ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 6.Σάρκωσις Θεού Λόγου, Απαρχή Καταλύσεως Θανάτου

Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

6.Σάρκωσις Θεού Λόγου, Απαρχή Καταλύσεως Θανάτου




6 ΣΑΡΚΩΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΛΟΓΟΥ ΑΠΑΡΧΗ ΚΑΤΑΛΥΣΕΩΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

«Δι' άνθρώπου ό θάνατος δι' άνθρώπου άνάστασις»

Ο φιλάνθρωπος Θεός δεν εύρήκε μόνον τρόπον, ώστε νά τακτοποιήσω με συγκατάβασιν καϊ άπειρον φιλανθρωπίαν τά πράγματα, διά νά άποβή ό θάνατος είς εύεργεσίαν ϊδικήν μας έπροχώρησεν άκόμη περισσότερον. Ή άνθρωπότης, ή όποια έχασε τόν προσανατολισμόν της καί έβάδιζεν έξαντλημένη καί άπογοητευμένη «έν σκότει(...), έν χώρα καί σκιά θανάτου» (Ματθ. δ' 16), έπρεπε νά έπανεύρη τήν δύναμίν της καί τήν προς τά άνω πορείαν της.

Λέγει ό Μ. Αθανάσιος:

Επειδή ό θάνατος έκυριάρχησε περισσότερον καί ή φθορά έκαμε κατοχήν έπί των άνθρώπων, τό «γένος των ανθρώπων έφθειρετο», ό δέ λογικός άνθρωπος, ό όποίος έπλάσθη κατ’ εικόνα Θεοΰ, «ήφανί ζετο» καί τό έργον, τό όποιον έδημιούργησεν ό Θεός, κατεστρέφετο. Άφοΰ λοιπόν κατεστρέφοντο οί λογικοί άνθρωποι καί τά έργα αύτά τοΰ Θεοΰ κατέληγαν είς άφανισμόν, τί έπρεπε νά κάμη ό Θεός, πού είναι άγαθός; Νά άφήση τήν φθοράν νά έξουσιάζη καί νά ύπερισχύη είς βάρος του λογικού πλάσματός του; Νά άφήση τόν θάνατον νά κυρίαρχη έπάνω του; ’Αλλά τότε ποιος λόγος ύπήρχε νά δημιουργήση άπό τό μηδέν τόν κόσμον καί τόν άνθρωπον; Έπρεπε μάλλον νά μή δημιουργηθοΰν καθόλου, παρά άφοΰ έγιναν, νά έγκαταλειφθοΰν καί νά χαθούν. ’Από τήν τυχόν άμέλειαν αύτήν τοΰ Θεοΰ θάέξελαμβάνετο ό δγιος Θεός οχι ώς αγαθός καί παντοδύναμος, άλλ’ ώς άδύνατος. Διότι άφοΰ έδημιούργησε τόν κόσμον, θά τόν έγκατέλειπε νά καταστροφή! Έφ’ όσον όμως ή Παναγία Τριάς έδημιούργησε τόν άνθρωπον καί τόν έφερεν άπό τήν άνυπαρξίαν εις τήν ύπαρξιν, θά ήταν άτοπώτατον καί έντελώς παράλογον νά καταλήξουν τά έργα των χειρών της εις άπώλειαν καί μάλιστα κάτω άπό τό βλέμμα τού Δημιουργού. Επομένως ό Θεός δέν έπρεπε νά άφήση τούς ανθρώπους άβοηθήτους νά όδηγοΰνται εις τήν φθοράν· κάτι τέτοιο ήταν άνάρμοστον, «άπρεπες καί άνάξιον τής του Θεοϋ άγαθότητος» .


Ό φιλάνθρωπος Θεός οϊκονομεί  λοιπόν τά πράγματα μέ πανσοφίαν. Έν πρώτοις ή άπειράγαθος πρόνοια τοΰ Θεοϋ έπροσπάθησε νά παιδαγώγηση καί σώση τόν κόσμον άπό τήν άμαρτίαν μέ πολλούς τρόπους καί είς διαφόρους καιρούς. Γράφει ό έπώνυμος τής θεολογίας Γρηγόριος:
Ό Θεός έπαιδαγώγησε τόν άνθρωπον καί τόν έτιμώρησε μέ τόν λόγον, μέ τόν νόμον, μέ τούς προφήτας· μέ εύεργεσίες καί άπειλές καί τιμωρίες· μέ πλημμύρες καί μέ πυρκαίές· μέ πολέμους, μέ νίκες καί ήττες· μέ «σημεία εξ ούρανοΰ, έξ άέρος, έκ γης, έκ θαλάσσης, άντρων, πόλεων, έθνών»· μέ θαύματα άνελπίστων μεταβολών άνθρώπων. Μέ όλα αύτά ένα καί μόνον σκοπόν είχε πώς νά έξαλείψη τήν κακίαν. ’Αλλά ή αμαρτία έχρειάζετο άλλον τρόπον διά νά νικηθή. Ό άνθρωπος έχρειάζετο μεγαλυτέραν καί ούσιαστικωτέραν βοήθειαν. Καί αότή ή βοήθεια δίδεται τελικώς είς τόν άνθρωπον. ΤΗταν δέ ή βοήθεια αύτή ό ίδιος ό Λόγος τοΰ Θεού ό προαιώνιος, ό άόρατος, αύτός πού δέν ήμπορεΐ νά περιορισθή, ό άσώματος, ή άρχή, πού προέρχεται άπό τήν άρχήν («ή έκ τής άρχής άρχή»), τό φως, πού προέρχεται άπό τό φως («τό έκ τοΰ φωτός φως»), «ή πηγή τής ζωής καί τής άθανασίας» (...), ή άπαράλλακτος είκών, ό όρος καί ό Λόγος τοΰ Πατρός. Αύτός εισέρχεται είς τήν ίδιαν τήν εικόνα του, τόν άνθρωπον, ένδύεται μέ σάρκα πρός χάριν τής σαρκός καί μέ ψυχήν πνευματικήν, πρός χάριν τής ψυχής μου, καθαρίζων μέ τόν τρόπον αύτόν τό ομοιον μέ τό ομοιόν του («τω όμοίω τό όμοιον άνακαθαίρων»). Καί γεμάτο θαυμασμόν, τό στόμα τής θεολογίας, αναφωνεί: «Ώ τής καινής μίξεως! Ή τής παραδόξου κράσεως!» Ώ, πόσον άξιο θαύμαστος είναι ή νέα ένωσις Θεού καί άνθρώπου! "Ω, πόσον παράδοξος είναι ή σύνθεσις θείου καί άνθρωπίνου! «Ό ών, γίνεται καί ό άκτιστος, κτίζεται  καί ό άχώρητος, χωρεϊται». Ό άϊδίως, άνάρχως καί προαιωνίως ύπαρχων δημιουργεΐται, γίνεται· ό άδημιούργητος

πλάθεται, γενναται. Αύτός, ό όποίος δέν περιορίζεται άπό τίποτε, περιορίζεται. Εκείνος πού δίδει τόν πλούτον, γίνεται πτωχός. «Πτωχεύει γάρ την έμήν σάρκα, Εν’ έγώ πλουτήσω την αύτοΰ θεότητα»· γίνεται πτωχός, διότι παίρνει τήν σάρκα μου, διά νά γίνω έγώ ό άνθρωπος πλούσιος μέ τήν θεότητά του. «Μετέλαβον τής εικόνας καί ούκ έφύλαξα  μεταλαμβάνει τής έμής σαρκός, ίνα καί τήν εικόνα σώση, καί τήν σάρκα άθανατίση» όταν μέ έδημιούργησε, έλαβα τήν θείαν εικόνα καί δέν τήν έφύλαξα. Τώρα Εκείνος παίρνει καί φορεϊ τήν σάρκα μου, διά νά διατηρήση καί τήν εικόνα, άλλά καί διά νά κάμη αθάνατον τήν σάρκα .
'Ώστε ό πλαστουργός Λόγος τοϋ Θεού άνέλαβε προσωπικώς τήν σωτηρίαν μας. Γράφει ό τής αθανασίας έπώνυμος πατήρ τής 'Εκκλησίας μας:
Ό άσώματος καί άφθαρτος καί άϋλος Λόγος τού Πατρός έπειδή έβλεπεν ότι οί άνθρωποι ήσαν δούλοι τού θανάτου, εύσπλαγχνίσθη τό γένος μας. Συνεπάθησε τήν άδυναμίαν μας καί συγκατέβη πρός ήμάς. Επειδή δέν ύπέφερε νά βλέπη τόν θάνατον νά βασιλεύη έπί των άνθρώπων, καί διά νά μή χαθή τό πλάσμα του καί άποβή μάταιον καί μείνη άτελές τό έργον τού Θεού Πατρός είς ήμάς τούς ανθρώπους, «λαμβάνει έαυτω σώμα», πού δέν ήταν ξένον πρός τό ίδικόν μας. Ήδύνατο, βεβαίως, ώς Θεός παντοδύναμος νά παρουσιασθή είς τήν γήν μέ άλλον τρόπον θειότερον. Έν τούτοις προσλαμβάνει τό ίδικόν μας σώμα καί γενναται άπό τήν Παρθένον Κόρην κατά τρόπον θεοπρεπή καί άκατάληπτον είς ήμας. Έτσι, άφού έλαβε διά τής άειπαρθένου Θεοτόκου σώμα ομοιον μέ τό ίδικόν μας, καί έπειδή ολοι οί άνθρωποι εϊμεθα ύποκείμενοι είς τόν θάνατον καί τήν φθοράν, παρέδωκε τό σώμα τούτο «άντί πάντων» είς τόν θάνατον καί τό έπρόσφερε θυσίαν είς τόν Θεόν Πατέρα .
Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης ύπογραμμίζει τήν ένωσιν τοϋ Θεού Λόγου μέ όλόκληρον τό άνθρώπινον φύραμα, ή όποίά (ένωσις) εϊχεν ώς άποτέλεσμα τήν άποκατάστασιν όλοκλήρου τής άνθρωπίνης φύσεως εις τό άρχαΐον κάλλος. Όπως έν τώ προσώπω τού Άδάμ έξέπεσεν όλον τό άνθρώπινον γένος καί κατά κάποιον τρόπον ύπέστη άχρείωσιν όλη ή άνθρωπίνη φύσις, έτσι καί έν τώ νέω Άδάμ, τώ Χριστώ, άνίσταται καί άποκαθίσταται δλον τό άνθρώπινον φύραμα .

Ό θεόσοφος Γρηγόριος ό Παλαμάς τονίζει ότι ό νέος Άδάμ, πού θά έσωζε τόν παλαιόν Άδάμ καί δλον τό άνθρώπινον γένος, έπρεπε νά είναι όχι μόνον άνθρωπος, άλλά καί Θεός· νά είναι άληθώς καί πραγματικώς ζωή καί σοφία καί δικαιοσύνη καί άγάπη καί εύσπλαγχνία καί κάθε άλλο άγαθόν έτσι μόνον θά ήμποροϋσε νά κατορθώση καί νά έπιτύχη «τήν άνακαίνισιν και άναζώωσιν τοΰπαλαιού Άδάμ», «την παλαιωσιν και νέκρωσιν» τοΰ όποιου έπέτυχεν «ό άρχέκακος όφις», άφοΰ έχρησιμοποίησε τά ένάντια   · δηλαδή τόν θάνατον, τόν δόλον, τό μίσος.
"Επρεπε νά γίνη ή θεία Ένανθρώπησις καί νά λάβη ό Θεός Λόγος όλόκληρον τήν άνθρωπίνην φύσιν, διότι, οπως γράφει ό Θεολόγος Γρηγόριος, «τό άπρόσληπτον, άθεράπευτον» · αύτό δέ τό όποιον ένώθη μέ τόν Θεόν, «τούτο καί σώζεται». Τά λόγια αύτά τοΰ Θεολόγου Πατρός άποτελοϋν βασικόν στοιχεϊον τής διδασκαλίας δλων τών άγιων Πατέρων. "Ετσι λοιπόν ή πρό τών αίώνων εύδοκία τού Τριαδι¬κού Θεού δι' ήμάς έγινε πραγματικότης. Μέ τήν θείαν Ένσάρκωσιν έφανερώθη «τό άπ’ αίώνος άπόκρυφον καί άγγέλοις άγνωστον μυστήριον», όπως ψάλλει ή άγία μας Εκκλησία. Ή όπως τό γράφει ό εύαγγελιστής Ιωάννης· «ή ζωή», ή ένυπόστατος ζωή, δηλαδή ό Ιησούς Χριστός, «έφανερώθη» ώς άνθρωπος· καί τήν ζωήν αύτήν τήν έχομεν ίδει μέ τά μάτια μας· δι' αύτό «καί μαρτυρούμεν καί άπαγγέλλομεν (...) τήν ζωήν τήν αιώνιον», ή όποια ύπήρχεν άϊδίως πλησίον τοΰ Θεού Πατρός καί ήταν ένωμένη μαζί του καί έφανερώθη εις ήμάς τούς ’Αποστόλους καί τούς πρώτους μαθητάς (Α' Ίωάν. α' 1-2).
‘Ώστε χάρις εις τήν θείαν Ένανθρώπησιν ή άνθρωπίνη φύσις ένωμένη μέ τήν θεότητα άναλαμβάνει «διά τού θανάτου νά καταργήση τόν τό κράτος εχοντα τού θανάτου», δηλαδή τόν διάβολον. Μέ τήν νίκην αύτήν έπρόκειτο νά άπαλλάξη έκείνους, οι όποιοι ένεκα τού φόβου, πού είχαν πρός τόν θάνατον, κατεκρατοΰντο είς όλόκληρον τήν ζωήν των άπό τήν δουλείαν τής άνησυχίας καί τής άγωνίας, μήπως άποθάνουν καί στερηθούν τήν παρούσαν ζωήν, ύποστοΰν δέ καί τά δεινά τής μετά θάνατον καταδίκης (Έβρ. β' 14-15).

Άς προσέξωμεν δέ τούτο: Έν τώ Ιησού Χριστώ δέν έχομεν άλλην άνθρωπίνην φύσιν έχομεν αύτό τούτο τό ύγιές φύραμα τοΰ Άδάμ. Έχει μεγάλην σπουδαιότητα τούτο. Διότι τό όνειδος καί ή κατάρα τής πτώσεως θά έξηφανίζοντο μόνον, έάν έκείνος, ό όποίος ένικήθη είςτόν Παράδεισον, παρετάσσετο έκ νέου είς μάχην. Τοιουτοτρόπως θά έκέρδιζε τήν νίκην έπί τού κακοΰ ή φύσις, ή όποία ένικήθη είς τον κήπον τής Έδέμ. «'Επειδή γάρ δι’ ανθρώπου ό θάνατος, και δι’ Ανθρώπου άνάστασις νεκρών» (Α' Κορ. ιε' 21). Διότι, έρμηνεύει ό θείος Χρυσόστομος, «τόν ήττηθέντα αυτόν καί άναμαχέσασθαι δει τήν καταβληθεΐσαν φύσιν, αυτόν καί νίκησαν οϋτω γάρ τό όνειδος άπετριβετο». Αύτός δηλαδή πού έχει ήττηθή, αύτός πρέπει νά έπανορθώση καί τήν ήτταν διά νέας μάχης καί νά νικήση τήν φύσιν έκείνην πού κατεβλήθη· διότι έτσι έξαλείφεται έντελώς ή έντροπή τής άμαρτίας.
Ή διά τού Αγίου Πνεύματος ύπερφυσική σύλληψις καί γέννησις τοϋ Κυρίου άπό τήν Πάναγνον Θεοτόκον ήταν έργον τής πανσόφου θείας Προνοίας καί άπέβλεπεν είς δύο σκοπούς: Πρώτον μέν είς τό νά προσλάβη ό Θεός Λόγος άνθρωπίνην σάρκα άπαλλαγμένην άπό τόν προπατορικόν ρύπον καί τήν ένοχήν, τά όποια μετεδίδοντο είς όλους τούς άπογόνους τοϋ Άδάμ. Δεύτερον, ή τέτοιου είδους σύλληψις καί γέννησις τοϋ Θεανθρώπου έκαμνε δυνατήν τήν έναρξιν τοϋ κύκλου τής άναδημιουργίας τοϋ άνθρωπίνου γένους. Ό πρώτος Αδάμ, ό όποίος έπλάσθη άπό τήν παρθένον γήν καί έλαβε ζωήν άπό τόν Θεόν, άστόχησεν. Ό δεύτερος Άδάμ, ό Κύριος Ιησούς, ό όποίος έγεννήθη «έκ Πνεύματος Αγίου καί Μαρίας τής Παρθένου», έπέτυχεν έκεΐ όπου άπέτυχεν ό πρώτος. Ό Κύριος προσέλαβε·καθαράν καί άναμάρτητον σάρκα, όπως ήταν ή σαρξ τοϋ Άδάμ είς τόν Παράδεισον «ουδέ γάρ Αμαρτωλόν σάρκα είχεν ό Χριστός, άλλ ’ όμοίαν μέν τή ήμετέρα τή άμαρτωλώ, άναμάρτητον δε, καί τή φύσει τήν αύτήν ήμίν» Ό άγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης παρατηρεί: «Καθώς ό χάλκινος όφις», τόν όποιον ό Μωϋσής ϋψωσεν είς τήν έρημον, «είχε μέν σχήμα όφεως, δέν είχε δέ καί φαρμάκι όφεως  έτσι καί ό Κύριος είχε μέν σώμα Ανθρώπινον, δέν είχε δέ καί Αμαρτίαν άνθρωπίνην». Δι αύτό καί ό θεόπνευστος Παύλος είπεν: Ό Θεός διά νά έξαλείψη την άμαρτίαν, έστειλεν εις τόν κόσμον τόν Υιόν του μέ σάρκα, ή όποια έμοιαζε μόνον, αλλά δεν ήταν καί πράγματι σάρκα άμαρτίας. Έτσι κατεδίκασε καί κατέλυσε την άμαρτίαν διά τής σαρκόςτοΰ Υιού του, ή όποια άν καί ήταν άναμάρτητος, ύπέστη τις συνέπειες τής άμαρτίας παραδοθεΤσα είς θάνατον. "Ωστε μέ τήν θείαν Ένσάρκωσιν προσελήφθη άπό τόν Θεόν Λόγον «ή άρχέγονος (ή προ τής πτώσεως) άνθρωπίνη φύσις ή έλευθέρα άπό τό προπατορικόν άμάρτημα· ή έκτος άμαρτίας(...). Μέ τήν ένσάρκωσιν, διά τής όποιας άποκατεστάθη είς τόν άνθρωπον τό κατ' εικόνα, προσελήφθη ύπό τού Λόγου ή άρχέγονος φύσις τού άνθρώπου», ή όποια έκτίσθη «κατ' εικόνα Θεού. Ή πρόσληψις δέν ήταν πρόσληψις, πού έπεξετείνετο καί είς τά πάθη, δέν ήταν πρόσληψις τής (άνθρωπότητος μέ πάθη). Μέ άλλα λόγια: ήταν πρόσληψις τής ζωής τού άνθρώπου, άλλά όχι καί τού θανάτου του» .
Τοιουτοτρόπως έν τώ προσώπω τού Ένσαρκωθέντος Κυρίου ή άμαρτία καί ό θάνατος έδέχθησαν πλήγματα θανατηφόρα.

Ή απόλυτος άναμαρτησία τού Κυρίου

Ό Κύριος ήμών Ιησούς Χριστός, ό όποίος έγεννήθη κατά τρόπον ύπερφυσικόν «έκ Πνεύματος Άγιου καί Μαρίας τής Παρθένου», οπως όμολογοΰμεν είς τό Ιερόν Σύμβολον τής Πίστεώς μας, δέν ήταν μόνον άμέτοχος τού προπατορικού άμαρτήματος. Ήταν άμέτοχος καί πάσης άμαρτίας καθ' όλην τήν διάρκειαν τής ζωής του. Ήταν ό άπολύτως άναμάρτητος. Ό μόνος, ό όποίος έζησεν έπί τής γής «έκτος άμαρτίας». Ό μόνος, ό όποίος εϊπε τόν πρωτάκουστον καί άνεπανάλητττον λόγον «τις έλέγχει με περί άμαρτίας;» (Ίωάν. η' 46). Οΐ άγιοι Απόστολοι βεβαιώνουν είς τά θεόπνευστα κείμενά των οτι «άμαρτία έν αύτω ούκ έστι» (Α' Ίωάν. γ' 5)· οτι «άμαρτίαν ούκ έποίησεν, ουδέ εύρέθη δόλος έν τώ στόματι αΰτοΰ» (Α' Πέτρ. β' 22. Πρβλ. καί Ήσ. νγ' 9). Τόν χαρακτηρίζουν δέ «άμωμον καί άσπιλον», ώς «μή γνόντα άμαρτίαν» (Α' Πέτρ. α' 19· Β' Κορ. ε' 21. Πρβλ. Έβρ. ζ' 26· δ'15)            .
Τήν Άγιοπνευματικήν αύτήν διδασκαλίαν άκολουθοΰν καί οΐ θείοι Πατέρες. Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ή θεόφθογγος λύρα τών θεογράφων άσμάτων, τονίζει είς τόν αίρετικόν Εύνόμιον ότι ό λόγος τοΰ θείου Παύλου «έπειδή γάρ δι’ Ανθρώπου ό θάνατος, καί δι’ Ανθρώπου άνάστασις νεκρών» (Α' Κορ. ιε' 21) δέν σημαίνει καθόλου ότι ό Θεάνθρωπος Κύριος ήταν ό,τι ήταν καί ό Άδάμ. Ό Κύριος Ιησούς δέν ήταν «κοινός», συνηθισμένος άνθρωπος, άλλα τέλειος Θεός καί τέλειος άνθρωπος. Αναδημιουργεί δέ τήν άμαρτωλήν φύσιν τού άνθρώπου ώς τέλειος Θεός καί τέλειος άνθρωπος. Ή θεία φύσις έμεινεν έντελώς άπαθής κατά τήν σάρκωσιν τού Λόγου. Τό πάθος άναφέρεται μόνον εις τό άνθρώπινον μέρος τοΰ Χριστού· «ούτως καί άπαθής ό μονογενής Θεός, καί παθητός ό Χριστός είναι πιστεύεται»

Ό άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος υπογραμμίζει ότι ό Θεός Λόγος γίνεται κατά πάντα τέλειος άνθρωπος «πλήν τής Αμαρτίας», έκτος άπό τήν άμαρτίαν   . Τήν ιδίαν βασικήν άλήθειαν ύπογραμμίζει καί ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς, ό όποίος συμπληρώνει: Ό νέος Άδάμ, δηλαδή ό Θεάνθρωπος Κύριος, έπρεπε νά μήν είναι μόνον άναμάρτητος, άλλά «καί άνεξαπάτητος» καί έξ όλοκλήρου άήττητος. Ακόμη έπρεπε νά ήμπορή νά συγχωρή καί τις άμαρτίες καί νά καθιστά «άνευθύνους τούς υπευθύνους» εις τήν άμαρτίαν. Ακόμη έπρεπεν όχι μόνον νά ζή, άλλά καί νά ζωοποιή, νά μεταδίδη ζωήν εις όσους συγχωρεϊ καί νά δίδη ζωήν καί εις όσους ένεκρώθησαν πριν άπό αύτόν. Δι' αύτό άλλωστε ό θείος Παύλος φωνάζει· «έγένετο ό πρώτος άνθρωπος Άδάμ εις ψυχήν ζώσαν ό Εσχατος Άδάμ (ό Κύριος ήμών Ιησούς Χριστός) εις πνεύμα ζωοποιούν» (Λ' Κορ. ιε' 45). Καί καταλήγει ό θείος Πατήρ: «Άναμάρτητος δέ καί ζωοποιός καί άφιέναι Αμαρτίας δυνάμενος οΰδείς, πλήν Θεού» .
Έπί πλέον ή ύποταγή τοΰ Κυρίου είς τό θέλημα τού ούρανίου Πατρός του ήταν άπόλυτος καί έπομένως άντικρυς άντίθετος προς τήν άνυποταξίαν καί άπείθειαντού πρώτου Άδάμ έναντι τής έντολής τοΰ Θεού. Ό Κύριος, όταν ώμιλούσεν ώς άνθρωπος, έτόνιζε πάντοτε ότι δέν έπραττε τό ίδικόν του άνθρώπινον θέλημα, άλλ' ύπήκουε πιστώς είς τόν Θεόν Πατέρα. Καί εϊπε μέν πριν άπό τήν φρικτήν ώραν τού μαρτυρίου τού σταυρού του τόν λόγον «Πάτερ μου, εί δυνατόν έστι παρελθέτω Απ’ εμού τό ποτήριον τούτο» τοΰ πάθους. Άλλ' ευθύς άμέσως έπρόσθεσεν όλοψύχως· «πλήν ούχ ώς έγώ θέλω, άλλ’ ώς σύ» (Ματθ. κστ' 39). Αύτή ή άπόλυτος καί άπεριόριστος ύπακοή είς τόν Θεόν Πατέρα τόν άνέδειξεν «ύπήκοον μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυρού» (Φιλιπ. β' 8), ό οποίος είναι ό πλέον όδυνηρός καί έπονείδιστος θάνατος.
Βεβαίως βάσις τής άπολύτου άναμαρτησίας τοϋ Κυρίου είναι ή ύποστατική ένωσις έν Αύτώ τών δύο φύσεων, δηλαδή τής θείας καί τής άνθρωπίνης. ‘Η άνθρωττίνη φύσις ένισχύεται καί έξαγιάζεται ένεκα τής ένώσεώς της μέ τήν θείαν φύσιν. Διά τής έν Άγίω Πνεύ ματι συλλήψεως, λέγει ό άγιος Κύριλλος 'Αλεξάνδρειάς, έπιτελεΐται «τής σαρκός ό αγιασμός, τής ού κατά φύσιν άγιας, άλλ’ ώς έν μεθέξει τή παρά Θεώ» . Ό δέ άγιος ’Ιωάννης ό Δαμασκηνός παρατηρεί: Ό Κύριος, «άφ’ ου έν γαστρί τής άγιας Παρθένου έσκήνωσε καί σάρξ έγένετο, έχρίσθη ή σάρξ τή Θεότητι» καί ούτω μεθ’ ήμών άγιάζεται κατά τό άνθρώπινον .

Τοιουτοτρόπως ή άνθρωπίνη φύσις τού Κυρίου, άμέτοχος τοϋ προπατορικού άμαρτήματος καί άγιαζομένη άπό τήν μυστηριώδη κοινωνίαν της μέ τήν θείαν φύσιν, στρέφεται εύθύς έξ άρχής καί συμμορφοϋται πλήρως πρός τό άγαθόν καί εύάρεστον καί τέλειον θέλημα τοϋ Θεοΰ Γιατρός. Κατ' αυτόν τον τρόπον έν τώ Χριστώ αίρονται ο! άδυναμίες καί τά πάθη, τά όποια είσώρμησαν εις τόν κόσμον μέ τήν άμαρτίαν. Χάρις εις τόν Θεάνθρωπον Κύριον δίδεται εις τόν άνθρωπον νέον φύραμα, νέα ζύμη, διότι ή παλαιό διεφθάρη, έπειδή έμακρύνθη άπό τόν Θεόν. «’Επειδή ή προτέρα τής σαρκός φύσις», λέγει ό θείος Χρυσόστομος, «ή άπό γής διαπλασθεϊσα, άπό τής άμαρτίας έφθασε νεκρωθήναι καί ζωής γενέσθαι έρημος», ό πανάγαθος Θεός διά τοϋ μονογενούς Υίοΰ του «έπεισήγαγεν έτέραν, ώς άν εϊποι τις, μάζαν καί ζύμην, τήν έαυτοΰ σάρκα, φύσει μέν ούσαν τήν αυτήν, άμαρτίας δέ άπηλλαγμένην καί ζωής γέμουσαν» · είσήγαγεν εις τήν ζωήν άλλην, τρόπον τινά, ϋλην καί ζύμην τήν (δικήν του σάρκα, ή όποια ώς πρός τήν φύσιν είναι μέν ιδία, είναι όμως άπηλλαγμένη άπό άμαρτίαν καί είναι έπίσης γεμάτη άπό ζωήν. Κατά συνέπειαν εις τό πρόσωπον τού Θεανθρώπου Κυρίου έχομεν τόν τέλειον τύπον τοϋ νέου Άδάμ, τοϋ καινοϋ άνθρώπου, είς τόν όποιον έχει άφανισθή κάθε προηγούμενον «άπηλλοτριωμένον» στοιχεϊον .
Χάρις εις τήν θείαν Ένσάρκωσιν ή άνθρωπίνη φύσις, ή όποια ένεκα τής άμαρτίας είχε διχασθή καθ' έαυτής , έπανευρίσκει τήν άρμονίαν, τόν όμαλόν καί κανονικόν ρυθμόν τής λειτουργίας της. Τό σώμα, τό όποϊον προ Χριστού κατεβάλλετο εύκολα άπό τήν άμαρ τίαν, καθίσταται τώρα δργανον ύπάκουον καί εύάγωγον τού Αγίου Πνεύματος   . Καί ένώ ή θεία φύσις, ή όποια καθ' έαυτήν είναι πλήρης καί δέν έχει τίποτε τό ξένον, πού νά προέρχεται άπό έξω, δέν μετεβλήθη καθόλου ή άνθρωπίνη φύσις άπό τήν ύπερφυσικήν ένωσίν της μέ τήν θείαν φύσιν ώφελήθη τεραστίαν ώφέλειαν έκαρπώθη δόξαν άφατον καί άπερίγραπτον. Διότι, όπως λέγει ό θείος Χρυσόστομος, «τό υψηλόν τω ταπεινώ προσομιλοϋν, αΰτό μέν ούδέν εις τήν οίκείαν παραβλάπτεται δόξαν· έκεΐνο δε άπό τής πολλής άνιστησι ταπεινότητος». Διότι τό ύψηλόν (= ή θεία φύσις) έρχόμενον είς έπαφήν μέ τό ταπεινόν (=τήν άνθρωπίνην φύσιν), αύτό μέν ώς πρός τήν δόξαν του δέν μειώνεται καθόλου, έκεΐνο δέ, τό ταπεινόν, τό έξυψώνει άπό τήν πολλήν ταπεινότητα. Αύτό άκριβώς έγινε καί μέ τόν Χριστόν. Διότι καί τήν ίδικήν του θείαν φύσιν καθόλου δέν έμείωσεν έξ αίτιας τής θείας Ένσαρκώσεώς του, καί ήμάς τούς άνθρώπους, οι όποιοι εύρισκόμεθα είς τήν άδοξίαν καί τό σκότος τής άμαρτίας, μάς άνεβίβασε καί μάς ϋψωσεν είς δόξαν άνέκφραστον’.

Μάς άνοιξε τόν δρόμον πρός τόν ουρανόν

Ή άπόλυτος άναμαρτησία τού Θεανθρώπου ύπήρξε καίριον πλήγμα κατά τής άμαρτίας καί τού πνευματικού θανάτου. Καί ιδού πώς:
Ό πρώτος Άδάμ παρέβη τήν έντολήν καί άπεστάτησεν άπό τόν Θεόν. Ό νέος Άδάμ, ό Θεάνθρωπος Ιησούς, ύπακούει μέχρι θανάτου, καί μάλιστα σταυρικού, είς τόν Θεόν Πατέρα καί έτσι έπιτυγχάνει τήν δικαίωσιν τού παραβάτου άνθρώπου. Όπως άκριβώς διά τής παρακοής τού ένός άνθρώπου, τού Άδάμ, έγιναν άμαρτωλοί καί ένοχοι τό πλήθος τών άπογόνων τού πρωτοπλάστου, έτσι άκριβώς καί διά τής τελείας ύπακοής, πού έδειξεν ό ένας, ό Ιησούς Χριστός, θά γίνουν δίκαιοι τό πλήθος έκείνων, οϊ όποιοι πιστεύουν εις αύτόν (Ρωμ. ε' 19).
«Επειδή», λέγει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «διά τής παρακοής του ανθρώπου ό θάνατος είσήλθε, τούτου χάριν διά τής ύπακοής του δευτέρου άνθρώπου» έκβάλλεται καί άποπέμπεται. Διά τούτο ό Χριστός γίνεται υπήκοος μέχρι θανάτου, «Ινα διά μεν τής ύπακοής τό έκ τής παρακοής θεραπεύσει πλημμέλημα· διά δέ τής έκ νεκρών άναστάσεως τον συνεισελθόντα τή παρακοή θάνατον εξαφάνιση». Διότι «ή έκ θανάτου του άνθρώπου άνάστασις» είναι «άφανισμός» τού θανάτου.
Άπό τον Θεάνθρωπον Κύριον κατανικάται προσωπικούς καί ό έφευρέτης τής άμαρτίας, ό μισάνθρωπος διάβολος. Ό πονηρός έχθρός έπείρασε τον Σωτήρα εις την έρημον. Τον έξέλαβεν ώς κοινόν άνθρωπον καί μόλις εύρήκε τήν κατάλληλον στιγμήν ώρμησεν έναντίον του. Όπως έπείρασε τον πρώτον Άδάμ διά τής βρώσεως, έτσι έπιχειρεϊ νά πειράση καί τον νέον Άδάμ. Όπως έπροσπάθησε νά άποσπάση τόν Άδάμ άπό τόν Θεόν, έτσι έπροσπάθησε νά άποσπάση καί τόν Ίησοΰν άπό τόν Θεόν καί νά τόν προσελκύση μέ τό μέρος του! Όπως εις τόν Παράδεισον ύπεδείκνυεν εις τόν Άδάμ άλλον τρόπον, ψευδή βεβαίως, έπιτυχίας τής θεώσεως, έτσι καί εις τήν έρημον προσέφερε εις τόν Ίησοΰν τήν δήθεν βοήθειαν του, διά νά τού δώση δύναμιν καί έξουσίαν! Όπως παρεκίνησε τόν Άδάμ νά έπιτύχη δήθεν ίσοθεΐαν κατά τρόπον έπαναστατικόν, έτσι παρεκίνησε καί τόν Ίησοΰν νά άνακηρύξη μέ τρόπον εΰκολον καί χωρίς άναβολήν τόν έαυτόν του Μεσσίαν τού κόσμου Ό διάβολος έπείρασε τόν Κύριον μέ πειρασμούς, οί όποιοι προσέβαλλαν συγχρόνως τό βλέμμα, τήν φαντασίαν καί τήν κρίσιν του. Άλλ' ό Κύριος τόν άπέκρουσε σταθερώς καί άποτελεσματικώς. Όπότε ό διάβολος έφυγεν όχι μόνον άπρακτος, άλλά καί κατησχυμμένος εις τήν δεσποτικήν προσταγήν: «Ύπαγε όπισω μου, σατανά» (Ματθ. δ' 1-11- Λουκ. δ' 1-13).

Ό Θεάνθρωπος παρέμεινεν έπίσης άνίκητος καί εις τά λεγάμενα νόμιμα ή άδιάβλητα πάθη τής άνθρωπίνης φύσεως, δηλαδή τήν πείναν, τήν δίψαν, τόν πόνον, τό δάκρυον κ.τ.ό. Άνεδέχθη καί αύτά τά πάθη ό Κύριος είς τήν πανάσπιλόν του σάρκα. Διότι μετά τήν νηστείαν τών τεσσαράκοντα ήμερών έπείνασε έδίψασεν έπίσης εις τό πηγάδι τού Ιακώβ· είς τό πλοϊον έπίσης έκοιμήθη. Έδάκρυσε, καθώς έπήγαινε είς τόν τάφον τού φίλου του Λαζάρου. Άλλ’ ό Κύριος, ώς τέλειος άνθρωπος, είχε τά άδιάβλητα αύτά πάθη, έκτος τής αμαρτίας   .
Τά πάθη αύτά, παρ' όλον ότι είναι άδιάβλητα, έν τούτοις, έάν ό άνθρωπος δέν προσέξη, ήμποροϋν νά τόν όδηγήσουν εις την άμαρτίαν καί εις τόν πνευματικόν θάνατον. Ό Κύριος όμως ώς άνθρωπος δέν ένικήθη ούτε άπό αύτά ούδ' έπί στιγμήν! Άπ' έναντίας ύπέμεινε τά πάντα άγογγύστως καί τοιουτοτρόπως κατετρόπωσε τόν διάβολον καί κατενίκησε τόν θάνατον ώς τέλειος άνθρωπος.
Ό άγιος Κύριλλος ’Αλεξάνδρειάς παρατηρεί ότι, έάν ή θεία φύσις ένικοϋσε τόν διάβολον είς τούς πειρασμούς, τότε έμείς οϊ άνθρωποι δέν θά ώφελούμεθα εις τίποτε, άφοΰ τίποτε δέν θά εϊχαμεν προσφέρει είς την μάχην αύτήν. «Θεοΰ νε,νικηκότος, έγώμέν ούδέν άπωνάμην τής νίκης, ώς ούδέν είς ταύτην είσενεγκών». Έξ άλλου ό διάβολος θά έκόμπαζε, θά έκαυχάτο, καί θά έσεμνύνετο οτι έπάλαισε μέ τόν Θεόν καί ήττήθη άπό τόν Θεόν καί όχι άπό άνθρωπον . Ένώ τώρα δέν έχει τέτοιο καύχημα ό διάβολος. Διότι έπάλαισε μέ τήν άνθρωπίνην φύσιν καί ένικήθη κατά κράτος άπό αύτήν! Χάρις είς τήν θείαν Ένσάρκωσιν ό Λόγος παλαίει έναντίον τοϋ πλάνου καί άπατεώνος δαίμονος ώς άνθρωπος. Ό Λόγος «τήν μορφήν του δ ούλου κατά τοϋ έχθροϋ προβαλλόμενος, τήν νίκην πεποίηται διά τοϋ ποτέ ήττηθέντος»  μέ τό νά προσλάβη ό Λόγος τήν μορφήν τοϋ δούλου καί μέ αύτήν νά δώση τήν μάχην κατά τοϋ έχθροϋ διά τοϋ άνθρώπου, πού κάποτε ένικήθη, έκέρδισε τήν νίκην. Μέ τόν τρόπον αύτόν, παρατηρεί ό άγιος Ιωάννης ό Δαμασκηνός, ή άνθρωπίνη φύσις, ή όποια ήττήθη άλλοτε άπό τόν παμπόνηρον διάβολον, νικά τόν έχθρόν της διά των ιδίων προσβολών, διά τών όποιων την ένίκησεν έκείνος εις τον Παράδεισον .

'Επομένως ό Κύριος ήμών «πεπειρασμένος κατά πάντα καθ’ ομοιότητα» (Έβρ. δ' 15) προς ήμάς, χωρίς όμως νά ύποπέση εις. καμμίαν άμαρτίαν, κατανικά κάθε είδους πειρασμόν καί κάθε πάθος. Ή άσθενής άνθρωπίνη φύσις, ένισχυομένη άπό την παντοδύναμον θείαν φύσιν, μέ την όποιαν εϊχεν ένωθή μυστηριωδώς, έπάλαισε γενναίως έναντίον τών πειρασμών. Εις τήν πάλην αύτήν ή άνθρωπίνη φύσις τοϋ Κυρίου ένισχύθη άπό τήν θείαν φύσιν τόσον, όσον θά ένισχύετο καί ό πρώτος Άδάμ άπό τον Θεόν, έάν άνθίστατο είς τόν πειρασμόν. Έν πάση περιπτώσει ό Θεάνθρωπος ένίκησε καί κατετρόπωσε τόν άντίπαλον «άνθρωπίνη φιλοσοφία» καί «ούκ έξουσία θεότητος», όπως γράφει ό άγιος Κύριλλος 'Αλεξάνδρειάς   .
Μέ τήν νίκην έκείνην ό Χριστός μάς άνοιξε τόν δρόμον προς τόν ούρανόν. Διότι μάς παρέχει τήν δυνατότητα «ώστε και σαρκί έπί γης πολιτεύσασθαι, καί άνεπι'δεκτόν αμαρτίας δεΐξαι τήν σάρκα», τήν όποιαν «έκ τής πρώτης πλάσεως ό Άδάμ άναμάρτητον έσχηκώς, έκ παραβάσεως δεκτικήν αμαρτίας πεποίηκε καί είς διαφθοράν καί θάνατον καταπέπτωκε»τήν σάρκα, τήν όποιαν ό Άδάμ εϊχεν άναμάρτητον όταν έδημιουργήθη, τήν έκαμεν όμως μέ τήν παράβασίν του δεκτικήν τής άμαρτίας καί ώδηγήθη είς τήν διαφθοράν τής άμαρτίας καί τον θάνατον. Χάρις είς τόν Θεάνθρωπον ή ίδική μας άνθρωπίνη φύσις καθίσταται πλέον ικανή έξαγιασμοϋ. 'Ικανή νά κατανικήση τήν άμαρτίαν, ή όποια είναι μητέρα τοϋ θανάτου, άρα καί τόν θάνατον, καί νά έπιτύχη τήν άνάστασιν καί τήν αίωνίαν βασιλείαν.
Συνεπώς μέ τήν θείαν Ένσάρκωσιν άποκαθίσταται ή άρχική άκεραιότης καί πληρότης τής άνθρωπίνης φύσεως ό άνθρωπος κοινωνεϊ καί πάλιν μέ τόν Θεόν κυρίως όμως καί προ παντός άναπλάσσεται καί γίνεται «καινός», νέος.

Αφανίζει τόν θάνατον

Ή θεία Ένανθρώπησις ήταν ή άπαρχή καί τό θεμέλιον τής πάλης τοϋ Θεανθρώπου κατά τοϋ διαβόλου, τής άμαρτίας καί τοϋ θανάτου.
Ό Λόγος τοϋ Θεοϋ σαρκούμενος μας προσέφερε τήν εύκαιρίαν καί τά μέσα έξαγιασμοΰ καί άνακαινίσεως τών ψυχών μας. Ταυτοχρόνους όμως έξηφάνιζε καί τόν πνευματικόν θάνατον, μαζί δε με αύτόν καί τόν σωματικόν. «Άμφότερα γάρ έφιλανθρωπεύετο ό Σωτήρ διά τής ένανθρωπήσεως, ότι καί τον θάνατον έξ ημών ήφάνιζε, και άνεκαϊνιζεν ήμάς». «Έκ ψυχής και σώματος και θεότητος ήμϊν έπεφάνη, ίνα και ψυχήν καί σώμα, ώς Θεός, έκ θανάτου λυτρώσηται»   . Ή, όπως λέγει ό άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος, ό Λόγος τοϋ Θεοΰ «κενοΰται τής έαυτοΰ δόξης μικρόν», «μεταλαμβάνει τής έμής σαρκός» καί γίνεται άνθρωπος, «ΐνα καί τήν εικόνα σώση, καί τήν σάρκα άθανατίση»  άδειάζει από τήν θείαν δόξαν του δι ολίγον καιρόν, παίρνει τήν ίδικήν μου σάρκα καί γίνεται άνθρωπος, διά νά σώση καί διατηpήσg τήν εικόνα, άλλα καί διά νά κάμη άθάνατον τήν σάρκα.
Πριν έλθη ό Σωτήρ Χριστός «εις τόν έπίγειόν μας κόσμον, ήμεϊς οΐ άνθρωποι ήξεύραμεν μόνον τόν θάνατον καί ό θάνατος ήμάς. Κάθε τι τό άνθρώπινον ήτο διαποτισμένον μέ τόν θάνατον, αίχμαλωτισμένον καί νικημένον άπό αύτόν. Ό θάνατος μάς ήτο πλησιέστερος καί άπό τόν έαυτόν μας καί περισσότερον πραγματικός άπό ήμάς τούς ίδιους· δυνατώτερος, άσυγκρίτως δυνατώτερος, άπό κάθε άνθρωπον χωριστά καί άπό όλους τούς άνθρώπους μαζί. Ή γή ήτο μία φρικαλέα φυλακή τοϋ θανάτου καί ήμεϊς άνίσχυροι δέσμιοι καί δούλοι του (πρβλ. ‘Εβρ. β' 14-1 5). Μόνον μέ τήν έλευσιν τού Θεανθρώπου Χριστού ή ζωή έφανερώθη, έφανερώθη ή ζωή ή αιώνιος είς τούς άπηλπισμένους θνητούς, τούς άθλιους δούλους τοϋ θανάτου, ήμάς» (πρβλ. Α' Ίω. α' 2) .

Ή άγια εικόνα τής Γεννήσεως τοϋ Σωτήρος, όπως ζωγραφίζεται άπό τήν 'Ορθόδοξον εικονογραφίαν, ύπογραμμίζει πολύ έκφραστικά τήν κατανίκησιν τοϋ θανάτου καί τοϋ άδου, ή όποια άρχίζει μέ τήν θείαν Ένανθρώπησιν. Τοιουτοτρόπως τά σπάργανα τοϋ θείου Βρέφους έχουν τήν μορφήν τών νεκρικών σαβάνων, τά όποϊα ό άγγελος θά δείξη είς τις Μυροφόρους τό πρωί τής Άναστάσεως, καθώς θά άναγγέλη τήν νίκην τοϋ Άναστάντος κατά τού θανάτου. Τό νήπιον Ίησοΰς μέ τήν πλήρη άκινησίαν του είς τήν φάτνην ϋποδηλοϊ τήν σιγήν τοϋ Μ. Σαββάτου καί ύπενθυμίζει τόν λόγον τοϋ ίεροΰ ύμνογράφου: «Ύπνοι ή ζωή καί "Αδης τρέμει» . Τό θειον Βρέφος, τό όποιον  καταυγάζεται άπό ουράνιον φώς, είναι ή άντίθεσις προς τό μαύρο βάθος καί συμβολίζει προκαταβολικής τήν εις "Αδου κάθοδον τού Κυρίου. Έξ άλλου τό σπήλαιον μέ τό σκοτεινόν χρώμα του συμβολίζει τόν κόσμον, ό όποίος είχε σκοτισθή άπό τήν άμαρτίαν, τό «κέντρον του θανάτου». Εις αύτόν τόν κόσμον λάμπει ήδη ό Χριστός, τό «φώς των άνθρώπων», τό όποιον «έν τη σκοτία φαίνει» (Ίωάν. α' 5).
Τόν άγώνα τού Θεανθρώπου κατά τού θανάτου καί τού άδου ύποδηλοί  καί ή άντιμετώπισις τών κοσμικών στοιχείων, τό όποΤα είναι κατά κάποιον τρόπον κλεπταποδόχοι σκοτεινών δυνάμεων. Τά στοιχεία αύτά είναι τό νερό, ό άέρας καί ή έρημος. Εις τήν έρημον καταφεύγει ό Κύριος καί έκεϊ παλαίει μέ τόν διάβολον. "Αργότερα θά έπιτιμήση τόν άνεμον καί τήν τρικυμισμένην θάλασσαν (Ματθ. η' 26· Μάρκ. δ' 37,39). "Ενα τροπάριον τών Θεοφανείων παρουσιάζει τόν Κύριον νά άπευθύνεται εις τόν Πρόδρομον καί νά τού λέγη: «Προφήτα, δεΰρο βάπτισόν με»· μή διστάσης διά τό έργον αύτό καθόλου, διότι βιάζομαι νά καταστρέψω «τόν κεκρυμμένον τοίς ύ'δασι πολέμιον, τόν άρχοντα τοΰ σκότους» «λυτροϋμενος τόν κόσμον» άπό τις παγίδες του τώρα καί «παρέχων ώς φιλάνθρωπος, ζωήν τήν αιώνιον» .

Δύο άλλοι ύμνοι τών Θεοφανείων είναι έπίσης πολύ έκφραστικοΐ τής άληθείας, περί τής όποιας όμιλοϋμεν. Ό ένας λέγει: «Ύπέκλινας κάραν τώ Προδρόμω συνέθλασας κάρας τών δρακόντων, επέστης όν τοϊς ρειθροις, έφώτισας τά συμπαντα τοΰ δοξάζειν σε, Σωτήρ, τόν φωτισμόν τών ψυχών ήμών»  Κύριε, έκλινες τήν κεφαλήν καί έσκυψες έμπρός εις τόν Πρόδρομον συνέτριψες τις κεφαλές τών δαιμονικών δυνάμεων, πού άντιστρατεύονται εις τό σωτήριον έργον σου, παρουσιάσθης καί έστάθης εις τά νερά τοΰ ποταμού Ιορδάνη, έφώτισες μέ τόν άγιον φωτισμόν σου τά σύμπαντα, ώστε νά δοξάζουν, Σωτήρ Κύριέ μας, σέ, ό όποίος είσαι ό φωτισμός τών ψυχών ήμών. Ό άλλος ύμνος λέγει: «Αδάμ τόν φθαρέντα άναπλάττει, ρείθροις Ίορδάνου καί δρακόντων κεφαλάς έμφωλευόντων διαθλάττει, ό βασιλεύς τών αιώνων Κύριος». Ό βασιλεύς τών αιώνων Κύριος μέ τά νερά τοΰ ποταμού Ιορδάνη άναπλάττει τόν Άδάμ, ό όποίος έφθάρη άπό τήν άμαρτίαν, καί συντρίβει τις κεφαλές τών κρυμμένων εις τά νερά δαιμονικών δυνάμεων.
"Επίσης ή λειτουργική γλώσσα, οταν όμιλή διά τά μή άγιασθέντα ϋδατα, τά όνομάζει «υγρόν τάφον». Διά τούτο ή "Ορθόδοξος εικόνα τής Βαπτίσεως παρουσιάζει τόν Κύριον νά κατεβαίνη εις τά νερά τοϋ 'Ιορδάνη, οπως μέσα εις τόν ύδάτινον τάφον, ό όποίος περικλείει όλόκληρον τό άχραντον σώμα τοϋ Θεανθρώπου   Έξ άφορμής αύτοΰ παρατηρεί ό άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: ‘Επειδή ό δράκων (δηλαδή οι δαιμονικές δυνάμεις, οΐ όποιες άντιστρατεύονται εις τό θέλημα τοϋ Θεοϋ) «ήν εν τοΐς ϋδασι» (πρβλ. Ίώβ μ' 20, 25 ), ό Κύριος προκειμένου νά συντρίψη τις κεφαλές τοϋ δράκοντος, κατέβη είςτά Ίορδάνεια ϋδατα καί έδεσε τόν ισχυρόν. «Προσέδραμεν ή ζωή, Γνα λοιπόν ό θάνατος φιμωθή», ώστε όλοι οσοι έσώθημεν νά άναφωνήσωμεν «Που σου, θάνατε, τό κέντρον; Που σου, αδη, τό νίκος;» (Α' Κορ. ιε' 55). Καί προσθέτει ό άγιος Κύριλλος· «λύεται δε τοϋ θανάτου τό κέντρον διά τοϋ βαφτίσματος»'«Κέντρον τοϋ θανάτου» είναι ή άμαρτία (Α' Κορ. ιε' 56), ή όποια ώς δηλητηριώδης όφις κεντά τόν άνθρωπον. Επειδή δέ τό άγιον Βάπτισμα αίρει καί έξαφανίζει κάθε ίχνος άμαρτίας, είναι προφανές οτι λύεται καί τό κεντρί τοϋ θανάτου.

Ιδού ποιες άνυπολόγιστες δωρεές μάς έχάρισεν ή Ένσάρκωσις τοϋ Υίοΰ καί Λόγου τοϋ Θεοϋ. Μέ αύτήν ό Χριστός έγινε τό κέντρον όλοκλήρου τής άνθρωπίνης φύσεως· έγινεν «ή απαρχή» (ό πρώτος άπό όλους τούς άλλους) καί ό «πρωτότοκος» τής φύσεως, διά τού όποιου δλον τό άνθρώπινον φύραμα «άναζυμοϋται». Ό Θεός Λόγος, «ό έστώς, κύπτει προς τόν πεπτωκότα» (πρός τόν άνθρωπον πού έ¬πεσε) καί διά τής κενώσεως καί ταπεινώσεως αύτής άνορθώνει έκεϊνον πού εύρίσκετο κατά γής, δούλος τοϋ θανάτου. ’Εάν, λέγει ό Μ. Βασίλειος, δέν έπραγματοποιεΐτο ή έν σαρκΐ έπιδημία τοϋ Χρι¬στού, ό Λυτρωτής μας δέν θά κατέλυε μέ τό άγιον έργον του τήν βασιλείαν τοϋ θανάτου. Έάν τό σώμα, τό όποιον έφόρεσεν ό Κύριος, ήταν διαφορετικόν άπό τό ίδικόν μας, πού έκυριαρχεϊτο άπό τόν θάνατον, ό θάνατος θά συνέχιζε τό έργον του. Τά άγια «πάθη τής θεοφόρου σαρκός» δέν θά άπέβαιναν εις κέρδος Ιδικόν μας. Ό Κύριος δέν θά ένέκρωνε τήν άμαρτίαν. Όπότε έμεϊς, οί όποιοι είχαμεν άποθάνει μαζί μέ τόν Άδάμ, δέν θά έζωοποιούμεθα διά τοϋ Χριστού. Έν τοιαύτη περιπτώσει δέν θά άποκαθίστατο τό καταπεσμένον γένος μας. Τό συντετριμμένον δέν θά έσηκώνετο όρθιον. Δέν θά συνεδέετο μέ τόν Θεόν τό άποξενωμένον διά τής άπάτης τοϋ δφεως. Χάρις όμως είς τόν Θεάνθρωπον, οπως ό θάνατος (ό όποίος μέ τήν σάρκα τού Άδάμ εφθασεν έως ήμάς) κατεπόθη καί έξηφανίσθη άττό τήν θεότητα, έτσι καί ή άμαρτία έξηφανίσθη πλήρως καί όλοσχερώς άπό τήν δικαίωσιν, ή όποια μάς έχαρίσθη διά μέσου τοΰ Ίησοΰ. Έτσι κατά τήν άνάστασιν τών νεκρών θά λάβωμεν πάλιν τό σώμα, τό όποιον δεν θά είναι πλέον ύποκείμενον εις τον θάνατον οϋτε ύπεύθυνον διά τήν άμαρτίαν .

Προανακρούσματα άναστάσεως

Όχι μόνον ή θεία Γέννησις, ή άγια Βάπτισις καί τό κήρυγμα, άλλα καί ή όλη πολιτεία τοΰ Θεανθρώπου εις τήν γην ύπήρξαν προανακρούσματα τής νίκης κατά τής άμαρτίας καί τού θανάτου. Προανακρούσματα άναστάσεως. Προτού άκόμη ό Κύριος καταφέρη έπάνω εις τόν Σταυρόν τό καίριον καί τελειωτικόν πλήγμα κατά τού διαβόλου καί τού θανάτου, έδωκεν εις τούς άνθρώπους δείγματα τής έξουσίας του έπί τού θανάτου. Τοιουτοτρόπως άνιστά έκ νεκρών τόν μονογενή υίόν τής χήρας τής Νάί'ν μέ τήν προσταγήν «νεανίσκε, σοίλέγω, έγέρθητι»! (Λουκ. ζ' 14). Άνιστά τήν μονογενή δωδεκαετή κόρην τού άρχισυναγώγου Ίαείρου μέ τήν προσταγήν «ή παίς έγείρου» (Λουκ. η' 54). Άνιστά τόν τετραήμερον νεκρόν Λάζαρον, τόν άδελφόν τής Μάρθας καί Μαρίας, μέ τήν προσταγήν «Λάζαρε, δεΰρο εξω»\ (Ίω. ια' 43).
Άπό τις τρεις αύτές νεκραναστάσεις ή πλέον ένδιαφέρουσα άπό τής πλευράς τού θέματος, πού έξετάζομεν, είναι ή τελευταία. Διά τούτο καί θά έπιμείνωμεν εις αύτήν. Έγνώριζεν ό Κύριος ότι διά τόν άνθρωπον ό θάνατος ήταν κάτι τό φρικτόν, μία κατάστασις όδυνηρά. Έτσι έξηγείται καί τό διατί ό Χριστός, «ή ζωή καί ή άνάστασις», «έδάκρυσεν» έμπρός εις τόν τάφον τοΰ φίλου του Λαζάρου. Όταν ό Κύριος είδε τούς Ιουδαίους, πού έκλαιαν, «ένεβριμήσατο» ώς άνθρωπος «τω πνεύματι καί έτάραξεν εαυτόν». "Ερχεται δέ εις τό μνημεΐον «πάλιν έμβριμώμενος εν έαυτώ»(Ιωάν. ια'33, 35, 38). Ή άναμάρτητος άνθρωπίνη φύσις τοΰ Κυρίου συγκινείται βαθύτατα. Συνταράσσεται μέ άγανάκτησιν. Δακρύζει καί προσπαθεί νά συγκρατήση τόν έσωτερικόν συγκλονισμόν καί τήν φρίκην έμπρός εις τό άντίκρυσμα τοΰ νεκρού φίλου του, ό όποίος κρατείται δέσμιος εις τις ψυχρές άγκάλες τοΰ θανάτου.

Άλλά τό «δάκρυον» τής Ζωής ήταν ήδη τό προανάκρουσμα τής νίκης. Τά όσα δέ θά άκολουθήσουν ένώπιον τών έκπληκτων Μαθητών καί τού Ιουδαϊκού όχλου, θά προδιαγράφουν τήν τριήμερον Άνάστασιν τού Σωτήρος. Καί προσεύχεται  μέν ό Κύριος προτού διατάξη τόν Λάζαρον νά άναστηθή, ή προσευχή όμως έκείνη δέν έγινε «διά τήν τοΰ νεκρού άνάστασιν, άλλά διά τήν τών τότε παρόντων άπιστων άσθένειαν». "Εγινε διά τήν άδυναμίαν καί τήν όλιγοπιστίαν έκείνων, πού ήσαν παρόντες. Τό έβεβαίωσεν ό ίδιος ό Κύριος: Πατέρα, είπεν, έγνώριζα ότι πάντοτε μοΰ άκούεις. Άλλ' είπα μεγαλοφώνως τό εύχαριστώ, διά νά τό άκούση ό λαός, ό όποίος στέκεται γύρω μου. Τοιουτοτρόπως ό λαός, ό όποίος βλέπει πόσην πεποίθησιν έχω έκ προτέρου ότι θά είσακουσθώ, όταν θά έπακολουθήση τό θαύμα, θά πιστεύση ότι σύ μέ άπέστειλες (Ίωάν. ια' 41-42). Άπόδειξις έξ άλλου ότι ή προσευχή δέν έγινε διά τόν νεκρόν, είναι καί τό ότι ό Λάζαρος δέν άνεστήθη εύθύς μετά τήν προσευχήν. Άνεστήθη όταν άκουσε τήν προστάγήν «Λάζαρε, δεύρο εξω» (Ίωάν. ια' 43).
Ό Ιερός Χρυσόστομος, έξ άφορμής τοΰ θαύματος τούτου, άνοίγει ένα χαρακτηριστικόν διάλογον μέ τόν θάνατον καί τόν άδην καί λέγει:
«Ώ τυραννις τοΰ θανάτου· ώ τυραννΐς τής δυνάμεως έκείνης τής κατεχούσης τήν ψυχήν»· και άδη, έγινε προσευχή καί σύ έξακολουθεΐς νά κρατής άκόμη τόν νεκρόν»;
Μάλιστα, άπαντα ό άδης. «Διά τι;» έρωτα ό θείος Πατήρ. Διότι, συνεχίζει ό άδης, δέν έλαβα έντολήν νά άφήσω τόν νεκρόν! Έγώ είμαι δέσμιος έδώ. Δέσμιος, ό όποίος κατέχω τόν ύπόδικον. Έάν δέν διαταχθώ, δέν τόν άπολύω. «Αναμένω τήν φωνήν, ΐνα άπολύσω τήν ψυχήν», διά νά έλευθερώσω τήν ψυχήν.

Καί πράγματι! Μόλις άντήχησε τό δεσποτικόν πρόσταγμα «Λάζαρε, δεϋρο έξω»· Λάζαρε, έμπρός, έβγα έξω, ό νεκρός κατέλυσεν άμέσως τούς νόμους τοϋ θανάτου .
Εις τόν δεσποτικόν έκεϊνον λόγον παρατηροϋμεν καί κάτι άλλο άξιον ιδιαιτέρας προσοχής. Δέν ειπεν ό Κύριος «Λάζαρε, άνάζησον», ζήσε πάλιν, άλλα «δεϋρο έξω». Διατί; Διά νά διδάξη όσους ήσαν παρόντες, ότι αύτός ό όποίος καλεί, είναι Θεός ζώντων καί όχι νεκρών. Διά νά μαρτυρήσουν ή νεκρική στολή καί τά σάβανα ότι ό Λάζαρος πράγματι άπέθανε. Καί διά νά κηρύξουν «την δεσποτικήν αύθεντίαν» ή «άνυπέρθετος ύπακοή (ή ύπακοή πού δέν έπαιρνε καμμίαν άναβολήν), καί ό ανεμπόδιστος φόβος». Ό Κύριος άφήνει κραυγήν ισχυρόν (Ίω. ια' 43), διότι μέ τήν μεγάλην, την ίσχυράν φωνήν έπροτύπωνε τήν μέλλουσαν άνάστασιν, κατά τήν όποιαν ό άγγελος θά σαλπίση καί οί νεκροί θά άναστηθούν (Α' Κορ. ιε' 52) .
Διατί ό Κύριος έκάλεσε τόν νεκρόν μέ τό όνομά του; Διά νά μή πέση ή φωνή του «άπολελυμένη», δηλαδή άχαλίνωτος, εις τούς νεκρούς καί άναστήση όλους,όσοι ησαν εις τούς τάφους! «Λάζαρε, δεϋρο έξω», διότι έπί τού παρόντος έσένα μόνον άνακαλώ άπό τό πλήθος τών νεκρών ούτως, ώστε «διά τοϋ μέρους» νά δείξω τήν δύναμιν, πού έπιφυλάσσεται διά τά μέλλοντα. Διότι έγώ, ό όποίος άνέστησα σέ τόν ένα, ήμπορώ νά άναστήσω όλόκληρον τήν οικουμένην . «Ούκ έδιπλασίασε τόν λόγον», διά νά μή άναστηθή καί άρχίση νά τρέχη έδώ καί έκεΐ όλος ό κόσμος τών νεκρών. Μέ τόν λόγον έκεϊνον έλεγεν «ένα ζητώ νεκρόν, μή πάντες έλθητε». Δέν ήλ θεν άκόμη ή ώρα, κατά τήν όποιαν οι νεκροί θά άκούσουν τής φωνής τοϋ υιού τοϋ Θεοϋ. Πρόςτό παρόν ένας μόνον άς έλθη άπό έκεΐ, ένας μόνον άς λυθή διά τήν φιλίαν, πού έχει μέ τόν Μονογενή Υιόν τού Θεοϋ, ένα μόνον δεσμώτην χρειάζομαι τόν φίλον μου. Κανείς άς μή φέρη άντίστασιν άπό έκείνους πού είναι κάτω εις τόν άδην, κανένας άφανής θυρωρός, κανένας σκληρός δεσμοφύλακας, ούτε αύτοί πού κρατούν τά κλειδιά τοϋ άδου. «Μάθε», ώ αδη, «τούς έμοΰς πρώτον διδόναι. Καί σύ δέ, ώ αδη, σιώπα, πεφίμωσο, μηδέν ξένον παθών, Δεσπότη υπάκουων (...). 

"Ανθρωπος φυγάς γίνεται τών σών πρόθυρων. Λάζαρε, δεϋρο έξω νίκησον θάνατον» μέ τά (δικά μου προστάγματα .Ήμποροΰσεν άσφαλώς ό Κύριος, ό όποίος έλυσε τά δεσμά τοϋ θανάτου, νά λύση καί τούς νεκρικούς έπιδέσμους, μέ τούς όποίους ήταν τυλιγμένος ό Λάζαρος. 'Αφήνει όμως τό έργον τοΰτο είς τούς Ιουδαίους, ώστε νά βεβαιωθούν καί προσωπικώς διά τό θαύμα. Νά πεισθοΰν ότι ό Χριστός είναι ό έξουσιαστής τής ζωής καί τού θανάτου. Καί άκόμη διά νά βεβαίωσή τήν νίκην του κατά τού θανάτου πριν άπό τήν κοσμοϊστορικήν πάλην, τήν όποιαν έπρόκειτο νά διεξαγάγη έπάνω είς τόν Σταυρόν ."Αλλωστε καί τό Άπολυτίκιον τού άγιου καί δικαίου φίλου τού Χριστού Λαζάρου καί τής Κυριακής τών Βάίων τήν νίκην τού Κυρίου κατά τού θανάτου καί τού "Αδου έξαγγέλλει. Λέγει: Χριστέ, ό Θεός ήμών, διά νά βεβαιώσης τήν άνάστασιν όλων τών άνθρώπων πριν άκόμη άπό τό σεπτόν Πάθος σου, άνέστησες έκ τών νεκρών τόν Λάζαρον. Διά τοΰτο καί έμεΐς, κρατούντες τά σύμβολα τής νίκης, όπως τά παιδιά καί ό λαός τής Ιερουσαλήμ, τότε πού σέ ύπεδέχοντο θριαμβευτικώς είς τήν άγίαν Πάλιν μέ τά βαΐα τών φοινίκων, φωνάζομεν καί ψάλλομεν είς σέ τόν Νικητήν τού θανάτου: Σώσον ήμάς ό Θεός, πού κατοικείς είς τά ϋψιστα καί δοξάζεσαι άπό τούς άγιους άγγέλους. Εύλογημένος καί δοξασμένος άς είσαι σύ, πού έρχεσαι άπεσταλμένος άπό τόν Θεόν Πατέρα ώς άντιπρόσωπός του, διά νά μάς σώσης άπό τήν άμαρτίαν καί τόν θάνατον .





Εισαγωγή κειμένων σε  πρώτη αποκλειστική δημοσίευση  στό Ορθόδοξο Διαδίκτυο από το Βιβλίο :
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΝΙΚ.ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

Η ηλεκτρονική επεξεργασία αναρτήσων κειμένων, τίτλων  και εικόνων έγινε από τον N.B.B

Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια, αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα ,χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

©  ΠΗΔΑΛΙΟΝ  ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


http://www.alavastron.net




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |