦ µέλλουν νὰ κληρονοµήσουν τὴν αἰώνια ζωή; Ἐπικεφαλῆς δὲ τῶν ἀγγελικῶν δυνάµεων εἶναι οἱ ἀρχάγγελοι Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ. Τὸν Μιχαὴλ συναντᾶµε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Π.χ. ὅταν ὁ Ἀβραὰµ µέλλει νὰ θυσιάσει τὸν Ἰσαάκ, στὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, στὸν Ἠλία καὶ ἄλλου. Τὸν Γαβριὴλ συναντᾶµε στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅπως στὸν Εὐαγγελισµὸ τῆς

Θεοτόκου καὶ ἄλλου. Στὴν µνήµη, λοιπόν, τῶν ἀποστολῶν καὶ τοῦ ἔργου ποὺ ἐπιτελοῦν οἱ ἄγγελοι, ἡ Ἐκκλησία µας ὅρισε τὴν γιορτὴ τῆς 8ης Νοεµβρίου.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 9



     Οἱ Ἅγιοι Ὀνησιφόρος καὶ Πορφύριος

     Ἡ Ὁσία Ματρώνα

     Ἡ Ὁσία Θεοκτίστη ἡ Λεσβία

     Οἱ Ὁσίες Εὐστολία καὶ Σωπάτρα

     Ὁ Ὅσιος Συµεὼν ὁ Μεταφραστής

     Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος

     Οἱ Ἅγιοι Χριστοφόρος καὶ Μαῦρα

     Οἱ Ἅγιοι Ναρσῆς καὶ Ἀρτέµονας

     Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Βραχύσωµος ἢ Κολοβός

     Ὁ Ὅσιος Ἑλλάδιος

     Οἱ Ὅσιοι Εὐθύµιος καὶ Νεόφυτος κτήτορες τῆς Μονῆς Δοχειαρίου Ἁγίου Ὄρους

     Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Μητροπολίτης Πενταπόλεως Αἰγύπτου

     Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος «ὁ ἐν τῷ Σπηλαίῳ» (Ρῶσος)







Οἱ Ἅγιοι Ὀνησιφόρος καὶ Πορφύριος



Σχίοτηκαν οἱ σάρκες τους καὶ πέθαναν βαπτισµένοι στὰ αἵµατά τους, κατὰ τὸ διωγµὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ. Καὶ οἱ δυὸ ὑπηρετοῦσαν σὲ διάφορα φιλανθρωπικὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας. Συγχρόνως, ἀνῆκαν στὴν ὁµάδα ποὺ ἀνίχνευε κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύκτας καὶ ἀνεύρισκε σώµατα µαρτύρων, ποὺ ῥίχνονταν στὶς χαράδρες. Τὰ µάζευαν καὶ τὰ παρέδιδαν νὰ ταφοῦν µὲ τὴν ἁρµόζουσα τιµή. Κάποτε, ὅµως, τοὺς ἀνακάλυψαν καὶ τοὺς συνέλαβαν. Κατόπιν τοὺς ἐξεβίασαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι ἔµειναν σταθεροὶ στὴν ὁµολογία τῆς ἁγίας πίστης στὸ Χριστό, χωρὶς νὰ φοβηθοῦν τὶς ἀπειλὲς καὶ τὰ ἐπικείµενα µαρτύρια. Τοὺς ἔδεσαν, λοιπόν, πίσω ἀπὸ ἄγρια ἄλογα, τὰ ὁποῖα τοὺς ἔσυραν µὲ δυνατὸ καλπασµό, µέσα ἀπὸ ἀγκάθια καὶ πέτρες. Ὅταν τὰ ἄλογα σταµάτησαν κουρασµένα, µετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς ὧρες δρόµου, τὰ σώµατα τῶν µαρτύρων βρέθηκαν διαµελισµένα, πνιγµένα στὸ αἷµα. Καὶ ὅπως ἀναφέρει ἡ Ἀποκάλυψη, «εἶδον τὴν γυναῖκα µεθύουσαν ἐκ τοῦ αἵµατος τῶν ἁγίων καὶ ἐκ τοῦ αἵµατος τῶν µαρτύρων Ἰησοῦ». Εἶδα δηλαδὴ τὴν γυναῖκα, ποὺ εἶναι ἡ διεφθαρµένη εἰδωλολατρικὴ κοινωνία, νὰ µεθάει ἀπὸ τὸ αἷµα τῶν χριστιανῶν, ποὺ καταδίωκε, καὶ ἀπὸ τὸ αἷµα τῶν µαρτύρων τοῦ Ἰησοῦ. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς «ἔκρινε τὴν πόρνην... καὶ ἐξεδίκασε τὸ αἷµα τῶν δούλων αὐτοῦ ἐκ χειρὸς αὐτῆς». Ἔπειτα, ὅµως, ὁ Θεός, ἔκρινε καὶ καταδίκασε τὴν πόρνη, τὴν νοητὴ Βαβυλῶνα, καὶ ἐκδικήθηκε τὸ αἷµα τῶν δούλων του, ποὺ χύθηκε ἀπὸ τὰ χέρια της.






Ἡ Ὁσία Ματρώνα



Ἔζησε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Μαρκιανοῦ (450-457) καὶ Λέοντα Θρακὸς ἢ Μακέλλη

(457-474). Καταγόταν ἀπὸ τὴν Πέργη τῆς Παµφυλίας καὶ ἀνατράφηκε ἀπὸ γονεῖς


πλούσιους καὶ εὐσεβεῖς. Σὲ κατάλληλη ἡλικία παντρεύτηκε µὲ κάποιο Δοµέτιο (κατ᾿ ἄλλους Δοµετιανό), µὲ τὸν ὁποῖο ἀπόκτησε µία κόρη καὶ κατὰ τὰ χρόνια τοῦ Λέοντα τοῦ Θρακὸς ἦλθαν οἰκογενειακὰ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ συνδέθηκε µὲ µία

εὐσεβὴ γυναῖκα, τὴν Εὐγενία, καὶ σύχναζε στοὺς ἱεροὺς ναούς, ποθῶντας νὰ ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὴ λατρεία τοῦ θείου. Ἔτσι ἐγκατέλειψε τὸν σύζυγό της, καὶ τὴν κόρη της ἀφοῦ τὴν ἐµπιστεύθηκε σὲ κάποια Σωσάννα, κατέφυγε στὴ Μονὴ τοῦ Βασιανοῦ,

µεταµφιεσµένη µὲ τὸ ὄνοµα Βαβύλας. Ἀλλὰ καταζητούµενη ἀπὸ τὸν ἄνδρα της καὶ ἀφοῦ ἀποκαλύφθηκε τὸ φῦλο της, στάλθηκε ἀπὸ τὸν Βασιανὸ σὲ γυναικεία Μονὴ τῶν Ἱεροσολύµων. Κατόπιν ἀναχώρησε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πολλὰ µέρη ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε, γριὰ πλέον, ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη. Τοποθετήθηκε ἀπὸ τὸν Βασιανὸ σὲ ἰδιαίτερο µέρος (τῆς Ματρώνης ὀνοµαζόµενο ἀργότερα), ὅπου ἔκτισε Μονή, στὴν ὁποία

µαζεύτηκαν ἀρκετὲς µοναχές. Στὴ Μονὴ αὐτὴ λοιπόν, ἔζησε µὲ µεγάλη ἀρετὴ καὶ πνευµατικὴ τελειότητα. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 100 χρονῶν.






Ἡ Ὁσία Θεοκτίστη ἡ Λεσβία



Μοναχὴ ἐνάρετη ἀπὸ τὴν Μήθυµνα τῆς Λέσβου καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Λέοντα τοῦ Σοφοῦ (816). Παιδὶ ἀκόµα ἔµεινε ὀρφανὴ καὶ ἀνατράφηκε σὲ Παρθενῶνα τῆς πόλης. Κάποια µέρα πῆγε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν ἀδελφή της, ποὺ ἦταν σὲ µία κοντινὴ κωµόπολη. Τότε συνελήφθη µαζὶ µὲ τοὺς κατοίκους τῆς κωµοπόλεως αὐτῆς ἀπὸ τοὺς πειρατὲς τῆς Κρήτης καὶ µεταφέρθηκε µὲ τοὺς ἄλλους αἰχµαλώτους στὴν Πάρο γιὰ πώληση. Ἐκεῖ κατόρθωσε νὰ δραπετεύσει καὶ νὰ κρυφτεῖ στὰ βουνά, ὅπου καὶ παρέµεινε µόνη 35 χρόνια, τρεφόµενη µὲ χόρτα. Ἀνακαλύφθηκε τυχαῖα ἀπὸ ἕναν κυνηγό, ὁ ὁποῖος, µετὰ ἀπὸ παράκλησή της, ἔφερε σ᾿ αὐτὴν τὰ θεῖα µυστήρια. Ὅταν δὲ

κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, πέθανε καὶ τάφηκε ἐκεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο κυνηγό. Γιὰ τὴν Ὁσία αὐτὴ ὑπάρχει καὶ µία διήγηση τοῦ µοναχοῦ Συµεὼν τοῦ Πάριου, ποὺ µοιάζει πολὺ µὲ αὐτὴν τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγύπτιας καὶ εἶναι ἐντελῶς φανταστική.






Οἱ Ὁσίες Εὐστολία καὶ Σωπάτρα



Ἡ Εὐστολία ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μαυρικίου (584) καὶ ἦταν κόρη γονέων εὐσεβῶν, ποὺ κατοικοῦσαν στὴ Ῥώµη. Ἀπὸ µικρὴ ἡ Εὐστολία πῆγε σὲ µοναστήρι καὶ καταγινόταν µὲ προσευχές, νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες. Κάποτε πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ γνωρίστηκε µὲ τὴν κόρη τοῦ βασιλιᾶ Μαυρικίου Σωπάτρα. Ἡ Σωπάτρα παρακάλεσε τὴν Εὐστολία νὰ τὴν ἔχει πνευµατική της µητέρα καὶ φύλακα τῆς ψυχῆς της. Ἄφησε λοιπὸν ἡ Σωπάτρα τὶς τιµὲς καὶ τὶς δόξες τῆς βασιλείας τοῦ πατέρα της καὶ µπῆκε σὲ ἀγῶνες πνευµατικούς. Κατόπιν ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα της τόπο κατάλληλο καὶ ἔκτισε Ναὸ εὐκτήριο µαζὶ µὲ τὴν Ὁσία Εὐστολία. Ὁπότε, πολλὲς γυναῖκες εὐλαβεῖς καὶ παρθένες, ποὺ πῆγαν ἐκεῖ, ἀσκήτευαν στὸν πνευµατικὸ

µοναχικὸ βίο. Ἡ Ὁσία Εὐστολία, µετὰ ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια ἄσκησης, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ καὶ ἄφησε διάδοχό της τὴν Ὁσία Σωπάτρα. Ἔπειτα, ἀφοῦ καὶ αὐτὴ ἔφτασε σὲ µεγάλα ὕψη ἀρετῆς, παρέδωσε εἰρηνικὰ στὸν Θεὸ τὴν µακάρια ψυχή της.


Ὁ Ὅσιος Συµεὼν ὁ Μεταφραστής



Πατρίδα του ἡ Κωνσταντινούπολη καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ Βασιλιᾶ Λέοντα τοῦ Σοφοῦ (886-912). Νεότερη ὅµως ἐκδοχὴ (1931), λέει ὅτι ὁ Συµεὼν ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ Δούκα Παραπινάκη (1071-1078), ποὺ µᾶλλον εἶναι καὶ ἡ ἐπικρατέστερη. Προηγούµενα ὀνοµαζόταν Νικήτας Παφλαγῶν καὶ λόγω τῆς µεγάλης του ἀρετῆς καὶ σοφίας πῆρε τὸ ἀξίωµα τοῦ Μαγίστρου καὶ Λογοθέτου. Τὸ κυριότερο ἔργο του ἦταν ἡ ἐκκαθάριση τῶν ἀρχαίων ἁγιολογικῶν ὑποµνηµάτων καὶ ἡ παράστασή τους σὲ ὁµαλότερο ὕφος. Ἀπ᾿ αὐτὸ λένε, ὅτι πῆρε τὴν ὀνοµασία Μεταφραστής, ποὺ µᾶλλον δὲν φαίνεται καὶ τόσο πιθανό. Ἴσως νὰ ἦταν µεταφραστὴς ξενόγλωσσων ἐγγράφων στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ τὸ ἀντίθετο. Μερικοὶ νοµίζουν, ὅτι στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἔγινε µοναχός, ἀλλὰ ὁ φίλος του Ψελλός, ποὺ ἔγραψε ἐγκώµιο καὶ Ἀκολουθία σ᾿ αὐτόν, δὲν ὑπαινίσσεται κάτι τέτοιο. Ἔζησε ὁσιακὰ καὶ ἔγραψε πολλὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ καὶ ἡ

µνήµη του ἀναφέρεται µόνο στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήµου τοῦ Ἁγιορείτη.






Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος



Καταγόταν ἀπὸ τὴν Συρία καὶ ἔκανε τὸ ἐπάγγελµα τοῦ λιθοξόου. Ὅταν γνώρισε τὸν Χριστό, ἐγκατέλειψε τὸ ἐπάγγελµα αὐτό, διότι σχετιζόταν καὶ µὲ τὴν εἰδωλολατρία καὶ ἀναχώρησε στὴν ἔρηµο. Ἐκεῖ βρῆκε τὸν εὐσεβῆ ἀναχωρητὴ Τιµόθεο καὶ µαζὶ µ᾿ αὐτὸν ἔζησε τρία χρόνια. Κατόπιν, µὲ τὶς εὐχὲς τοῦ γέροντα αὐτοῦ, κατέβηκε στὸ χωριό του καὶ σὲ στιγµὴ ἱερῆς ἀγανάκτησης συνέτριψε τοὺς βωµοὺς τῶν εἰδώλων. Τότε οἱ εἰδωλολάτρες τὸν ἔδειραν σκληρὰ καὶ ὁ Ἅγιος πῆγε στὴν Ἀπάµεια τῆς Συρίας, ὅπου παρακάλεσε τὸν ἐπίσκοπο Ὅσιο (τὸ ὄνοµά του αὐτό) καὶ πῆρε τὴν ἄδεια νὰ κτίσει Ναὸ στὸ ὄνοµα τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ὅταν λοιπὸν ἄρχισε τὴν οἰκοδοµή, τὸ ἔµαθαν οἱ συγχωριανοί του εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν νύχτα καὶ µὲ ξύλα τὸν θανάτωσαν µὲ τὸν πιὸ ἄσπλαχνο τρόπο.






Οἱ Ἅγιοι Χριστοφόρος καὶ Μαῦρα



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.






Οἱ Ἅγιοι Ναρσῆς καὶ Ἀρτέµονας



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. Ὁ Ναρσῆς ἦταν Πέρσης καὶ ἴσως νὰ εἶναι ὁ ἴδιος µε αὐτὸν τῆς

9ης Δεκεµβρίου.






Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Βραχύσωµος ἢ Κολοβός


Καταγόταν ἀπὸ τὴν Θήβα τῆς Αἰγύπτου καὶ ὀνοµάστηκε Κολοβὸς ἐπειδὴ ἦταν κοντὸς σωµατικά. Ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς µεγάλους ἀσκητὲς τῆς ἐρήµου καὶ διακρίθηκε κυρίως γιὰ τὴν ἐγκράτεια τῆς γλώσσας του καὶ γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη του. Στοὺς Συναξαριστὲς βρίσκουµε ἀρκετὲς σοφὲς συµβουλές του. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ὅσιος Ἑλλάδιος



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Οἱ Ὅσιοι Εὐθύµιος καὶ Νεόφυτος κτήτορες τῆς Μονῆς Δοχειαρίου Ἁγίου Ὄρους



Ὁ Ὅσιος Εὐθύµιος ἦταν θεῖος τοῦ ὁσίου Νεοφύτου. Ὁ Εὐθύµιος λοιπόν, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἦταν γνώριµος καὶ φίλος τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου

ἡγούµενου τῆς Μεγίστης Λαύρας. Στὴν ἀρχὴ οἰκοδόµησε µονύδριο στὸ ὄνοµα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἀλλὰ πειρατὲς τὸ κατέστρεψαν καὶ ὁ ἴδιος µετὰ βίας σώθηκε. Τότε ἦλθε στὴν τοποθεσία ποὺ σήµερα βρίσκεται ἡ Μονὴ Δοχειαρίου καὶ οἰκοδοµεῖ πάλι Ναὸ στὸ ὄνοµα τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Κοντὰ δὲ στὸν ναὸ ἔκτισε καὶ κελιά. Μετὰ ἀπὸ λίγο ἦλθε καὶ ὁ ἀνεψιός του, ποὺ τὸν ἔκειρε µοναχὸ καὶ τοῦ ἐµπιστεύθηκε τὴν ἡγουµενία τῆς Μονῆς. Ὁ ἴδιος, ἀφοῦ πέρασε καὶ τὸ ὑπόλοιπό της ζωῆς του µὲ ἡσυχία, ἀπεβίωσε σὲ ἡλικία 100 χρονῶν. Ὁ δὲ ἀνεψιός του Νεόφυτος ἦταν γιὸς δούκα στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Νικηφόρου Φωκᾶ καὶ Ἰωάννη Τσιµισκῆ (963-976). Ἐπειδὴ εἶχε τὸ χάρισµα τῆς σοφίας, τὸν ἀγαποῦσαν ὅλοι καὶ ὁ βασιλιὰς τὸν ἔκανε πρῶτο γραµµατέα του. Ἐπειδὴ ὅµως ὁ θεῖος του ἦταν στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἡγούµενος στὴ Μονὴ Δοχειαρίου, ἀγάπησε νὰ ἔλθει σ᾿ αὐτὸν καὶ νὰ γίνει µοναχός. Ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσµια, ἦλθε στὴ Μονὴ καὶ ἀφιέρωσε ὅλα του τὰ χρήµατα σ᾿ αὐτή. Πράγµατι, ἔκτισε µεγαλύτερη ἐκκλησία, φρούριο στὸ Μοναστήρι γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῶν µοναχῶν ἀπὸ τοὺς πειρατὲς καὶ ἔγινε ἀργότερα Πρῶτος του Ἁγίου Ὄρους. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὰ παραιτήθηκε τῆς ἡγουµενίας καὶ ἥσυχα ἀπεβίωσε.






Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Μητροπολίτης Πενταπόλεως Αἰγύπτου



Γεννήθηκε στὶς 1 Ὀκτωβρίου τοῦ 1846 στὴ Σηλυβρία τῆς Θρᾴκης ἀπὸ τὸν Δῆµο καὶ τὴν Βασιλικὴ Κεφαλᾶ καὶ ἦταν τὸ πέµπτο ἀπὸ τὰ ἕξι παιδιά τους. Τὸ κοσµικό του ὄνοµα ἦταν Ἀναστάσιος. Μικρός, 14 ἐτῶν, πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐργάστηκε ὡς ὑπάλληλος καὶ κατόπιν ὡς παιδονόµος στὸ σχολεῖο τοῦ Μετοχίου τοῦ Παναγίου Τάφου. Κατόπιν πῆγε στὴ Χίο, ὅπου, ἀπὸ τὸ 1866 µέχρι τὸ 1876 χρηµάτισε δηµοδιδάσκαλος στὸ χωριὸ Λίθειο. Τὸ 1876 ἐκάρη µοναχὸς στὴ Νέα Μονὴ Χίου µὲ τὸ ὄνοµα Λάζαρος καὶ στὶς

15 Ἰανουαρίου 1877 χειροτονήθηκε διάκονος, ὀνοµασθεὶς Νεκτάριος, ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο (1860-1877), καὶ ἀνέλαβε τὴν Γραµµατεία τῆς Μητροπόλεως. Τὸ 1881 ἦλθε στὴν Ἀθήνα, ὅπου µὲ ἔξοδα τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας

Σωφρονίου Δ´ (1870-1899), σπούδασε Θεολογία καὶ πῆρε τὸ πτυχίο του τὸ 1885. Ἔπειτα, ὁ


ἴδιος προαναφερόµενος Πατριάρχης, τὸν χειροτόνησε τὸ 1886 πρεσβύτερο καὶ τοῦ ἔδωσε τὰ καθήκοντα τοῦ γραµµατέα καὶ Ἱεροκήρυκα τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας. Διετέλεσε ἐπίσης πατριαρχικὸς ἐπίτροπος στὸ Κάιρο. Στὶς 15 Ἰανουαρίου 1889 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Ἡ δράση του ὡς Μητροπολίτου ἦταν καταπληκτικὴ καὶ ἕνεκα αὐτοῦ θεωρεῖτο ὡς βασικὸς προτεινόµενος ἀπὸ τὸν λαὸ γιὰ

τὸν πατριαρχικὸ θρόνο Ἀλεξανδρείας. Λόγω ὅµως φθονερῶν εἰσηγήσεων (αἰσχρῶν συκοφαντιῶν, ὅτι δῆθεν προσποιεῖται τὸν καλό γιὰ νὰ κερδίσει τὴν ἐξουσία) πρὸς τὸν Πατριάρχη Σωφρόνιο, ὁ ταπεινόφρων Νεκτάριος, γιὰ νὰ µὴ λυπήσει τὸν γέροντα Πατριάρχη, ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα (1889). Διετέλεσε Ἱεροκήρυκας (Εὐβοίας) (1891-

1893), Φθιώτιδος καὶ Φωκίδας (1893-1894) καὶ διευθυντὴς τῆς Ῥιζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς στὴν Ἀθήνα (1894-1904). Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σωφρονίου (1899), ὁ Νεκτάριος ἐκλήθη νὰ τὸν διαδεχθεῖ, ἀλλ᾿ ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε. Στὰ κηρύγµατά του, πλῆθος λαοῦ µαζευόταν, γιὰ νὰ «ρουφήξει» τὸ νέκταρ τῶν ἱερῶν λόγων του. Τὸ 1904 ἵδρυσε γυναικεία Μονὴ στὴν Αἴγινα, τῆς ὁποίας ἀνέλαβε προσωπικὰ τὴν διοίκηση, ἀφοῦ ἐγκαταβίωσε ἐκεῖ τὸ 1908, µετὰ τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὴν Ῥιζάρειο Σχολή. Ἔγραψε ἀρκετὰ συγγράµµατα, κυρίως βοηθητικά του θείου κηρύγµατος. Ἡ ταπεινοφροσύνη του καὶ ἡ φιλανθρωπία του ὑπῆρξαν παροιµιώδεις. Πέθανε τὸ ἀπόγευµα τῆς 8ης Νοεµβρίου 1920. Τόση δὲ ἦταν ἡ ἁγιότητά του, ὥστε ἐπετέλεσε πολλὰ θαύµατα, πρὶν ἀλλὰ καὶ µετὰ τὸν θάνατό του. Ἐνταφιάστηκε στὴν Ἱ. Μονὴ Ἁγ. Τριάδος στὴν Αἴγινα. Ἡ ἀνακοµιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων του ἔγινε στὶς 3

Σεπτεµβρίου τοῦ 1953 καὶ στὶς 20 Ἀπριλίου τοῦ 1961 µὲ Πράξη τοῦ Οἰκουµενικοῦ

Πατριαρχείου, διακηρύχτηκε Ἅγιος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.






Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος «ὁ ἐν τῷ Σπηλαίῳ» (Ρῶσος)


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 10



     Οἱ Ἅγιοι Ὀλυµπᾶς, Ῥοδίων (ἢ Ἠρωδίων), Ἔραστος, Σωσίπατρος, Τέρτιος καὶ

Κουάρτος, οἱ Ἀπόστολοι ἀπὸ τοὺς 70

     Ὁ Ἅγιος Ὀρέστης

     Ὁ Ὅσιος Θεοστήρικτος «ὁ ἐν Συµβόλοις»

     Ὁ Ἅγιος Νόννος κατηχητὴς τῆς Ἁγίας Πελαγίας

     Ὁ Ὅσιος Μαρτῖνος ὁ Ἐπίσκοπος Ταρακίνης

     Ὁ Ἅγιος Μίλος ἢ Μίλης ὁ Θαυµατουργός, Ἐπίσκοπος Ἱεροµάρτυρας καὶ οἱ τρεῖς

µαθητές του Ἐβόρης, Πάπας καὶ Σενοέι (ἢ Σεβόρης) ὁ Διάκονος καὶ ὁ Ἅγιος

Γέλιος ὁ ἱεροµάρτυρας

     Ὁ Ἅγιος Καλλιόπιος

     Ὁ Ἅγιος Νίρος

     Ὁ Ἅγιος Ὠρίων

     Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης

     Ὁ Ἅγιος Δηµητριανός ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας, ἱεροµάρτυρας (3ος αἰ.)

     Ὁ Ἅγιος Justus (Ἄγγλος)






Οἱ Ἅγιοι Ὀλυµπᾶς, Ῥοδίων (ἢ Ἠρωδίων), Ἔραστος, Σωσίπατρος, Τέρτιος καὶ

Κουάρτος, οἱ Ἀπόστολοι ἀπὸ τοὺς 70



Καὶ οἱ ἕξι ἦταν ἀπὸ τοὺς ἑβδοµήκοντα Ἀποστόλους τοῦ Κυρίου. Ἀναφέρονται ὅλοι στὸ ιστ´ κεφάλαιο τῆς πρὸς Ῥωµαίους ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Οἱ περισσότεροι ἀπ᾿ αὐτοὺς ὑπῆρξαν ἐπίσκοποι τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ ἔγιναν ἄριστοι ἐφαρµοστὲς τῆς ἐντολῆς τοῦ θεοπνεύστου λόγου τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Ποιµάνατε τὸ ἐν ὑµῖν ποίµνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες µὴ ἀναγκάστως, ἀλλ᾿ ἑκουσίως, µηδὲ αἰσχροκερδῶς, ἀλλὰ προθύµως, µηδ᾿ ὡς κατακυριεύοντες τῶν κλήρων, ἀλλὰ τύποι γινόµενοι τοῦ ποιµνίου». Ποιµάνετε, δηλαδή, τὸ ποίµνιο τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι στὴ δικαιοδοσία σας, καὶ ἐπιβλέπετε αὐτὸ µὲ κάθε ἐπιµέλεια καὶ προσοχή, ὄχι ἀναγκαστικά, ἐπειδὴ βρεθήκατε στὴ θέση αὐτή, ἀλλὰ µὲ ὅλη σας τὴν θέληση, χωρὶς νὰ ἀποβλέπετε σὲ αἰσχρὰ κέρδη, ἀλλὰ µὲ προθυµία καὶ ζῆλο, χωρὶς νὰ καταπιέζετε τοὺς πιστούς, ποὺ σὰν ἄλλοι γεωργικοὶ κλῆροι δόθηκαν στὸν καθένα σας γιὰ πνευµατικὴ

καλλιέργεια, ἀλλὰ νὰ γίνεσθε στὸ ποίµνιο ὑποδείγµατα ἀρετῆς ἀξιοµίµητα. Πράγµατι, καὶ οἱ πέντε Ἀπόστολοι ἔγιναν ὑποδείγµατα ἀρετῆς. Ὁ Ὀλυµπᾶς καὶ ὁ Ἠρωδίων πέθαναν µαρτυρικὰ ἐπὶ Νέρωνος. Ὁ Σωσίπατρος ἔγινε ἐπίσκοπος στὸ Ἰκόνιο καὶ πέθανε ἐπιτελῶντας ἄριστα τὰ καθήκοντά του. Ὁ Τέρτιος ἔγινε δεύτερος ἐπίσκοπος Ἰκονίου µετὰ τὸν Σωσίπατρο. Ἔγραψε δὲ καὶ τὴν πρὸς Ῥωµαίους ἐπιστολὴ τοῦ ἀπ. Παύλου (Ρωµ. ιστ´ 22). Ἡ µνήµη τοῦ ἀπ. Τερτίου ἐπαναλαµβάνεται καὶ τὴν 30ή Ὀκτωβρίου. Ὁ Ἔραστος κυβέρνησε µὲ παρόµοιο τρόπο τὴν ἐπισκοπὴ Νεάδος. Καὶ ὁ Κουάρτος, σὰν ἐπίσκοπος Βηρυτοῦ, πάλεψε µὲ θάῤῥος καὶ ἐνέταξε σὰν χριστιανοὺς στὴν ἐπισκοπή του πολλοὺς εἰδωλολάτρες.


Ὁ Ἅγιος Ὀρέστης



Προσκυνοῦσε µόνο τὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ὄχι τ᾿ ἄψυχα εἰδωλολατρικὰ ἀντικείµενα. Ὁ ἅγιος Ὀρέστης καταγόταν ἀπὸ τὰ Τύανα τῆς Καππαδοκίας (ὁρισµένες ἁγιολογικὲς πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι ἦταν γιατρός). Κατὰ τὸν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ διωγµὸ (289), συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἡγεµόνα Μάξιµο, ποὺ τὸν ἐξεβίαζε µὲ πολλοὺς τρόπους ν᾿ ἀρνηθεῖ τὸν Ἰησοῦ. Ἀφοῦ ὅµως δὲν κατόρθωσε τίποτα, διέταξε νὰ τὸν γυµνώσουν καὶ νὰ τὸν µαστιγώσουν ἀλύπητα. Κατόπιν τὸν ἔριξαν στὴ φυλακὴ γιὰ ἑπτὰ ἡµέρες καὶ ἔπειτα τὸν ἔφεραν στὸν εἰδωλολατρικὸ ναό, ὅπου προσφέρονταν θυσίες καὶ τὸν παρακινοῦσαν νὰ συµµετέχει καὶ αὐτὸς σ᾿ αὐτές. Γιατί, τοῦ ἔλεγε ὁ ἡγεµόνας Μάξιµος, ἀρνεῖσαι νὰ συµµετέχεις στὴ λατρεία, ποὺ µὲ τόση εὐλάβεια ἀκολουθοῦν οἱ σεπτοί µας αὐτοκράτορες; Τότε ὁ Ὀρέστης δὲν δίστασε νὰ πεῖ µὲ θάῤῥος, ὅτι εἶναι πρόθυµος ὑπήκοος ὅταν πρόκειται γιὰ τὰ πολιτικὰ καὶ τὰ ἐπίγεια πράγµατα, πέρα ἀπὸ αὐτὰ

ὅµως δὲν µπορεῖ νὰ δεῖ κανέναν αὐτοκράτορα ἐκτὸς µόνο τὸν ἀληθινὸ Θεό. Ἐξοργισµένοι τότε οἱ εἰδωλολάτρες, τρύπησαν τοὺς ἀστραγάλους του καὶ πέρασαν ἀνάµεσα σιδερένια ἁλυσίδα, καὶ κατόπιν τὸν ἔδεσαν πίσω ἀπὸ ἕνα ἄγριο ἄλογο. Τὸ ἄλογο ἀφέθηκε ἐλεύθερο καὶ ὅρµησε µὲ δυνατὸ καλπασµό, σέρνοντας τὸν Ὀρέστη πάνω σὲ ἀνώµαλο καὶ τραχὺ ἔδαφος. Σταµάτησε µετὰ ἀπὸ µία ἀπόσταση εἴκοσι

µιλίων! Ὁ µάρτυρας ἦταν πλέον νεκρός.






Ὁ Ὅσιος Θεοστήρικτος «ὁ ἐν Συµβόλοις»



Ὑπῆρξε στὴν ἐποχὴ τῶν εἰκονοµάχων καὶ ἀγωνίστηκε γιὰ τὶς ἱερὲς εἰκόνες. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ἡ µνήµη του γιορτάζεται καὶ τὴν 17η Φεβρουαρίου.






Ὁ Ἅγιος Νόννος κατηχητὴς τῆς Ἁγίας Πελαγίας



Ἦταν ἐπίσκοπος καὶ κήρυττε τὸν θεῖο λόγο στὴν Ἀντιόχεια. Ἔτσι προσείλκυσε στὸ δρόµο τοῦ Θεοῦ τὴν τότε πόρνη Πελαγία, ποὺ ἀπὸ τότε, ἀφοῦ κατάλληλα κατηχήθηκε,

µίσησε τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ κατέφυγε στὰ Ἱεροσόλυµα καὶ ἐπὶ τοῦ ὄρους τῶν

Ἐλαιῶν, µὲ µετάνοια καὶ ἄσκηση τελείωσε τὴ ζωή της.






Ὁ Ὅσιος Μαρτῖνος ὁ Ἐπίσκοπος Ταρακίνης



Διάσηµος Ἰλλυριὸς ἀπὸ τὴν Σαβαρία τῆς Παννονίας, εὐσεβὴς καὶ ἐνάρετος, ὑπερασπιζόµενος τὴν Ὀρθοδοξία. Οἱ Ἀρειανοὶ τὸν κακοποίησαν δηµόσια καὶ τὸν ἔδιωξαν ἀπὸ τὴν πόλη. Ὁπότε κατέφυγε στὸ Μιλάνο τῆς Ἰταλίας, ἀλλ᾿ ἔπαθε καὶ ἐκεῖ τὰ ἴδια ἀπὸ τὸν Ἀρειανὸ ἐπίσκοπο τῆς πόλης Αὐξέντιο. Τότε ἀναγκάστηκε νὰ ἀποσυρθεῖ στὸ νησὶ Γαλαρία (στὸ Τυῤῥηνικὸ πέλαγος), ποὺ ἦταν ἐντελῶς ἔρηµο καὶ

τρεφόταν µὲ χόρτα. Ἔπειτα ἔγινε ἐπίσκοπος Ταρακίνης καὶ διέπρεψε µὲ τὶς εὐαγγελικές


του πράξεις. Ἔτρεφε τοὺς φτωχούς, ὑπεράσπιζε τοὺς ἀδικηµένους καὶ ποίµανε θεοπρεπῶς τὸ ποίµνιο ποὺ τοῦ ἐµπιστεύτηκαν. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ἡ µνήµη του ἐπαναλαµβάνεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικόδηµο καὶ στὶς 12 Νοεµβρίου, βέβαια στὴν ἡµεροµηνία αὐτὴ ὑπάρχει καὶ ἄλλος Μαρτίνος ὁ θαυµατουργὸς ἐπίσκοπος Φρυγίας καὶ φυσικὰ εἶναι διαφορετικός του Μαρτίνου αὐτῆς τῆς ἡµεροµηνίας.






Ὁ Ἅγιος Μίλος ἢ Μίλης ὁ Θαυµατουργὸς Ἐπίσκοπος Ἱεροµάρτυρας καὶ οἱ τρεῖς

µαθητές του Ἐβόρης, Πάπας καὶ Σενοέι (ἢ Σεβόρης) ὁ Διάκονος καὶ ὁ Ἅγιος Γέλιος ὁ

ἱεροµάρτυρας



Αὐτοὶ ἦταν Πέρσες. Καὶ ὁ µὲν Μίλος, στρατηγὸς προηγουµένως, γιὰ τὴν ἐνάρετη ζωή του ἔγινε ἐπίσκοπος Τελεπόλεως (ὅπου ὁ προφήτης Δανιὴλ εἶδε τὶς ὀπτασίες). Χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Βηθλαπὰτ ἐπίσκοπο Γεδδηγουπόλεως. Καταδιώχτηκε ἀπὸ τοὺς ἀπίστους καὶ κατέφυγε στὴν Ἱερουσαλὴµ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου συνάντησε τὸν Μέγα Ἀντώνιο. Μετὰ δυὸ χρόνια ἐπέστρεψε στὴν Περσία καὶ συνελήφθη µαζὶ µὲ τοὺς µαθητές του, ἀπὸ τὸν Βασιλίσκο Μισθοφάρη στὴν πόλη

Μιλιγέρδα. Ἐκεῖ θανατώθηκε µὲ µαχαίρια καὶ τοὺς µαθητές του θανάτωσαν, ἀφοῦ τοὺς χτύπησαν µὲ ξύλα καὶ πέτρες. Ἔτσι ὅλοι ἔλαβαν τὸ ἀθάνατο στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.

Γιὰ δὲ τὸν Ἅγιο Γέδιο βλέπε σχετικῶς στοὺς Α.Χ. Ε.Χ.






Ὁ Ἅγιος Καλλιόπιος



Μαρτύρησε διὰ ξίφους.






Ὁ Ἅγιος Νίρος



Μαρτύρησε διὰ ξίφους.






Ὁ Ἅγιος Ὠρίων



Μαρτύρησε, ἀφοῦ τὸν ἔθαψαν ζωντανὸ στὴ γῆ.






Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης



Γεννήθηκε τὸ 1840 στὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας. Οἱ γονεῖς του ὀνοµαζόταν

Ἐλευθέριος, ποὺ ἦταν δάσκαλος, καὶ ἡ µητέρα του Βαρβάρα. Σπούδασε στὴ Σµύρνη


ξένες γλῶσσες καὶ ἐκκλησιαστικὴ γραµµατεία. Σὲ ἡλικία 26 χρονῶν ἐκάρη µοναχός µε τὸ ὄνοµα Ἀρσένιος στὴ Μονὴ Τιµίου Προδρόµου Φλαβιανῶν (Ζιντζί-Ντερέ). Κατόπιν χειροτονήθηκε Διάκονος ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο Β´ καὶ τοποθετήθηκε διδάσκαλος στὰ Φάρασα. Τριάντα χρονῶν χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος καὶ προχειρίσθηκε ἀρχιµανδρίτης καὶ πνευµατικός. Ἀπέδωσε πολὺ σηµαντικὸ ἐθνικοθρησκευτικὸ ἔργο, ζοῦσε ζωὴ λιτή, µὲ προσευχὴ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ χάρισε τὸ προφητικὸ χάρισµα, ἀλλὰ καὶ τὸ θαυµατουργικό. Στὴν Ἑλλάδα ἦλθε τὸ 1924 καὶ πέθανε στὶς 10 Νοεµβρίου τοῦ ἴδιου χρόνου στὴν Κέρκυρα. Ἀπὸ ἐκεῖτο 1958 τὰ λείψανά του µεταφέρθηκαν ἀπὸ τὸν µοναχὸ Παΐσιο στὴν Κόνιτσα καὶ τὸ 1970 ἀπὸ τὸν ἴδιο Ἁγιορείτη µοναχὸ στὸ γυναικεῖο µοναστήρι-Ἡσυχαστήριο Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ

Θεολόγου στὴ Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, ὅπου ὁ Ἅγιος µετὰ τὸν θάνατό του ἔκανε πολλὰ θαύµατα. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὸν ἁγιοποίησε στὶς 11 Φεβρουαρίου 1986.






Ὁ Ἅγιος Δηµητριανός ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας, Ἱεροµάρτυρας (3ος αἰ.)



Ὁ Ἅγιος Δηµητριανὸς ὑπῆρξε ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας τὸ 253 µὲ 256 µ.Χ. Ὁδηγήθηκε αἰχµάλωτος στὴν Περσία τὸ 256, ὅπου καὶ πέθανε. Ὁ διάδοχός του στὸν θρόνο τῆς Ἀντιοχείας Δόµνος (270-273) ἦταν γιός του.






Ὁ Ἅγιος Justus (Ἄγγλος)



Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 11



    Ὁ Ἅγιος Μηνᾶς «ὁ ἐν τῷ Κοτυαείῳ» ὁ Μεγαλοµάρτυρας

     Ὁ Ἅγιος Βίκτωρ ὁ Μεγαλοµάρτυρας

     Ὁ Ἅγιος Βικέντιος ὁ Διάκονος Ἱεροµάρτυρας

     Ἡ Ἁγία Στεφανίδα

     Ὁ Ἅγιος Δράκωνας

     Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Ὁµολογητὴς ἡγούµενος Μονῆς Στουδίου

     Ὁ Ἅγιος Μάξιµος «ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός» καὶ θαυµατουργός

     Ὁ Ἅγιος Ἄβιβος ἐπίσκοπος Γεωργίας, Ἱεροµάρτυρας (6ος αἰ.)






Ὁ Ἅγιος Μηνᾶς «ὁ ἐν τῷ Κοτυαείῳ» ὁ Μεγαλοµάρτυρας



Ἔζησε τὸν 3ο αἰῶνα µ.Χ. ἐπὶ Μαξιµιανοῦ καὶ Διοκλητιανοῦ. Γεννήθηκε ἀπὸ εἰδωλολάτρες γονεῖς στὴν Αἴγυπτο, ἀλλὰ ὁ Μηνᾶς ἀπὸ ἔφηβος γνώρισε τὸ Χριστὸ καὶ ἀφοσιώθηκε µὲ ὅλην του τὴν καρδιὰ σ᾿ Αὐτόν. Ὅταν ἀπολύθηκε ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ στρατοῦ, θέλησε νὰ ἀποσυρθεῖ σὲ τόπο, ὅπου τὸ σῶµα του καὶ τὸ πνεῦµα του νὰ εἶναι ἐκτὸς κάθε εἰδωλολατρικοῦ ἐρεθίσµατος. Κατέφυγε στὸ ὄρος Κοτυάειον τῆς Φρυγίας, ὅπου µαζὶ µὲ ἄλλους ζοῦσαν σὰν µία αὐτόνοµη καὶ ἐλεύθερη κοινωνία Χριστοῦ. Ὅταν ὅµως ἐξεῤῥάγη ὁ διωγµὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ Μηνᾶς δὲν ἄντεξε καὶ κατέβηκε στὴν πόλη νὰ ὁµολογήσει τὸ Χριστό. Σὲ µία πανήγυρη τῶν εἰδωλολατρῶν, ὅρµησε µὲ θάῤῥος καὶ ἐν µέσῳ ὅλων διακήρυξε ὅτι ἕνας εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ἀµέσως ὅλοι ἔπεσαν ἐπάνω του, τὸν συνέλαβαν καὶ ὁ δικαστὴς Πυῤῥὸς τὸν ἔκρινε

ἔνοχο θανάτου. Τότε ὁ Μηνᾶς ἀπάντησε: « Ὥστε δικάζοµαι σὰν ἔνοχος ἐπειδὴ στὸ πανηγύρι σας διακήρυξα τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ µου, χωρὶς νὰ ἀγγίξω κανένα ἀπὸ σᾶς. Τότε ἐσεῖς τί εἶσθε, ὅταν ὄχι µόνο τὴν θρησκεία µας βρίζετε, ἀλλὰ καὶ µὲ χίλια δυὸ βάσανα θανατώνετε νέους, γέρους, γυναῖκες καὶ παιδιά; Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ δικαιοσύνη σας; Αὐτὰ τὰ φῶτα σας; Αὐτὸς ὁ πολιτισµός σας; Μοῦ προτείνετε νὰ θυσιάσω στὰ εἴδωλα γιὰ νὰ διαφύγω τὸ θάνατο. Μὴ χάνετε λοιπὸν τὸν καιρό σας. Τὸ θῦµα εἶναι µπροστά σας καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκη τῆς διαφυγῆς ποὺ τοῦ προτείνετε. Διότι τὸ αἷµα µου θὰ φανεῖ ἰσχυρότερο καὶ θὰ σᾶς καταπνίξει». Ἐξαγριωµένοι ἀπὸ τὴν ἀπάντηση οἱ εἰδωλολάτρες, µὲ φρικτὸ τρόπο τὸν ἀποκεφάλισαν (304 µ.Χ.).






Ὁ Ἅγιος Βίκτωρ ὁ Μεγαλοµάρτυρας



Ἀνήκει στὸ µαρτυρικὸ χορό, ποὺ µὲ τὸ αἷµα τοῦ πότισε τὸ ζωηφόρο δένδρο τῆς χριστιανικῆς πίστης τὸν δεύτερο αἰῶνα µετὰ Χριστόν, ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ Ἀντωνῖνος (160). Οἱ ὑπηρεσίες του ὑπὲρ τοῦ Εὐαγγελίου, εἶχαν σὰν στάδιο τὴν Ἰταλία. Ἐκεῖ ὁ Βίκτωρ ἔτρεχε σὲ διάφορες πόλεις καὶ ἔσπερνε τὸ λόγο τῆς σωτηρίας. Συλλαµβάνεται γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐκβιάζεται νὰ προσφέρει θυσία στὰ εἴδωλα. Ἐπειδὴ ὅµως δὲν λύγισε, τοῦ ἔβγαλαν τὰ µάτια καὶ τὸν κρέµασαν µὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω. Ἔτσι παρέδωσε τὴν


γενναία καὶ ἁγία ψυχή του.






Ὁ Ἅγιος Βικέντιος ὁ Διάκονος Ἱεροµάρτυρας



Ὁ Ἅγιος αὐτὸς ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μαξιµίνου καὶ ἡγεµόνα Δατιανοῦ (235). Ἦταν Διάκονος στὴν Αὐγουστόπολη (Σαραγόσα) τῆς Ἱσπανίας καὶ δίδασκε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ µαζὶ µὲ τὸν ἐπίσκοπο Οὐαλέριο. Ὁ ἴδιος γεννήθηκε στὴν Οὐέσκα τῆς Ἱσπανίας. Κάποτε λοιπόν, συνελήφθη µαζὶ µὲ τὸν ἐπίσκοπο καὶ ὁδηγήθηκαν στὸν ἄρχοντα Δατιανό. Αὐτὸς τοὺς ἔδεσε µὲ ἁλυσίδες καὶ ἔτσι ἁλυσοδεµένους τοὺς ἔστειλε στὴν πιὸ σκοτεινὴ φυλακὴ τῆς πόλης Βαλέντια. Ἀφοῦ πέρασαν µερικὲς µέρες, ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακὴ τὸν Βικέντιο καὶ πρόσταξε νὰ τὸν καταξεσχίσουν. Ἔπειτα τὸν κάρφωσαν ἐπάνω σ᾿ ἕνα σταυρὸ καὶ χτύπησαν δυνατὰ ὅλα του τὰ µέλη. Κατόπιν ἔκαψαν τὶς πλευρές του καὶ ἐξάρθρωσαν ὅλο τὸ σῶµα, µὲ ἀποτέλεσµα ὁ Ἅγιος νὰ παραδώσει τὸ πνεῦµα στὸν στεφανοδότη Θεό. Εὐλαβεῖς χριστιανοί, πῆραν τὸ σῶµα του καὶ τὸ ἔθαψαν µὲ τὴν ἁρµόζουσα τιµή.






Ἡ Ἁγία Στεφανίδα



Ἦταν γυναῖκα ἑνὸς στρατιωτικοῦ στὴν Ἰταλία τὸ 160, ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ Ἀντωνῖνος. Στὸ µεταξὺ πέθανε ὁ ἄνδρας της καὶ ἔµεινε χήρα. Αὐτὴ λοιπόν, χριστιανὴ ἀπὸ τοὺς προγόνους της ἀκόµα, βλέποντας τὸν Ἅγιο Βίκτωρα ὅτι βασανιζόταν ὑπερβολικά, τὸν

µακάρισε γιὰ τὴν ἀνδρεία του. Ἡ ἐκδήλωσή της αὐτὴ ὅµως, προκάλεσε τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ τὴν ὁδήγησαν στὸν ἡγεµόνα. Ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖ ὁµολόγησε µὲ θάῤῥος τὸν Χριστό, ἔδεσαν τὰ χέρια της στὶς κορυφὲς δυὸ δένδρων (φοινίκων), ποὺ µὲ τὴν βία λύγισαν, κατόπιν τὰ ἄφησαν ἐλεύθερα καὶ ὅπως µὲ ὁρµὴ ἐπανῆλθαν στὴν ἀρχική τους θέση, ἔσχισαν τὴν Ἁγία στὰ δυό, καὶ ἔτσι παρέδωσε τὴν µακαρία ψυχή της στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.






Ὁ Ἅγιος Δράκωνας



Ἄγνωστος στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδηµου. Ἀναφέρεται στὸν Κώδικα 76 τῆς Μεσσήνης, ὅπου λέγεται ὅτι ἔζησε ἐπὶ Διοκλητιανοῦ (284-304) καὶ Δεκίου, ἡγεµόνα Νικαίας, καὶ καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀραύρακα. Βλέποντας ὁ Ἅγιος τὴν ἄδικη σφαγὴ τόσων χριστιανῶν, ἀγανάκτησε καὶ παρουσιάστηκε αὐθόρµητα στὸν ἡγεµόνα Δέκιο

καὶ ὁµολόγησε τὸν Χριστὸ ἀφοῦ, ἀπὸ ἱερὴ ἀγανάκτηση, ἔβρισε τοὺς θεοὺς τῶν εἰδώλων. Τότε συνελήφθη, βασανίστηκε σκληρὰ καὶ ῥίχτηκε στὴ φυλακή. Ἐπειδὴ ὅµως συνέχισε νὰ ὁµολογεῖ τὸν Χριστό, ἀποκεφαλίστηκε.






Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Ὁµολογητὴς ἡγούµενος Μονῆς Στουδίου


Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 759 καὶ ἦταν γιὸς τοῦ Φωτεινοῦ καὶ τῆς Θεοκτίστης. Στὴν ἀνατροφή του ἄσκησε µεγάλη ἐπιῤῥοὴ ὁ θεῖος του Πλάτων, µία ἀπὸ τὶς µεγαλύτερες µορφὲς τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Θεόδωρος ἔγινε

µοναχὸς πρῶτα στὴ Μονὴ τοῦ Σακκουδίωνος (κοντὰ στὴν Προῦσα), ποὺ ἀνήγειραν οἱ γονεῖς του στὸ κτῆµα τους µὲ τὴν ὀνοµασία Βοσκήτιον. Ἀργότερα ἔγινε καὶ ἡγούµενος αὐτῆς, ἀφοῦ ἀποσύρθηκε ὁ θεῖος του Πλάτων λόγω γήρατος. Γιὰ τὴν ἀντίστασή του ὁ Θεόδωρος, στὸ γάµο τοῦ βασιλιᾶ Κωνσταντίνου ΣΤ´ µὲ τὴν Θεοδότη, ἐξορίστηκε στὴ Θεσσαλονίκη. Ἐπανῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη µετὰ τὸν θάνατο τοῦ Κωνσταντίνου καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴ Μονὴ Στουδίου σὰν ἡγούµενος. Ἀλλὰ καὶ πάλι γιὰ τὴν ἀντίστασή του στὴν χειροτονία τοῦ Νικηφόρου ἀπὸ λαϊκὸ σὲ Πατριάρχη, ἐξορίστηκε

µαζὶ µὲ τὸν θεῖο του Πλάτωνα (809). Ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴν ἐξορία τὸ 812 στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ ἐξοριστεῖ τρίτη φορὰ ἀπὸ τὸν Λέοντα τὸ Ε´, ἐπειδὴ µὲ πολὺ θάῤῥος ὑπερασπίστηκε τὶς ἱερὲς εἰκόνες καὶ τὸ ὀρθόδοξο φρόνηµα. Πέθανε στὴν ἐξορία τὸ 826 σὲ ἡλικία 67 ἐτῶν, στὴ χερσόνησο τοῦ Ἀκρίτα τοῦ Ἁγίου Τρύφωνα. Τὸ δὲ σῶµα του µετακοµίστηκε στὴν Πριγκιπόνησο, ὅπου καὶ ἐτάφη. Ὕστερα δέ, ἐπὶ Πατριάρχου Μεθοδίου, τὸ 844 ἀνακοµίστηκε στὴ βασιλεύουσα, µαζὶ µὲ τὸ λείψανο τοῦ ἀδελφοῦ του Ἰωσὴφ τοῦ Θεσσαλονίκης καὶ ἐτάφη στὴ Μονὴ Στουδίου.






Ὁ Ἅγιος Μάξιµος «ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός» καὶ θαυµατουργός



Ἀπὸ τὴν Μόσχα (Ρῶσος, + 1434 µ.Χ.).






Ὁ Ἅγιος Ἄβιβος ἐπίσκοπος Γεωργίας, Ἱεροµάρτυρας (6ος αἰ)


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 12



     Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήµονας, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας

     Ὁ Ὅσιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής

     Ὁ Ὅσιος Νεῖλος ὁ Μυροβλύτης

     Ὁ Ὅσιος Μαρτῖνος ὁ θαυµατουργὸς ἐπίσκοπος Φραγκιᾶς

     Ὁ Προφήτης Ἀχία

     Ὁ Ἅγιος Ἀρσάκιος

     Ὁ Ὅσιος Μαρτῖνος ἐπίσκοπος Ταρακίνης

     Οἱ Ἅγιοι Ἀντώνιος, Ζεβινᾶς, Γερµανὸς, Νικηφόρος καὶ Μαραθὼ ἡ παρθένος

     Ὁ Ἅγιος Λέων Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

     Ὁ Ἅγιος Σάββας Νιγδελὴς ὁ Σαµολαδᾶς, Νεοµάρτυρας

     Ὁ Ἅγιος Νικόλας ὁ Νεοµάρτυρας ἀπὸ τὴν Ἐνορία τῶν Ἕξι Μαρµάρων

     Τῇ πρώτῃ Κυριακῇ µετὰ τὴν 11ην τοῦ παρόντος µηνός, µνήµην ποιοῦµεν τῆς εὑρέσεως καὶ ἀνακοµιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡµῶν Γρηγορίου ἐπισκόπου Ἀσσοῦ (Μυτιλήνης), τοῦ θαυµατουργοῦ (1935-6)

     Ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ, ἐπίσκοπος






Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήµονας, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας



Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήµων καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύπρο. Ἦταν γιὸς τοῦ ἄρχοντα Ἐπιφανίου, στὰ χρόνια τοῦ Βασιλιᾶ Ἡρακλείου (615 µ.Χ.). Ὅταν µεγάλωσε, νυµφεύθηκε καὶ ἀπέκτησε παιδιά, τὰ ὁποῖα ἀνέτρεψαν µὲ τὴν σύζυγό του σὰν ἀληθινοὶ χριστιανοὶ γονεῖς. Γρήγορα, ὅµως, ἡ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του πέθαναν. Ὁ Ἰωάννης εἶχε

µεγάλη περιουσία καὶ τοῦ ἔγιναν πολλὲς προτάσεις νὰ κάνει καινούργια οἰκογένεια. Ὅµως τὶς ἀπέῤῥιψε ὅλες, ἀπαντῶντας: «Νοµίζω, πρὸς ὅλους εἶµαι ὀφειλέτης. Καὶ δὲν τὸ νοµίζω µόνο. Εἶµαι. Διότι οἱ χριστιανοὶ ἔχουµε ἀλληλεγγύη. Δὲν τὸ λέει ὁ Παῦλος; Εἴµεθα µέλη ἀλλήλων. Ἀφοῦ, λοιπὸν ἔχω τὴν δυνατότητα νὰ δώσω στοὺς ἀδελφούς

µου, ἄρα εἶµαι καὶ ὑποχρεωµένος νὰ δώσω. Νὰ γιατί ἐργάζοµαι καὶ δὲ θὰ πάψω νὰ τὸ κάνω. Ἡ περιουσία µου δὲν µπορεῖ νὰ εἶναι ἀνώτερη ἀπ΄ αὐτὰ τὰ χρέη µου». Γιὰ τὴν λαµπρότητα τῆς ζωῆς του, ὁ Ἰωάννης ἔγινε ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας. Διέπρεψε σὰν πνευµατικὴ λυχνία στὴν πατριαρχία πολλὰ χρόνια, καὶ ἔκανε πολλὰ θαύµατα. Ἐπειδὴ δὲ µοίραζε πλουσιοπάροχα στοὺς φτωχοὺς τὴν ἐλεηµοσύνη, ὀνοµάστηκε

Ἐλεήµων. Εἶχε καταστεῖ τόσο σεβάσµιος, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ εἰδωλολάτρες τὸν σέβονταν.

Τελικά, εἰρηνικὰ παρέδωσε τὴν µακάρια ψυχή του στὸ Θεὸ (τὸ 620 µ.Χ.). Καὶ εἶναι

µακάρια ἡ ψυχή του, διότι ὁ Κύριος λέει: «Μακάριοι οἱ ἐλεήµονες, ὅτι αὐτοὶ

ἐλεηθήσονται». Μακάριοι, δηλαδή, εἶναι οἱ εὐσπλαχνικοὶ στὴ δυστυχία τοῦ πλησίον,

διότι αὐτοὶ θὰ ἐλεηθοῦν ἀπὸ τὸ Θεό.






Ὁ Ὅσιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής


Γι΄αὐτὸν ἀναφέραµε στὸ βιογραφικὸ σηµείωµα τοῦ γιοῦ του Θεοδούλου, ποὺ ἡ µνήµη του γιορτάζεται τὴν 14η Ἰανουαρίου. Ἀλλὰ ὁ Σ. Εὐστρατιάδης στὸ Ἁγιολόγιό του γράφει καὶ τὰ ἑξῆς: «Οὗτος ἦν διάσηµος ἐν λόγοις καὶ ἐν ἀξιώµατι, ἔπαρχος Κωνσταντινουπόλεως καὶ εὐσεβέστατος, ζῶν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379-395) [εἰκάζω µᾶλλον ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Β΄ (408-450)], κατὰ δὲ τὸν Συναξαριστὴν Νικόδηµου (οὐχὶ ὀρθῶς) ἐπὶ Μαυρικίου (582-602)· συζευχθεὶς µετὰ γυναικὸς ἀπέκτησε τέκνα δυό, ἓν ἄῤῥεν καὶ ἓν θήλυ· ἀλλὰ ἄσβεστον ζῆλον ἔχων πρὸς τὴν µοναχικὴν πολιτείαν, κατέπεισε τὴν σύζυγον αὐτοῦ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν Κωνσταντινούπολιν

καὶ ἦλθον εἰς Ἄλεξανδρειαν ἐκεῖ διεχωρίσθησαν ἀπ΄ ἀλλήλων, καὶ ἡ µὲν γυνὴ ἔλαβε

µέθ΄ ἑαυτῆς τὸ θυγάτριον, ὁ δὲ Νεῖλος τὸν υἱὸν αὐτοῦ Θεόδουλον, µεθ΄ οὗ ἀπῆλθεν εἰς

τὸ ὄρος Σινᾶ πρὸς ἄσκησιν ἀλλ΄ ἐκεῖ ἐπιπεσόντες βάρβαροι ἀπήγαγαν µεταξὺ ἄλλων

καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ, διὰ τὸν ὁποίον ἔκλαιε καὶ ἐθρήνει πικρῶς (ἴδ. Ἀββάδες τριάκοντα

ὀκτὼ οἱ ἐν Σινᾶ, Ἰανουαρ. 14). Εἰς τὴν ἐρηµικὴν ἐκείνην ἀνάπαυσιν ἠσχολήθη εἰς

συγγραφὰς ἀσκητικῶν ἔργων, µαρτυρούντων τὴν σοφίαν αὐτοῦ καὶ τὸν πρὸς ἄσκησιν

ἔρωτα. Ἐν νηστείαις καὶ προσευχαῖς διαβιώσας, ἐκοιµήθη ἐν εἰρήνῃ. Τὰ ἱερὰ αὐτοῦ ὀστᾶ

µετακοµίσθησαν ὑπὸ τοῦ βασιλέως Ἰουστίνου (518-527) καὶ κατετέθησαν ἐν τῷ ναῷ τοῦ

ἀποστόλου Παύλου ἐν τῷ Ὀρφανοτροφείῳ κάτωθεν τοῦ θυσιαστηρίου. Ἂν τοῦτο

ἀληθεύῃ, ἡ τοῦ Συναξαριστοῦ πληροφορία, ὅτι ἐπὶ Μαυρικίου ἤκµασε, δὲν στηρίζεται».






Ὁ Ὅσιος Νεῖλος ὁ Μυροβλύτης



Αὐτὸς ἦταν ἀπὸ τὴν Κυνουρία καὶ ἀσκήτευε στὴ Μεγίστη Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ καὶ ἀργότερα τὸ ἱερό του λείψανο ἀνέβλυσε µύρο. Τὴν ἡµέρα αὐτὴ γιορτάζεται ἡ κοίµηση τοῦ Ὅσιου αὐτοῦ, ἐνῷ τὴν 7η Μαΐου ἡ εὕρεση τῶν τιµίων λειψάνων του.






Ὁ Ὅσιος Μαρτῖνος ὁ θαυµατουργὸς ἐπίσκοπος Φραγκιᾶς



Ἔζησε τὸν 4ο αἰῶνα µετὰ Χριστὸν καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Σαβωρία τῆς Παννονίας. Μπῆκε στὴν τάξη τῶν κατηχουµένων σὲ ἡλικία 10 ἔτων. Στὸ 15ο ἔτος τῆς ἡλικίας του κατατάχθηκε στὸ στράτευµα, ὅπου ὑπηρέτησε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Κωνσταντίνου καὶ Ἰουλιανοῦ. Ὅταν βρέθηκε στὴν Ἀµιένη, συνάντησε κάποια µέρα ἕναν ζητιάνο, ποὺ τοῦ ζήτησε ἐλεηµοσύνη. Ἐπειδὴ ὅµως δὲν εἶχε τίποτα, παρὰ µόνο τὰ ὄπλα του, ἔδωσε στὸ φτωχὸ τὸν µανδύα του. Τὴν ἑποµένη νύχτα, ἐµφανίστηκε σ΄ αὐτὸν ὁ Κύριος, καὶ τοῦ εἶπε: «Μαρτίνε, ἂν καὶ κατηχούµενος ἀκόµα, µὲ ἐνεδύθης δώσας εἰς τὸν ἐπαίτην τὸ φόρεµα αὐτό». Ὁ Μαρτίνος βαπτίστηκε καὶ πῆγε στὸν περίφηµο ἅγιο Ἰλάριο ἐπίσκοπο τῆς πόλης Ποατιὲρ τῆς Γαλλίας. Ἐκεῖ, ἐκπαιδεύτηκε καλὰ στὶς ἀλήθειες τοῦ χριστιανισµοῦ καὶ χειροτονήθηκε κληρικός. Ὑπηρέτησε στὸ ἀξίωµα αὐτὸ µὲ πολὺ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση. Κατόπιν, ἔγινε ἐπίσκοπος τῆς πόλης Τοὺρ ἐπίσης τῆς Γαλλίας καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ἁγία του ζωὴ καὶ τὶς ὑπηρεσίες του στὴν πίστη. Ἐνίσχυε τὸ θρησκευτικὸ συναίσθηµα τοῦ ποιµνίου του, µεριµνοῦσε γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ τὰ ὀρφανὰ καὶ µάλιστα κατάρτισε 80 µαθητές, ποὺ ἐγκατάστησε σὲ Μονή. Σὲ κάποιο

χωριὸ τῆς ἐπισκοπῆς του ὅµως, τὴν Κάνδη, ἀῤῥώστησε καὶ ἀπεβίωσε σὲ ἡλικία 81 ἐτῶν.

Ἄλλη πηγὴ ὅµως, ἔχει διαφορετικὸ τὸ βιογραφικό του σηµείωµα. Ἀναφέρει ὅτι ἦταν


κόµης καὶ στρατηγὸς ἐπὶ βασιλείας Τραϊανοῦ (98-117). Ἀπαρνήθηκε τὰ ἀξιώµατα καὶ τὴν κοσµικὴ δόξα καὶ ἔγινε µοναχός. Γιὰ ἑπτὰ ὁλόκληρα χρόνια ἀσκήθηκε στὴ

µοναχικὴ ζωὴ καὶ στὴν ἀνάγνωση τῶν Ἁγίων Γραφῶν. Γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς του καὶ τὶς µεγάλες του ἀρετές, ἐκλέχτηκε ἐπίσκοπός της πόλης Κωνσταντῖνος τῆς Γαλλίας. Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἔζησε σύµφωνα µὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου πέθανε εἰρηνικὰ σὰν θαυµατουργός.






Ὁ Προφήτης Ἀχία



Ἔζησε ἐπὶ τῶν βασιλέων Σολοµῶντος καὶ Ἱεροβοάµ, καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Σηλώµ. Σ΄

αὐτὸν ἀποδίδονται οἱ λόγοι, ποὺ «ἐλαλήθησαν ἐν ὀνόµατι Κυρίου» πρὸς τὸν

Σολοµῶντα, ὅταν ἔκτιζε τὸν ναὸ στὴν Ἱερουσαλήµ. Τότε δηλαδὴ θὰ πραγµατοποιοῦσε ὁ

Θεὸς καὶ στὸ δικό του πρόσωπο, ὅσα εἶχε ἐξαγγείλει στὸν πατέρα του Δαβίδ, ὅταν

βέβαια καὶ αὐτὸς θὰ βάδιζε στὰ διδάγµατά Του καὶ ἐκτελοῦσε τὶς κρίσεις Του καὶ

τηροῦσε ὅλες τὶς ἐντολές Του. Ὅταν ὅµως κάποτε ὁ Σολοµῶν παρεξέκλινε τοῦ θεϊκοῦ

δρόµου, διὰ τοῦ Ἀχία πάλι ὁ Κύριος γνωστοποίησε σ΄ αὐτὸν ὅτι θὰ τὸν τιµωροῦσε

κάνοντας κοµµάτια τὴν βασιλεία του. Κατόπιν ὁ προφήτης ἐστάλη στὸν Ἱεροβοάµ, τὸν

γιὸ τῆς χήρας Σερουᾶ. Μόλις τὸν συνάντησε, ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήµ, τοῦ πῆρε τὸ

καινούριο του ἱµάτιο καὶ τὸ ἔσχισε σὲ δώδεκα τεµάχια. Ὁ Ἱεροβοάµ, παρακολουθοῦσε

ἔκπληκτος τὴν πράξη αὐτὴ τοῦ προφήτη. Αὐτὸς δέ, ἔδωσε σ΄ αὐτὸν τὰ δέκα τεµάχια καὶ

τοῦ εἶπε, ὅτι µετὰ τὸ θάνατο τοῦ Σολοµῶντα ἔτσι ὁ Θεὸς θὰ κοµµατίαζε τὴν βασιλεία

του, γιὰ νὰ δώσει τὶς δέκα φυλὲς στὴν ἐξουσία τοῦ Ἱεροβοάµ. Αὐτὰ ἀφοῦ προφήτευσε ὁ

Ἀχία, πέθανε εἰρηνικὰ καὶ τὸν ἔθαψαν κοντὰ στὴ Βελανιδιὰ τοῦ Σιλώµ.






Ὁ Ἅγιος Ἀρσάκιος



Μαρτύρησε διὰ ξίφους.






Ὁ Ὅσιος Μαρτῖνος ἐπίσκοπος Ταρακίνης



Βλέπε βιογραφικό του σηµείωµα τὴν 10η Νοεµβρίου.






Οἱ Ἅγιοι Ἀντώνιος, Ζεβινᾶς, Γερµανὸς, Νικηφόρος καὶ Μαραθὼ ἡ παρθένος



Ἔλαβαν ὅλοι τὰ µαρτυρικὰ στεφάνια στὰ χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ. Οἱ µὲν τέσσερις πρῶτοι ἀποκεφαλίστηκαν στὴν Καισαρεία, ἡ δὲ Μαραθὼ ἡ παρθένος στὴ Σκυθούπολη τῆς Κοίλης Συρίας, ὅπου τὴν ἔριξαν µέσα στὴ φωτιὰ καὶ κάηκε ζωντανή.


Ὁ Ἅγιος Λέων Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως



Εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐπονοµάστηκε Στυππῆς. Πατριάρχευσε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Ἰωάννη Κοµνηνοῦ τὰ ἔτη 1134-1143 κατὰ τὸν Μελέτιο (σελ. 17 τοῦ Γ΄ τόµου). Προηγουµένως ἦταν πρεσβύτερος καὶ οἰκονόµος τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ διαδέχτηκε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸν Ἰωάννη τὸν Ἀγαπητό. Ἀφοῦ κυβέρνησε µὲ θεοπρέπεια τὸ ποίµνιό του, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ἅγιος Σάββας Νιγδελὴς ὁ Σαµολαδᾶς, Νεοµάρτυρας



Καταγόταν ἀπὸ τὴν Νίγδη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ µαρτύρησε γιὰ τὴ χριστιανικὴ πίστη στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀφοῦ τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 12 Νοµεβρίου 1726 στὴν τοποθεσία Κουτσοὺκ Καραµάνι. Ὁ λόγος τῆς συλλήψεώς του ὑπῆρξε ἄφθονος τῶν Τούρκων, διότι ὁ Ἅγιος εἶχε µὲ τὴν τίµια ἐργασία του, γίνει πολὺ πλούσιος καὶ ἤθελαν νὰ τοῦ ἁρπάξουν τὴν περιουσία.






Ὁ Ἅγιος Νικόλας ὁ Νεοµάρτυρας ἀπὸ τὴν Ἐνορία τῶν Ἕξι Μαρµάρων



Πολλὲς πληροφορίες γιὰ τὴ ζωή του δὲν ἔχουµε. Ὁ ἔνδοξος αὐτὸς Νεοµάρτυρας τῆς χριστιανικῆς πίστης, µαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ τὴν εὐσέβειά του τὸ ἔτος

1732. Ἡ µνήµη του καθιερώθηκε νὰ γιορτάζεται στὶς 12 Νοεµβρίου.






Τῇ πρώτῃ Κυριακῇ µετὰ τὴν 11ην τοῦ παρόντος µηνός, µνήµην ποιοῦµεν τῆς εὑρέσεως καὶ ἀνακοµιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡµῶν Γρηγορίου ἐπισκόπου Ἀσσοῦ (Μυτιλήνης), τοῦ θαυµατουργοῦ (1935-6)






Ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ, ἐπίσκοπος


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 13



     Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστοµος, Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

     Ὁ Ἅγιος Δαµασκηνός, ὁ Νέος Ὁσιοµάρτυρας ὁ Κωνσταντινουπολίτης

     Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων, ὁ Ἴβηρ (+ 882)






Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστοµος, Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως



Ὁ µεγάλος αὐτὸς πατέρας καὶ διδάσκαλος τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχεια τὸ 347 µ.Χ. Πατέρας του ἦταν ὁ στρατηγὸς Σεκοῦνδος καὶ

µητέρα του ἡ Ἀνθοῦσα. Γρήγορα ἔµεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα, καὶ ἡ µητέρα του - χήρα τότε 20 ἐτῶν - τὸν ἀνέθρεψε καὶ τὸν µόρφωσε κατὰ τὸν καλύτερο χριστιανικὸ τρόπο. Ἦταν εὐφυέστατο µυαλὸ καὶ σπούδασε πολλὲς ἐπιστῆµες στὴν Ἀντιόχεια - κοντὰ στὸν τότε διάσηµο ῥήτορα Λιβάνια - ἀλλὰ καὶ στὴν Ἀθήνα, µαζὶ µὲ τὸν ἀγαπηµένο του φίλο Μ. Βασίλειο. Ὅταν ἀποπεράτωσε τὶς σπουδές του ἐπανῆλθε στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἀποσύρθηκε στὴν ἔρηµο γιὰ πέντε χρόνια, ὅπου ἀσκήτευε προσευχόµενος καὶ

µελετῶντας τὶς Ἅγιες Γραφές. Ἀσθένησε ὅµως καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου χειροτονήθηκε διάκονος -τὸ 381, σὲ ἡλικία 34 ἐτῶν - ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀντιοχείας Μελέτιο. Ἀργότερα δὲ ἀπὸ τὸν διάδοχο τοῦ Μελετίου Φλαβιανὸ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος σὲ ἡλικία 40 ἐτῶν. Κατὰ τὴν ἱερατική του διακονία ἀνέπτυξε ὅλα τὰ ψυχικά του χαρίσµατα, πύρινο θεῖο ζῆλο καὶ πρωτοφανὴ εὐγλωττία στὰ κηρύγµατά του. Ἔσειε καὶ συγκλόνιζε τὰ πλήθη τῆς Ἀντιοχείας καὶ συγκινοῦσε τὶς ψυχές τους βαθύτατα. Ἡ φήµη του αὐτὴ ἔφτασε µέχρι τὴν βασιλεύουσα καὶ ἔτσι, τὴν 15η Δεκεµβρίου 397, µὲ κοινὴ ψῆφο βασιλιὰ Ἀρκαδίου καὶ Κλήρου, ἔγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, κάτι ποὺ ὁ ἴδιος δὲν ἐπεδίωξε ποτέ. Καὶ ἀπὸ τὴν θέση αὐτὴ ὁ ἱερὸς Χρυσόστοµος, ἐκτὸς ἄλλων, ὑπῆρξε αὐστηρὸς ἀσκητὴς καὶ δεινὸς ἑρµηνευτὴς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ πολλὰ συγγράµµατά του (διασώθηκαν 804, περίπου, ὁµιλίες του). Ἔργο ἐπίσης τοῦ Χρυσοστόµου εἶναι καὶ ἡ Θεία Λειτουργία, ποὺ τελοῦµε σχεδὸν κάθε Κυριακή, µὲ λίγες µόνο, ἀπὸ τότε µετατροπές. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστοµος κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πατριαρχείας του, ὑπῆρξε ἀδυσώπητος ἐλεγκτὴς κάθε παρανοµίας καὶ κακίας. Αὐτὸ ὅµως ἔγινε αἰτία νὰ δηµιουργήσει φοβεροὺς ἐχθρούς, καὶ µάλιστα αὐτὴν τὴν αὐτοκράτειρα Εὐδοξία, ἐπειδὴ ἤλεγχε τὶς παρανοµίες της. Αὐτὴ µάλιστα, σὲ συνεργασία µὲ τὸν τότε Πατριάρχη Ἀλεξαδρείας Θεόφιλο (ἑνὸς

µοχθηροῦ καὶ ἀσεβοῦς ἀνθρώπου), συγκάλεσε σύνοδο (παράνοµη) ἀπὸ 36 ἐπισκόπους (ὅλοι τους πνευµατικὰ ὕποπτοι καὶ δυσαρεστηµένοι ἀπὸ τὸν ἅγιο) στὸ χωριὸ Δρῦς τῆς Χαλκηδόνας καὶ πέτυχε τὴν καθαίρεση καὶ ἐξορία τοῦ Ἁγίου σ᾿ ἕνα χωριὸ τῆς Βιθυνίας. Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ ὅµως, τόσο ἐξερέθισε τὰ πλήθη, ὥστε ἀναγκάστηκε αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Εὐδοξία νὰ τὸν ἀνακαλέσει ἀπὸ τὴν ἐξορία καὶ νὰ τὸν ἀποκαταστήσει στὸ θρόνο µὲ ἄλλη συνοδικὴ ἀθωωτικὴ ἀπόφαση (402). Ἀλλὰ λίγο ἀργότερα, ἡ ἀσεβὴς αὐτὴ αὐτοκράτειρα, κατάφερε καὶ πάλι νὰ ἐξορίσει τὸν Ἅγιο (20 Ἰουνίου 404) στὴν Κουκουσὸ τῆς Ἀρµενίας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὰ Κόµανα, ὅπου µετὰ ἀπὸ πολλὲς κακουχίες καὶ ἄλλες ταλαιπωρίες πέθανε τὸ 407 µ.Χ. Ὁ Μ.Ι. Γαλανὸς στὸν Συναξαριστή του, µεταξὺ τῶν ἄλλων, ἀναφέρει γιὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστοµο, ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἀναγνωρίζεται ὡς ὁ πιὸ ἄριστος καὶ δηµοφιλὴς διδάσκαλος τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Κανένας δὲν ἐξήγησε ὅπως αὐτός, µὲ τόσο πλοῦτο καὶ τόση σαφήνεια τὰ νοήµατα τῶν θείων Γραφῶν, οὔτε δὲ


ὑπῆρξε ἐφάµιλλός του στὴν ἑτοιµολογία, τὴν ἁπλότητα, ἀλλὰ καὶ στὴ φλόγα καὶ τὴ δύναµη τῆς ῥητορείας. Ὑπῆρξε ῥήτορας θαυµαστός, λογοτέχνης ἀπαράµιλλος, βαθύτατος καὶ διεισδυτικότατος, ψυχολόγος καὶ καταπληκτικὸς κοινωνιολόγος µὲ αἴσθηµα χριστιανικῆς ἰσότητας, χωρὶς προνοµιούχους, µὲ καθολικὴ ἀδελφότητα. Ἀνήκει σ᾿ αὐτοὺς ποὺ φαίνονται «ὡς φωστῆρες ἐν κόσµῳ», δηλαδὴ σὰν φωτεινὰ ἀστέρια µέσα στὸν κόσµο. Νὰ σηµειώσουµε ἐδῶ, ὅτι ὁ ἱερὸς Χρυσόστοµος πέθανε τὴν

14η Σεπτεµβρίου, ἀλλὰ λόγω ἑορτῆς τῆς ὑψώσεως τοῦ Τιµίου Σταυροῦ µετατέθηκε ἡ ἑορτὴ τῆς µνήµης του τὴν 13η Νοεµβρίου. Ἐπίσης τὴν 15η Δεκεµβρίου ἑορτάζουµε τὴ χειροτονία του σὲ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τὴν 27ή Ἰανουαρίου τὴν ἀνακοµιδὴ τῶν λειψάνων του, ἀλλὰ ἡ µνήµη του ἑορτάζεται καὶ τὴν 30ή Ἰανουαρίου µαζὶ µὲ τὸν Μ. Βασίλειο καὶ τὸν Ἁγ. Γρηγόριο τὸν Θεολόγο. Καὶ τέλος τὴν 26η Φεβρουαρίου

ἑορτάζουµε τὴν µνήµη τῆς χειροτονίας του σὲ πρεσβύτερο.






Ὁ Ἅγιος Δαµασκηνός ὁ Νέος Ὁσιοµάρτυρας ὁ Κωνσταντινουπολίτης



Καταγόταν ἀπὸ τὸν Γαλατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ὀνοµαζόταν Διαµαντῆς. Οἱ γονεῖς του, εὐσεβεῖς χριστιανοί, ὀνοµαζόταν Κυριάκος καὶ Κυριακή. Ὁ Διαµαντὴς σὲ

µικρὴ ἡλικία ἔµεινε ὀρφανός, καὶ γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν ὀργὴ τῶν Τούρκων, γιὰ κάποιο του παράπτωµα, ἀναγκάστηκε νὰ ἀσπαστεῖ τὸν ἰσλαµισµό. Ἀργότερα ὅµως µετανόησε καὶ πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ, στὸ Μοναστήρι τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἔγινε µοναχὸς µὲ τὸ ὄνοµα Δαµασκηνὸς καὶ ἀσκήθηκε στὴν ἀρετὴ γιὰ 12 χρόνια. Τὸν κατέλαβε ὅµως ὁ πόθος τοῦ µαρτυρίου καὶ µαζὶ µὲ τὸν ἀπερχόµενο ἀπὸ τὴν Λαύρα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Διονύσιο, ἦλθε στὴ Βασιλεύουσα. Ἐκεῖ δηµόσια κήρυττε τὸν Χριστὸ καὶ προέτρεπε τοὺς µουσουλµάνους ν᾿ ἀρνηθοῦν τὸν Μωάµεθ. Οἱ Τοῦρκοι τὸν πέρασαν γιὰ τρελὸ καὶ στὴν ἀρχὴ δὲν τοῦ ἔδωσαν σηµασία. Ἀλλ᾿ ὁ Δαµασκηνός µε τὰ κηρύγµατά του ἔγινε τόσο προκλητικὸς στοὺς Τούρκους, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ τὸν συλλάβουν καὶ ἀφοῦ σκληρὰ τὸν βασάνισαν, τὸν ἀποκεφάλισαν µπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ Πατριαρχείου στὶς 13 Νοεµβρίου 1681. Τὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου, στὴ νῆσο Χάλκη.






Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων, ὁ Ἴβηρ (+ 882)



Πιθανὸν νὰ εἶναι ὁ ἴδιος µ᾿ αὐτὸν τῆς 19ης Νοεµβρίου.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 14



     Ὁ Ἅγιος Φίλιππος ὁ Ἀπόστολος

     Ὁ Ἅγιος Στάχυς ἐπίσκοπος Ἱεραπόλεως

     Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὁ Θαυµατουργός

     Ὁ Ἅγιος Θωµᾶς ὁ Β΄ ὁ νέος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

     Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Ὑδραῖος Νεοµάρτυρας

     Ὁ Ἅγιος Παντελεήµων ὁ Νεοµάρτυρας, ἐν Κρήτῃ

     Ὁ Ἅγιος Dubritius (Οὐαλλός)







Ὁ Ἅγιος Φίλιππος ὁ Ἀπόστολος



Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα µαθητὲς τοῦ Κυρίου. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Βηθσαϊδᾶ τῆς Γαλιλαίας, ἀπ΄ ὅπου καὶ ὁ Ἀνδρέας µὲ τὸν Πέτρο. Τὸν κάλεσε µαθητή Του ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, καὶ κατόπιν ὁ Φίλιππος ἔφερε στὸν Κύριο τὸ Ναθαναήλ. Παραθέτουµε ὁρισµένα χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης, στὰ ὁποῖα ὁ ἀναγνώστης µπορεῖ νὰ µάθει περισσότερα γιὰ τὸ Φίλιππο, σχετικά µε τὴ ζωὴ τοῦ κοντὰ στὸ Χριστό: Ματθ. ι΄ -3, Μαρκ. γ΄ -18, Λουκ. στ΄ -14, Ἰω. α΄ 44-49, Ἰω. ιβ΄ 20-23, Πράξ. α΄ 13. Ἀξίζει, ὅµως, νὰ ἀναφέρουµε ἕνα διάλογο ποὺ εἶχε ὁ Φίλιππος µὲ τὸν Κύριο, ὅπου δίνει ἀφορµὴ στὸν Κύριο νὰ φανερώσει ὁ ἴδιος ὅτι εἶναι ὁµοούσιος µε τὸν Πατέρα Θεό. Εἶπε λοιπὸν ὁ Φίλιππος: «Κύριε, δεῖξον ἡµῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡµῖν». Κύριε, ἀποκάλυψέ µας, δεῖξε

µας τὸν Πατέρα, καὶ αὐτό µας ἀρκεῖ. Καὶ ὁ Κύριος µεταξὺ ἄλλων τοῦ ἀπάντησε: «Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐµοί ἐστι; τὰ ῥήµατα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑµῖν, ἀπ΄ ἑµαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐµοὶ µένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα». Δὲν πιστεύεις, Φίλιππε, ὅτι ἐγὼ εἶµαι ἀχώριστα συνδεδεµένος µὲ τὸν Πατέρα, ὥστε ἐγὼ νὰ εἶµαι καὶ

νὰ µένω µέσα στὸν Πατέρα καὶ ὁ Πατέρας νὰ εἶναι καὶ νὰ µένει µέσα µου; Εἶµαι δὲ τόσο πολὺ ἑνωµένος, ὥστε αὐτὰ ποὺ σᾶς διδάσκω δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν ἑαυτό µου. Ἀλλὰ ὁ Πατέρας µου ποὺ µένει µέσα µου, αὐτὸς ἐνεργεῖ τὰ ὑπερφυσικὰ ἔργα. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Φίλιππος κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς Πάρθους καὶ πέθανε µαρτυρικὰ στὴν Ἱεράπολη τῆς Συρίας.






Ὁ Ἅγιος Στάχυς ἐπίσκοπος Ἱεραπόλεως



Στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδηµου καὶ στὴ βιογραφία τοῦ πιὸ πάνω ἀποστόλου Φιλίππου, ἀναφέρεται ὅτι µετὰ τὸν θάνατο αὐτοῦ, ὁ συνοδεύων αὐτὸν ἀπόστολος Βαρθολοµαῖος, ἔκανε τὸν Στάχυν ἐπίσκοπο Ἱεραπόλεως. Σ΄ ἄλλους ὅµως Συναξαριστές, τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται.






Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὁ Θαυµατουργός


Δεινὸς θεολόγος καὶ διαπρεπέστατος ῥήτορας καὶ φιλόσοφος ὁ Γρηγόριος, δὲν γνωρίζουµε τὸ χρόνο καὶ τὸν τόπο τῆς γέννησής του. (Ὁ Σ. Εὐστρατιάδης ὅµως, στὸ ἁγιολόγιό του, ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος γεννήθηκε τὸ 1296 στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Συγκλητικὸ καὶ τὴν εὐσεβέστατη Καλλονή). Ξέρουµε ὅµως, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτο µισό του 14ου αἰῶνα ἦταν στὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀπ΄ ὅπου καὶ ἀποσύρθηκε στὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν ἡσυχότερης ζωῆς, καὶ ἀφιερώθηκε στὴν ἠθική του τελειοποίηση καὶ σὲ διάφορες µελέτες. Ὅταν ὅµως ξέσπασε ἡ περίφηµη διχόνοια γιὰ τοὺς ἁγιορεῖτες Ἡσυχαστές, κατὰ τῶν ὁποίων ἐπετέθη ὁ µοναχὸς Βαρλαὰµ ὁ Καλαβρίας, ὁ Γρηγόριος πῆγε στὴ Θεσ/νίκη καὶ ἀναδείχτηκε ὁ ὀρθόδοξος ἡγέτης στὴ µεγάλη ἐκείνη θεολογικὴ πάλη. Τὸ ζητούµενο τῆς πάλης αὐτῆς ἦταν κυρίως τὸ µεθεκτικὸν ἢ ἀµέθεκτον τῆς θείας οὐσίας. Ὁ Γρηγόριος, ὁπλισµένος µὲ µεγάλη πολυµάθεια καὶ ἰσχυρὴ κριτικὴ γιὰ θέµατα ἁγίων Γραφῶν, διέκρινε µεταξὺ θείας οὐσίας ἀµεθέκτου καὶ θείας ἐνεργείας µεθεκτῆς. Καὶ αὐτὸ τὸ στήριξε σύµφωνα µὲ τὸ πνεῦµα τῶν Πατέρων καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐπικύρωσε τὴν ἑρµηνεία του µὲ τέσσερις Συνόδους. Στὴν τελευταία, ποὺ ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1351, ἦταν καὶ ὁ ἴδιος ὁ Παλαµᾶς. Ἀλλ΄ ὁ Γρηγόριος ἔγραψε πολλὰ καὶ διάφορα θεολογικὰ ἔργα, περίπου 60. Ἀργότερα ὁ Πατριάρχης Ἰσίδωρος, τὸν ἐξέλεξε ἀρχικὰ ἐπίσκοπο Θεσ/νίκης. Λόγω ὅµως τῶν τότε ζητηµάτων, ἀποχώρησε πρόσκαιρα στὴ Λῆµνο, ἀλλὰ κατόπιν ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του. Πέθανε τὸ 1360 καὶ τιµήθηκε ἀµέσως σὰν Ἅγιος. Ὁ Πατριάρχης Φιλόθεος, ἔγραψε τὸ 1376 ἐγκωµιαστικὸ λόγο στὸ Γρηγόριο Παλαµᾶ, µαζὶ καὶ ἀκολουθία. Καὶ ὅρισε τὴν ἐκκλησιαστικὴ µνήµη του στὴ Β΄ Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.






Ὁ Ἅγιος Θωµᾶς ὁ Β΄ ὁ νέος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως



Αὐτὸς ἦταν διάκονος καὶ χαρτοφύλακας τῆς Ἁγίας Σοφίας, κατὰ τὸν Νικηφόρο Κάλλιστο, ἐκλέχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τὸ 665 καὶ διαδέχτηκε τὸν Πέτρο. Παρέµεινε στὸ θρόνο µέχρι τὸ 668, τὸν ὁποῖο θεάρεστα κυβέρνησε καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ (Παρισινὸς Κώδικας 259). (Ἡ µνήµη του, ἀπὸ ὁρισµένους Συναξαριστές, τοποθετεῖται καὶ τὴν 15η Νοεµβρίου).






Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Ὑδραῖος Νεοµάρτυρας



Γεννήθηκε στὴν Ὕδρα καὶ ὁ πατέρας του ὀνοµαζόταν Μιχαήλ, ἡ δὲ µητέρα του Μαρίνα.

Δεκαοκτὼ χρονῶν ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ὕδρα καὶ πῆγε στὴ Ῥόδο, κοντὰ στὸν Τοῦρκο

ἡγεµόνα Χασᾶν Καπετάν. Ἐκεῖ ὁ Κωνσταντῖνος παρασύρθηκε καὶ ἐξισλαµίστηκε, µὲ τὸ

ὄνοµα Χασᾶν, καὶ γιὰ τρία χρόνια ἀπολάµβανε µεγάλες τιµές. Ἀργότερα ὅµως,

συναισθάνθηκε τὸ ὀλίσθηµά του καὶ ἄρχισε νὰ µετανοεῖ. Ἔκανε ἐλεηµοσύνες καὶ

ἔκλαψε πικρά. Τελικά, γιὰ νὰ ἐξιλεωθεῖ ἀποφάσισε νὰ µαρτυρήσει. Βρῆκε λοιπὸν

κάποιο πνευµατικό, ἐξοµολογήθηκε καὶ ζήτησε τὴν εὐχή του νὰ µαρτυρήσει. Ὁ

πνευµατικὸς του ὅµως τὸν ἀπέτρεψε, διότι φοβήθηκε τὸ νεαρό της ἡλικίας του. Ὁ

Κωνσταντῖνος ἔκανε ὑπακοή, ἐγκατέλειψε τὴν Ῥόδο καὶ πῆγε στὴν πόλη Κρίµι, κατόπιν

στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Στὴν Μονὴ Ἰβήρων,

προετοιµάστηκε γιὰ τὸ µαρτύριο καὶ ἀφοῦ πῆρε τὴν εὐχὴ τῶν πατέρων ἦλθε στὴ Ῥόδο.


Ἐκεῖ, παρουσιάστηκε στὸν ἡγεµόνα καὶ µὲ θάῤῥος ὁµολόγησε τὸν Χριστό. Τὰ βασανιστήρια ποὺ ἀκολούθησαν ἦταν φρικτά. Τελικὰ τὸν ἀπαγχόνισαν στὶς 14

Νοεµβρίου 1800. Σήµερα, στὴ γενέτειρά του τὴν Ὕδρα, ὑπάρχει λαµπρότατος Ναὸς στὸ ὄνοµά του, ὅπου βρίσκεται καὶ τὸ ἱερό του λείψανο.






Ὁ Ἅγιος Παντελεήµων ὁ Νεοµάρτυρας, ἐν Κρήτῃ



Καταγόταν ἀπὸ τὶς Σπέτσες καὶ µαρτύρησε στὴν Κρήτη τὸ 1848.






Ὁ Ἅγιος Dubritius (Οὐαλλός)



Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 15



     Οἱ Ἅγιοι Γουρίας, Σαµωνᾶς καὶ Ἄβιβος οἱ Ὁµολογητὲς (Ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν

Χριστουγέννων)

     Ὁ Ὅσιος Κυντίων (ἢ Κυντιρίων ἢ Κυντιανὸς ἢ Κυντιριανός) ἐπίσκοπος

Σελευκείας

     Μνήµη τῶν εὐσεβῶν βασιλέων Ἰουστίνου καὶ Θεοδώρας

     Οἱ Ἅγιοι Ἐλπίδιος, Μάρκελλος καὶ Εὐστόχιος

     Ὁ Ἅγιος Δηµήτριος

     Οἱ Ἅγιοι Εὐψύχιος, Νέαρχος καὶ Καρτέριος

     Ὁ Ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ (Ρῶσος)






Οἱ Ἅγιοι Γουρίας, Σαµωνᾶς καὶ Ἄβιβος οἱ Ὁµολογητὲς (Ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν

Χριστουγέννων)



Ὁ Γουρίας καὶ ὁ Σαµωνᾶς, ἀγωνιζόµενοι τὸν ἱερὸ ἀγῶνα τῆς χριστιανικῆς πίστης, συνελήφθησαν ἀπὸ τὸν ἡγεµόνα Ἀντωνῖνο, κατὰ τὸ διωγµὸ ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. Καὶ ἀφοῦ ὑπέστησαν µὲ θαυµαστὴ ὑποµονὴ πολλὰ βάσανα, ἀποκεφαλίσθηκαν. Ὁ Ἄβιβος ἔζησε λίγα χρόνια ἀργότερα καὶ ἦταν ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῆς Ἔδεσσας ποὺ ὀνοµαζόταν Ἀποθελσαία. Τότε βασιλιὰς ἦταν ὁ Λικίνιος, ὁ γνωστὸς ἀντίπαλος τοῦ Μ. Κωνσταντίνου. Ὁ Ἄβιβος, λοιπόν, προχειρίσθηκε ἱεροδιάκονος καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν

µεγάλη εὐσέβειά του καὶ τὸν πολὺ ζῆλο γιὰ τὸ ὑπούργηµά του. Ἰδιαίτερα, ὅµως, διακρινόταν γιὰ τὴν θερµὴ ἀγάπη του στὸ ἱερὸ κήρυγµα, τηρῶντας τὸ θεόπνευστο λόγο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ποὺ λέει: «Κήρυξαν τὸν λόγον, ἐπιστήθι εὐκαίρως ἀκαίρως, ἔλεγξαν, ἐπιτίµησαν, παρακάλεσαν, ἐν πάσῃ µακροθυµίᾳ καὶ διδαχῇ». Κήρυξε, δηλαδή, τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, στάσου ἐπιτηρητὴς καὶ καθοδηγὸς στοὺς ἀκροατές σου, ὄχι µόνο σὲ κατάλληλες περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ σ΄ ἐκεῖνες ποὺ φαίνονται ἀκατάλληλες περιστάσεις, ἔλεγξε, ἐπίπληξε, παρηγόρησε µὲ κάθε µακροθυµία καὶ µὲ κάθε µέθοδο διδασκαλίας.

Ὁ ἡγεµόνας Λυσανίας, ὅταν εἶδε τὸν Ἄβιβο νὰ προσελκύει πολλοὺς εἰδωλολάτρες µὲ τὸ θερµό του κήρυγµα, τὸν συνέλαβε. Καὶ ἀφοῦ τὸν κρέµασε σὲ στύλο καὶ τὸν ἔσχισε µὲ σιδερένια νύχια, ἔπειτα τὸν ὁδήγησε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, ὅπου τὸν ἔριξε µέσα στὴ φωτιά, καὶ ἔτσι ὁ Ἄβιβος παρέδωσε τὸ πνεῦµα του στὸ Θεό.






Ὁ Ὅσιος Κυντίων (ἢ Κυντιρίων ἢ Κυντιανὸς ἢ Κυντιριανός) ἐπίσκοπος Σελευκείας



Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς 318 Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουµενικῆς Συνόδου στὴ Νίκαια τῆς

Βιθυνίας. Ὑπῆρξε ἀσκητικός, ἀλλὰ καὶ θαυµατουργός. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.


Μνήµη τῶν εὐσεβῶν βασιλέων Ἰουστίνου καὶ Θεοδώρας



Ἐδῶ τὰ πράγµατα εἶναι λίγο συγκεχυµένα. Ἄλλες πῆγες ἀναφέρουν αὐτὴ τὴν µέρα τὴν

µνήµη Ἰουστινιανοῦ καὶ Θεοδώρας καὶ ἄλλες Ἰουστίνου καὶ Εὐφηµίας. Πάντως ὅσο

ἀφορᾷ τὸν Ἰουστίνο, καταγόταν ἀπὸ τὴν Θρᾴκη καὶ προηγουµένως ἦταν βοσκὸς

προβάτων καὶ χοίρων. Κατόπιν ἔγινε στρατιώτης, ἔπειτα κόµης καὶ στὸ τέλος βασιλιὰς

τὸ 518. Εἶχε δὲ γυναῖκα κάποια Λουπικία, ποὺ τὴν ἔκανε Αὐγούστα καὶ µετονόµασε

Εὐφηµία. Ὅταν πέθανε ἡ γυναῖκα του αὐτή, πῆρε ἄλλη µὲ τὸ ὄνοµα Θεοδώρα. Ὁ

Ἰουστίνος, ἂν καὶ ἀγράµµατος, συµµάζεψε καὶ νοικύρεψε τὸ κράτος καὶ ὑπῆρξε πολὺ

εὐσεβὴς χριστιανὸς βασιλιάς, βοηθῶντας παντοιοτρόπως τὴν Ἐκκλησία. Βασίλευσε

ἐννέα χρόνια καὶ 33 ἡµέρες.






Οἱ Ἅγιοι Ἐλπίδιος, Μάρκελλος καὶ Εὐστόχιος



Ὁ Ἐλπίδιος, µέλος τῆς Συγκλήτου, ἔζησε ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης (361 µ.Χ.). Ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τὸν ἔπιασε, τοῦ εἶπε νὰ διαλέξει µεταξὺ τῆς ἄρνησης τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ µαρτυρικοῦ θανάτου. Ὁ Ἐλπίδιος χωρὶς περιστροφὲς διάλεξε τὸ δεύτερο. Μαζὶ µ΄ αὐτὸν συµβάδισαν πρὸς τὸ µαρτύριο καὶ δυὸ συνάδελφοι φίλοι του, ὁ Μάρκελλος καὶ ὁ Εὐστοχίας. Ἀφοῦ στὶς σάρκες τους ἔριξαν καυτὸ νερό, κατόπιν ἔσπασαν τὰ ἄκρα τῶν σωµάτων τους µὲ βαρειὰ σιδερένια ῥαβδιά. Καὶ ἡ µανία τῶν ἀπίστων δὲν σταµάτησε ἐδῶ. Ἀλλὰ καὶ σ΄ αὐτὴν τὴν κατάσταση ποὺ βρίσκονταν, τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιὰ καὶ ἔτσι παρέδωσαν τὸ πνεῦµα τους, µαρτυρικὰ ὁλοκαυτώµατα ὑπὲρ τῆς ἁγίας πίστης.






Ὁ Ἅγιος Δηµήτριος



Συνελήφθη στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μαξιµιανοῦ καὶ τοῦ ἄρχοντα Πουπλίου τὸ 298. Ἀφοῦ ὑπέστη πολλὰ βασανιστήρια γιὰ τὸν Χριστό, στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν. (Καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Δαβούδιο, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν πόλη Ἀµάπασος).






Οἱ Ἅγιοι Εὐψύχιος, Νέαρχος καὶ Καρτέριος



Ἡ µνήµη τῶν τριῶν αὐτῶν µαρτύρων, ἀναφέρεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 καὶ στὸν Πατµιακὸ 266 µετὰ τῆς συνοδείας αὐτῶν. Περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὴ ζωή τους δὲν ὑπάρχουν.






Ὁ Ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ (Ρῶσος)



Ἐπιγραµµατικὰ καὶ µὲ χρονολογικὴ σειρὰ ἀναφέρουµε τὰ σηµαντικότερα γεγονότα τῆς


ζωῆς του: Γεννήθηκε στὶς 21 Δεκεµβρίου τοῦ 1722. Τὸ 1734 εἰσάγεται στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Κιέβου. Τὸ 1738 µπαίνει στὰ µοναστήρια Λιούµπετζ καὶ Μετθεντόφσκυ κοντὰ στὸ Κίεβο. Τὸ 1741 γίνεται ῥασοφόρος µοναχός, µετονοµασθεὶς Πλάτων. Τὸ 1743

µετακοµίζει στὶς σκῆτες τῆς Βλαχίας, ὅπου ζεῖ µὲ τὸν γέροντα Βασίλειο. Τὸ 1746

πηγαίνει στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ 1750 κείρεται µοναχὸς ἀπ΄ τὸν γέροντα Βασίλειο,

µετονοµασθεὶς Παΐσιος. Τὸ 1754 ξεκινᾷ τὴν κοινοβιακὴ ζωὴ µὲ τὸ Βησσαρίωνα. Τὸ 1758

χειροτονεῖται ἱερέας καὶ ἱδρύει τὴν σκήτη τοῦ Προφ. Ἠλία. Τὸ 1763 µετακινεῖται στὴ

Δραγοµίρνα. Τὸ 1775 στὴ µονὴ Σεκούλ. Τὸ 1779 στὴ µονὴ Νιαµέτς. Τὸ 1790 γίνεται

ἀρχιµανδρίτης καὶ πεθαίνει στὶς 15 Νοεµβρίου τοῦ 1794.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 16



     Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καὶ εὐαγγελιστής Ματθαῖος

     Ἡ Ἁγία Ἰφιγένεια







Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καὶ εὐαγγελιστής Ματθαῖος



Ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος, πρὶν γίνει µαθητὴς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὀνοµαζόταν Λευίς. Ὁ πατέρας του λεγόταν Ἀλφαίος καὶ ἦταν ἀπὸ τὴν Γαλιλαία. Ὁ Ματθαῖος ἔκανε τὸ ἐπάγγελµα τοῦ τελώνη, καὶ ὁ Ἰησοῦς τὸν βρῆκε νὰ κάθεται στὸ τελωνεῖο ἔξω ἀπὸ τὴν Καπερναούµ. Καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν: «Ἀκολούθει µοι». Ὁ Ματθαῖος, χωρὶς καµιὰ καθυστέρηση, ἀµέσως τὸν ἀκολούθησε. Καὶ ὄχι µόνο ἐγκατέλειψε τὸ ἁµαρτωλὸ - γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη - ἐπάγγελµα τοῦ τελώνη, ἀλλὰ καὶ µὲ χαρὰ φιλοξένησε τὸν Κύριο στὸ σπίτι του. Ἐκεῖ, µάλιστα, ἦλθαν καὶ πολλοὶ τελῶνες καὶ ἄλλοι ἁµαρτωλοὶ ἄνθρωποι, µὲ τοὺς ὁποίους ὁ Ἰησοῦς συνέφαγε καὶ συζήτησε. Οἱ φαρισαῖοι, ὅµως, ποὺ εἶχαν πωρωµένη συνείδηση, ὅταν εἶδαν αὐτὴ τὴν ἐνέργεια τοῦ Κυρίου, ἀµέσως τὸν κατηγόρησαν ὅτι συντρώγει µὲ τελῶνες καὶ ἁµαρτωλούς. Ὁ Ἰησοῦς τὸ ἄκουσε καὶ εἶπε ἐκεῖνα τὰ θαυµάσια λόγια: «Οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁµαρτωλοὺς εἰς µετάνοιαν». Δηλαδή, λέει ὁ Κύριος, δὲν ἦλθα γιὰ νὰ καλέσω ἐκείνους ποὺ νοµίζουν τοὺς ἑαυτοὺς τοὺς δίκαιους, ἀλλὰ ἦλθα νὰ καλέσω τοὺς ἁµαρτωλούς, γιὰ νὰ µετανοήσουν καὶ νὰ σωθοῦν. Στὸ Ματθαῖο ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία µας τὸ πρῶτο κατὰ σειρὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη Εὐαγγέλιο, ποὺ γράφτηκε τὸ 64 µ.Χ. Ὁ Ματθαῖος κατὰ τὴν παράδοση κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Αἰθιοπία, ὅπου καὶ πέθανε µαρτυρικά.






Ἡ Ἁγία Ἰφιγένεια



Ἡ µνήµη της ἀναφέρεται ἐπιγραµµατικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασµατάριον» ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἀναφέρεται ἡ µνήµη της.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 17



     Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νεοκαισαρείας, ὁ Θαυµατουργός

     Ὁ Ἅγιος Λάζαρος ὁ ζωγράφος

     Οἱ Ἅγιοι Ζαχαρίας ὁ Σκυτοτόµος καὶ Ἰωάννης

     Ὁ Ὅσιος Λογγῖνος

     Οἱ Ἅγιοι Γεννάδιος καὶ Μάξιµος Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως

     Ὁ Ὅσιος Γεννάδιος ὁ Βατοπαιδινός

     Ὁ Ὅσιος Ἰουστίνος

     Ὁ Ἅγιος Σάκ ὁ Πέρσης

     Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δερµοκαΐτης

     Ὁ Ὅσιος Νίκων ὁ θαυµατουργὸς µαθητὴς τοῦ Ἁγίου Σεργίου

     Ἡ Ἁγία Hilda (Βρεταννίδα)






Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νεοκαισαρείας, ὁ Θαυµατουργός



Γεννήθηκε περίπου τὸ 210 µὲ 215 µ.Χ. Οἱ γονεῖς του ἦταν εἰδωλολάτρες καὶ εἶχαν

µεγάλη κοινωνικὴ θέση στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου. Μετὰ τὴν στοιχειώδη

ἐκπαίδευσή του, ὁ Γρηγόριος µαζὶ µὲ τὸν ἀδελφό του Ἀθηνόδωρο πῆγαν στὴ Βηρυττὸ

γιὰ νὰ σπουδάσουν νοµικά. Ὁ Θεὸς ὅµως εἶχε ἄλλα σχέδια γιὰ τὸ Γρηγόριο. Ὅταν

περνοῦσε ἀπὸ τὴν Καισαρεία, ἄκουσε τὸ δεινὸ ἑρµηνευτῆ τῶν Γραφῶν, Ὠριγένη. Ὁ

Γρηγόριος τόσο πολὺ ἐνθουσιάστηκε µαζί του, ὥστε ἄφησε τὰ νοµικὰ καὶ διετέλεσε ἐπὶ

χρόνια µαθητής του. Κατόπιν πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπέστρεψε στὴ

Νεοκαισάρεια µὲ πλήρη θεολογικὴ µόρφωση καὶ ἅγιο ζῆλο. Τότε ὁ Μητροπολίτης

Ἀµάσειας Φαίδηµος διέκρινε τὰ χαρίσµατά του καὶ τὸν ἔκανε ἐπίσκοπο Νεοκαισαρείας.

Ἡ ἐπισκοπὴ αὐτὴ εἶχε µόνο 17 χριστιανούς! Ὁ Γρηγόριος, ὅµως, δὲν τὸ θεώρησε

ὑποτιµητικό. Βασιζόταν πολὺ στὴ δύναµη τῆς θείας χάριτος καὶ πάντα εἶχε στὸ µυαλό

του τὰ ἐνθαῤῥυντικὰ λόγια του θείου Παύλου: «Ἐνδυναµοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ

Ἰησοῦ». Νὰ ἐνδυναµώνεσαι µὲ τὴ χάρη ποὺ µᾶς δίνεται ἀπὸ τὴν σχέση καὶ τὴν ἕνωσή

µας µὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Πράγµατι, µὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ Γρηγόριος ἔκανε

καταπληκτικὸ ἀγῶνα καὶ ἐκχριστιάνισε σχεδὸν ὅλη τὴν πόλη. Καὶ ἐνῷ εἶχε παραλάβει

17 χριστιανούς, ὅταν πέθανε εἰρηνικὰ στὰ τέλη τοῦ 270 µ.Χ. εἶχαν ἀποµείνει στὴν

ἐπισκοπική του περιφέρεια µόνο 17 εἰδωλολάτρες! Ὑπῆρξε δὲ τόσο ἐγκρατὴς στὴ

γλῶσσα του, ὥστε δὲν βγῆκε ἀπ᾿ αὐτὴν κανένας κακός, περιττὸς ἢ ἀργὸς λόγος. Γι᾿

αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν κόσµησε καὶ µὲ τὸ χάρισµα τῆς θαυµατουργίας.






Ὁ Ἅγιος Λάζαρος ὁ ζωγράφος



Ἁγιογράφος στὸ ἐπάγγελµα, ποὺ κατόπιν δέχτηκε τὴν ἱερωσύνη, µὲ τὴν πανοπλία τῆς ὁποίας ἀγωνίστηκε συνέχεια καὶ ἔντιµα στὸ στάδιο τῆς πίστης. Ὄχι µόνο ζηλωτής, ἀλλὰ καὶ γραµµατισµένος, ἔλεγχε τὶς πλάνες τῶν ὀπαδῶν τοῦ Νεστορίου, τοῦ


Εὐτυχοῦς, τοῦ Διοσκόρου, καὶ δυὸ φορὲς πῆγε σὰν ἀπεσταλµένος στὴ Ῥώµη γιὰ συνεννόηση, χάριν τοῦ κοινοῦ ἀγῶνα τῆς Ἀνατολικῆς καὶ Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῶν Εἰκονοµάχων. σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ δροµολόγιά του ὅµως, λόγω ἀντίξοων καιρικῶν συνθηκῶν, ἀῤῥώστησε καὶ ἀπεβίωσε (τὸ 867 µ.Χ.). Τὸ τίµιο σῶµα του, ἀργότερα κατατέθηκε στὸ Μοναστήρι τοῦ Εὐάνδρου.






Οἱ Ἅγιοι Ζαχαρίας ὁ Σκυτοτόµος καὶ Ἰωάννης



Οἱ δυὸ αὐτοὶ Ὅσιοι ἀναφέρονται σὲ κάποια διήγηση, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἰωάννης εἶδε τὸν Ζαχαρία νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸν Ναὸ τῆς ἁγίας Σοφίας συνοδευµένο ἀπὸ θεῖο φῶς. Τὸν ἀκολούθησε στὸ σπίτι του καὶ ἔµαθε ὅτι, ἂν καὶ ἦταν παντρεµένος, ζοῦσε µὲ παρθενία καὶ σωφροσύνη, ὅσα κέρδιζε ἀπὸ τὴν τέχνη του τὰ µισὰ τὰ ἔδινε στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅτι ἔζησε ζωὴ θεοφιλῆ (7ος αἰ. µ.Χ.). Γιὰ τὸν Ἰωάννη λέγεται, ὅτι ἦταν πλούσιος καὶ ἀξιωµατοῦχος. Περιφρόνησε ὅµως τὰ ἐγκόσµια καὶ ζοῦσε ζωὴ ἁπλὴ καὶ ἀσκητική, συχνάζοντας κάθε µέρα στοὺς ναούς, ὅπου ἔτυχε νὰ συναντήσει καὶ τὸν πιὸ πάνω σκυτοτόµο Ζαχαρία.



1. Σκυτοτόµος: σανδαλοποιός, ῥάπτῃς δερµάτων, κάτι παρόµοιο καὶ µεταξὺ σηµερινοῦ τσαγκάρη καὶ τεχνίτη κατεργασίας καὶ µεταποίησης δερµατίνων εἰδῶν.






Ὁ Ὅσιος Λογγῖνος



Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγιους καὶ σοφοὺς τῆς ἐρήµου ἀσκητές. Κάποια σοφὰ ἀποφθέγµατά του, περιλαµβάνονται στὸν Εὐεργετινό, ὅπου ὁ Λογγίνος ῥωτᾷ τὸν Ἀββᾶ Λούκια γιὰ διάφορα ζητήµατα. Ὁ Ὅσιος Λογγίνος ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Οἱ Ἅγιοι Γεννάδιος καὶ Μάξιµος Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως



Ἄξιοι κατὰ πάντα καὶ οἱ δυὸ ποιµενάρχες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Γεννάδιος Α´, διαδέχτηκε τὸ ἔτος 458 τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἀνατόλιο. Προηγούµενα ἦταν πρεσβύτερος στὴν ἴδια Ἐκκλησία. Ὁ Πατριάρχης αὐτός, ἐργάστηκε καρποφόρα γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ πολλῶν αἱρετικῶν στὴν Ὀρθοδοξία. Μεταξὺ αὐτῶν, ἐπέστρεψε µέσῳ τοῦ Γενναδίου καὶ ὁ ἀσπαζόµενος τὶς πλάνες τῶν Ναβατιανῶν Μαρκιανός, τὸν ὁποῖο καὶ ἔκανε οἰκονόµο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἐπίσης ὁ Γεννάδιος Α´, ἔπεισε τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα τὸν Θράκα, νὰ ἐξορίσει τὸν αἱρετικὸ Πέτρο τὸν Κναφέα, ὅταν αὐτὸς ἅρπαξε τὸ θρόνο τῆς Ἀντιοχείας ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο Πατριάρχη Μαρτύριο. Ἀλλὰ ἐπὶ Γενναδίου ὁ αὐτοκράτορας Λέων ὁ Μακέλλης, νοµοθέτησε τὸν ἁγιασµὸ τῆς Κυριακῆς. Ὁ Γεννάδιος κανένα δὲν χειροτονοῦσε ἱερέα, ἂν αὐτὸς δὲν γνώριζε καλὰ τὴν ἑρµηνεία τῶν Ψαλµῶν. Ἐπίσης συγκάλεσε Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐκδόθηκε ἐγκύκλιος «κατὰ τῆς χρηµατολογίας πρὸς χειροτονίαν». Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν εὐσυνείδητη καὶ ἱεροπρεπῆ πολιτεία, ὁ Γεννάδιος Α´ πέθανε τὸ 471. Τώρα ὡς πρὸς τὸν Πατριάρχη Μάξιµο, δὲν εἶναι ἐπαρκῶς καθορισµένο ποιὸς ἀπὸ τοὺς Πατριάρχες


Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ φέρουν τὸ ὄνοµα αὐτὸ εἶναι ὁ Ἅγιος. Κατὰ πᾶσα πιθανότητα ὅµως, πρόκειται γιὰ τὸν Μάξιµο Γ (1476 -1482). Αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο καὶ ἐργάστηκε µὲ πολλοὺς τρόπους γιὰ τὴν βελτίωση τῶν ἠθῶν. Ὁ ἴδιος

µάλιστα, ἀκούραστα κάθε Κυριακὴ δίδασκε στὸ λαὸ τὸν θεῖο λόγο. (Ἡ µνήµη τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ, περιττῶς ἐπαναλαµβάνεται σ᾿ ὁρισµένους Συναξαριστὲς καὶ τὴν 20ή Νοεµβρίου).






Ὁ Ὅσιος Γεννάδιος ὁ Βατοπαιδινός



Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἦταν δοχειάρης (ὑπεύθυνος γιὰ τὴν πλήρωση τῶν δοχείων τῆς Μονῆς µὲ λάδι) τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Αὐτὸς λοιπόν, ἀξιώθηκε νὰ δεῖ πιθάρι ἄδειο νὰ ἀναβλύζει λάδι, διὰ θαύµατος τῆς Θεοτόκου. Ὁ Ὅσιος Γεννάδιος ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ὅσιος Ἰουστίνος



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ἅγιος Σάκ ὁ Πέρσης



Ὁ Ἅγιος αὐτός, ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές, βρίσκεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 χωρὶς ὑπόµνηµα. Ἴσως νὰ εἶναι ὁ ἴδιος µε τὸν µάρτυρα Σάκτο ποὺ γιορτάζεται τὴν 25η Ἰουλίου.






Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δερµοκαΐτης



Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται στὸν Συναξαριστὴ Delehaye µὲ τὴν σηµείωση ὅτι ἀσκήτευσε στὸν Ὄλυµπο τῆς Βιθυνίας. Πρόκειται γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸν µοναχὸ ποὺ ὑπῆρξε (919-944) γνωστὸς γιὰ τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς του ἐπὶ Ῥωµανοῦ τοῦ Λεκαπηνοῦ, ποὺ ὁ αὐτοκράτορας αὐτός, µετὰ τὴν πτώση του, ἔστειλε σφραγισµένη ἐπιστολὴ σ᾿ αὐτὸν τὸν Ἰωάννη καὶ ἐξοµολογεῖτο τὶς ἁµαρτίες του.






Ὁ Ὅσιος Νίκων ὁ θαυµατουργὸς µαθητὴς τοῦ Ἁγίου Σεργίου



Ρῶσος (+ 1427 µ.Χ.)


Ἡ Ἁγία Hilda (Βρεταννίδα)



Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτῆς τῆς ἁγίας τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 18



     Ὁ Ἅγιος Πλάτων

     Ὁ Ἅγιος Ῥωµανός

     Τὸ ἅγιο νήπιο

     Ὁ Ἅγιος Ῥωµανὸς ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη

     Οἱ Ἅγιοι Ζακχαῖος ὁ Διάκονος καὶ Ἀλφαῖος

     Ὁ Ὅσιος Βασίλειος

     Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Νεοµάρτυρας ἀπὸ τὴν Παραµυθιὰ τῆς Ἠπείρου







Ὁ Ἅγιος Πλάτων



Ἦταν ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα καὶ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα µ.Χ. Ἀγαθὴ ψυχὴ ὁ Πλάτων, ἐργαζόταν ἀδιάκοπα γιὰ τὴν διάδοση τῆς χριστιανικῆς πίστης. Ἀνακούφιζε τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀσθενεῖς µε γενναῖες ἀγαθοεργίες, διότι ἦταν πολὺ πλούσιος. Καταγγέλθηκε στὸν ἔπαρχο Ἀγριππίνο καὶ ὁµολόγησε ὅτι πράγµατι πιστεύει στὸ Χριστὸ καὶ ὅτι γι᾿ Αὐτὸν ζεῖ καὶ ἐργάζεται. Ὁ Ἀγριππίνος, βλέποντας ὅτι ὁ Πλάτων ἦταν ὡραῖος καὶ πλούσιος, θέλησε νὰ τὸν παρασύρει µὲ διάφορα δελεαστικὰ

τεχνάσµατα. Τοῦ παρουσίασε, µάλιστα, καὶ τὴν ὄµορφη ἀνεψιά του, καὶ τοῦ εἶπε ὅτι, ἂν ἐγκατέλειπε τὴ χριστιανικὴ πίστη, θὰ τοῦ τὴν ἔδινε σύζυγο. Ὁ Πλάτων ἀµέσως ἀρνήθηκε, διότι δὲν ἀγαποῦσε τὶς πρόσκαιρες ἀπολαύσεις καὶ στὸ µυαλό του κυριαρχοῦσε ὁ θεόπνευστος λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Ἑαυτοὺς ἐν ἀγάπῃ Θεοῦ τηρήσατε, προσδεχόµενοι τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἡµῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς ζωὴν αἰώνιον», ποὺ σηµαίνει, φυλάξτε καὶ διατηρῆστε τοὺς ἑαυτούς σας στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, περιµένοντας µὲ ἐµπιστοσύνη τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου µας Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ πετύχουµε δι᾿ Αὐτοῦ τὴν αἰώνια ζωή. Τότε ὁ Ἀγριππίνος µαστίγωσε ἀνελέητα τὸν Πλάτωνα. Ἔπειτα, µὲ πυρωµένα ῥαβδιὰ ἔκαψε τὶς σάρκες του καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισε (306 µ.Χ.).






Ὁ Ἅγιος Ῥωµανός



Ἔζησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα µ.Χ. Ἐπειδὴ ὁ ἔπαρχος Ἀντιοχείας Ἀσκληπιάδης φώναζε καὶ βλασφηµοῦσε κατὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ πιστὴ καρδιὰ τοῦ Ῥωµανοῦ πῆρε φωτιὰ ἀπὸ ἱερὴ ἀγανάκτηση ἐναντίον του. Καὶ κάποια µέρα, καιροφυλάκτησε τὴν στιγµὴ ποὺ ὁ ἔπαρχος θὰ ἔµπαινε στὸ ναὸ τῶν εἰδώλων, καὶ τοῦ εἶπε κατὰ πρόσωπο:

«τὰ εἴδωλα δὲν εἶναι θεοί». Ὀργισµένος ὁ εἰδωλολάτρης ἄρχοντας, διέταξε καὶ ἔκοψαν τὴν γλῶσσα τοῦ Ῥωµανοῦ. Ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς µὲ θαῦµα, διατήρησε τὴν λαλιὰ στὸ Ῥωµανὸ καὶ χωρὶς τὴν γλῶσσα του. Ἔτσι ὅταν τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακὴ κήρυττε τὸν Χριστὸ στοὺς δεσµοφύλακες. Οἱ εἰδωλολάτρες, ἐπειδὴ δὲν µποροῦσαν νὰ ἀντέξουν σ᾿ αὐτὰ τὰ θαύµατα, ἔπνιξαν τὸν γενναῖο µάρτυρα (τὸ 304 µ.Χ.). Ἀλλ᾿ ἡ ἀλήθεια δὲν πνίγεται. Ἀντίθετα οἱ διωγµοὶ ἐπιταχύνουν τὸν θρίαµβό της. Καὶ δὲν πέρασαν πολλοὶ αἰῶνες καὶ


τὰ εἴδωλα ἔπεσαν σ᾿ ὅλην τὴ ρωµαϊκὴ αὐτοκρατορία, κατὰ τὸν ἀληθινὸ λόγο τοῦ Ῥωµανοῦ, ποὺ φωνάζει καὶ στὴν ἐποχὴ τῶν σύγχρονων εἰδώλων, ὅτι «τὰ εἴδωλα δὲν εἶναι θεοί».






Τὸ ἅγιο νήπιο



Τὸ ἅγιο αὐτὸ νήπιο, ῥωτήθηκε ἀπὸ τὸν ἔπαρχο ποιὸ Θεὸ πιστεύει καὶ ἀπάντησε θαυµατουργικὰ µὲ καθαρὴ φωνητικὴ ἄρθρωση, τὸν Χριστό. Τότε ἀµέσως ἀποκεφαλίστηκε. (Αὐτὸ συνέβη ὅταν ὁ Ἅγιος Ῥωµανὸς εἶπε στὸν ἡγεµόνα Ἀσκληπιάδη, ὅτι καὶ τὰ παιδιὰ ἀκόµα γνωρίζουν ὅτι τὰ εἴδωλα δὲν εἶναι θεοί).






Ὁ Ἅγιος Ῥωµανὸς ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη



Ἦταν Διάκονος τῆς Ἐκκλησίας στὴν Καισαρεία τῆς Παλαιστίνης καὶ µαρτύρησε στὰ χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ τὸ 298 στὴν Ἀντιόχεια. Αὐτὸς λοιπὸν ἐνθάῤῥυνε τοὺς Χριστιανούς, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ µαρτυρίου νὰ ὁµολογοῦν τὸν Χριστό. Τότε ἀµέσως συνελήφθη καὶ καταδικάστηκε νὰ καεῖ ζωντανός. Ὁ Διοκλητιανὸς ὅµως, διέταξε νὰ τοῦ κόψουν τὴ γλῶσσα. Ἀλλ᾿ ὁ Ἅγιος, διὰ θαύµατος µιλοῦσε καὶ ἐνθάῤῥυνε τοὺς χριστιανοὺς ἀκόµα ἐντονότερα. Μπροστὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν κατάσταση, τὸν φυλάκισαν καὶ

µέσα στὴ φυλακὴ τὸν ἔπνιξαν, τυλίγοντας σφιχτὰ στὸν λαιµό του ἕνα σχοινὶ καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου. (Διαπιστώνουµε ἐδῶ, ὅτι τὸ µαρτύριο τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ συγχέεται µὲ αὐτὸ τοῦ προηγουµένου, κατὰ τὴν ἡµέρα αὐτὴ Ἁγ. Ῥωµανοῦ καὶ πολὺ πιθανὸν νὰ πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο πρόσωπο).






Οἱ Ἅγιοι Ζακχαῖος ὁ Διάκονος καὶ Ἀλφαῖος



Ὁ Ζακχαῖος, ποὺ ἦταν Διάκονος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γαδείρων (µικρὸ νησὶ τῆς Ἱσπανίας, ποὺ βρίσκεται στὸν Ἀτλαντικὸ καὶ πολὺ κοντὰ στὴ στεριὰ τῆς Ἱσπανίας), σύρθηκε ἁλυσοδεµένος στὸ κριτήριο τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ ὁµολόγησε µὲ θάῤῥος τὸν Χριστό. Τότε βασανίστηκε σκληρὰ καὶ ῥίχτηκε στὴ φυλακή, τοποθετηµένος γιὰ τέσσερα ἡµερονύκτια πάνω σὲ εἰδικὸ βασανιστικὸ ξύλο. Κατόπιν ἔφεραν στὸ κριτήριο τὸν Ἀλφαίο, ποὺ ἦταν γεµάτος Πνεύµατος Ἁγίου καὶ τοῦ ξέσχισαν τὶς πλευρές. Ἔπειτα ἔκαψαν τὶς πληγές του καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή, ὅπως καὶ τὸν συναγωνιστή του Ζακχαῖο. Τὴν ἑποµένη τοὺς ἀποκεφάλισαν (307 µ.Χ.) καὶ ἔτσι οἱ ἅγιες ψυχές τους πέταξαν στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ.






Ὁ Ὅσιος Βασίλειος



Τὴ µνήµη του βρίσκουµε µόνο στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 χωρὶς κάποια ἄλλη


προσθήκη.






Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Νεοµάρτυρας ἀπὸ τὴν Παραµυθιὰ τῆς Ἠπείρου



Καταγόταν ἀπὸ τὴν Παραµυθιὰ τῆς Ἠπείρου. Κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ θέρους, βρισκόταν

µαζὶ µὲ τὴν ἀδελφή του καθὼς καὶ µὲ ἄλλους χριστιανοὺς στοὺς ἀγρούς. Ἐκεῖ λοιπόν,

ἦλθε σὲ συµπλοκὴ µὲ κάποιους Τούρκους, ποὺ ἐπιτέθηκαν µὲ κακὸ σκοπὸ στὴν ἀδελφή

του. Τότε οἱ Τοῦρκοι, προσβληθέντες ἀπὸ τὴ συµπλοκὴ αὐτή, συκοφάντησαν τὸν

Ἀναστάσιο στὸν πασά, ὅτι δῆθεν ἔδωσε λόγο νὰ ἀλλάξει τὴν πίστη του. Ὁ πασὰς τὸν

συνέλαβε καὶ τὸν πίεζε νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Στὶς προτάσεις τοῦ πασᾶ ὁ Ἀναστάσιος

ἀπάντησε: «Ποτὲ δὲν ἔδωσα τέτοιο λόγο. Χριστιανὸς γεννήθηκα, χριστιανὸς καὶ θὰ

πεθάνω µὲ τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ µου. Ὅσο γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ µοῦ ὑπόσχεσαι, δὲν

ἐνδιαφέροµαι καθόλου, διότι ἔχω πολλὰ ἀγαθὰ αἰώνια, ποὺ βρίσκονται στοὺς οὐρανοὺς

καὶ δὲν ἔχουν καµιὰ σύγκριση µὲ τὰ παρόντα». Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ἀναστάσιος,

κατόρθωσε καὶ ἔκανε χριστιανὸ τὸν γιὸ τοῦ πασᾶ, Μοῦσα ὀνοµαζόµενο (κάποιες

πληροφορίες ἀναφέρουν ὅτι µετονοµάστηκε Δηµήτριος καὶ µάλιστα µαρτύρησε γιὰ τὸν

Χριστό). Ὁ δὲ Ἅγιος, ἀφοῦ βασανίστηκε µέσα στὴ φυλακὴ µὲ τὸν πιὸ φρικτὸ τρόπο,

τελικὰ ἀποκεφαλίστηκε ἔξω ἀπὸ τὴν Παραµυθιὰ κοντὰ σ᾿ ἕνα Μοναστήρι στὶς 18

Νοεµβρίου 1750. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφίασαν µὲ τιµὲς οἱ µοναχοί του Μοναστηριοῦ

αὐτοῦ.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 19



     Ὁ Προφήτης Ὀβδιοῦ ἢ Ἀβδιοῦ

     Ὁ Ἅγιος Βαρλαάµ

     Ὁ Ἅγιος Ἄζης ὁ Θαυµατουργός

     Οἱ Ἅγιοι 150 Μάρτυρες Στρατιῶται

     Οἱ Ἁγίες µάνα καὶ θυγατέρα

     Οἱ Ἅγιοι 12 Μάρτυρες Στρατιῶται

     Ὁ Ἅγιος Ἀγάπιος

     Ὁ Ἅγιος Ἡλιόδωρος ἀπὸ τὴν Μαγιδῶ τῆς Παµφιλίας

     Οἱ Ἅγιοι Ἄνθιµος, Θαλλελαῖος, Χριστοφόρος, Εὐφηµία καὶ τὰ παιδιά τους καὶ

Παγχάριος

     Ὁ Ὅσιος Βαρλαάµ ἡγούµενος τοῦ Σπηλαίου (Ρῶσος) (+ 1065)

     Ὁ Ὅσιος Σίµων

     Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ὁ Ἴβηρ, ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ







Ὁ Προφήτης Ὀβδιοῦ ἢ Ἀβδιοῦ



Τὸ ὄνοµά του σηµαίνει «δοῦλος Κυρίου». Ἔζησε στὸ δεύτερο µισὸ τοῦ 6ου αἰῶνα π.Χ., (κατ΄ ἄλλη ἐκδοχὴ τὸ 800 π.Χ.), καὶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα µικροὺς λεγόµενους προφῆτες. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Συχὲµ (ἐκ τοῦ ἀγροῦ Βηθοχαρὰµ ἢ Βαθαχαράµ), καὶ µὲ τὴν σύντοµη προφητεία του αὐστηρὰ παρατηρεῖ µὲ ἰσχυρὲς ποιητικὲς ἐκφράσεις τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν πτώση τοῦ Ἰσραήλ. Νὰ τί λέει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια: «Ὑπερηφάνια τῆς καρδίας σου ἐπῆρε σε κατασκηνοῦντα ἐν ταῖς ὀπαῖς τῶν πετρῶν, ὑψῶν κατοικίαν αὐτοῦ, λέγων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ- τὶς κατάξει µε ἐπὶ τὴν γῆν; ἐὰν µετεωρισθῆς ὡς ἀετὸς καὶ ἐὰν ἀνὰ µέσον τῶν ἄστρων θῇς νοσσιᾶν σου, ἐκεῖθεν κατάξω σε, λέγει Κύριος» Δηλαδή: ἡ ὑπερηφάνεια τῆς καρδιᾶς σου σὲ ἔκανε νὰ φρονεῖς πολὺ ὑψηλὰ γιὰ τὸν ἑαυτό σου, ὅτι τάχα κατοικεῖς σὲ φαράγγια καὶ σπηλιὲς τῶν ὀρέων καὶ γενικὰ ἀπόρθητες περιοχές. Ἔχεις κτίσει τὴν κατοικία σου σὲ πολὺ ὕψος, πιστεύεις ὅτι εἶσαι ἰσχυρὸς καὶ ἀνίκητος καὶ λὲς ἀπὸ µέσα σου: Ποιὸς θὰ µπορέσει νὰ µὲ κατεβάσει στὴ γῆ; Καὶ ἂν ἀκόµα πετάξεις σὲ µεγάλα ὕψη σὰν τὸν ἀετό, καὶ ἂν στήσεις τὴν φωλιά σου ψηλὰ ἀνάµεσα στ΄ ἀστέρια, ἀπὸ ἐκεῖ θὰ σὲ καταῤῥίψω καὶ θὰ σὲ κατεβάσω, λέγει ὁ Κύριος. Ἂς προσέξουµε, λοιπόν, τὰ λόγια του προφήτη καὶ ἂς καλλιεργοῦµε τὸ θεµέλιο τῶν ἀρετῶν, ποὺ εἶναι ἡ ταπείνωση. Νὰ ἀναφέρουµε ἐπίσης, ὅτι ὁ Ὁβδιοῦ ἦταν µαθητὴς τοῦ προφήτου Ἡλίου, ἐπὶ τῆς βασιλείας Ὀχοζία, ὁ ὁποῖος ἔστειλε τὸν Ὀβδιοῦ στὸν Ἠλία γιὰ νὰ τὸν πείσει νὰ κατέβει ἀπὸ τὸ βουνὸ πρὸς τὸν βασιλιά. Μετὰ τὴν µετάβαση τοῦ Ἠλία στὸν Ὀχοζία, ὁ Ὀβδιοῦ παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν θέση τοῦ πεντηκοντάρχου, ἀκολούθησε τὸν προφήτη Ἠλία καὶ τὸν ὑπηρετοῦσε. Ὅταν πέθανε ἐτάφη στὸν τάφο τῶν πατέρων του.






Ὁ Ἅγιος Βαρλαάµ


Ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστοµος θεώρησαν χρέος τους νὰ ἀσχοληθοῦν στὸ δίκαιο ἐγκώµιο τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ ἀθλητῆ τῆς πίστης. Παρὰ τὰ βαθιὰ γεράµατά του, ὅταν τὸν ἔφεραν µπροστὰ στὸν ἔπαρχο Ἀντιοχείας, τὸν ἀντιµετώπισε µὲ θαυµαστὴ εὐψυχία. Ἔτσι τὸν µαστίγωσαν µὲ νεῦρα βοδιοῦ καὶ τοῦ ξερίζωσαν τὰ νύχια. Ἐπειδὴ ὅµως δὲν ὑποχωροῦσε ἄναψαν κάρβουνα καὶ ἑτοιµάστηκαν νὰ βάλουν τὰ χέρια του ἐπάνω σ΄ αὐτά. Ἀλλὰ ἐκεῖνος τοὺς πρόλαβε. Βάδισε µόνος του καὶ ἔβαλε τὸ δεξί του χέρι στὴ φωτιά. Καὶ ἐνῷ καίγονταν οἱ σάρκες καὶ τὰ κόκκαλά του, ὁ γέροντας Βαρλαάµ, ὑµνοῦσε καὶ εὐλογοῦσε τὸν Κύριο. Μετὰ ἀπὸ λίγο παρέδιδε καὶ τὴν τελευταία του πνοή, ἀλλὰ κράτησε καὶ ἀµετακίνητη τὴν πίστη του (304 µ.Χ.).






Ὁ Ἅγιος Ἄζης ὁ Θαυµατουργός



Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ (289 µ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν χώρα τῶν Ἰσαύρων. Ἦταν στρατιωτικὸς στὸ ἐπάγγελµα, ἀλλὰ ἄφησε τὴν στρατιωτικὴ ζωὴ καὶ ζοῦσε στὴν ἔρηµο, ὅπου ἔκανε πολλὰ θαύµατα. Τὸν κατάγγειλαν ὅµως κάποιοι

κυνηγοί, ποὺ τὸν εἶχαν δεῖ, καὶ στάλθηκε στρατιωτικὸ ἀπόσπασµα γιὰ νὰ τὸν συλλάβει. Ὅταν τὸν συνέλαβαν βαθιὰ µέσα στὴν ἔρηµο, οἱ στρατιῶτες δίψασαν καὶ δὲν ἔβρισκαν πουθενὰ νερό. Τότε ὁ Ἄζης, διὰ τῆς προσευχῆς, ἔκανε νὰ πεταχθεῖ µπροστά τους νερὸ καὶ ἔτσι ξεδίψασαν. Τὸ θαῦµα αὐτὸ ἔκανε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες νὰ πιστέψουν στὸν Χριστό. Ὅταν τελικὰ ὁ Ἄζης ὁδηγήθηκε στὸν ἔπαρχο Ἀκυλίνο, ὁµολόγησε µὲ θάῤῥος τὸν Χριστό. Τότε τὸν ἔδεσαν σ΄ ἕνα τροχὸ καὶ ἀπὸ κάτω ἄναψαν φωτιά. Ἀλλὰ ἐνῷ ἡ φλόγα ὑψώθηκε, µὲ µιᾶς ἀµέσως ἔσβησε. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ προσείλκυσε στὸν χριστιανισµὸ τὴν σύζυγο καὶ τὴν θυγατέρα τοῦ ἔπαρχου. Ὁ Ἀκυλίνος γιὰ νὰ

ξεφορτωθεῖ ὁριστικὰ τὸν Ἄζη, διέταξε καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν.






Οἱ Ἅγιοι 150 Μάρτυρες Στρατιῶται



Αὐτοὶ πίστεψαν διὰ τοῦ Ἁγίου Ἄζη στὸν Χριστὸ καὶ µαρτύρησαν διὰ ξίφους.






Οἱ Ἁγίες µάνα καὶ θυγατέρα



Ἦταν σύζυγος καὶ κόρη τοῦ ἔπαρχου Ἀκυλίνου, ποὺ πίστεψαν στὸν Χριστὸ διὰ τοῦ

Ἁγίου Ἄζη καὶ µαρτύρησαν διὰ ξίφους.






Οἱ Ἅγιοι 12 Μάρτυρες Στρατιῶται



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους, ἴσως τὴν ἐποχὴ τῶν πιὸ πάνω 150 Ἁγίων µαρτύρων στρατιωτῶν.



Ὁ Ἅγιος Ἀγάπιος



Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισαρεία τῆς Παλαιστίνης καὶ διέπρεψε γιὰ τὴν σεµνότητα τῆς ζωῆς του. Συνελήφθη ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Μαξιµίνο (311-313), ἐπὶ δούκα Οὐρβανοῦ, γιὰ τὸ λόγο ὅτι ἦταν χριστιανός. Τότε τὸν διαπόµπευσαν µέσα στὸ στάδιο καὶ στὴ συνέχεια τὸν ἄφησαν γιὰ τροφὴ στὰ ἄγρια θηρία. Αὐτὰ τὸν κατασπάραξαν, ἀλλὰ τὸν ἄφησαν

µισοπεθαµένο. Σ΄ αὐτὴ τὴν κατάσταση τὸν ἔριξαν στὴ φυλακὴ καὶ τὴν ἑπόµενη µέρα τὸν ἔπνιξαν στὴ θάλασσα.






Ὁ Ἅγιος Ἡλιόδωρος ἀπὸ τὴν Μαγιδὼ τῆς Παµφιλίας



Μαρτύρησε στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Αὐρηλιανοῦ (272) στὴ Μαγιδὼ τῆς Παµφυλίας, καὶ ὅταν ἡγεµόνευε στὴν πόλη αὐτὴ ὁ Ἀέτιος. Ὁ Ἠλιόδωρος λοιπόν, συνελήφθη καὶ ἐπειδὴ δὲν πείστηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, στὴν ἀρχὴ ξέσχισαν τὶς πλευρές του µὲ σιδερένια νύχια καὶ ἔπειτα ἔκαψαν τὶς πληγές του µὲ ἀναµµένες ἀπὸ ῥητίνη λαµπάδες. Παρὰ λίγο ὁ Ἅγιος νὰ λιποψυχήσει. Ἀλλὰ διὰ τῆς προσευχῆς πρὸς τὸν Κύριο, ἡ ψύχή τουστερεώθηκε. Ἀκολούθησε σειρὰ σκληρῶν καὶ φρικτῶν βασανιστηρίων, ἀλλ΄ ἡ σταθερότητα τῆς πίστης τοῦ Ἠλιόδωρου δὲν κάµφθηκε. Τελικὰ ὁδηγήθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ ἐκεῖ ὑπέστη τὸν δι᾿ ἀποκεφαλισµοῦ θάνατο.






Οἱ Ἅγιοι Ἄνθιµος, Θαλλελαῖος, Χριστοφόρος, Εὐφηµία καὶ τὰ παιδιά τους καὶ

Παγχάριος



Δὲν βρίσκουµε κανένα στοιχεῖο γιὰ τὴ ζωή τους καὶ τὸ µαρτύριό τους.






Ὁ Ὅσιος Βαρλαάµ ἡγούµενος τοῦ Σπηλαίου (Ρῶσος) (+ 1065)






Ὁ Ὅσιος Σίµων



Ἡ τοῦ ὁσίου Σίµωνος µνήµη δὲν ἀπαντᾷ οὔτε εἰς τὰ ἔντυπα Μηναῖα οὔτε εἰς τὸν Συναξαριστὴν Νικόδηµου· ἀπαντᾷ εἰς τὸν Παρισινὸν Κώδ. 1621 (αἰών. ιγ΄), ἔνθα περὶ αὐτοῦ ἀναγινώσκοµεν ταῦτα: Οὗτος ἦν ἐκ Καλαβρίας µοναχὸς µονῆς µεγάλης καὶ θαυµαστῆς· ὅτε ποτὲ ἐστάλησαν εἰς διακονίαν µοναχοί τινες ἐκ τῆς µονῆς παρὰ τὴν θάλασσαν συνελήφθησαν ὑπὸ πειρατῶν Τούρκων καὶ ὡδηγήθησαν εἰς τὴν Ἀφρικήν· πρὸς ἐξαγορὰν τῶν αἰχµαλώτων ἀδελφῶν ἐλθὼν οὗτος καὶ εὑρὼν αὐτοὺς διηρώτα ἐν συγκινήσει τὰ κατ΄ αὐτούς, ὅτε πλησιάσας Ἀγαρηνὸς ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ νὰ


ῥαπίση τὸν ὅσιον, ἀλλ΄ ἐξηράνθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ· τὸ αὐτὸ ἐπανελήφθη καὶ εἰς τὸν δεύτερον ἐλθόντα, ὅτε οἱ ἄλλοι οἱ µέτ΄ αὐτοῦ ἀπήγαγαν αὐτὸν εἰς τὸν ἄρχοντα τοῦ τόπου καὶ διηγήθησαν τὰ διατρέξαντα· ἐκ τούτων ὁ ἄρχων κατεπλάγη καὶ παρεκάλεσε τὸν ὅσιον δι᾿ εὐχῆς ν΄ ἀποκαταστήσῃ τὰς ἐξηραµένας τῶν στρατιωτῶν χεῖρας· καὶ τούτου γενοµένου, διέταξε νὰ µεταφέρωσιν ἐν τιµῇ τοὺς αἰχµαλώτους µοναχοὺς εἰς τὸν τόπον αὐτῶν. Κατὰ δὲ τὸ ταξίδιον, ἀπολιπόντος τοῦ ὕδατος διὰ προσευχῆς τὸ τῆς θαλάσσης ὕδωρ µετέβαλεν εἰς γλυκύτητα ὅπερ ἐκίνησεν εἰς θαυµασµὸν τοὺς ἀπίστους· ἐγένετο αὐτουργὸς καὶ ἄλλων θαυµάτων καὶ ἐκοιµήθη ἐν εἰρήνῃ (Ἁγιολόγιο Σ. Εὐστρατιάδη, σελ. 425).






Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ὁ Ἴβηρ, ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ



Ἔζησε τὸν 9ο αἰῶνα. Ἔπαιξε σπουδαῖο ῥόλο στὴ θρησκευτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου του (Γεωργία). Ταξίδευσε στοὺς Ἁγίους Τόπους, στὴ Κωνσταντινούπολη καὶ στὴ Βιθυνία, ὅπου γνωρίστηκε µὲ ἄλλους πνευµατικοὺς πατέρες. Κατόπιν ταξίδευσε στὴ Ῥώµη διὰ Θεσσαλονίκης, ὅπου ἔκανε θαύµατα. Ἐπανερχόµενος ἔµεινε στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου ἔκτισε καὶ ἱερὸ ναὸ τὸ 870. Τὸ ἔργο του, ποὺ ἦταν κυρίως διδακτικό, ὑπῆρξε ἐξαιρετικὸ γιὰ τοὺς Θεσσαλονικεῖς. Πέθανε τὸ 875.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 20



     Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Δεκαπολίτης

     Ὁ Ἅγιος Πρόκλος ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

     Ὁ Ἅγιος Δάσιος ποὺ µαρτύρησε στὸ Δορύστολο

     Οἱ Ἅγιοι Νιρσᾶς ὁ Ἐπίσκοπος, Ἰωσὴφ ὁ µαθητής του καὶ Ἐπίσκοπος καὶ ἄλλοι

Μάρτυρες ποὺ µαρτύρησαν στὴν Περσία

     Οἱ Ἅγιοι Ἰσαάκιος, Ἰωάννης, Σαβώριος, Ὠνάµ, Παππίας καὶ (ἄλλος) Ἰσαάκιος

     Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης

     Οἱ Ἅγιοι Γεϊδαζέτ (ἢ Γαϊσαδὲτ ἢ Βοηθαζάτ) ὁ εὐνοῦχος, Σασάνης (ἢ Σωσάννης),

Νοηλµάρης καὶ Ζαρουαντίνης

     Οἱ Ἁγίες παρθένες Θέκλα, Βαουθᾶ, Δεναχίς (ἢ Δινάχ), Τεντοῦς, Μάµα, Μαλοχία,

Ἄννα, Νανά, Ἀστή καὶ Μαλάχ

     Οἱ Ἅγιοι Εὐστάθιος, Θεσπέσιος καὶ Ἀνατόλιος

     Ὁ Ἅγιος Θεόκτιστος ὁ Ὁµολογητής

     Προεόρτια Εἰσοδίων Ὑπεραγίας Θεοτόκου

     Ὁ Ἅγιος Βάσσος καὶ οἱ µαζὶ µ᾿ αὐτὸν µαρτυρήσαντες 42 Μάρτυρες στὴν

Ἡράκλεια τῆς Θρᾴκης

     Ὁ Ἅγιος Edmund (Βρετανός)







Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Δεκαπολίτης



Ἔζησε τὸν 9ο αἰῶνα µ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Εἰρηνόπολη τῆς Δεκαπόλεως. Τὴ χριστιανικὴ ἀνατροφή του ὄφειλε πρῶτα στὴ µητέρα του Μαρία, ἡ ὁποία, µὲ τὴν ζωντανή της πίστη στὸ Χριστό, ἀνέθρεψε τὸ γιό της σύµφωνα µὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Γρηγόριος ἔγινε µοναχὸς καὶ ἀγωνιζόταν ἔντονα γιὰ ἠθικὴ τελειοποίηση. Ἐκεῖνο ποὺ ἰδιαίτερα τὸν διέκρινε ἦταν ἡ καλλιέργεια τῆς ἐγκράτειας στὸν ἑαυτό του. Τὴ θεωροῦσε ἀπαραίτητη γιὰ τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ καὶ τὴν ἠθικὴ κυριαρχία στὴ σάρκα. Καὶ σὲ ὅσους τὸν ῥωτοῦσαν γιατί δίνει ἱδιαίτερη βαρύτητα σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀρετή, ἀπαντοῦσε µὲ τὸν αἰώνιο λόγο τῆς ἁγίας Γραφῆς: «Πᾷς ὁ ἀγωνιζόµενος πάντα ἐγκρατεύεται, ἐκεῖνοι µὲν οὖν ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν, ἡµεῖς δὲ ἄφθαρτον». Καθένας, δηλαδή, ποὺ ἀγωνίζεται, ἐγκρατεύεται σὲ ὅλα, ἀκόµα καὶ στὴν τροφὴ καὶ στὸ ποτό. Καὶ ἐκεῖνοι µέν, οἱ ἀθλητὲς τοῦ κόσµου, ἀγωνίζονται καὶ ἐγκρατεύονται γιὰ νὰ πάρουν στεφάνι ποὺ φθείρεται. Ἐµεῖς ὅµως, oι ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀγωνιζόµαστε γιὰ ἄφθαρτο στεφάνι. Ὁ Γρηγόριος ὅµως δὲν ἀρκέσθηκε µόνο στὴ µοναχικὴ ζωή. Μετεῖχε ἀπὸ κοντὰ στοὺς σκληροὺς ἀγῶνες κατὰ τῶν εἰκονοµάχων βασιλέων. Ἔκανε πολλὰ ταξίδια καὶ τελικὰ ἐγκαταστάθηκε στὴ Θεσσαλονίκη, στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Μηνᾷ. Ἐπιδόθηκε σὲ συγγραφὲς καὶ πέθανε ἀπὸ βαρειὰ ἀῤῥώστια στὴν Κωνσταντινούπολη (τὸ 816 µ.Χ.).


Ὁ Ἅγιος Πρόκλος ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως



Μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόµου. Ὑπῆρξε ἄξιος µαθητὴς τοῦ µεγάλου διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας µας, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόµου. Ὁ Πατριάρχης Ἀττικὸς (406-425) τὸν ἔκανε διάκονο καὶ κατόπιν πρεσβύτερο. Ἐπειδὴ διακρινόταν γιὰ τὴν παιδεία, τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν διδακτική του ἱκανότητα, ἀγαπήθηκε θερµὰ ἀπ᾿ ὅλους τοὺς θαυµαστὲς τοῦ ἀξέχαστου διδασκάλου του καὶ ὑποστηριζόταν ἀπ᾿ αὐτοὺς γιὰ τὸν Πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλ᾿ ἡ ἀντίδραση τοῦ διεφθαρµένου

κατεστηµένου ναυάγισε τὴν ὑποψηφιότητά του. Ἀργότερα ὁ Πατρ. Σισίνιος, τὸ ἔτος 425, χειροτόνησε τὸν Πρόκλο ἐπίσκοπο Κυζίκου. Λόγω ὅµως τῶν ἀνωµαλιῶν τῆς ἐπαρχίας, τὴν ἐπισκοπὴ κατέλαβε κάποιος Δαλµάτιος. Ἀλλ᾿ ὁ Πρόκλος, χωρὶς νὰ στεναχωρηθεῖ, ἐξακολούθησε τὸ κήρυγµα τοῦ θείου λόγου στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅταν πέθανε ὁ Πατριάρχης Μαξιµιανὸς (434) καὶ αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Θεοδόσιος ὁ Β´, στὸ θρόνο ἀνέβηκε πανηγυρικὰ ὁ Πρόκλος καὶ µάλιστα πρὶν ἀκόµα θάψουν τὸν Μαξιµιανό. Ἡ πρώτη φροντίδα τοῦ Πρόκλου ἦταν ἡ ἀνακοµιδὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Χρυσοστόµου ἀπὸ τὰ Κόµανα στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐπίσης, ἐπὶ τοῦ Πατριάρχου αὐτοῦ καθιερώθηκε καὶ ὁ τρισάγιος ὕµνος στὶς ἐκκλησίες. Πατριάρχευσε δώδεκα χρόνια καὶ τρεῖς µῆνες. Πέθανε τό 447.






Ὁ Ἅγιος Δάσιος ποὺ µαρτύρησε στὸ Δορύστολο



Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα µετὰ Χριστὸν (298) καὶ µαρτύρησε στὴν πόλη Δορύστολο, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὸν Ἴστρο (Δούναβη) ποταµό. Ὁ Δάσιος ἀνῆκε στὶς στρατιωτικὲς τάξεις καὶ τὸν διέκρινε θερµότατη πίστη στὸ Χριστό. Καταγγέλθηκε γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν δέχτηκε καµία δελεαστικὴ ὑπόσχεση οὔτε φοβήθηκε καµιὰ ἀπειλή. Μετὰ ἀπὸ διαταγὴ τοῦ διοικητῆ του, βασανίστηκε σκληρά. Στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν.






Οἱ Ἅγιοι Νιρσᾶς ὁ Ἐπίσκοπος, Ἰωσὴφ ὁ µαθητής του καὶ Ἐπίσκοπος καὶ ἄλλοι

Μάρτυρες ποὺ µαρτύρησαν στὴν Περσία



Ὅλοι ἔλαβαν τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου στὴν Περσία. Ἀπ᾿ αὐτοὺς ὁ Νιρσᾶς ἦταν Ἐπίσκοπος, γέροντας σχεδὸν 80 χρονῶν. Ὁ δὲ µαθητής του καὶ Ἐπίσκοπος Ἰωσήφ, ἔφτασε τὰ 89 χρόνια. Μαζὶ µ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ἄλλοι Ἐπίσκοποι, Ἱερεῖς, λαϊκοί, γυναῖκες παρθένες καὶ ἀσκήτριες. Αὐτοὶ λοιπόν, κατὰ τῶν διωγµὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, ποὺ κίνησε ὁ βασιλιὰς Σαπὼρ ὁ Β´, βασανίστηκαν ἀπὸ τοὺς Πέρσες µὲ διάφορα σκληρὰ βασανιστήρια. Ἐπειδὴ ὅµως δὲν ἀρνήθηκαν τὴν πίστη τους, ὅλοι ἀποκεφαλίστηκαν.






Οἱ Ἅγιοι Ἰσαάκιος, Ἰωάννης, Σαβώριος, Ὠνάµ, Παππίας καὶ (ἄλλος) Ἰσαάκιος



Οἱ τρεῖς πρῶτοι µαρτύρησαν διὰ λιθοβολισµοῦ (τὸ 343 µ.Χ.), µαζὶ µὲ τὸν ἀσκητὴ Ὠνάµ,

ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῶν Περσῶν. Οἱ δὲ ἑπόµενοι δυό µε ἀποκεφαλισµό. Στὸν Παρισινὸ


Κώδικα 1578 καὶ 1624 λέγονται ἐπίσκοποι.






Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης



Ἦταν ἀσκητὴς στὸ ὄρος τῆς Νιτρίας. Μὲ ὁσιότητα βίου ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Τὰ περὶ τῆς ζωῆς του, ποὺ ἀναφέρονται στὸ Λαυσαϊκό, ἀνήκουν στὴ σφαῖρα τῆς φαντασίας καὶ δὲν ἀνταποκρίνονται στὴν πραγµατικότητα.






Οἱ Ἅγιοι Γεϊδαζέτ (ἢ Γαϊσαδὲτ ἢ Βοηθαζάτ) ὁ εὐνοῦχος, Σασάνης (ἢ Σωσάννης),

Νοηλµάρης καὶ Ζαρουαντίνης



Οἱ µάρτυρες αὐτοί, ἐπειδὴ δὲν θυσίασαν στὸν Θεὸ Ἥλιο τῶν Περσῶν, θανατώθηκαν ὅλοι διὰ λογχισµοῦ.






Οἱ Ἁγίες παρθένες Θέκλα, Βαουθᾶ, Δεναχίς (ἢ Δινάχ), Τεντοῦς, Μάµα, Μαλοχία,

Ἄννα, Νανά, Ἀστή καὶ Μαλάχ



Αὐτὲς ἦταν ἀσκήτριες χριστιανὲς γυναῖκες ἀπὸ τὴν Περσία. Διατάχθηκαν ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῶν Περσῶν νὰ προσκυνήσουν τὴν φωτιὰ καὶ ἐπειδὴ δὲν δέχτηκαν, τεµαχίστηκαν ὅλες µε τὰ ξίφη τῶν στρατιωτῶν.






Οἱ Ἅγιοι Εὐστάθιος, Θεσπέσιος καὶ Ἀνατόλιος



Ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μαξιµιανοῦ τὸ ἔτος 300 µ.Χ. Αὐτοὶ ἦταν ἀδέλφια

µεταξύ τους καὶ πατρίδα εἶχαν τὴν Γάγγρα τῆς Μ. Ἀσίας. Οἱ γονεῖς τους ἦταν

εἰδωλολάτρες καὶ ὀνοµαζόταν Φιλόθεος καὶ Εὐσεβία. Ἀπὸ τοὺς τρεῖς, ὁ µὲν Εὐστάθιος

ἀσχολεῖτο µὲ τὰ γράµµατα, οἱ δὲ δυὸ ἄλλοι ἀδελφοὶ µὲ τὸ ἐπάγγελµα τοῦ πατέρα τους

(πώληση φορεµάτων). Στὴ χριστιανικὴ πίστη τοὺς ἔφερε ὁ πρεσβύτερος Ἀντιοχείας

Λουκιανός, ἀφοῦ εἶχε συναντήσει τὸν Φιλόθεο καὶ τὸν Ἀνατόλιο σ᾿ ἕνα ταξίδι στὴν

Ἀνατολή. Τοὺς κατήχησε καὶ ὅταν ἔφτασαν στὴ Νικοµήδεια βαπτίστηκαν ἀπὸ τὸν

ἐπίσκοπο Νικοµήδειας Ἄνθιµο, ὁ ὁποῖος τὸν µὲν Φιλόθεο χειροτόνησε πρεσβύτερο, τὸ

δὲ Εὐστάθιο διάκονο. Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων τους, καταγγέλθηκαν στὸν

Μαξιµιανὸ καὶ ἀφοῦ ὑπέστησαν φρικτὰ βασανιστήρια, τελικὰ ἀποκεφαλίστηκαν.






Ὁ Ἅγιος Θεόκτιστος ὁ Ὁµολογητής


Ἔζησε τὸν 9ο αἰῶνα µ.Χ. Ὑπέστη πολλὰ ἀπὸ τοὺς εἰκονοµάχους γιὰ τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλ᾿ ἐπὶ βασιλίσσης Θεοδώρας ἀναδείχτηκε Πατρίκιος καὶ τιµήθηκε µὲ πολλὲς ἄλλες διακρίσεις.






Προεόρτια Εἰσοδίων Ὑπεραγίας Θεοτόκου






Ὁ Ἅγιος Βάσσος καὶ οἱ µαζὶ µ᾿ αὐτὸν µαρτυρήσαντες 42 Μάρτυρες στὴν Ἡράκλεια τῆς Θρᾴκης






Ὁ Ἅγιος Edmund (Βρετανός)



Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 21



     Τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου

     Ὁ Ὅσιος Σωζοµενός

     Ὁ Ἅγιος Προκόπιος τῆς Βιάτκα (Ρῶσος)







Τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου



Ἡ Ἄννα, µητέρα τῆς Θεοτόκου, ἐπειδὴ πέρασε ὅλη σχεδὸν τὴ ζωὴ της στείρα, χωρὶς νὰ γεννήσει παιδί, παρακάλεσε προσευχόµενη τὸ Θεό, µαζὶ µὲ τὸν ἄνδρα της Ἰωακείµ, νὰ τοὺς χαρίσει παιδί. Καὶ ἂν γινόταν αὐτό, ἀµέσως θὰ τὸ ἀφιέρωναν στὸ Θεό. Καὶ πράγµατι, ὁ Θεὸς εὐδόκησε καὶ ἡ Ἄννα γέννησε τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο Μαρία. Ὅταν αὐτὴ ἔγινε τριῶν χρονῶν, τὴν πῆραν οἱ γονεῖς της καὶ ἀφιέρωσαν τὴν θυγατέρα τους στὸ Θεό, ἀφοῦ τὴν πῆγαν στὸ Ναό. Τὴν παρέδωσαν στὸν ἀρχιερέα Ζαχαρία, ὁ ὁποῖος

ἀφοῦ τὴν παρέλαβε, τὴν εἰσήγαγε στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὅπου µόνο ὁ ἀρχιερέας ἔµπαινε

µία φορὰ τὸ χρόνο. Ἀλλὰ ὁ Ζαχαρίας γνώριζε δι᾿ ἀποκαλύψεως τί ἔµελλε νὰ συµβεῖ διὰ

τῆς κόρης αὐτῆς. Ἐκεῖ ἡ Παρθένος ἔµεινε δώδεκα χρόνια. Βγῆκε τότε, ὅταν ἦλθε ἡ

στιγµὴ νὰ συµβάλει στὴ σάρκωση τοῦ Σωτῆρα Χριστοῦ, ποὺ εἶναι «ὁ ἀγαπήσας ἡµᾶς

καὶ δοὺς παράκλησιν αἰωνίαν καὶ ἐλπίδα ἀγαθὴν ἐν χάριτι». Ὁ ὁποῖος, δηλαδή, µᾶς

ἀγάπησε καὶ µᾶς ἔδωσε παρηγοριὰ ποὺ δὲ θὰ ἔχει τέλος, ἀλλὰ θὰ εἶναι αἰώνια, καὶ µᾶς

χάρισε ἐλπίδα ἀγαθῶν οὐρανίων.






Ὁ Ὅσιος Σωζοµενός



Ἡ µνήµη αὐτοῦ τοῦ ὁσίου Σωζοµενοῦ ἀναφέρεται ἐπιγραµµατικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασµατάριον» ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἀναφέρεται ἡ µνήµη του αὐτὴν τὴν ἡµέρα. Πιθανὸν νὰ εἶναι ἀπὸ τοὺς 300 Ἁγίους Ἀλαµανοὺς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου (βλέπε καὶ Α.Χ.Ε. Χ.). Ἀναφέρεται καὶ σὰν ἐπίσκοπος Καρπασίας ὁ θαυµατουργὸς καὶ τοποθετεῖται ἀπὸ ὁρισµένους Συναξαριστὲς τὴν 20ή Νοεµβρίου.






Ὁ Ἅγιος Προκόπιος τῆς Βιάτκα (Ρῶσος)



Διὰ Χριστὸν σαλός.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 22



     Οἱ Ἅγιοι Φιλήµων ὁ Ἀπόστολος, Ἄρχιππος, Ὀνήσιµος καὶ Ἀπφία

     Οἱ Ἅγιοι Κικιλία, Βαλεριανός καὶ Τιβούρτιος

     Ὁ Ἅγιος Μάξιµος ὁ Καπιτουλάριος

     Οἱ Ἅγιοι Μᾶρκος, Στέφανος καὶ Μᾶρκος

     Ὁ Ἅγιος Προκόπιος ὁ Παλαιστίνιος

     Ὁ Ἅγιος Μένιγνος ὁ κναφέας

     Ὁ Ὅσιος Ἄββας

     Ὁ Ὅσιος Κάλλιστος ὁ Β΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

     Οἱ Ἅγιοι Χριστοφόρος καὶ Εὐφηµία

     Οἱ Ἅγιοι Θαλλελαῖος καὶ Ἄνθιµος

     Ὁ Ἅγιος Θαδδαῖος

     Ὁ Ἅγιος Ἀγαπίων (ὁ Ῥωµαῖος)

     Ὁ Ἅγιος Ἀγάπιος

     Ὁ Ἅγιος Σισίνιος ὁ Ἱεροµάρτυρας

     Ὁ Ἅγιος Κλήµης ὁ Θαυµατουργός, ἐπίσκοπος Ἀχρίδας τῆς Βουλγαρίας

     Ἡ Κοίµησις τοῦ Ἁγίου Μιχαὴλ Δούκα Τφερίας (Ρῶσος)

     Ὁ Ὅσιος Γερµανός, ἱδρυτὴς Ἱερᾶς Μονῆς Εἰκοσιφοινίσσης






Οἱ Ἅγιοι Φιλήµων ὁ Ἀπόστολος, Ἄρχιππος, Ὀνήσιµος καὶ Ἀπφία



Καὶ γιὰ τοὺς τέσσερις Ἁγίους ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Φιλήµονα ἐπιστολή του. Ὁ Φιλήµων καὶ ἡ σύζυγός του Ἀπφία ἦταν χριστιανοὶ στὴν πόλη τῶν Κολοσσῶν, µὲ ἀνεπτυγµένο αἴσθηµα φιλανθρωπίας. Χρησιµοποιοῦσαν δὲ τὰ πλούτη τους µὲ προθυµία γιὰ τὴν ἀνακούφιση φτωχῶν, ἀσθενῶν καὶ γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Στὸ χριστιανισµὸ προσῆλθαν διὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅταν αὐτὸς εἶχε ἔλθει στὴν πόλη τους. Μάλιστα, γιὰ τὶς ἀγαθοεργίες τοῦ Φιλήµονα γράφει συγκεκριµένα: «Χάριν ἔχοµεν πολλὴν καὶ παράκλησιν ἐπὶ τὴν ἀγάπη σου ὅτι τὰ σπλάγχνα τῶν ἁγίων ἀναπέπαυται διὰ σοῦ, ἀδελφέ». Δηλαδή, ἔχουµε πολλὴ χαρὰ καὶ παρηγοριὰ γιὰ τὴν ἀγάπη σου, διότι οἱ καρδιὲς τῶν ἀδελφῶν χριστιανῶν ἔχουν βρεῖ ἀνάπαυση µὲ τὶς εὐεργεσίες καὶ ἀγαθοεργίες σου, ἀδελφέ. Γιὰ τὸν Ἄρχιππο λέγεται ὅτι ἦταν συγγενής, ἴσως καὶ γιὸς τοῦ Φιλήµονα καὶ τῆς Ἀπφίας. Ὁ Παῦλος, ἐπειδὴ ὁ Ἄρχιππος εἶχε µεγάλη ἀφοσίωση στὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, στὴν πρὸς Φιλήµονα ἐπιστολή του τὸν ὀνοµάζει στρατιώτη. Ὁ Ὀνήσιµος ἦταν ὑπηρέτης τοῦ Φιλήµονα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀπέδρασε καὶ πῆγε στὴ Ῥώµη. Ἐκεῖ ἔπεσε στὰ δίχτυα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ποὺ τὸν ἔστειλε πίσω στὸ Φιλήµονα, χριστιανὸ πλέον. Καὶ παρακαλεῖ τὸν Φιλήµονα νὰ δεχθεῖ τὸν Ὀνήσιµο, ὄχι σὰν ὑπηρέτη, ἀλλὰ σὰν ἀδελφό. Κατὰ τὴν παράδοση, ὅλοι µαρτύρησαν γιὰ τὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου.


Οἱ Ἅγιοι Κικιλία, Βαλεριανός καὶ Τιβούρτιος



Ἔζησαν τὸν 3ο αἰῶνα µετὰ Χριστόν. Οἱ γονεῖς τῆς Κικιλίας ἦταν εἰδωλολάτρες, ἀπὸ τοὺς πιὸ εὐγενεῖς καὶ ἐπισήµους. Ἀλλ΄ ἡ κόρη τους ἄκουσε τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἀγάπησε καὶ βαπτίστηκε. Μετὰ ἀπὸ λίγο τὴν πάντρεψαν µὲ τὸν Βαλεριανό, νέο µε εὐγενικὰ αἰσθήµατα ποὺ µὲ τὴν ἐπίδραση τῆς ἐκλεκτῆς συζύγου, ἀσπάσθηκε καὶ αὐτὸς τὴ χριστιανικὴ θρησκεία. Κατόπιν µάλιστα, καὶ οἱ δυὸ µαζί, ἔφεραν στὸ χριστιανισµὸ καὶ τὸν ἀδελφὸ τοῦ Βαλεριανοῦ Τιβούρτιο. Κατὰ τὸν διωγµὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ, ἀπειράριθµοι ὑπῆρξαν αὐτοὶ ποὺ ἀκολούθησαν τὸ δρόµο τοῦ

µαρτυρίου. Ἔτσι καὶ ἡ Κικιλία, ὁ Βαλεριανὸς καὶ ὁ Τιβούρτιος δὲν φρόντισαν νὰ κρυφτοῦν. Φανερὰ παρηγοροῦσαν τὶς χῆρες καὶ συντηροῦσαν τὰ ὀρφανὰ τῶν

µαρτύρων, ἀκόµα καὶ περισυνέλεγαν τὰ λείψανά τους καὶ τὰ ἔθαβαν µὲ εὐλάβεια. Ὅταν τοὺς ἔπιασαν γιὰ τὸ ἔργο ποὺ ἔκαναν, ὁµολόγησαν µὲ θάῤῥος τὴν πίστη τους καὶ θανατώθηκαν µὲ ἀποκεφαλισµό. Ἡ ἐκκλησία τῆς Ῥώµης θρήνησε τὴν µεγάλη

ἀπώλεια, καὶ ἔθαψε τὰ λείψανά τους µὲ µεγάλη εὐλάβεια.






Ὁ Ἅγιος Μάξιµος ὁ Καπιτουλάριος



Ἦταν δεσµοφύλακας κάποιας φυλακῆς τῆς Ῥώµης, πίστεψε στὸν Χριστὸ διὰ τῶν Ἅγιων

Βαλεριανοῦ καὶ Κικιλίας (βλέπε πιὸ πάνω), ὁµολόγησε τὴν πίστη του καὶ ὑπέστη

µαρτυρικὸ θάνατο (αἰκισθεὶς τελειοῦται).






Οἱ Ἅγιοι Μᾶρκος, Στέφανος καὶ Μᾶρκος



Μαρτύρησαν στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ καὶ ἡγεµόνα Μάγου τὸ ἔτος 290 µ.Χ. Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας καὶ ἐπειδὴ ὁµολόγησαν τὸν Χριστὸ σὰν ἀληθινὸ Θεό, ἀποκεφαλίστηκαν.






Ὁ Ἅγιος Προκόπιος ὁ Παλαιστίνιος



Ὑπῆρξε ἀσκητὴς διάσηµος, ἀλλὰ καὶ πολυµαθὴς θεολόγος καὶ φιλόσοφος. Ἐγκαταστάθηκε στὴ Σκυθόπολη τῆς Παλαιστίνης καὶ ἐπιτελοῦσε τὰ καθήκοντα τοῦ ἀναγνώστη καὶ κήρυκα. Καταγγέλθηκε ὅµως ὅτι εἵλκυε πλήθη εἰδωλολατρῶν στὴ Χριστιανικὴ θρησκεία, συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε δέσµιος στὴν Καισαρεία τῆς Παλαιστίνης. Ἐκεῖ προσπάθησαν νὰ τὸν πείσουν ὅτι ἡ ἀλήθεια βρίσκεται στὸ πολυθεϊκὸ θρήσκευµα. Ἐκεῖνος, ἀνατρέποντας τὰ ἐπιχειρήµατα τῶν ἀντιπάλων του, παρέθεσε µεταξὺ ἄλλων καὶ τὴν Ὁµηρικὴ φράση: «Οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη, εἷς κοίρανος ἔστω». Ἐπιµένοντας ἔτσι στὴν ἀληθινὴ πίστη του, καταδικάστηκε σὲ θάνατο διὰ ξίφους.


Ὁ Ἅγιος Μένιγνος ὁ κναφέας



Μαρτύρησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Δεκίου (251) καὶ γεννήθηκε στὴν πόλη Πάριο τῆς Κολωνίας στὸν Ἑλλήσποντο, µεταξὺ Κυζίκου καὶ Λαµψάκου. Ὅταν σηκώθηκε ὁ διωγµός, ὁ Μένιγνος, ἀψηφῶντας τὶς σκληρὲς τιµωρίες, ὁµολόγησε στὴ µέση της ἀγορᾶς τὸν Ἰησοῦ καὶ προέτρεψε τοὺς χριστιανοὺς νὰ σταθοῦν ἰσχυροὶ ἀπέναντι τῶν ἀσεβῶν αὐτοκρατορικῶν διαταγµάτων καὶ νὰ µείνουν ἀσάλευτοι στὴ χριστιανικὴ πίστη. Συνελήφθη καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλησε νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα, ὁδηγήθηκε στὸν

τόπο τοῦ ἀποκεφαλισµοῦ. Ὅταν τὸ πληροφορήθηκε ἡ σύζυγός του ἔτρεξε κοντά του καὶ τὸν παρακολουθοῦσε κλαίγοντας. Ἐκεῖνος, παρηγορώντας την, τῆς ἔλεγε ὅτι ὁ θάνατός του θὰ ἐξασφάλιζε τὴν παντοτινή τους ἕνωση. Διότι, µόνο ὅσοι µένουν µὲ τὸν Θεὸ ἑνωµένοι, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ χωριστοῦν ποτέ. Μετὰ ἀπὸ λίγο τὸ κεφάλι του ἔπεφτε

καὶ τάφηκε ἐκεῖ στὸν τόπο τοῦ µαρτυρίου του.






Ὁ Ὅσιος Ἄββας



Αὐτὸς προηγουµένως ἦταν Ἀγαρηνὸς καὶ πίστεψε στὸν Χριστὸ µέσῳ ἑνὸς µοναχοῦ, γιὰ νὰ γίνει στὴ συνέχεια καὶ ὁ ἴδιος µοναχός. Μὲ τὴν συνοδεία τοῦ µοναχοῦ λοιπόν, ποὺ τὸν ἔκανε χριστιανό, πῆγε στὸν µεγάλο ἀσκητὴ Εὐσέβειο (15 Φεβρουαρίου), ποὺ ἀσκήτευε πάνω σ΄ ἕνα βουνὸ κοντὰ στὸ χωριὸ Ἄσιχα καὶ ἔµεινε κοντά του. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Εὐσεβείου, ὁ Ἄββας τὸν διαδέχτηκε στὴν ἐπιστασία τῆς δηµιουργηθείσας Μονῆς καὶ ὑπῆρξε τύπος αὐστηροῦ ἀσκητῆ στοὺς ὑφισταµένους του. Ἔζησε µὲ µεγάλη σκληραγωγία, πολλὴ ἐγκράτεια καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ὅσιος Κάλλιστος ὁ Β΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως



Ἀνέβηκε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸ ἔτος 1397. Διακρίθηκε γιὰ τὴν ζωντανὴ εὐσέβεια καὶ φιλανθρωπία του. Ἄφησε ὅµως τὴν πατριαρχεία, ἐπειδὴ τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἦταν πολὺ ταραγµένα καὶ ἀποσύρθηκε σὲ Μονή, ὅπου καὶ ἀσκητεύοντας ἀπεβίωσε.






Οἱ Ἅγιοι Χριστοφόρος καὶ Εὐφηµία



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. (Μᾶλλον οἱ ἴδιοι µε αὐτοὺς τῆς 19ης Νοεµβρίου).






Οἱ Ἅγιοι Θαλλελαῖος καὶ Ἄνθιµος



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. (Μᾶλλον οἱ ἴδιοι µὲ αὐτοὺς τῆς 19ης Νοεµβρίου).


Ὁ Ἅγιος Θαδδαῖος



«Ἐν τροχῷ δεθεὶς καὶ κατὰ πρανοῦς ἀφεθεὶς τελειοῦται».






Ὁ Ἅγιος Ἀγαπίων (ὁ Ῥωµαῖος)



Ἐπειδὴ ὁµολόγησε τὸν Χριστό, τὸν ἔριξαν γιὰ τροφὴ στὰ ἄγρια θηρία. Θαυµατουργικὰ ὅµως βγῆκε ἀβλαβὴς καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ἅγιος Ἀγάπιος



Μαρτύρησε διὰ ξίφους. (Στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 σηµειώνεται, ὅτι ἦταν ἀπὸ τὴν

Καππαδοκία).






Ὁ Ἅγιος Σισίνιος ὁ Ἱεροµάρτυρας



Μαρτύρησε διὰ ξίφους.






Ὁ Ἅγιος Κλήµης ὁ Θαυµατουργὸς ἐπίσκοπος Ἀχρίδας τῆς Βουλγαρίας



Καταγόταν ἀπὸ τὴν Βουλγαρία καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μιχαὴλ (842-867), γιοῦ τοῦ βασιλιᾶ Θεοφίλου τοῦ εἰκονοµάχου. Ἀπὸ µικρὸς εἶχε τὴν µοναχικὴ κλίση καὶ ἔτσι κατέφυγε σὲ µοναστήρι, ὅπου ἀσκήτευε στὴν πνευµατικὴ ζωὴ καὶ µελετοῦσε συστηµατικὰ τὴν Ἁγία Γραφή. Γιὰ τὶς εὐαγγελικές του ἀρετὲς χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Ἱερὸ Μεθόδιο ἐπίσκοπος Βουλγαρίας, ποὺ µέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀποστολικὰ ποίµανε. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Τὸ δὲ ἱερὸ λείψανό του, κατατέθηκε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήµονα, ποὺ ὁ ἴδιος ἔκτισε, στὴν Ἀχρίδα τῆς Βουλγαρίας.






Ἡ Κοίµησις τοῦ Ἁγίου Μιχαὴλ Δούκα Τφερίας (Ρῶσος)






Ὁ Ὅσιος Γερµανός, ἱδρυτὴς Ἱερᾶς Μονῆς Εἰκοσιφοινίσσης


(ἔζ. τὸ 880).


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 23



     Ὁ Ἅγιος Ἀµφιλόχιος ἐπίσκοπος Ἰκονίου

     Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐπίσκοπος Ἀκραγαντίνων

     Ὁ Ὅσιος Σισίνιος ὁ Ὁµολογητής

     Ὁ Ὅσιος Ἰσχυρίων ὁ Ἐπίσκοπος

     Ὁ Ἅγιος Ἐλενός ἐπίσκοπος Ταρσοῦ

     Ὁ Ἅγιος Διονύσιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

     Διήγηση ὀπτασίας (κάποιου) Ἰωάννου

     Ἡ Κοίµησις τοῦ Ἁγίου Μητροφάνη

     Ἡ Κοίµησις τοῦ Ἁγίου µεγάλου δούκα Ἀλεξάνδρου τοῦ Νέβσκη

     Ἡ Ἁγία Μερόπη (ἢ Μυρώπη)

     Ὁ Ἅγιος Deiniol (Οὐαλλός)







Ὁ Ἅγιος Ἀµφιλόχιος ἐπίσκοπος Ἰκονίου



Ἦταν Καππαδόκης, σύγχρονος τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ φίλος του. Διακεκριµένος γιὰ τὴ

µεγάλη του µόρφωση καὶ εὐσέβεια, ἀναδείχθηκε ἐπίσκοπος Ἰκονίου τὸ ἔτος 344.

Ὑπῆρξε ἄριστος ἐπίσκοπος καὶ µετεῖχε στὴ Β´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο στὴν

Κωνσταντινούπολη, ὅπου καὶ διέπρεψε. Ὁ Ἀµφιλόχιας δὲν εἶχε κῦρος µόνο στὴ δική του

Ἐκκλησία, ἀλλὰ τὸ ἠθικὸ κῦρος του εἶχε ἐπεκταθεῖ καὶ σὲ ἄλλες περιοχές. Ἔτσι,

παρενέβαινε καὶ σὲ Ἐκκλησίες κοντινές, ὅπου διασφάλιζε τὴν εἰρήνη καὶ ὀρθοτοµοῦσε

τὸ λόγο τῆς ἀληθείας. Διότι στὸ ἔργο του εἶχε ὁδηγὸ τὰ θεόπνευστα λόγια τοῦ

Ἀποστόλου Παύλου: «Σπούδασον σεαυτὸν δόκιµον παραστῆσαι τῷ Θεῷ, ἐργάτην

ἀνεπαίσχυντον, ὀρθοτοµοῦντα τὸν λόγον τῆς ἀληθείας». Δηλαδή, λέει ὁ Ἀπόστολος

Παῦλος, προσπάθησε νὰ παραστήσεις τὸν ἑαυτό σου στὸ Θεὸ δοκιµασµένο καὶ τέλειο

ἐργάτη, ποὺ δὲν τὸν ντροπιάζει τὸ καλοφτιαγµένο ἔργο του, καὶ διδάσκει ὀρθὰ τὸ λόγο

τῆς ἀληθείας. Στὴν πρὸς Ἀµφιλόχιον ἐπιστολὴ ὁ Μέγας Βασίλειος φανερώνει τὴν

λαµπρὴ ἠθικὴ φυσιογνωµία τοῦ Ἀµφιλοχίου. Τὸν παρακαλεῖ νὰ παραστεῖ στὴν

τιµητικὴ γιορτὴ ὑπὲρ τῶν µαρτύρων τῆς Καισαρείας, γιὰ νὰ ἀποβεῖ αὐτὴ σεµνότερη,

διότι ὁ λαὸς τῆς Καισαρείας τὸν ἀγαπᾷ, ὅσο κανένα ἄλλο ἐπίσκοπο. Ὁ Ἀµφιλόχιος

συνέταξε ἀρκετοὺς λόγους γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία µας, καὶ πέθανε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος 394.






Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐπίσκοπος Ἀκραγαντινῶν



Γεννήθηκε στὸν Ἀκράγαντα τῆς Σικελίας ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ εὔπορους γονεῖς, τὸ Χαρίτωνα καὶ τὴν Θεοδότη. Βαπτίστηκε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ποταµίωνα, ὁ ὁποῖος τὸν ἀνέθρεψε, τὸν µόρφωσε καὶ τὸν κατάταξε στὶς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου, στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Ἰουστινιανοῦ τοῦ Ῥινότµητου (685-695). Δεκαοκτὼ χρονῶν πῆγε γιὰ προσκύνηµα στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἐκεῖ χειροτονήθηκε Διάκονος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ἱεροσολύµων Μακάριο. Κατόπιν ἐπανῆλθε στὸ Βυζάντιο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ Ῥώµη, ὅπου


γιὰ τὶς µεγάλες του ἀρετὲς καὶ τὴν µεγάλη του µόρφωση προήχθηκε στὴν ἐπισκοπὴ τῶν Ἀκραγαντινῶν. Στὴν ἐπισκοπὴ αὐτή, βρῆκε σφοδροὺς κατηγόρους δυὸ κληρικούς, τὸν Σαβίνο καὶ τὸν Κρισκέντιο, ποὺ τὸν συκοφάντησαν γιὰ µοιχεία. Ἀλλὰ µὲ θαυµατουργικὸ τρόπο ὁ Γρηγόριος τοὺς ντρόπιασε καὶ παρέλαβε πάλι τὴν Ἐκκλησία

µετὰ ἀπὸ διετῆ φυλάκιση καὶ ἀργία. Στὴ συνέχεια ἔκανε καὶ ἄλλα θαύµατα. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ βαθιὰ γεράµατα τὸ 690 µ.Χ. Σῴζονται 10 ἐξηγηµατικοὶ λόγοι του στὸν Ἐκκλησιαστῆ.






Ὁ Ὅσιος Σισίνιος ὁ Ὁµολογητής



Διέπρεψε κατὰ τὸν διωγµὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Διοκλητιανὸς (300 µ.Χ.). Ὁ Ὅσιος Σισίνιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύζικο καὶ κήρυττε µὲ θάῤῥος καὶ τόλµη τὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια. Γιὰ τὸ ἔργο του αὐτό, ὑπέστη πολλὲς φυλακίσεις καὶ ἀνελέητους δαρµούς. Ὅταν αὐτοκράτορας ἔγινε ὁ Μεγάλος Κωνσταντῖνος, ὁ Ὅσιος Σισίνιος ἀφέθηκε ἐλεύθερος καὶ ἐξακολούθησε τὸν εὐσεβῆ καὶ θεάρεστο ἀγῶνα του. Ἀλλ΄ ὅταν ξέσπασε ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου, συµµετεῖχε στὴν πάλη ὑπέρµαχος τοῦ ὀρθοδόξου δόγµατος. Καὶ ἔτσι γενναία ἀγωνιζόµενος ὁ Ὅσιος Σισίνιος, τελείωσε τὴν ὁλόψυχα ἀφιερωµένη στὸ Χριστὸ ζωή του.






Ὁ Ὅσιος Ἰσχυρίων ὁ Ἐπίσκοπος



Ἴσως ἦταν ἐπίσκοπος Ταρσοῦ. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ἅγιος Ἐλενός ἐπίσκοπος Ταρσοῦ



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ἅγιος Διονύσιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως



Στοὺς Συναξαριστὲς ἀγνοεῖται ἡ µνήµη του. Πρόκειται γιὰ τὸν Διονύσιο Α΄ τὸν Πελοποννήσιο, ποὺ ἀπὸ ἐπίσκοπος Φιλιππουπόλεως, ἐκλέχτηκε οἰκουµενικὸς Πατριάρχης (α΄ τὸ 1467-1472 καὶ τὸ β΄ τὸ 1489-1491). Μετὰ τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὸν θρόνο, ἔζησε στὴ Μονὴ Εἰκοσιφοινίσσης στὴ Δρᾶµα, ὅπου καὶ πέθανε εἰρηνικά.






Διήγηση ὀπτασίας (κάποιου) Ἰωάννου


Λεπτοµέρειες βλέπε στὸν «Μέγα Συναξαριστή» τοῦ Ματθαίου Λαγγῆ, τόµος 11ος,

σελίδα 595, ἔκδοση 1993.






Ἡ Κοίµησις τοῦ Ἁγίου Μητροφάνη



Ἱεράρχη ποὺ µετονοµάστηκε Μακάριος καὶ ὑπῆρξε πρῶτος ἐπίσκοπος Βορονεζίας τὸ

1703.






Κοίµησις τοῦ Ἁγίου µεγάλου δούκα Ἀλεξάνδρου τοῦ Νέβσκη






Ἡ Ἁγία Μερόπη (ἢ Μυρώπη)



Εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο µ΄ αὐτὸ τῆς 2ας Δεκεµβρίου, ὅπου καὶ τὸ σχετικὸ ὑπόµνηµα. Ἄγνωστο γιατί ἐδῶ ἐπαναλαµβάνεται. Κάποια Συναξαριακὴ πηγὴ ἀναφέρει: «Σύναξις αὐτῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης τὴν οὔση πρὸς θάλασσαν».






Ὁ Ἅγιος Deiniol (Οὐαλλός)



Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 24



     Ὁ Ἅγιος Κλήµης Ἱεροµάρτυρας, ἐπίσκοπος Ῥώµης

     Ὁ Ἅγιος Πέτρος Ἱεροµάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας

     Ὁ Ὅσιος Μάλχος

     Ὁ Ὅσιος Καρίων

     Ὁ Ἅγιος Ἑρµογένης ἐπίσκοπος Ἀκραγαντινῶν

     Οἱ Ἅγιοι Φιλούµενος καὶ Χριστοφόρος

     Ὁ Ἅγιος Εὐγένιος

     Οἱ Ἅγιοι Προκόπιος καὶ Χριστοφόρος

     Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος

     Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος

     Ὁ Ἅγιος Χρυσόγονος

     Ὁ Ὅσιος Μᾶρκος ὁ Τριγλινός

     Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ποὺ µαρτύρησε στὴν Ἀντιόχεια

     Ὁ Ἅγιος Μερκούριος «ὁ ἐν Σµολένσκῃ»






Ὁ Ἅγιος Κλήµης Ἱεροµάρτυρας, ἐπίσκοπος Ῥώµης



Ἦταν Ῥωµαῖος ἀριστοκράτης ἀπὸ βασιλικὸ γένος, γιὸς τοῦ Φαύστου καὶ τῆς Ματθιδίας. Ὁ Κλήµης σπούδασε ὅλες τὶς ἐπιστῆµες τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἀντάµωσε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο καὶ διδάχθηκε ἀπ΄ αὐτὸν τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ θεογνωσία, ὁπότε ἔγινε θερµὸς κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου καὶ συνέγραψε ἀρκετὰ συγγράµµατα. Ὁ Κλήµης ὑπῆρξε τρίτος ἐπίσκοπος Ῥώµης, ἀφοῦ διαδέχθηκε τὸν Ἀνέγκλητο, περίπου τὸ ἔτος 92 µ. Χ. Ποίµανε µὲ ὑπέρµετρο ζῆλο τὴν Ἐκκλησία τῆς Ῥώµης, στὰ βαρειὰ ἐκεῖνα χρόνια τῶν διωγµῶν. Συνελήφθη ἀπὸ τὸ Δοµετιανὸ καὶ ἐξορίστηκε σὲ πόλη- ἔρηµο κοντὰ στὴ Χερσώνα. Ἐκεῖ, ἔδεσαν στὸ λαιµό του µία σιδερένεια ἄγκυρα καὶ τὸν ἔριξαν στὴ θάλασσα, ὅπου παρέδωσε τὴν ἁγία ψυχή του (101 µ.Χ). Ἀξίζει, ὅµως, νὰ σηµειώσουµε

ὅτι ὁ Κλήµης δὲν ὑπῆρξε µόνο σοφὸς κατὰ τὴν γραµµατικὴ µόρφωση, ἀλλὰ ἀνῆκε σ΄ αὐτοὺς ποὺ ὁ θεῖος Παῦλος ὀνοµάζει «σοφοὺς εἰς τὸ ἀγαθόν, ἀκεραίους δὲ εἰς τὸ κακόν», συνετούς, δηλαδή, ὅταν κάνουν τὸ καλό, καὶ συγχρόνως ἀµέτοχους ἀπὸ κάθε κακό.






Ὁ Ἅγιος Πέτρος Ἱεροµάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας



Συνδύαζε θερµότατο ζῆλο καὶ ἀνώτερη λαµπρὴ µόρφωση. Καὶ γρήγορα κατέλαβε σπουδαία θέση στὴν ἐκκλησία τῆς Αἰγύπτου, ἀφοῦ διαδέχτηκε τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξανδρείας Θεωνά. Τὸ ἔτος 306 µ.Χ. προήδρευσε σὲ Σύνοδο ποὺ καταδίκασε καὶ καθήρεσε τὸν ἐπίσκοπο Λυκοπόλεως Μελέτιο. Ἀλλ΄ αὐτὸς γιὰ νὰ ἐκδικηθεῖ τὸν Πέτρο τὸν κατάγγειλε στὸν αὐτοκράτορα Μαξιµιανὸ Γαλέριο, ὅταν αὐτὸς κήρυξε διωγµὸ κατὰ


τῶν χριστιανῶν. Τότε ὁ εὐσεβὴς ἀρχιεπίσκοπος, ἔδειξε τὴ µεγάλη καὶ λαµπρὴ διαγωγή του. Προκειµένου νὰ συλληφθεῖ ἀπὸ τὸν ἔπαρχο Ἀλεξανδρείας, κάλεσε τοὺς πιὸ ἄξιους πρεσβυτέρους τῆς ἀρχιεπισκοπῆς του, τὸν Ἀχιλλᾶ καὶ τὸν Ἀλέξανδρο. Τοὺς ἀνήγγειλε ὅτι ἔφτασε τὸ τέλος του καὶ ὅρισε διαδόχους του. Κατόπιν, γιὰ νὰ µὴ ἀντιληφθεῖ τὴν σύλληψή του ὁ χριστιανικὸς λαός, ποὺ ἦταν συγκεντρωµένος µπροστὰ στὴν πόρτα του, βγῆκε καὶ παραδόθηκε στοὺς στρατιῶτες ἀπὸ µία τρῦπα, ποὺ ἀνοίχτηκε στὸ πίσω µέρος τοῦ σπιτιοῦ του. Ἔπειτα τὸν πῆγαν κρυφὰ στὸν τόπο τῆς θανατικῆς ἐκτέλεσης, ὅπου

τὸν ἀποκεφάλισαν τὸν Νοέµβριο τοῦ 311, ἀφοῦ ποίµανε τὴν Ἐκκλησία τῆς

Ἀλεξάνδρειας 12 χρόνια. Ἀπὸ κάποιο σύγγραµµά τοῦ «περὶ θεότητας» διασώθηκαν

µερικὰ κοµµάτια. Σῴζονται ἐπίσης Κανόνες ἀπὸ τὴν συγγραφή του «περὶ Μετανοίας»,

ποὺ ἔγραψε ὅταν ὁδηγοῦσε στὴν ἐπιστροφὴ χριστιανούς, ποὺ κατὰ τοὺς διωγµοὺς δὲν

µπόρεσαν νὰ µείνουν σταθεροὶ στὴν πίστη. Ἐπίσης ἡ εὐσεβὴς ὀξυδέρκεια τοῦ Πέτρου

εἶχε διακρίνει τὶς αἱρετικὲς τάσεις τοῦ νεαροῦ τότε διακόνου Ἀρείου καὶ τὸν ἀφόρισε.

Ἀλλ΄ ὕστερα τὸν δέχτηκε πάλι, ἀφοῦ δήλωσε µετάνοια καὶ ζήτησε δηµόσια συγνώµη.






Ὁ Ὅσιος Μάλχος



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ὅσιος Καρίων



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ἅγιος Ἑρµογένης ἐπίσκοπος Ἀκραγαντινῶν



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Οἱ Ἅγιοι Φιλούµενος καὶ Χριστοφόρος



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.






Ὁ Ἅγιος Εὐγένιος



Μαρτύρησε, ἀφοῦ τὸν ἔκτισαν ζωντανό, µέσα στὴν τρῦπα ἑνὸς τείχους.


Οἱ Ἅγιοι Προκόπιος καὶ Χριστοφόρος



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους (τὸ 274 µ.Χ.).






Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος



Μαρτύρησε στὴν Κόρινθο (τὸ 360 µ.Χ.).






Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος



Αὐτὸς ἦταν ἀπὸ τὰ µέρη τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἦλθε καὶ ἀσκήτευσε στὴ Χρυσὴ Πέτρα.






Ὁ Ἅγιος Χρυσόγονος



Καταγγέλθηκε σὰν θερµὸς κήρυκας τοῦ ὀνόµατος τοῦ Χριστοῦ, συνελήφθη µὲ διαταγὴ τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ φυλακίστηκε στὴ Ῥώµη. Ἀπὸ τὴ φυλακὴ στήριζε καὶ καθοδηγοῦσε πολλοὺς πιστούς. Ἀργότερα ὁ Διοκλητιανὸς τοῦ ἔταξε τιµὲς καὶ ἀξιώµατα, διότι ὁ Χρυσόγονος ἦταν ἀνώτερης παιδείας καὶ ἀπὸ εὐγενικὴ καταγωγή. Αὐτὸς ὅµως παρέµεινε στὴν ὁµολογία τῆς χριστιανικῆς πίστης. Ἐξοργισµένος ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε καὶ τὸν ἔσφαξαν µὲ τσεκοῦρι. Τὸ δὲ λείψανό του τὸ ἔριξαν στὴ θάλασσα, ὅπου τὸ βρῆκε κάποιος ἱερέας Ζώιλος, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τὸ παράλαβε κρυφὰ τὸ ἔθαψε µὲ εὐλάβεια µέσα στὸ σπίτι του.






Ὁ Ὅσιος Μᾶρκος ὁ Τριγλινός



Μᾶλλον ἦταν ἀπὸ τὴν Τρίγλια τῆς Βυθινίας καὶ ἀσκήτευε σὲ µία ἀπὸ τὶς ἐκεῖ τέσσερις

µεγάλες Μονές.






Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ποὺ µαρτύρησε στὴν Ἀντιόχεια



Μαρτύρησε στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη (361) καὶ ἔπαρχου Σαλουστίου. Ὁ Θεόδωρος λοιπόν, κατὰ τὴν µετακοµιδὴ τοῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Βαβύλα ἐπισκόπου Ἀντιοχείας, ἀπὸ τὸ προάστιο Δάφνη στὴν Ἀντιόχεια, ἔψαλλε τὸν ὕµνο τοῦ Δαβὶδ καὶ τόνιζε ἰδιαίτερα τὸ «αἰσχυνθήτωσαν πάντες οἱ προσκυνοῦντες τοῖς

γλυπτοῖς». Συνελήφθη γι᾿ αὐτὸ καὶ µαστιγώθηκε µὲ µαστίγια ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν,


ἔσχισαν τὶς πλευρές του καὶ στὴ συνέχεια τὸν ἄφησαν νὰ φύγει. Ἀλλὰ καταγγέλθηκε καὶ πάλι, ὅτι ἐξακολουθοῦσε νὰ κοροϊδεύει τὰ εἴδωλα, συνελήφθη γιὰ δεύτερη φορα καὶ ἀποκεφαλίστηκε.






Ὁ Ἅγιος Μερκούριος «ὁ ἐν Σµολένσκῃ»



Ρῶσος, + 238 µ.Χ.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 25



     Ἡ Ἁγία Αἰκατερίνα ἡ Μεγαλοµάρτυς

     Οἱ Ἅγιοι 150 ρήτορες

     Ἡ Ἁγία Βασίλισσα

     Ὁ Ἅγιος Πορφυρίων (ἢ Πορφύριος) ὁ Στρατηλάτης καὶ οἱ 200 Στρατιῶται του

     Ὁ Ἅγιος Μερκούριος ὁ Μεγαλοµάρτυς

     Ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Ἡσυχαστής

     Οἱ Ἅγιοι 670 Μάρτυρες

     Ἀπόδοσις τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου







Ἡ Ἁγία Αἰκατερίνα ἡ Μεγαλοµάρτυς



Ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη ἀποτελεῖ κόσµηµα στὸ χορὸ τῶν µαρτύρων τοῦ 4ου αἰῶνα µ.Χ. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἦταν θυγατέρα εὐγενῶν στὴν καταγωγὴ γονέων (τοῦ Βασιλίσκου Κώνστα). Ἦταν ὡραῖα στὸ σῶµα, ἀλλὰ καὶ στὴ χριστιανικὴ εὐσέβεια. Εἶχε ἔξοχη εὐφυΐα καὶ σὲ ἡλικία 18 χρονῶν εἶχε σπουδάσει ἄριστα ὅλες τὶς ἑλληνικὲς ἐπιστῆµες, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ δόγµατα τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας. Ὅταν, λοιπόν, ἐπὶ αὐτοκρατόρων Μαξιµιανοῦ καὶ Μαξεντίου οἱ χριστιανοὶ διώκονταν σκληρά, ἡ νεαρὴ Αἰκατερίνη δὲ δίστασε νὰ παρουσιαστεῖ καὶ νὰ ὁµολογήσει Θεὸ τὸ Σωτῆρα Χριστό. Ὁ ἔπαρχος πληροφορήθηκε ὅτι ἡ Αἰκατερίνη ἦταν πολυµαθέστατη καὶ φιλόσοφος, καὶ προσπάθησε νὰ τὴν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, φέρνοντας σὲ δηµόσια συζήτηση µαζί της τοὺς πιὸ σπουδαίους φιλοσόφους τῆς Ἀλεξάνδρειας. Ἀλλὰ ἡ

µόρφωση τῆς Αἰκατερίνης, µὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, ἦταν τόσο µεγάλη, ὥστε τοὺς «ἀντιλέγοντας ἐλέγχειν». Ὥστε, δηλαδή, νὰ ἀποστοµώνει ἐκείνους ποὺ ἀντιλέγουν στὴν ὀρθὴ διδασκαλία. Καὶ µάλιστα, πολλοὺς ἀπ΄ αὐτοὺς ἔκανε χριστιανούς. Μπροστὰ σ΄ αὐτὸν τὸν κίνδυνο, ὁ ἔπαρχος ἀφοῦ σκληρὰ τὴν βασάνισε, τελικὰ τὴν ἀποκεφάλισε. Ἀργότερα, στὸ ὄρος Σινᾶ ὁ Ἰουστινιανὸς ἔκτισε στὴ χάρη της

µοναστήρι, ποὺ σῴζεται µέχρι σήµερα.






Οἱ Ἅγιοι 150 ρήτορες



Αὐτοὶ πίστεψαν στὸν Χριστὸ διὰ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης καὶ µαρτύρησαν διὰ πυρός.






Ἡ Ἁγία Βασίλισσα



Αὐτὴ ἦταν σύζυγος τοῦ βασιλιᾶ Μαξεντίου, ποὺ πίστεψε στὸν Χριστὸ διὰ τῆς Ἁγίας

Αἰκατερίνης καὶ µαρτύρησε διὰ ἀποκεφαλισµοῦ.


Ὁ Ἅγιος Πορφυρίων (ἢ Πορφύριος) ὁ Στρατηλάτης καὶ οἱ 200 Στρατιῶται του



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.






Ὁ Ἅγιος Μερκούριος ὁ Μεγαλοµάρτυς



Γενναῖος στρατιωτικός, ὄχι µόνο τοῦ στρατοῦ τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου, ποὺ ὑπηρετοῦσε, ἀλλὰ καὶ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Μερκούριος καταγόταν ἀπὸ τὴ Σκυθία. Διακρινόµενος σὲ κάποια µάχη, κατὰ τὴν ὁποία σκότωσε τὸν στρατηγὸ τῶν ἀντιπάλων, τιµήθηκε µὲ ἀνώτερο ἀξίωµα. Ἀλλ΄ ὅταν κλήθηκε νὰ συµµετέχει σὲ εἰδωλολατρικὲς θυσίες, ἀρνήθηκε. Καὶ δὲν δίστασε, ὅταν ῥωτήθηκε, νὰ ὁµολογήσει ὅτι ἦταν χριστιανός. Ὁ βασιλιὰς προσπάθησε στὴν ἀρχή, µὲ γλυκὰ λόγια νὰ τὸν µεταπείσει. Βλέποντας ὅµως, ὅτι ἀποτύγχανε, διέταξε τὸν βασανισµό του. Καὶ ἀφοῦ τὸν γέµισαν µὲ πληγές,

καὶ ἐπέφεραν µεγάλα ἐγκαύµατα στὶς σάρκες του, τὸν ἀποκεφάλισαν τὸν γενναῖο ἀθλητὴ καὶ στεφανηφόρο ἀγωνιστὴ τοῦ Χριστοῦ (στὴν Καισαρεία τῆς Καππαδοκίας), περίπου τὸ 253 µὲ 259 µ.Χ.






Ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Ἡσυχαστής



Καταγόταν ἀπὸ τὰ µέρη τοῦ Εὐξείνου Πόντου καὶ ἀπὸ µικρὸς διακρινόταν γιὰ τὴν θερµὴ εὐσέβειά του καὶ τὴν τέλεια ἀφοσίωσή του στὰ πνευµατικὰ ἀγαθά. Πῆγε στὴ Γαλατία καὶ τὴν Παλαιστίνη, ὅπου ἡ πίστη του θερµάνθηκε ἀκόµα περισσότερο καὶ κατέληξε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου ἀσκήτευε στὰ βουνά της, δοξασµένα ἀπὸ τόσους

µεγάλους ἀθλητὲς καὶ διδασκάλους τοῦ Χριστιανισµοῦ. Ἡ πνευµατική του καρποφορία δὲν ἄργησε νὰ διαδοθεῖ καὶ πλῆθος λαοῦ ἐρχόταν σ΄ αὐτόν, ἀποκοµίζοντας πολύτιµες συµβουλὲς καὶ παρηγοριὰ στὰ δυσκολοθεράπευτα τραύµατα τῆς ψυχῆς. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 95 χρονῶν.






Οἱ Ἅγιοι 670 Μάρτυρες



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.






Ἀπόδοσις τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 26



     Ὁ Ὅσιος Ἀλύπιος ὁ Κιονίτης

     Ὁ Ὅσιος Στυλιανός ὁ Παφλαγόνας

     Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος «ὁ ἐν τῇ Κλίµακι»

     Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος ὁ Ἀναχωρητής

     Ὁ Ὅσιος Νίκων ὁ «Μετανοεῖτε»

     Ὁ Ὅσιος Σίλος ἐπίσκοπος Κορίνθου τῆς Περσίας

     Τὰ Ἐγκαίνια Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου «ἐν τῷ Κυπαρίσσῳ (ἢ Κυπαρισσίῳ)»

     Ὁ Ἅγιος Πέτρος ἐπίσκοπος Ἱεροσολύµων

     Ὁ Ὅσιος Χαιρέµων

     Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεοµάρτυρας ἀπὸ τὴν Χίο

     Ὁ Ἅγιος Ἰννοκέντιος ὁ Θαυµατουργὸς πρῶτος ἐπίσκοπος Ἴρκουτας (Ρῶσος)

     Ὁ Ἅγιος Προκόπιος ὁ Πέρσης







Ὁ Ὅσιος Ἀλύπιος ὁ Κιονίτης



Ἦταν ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη τῆς Παφλαγονίας καὶ ἔζησε τὸν 6ο αἰῶνα µ.Χ. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι, ὅταν θὰ γεννιόταν ὁ Ἀλύπιος, ἡ µητέρα του εἶδε σὲ ὄνειρο νὰ κρατάει ἕνα λευκὸ ἀρνὶ ποὺ στὰ κερατά του ἦταν τρεῖς ἀναµµένες λαµπάδες, ποὺ σήµαινε τὶς ἀρετὲς ποὺ θὰ εἶχε τὸ παιδὶ ποὺ θὰ γεννιόταν. Οἱ γονεῖς του ἔδωσαν στὸν Ἀλύπιο χριστιανικὴ ἀνατροφή, ποὺ στὸ πρόσωπό του ἐπέφερε καρποὺς ἑκατονταπλασίονας. Εἶχε µεγάλη περιουσία, τὴν ὁποία δαπάνησε στοὺς φτωχοὺς καὶ πάσχοντες τῆς περιοχῆς του. Διότι εὐχαρίστησή του ἦταν νὰ ἐκπληρώνει τὸ νόµο τοῦ Θεοῦ, ποὺ προτρέπει τοὺς χριστιανοὺς νὰ εἶναι «συµπαθεῖς, φιλάδελφοι, εὔσπλαχνοι, φιλόφρονες». Δηλαδὴ νὰ συµπαθοῦν καὶ νὰ συµµετέχουν στὶς λῦπες τῶν ἀδελφῶν τους, νὰ ἀγαποῦν σὰν ἀδελφοὺς τοὺς συνανθρώπους τους, νὰ ἔχουν πονετικὴ καὶ τρυφερὴ καρδιὰ καὶ νὰ εἶναι περιποιητικοὶ καὶ εὐγενεῖς. Ὁ Ἀλύπιος, ἀφοῦ ἔµεινε πάµφτωχος, ἀποσύρθηκε στὴν ἔρηµο, ὅπου ἔκανε ἀσκητικὴ ζωή. Πληροφορίες ἀναφέρουν ὅτι ἔµεινε πάνω σ΄ ἕνα στῦλο 50 (κατ΄ ἄλλους 53 χρόνια) γιὰ λόγους ἄσκησης καὶ κάτω ἀπὸ διάφορες καιρικὲς συνθῆκες. Ἡ φήµη τῆς ἀρετῆς του ἔφερε κοντὰ στὸν Ἀλύπιο καὶ ἄλλες ψυχές, ποὺ ζητοῦσαν εἰρηνικὸ καταφύγιο. Στοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ὑπῆρξε φιλόστοργος πνευµατικὸς πατέρας, καὶ τοὺς καθοδηγοῦσε

µὲ τὶς συµβουλές του καὶ τοὺς στήριζε µὲ τὸ παράδειγµά του. Πέθανε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος

608, ἀφοῦ ἔζησε 100 χρόνια, κατ΄ ἄλλους 120. (Τελεῖται δὲ ἡ Σύναξις αὐτοῦ ἐν τῇ µονῇ

αὐτοῦ τῇ οὔσῃ πλησίον τοῦ Ἱπποδροµίου, κατὰ τὸν Παρισινὸ Κώδικα 1594).






Ὁ Ὅσιος Στυλιανός ὁ Παφλαγόνας



Γιὸς πλουσίων γονέων (ποὺ µᾶλλον γεννήθηκε στὴν Παφλαγονία, χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι σίγουρο, διότι ἐκεῖ φυλασσόταν καὶ ἱερὸ λείψανό του), διδάχτηκε νωρὶς ἀπ΄ αὐτοὺς νὰ


εἶναι ἐγκρατὴς καὶ νὰ θεωρεῖ τὸ χρῆµα µέσο γιὰ τὴν ἀνακούφιση καὶ περίθαλψη τῶν φτωχῶν καὶ τῶν ἀῤῥώστων. Ἀφοῦ ἔτσι ἀνατράφηκε καὶ οἱ γονεῖς του πέθαναν, διαµοίρασε ὅλη τὴν κληρονοµιά του καὶ πῆγε σὰν ἀσκητὴς στὴν ἔρηµο. Ἐκεῖ γνωρίστηκε µὲ ἄλλους ἀσκητές, ποὺ ζοῦσε µαζί τους µὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη, χριστιανικὴ συγκατάβαση καὶ ἐπιείκεια. Δὲν λύπησε ποτὲ κανένα, µεγάλη του χαρὰ µάλιστα, ἦταν νὰ ἐπαναφέρει τὴν γαλήνη στὶς ταραγµένες ψυχές. Ἡ φήµη τῆς θαυµαστῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς ἔφθασε µέχρι τὶς πόλεις, καὶ πολλοὶ ἔτρεχαν νὰ τὸν βροῦν γιὰ νὰ ζητήσουν ἀπ΄ αὐτὸν τὶς πνευµατικές του ὁδηγίες. Ὁ Ὅσιος Στυλιανός, παρὰ τὴν ἐρηµικὴ ζωή του, ἔτρεφε στοργὴ καὶ συµπάθεια πρὸς τὰ παιδιά, ποὺ τόσο ἀγαποῦσε καὶ ὁ Κύριος. Ἄν,

ἔλεγε, ἡ ταπεινοφροσύνη ἀποτελεῖ θεµέλιο τῶν ἀρετῶν, ἡ παιδικὴ ἡλικία ἀπὸ τὴν φύση της εἶναι περισσότερο ἐνάρετη, ἀπ΄ ὅτι οἱ µεγαλύτεροι τῶν φιλοσόφων. Πολλὲς φορὲς οἱ γονεῖς ἔφεραν πρὸς αὐτὸν τὰ παιδιά τους, καὶ τότε ἡ ἀγαλλίαση τοῦ ὁσίου ἦταν πολὺ

µεγάλη. Ὁ Θεὸς βραβεύοντας τὸ ἱερὸ αὐτὸ αἴσθηµά του, προίκισε τὸν ὅσιο µὲ τὸ χάρισµα νὰ θεραπεύει τὰ ἄῤῥωστα παιδιὰ καὶ νὰ καθιστᾶ εὔτεκνους ἄτεκνες γυναῖκες. Πέθανε πλήρης ἡµερῶν ἀλλὰ καὶ ἀρετῶν.






Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος «ὁ ἐν τῇ Κλίµακι»



Ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη, ποὺ συνέγραψε τὴν Κλίµακα. Μόνασε στὴ Μικρὰ Ἀσία (στὸ Μοναστήρι Κελλιβάρα τοῦ ὄρους Λάτρου) καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ἀνεξάντλητη ὑποµονή του. Ἔλεγε µάλιστα: «πλανῶνται ὅσοι νοµίζουν ὅτι δὲν θυµώνω ποτέ. Θυµώνω, ἀλλὰ κατὰ τῶν δυὸ µεγαλυτέρων ἐχθρῶν. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Σατανᾶς, τὸν ἄλλο περιττὸ νὰ σᾶς τὸν πῶ» καὶ ἔδειχνε τὸν ἑαυτό του. Στὸ Μοναστήρι εἶχε πολὺ δύστροπο προϊστάµενο, ἀλλὰ ἀπέναντί του ὁ Ἀκάκιος δὲν ἔλεγε τὸ παραµικρό. Ὁ ἡγούµενος τὸν κακοποιοῦσε καὶ ὁ Ἀκάκιος τὸν ἀγαποῦσε, ὅµως τὸν ἔθλιβε τὸ γεγονὸς ὅτι κινδύνευε ἡ σωτηρία τοῦ ἡγουµένου του ἀπὸ τὴν ὅλη διαγωγή του. Ὁ Ἀκάκιος πέθανε νέος, ἔχοντας παροιµιώδη ὑποµονὴ καὶ ζωντανὴ ἐλπίδα στὸ Θεό.






Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος ὁ Ἀναχωρητής



Γι᾿ αὐτὸν ἀφηγεῖται ὁ Θεοδώρητος Κύρου, ποὺ γνώρισε τὸν ὅσιο προσωπικὰ (Φιλόθεος Ἱστορία, ἀριθ. 21). Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Κύρου καὶ ἀσκήτευε στὴν ἀρχή, µέσα σ΄ ἕνα πολὺ στενὸ κελί. Κατόπιν ἀνέβηκε στὸ κοντινὸ βουνὸ τῆς πόλης Κύρου καὶ ἐκεῖ ἀσκήτευε χωρὶς νὰ κατασκευάσει καλύβα. Ἔφτασε σὲ τόσο µεγάλα ὕψη πνευµατικότητας, ποὺ κάποτε ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ ἀναστήσει τὸ παιδὶ µίας οἰκογένειας. Ἔτσι λοιπόν, αὐστηρὰ ἀσκητικὰ ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ὅσιος Νίκων ὁ «Μετανοεῖτε»



Καταγόταν ἀπὸ τὸν Πολεµωνιακὸ Πόντο καὶ ἦταν γιὸς µεγιστᾶνα. Νέος ἀκόµα ἄφησε τὸ πατρικό του σπίτι καὶ µόνασε. Ἐπειδὴ δὲ τὸν διέκρινε ἱερὸς ζῆλος καὶ µεγάλο χάρισµα διδακτικότητας, γύρισε ὅλη τὴν Ἀνατολὴ σὰν ἀπεσταλµένος τῆς Μονῆς του


κηρύττοντας τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἐπαναλάµβανε τὴν φωνή, ποὺ ἀντήχησε πρῶτα στὴν ἔρηµο τῆς Ἰουδαίας καὶ κοντὰ στὶς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη: «Μετανοεῖτε». Κατόπιν ὁ Ὅσιος Νίκων πῆγε στὴν Κρήτη, ὅπου παρέµεινε διδάσκοντας γιὰ 20 χρόνια. Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὴν Πελοπόννησο, ὅπου κατέληξε στὴν πόλη τῶν Λακώνων. Ἐκεῖ κήρυξε, ἔκανε διάφορα θαύµατα καὶ ἔκτισε ναὸ στὸ ὄνοµα τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἠθικὴ ἐπιῤῥοή του στοὺς κατοίκους ὑπῆρξε µεγάλη. Καὶ στὴ χώρα αὐτή, ποὺ ἀγάπησε περισσότερο καὶ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ τὸ ἔτος 998.






Ὁ Ὅσιος Σίλος ἐπίσκοπος Κορίνθου τῆς Περσίας



Δὲν γνωρίζουµε κανένα στοιχεῖο γιὰ τὴ ζωή του.






Τὰ Ἐγκαίνια Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου «ἐν τῷ Κυπαρίσσῳ (ἢ Κυπαρισσίῳ)



(Κατὰ τὸν Πατµιακὸ Κώδικα 266 Ἀπριλίου 24).






Ὁ Ἅγιος Πέτρος ἐπίσκοπος Ἱεροσολύµων



Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται στὸ Ἱεροσολυµιτικὸ

Κανονάριο σ. 119, ἔκδοση Ἀρχιµανδρίτη Καλλίστου.






Ὁ Ὅσιος Χαιρέµων



Δὲν ἀναφέρεται ἀπὸ τὰ Μηναῖα καὶ τὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδηµου. Ἀναφέρεται ὅµως τὴν ἡµέρα αὐτὴ ἀπὸ τὸν Παρισινὸ Κώδικα 1621 µὲ σύντοµο ὑπόµνηµα, ποὺ λέει, ὅτι ἔζησε µὲ ἁγνότητα καὶ σωφροσύνη. Ἐπίσης ἡ ζωή του µέσα στὴν ἔρηµο ἦταν ἀσκητικότατη καὶ ἐκεῖ ἀπεβίωσε.






Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεοµάρτυρας ἀπὸ τὴν Χίο



Γεννήθηκε στὴ Χίο. Ὁ πατέρας του ὀνοµαζόταν Παρασκευᾶς, ἡ δὲ µητέρα του Ἀγγεροῦ. Σὲ ἡλικία 18 µηνῶν, ὀρφανὸς ἀπὸ µητέρα, παραδόθηκε ἀπὸ τὸν πατέρα του νὰ τὸν ἀναθρέψει ἡ µητριά του. Σὲ παιδικὴ ἡλικία οἱ γονεῖς παρέδωσαν τὸν Γεώργιο σὲ κάποιο λεπτουργό, Βισσετζὴ ὀνοµαζόµενο, γιὰ νὰ τοῦ µάθει τὴν τέχνη του. Ὅταν κάποτε µὲ τὸ ἀφεντικό του ἦλθε στὰ Ψαρά, γιὰ νὰ φιλοτεχνήσουν τὸ τέµπλο τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὁ Γεώργιος ἔφυγε µὲ ὁρισµένους νέους στὴν Καβάλα. Ἐκεῖ συνελήφθη νὰ


κλέβει ἀπὸ ἕναν κῆπο καὶ παραδόθηκε στὸν κριτή. Γιὰ ν΄ ἀποφύγει τὴν τιµωρία δέχτηκε τὸν Ἰσλαµισµό, περιτµήθηκε καὶ ὀνοµάστηκε Ἀχµέτ. Σὲ ἡλικία 10 χρονῶν, ἐπέστρεψε στὴ Χίο κλαίγοντας καὶ ὁµολογῶντας τὸν Χριστό. Ὁ πατέρας του γιὰ νὰ τὸν προφυλάξει τὸν µετέφερε σ΄ ἕνα κτῆµα του στὶς Κυδωνιές. Ἀργότερα, 22 χρονῶν ἀῤῥαβωνιάστηκε, καὶ ὁ ἀδελφὸς τῆς µνηστῆς του, ἐπειδὴ εἶχε µαζί του χρηµατικὲς διαφορές, τὸν πρόδωσε στὸν Τοῦρκο διοικητή, ὅτι ἐνῷ ἔγινε Μουσουλµάνος ἐπανῆλθε στὸν Χριστιανισµό. Βασανίστηκε σκληρὰ καὶ ἀφοῦ µέσα στὴ φυλακὴ κοινώνησε τῶν ἀχράντων µυστηρίων, τὸ πρωὶ τῆς 26ης Νοεµβρίου 1807 τοῦ ἔκοψαν -µὲ µαρτυρικὸ τρόπο - τὸ κεφάλι λίγο-λίγο. Ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου, ἀπὸ τὸν ἀθλοθέτη Χριστό.






Ὁ Ἅγιος Ἰννοκέντιος ὁ Θαυµατουργὸς πρῶτος ἐπίσκοπος Ἴρκουτας (Ρῶσος)






Ὁ Ἅγιος Προκόπιος ὁ Πέρσης



Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα. Ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία του στὸν Παρισινὸ

Κώδικα 259φ. 229α, µαθαίνουµε ὅτι ἤλεγξε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ ὑπέστη

µαρτυρικὸ θάνατο µετὰ ἀπὸ πολλὰ καὶ διάφορα βασανιστήρια.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 27



     Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Πέρσης, ὁ Μεγαλοµάρτυρας

     Ὁ Ὅσιος Πινούφριος

     Ὁ Ὅσιος Ναθαναήλ

     Ὁ Ὅσιος Μωϋσῆς

     Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ θαυµατουργὸς ἐπίσκοπος Ῥοστοβίας (Ρῶσος, + 1392 µ.Χ.)






Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Πέρσης, ὁ Μεγαλοµάρτυρας



Ἔζησε τὸν 4ο µ.Χ. αἰῶνα, ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ Ἀρκαδίας. Κατοικοῦσε στὴν περσικὴ πόλη Βηθλαβὰ καὶ ἀνῆκε σὲ γένος ἐπίσηµο. Ὁ Ἰάκωβος ἦταν πολὺ φίλος µε τὸ βασιλιὰ τῶν Περσῶν Ἰσδιγέργη. Ἡ φιλία αὐτὴ ὅµως, δυστυχῶς, τὸν πίεσε καὶ ἀρνήθηκε τὴ χριστιανικὴ πίστη ποὺ εἶχε. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ λύπησε πολὺ τὴ µητέρα του καὶ τὴ σύζυγό του, ποὺ τοῦ δήλωσαν ὅτι µετὰ ἀπ΄ αὐτὸ δὲν ἤθελαν οὔτε κὰν νὰ τὸν γνωρίζουν. Ἡ στάση αὐτὴ τῶν ἀγαπηµένων του προσώπων ἄνοιξε τὰ µάτια τοῦ Ἰακώβου, συναισθάνθηκε τὸ µεγάλο του ὀλίσθηµα καὶ ἔχυσε δάκρυα µετανοίας πικρά, ἀλλὰ σωτήρια. Λυπήθηκε πολύ, ἀλλὰ µία λύπη γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει:

«Νῦν χαίρω, οὐχ ὅτι ἐλυπήθητε, ἀλλ΄ ὅτι ἐλυπήθητε εἰς µετάνοιαν ἐλυπήθητε γὰρ κατὰ Θεόν». Τώρα, δηλαδὴ χαίροµαι, ὄχι γιατί λυπηθήκατε, ἀλλὰ διότι ἡ λύπη ποὺ δοκιµάσατε σᾶς ὁδήγησε στὴ µετάνοια. Διότι λυπηθήκατε ὅπως θέλει ὁ Θεός. Κατόπιν

ὁ Ἰάκωβος µὲ θάῤῥος πῆγε στὸ βασιλιά, καταδίκασε τὴν πρώτη του ἐνέργεια καὶ τοῦ δήλωσε ὅτι ὁµολογεῖ καὶ πάλι τὸ Χριστό. Ἔκπληκτος ὁ βασιλιάς, ἀφοῦ δὲν µπόρεσε

πάλι νὰ τὸν µεταστρέψει, ἔκοψε σὲ τεµάχια τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια του, καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισε (τὸ 421 µ.Χ. στὴ Βηθλαβά).






Ὁ Ὅσιος Πινούφριος



Μέγας ἀσκητὴς στὴν Αἰγυπτιακὴ ἔρηµο, ἱερέας καὶ ἡγούµενος κοινοβίου κοντὰ στὴν πόλη Πανεφῶ. Ἐπειδὴ δὲν ἤθελε τιµές, ἐγκατέλειψε τὴν Μονή του καὶ µὲ λαϊκὴ ἐνδυµασία κατέφυγε στὴ Μονὴ Ταβεννησιωτῶν καὶ ὑπηρετοῦσε ὅπως ὁ τελευταῖος ὑπηρέτης. Μετὰ τρία χρόνια ὅµως, τὸν γνώρισε κάποιος µαθητής του καὶ ἐπανῆλθε στὴ Μονή του. Ἀλλὰ καὶ πάλι γιὰ τοὺς ἴδιους λόγους τὴν ἐγκατέλειψε καὶ πῆγε στὴν Παλαιστίνη καὶ ἔπειτα ξαναγύρισε στὴ Μονή του, ὅπου µὲ πλήρη ταπεινοφροσύνη ἀφοῦ ἔζησε ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Λόγοι τοῦ ὁσίου αὐτοῦ, σῴζονται στὸν Εὐεργετινό.






Ὁ Ὅσιος Ναθαναήλ



Ἀσκητὴς µὲ τὸν ὁποῖο ἀσχολεῖται ὁ Παλλάδιος στὸ Λαυσαϊκό, ἀφηγούµενος τὰ


παράδοξα τῆς ζωῆς του. Ἔζησε 37 χρόνια µέσα στὸ κελί του, χωρὶς νὰ βγεῖ καθόλου, παρὰ τὶς παγίδες τοῦ δαίµονα νὰ τὸν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν καλύβα του. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ὅσιος Μωϋσῆς



Ἄγνωστος στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδηµου καὶ τὰ ἔντυπα Μηναῖα. Ἡ µνήµη του µὲ σύντοµο ὑπόµνηµα ἀναφέρεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1621, ὅπου λέγεται ὅτι ἦταν ἀπὸ τὴν πόλη Φαρά. Σὲ µικρὴ ἡλικία ἔγινε µοναχὸς καὶ ἔζησε 85 χρόνια ἀσκούµενος πάνω σ΄ ἕνα ὄρος, µέσα σὲ µία σπηλιά, µὲ αὐστηρὴ νηστεία καὶ προσευχή. Βάδισε µὲ θεοπρέπεια τὸν ἀσκητικὸ δρόµο καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ θαυµατουργὸς ἐπίσκοπος Ῥοστοβίας (Ρῶσος, + 1392 µ.Χ.)


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 28



     Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Ὁµολογητής, ὁ Νέος

     Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας

     Ὁ Ἅγιος Πέτρος

     Ἡ Ἁγία Ἄννα ἡ Ὁσιοµάρτυς

     Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ποὺ συµµαρτύρησαν µὲ τὸν Ἅγιο Στέφανο τὸν νέο γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες Βασίλειος, Στέφανος, Ἰωάννης ὁ ἀπὸ Λεγαταρίων ἢ Λεγατοκρίων, δυὸ Γρηγόριοι καὶ ἄλλοι

     Ὁ Ἅγιος Εἰρήναρχος καὶ οἱ Ἑπτὰ Ἅγιες Γυναῖκες ποὺ µαρτύρησαν µαζὶ µὲ τὸν ἅγιο Εἰρήναρχο

     Οἱ Ἅγιοι Τιµόθεος καὶ Θεόδωρος οἱ ἐπίσκοποι, Πέτρος, Ἰωάννης, Σέργιος, Θεόδωρος καὶ Νικηφόρος, οἱ ἱερεῖς, Βασίλειος καὶ Θωµᾶς οἱ Διάκονοι, Ἰερόθεος, Δανιὴλ, Χαρίτων, Σωκράτης, Κοµάσιος, Εὐσέβιος οἱ Μοναχοὶ καὶ Ἐτιµάσιος

     Ὁ Ἅγιος Ῥωµανὸς ἐπίσκοπος Μακεδονίας






Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Ὁµολογητής, ὁ Νέος



Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του Ἰωάννης καὶ Ἄννα τὸν ἀνέθρεψαν κατὰ τὸν καλύτερο χριστιανικὸ τρόπο. Ὅταν µεγάλωσε, µορφώθηκε ἀρκετὰ καὶ ἀργότερα ἀναδείχθηκε ἡγούµενος στὸ περίφηµο ὄρος τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου. Ὅταν ξέσπασε ὁ πόλεµος ἐναντίον τῶν ἁγίων εἰκόνων, ὄχι µόνο δὲ συµµορφώθηκε µὲ τὶς αὐτοκρατορικὲς διαταγές, ἀλλὰ καὶ χαρακτήρισε αἱρετικούς τους εἰκονοµάχους βασιλεῖς. Καταγγέλθηκε στὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο τὸν Κοπρώνυµο, ὁ ὁποῖος ἤλπιζε µὲ τὴν προσωπική του ἐπιβολή, ὅταν τὸν ἔφερνε µπροστά του, νὰ δαµάσει τὸ φρόνηµα τοῦ Στεφάνου. Συνέβη ὅµως τὸ ἀντίθετο. Ὁ Στέφανος, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους

µὲ «πολλὴν παῤῥησία ἐν πίστει τὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ», δηλαδὴ µὲ πολλὴ παῤῥησία καὶ θάῤῥος στὸ νὰ διακηρύττει τὴν πίστη ποὺ ὁµολογοῦν ὅσοι εἶναι σὲ κοινωνία µὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἤλεγξε αὐστηρὰ κατὰ πρόσωπο τὸν Κοπρώνυµο. Αὐτὸς τότε τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακὴ καὶ µετὰ ἀπὸ µέρες διέταξε νὰ τὸν θανατώσουν. Ἀφοῦ, λοιπόν, τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακή, ἄρχισαν νὰ τὸν λιθοβολοῦν καὶ νὰ τὸν κτυποῦν µὲ βαρειὰ ῥόπαλα. Ἕνα ἰσχυρὸ κτύπηµα στὸ κεφάλι ἔδωσε τέλος στὴ ζωὴ τοῦ Στεφάνου (τὸ 767 µ. Χ.). Κατόπιν τὸ σῶµα του τὸ ἔριξαν στὴ θάλασσα, ἀλλὰ εὐλαβεῖς χριστιανοὶ ποὺ τὸ βρῆκαν ὅταν τὰ κύµατα τὸ ἔφεραν στὴν παραλία, τὸ ἔθαψαν µὲ τὴν ἁρµόζουσα τιµή.






Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας



Ἦταν ἀσκητὴς καὶ διέµενε σὲ κάποιο κελὶ κοντὰ στὶς Βλαχερνές. Ἐπίσης ἦταν συναγωνιστὴς τοῦ ὁσίου Στεφάνου τοῦ ὁµολογητῆ, ποὺ βιογραφικό του σηµείωµα ἀναφέραµε πιὸ πάνω. Ὁ Ἀνδρέας µαρτύρησε ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων, συρόµενος στὴ γῆ ἀπὸ τοὺς εἰκονοµάχους µέχρι θανάτου.




Ὁ Ἅγιος Πέτρος



Ἦταν καὶ αὐτὸς ἀσκητὴς στὸν Ὄλυµπο. Φυλακίστηκε ἀπὸ τὸν Κοπρώνυµο µαζὶ µὲ τὸν Στέφανο τὸν νέο, διότι προσκυνοῦσε τὶς ἅγιες εἰκόνες. Κατόπιν τὸν χτύπησαν µέχρι θανάτου καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.






Ἡ Ἁγία Ἄννα ἡ Ὁσιοµάρτυς



Συµµαρτύρησε µαζὶ µὲ τὸν Ἅγιο Στέφανο τὸν νέο, γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες, ἀφοῦ τὴν χτύπησαν µέχρι θανάτου.






Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ποὺ συµµαρτύρησαν µὲ τὸν Ἅγιο Στέφανο τὸν νέο γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες Βασίλειος, Στέφανος, Ἰωάννης ὁ ἀπὸ Λεγαταρίων ἢ Λεγατοκρίων, δυὸ Γρηγόριοι καὶ ἄλλοι



Ἡ λύσσα τοῦ Κοπρωνύµου καὶ τῶν γύρω του δὲν περιορίστηκε µόνο σὲ ἕνα θῦµα. Μετὰ τὸν Στέφανο ὑπέστησαν βασανισµοὺς καὶ θανάτους καὶ ἄλλοι ὁµολογητὲς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὁ Βασίλειος, τυφλώθηκε ἀπὸ τοὺς δήµιους, ἐξακολουθῶντας νὰ διακηρύττει τὴν Ὀρθόδοξη πίστη του, καὶ στὴ συνέχεια τὸν σκότωσαν µὲ κλωτσιές. Ἄλλος ἔπειτα, ὁ Ἰωάννης ὁ ἀπὸ Λεγαταρίων ἐξορίστηκε στὴ Δαφνούσια, ὅπου καὶ πέθανε ἀπὸ συνεχεῖς δαρµούς. Ἄλλοι δὲ πάλι µὲ ἄλλο βάρβαρο τρόπο θανατώθηκαν ἢ ἐξορίστηκαν καὶ περνοῦσαν συνεχῆ µαρτυρικὴ ζωή.






Ὁ Ἅγιος Εἰρήναρχος καὶ οἱ Ἑπτὰ Ἅγιες Γυναῖκες ποὺ µαρτύρησαν µαζὶ µὲ τὸν ἅγιο

Εἰρήναρχο



Ἀντιπαθοῦσε τοὺς χριστιανοὺς καὶ βοηθοῦσε τοὺς βασανιστὲς κατὰ τὸν διωγµὸ ποὺ ἔκαναν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Εἰρήναρχος γεννήθηκε εἰδωλολάτρης στὴν πόλη Σεβάστεια, ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ Διοκλητιανός. Ἀλλ᾿ ἡ προσέγγιση, ἔστω καὶ µ᾿ αὐτὴ τὴν µορφή, στοὺς µάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, φώτιζε σιγὰ-σιγὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Εἴρηναρχου. Ἔβλεπε ἐκεῖ ἥρωες πράους σὰν τ᾿ ἀρνιά, ἀλλὰ πιὸ ἀνδρείους καὶ ἀπὸ τὰ λιοντάρια. Ἔµενε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν ἀνέκφραστη καλοσύνη τῶν θυµάτων ἀκόµα καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δηµίους τους. Θαύµαζε ἐπίσης, ὅτι καὶ τρυφερὲς παρθένες συµµετεῖχαν στὸν

µοναδικὸ ἐκεῖνο ἡρωισµὸ καὶ τὴν ὑπέροχη αὐταπάρνηση. Ἡ βαθµιαία αὐτὴ µεταβολὴ στὴν ψυχὴ τοῦ Εἰρήναρχου κατάληξε στὴν ὁµολογία τοῦ Χριστοῦ ἀπ᾿ αὐτόν, τὴν ὥρα ποὺ ἑπτὰ χριστιανὲς γυναῖκες ὑπέµεναν καρτερικότατα γιὰ τὴν πίστη τους, ὅλες τὶς τιµωρίες καὶ τὰ µαρτύρια. Ἡ ὁµολογία ἐκείνη τοῦ Εἰρήναρχου στοίχισε τὸ θάνατό του

µὲ ἀποκεφαλισµό. Καὶ τὸν ὑπέστη ὁ Εἰρήναρχος γεµάτος ἀγαλλίαση, διότι ἔλαχε καὶ σ᾿


αὐτὸν τὸ ἔνδοξο καὶ µακάριο αὐτὸ τέλος (303 µ.Χ.).






Οἱ Ἅγιοι Τιµόθεος καὶ Θεόδωρος οἱ ἐπίσκοποι, Πέτρος, Ἰωάννης, Σέργιος, Θεόδωρος καὶ Νικηφόρος, οἱ ἱερεῖς, Βασίλειος καὶ Θωµᾶς οἱ διάκονοι, Ἰερόθεος, Δανιὴλ, Χαρίτων, Σωκράτης, Κοµάσιος, Εὐσέβιος οἱ µοναχοὶ καὶ Ἐτιµάσιος



Ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ Βασιλιᾶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη καὶ κέρδισαν τὰ µαρτυρικὰ στεφάνια στὴν Τιθεριούπολη τῆς Μακεδονίας. Συνελήφθησαν καὶ διατάχθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Ἀλλὰ ὅλοι µαζὶ µὲ µία φωνή, διακήρυξαν ὅτι θὰ πεθάνουν πιστοὶ στὸν βασιλιὰ καὶ Σωτῆρα τους Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ ἔτσι ὅλους τοὺς ἀποκεφάλισαν (363 µ.Χ.).






Ὁ Ἅγιος Ῥωµανὸς ἐπίσκοπος Μακεδονίας



Ἡ µνήµη του δὲν ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδηµου, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀπ᾿ αὐτὸν τοῦ Delehaye. Βρίσκεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 σὰν ἐπίσκοπος Μακεδονίας.


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 29



     Ὁ Ἅγιος Παράµονος καὶ οἱ 370 Μάρτυρες ποὺ µαρτύρησαν µαζὶ µ᾿ αὐτόν

     Ὁ Ἅγιος Φιλούµενος

     Ὁ Ὅσιος Νικόλαος Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

     Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἱεροµάρτυρας, «ὁ ἐν Περσίδι»

     Οἱ Ἅγιοι ἕξι Μάρτυρες

     Ὁ Ἅγιος Οὐρβανός ἐπίσκοπος Μακεδονίας

     Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἐπίσκοπος Κορίνθου

     Ὁ Ὅσιος Παγκόσµιος

     Ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν

     Ὁ Ἅγιος Οὐαλερῖνος (ἢ Οὐαλεριανὸς)

     Ὁ Ἅγιος Φαῖδρος

     Ὁ Ὅσιος Μᾶρκος

     Ὁ Ὅσιος Νεκτάριος «ἐπίσκοπος ἐν τῷ Σπηλαίῳ» (Ρῶσος)

     Ὁ Ἅγιος Φιλούµενος ὁ Νεοϊεροµάρτυρας

     Ὁ Ἅγιος Brendan (Ἰρλανδός)

     Ἀνάµνησις Ἐγκαινίων Ἱεροῦ Ναοῦ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Σεργίου καὶ Βάκχου






Ὁ Ἅγιος Παράµονος καὶ οἱ 370 Μάρτυρες ποὺ µαρτύρησαν µαζὶ µ᾿ αὐτόν



Μαρτύρησε µαζὶ µὲ ἄλλους 370 χριστιανοὺς στὰ µέσα τοῦ 3ου µ.Χ. αἰῶνα, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Δέκιος, ποὺ εἶχε κάνει πολλοὺς φόνους χριστιανῶν. Τότε λοιπόν, κοντὰ στὸν ποταµὸ Τίγρη ὑπῆρχαν ἰαµατικὰ λουτρά. Στὰ λουτρὰ αὐτὰ εἶχε πάει καὶ ἕνας φανατικὸς λάτρης τῶν εἰδώλων, ὁ ἄρχων Ἀκυλίνος. Ὅταν ἔκανε θυσίες στὸ ναὸ τῆς Ἴσιδος, ἔδωσε διαταγὴ νὰ συµµετέχουν σ᾿ αὐτὲς ὁ Παράµονος καὶ ἄλλοι 370 χριστιανοί, ποὺ εἶχαν συλληφθεῖ καὶ τοὺς κρατοῦσαν φυλακισµένους. Ὅλοι ὅµως ἀρνήθηκαν. Καὶ ἐνῷ γίνονταν οἱ εἰδωλολατρικὲς θυσίες, οἱ πιστοὶ τοῦ Χριστοῦ ἔψαλλαν

«ψαλµοῖς καὶ ὕµνοις καὶ ὠδαῖς πνευµατικαῖς» στὸ Σωτῆρα τους. Ὁ Ἀκυλίνος, ἐξαγριωµένος ἀπὸ τὴν στάση τους, διέταξε νὰ τοὺς σκοτώσουν. Ὅρµησαν ἐναντίον τους οἱ στρατιῶτες, καὶ κτυπῶντας τους µὲ τὶς λόγχες, καταξέσχισαν τὰ σώµατά τους. Ἔτσι, µαρτυρικὰ καὶ ἔνδοξα παρέδωσαν ὅλοι τὴν γενναία ψυχή τους στὸ στεφανοδότη Χριστό.






Ὁ Ἅγιος Φιλούµενος



Ἦταν ἔµπορος σιτηρῶν καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Λυκαονία. Καταγγέλθηκε ὅτι ἦταν χριστιανὸς στὸν ἡγεµόνα τῆς Ἀγκύρας Φήλικα, τὸ ἔτος 270. Ὅταν τὸν συνέλαβαν, οὔτε τὴ ζωή του θέλησε νὰ προφυλάξει, οὔτε τὸ ἐµπόριό του νὰ προστατέψει καὶ νὰ διατηρήσει. Καταφρονῶντας τὰ πάντα γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν ψυχική του σωτηρία,


ὁµολόγησε ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ ἀρνήθηκε νὰ προσφέρει θυσία στὰ εἴδωλα. Τὸν ὑπέβαλαν τότε σὲ σκληρὰ βασανιστήρια. Τρύπησαν µὲ καρφιὰ τὰ χέρια, τὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι του, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ τοῦ προκληθεῖ ἀκατάσχετη αἱµοῤῥαγία καὶ ἔτσι παρέδωσε στὸν Θεὸ τὴν ἁγία ψυχή του.






Ὁ Ὅσιος Νικόλαος Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἱεροµάρτυρας, «ὁ ἐν Περσίδι»



Σὲ πολλὰ Μηνολόγια ὁ Ἰωάννης αὐτὸς ἀναφέρεται ὅτι καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Δαµασκοῦ καὶ µαρτύρησε στὴν Περσία. (Ἴσως ὅµως νὰ εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο µ᾿ αὐτὸ τῆς 10ης Ἀπριλίου καὶ τῆς 1ης Νοεµβρίου).






Οἱ Ἅγιοι ἕξι Μάρτυρες



Ἄγνωστο ποὺ καὶ πότε µαρτύρησαν. Σύµφωνα µὲ τὴν παράδοση, ὅταν τοὺς καταδίωκαν, ἄνοιξε µία πέτρα καὶ µπῆκαν στὸ ἐσωτερικό της.






Ὁ Ἅγιος Οὐρβανός ἐπίσκοπος Μακεδονίας



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. (Ἴσως εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο µὲ τὸν Ἅγιο Ῥωµανὸ τῆς 28ης

Νοεµβρίου).






Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἐπίσκοπος Κορίνθου



Μᾶλλον πρόκειται γιὰ τὸν Διονύσιο ἐπίσκοπο Κορίνθου, ποὺ ἔζησε τὸν 2ο αἰῶνα µ.Χ. (160), ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Μᾶρκος Αὐρήλιος. Κατὰ τὸν Μελέτιο ὁ Διονύσιος αὐτὸς ἦταν ἄνδρας λόγιος, πολυµαθὴς καὶ ἔνθεος. Μεριµνοῦσε ὄχι µόνο γιὰ τὸ ποίµνιό του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ποίµνιο τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, µὲ τὶς ὁποῖες ἐπικοινωνοῦσε µὲ ἐπιστολές. Τὶς ἐπιστολὲς αὐτές, ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβειος τὶς χαρακτηρίζει σὰν θεῖες διδασκαλίες καὶ ἄξιες µεγάλης προσοχῆς. (Ἀναφέρεται ὅτι µαρτύρησε διὰ ξίφους).


Ὁ Ὅσιος Παγκόσµιος



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν



Ἔκανε µαθητὴς τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου καὶ πῆρε ἀπὸ τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ χαρίσµατα ἐκείνου, ἡ δὲ ἐγκράτειά του εἰκονίζεται κατὰ τὸν αὐστηρότατο ἀσκητισµό. Πολλὲς φορὲς ἔµεινε νηστικὸς ἐντελῶς, χωρὶς καθόλου νὰ ζηµιωθεῖ ἡ ὑγεία του ἢ νὰ ἐλαττωθεῖ ἡ πνευµατικὴ ἀντοχή του καὶ ἡ προθυµία του. Συχνὰ ἔλεγαν οἱ µοναχοὶ γιὰ ὁράµατα, ποὺ ἐµφανίζονταν σ᾿ αὐτοὺς οἱ δαίµονες. Ἐκεῖνος τότε ἔλεγε: «ἐγὼ φοβᾶµαι περισσότερα τὰ δαιµόνια, ποὺ φωλιάζουν τὴν ὑπερηφάνεια, τὴν φιλαργυρία, τὴν φιληδονία καὶ ἄλλα παρόµοια πάθη. Αὐτὰ εἶναι τὰ πιὸ ἐπικίνδυνα δαιµόνια καὶ πρέπει

µεγάλη προσοχὴ πρὸς αὐτά». Ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ἅγιος Οὐαλερῖνος (ἢ Οὐαλεριανὸς)



Μαρτύρησε διὰ ξίφους.






Ὁ Ἅγιος Φαῖδρος



Θανατώθηκε µαρτυρικά, ἀφοῦ ἔχυσαν ἐπάνω του καυτὴ ῥητίνη.






Ὁ Ὅσιος Μᾶρκος



Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται στὸν Συναξαριστὴ Delehaye µὲ σύντοµο ὑπόµνηµα. Αὐτὸς ἐγκατέλειψε γυναῖκα, παιδιὰ καὶ συγγενεῖς, καὶ ἔγινε µοναχός. Γύριζε τὴν ἔρηµο, τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, γιὰ νὰ καταλήξει στὴν Αἴγυπτο, ὅπου βρέθηκε νεκρὸς σὲ κάποιο ναό, φέροντας ἐπάνω του βαρειὰ σίδερα. Ὅταν τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ κόσµος, θαύµασε τὴν ἀσκητικότητά του. Ἔτσι κατασκεύασαν ξύλινη θήκη, ὅπου ἔβαλαν µέσα τὸ σῶµα του,

µαζὶ µὲ τὰ σίδερα ποὺ ἔφερε ὅταν ζοῦσε.






Ὁ Ὅσιος Νεκτάριος «ἐπίσκοπος ἐν τῷ Σπηλαίῳ» (Ρῶσος)


Ὁ Ἅγιος Φιλούµενος ὁ Νεοϊεροµάρτυρας



Ἦταν ἁγιοταφίτης Ἱεροµόναχος στὴν Ἱερουσαλὴµ καὶ τὸν ἔσφαξαν - µᾶλλον φανατικοὶ µουσουλµάνοι - στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ τὸ 1979.






Ὁ Ἅγιος Brendan (Ἰρλανδός)



Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.






Ἀνάµνησις Ἐγκαινίων Ἱεροῦ Ναοῦ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Σεργίου καὶ Βάκχου


Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 30



     Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἀπόστολος, ὁ Πρωτόκλητος

     Ὁ Ἅγιος Φρουµέντιος ἀρχιεπίσκοπος Ἀβησσυνίας (Αἰθιοπίας)

     Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος Μηθύµνης






Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἀπόστολος, ὁ Πρωτόκλητος



Ὁ Ἀνδρέας, ψαρὰς στὸ ἐπάγγελµα καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ἦταν ἀπὸ τὴν

Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας. Ἐπειδὴ κλήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο πρῶτος στὴν ὁµάδα τῶν

µαθητῶν, ὀνοµάστηκε πρωτόκλητος. Ἡ ἱστορία τῆς ζωῆς τοῦ Ἀνδρέα µέχρι τὴν

Σταύρωση, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὑπῆρξε σχεδὸν ἴδια µὲ ἐκείνη

τῶν ἄλλων µαθητῶν. Μετὰ τὸ σχηµατισµὸ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ὁ Ἀνδρέας κήρυξε

στὴ Βιθυνία, Εὔξεινο Πόντο, Θρᾴκη, Μακεδονία καὶ Ἤπειρο. Τε-λικά, κατέληξε στὴν

Ἀχαΐα. Ἐκεῖ ἡ διδασκαλία του καρποφόρησε καὶ µὲ τὶς προ-σευχές του θεράπευσε

θαυµατουργικὰ πολλοὺς ἀσθενεῖς. Ἔτσι, ἡ χριστιανικὴ ἀλήθεια εἶχε µεγάλες

κατακτήσεις στὸ λαὸ τῆς Πάτρας. Ἀκόµα καὶ ἡ Μαξιµίλλα, σύζυγος τοῦ ἀνθυπάτου

Ἀχαΐας Αἰγεάτου, ἀφοῦ τὴν θεράπευσε ὁ Ἀπόστολος ἀπὸ τὴν βαρειὰ ἀῤῥώστια ποὺ

εἶχε, πίστεψε στὸ Χριστό. Τὸ γεγονὸς ἐκνεύρισε τὸν ἀνθύπατο, καὶ µὲ τὴν παρότρυνση

τῶν εἰδωλολατρῶν ἱερέων συνέλαβε τὸν Ἀνδρέα καὶ τὸν σταύρωσε σὲ σταυρὸ σχήµατος

Χ. Ἔτσι, ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας «παρέστησε τὸν ἑαυτό του στὸ Θεὸ δόκιµον ἐργάτην»,

δηλαδὴ δοκιµασµένο καὶ τέλειο ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸ λείψανό του ἔθαψε µὲ

εὐλάβεια ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος Πατρῶν Στρατοκλῆς.






Ὁ Ἅγιος Φρουµέντιος ἀρχιεπίσκοπος Ἀβησσυνίας (Αἰθιοπίας)



Στὰ χρόνια τοῦ µεγάλου Κωνσταντίνου (330), κάποιος φιλόσοφος ἀπὸ τὴν Τύρο, ποὺ ὀνοµαζόταν Φρουµέντιος, πῆγε στὴν Ἀβησσυνία (Αἰθιοπία) γιὰ νὰ συλλέξει ἱστορικὰ στοιχεῖα γι᾿ αὐτὴν τὴ χώρα. Ἔγινε γνωστὸς στὴ βασιλικὴ αὐλὴ γιὰ τὴν λογιότητά του καὶ διορίστηκε σὲ ἀνώτερη διοικητικὴ θέση. Τὴ θέση καὶ τὴν ἐπιῤῥοή του χρησιµοποίησε γιὰ τὴν ἔναρξη διάδοσης τοῦ χριστιανισµοῦ. Κατόπιν ἐπέστρεψε στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἀνακοίνωσε στὸν τότε ἀρχιεπίσκοπο Μέγα Ἀθανάσιο, ὅτι µία πιὸ συστηµατικὴ χριστιανικὴ ἐργασία σ΄ αὐτὴν τὴ χώρα θὰ εἶχε ἀποτελέσµατα καρποφόρα. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος συµφώνησε καὶ τοῦ ἀνέθεσε τὴν ἱεραποστολὴ ἐκείνη, ἀφοῦ τὸν χειροτόνησε ἐπίσκοπο (τὸ ἔτος 341) µὲ τὸν τίτλο «Ἀξώµης». Καὶ ἡ ἱεραποστολὴ ἐκείνη, µὲ βοηθὸ τοῦ Φρουµεντίου τὸν Αἰδέσιο, ἔφερε πράγµατι ἀρκετὴ καρποφορία.






Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος Μηθύµνης


Ὁ ἅγιος Ἀλέξανδρος, σύµφωνα µὲ τὴν παράδοση, ἦτο ἐπίσκοπος Μηθύµνης, ὁ πρῶτος ἴσως ἐπίσκοπος αὐτῆς τῆς Μητροπόλεως, καὶ µάλιστα ἔλαβε µέρος στὴν Α΄ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο τὸ ἔτος 325 µ.Χ. Ἐπίσης, λέγεται, ὅτι ἵδρυσε µοναστήρι στὴν περιφέρεια τῆς Κοινότητος Λαφιώνας, ὅπου πέρασε τὰ τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του. Γιὰ τὸ ἔργο, ἐπίσης, τοῦ ἁγίου Ἀλεξάνδρου δὲν ἔχοµε ἄλλες πληροφορίες, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὲς ποὺ µᾶς δίνει ἡ ἀκολουθία ποὺ ψάλλεται τὴν ἡµέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου, στὶς 30

Νοεµβρίου. Ἐκεῖ ἐγκωµιάζεται ὁ ἅγιος Ἀλέξανδρος «φωστὴρ ἀκοίµητος, ποιµὴν ὁ πραότατος, ἐν εὐσεβείᾳ συγκρατήσας τὸ ποίµνιον, ὁδηγήσας τε καὶ ποιµάνας ἐν χάριτι, λύκους ὡς τροπωσάµενος δεινῶς αἱρετίζοντας» καὶ στὴ συνέχεια ὡς «πολύφωτος ἀστὴρ

µοναζόντων» καὶ σὲ ἄλλο σηµεῖο ὅτι «ἰατρεῖον παθῶν ἀναδέδεικται ἡ σορὸς τῶν ἁγίων λειψάνων αὐτοῦ».






Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

1 σχόλια :

Nik Vythoulkas on 16 Ιουνίου 2016 στις 8:20 μ.μ. είπε...

Ο στόχος της ζωής μας πρέπει να είναι η επιστροφή στην αγκαλιά του Θεού. Ο στόχος της ζωής μας πρέπει να είναι η απόκτηση της ευλογίας του Αγίου Πνεύματος, η επιθυμία να μας οδηγεί το Άγιο Πνεύμα! Έτσι θα επιστρέψουμε στην πρότερη κατάστασή μας. Θα ξαναποκτήσουμε την χαρά μας, την ηρεμία μας, την ησυχία μας, δεν θα έχουμε κακία μέσα μας και δεν θα υπάρχει κακία γύρω μας, επειδή οι σκέψεις μας θα είναι συνεχώς θετικές, καλές.

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |