ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 5. Μάιος Αγιολόγιον - Εορτολόγιον

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

5. Μάιος Αγιολόγιον - Εορτολόγιον



patrologia
ΜΑΙΟΣ
Ἁγιολόγιον - Μάϊος 01


     Ὁ Προφήτης Ἱερεµίας

     Ὁ Ἅγιος Βάτας ὁ Πέρσης ἱεροµάρτυρας

     Ὁ Ἅγιος Φιλόσοφος

     Ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα

     Ὁ Ἅγιος Σάββας

     Ἐγκαίνια τῆς Νέας Ἐκκλησίας

     Μνήµη Σεισµοῦ

     Ὁ Ἅγιος Ἀφρικανός Ἐπίσκοπος Λουγδούνου

     Ὁ Ἅγιος Μαῦρος ὁ ἱεροµάρτυρας καὶ «οἱ σὺν αὐτῷ»

     Ὁ Ὅσιος Μιχαὴλ ὁ Θαυµατουργὸς


     Ὁ Ἅγιος Πανάρετος (+ 1793) Ἀρχιεπίσκοπος Πάφου τῆς Κύπρου

     Ὁ Νέος Ὁσιοµάρτυς Ἀκάκιος ἀπὸ τὸ Νεοχώρι Θεσσαλονίκης

     Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ὁ Χίος

     Οἱ Ἅγιοι Εὐθύµιος ὁ Πελοποννήσιος καὶ Ἰγνάτιος ὁ νέος ὁσιοµάρτυρας

     Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος Μποραβίας (Ῥῶσος)

     Ὁ Ὅσιος Γεράσιµος Ἡγούµενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίας Τριάδος ἐν Μπολτίνκ

     Ὁ Ἅγιος Asarh (Οὐαλός)


Ὁ Προφήτης Ἱερεµίας


«Ἐπιστράφητε, υἱοὶ ἀφεστηκότες... καὶ ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν». Ἐπιστρέψτε µὲ

µετάνοια σεῖς οἱ γιοὶ τῆς ἀποστασίας, καὶ ἐγὼ θὰ θεραπεύσω τὰ συντρίµµια σας. Αὐτὰ

ἔλεγε ὁ Κύριος µε τὸ στόµα τοῦ προφήτη Ἱερεµία στὸν ἀποστατηµένο λαὸ τοῦ Ἰσραήλ.

Ὁ Ἱερεµίας ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς τέσσερις µεγάλους προφῆτες τοῦ Ἰσραὴλ καὶ

καταγόταν ἀπὸ τὴν κωµόπολη Ἀναθώθ. Ὁ πατέρας του ὀνοµαζόταν Χελκίας καὶ ἦταν

ἱερέας, ἀπὸ τὴν τάξη τῶν πρωθιερέων. Ἡ γέννηση τοῦ Ἱερεµία τοποθετεῖται στὸ 650 π.

Χ. Ἀνατράφηκε µέσα στὰ πλαίσια τῶν Μωσαϊκῶν παραδόσεων καὶ ἀπέκτησε τὸ

προφητικὸ χάρισµα ἀπὸ τὸ Θεὸ σὲ ἀρκετὰ µικρὴ ἡλικία, γύρω στὰ 25. Πολλὲς φορὲς

κινδύνευσε νὰ χάσει τὴν ζωή του, διότι µὲ τὶς προφητεῖες του ἤλεγχε τὴν ζωὴ τῶν

Ἰσραηλιτῶν. Κάποτε, µάλιστα, τοῦ ἀπαγόρευσαν νὰ µιλάει, ἀλλὰ αὐτὸς ὑπαγόρευσε

τοὺς λόγους του στὸν γραµµατέα του Βαρούχ, ποὺ τοὺς ἀνέγνωσε στὸ λαό, µὲ

ἀποτέλεσµα ὅλοι νὰ κηρύξουν νηστεία. Ὁ βασιλιάς, ὅµως, Ἰωακεὶµ δὲν ὑπάκουσε, καὶ

ἦλθε καιρὸς ποὺ σύρθηκε ἁλυσοδεµένος ἀπὸ τὸ βασιλιὰ τῶν Χαλδαίων

Ναβουχοδονόσορα. Ἐπίσης, ὁ Ἱερεµίας προφήτευσε καὶ γιὰ τὴν Νέα Διαθήκη: «Ἰδοὺ

ἡµέραι ἔρχονται, φησὶ Κύριος, καὶ διαθήσοµαι τῷ οἴκῳ Ἰσραήλ καὶ τῷ οἴκῳ Ἰούδα

διαθήκην καινήν». Νά, ἔρχονται εὐτυχισµένες µέρες, λέει ὁ Κύριος, καὶ θὰ συνάψω µὲ

τοὺς Ἰσραηλίτες καὶ τοὺς Ἰουδαίους νέα διαθήκη. Οἱ πληροφορίες γιὰ τὸ ποῦ καὶ πότε

πέθανε δὲν εἶναι σαφεῖς.


Ὁ Ἅγιος Βάτας ὁ Πέρσης ἱεροµάρτυρας



Ἀνήκει καὶ αὐτὸς στὰ ἱερὰ θύµατα, ποὺ προσφέρθηκαν ὁλοκαυτώµατα στὸ βωµὸ τῆς πίστης στὴ χώρα τῆς Περσίας, κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα µ.Χ. Στὴν ἀρχὴ ἔζησε µέσα στὸν κόσµο, ἀλλὰ µὲ τέτοιο πνευµατικὸ τρόπο, ποὺ θὰ νόµιζε κάποιος ὅτι ἦταν ἐκτὸς κόσµου. Κατόπιν ἀκολούθησε τὴν ζωὴ τῶν µοναχῶν καὶ διακρίθηκε καὶ ἐδῶ µὲ ὅλες τὶς ἀσκητικὲς ἀρετές. Ἀλλ΄ ἦλθε ὁ καιρὸς τῶν διωγµῶν, καὶ ἡ θύελλά τους ἀπὸ τὶς πόλεις ἐπεκτάθηκε στὰ µοναστήρια. Ὁ θάνατος καὶ τὸ µαχαῖρι, προχωροῦσαν καὶ στὴ Μονὴ ποὺ ἦταν ὁ Βάτας. Τότε οἱ ἄλλοι µοναχοὶ προτίµησαν νὰ ἀποµακρυνθοῦν. Ἐκεῖνος ὅµως, ἔκρινε ὅτι ὄφειλε νὰ σταθεῖ καὶ νὰ µαρτυρήσει, γιὰ νὰ ἔχουν οἱ ἄπιστοι δείγµατα τῆς χριστιανικῆς γενναιότητας καὶ αὐταπάρνησης. Ὅταν λοιπὸν οἱ ἐχθροὶ εἶδαν ὅτι

ὅλοι εἶχαν ἀναχωρήσει, ἡ ὀργὴ ὅλη καὶ ἡ µανία τους στράφηκε κατὰ τοῦ Βάτα. Ἀφοῦ τὸν κακοποίησαν ἄγρια, τὸν ἔφεραν µπροστὰ στὸν ἀδελφὸ τοῦ ἄρχοντα Βαρζαναβᾶ, Ἰασδήχ. Αὐτός, ὅταν εἶδε ὅτι δὲν µποροῦσε νὰ ἀλλαξοπιστήσει τὸν Βάτα µε ὑποσχέσεις τιµῶν καὶ ἀξιωµάτων, διέταξε τὸ θάνατό του µὲ σκληρὰ βασανιστήρια. Οἱ δήµιοι, ἀφοῦ ἐξάρθρωσαν τοὺς ὤµους του, τὸν ἔδειραν µὲ χοντρὰ ῥαβδιά, καὶ τοῦ ἔκοψαν µὲ

µαχαίρια τὶς ὠµοπλάτες, τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισαν.






Ὁ Ἅγιος Φιλόσοφος



Πατρίδα του ἦταν ἡ Ἀλεξάνδρεια, καὶ καθώς µᾶς διηγεῖται ὁ Μέγας Ἀντώνιος,

µαρτύρησε ὡς ἑξῆς: Τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα πάνω σ΄ ἕνα κρεβάτι, ποὺ βρισκόταν µέσα

σ΄ ἕνα ὡραῖο κῆπο. Κατόπιν ἔφεραν µία πόρνη, ποὺ µὲ ἐρωτικὰ λόγια καὶ ἄσεµνες

χειρονοµίες προσπαθοῦσε νὰ µιάνει τὸν Ἅγιο. Τότε ὁ Ἅγιος ἔκλεισε τὰ µάτια του γιὰ νὰ

µὴ βλέπει τὴν πόρνη καὶ ἔπειτα δάγκωσε τὴν γλῶσσα του, ὥστε τὸ αἷµα ἔτρεχε ποτάµι

ἀπὸ τὸ στόµα του. Ὅταν πλησίασε στὸ πρόσωπό του ἡ πόρνη, ὁ φιλόσοφος τὴν ἔφτυσε

στὸ πρόσωπο καὶ στὰ ῥοῦχα. Ἡ πόρνη βλέποντας ἐπάνω της τὸ αἷµα, φοβήθηκε καὶ

ἀποτραβήχτηκε ἀπὸ τὸ αἰσχρὸ ἔργο της. Ἔτσι ὁ Ἅγιος νίκησε καὶ διαφυλάχτηκε µὲ τὴν

Χάρη τοῦ Θεοῦ. Στὴ συνέχεια τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ἀπῆλθε νικηφόρα στὰ οὐράνια

σκηνώµατα.






Ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ἅγιος Σάββας



Μαρτύρησε ἀφοῦ τὸν κρέµασαν ἐπάνω σὲ µία συκιά.


Ἐγκαίνια τῆς Νέας Ἐκκλησίας



Ἐδῶ στοὺς Συναξαριστὲς βρίσκουµε τὴν ἑξῆς φράση: «Τῇ αὐτῇ ἡµέρᾳ συνεισέρχεται ὁ Πατριάρχης ἐν τῷ σπηλαίῳ, ἐκεῖθεν δὲ ἀπέρχεται µετὰ λιτῆς εἰς τὴν Νέαν Ἐκκλησίαν, ὅπου καὶ λειτουργεῖ».






Μνήµη Σεισµοῦ



Ἡ συγκεκριµένη µνήµη τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ἀναφέρεται στὸν Σιναϊτικὸ Κώδικα 1097 καὶ λέγεται ὅτι ἔγινε τὸ 1201 καὶ ἀφανίστηκαν πολλὰ κελιὰ καὶ πύργοι (βλ. Δηµητριεύσκη, Τυπικά, Β΄, σελ. 415).






Ὁ Ἅγιος Ἀφρικανός Ἐπίσκοπος Λουγδούνου






Ὁ Ἅγιος Μαῦρος ὁ ἱεροµάρτυρας καὶ «οἱ σὺν αὐτῷ»



Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα. Στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Delehaye (σελ.

647) καλεῖται ἱεροµάρτυρας καὶ στὸν Κώδικα Δ δ, II Κρυπτοφέρης (φ. 59), ὅπου καὶ ἡ

Ἀκολουθία του, ἁπλῶς µάρτυρας.






Ὁ Ὅσιος Μιχαὴλ ὁ Θαυµατουργὸς



Καὶ αὐτὸς ὁ Ὅσιος εἶναι ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα. Στὸν Ὅσιο

αὐτό, ὑπάρχει Ἀκολουθία πλήρης στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1574 φ. 153α, ποὺ ἐξυµνοῦνται

οἱ ἀσκητικές του ἀρετὲς καὶ οἱ θαυµατουργικὲς δυνάµεις ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὸν τάφο

του.






Ὁ Ἅγιος Πανάρετος (+ 1793) Ἀρχιεπίσκοπος Πάφου τῆς Κύπρου



Γεννήθηκε στὴν Κύπρο καὶ ἡ µεγάλη του ἀρετὴ τὸν ἀνέδειξε Ἀρχιεπίσκοπο Πάφου. Ἀφοῦ ἔζησε ζωὴ ἁγία καὶ πολὺ ἀσκητική, ἀπεβίωσε εἰρηνικά, ἀφοῦ εἶχε προβλέψει - θείᾳ χάριτι- τὸν θάνατό του. Λέγεται µάλιστα ὅτι, µετὰ τὸν θάνατό του ἔκανε καὶ θαύµατα.


Ὁ Νέος Ὁσιοµάρτυς Ἀκάκιος ἀπὸ τὸ Νεοχώρι Θεσσαλονίκης



Τὸ ἀρχικό του ὄνοµα ἦταν Ἀθανάσιος καὶ καταγόταν ἀπὸ τὸ Νεοχώριον τῆς Θεσσαλονίκης. Παιδὶ ἀκόµα, ἀσπάσθηκε µὲ τὴν βία τὸν Ἰσλαµισµὸ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅταν µεγάλωσε στὴν ἡλικία, ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκάρη

µοναχός µε τὸ ὄνοµα Ἀκάκιος. Ἀργότερα ἐπανῆλθε στὴν Κων/πολη, ἐπεζήτησε τὸ

µαρτύριο καὶ ἀφοῦ ποδοπάτησε τὸ τούρκικο φέσι του, µπροστὰ στὸν Ἱεροδικαστή,

ἀποκήρυξε τὸν Ἰσλαµισµό. Ὁµολογώντας τὴν Χριστιανική του πίστη, βασανίστηκε

σκληρὰ καὶ ἀποκεφαλίστηκε στὴν Κων/πολη τὴν 1η Μαΐου 1815. Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου

συνέγραψε ὁ Καισαρείας Μελέτιος. Ἀκολουθία κοινὴ µὲ τοὺς συνασκητὲς τοῦ Ἁγίου,

δηλαδὴ τὸν Εὐθύµιο ἀπὸ τὴν Δηµητσάνα καὶ τὸν Ἰγνάτιο ἀπὸ τὴν παλαιὰ Ζαγορά, ποὺ

µαρτύρησαν στὴν Κων/πολη τὸ 1814, συνέγραψε ὁ Ἰβηρίτης Ὀνούφριος, ποὺ ἐκδόθηκε

στὴν Ἀθήνα τὸ 1862. Ἡ µνήµη τῶν τριῶν αὐτῶν Νεοµαρτύρων τελεῖται στὴ Σκήτη τοῦ

Τιµίου Προδρόµου τὴν 1η Μαΐου. Ἐπιστολὴ τοῦ ὁσιοµάρτυρα αὐτοῦ, ποὺ ἀπευθύνθηκε

τρεῖς µέρες πρὸ τοῦ µαρτυρίου του στὴν Κων/πολη πρὸς κάποιον πνευµατικό του

πατέρα, ἐκτυπώθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ τὸν µοναχὸ Ἀκάκιο Προδροµίτη. Ἡ ἐπιστολὴ

αὐτὴ χρονολογεῖται 27 Ἀπριλίου 1816 καὶ ὁδηγεῖ στὸ συµπέρασµα ὅτι ὁ µάρτυρας

µαρτύρησε τὴν 1η Μαΐου 1816.






Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ὁ Χίος



Γεννήθηκε στὰ Καρδάµυλα τῆς Χίου τὸ 1750 ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ τὸ ἀρχικό του ὄνοµα ἦταν Γεώργιος. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἀφιερώθηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς του στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ διασωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀῤῥώστια τοῦ λοιµοῦ. Μπῆκε στὴ Νέα Μονὴ σὰν δόκιµος καὶ διέπρεψε στὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν εὐσέβεια, καθὼς ἐπίσης διακρίθηκε γιὰ τὴν εὐφυΐα καὶ τὴν φιλοµάθειά του. Γι΄ αὐτὸ οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς τὸν ἔστειλαν στὴ Χώρα, ὅπου µὲ τὴν χειραγωγία τοῦ τότε διδασκάλου Νεοφύτου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, τοῦ ἐξ Ἑβραίων,

µορφώθηκε καλὰ καὶ ἔπειτα ἔγινε διδάσκαλος στὴ σχολὴ αὐτή, ἐπὶ σχολαρχείας Ἀθανασίου τοῦ Πάριου. Στὴ σχολὴ δίδαξε µέχρι τὸ 1802, ὅποτε ἀνέλαβε τὴν διεύθυνση τῆς Νέας Μονῆς σὰν ἡγούµενος καὶ συνέγραψε τὴν Ἱστορία της. Ἀλλ΄ ἡ ἀκαταστασία στὴ Μονὴ καὶ οἱ ἀντιδράσεις γιὰ τὴν διακυβέρνησή της, τὸν ἀποµάκρυναν ἀπ᾿ αὐτὴ καὶ κατέφυγε στὰ Ῥέστα στὸ µονύδριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου µόναζε καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ Ἄγραφα. Κάποτε ὅµως ἀῤῥώστησε στὴ Χώρα στὸ σπίτι τῆς ἀδελφῆς του καὶ πέθανε ἀφοῦ ἔζησε Ὁσία ζωή, τὸ καλοκαῖρι τοῦ 1821.






Οἱ Ἅγιοι Εὐθύµιος ὁ Πελοποννήσιος καὶ Ἰγνάτιος ὁ νέος ὁσιοµάρτυρας



Γιὰ µὲν τὸν πρῶτο βλέπε βιογραφία του 22 Μαρτίου, γιὰ δὲ τὸν δεύτερο 8 Ὀκτωβρίου,

ὅπου καὶ οἱ κυρίως µνῆµες τῶν ἁγίων αὐτῶν.






Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος Μποραβίας (Ῥῶσος)


ὁ Θεοφόρος καὶ θαυµατουργὸς (+ 1479).






Ὁ Ὅσιος Γεράσιµος Ἡγούµενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίας Τριάδος ἐν Μπολτίνκ



Ῥῶσος (+ 13ος ἀϊ.).






Ὁ Ἅγιος Asarh (Οὐαλός)



Λεπτοµέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 02



     Ἀνακοµιδὴ Λειψάνων Ἁγίου Ἀθανασίου

     Οἱ Ἅγιοι Ἕσπερος, Ζωὴ καὶ τὰ τέκνα τους Κυριακὸς καὶ Θεόδουλος

     Ὁ Ὅσιος Ἰορδάνης ὁ Θαυµατουργὸς

     Ὁ Ὅσιος Σάββας ἐπίσκοπος Δαφνουσίας







Ἀνακοµιδὴ Λειψάνων Ἁγίου Ἀθανασίου



Ἡ γιορτὴ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου εἶναι στὶς 18 Ἰανουαρίου. Σήµερα, ὅµως, γιορτάζουµε τὴν ἀνακοµιδὴ τῶν λειψάνων αὐτοῦ τοῦ γίγαντα τῆς Ὀρθοδοξίας µας. Σύµφωνα ὅµως µὲ τὸν Κώδικα τῶν Καυσοκαλυβίων καὶ τὸ δίστιχο τοῦ Λαυριωτικοῦ Κώδικα 70, ἡ κυρίως µνήµη τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, πρέπει νὰ γιορτάζεται σήµερα, ὅπου καὶ ἱστορικὰ ἀποδεδειγµένη ἡ κοίµησή του, καὶ ὄχι ἡ ἀνακοµιδὴ τῶν λειψάνων του, γεγονὸς γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ἔχουµε τὴν παραµικρὴ ἱστορικὴ ἀναφορά. Ἀξιοσηµείωτο εἶναι ἐπίσης, ὅτι καὶ ὅλη ἡ ἀνέκδοτη ποιητικὴ ὑµνολογία κατὰ τὴν 2α Μαΐου περιστρέφεται στὴν ἐτήσια µνήµη του καὶ ὄχι στὴν ἀνακοµιδὴ τῶν λειψάνων του, γιὰ τὴν ὁποία οὔτε ἁπλὴ ἀναφορὰ γίνεται. Γιὰ ποιὸ λόγο ὅµως καθιερώθηκε ἡ κυρίως µνήµη του τὴν 18η Ἰανουαρίου, µ᾿ αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, δὲν γνωρίζουµε. Τὸ πιθανότερο ὅµως εἶναι, γιὰ τὸν λόγο ποὺ καθιερώθηκε καὶ ἡ γιορτὴ τῶν τριῶν ἱεραρχῶν. Ἡ Ἐκκλησία ἀπέδωσε πολλὲς τιµὲς στὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο, διότι ἀναδείχθηκε ὁ ἡρωϊκότερος τῶν Ἅγιων καὶ ὁ ἁγιότερος τῶν ἡρῴων. Νὰ πὼς τὸν χαιρετίζουν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ὕµνοι: «ὡς τὴν

µεγάλην τῆς Ἐκκλησίας σάλπιγγα, τῶν ἀρετῶν κανόνα, τὸν νοῦν τὸν περίβλεπτον, τῶν

Πατριαρχῶν τὴν κρηπῖδα, τὴν ὀξυτάτην γλῶσσαν, τὸν διαυγῆ ὀφθαλµόν, τὸν

λαµπτῆρα τὸν φαεινότατον, τὸν πέλεκυν τὸν κόπτοντα πᾶσα ὕλην αἱρέσεων καὶ

καταφλέγοντα τῷ πυρὶ τῷ τοῦ πνεύµατος». Καὶ ἀκόµα «ὡς τὸν ἀπερίτρεπτον στῦλον,

τὸν ἄσειστον πύργον, τὸν χρυσοῤῥόαν Νεῖλον, τῆς ἀθανασίας τὸν ἐπώνυµον, τὸν

πυρσὸν τὸν µετάρσιον, τὸν ἀκατάβλητον πύργον, τὸν ταξιάρχην θεολέκτου

παρατάξεως, τὸν θεοφόρον τῆς χάριτος ποταµόν, ἀρχιερέων τὸ κλέος, ἀριστέα τὸν

ἀήττητον, τὸν συγκόψαντα τὰς φάλαγγας τῶν αἱρέσεων τῇ δυνάµει τοῦ Πνεύµατος,

τὸν στήσαντα τῆς Ὀρθοδοξίας τὰ τρόπαια καθ᾿ ὅλην τὴν οἰκουµένην». Ἂς προσέξουµε,

λοιπόν, αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικά του Μ. Ἀθανασίου καὶ ἂς ἀγωνιστοῦµε νὰ τὸν

µιµηθοῦµε.






Οἱ Ἅγιοι Ἕσπερος, Ζωὴ καὶ τὰ τέκνα τους Κυριακὸς καὶ Θεόδουλος



ΟΙ Ἅγιοι αὐτοὶ ἔζησαν στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Ἀδριανοῦ, τὸν 2ο µ.Χ. αἰῶνα. Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Παµφυλία, καὶ ἀνῆκαν σὰν δοῦλοι στὸν Κάταλλο τὸ Ῥωµαῖο καὶ τὴν γυναῖκα του Τετραδία. Αὐτοὶ λοιπόν, δὲν ἐπέτρεπαν στὴ οἰκογένεια νὰ προσεύχεται καὶ νὰ ψάλλει. Πολλὲς φορὲς µάλιστα, τοὺς ἔδιναν διαταγὲς γιὰ ἔργα ποὺ δὲν ἐπέτρεπε ὁ Νόµος τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅταν κάποτε ἡ σύζυγος τοῦ κυρίου τους Τετραδία ἔκανε γιό, ὁ Κάταλλος θέλησε νὰ γιορτάσουν τὸ γεγονὸς ὅλοι οἱ δοῦλοι του. Διέταξε λοιπόν, σὲ


κοινὸ τραπέζι, νὰ γευθοῦν ὅλοι ἀπὸ τὰ ἄφθονα εἰδωλόθυτα καὶ τὸ κρασί. Ὁ Ἕσπερος,

µαζὶ µὲ τὴν Ζωὴ καὶ τὰ παιδιὰ τους Κυριακὸ καὶ Θεόδουλο, περιορίστηκαν σὲ

ξηροφαγία. Ὁ Κάταλλος, ποὺ πρόσεξε τὴν στάση τους, διέταξε νὰ φᾶνε διὰ τῆς βίας.

Ἀλλ᾿ ἡ ἁγία οἰκογένεια ἀρνήθηκε, καὶ δήλωσαν ὅτι λυποῦνται ποὺ αὐτὴ τὴν φορὰ δὲν

θὰ ὑπακούσουν στὸν κύριό τους. Ἐξοργισµένος τότε ὁ Κάταλλος, ἄναψε µεγάλο

κλίβανο, καὶ ἀφοῦ τὸν πύρωσε καλά, ἔριξε καὶ τοὺς τέσσερις µάρτυρες µέσα. Ὅταν

ὅµως τὸ πρωὶ ἄνοιξαν τὸν κλίβανο, ἦταν µὲν νεκροὶ καὶ οἱ τέσσερις, ἀλλὰ χωρὶς τὰ

λείψανά τους νὰ καοῦν. Ὁ θάνατος τοὺς βρῆκε, µέσα σὲ ἐγκάρδια δέηση πρὸς τὸν Θεό.






Ὁ Ὅσιος Ἰορδάνης ὁ Θαυµατουργὸς



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ὅσιος Σάββας ἐπίσκοπος Δαφνουσίας



Ἡ µνήµη τοῦ ὁσίου αὐτοῦ ἀγνοεῖται στὸ Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήµου καὶ τὰ ἔντυπα Μηναῖα. Ἀναφέρεται στὸν Συναξαριστὴ Delehaye, ἀλλὰ χωρὶς βιογραφικὸ σηµείωµα. Στὸν Λαυριωτικὸ Κώδικα ὅµως, 70 φ. 2026, βρίσκεται τὸ ἑξῆς ὑπόµνηµα:

«Οὗτος διὰ τὴν ἐνάρετον αὐτοῦ πολιτείαν, τὴν κατὰ Θεόν, ἣν ἐκ βρέφους ἐνεδείξατο ἐν πάσῃ εὐλαβείᾳ καὶ σεµνότητι καὶ φόβῳ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν προσοῦσαν αὐτῷ ἀρετὴν ἐπίσκοπος Δαφνουσίας ψήφῳ συνοδικῇ καθίσταται, καὶ τοὺς οἴακας τοῦ θρόνου ἀναλαβὼν πάντας ἐξεπαίδευσεν ἐµµένειν τῇ ἀληθινῇ καὶ εὐλαβεῖ πίστει καὶ πολλοὺς ἀπὸ τῶν εἰδωλολατρῶν ἐπέστρεψε καὶ βάπτισε. Καὶ οὕτω καλῶς καὶ θεοφιλῶς βιώσας πρὸς Κύριον ἐξεδήµησε, Ὃν ἐκ βρέφους ἐπόθησεν».


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 03



     Οἱ Ἅγιοι Τιµόθεος καὶ Μαύρα

     Οἱ Ἅγιοι Διόδωρος καὶ Ῥοδοπιανὸς ὁ Διάκονος

     Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Θαυµατουργὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ἄργους καὶ Ναυπλίου

     Οἱ Ἅγιοι εἰκοσιεπτὰ Μάρτυρες

     Ὁ Ἅγιος Ἀχµὲτ ὁ Κάλφας

     Ὁ Ἅγιος Οἰκουµένιος ὁ Θαυµατουργὸς ἐπίσκοπος Τρίκκης

     Ἀνακοµιδὴ Λειψάνων Ὁσίου Λουκᾶ

     Ἡ Ἁγία Ξενία ἡ Μεγαλοµάρτυς καὶ θαυµατουργή

     Ὁ Ἅγιος Παµβὸς «καθολικὸς Γεωργίας»

     Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Ῥῶσος

     Οἱ Ἅγιοι Ἀναστασία καὶ Χριστόδουλος Νεοµάρτυρες







Οἱ Ἅγιοι Τιµόθεος καὶ Μαύρα



Ἡ κωµόπολη Παναπέα τῆς Αἰγύπτου ἦταν ἡ γενέτειρα τῶν δυὸ συζύγων, τοῦ Τιµοθέου καὶ τῆς Μαύρας. Ὁ Τιµόθεος, µὲ τὴν συγκατάθεση τῆς Μαύρας, ἔγινε ἱερέας καὶ ἐκτελοῦσε τὴν ἱερατική του διακονία µὲ θερµότατο ζῆλο. Αὐτό, ὅµως, προξένησε

µεγάλη ἀνησυχία στοὺς εἰδωλολάτρες, καὶ τὸν κατήγγειλαν στὸν ἀδίστακτο εἰδωλολάτρη ἔπαρχο Ἀῤῥιανό. Αὐτὸς ἀπείλησε καὶ διέταξε τὸν Τιµόθεο νὰ κάψει δηµόσια τὰ ἱερά του βιβλία. Ἡ ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε ὁ Τιµόθεος ἦταν ἀπάντηση πραγµατικοῦ ἱερέα, µὲ αὐταπάρνηση. «Ἀδύνατο, εἶπε, εἶναι, ἔπαρχε, νὰ τὰ κάψω. Τὰ βιβλία αὐτὰ εἶναι γιὰ µένα τὰ ἱερὰ πνευµατικά µου ὄπλα καὶ ἐφόδια. Καὶ καθὼς ὁ στρατιώτης στὴ µάχη δὲν παραδίδει τὰ ὄπλα του στὸν ἐχθρό, διότι ἀλλιῶς θεωρεῖται νικηµένος, λιποτάκτης, ἔτσι καὶ ἐγὼ δὲν µπορῶ νὰ σοῦ τὰ παραδώσω. Δίνω τὴν ζωή

µου, ἀλλὰ τὰ ἱερά µου βιβλία δὲν τὰ παραδίδω. Κάνε ὅ,τι νοµίζεις». Ἐξαγριωµένος ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ὁ Ἀῤῥιανὸς διέταξε νὰ τὸν βασανίσουν ἀνελέητα. Πράγµατι, µὲ τροχὸ τοῦ ἔσχισαν τὶς σάρκες καὶ τοῦ ἔσπασαν τὰ κόκαλα. Ὅταν τὸ ἔµαθε αὐτὸ ἡ γυναῖκα του Μαύρα, µὲ πόνο στὴν καρδιά, ἀλλὰ καὶ εὐτυχία, τὸν συνάντησε, τοῦ ἔδωσε θάῤῥος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἴδια ὁµολόγησε τὴν πίστη της, µπροστὰ στὸν ἀδίστακτο ἔπαρχο. Ὁπότε αὐτός, µανιασµένος, διέταξε καὶ τοὺς θανάτωσαν µὲ σταυρικὸ θάνατο. Ἔτσι, τὰ στεφάνια τοῦ γάµου τους µετατράπηκαν σὲ στεφάνια αἰώνιας δόξας.






Οἱ Ἅγιοι Διόδωρος καὶ Ῥοδοπιανὸς ὁ Διάκονος



Ἔζησαν στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ (302) καὶ γιὰ τὴν πίστη τους στὸν Χριστὸ ὑπέµειναν πολλὲς βρισιὲς καὶ µαστιγώσεις ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες τῆς πόλης Ἀφροδισίας της Καρίας (χώρα τῆς Μ. Ἀσίας, ποὺ καταλάµβανε τὴν νοτιοδυτικὴ γωνία της, ἀπέναντι τοῦ χώρου µεταξὺ τῶν νησιῶν Σάµου καὶ Ῥόδου). Τελικὰ λιθοβολήθηκαν ἀπὸ τοὺς ἴδιους καὶ ἔτσι παρέδωσαν τὴν ψυχή τους στὸν στεφανοδότη Θεό.



Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Θαυµατουργός, Ἀρχιεπίσκοπος Ἄργους καὶ Ναυπλίου



Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 9ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 10ου µ.Χ. αἰῶνα. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Κων/ πολη, καὶ οἱ γονεῖς του, ἄνθρωποι εὐσεβεῖς, εἶχαν ἀσπασθεῖ τὸν µοναχικὸ βίο µαζὶ µὲ τὰ δυό τους παιδιὰ Παῦλο καὶ Διονύσιο. Ἀργότερα, τοὺς ἀκολούθησαν καὶ τὰ δυὸ

µικρότερα, Πέτρος καὶ Πλάτων. Ὁ Πατριάρχης Νικόλαος ὁ Α´, ἐκτιµῶντας τὰ σπάνια πνευµατικὰ χαρίσµατα τοῦ Πέτρου, θέλησε νὰ τὸν κάνει ἐπίσκοπο Κορίνθου. Ὁ Πέτρος ἀρνήθηκε καὶ τότε ὁ Νικόλαος πρότεινε τὸν ἀδελφὸ αὐτοῦ Παῦλο, µαζὶ µὲ τὸν ὁποῖο κατέβηκε στὴν Κόρινθο καὶ ὁ Πέτρος, ὅπου καὶ ἡσύχαζε. Ἀλλ᾿ ὅταν πέθανε ὁ ἐπίσκοπος Ἄργους, οἱ Ἀργεῖοι καὶ οἱ Ναύπλιοι, ἦλθαν σ᾿ αὐτὸν - ποὺ ἡ φήµη τῆς πνευµατικότητάς του εἶχε ἐξαπλωθεῖ σ᾿ ὅλη τὴν Πελοπόννησο - καὶ τὸν παρακάλεσαν θερµὰ ν᾿ ἀναλάβει τὴν ἐπισκοπή τους. Ὁ Πέτρος δέχτηκε µὲ πολλὴ βία. Ὅταν ὅµως ἀνέλαβε, ἔγινε ὑπόδειγµα τέλειου πνευµατικοῦ ποιµένα. Φάνηκε προστάτης τῶν ὀρφανῶν καὶ χηρῶν, ἐλεήµων, δίνοντας µὲ ἁπλοχεριὰ ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα στοὺς φτωχοὺς καὶ πεινασµένους, ἐλευθέρωνε αἰχµαλώτους καὶ ἄλλα πολλά. Ἔζησε 70 χρόνια καὶ πέθανε εἰρηνικὰ µετὰ τὸ 920. Ἀξίζει ν᾿ ἀναφέρουµε, ὅτι ὁ ἅγιος Πέτρος ἔκανε πολλὰ θαύµατα

µετὰ τὸ θάνατό του, διὰ τοῦ µύρου ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸν τάφο του.






Οἱ Ἅγιοι εἰκοσιεπτὰ Μάρτυρες



Μαρτύρησαν διὰ πυρός.






Ὁ Ἅγιος Ἀχµὲτ ὁ Κάλφας



Ἦταν µωαµεθανὸς στὸ θρήσκευµα καὶ ὑπηρετοῦσε στὴν Κωνσταντινούπολη σὰν γραφέας τοῦ «δευτεράρη», ἐπικαλούµενος Πατσουρούνης. Στὸ σπίτι του εἶχε σὰν ὑπηρέτρια κάποια χριστιανὴ Ῥωσίδα, στὴν ὁποία ἐπέτρεπε νὰ τελεῖ ἐλεύθερα τὰ θρησκευτικά της καθήκοντα στοὺς ναούς. Ὁ ἴδιος βαπτίσθηκε κρυφὰ καὶ ἔγινε χριστιανός. Σὲ κάποια ἐπίσηµη συζήτηση, ποὺ ἔγινε µὲ µορφωµένους µωαµεθανοὺς ἰσχυρίστηκε ὅτι ἡ µόνη ἀληθινὴ θρησκεία εἶναι ἡ Χριστιανικὴ καὶ ὁµολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Τότε καταγγέλθηκε στὶς τουρκικὲς ἀρχές, συνελήφθη καὶ ἀπαγχονίστηκε στὶς 3 Μαΐου 1682 στὸ Κεάτχανε Μπαξὲ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τὸ

µαρτύριό του συνέγραψε ὁ Ἰ. Καρυοφύλλης. Στὸ Μικρὸ Εὐχολόγιο, στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήµου καὶ στὸ Ἁγιολόγιο τοῦ Σ. Εὐστρατιάδη, ἡ µνήµη τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ ἀναφέρεται τὴν 24η Δεκεµβρίου.






Ὁ Ἅγιος Οἰκουµένιος ὁ Θαυµατουργός, ἐπίσκοπος Τρίκκης


Ὑπάρχει κάποια σύγχυση σχετικῶς µὲ τὰ βιογραφικά του στοιχεῖα. Τὰ σχετικῶς ἐπικρατέστερα εἶναι, ὅτι ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 10ου αἰῶνα (995 µ.Χ.). Μελέτησε ὅλους τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀναδείχτηκε ἄριστος ἑρµηνευτὴς τῶν ἁγίων Γραφῶν. Συγχρόνως συνέγραψε Ἑρµηνεῖες στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, στὶς 14 Ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου καὶ στὶς 7 Καθολικές. Ἔτσι ἀφοῦ ἐκτιµήθηκε ἀπὸ τοὺς συγχρόνους του γιὰ τὸ ἄµεµπτο ἦθος του καὶ τὴν µεγάλη ἐξωτερική του µόρφωση προκρίθηκε γιὰ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Τρίκκης (στὴ Θεσσαλία), τὸν ὁποῖο ἐκόσµησε σὰν καλὸς

Ποιµένας καὶ τοῦΑρχιποιµένα Χριστοῦ µαθητής, καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ἀνακοµιδὴ Λειψάνων Ὁσίου Λουκᾶ



Τοῦ ἐν τῷ Στειρίῳ τῆς Ἑλλάδος.






Ἡ Ἁγία Ξενία ἡ Μεγαλοµάρτυς καὶ θαυµατουργή



Γεννήθηκε στὴν Καλαµάτα τῆς Πελοποννήσου τὸ 291. Οἱ γονεῖς της ὀνοµαζόταν

Νικόλαος καὶ Δέσποινα, ἦταν εὐσεβεῖς χριστιανοὶ καὶ καταγόταν ἀπὸ τὰ ἀνατολικὰ

µέρη τῆς Ἰταλίας. Ἐξ αἰτίας ὅµως τῶν συνεχῶν καὶ σκληρῶν διωγµῶν κατὰ τῶν

Χριστιανῶν στὰ χρόνια ἐκεῖνα, κατέφυγαν στὴν Καλαµάτα καὶ ἐγκαταστάθηκαν σὲ

κάποιο ἀγρόκτηµα, ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, διότι ὁ πατέρας της ἦταν γεωργός. Ἀπὸ µικρὴ ἡ

Ξενία στόλιζε τὴν ψυχή της µὲ νηστεῖες, ἐγκράτεια, σιωπή, τακτικὴ προσευχή,

σεµνότητα ὁµιλίας, δάκρυα καὶ ἀγρυπνίες. Ἐπίσης βοηθοῦσε µὲ ὅλη της τὴν δύναµη

τοὺς φτωχούς, τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά. Ὁ ἔπαρχος τῆς Καλαµάτας Δοµετιανός, ὅταν

κάποτε τὴν συνάντησε τυχαία, θαµπώθηκε ἀπὸ τὴν ὀµορφιά της καὶ θέλησε νὰ τὴν

κάνει γυναῖκα του. Ἀλλ᾿ ἡ Ξενία ἀρνήθηκε σθεναρὰ ν᾿ ἀλλάξει τὴν πίστη της καὶ νὰ

γίνει γυναῖκα εἰδωλολάτρη ἄρχοντα. Τότε ὁ Δοµετιανὸς τὴν βασάνισε µὲ τὸν πιὸ φρικτὸ

τρόπο, καὶ ὅταν εἶδε ὅτι δὲν µποροῦσε νὰ ἀλλάξει τὸ φρόνηµά της, τελικὰ τὴν

ἀποκεφάλισε στὶς 3 Μαΐου τοῦ ἔτους 318 µ.Χ. Μετὰ τὸν θάνατό της ἡ Ἁγία - µὲ τὴν χάρη

τοῦ Θεοῦ - ἐπετέλεσε πολλὰ θαύµατα. (Ἡ Ἁγία αὐτὴ δὲν ἀναφέρεται στοὺς

Συναξαριστές).






Ὁ Ἅγιος Παµβὸς «καθολικὸς Γεωργίας»



Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται µόνο στὸ ἱεροσολυµιτικὸ Κανονάριο σελ. 88 καὶ γιορτάζεται στὴ Γεωργία τῆς Ῥωσίας τὴν 3η Μαΐου.






Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Ῥῶσος



Ἡγούµενος τῆς Μονῆς τοῦ Σπηλαίου καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ῥωσικῆς Κοινοβιακῆς ζωῆς (+


1074).






Οἱ Ἅγιοι Ἀναστασία καὶ Χριστόδουλος Νεοµάρτυρες



Οἱ ἐν Ἀχαΐᾳ (+ 1821).


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 04



     Ἡ Ἁγία Πελαγία

     Ὁ Ὅσιος Ἰλάριος ὁ Θαυµατουργὸς

     Οἱ Ἅγιοι Ἀφροδίσιος, Μίσδας (ἢ Μελής), Μακρόβιος, Οὐαλεριανός, Λεόντιος, Ἀντωνῖνος (ἢ Ἀντώνιος) καὶ τὸ ὑπόλοιπο ἅγιο πλῆθος, ποὺ µαρτύρησαν στὴ Σκυθούπολη

     Ἀνακοµιδὴ Λειψάνων τοῦ Ἁγίου καὶ Δικαίου Λαζάρου, φίλου τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς

Μυροφόρου Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς

     Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ἡγούµενος τῆς Μονῆς Μηδικίου

     Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ποὺ ἡσύχαζε στοὺς ἐρηµικότερους τόπους τοῦ Ἄθωνος

     Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ἐπίσκοπος Κορίνθου







Ἡ Ἁγία Πελαγία



Κατοικοῦσε στὴ Ῥώµη, ἀλλὰ ἡ καταγωγή της ἦταν ἀπὸ τὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας. Τότε αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Διοκλητιανός, καὶ ἡ Ῥώµη ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι ἡ ἀκρόπολη τῆς εἰδωλολατρίας. Ἀλλὰ καὶ ἡ παρουσία τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ἦταν αἰσθητή. Ἡ Πελαγία, λοιπόν, εἶδε σὲ ὅραµα ἕναν ἐπίσκοπο, ποὺ τὴν παρακαλοῦσε νὰ τὴν βαπτίσει. Ὅταν ξύπνησε, πῆρε ἄδεια ἀπὸ τὴν µητέρα της, µὲ πρόσχηµα ὅτι θὰ πάει στὴν τροφό της. Ἀλλὰ αὐτὴ πῆγε στὸν τότε ἐπίσκοπο Ῥώµης Λίνο καὶ βαπτίσθηκε χριστιανή. Ἡ χαρά της ἦταν ἀνεκλάλητη. Ἀφοῦ παρέδωσε τὴν πολυτελή της ἐνδυµασία στὸν ἐπίσκοπο γιὰ νὰ τὴν πουλήσει καὶ νὰ διαθέσει τὰ χρήµατα στοὺς φτωχούς, ντύθηκε τὴν στολὴ τοῦ ἁγίου Βαπτίσµατος καὶ ἔπειτα πῆγε στὴν τροφό της. Αὐτὴ µόλις τὴν εἶδε, ἔξεµανη καὶ τὴν ἔδιωξε. Ἡ Πελαγία ἀποφάσισε τότε νὰ πάει στὴ µητέρα της, ἐλπίζοντας στὴ µητρική της στοργή. Ὅταν, ὅµως, τὴν εἶδε ἡ µητέρα τῆς µ΄ αὐτὰ τὰ ῥοῦχα, ἀναστατώθηκε. Μὲ δάκρυα πολλὰ τὴν ἱκέτευε νὰ ἐπανέλθει στὴν ἀρχική της κατάσταση. Ἡ Πελαγία λυπήθηκε, ἀλλὰ στάθηκε ἀµετακίνητη στὸ φρόνηµά της. Αὐτὸ

µόλις τὸ ἔµαθε ὁ γιὸς τοῦ Διοκλητιανοῦ, ποὺ ἦταν ἀῤῥαβωνιαστικὸς τῆς Πελαγίας, ἀπὸ τὴν λύπη του αὐτοκτόνησε. Ὁ Διοκλητιανὸς δὲν ἄργησε νὰ ἀνακαλύψει ὅτι αἰτία τῆς αὐτοκτονίας τοῦ γιοῦ του ἦταν ἡ Πελαγία. Γι΄ αὐτὸ καὶ δὲ δίστασε νὰ τὴν θανατώσει

µέσα σ΄ ἕνα χάλκινο πυρακτωµένο βόδι. Ἔτσι, ἡ καλλιπάρθενος Πελαγία ἀξιώθηκε νὰ συναντήσει τὸ λυτρωτὴ καὶ νυµφίο της Χριστό.






Ὁ Ὅσιος Ἰλάριος ὁ Θαυµατουργὸς



Ἡ θερµότητα τῆς πίστης καὶ ἡ καθαρότητα τῆς ζωῆς του, τὸν ἀνέδειξαν πολὺ νωρὶς ἄξιο ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Θεὸς µάλιστα, τὸν ἀξίωσε καὶ νὰ θαυµατουργεῖ. Θεράπευσε παραλυτικοὺς καὶ χωλούς, ἔλυσε µὲ τὴν προσευχή του τὴν ἀνοµβρία καὶ πολλοὺς δαιµονισµένους ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν µάστιγά τους, ἐν τῷ ὀνόµατι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστηµα ἀποσύρθηκε σὲ ἐρηµικὸ τόπο, ὅπου ζοῦσε µέσα


σὲ µία καλύβη. Ἐκεῖ µελετοῦσε καὶ προσευχόταν, ἀγωνιζόµενος νὰ καταρτίσει πνευµατικότερα τὸν ἑαυτό του, µακριὰ ἀπὸ τὸ θόρυβο τοῦ κόσµου. Ἔπειτα ἐµφανίστηκε καὶ πάλι µέσα στὴν κοινωνία, ἐξακολουθῶντας τὴν διδασκαλία καὶ τὶς θεραπεῖες. Μετὰ ἀπὸ κοινὴ ἀπαίτηση, δέχτηκε νὰ χειροτονηθεῖ ἱερέας. Στὸ νέο αὐτὸ ἱερὸ ὑπούργηµα, ἐξετέλεσε εὐσυνείδητα ὅλα τὰ καθήκοντα τοῦ καλοῦ πρεσβυτέρου. Ὑπῆρξε πατέρας καὶ διδάσκαλος, φίλος της ἀλήθειας, ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, ὑπόδειγµα πνευµατικῆς γλώσσας, συναναστροφῆς, καὶ ζωῆς ἀµέµπτου. Ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ, καταγινόµενος µέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, µὲ τέτοια θεάρεστα ἔργα.






Οἱ Ἅγιοι Ἀφροδίσιος, Μίσδας (ἢ Μελής), Μακρόβιος, Οὐαλεριανός, Λεόντιος, Ἀντωνῖνος (ἢ Ἀντώνιος) καὶ τὸ ὑπόλοιπο ἅγιο πλῆθος, ποὺ µαρτύρησαν στὴ Σκυθούπολη



ΟΙ Ἅγιοι αὐτοὶ παρουσιάστηκαν αὐθόρµητα στὸν ἄρχοντα τῆς χώρας τους καὶ τοῦ ἔκαναν δριµύτατη παρατήρηση γιὰ τὶς ἀπάνθρωπες ἐνέργειές του κατὰ τῶν χριστιανῶν. Κατόπιν συνέτριψαν τοὺς βωµοὺς τῶν εἰδώλων καὶ προκάλεσαν τὸν θυµὸ τῶν εἰδωλολατρῶν, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ τοὺς ἐπιτεθοῦν µὲ πέτρες καὶ ῥόπαλα καὶ νὰ τοὺς σκοτώσουν ὅλους. Τὰ δὲ λείψανά τους, τὰ παρέλαβαν οἱ Χριστιανοί, τὰ ἔθαψαν µὲ τιµὲς καὶ ἐπάνω σ΄ αὐτὰ ἀνήγειραν ναό. Ἡ δὲ σύναξή τους τελεῖται στὸ ἀποστολεῖο τοῦ Ἰακώβου Ἄδελφοθεου, ποὺ βρίσκεται µέσα στὸν σεβάσµιο οἶκο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στοὺς Χαλκοπρατείους.






Ἀνακοµιδὴ Λειψάνων τοῦ Ἁγίου καὶ Δικαίου Λαζάρου, φίλου τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς

Μυροφόρου Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς



Ἡ ἀνακοµιδὴ αὐτὴ ἔγινε ἐπὶ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ τὸ 890. Τελεῖται δὲ αὐτῶν ἡ Σύναξις στὴ Μονὴ ποὺ ἔκτισε ὁ προαναφερόµενος βασιλιὰς καὶ εἶναι ἐπ΄ ὀνόµατι τοῦ Ἁγίου Λαζάρου. Ἐπίσης συνεορτάζονται καὶ τὰ ἐγκαίνια τῆς ἐκκλησίας µέσα στὴ Μονή (βλέπε καὶ 17 Ὀκτωβρίου).






Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ἡγούµενος τῆς Μονῆς Μηδικίου



Ἔζησε στὰ χρόνια τῶν εἰκονοµάχων, ἔγινε µοναχὸς καὶ ἀναχώρησε στὰ ὄρη (ἐπὶ Πατριάρχου Ταρασίου, 784-806), καταγινόµενος µὲ νηστεῖες καὶ προσευχὲς γιὰ τὴν εἰρήνη µέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ σ΄ ὅλη τὴν οἰκουµένη. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις ἔγινε ἡγούµενος τοῦ µοναστηρίου τοῦ Μηδικίου, ποὺ βρίσκεται στὰ Μουδανιά. Τὸ 814 ἐπὶ Λέοντος Ε΄ τοῦ Ἀρµενίου, ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι του, διότι ἦταν προσκυνητὴς τῶν ἁγίων εἰκόνων. Τελικά, µετὰ ἀπὸ πολλὲς κακουχίες καὶ ταλαιπωρίες, κλείστηκε µέσα σὲ µία σκοτεινὴ φυλακή, ὅπου καὶ ἀπεβίωσε.


Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ποὺ ἡσύχαζε στοὺς ἐρηµικότερους τόπους τοῦ Ἄθωνος



Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἔζησε κατὰ τὸν 11ο αἰῶνα µ.Χ. Διακρίθηκε µεταξὺ τῶν ἀσκητικότερων ἀνδρῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ἀσχολήθηκε µὲ πολὺ ζῆλο στὰ ζητήµατα τῆς ἄκρας ἐγρήγορσης τοῦ νοῦ, τῆς ὑπερκόσµιας ὕψωσης τῆς ψυχῆς καὶ τῆς µεταρσίου καὶ ἀπερισπάστου προσευχῆς. Τὶς κατάλληλες µεθόδους γι΄ αὐτὸ τὸ τελευταῖο, συµπεριέλαβε στὸ ἔργο του περὶ νοερᾶς προσευχῆς (Φιλοκαλία).






Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ἐπίσκοπος Κορίνθου



Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ στὶς ἡµέρες της βασιλείας Βασιλείου καὶ Κωνσταντίνου τὸ ἔτος 937.


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 05



     Ἡ Ἁγία Εἰρήνη ἡ Μεγαλοµάρτυς

     Ὁ Ἅγιος Εὐθύµιος ὁ Θαυµατουργός, ἐπίσκοπος Μαδύτου

     Οἱ Ἅγιοι Νεόφυτος, Γάϊος καὶ Γαϊανός

     Ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τοῖς Κύρου

     Ὁ Ὅσιος Ἐφραίµ ὁ Μεγαλοµάρτυρας καὶ θαυµατουργὸς

     Οἱ Ἅγιοι Εἰρηναῖος, Εἰρήνη καὶ Περεγρῖνος

     Ὁ Ὅσιος Μιχαίας







Ἡ Ἁγία Εἰρήνη ἡ Μεγαλοµάρτυς



Μεγάλο παράδειγµα πίστης στὸν Ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεὸ ἀποτελεῖ ἡ Εἰρήνη. Γεννήθηκε στὴν πόλη Μαγεδῶν τῆς Περσίας καὶ τὸ πρῶτο της ὄνοµα ἦταν Πηνελόπη. Ὁ πατέρας της ὀνοµαζόταν Λικίνιος καὶ ἦταν ἔπαρχος, ἡ δὲ µητέρα της Λικινία. Ἀπὸ ἕξι χρονῶν ἡ Πηνελόπη ἄρχισε τὴν γραµµατική της ἐκπαίδευση, σ΄ ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ σοφοὺς διδασκάλους τῆς ἐποχῆς της, τὸν Ἀπελλιανό. Τῆς ἔµαθε πολλὰ ὁ σοφὸς διδάσκαλος. Ἕνα, ὅµως, δὲν τῆς ἔµαθε. Γιὰ τὸ Χριστό. Καὶ αὐτὸ τὸ κατόρθωσε µία ἁπλὴ χριστιανὴ ὑπηρέτρια τοῦ Λικινίου, ποὺ µὲ τὴν θεία χάρη κατέκτησε τὴν καρδιὰ τῆς ἀρχοντοκόρης. Ἡ Πηνελόπη ἔνιωσε µεγάλη χαρὰ ποὺ ἔµαθε τὴν πραγµατικὴ ἀλήθεια τῆς ζωῆς καὶ ἐπεδίωξε ἀµέσως νὰ βαπτισθεῖ χριστιανή. Πῆρε τὸ ὄνοµα Εἰρήνη καὶ συγχρόνως τὸ σταυρὸ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ἡ Εἰρήνη ἄρχισε µία πνευµατικὴ πορεία, ποὺ περνᾷ διὰ µέσου πυρὸς καὶ σιδήρου. Ὁ ἴδιος ὁ πατέρας της τὴν ἔβαλε στὰ πόδια ἀγρίου ἀλόγου, νὰ τὴν σκοτώσει µὲ κλωτσιές. Ἀλλὰ τὸ ἄλογο στράφηκε ἐναντίον του καὶ σκότωσε αὐτόν. Τότε ἐπικράτησε µεγάλη σύγχυση µεταξὺ τῶν ἐκεῖ παρευρισκοµένων ἀνθρώπων. Ἀλλὰ ἡ Εἰρήνη τοὺς καθησύχασε µὲ τὰ λόγια του Χριστοῦ: «Πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Δηλαδή, ὅλα εἶναι δυνατὰ σ΄ ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει. Καὶ πράγµατι, µὲ θαυµαστὴ πίστη προσευχήθηκε, καὶ ὁ πατέρας της σηκώθηκε ζωντανός. Τότε, οἰκογενειακῶς ὅλοι βαπτίσθηκαν χριστιανοί. Τῆς Εἰρήνης οἱ δοκιµασίες καὶ τὰ µαρτύρια ἦταν πολλά. Ἀλλὰ πάντα ἔβγαινε ζωντανὴ µέσα ἀπὸ αὐτά, διότι εἶχε µεγάλη καὶ ζωντανὴ πίστη. Περιόδευσε σὲ ἀρκετοὺς τόπους καὶ δίδαξε τὸ

λόγο τοῦ Θεοῦ, ἰδιαίτερα µὲ τὸ παράδειγµα τῆς ζωῆς της.






Ὁ Ἅγιος Εὐθύµιος ὁ Θαυµατουργός, ἐπίσκοπος Μαδύτου



Ἔζησε τὸν 10ο µ.Χ. αἰῶνα καὶ καταγόταν ἀπὸ τοὺς Ἐπιβάτες τῆς Θρᾴκης. Ὁ πατέρας του ἦταν εὔπορος καὶ ὀνοµαζόταν Νικήτας. Ὁ Εὐθύµιος ἀπὸ παιδὶ ζοῦσε ζωὴ σύµφωνα

µὲ τὰ διδάγµατα τοῦ Εὐαγγελίου, προσευχόταν ἐγκάρδια καὶ ἀγαποῦσε τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς πάσχοντες. Μετὰ ἀπὸ καιρὸ ὁ Εὐθύµιος, ἀφοῦ ἀποσύρθηκε σὲ µοναστήρι, ἀφιερώθηκε στὸ µοναχικὸ βίο καὶ διέπρεψε στοὺς πνευµατικοὺς ἀγῶνες. Κατόπιν ἀποµακρύνθηκε ἀπὸ τὸ µοναστήρι του, καὶ ἀποµονώθηκε γιὰ ἀκόµα αὐστηρότερη καὶ


σκληρότερη ἀσκητικὴ ζωή. Ὅταν χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Μαδύτου, ποίµανε τὴν Ἐκκλησία µέχρι ποὺ πέθανε, σὰν ἀληθινὸς ποιµένας µὲ πολλὰ ἔργα φιλανθρωπίας. Μετὰ τὸν ὅσιο θάνατό του, δοξάστηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ κάνει θαύµατα, τὰ ὁποῖα γνωρίζουµε ἀπὸ τὸ ἐγκώµιο πρὸς αὐτὸν τοῦ Γεωργίου Κυπρίου, µετέπειτα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ ἔγραψε µὲ αἴτηση τοῦ Ἀθηνῶν Μελετίου, ποὺ προήδρευε τότε τῆς Ἐκκλησίας Μαδύτου καὶ Κοίλης.






Οἱ Ἅγιοι Νεόφυτος, Γάϊος καὶ Γαϊανός



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. Ἡ σύναξις αὐτῶν τελεῖται στὸν σεβάσµιο ναὸ τῶν Ἁγίων ἐνδόξων καὶ θαυµατουργῶν Ἀναργύρων Κοσµᾶ καὶ Δαµιανοῦ ἐν τοῖς Δαρείου.






Ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τοῖς Κύρου






Ὁ Ὅσιος Ἐφραίµ ὁ Μεγαλοµάρτυρας καὶ θαυµατουργός



Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶµ γεννήθηκε στὶς 14 Σεπτεµβρίου 1384. Ἔµεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα σὲ

µικρὴ ἡλικία µαζὶ µὲ τὰ ἄλλα ἀδέλφια του, τὴν δὲ φροντίδα τους, µετὰ τὸν Θεό,

ἀνέλαβε ἡ εὐσεβὴς µητέρα του. Σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν εἰσῆλθε στὴν ἀκµάζουσα τότε ἱερὰ

Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισµοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ ὄρους τῶν Ἀµώµων (Καθαρῶν)

τῆς Ἀττικῆς. Ὁ ἅγιος Ἐφραίµ ἀκολούθησε µὲ ἔνθεο ζῆλο τὸν Χριστό, καὶ διέπρεψε µὲ

τὴν λαµπρότητα τῆς ζωῆς του καὶ τοὺς πόνους τῆς ἀθλήσεώς του στὸ ὄρος τῶν

Ἀµώµων Ἀττικῆς (Περιοχὴ Νέας Μάκρης). Ἀξιώθηκε ἀκόµα νὰ λάβει τὸ µέγα Μυστήριο

τῆς ἱερωσύνης καὶ τὸ χάρισµα νὰ ὑπηρετεῖ τὸ ἅγιο θυσιαστήριο, σὰν ἄγγελος Θεοῦ, µὲ

φόβο Θεοῦ καὶ πολλὴ κατάνυξη. Στὶς 14 Σεπτεµβρίου, γιορτὴ τῆς ὕψωσης τοῦ Τιµίου

Σταυροῦ τοῦ 1425, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ ἕνα ἀσκητήριό του στὴ Μονή, τὴν εἶδε τελείως

κατεστραµµένη καὶ χωρὶς Πατέρες, (εἶχαν σφαγιασθεῖ ἀπὸ βαρβάρους Τούρκους),

συνελήφθη καὶ ἄρχισαν τὰ µαρτύριά του, ποὺ τελείωσαν στὶς 5 Μαΐου 1426, ἡµέρα

Τρίτη καὶ ὥρα 9.00΄ τὸ πρωί. Τὸν κρέµασαν ἀνάποδα σ΄ ἕνα δένδρο, ποὺ σῴζεται ἀκόµα,

τὸν κάρφωσαν στὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι, καὶ τέλος τὸ καταπληγωµένο καὶ µαρτυρικὸ

σῶµα του τὸ διαπέρασαν µὲ ἀναµµένο ξύλο καὶ ἔτσι παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν

στεφανοδότη Χριστό. Ἡ εὕρεση τῶν µαρτυρικῶν του λειψάνων, ἔγινε στὶς 3 Ἰανουαρίου

1950. Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶµ γιορτάζεται δυὸ φορὲς τὸ χρόνο, στὶς 3 Ἰανουαρίου ἡ εὕρεση τῶν

τιµίων λειψάνων του, καὶ στὶς 5 Μαΐου τὸ µαρτυρικό του τέλος.






Οἱ Ἅγιοι Εἰρηναῖος, Εἰρήνη καὶ Περεγρῖνος



Μαρτύρησαν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ, ἀρνούµενοι νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, διὰ πυρός στὴ

Θεσσαλονίκη.


Ὁ Ὅσιος Μιχαίας



Μαθητὴς Ἁγ. Σεργίου, Ῥῶσος (+ 1385).


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 06



     Ὁ πολύαθλος Ἰώβ

     Οἱ Ὅσιοι Μάµας, Παχώµιος καὶ Ἱλαρίων

     Ὁ Ἅγιος Δηµητρίων

     Οἱ Ἅγιοι Δάναξ, Μέσιρος καὶ Θερινός (ἢ Θηριανός)

     Ὁ Ἅγιος Δονᾶτος

     Ὁ Ἅγιος Βάρβαρος

     Ἐγκαίνια Ναοῦ Ἁγίων Κοσµᾶ καὶ Δαµιανοῦ στὴ Μονὴ τοῦ Ψαµαθία

     Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶµ ποὺ ἀσκήτευσε στὸ ὄρος Δοµποὺ Λεβαδείας

     Ὁ Ὅσιος Ἰώβ ὁ θαυµατουργός, (Ῥῶσος (+ 1651)

     Ὁ Ἅγιος Eadbert (Σκωτσέζος)







Ὁ πολύαθλος Ἰώβ



Ὁ Ἰὼβ ἀποτελεῖ πρότυπο ἠθικῆς ἀνδρείας καὶ ἀκατάβλητης ὑποµονῆς, γιὰ ὅλους τοὺς δοκιµαζόµενους µέσα στὴν «κοιλάδα τοῦ Κλαυθµῶνος», ὅπως ὀνόµασαν τὴν ἐπίγεια ζωὴ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἰὼβ ἦταν ἀπὸ τὴν Αὐσίτιδα, κοντὰ στὴ Δαµασκό. Γιὸς τοῦ Ζαρὲθ καὶ τῆς Βοσώρας καὶ προφήτης γιὰ 40 χρόνια, 1925 χρόνια π.Χ. Ὁ Θεὸς τὸν εὐλόγησε σὰν ἄνθρωπο καὶ σὰν οἰκογενειάρχη. Ἀπέκτησε µεγάλο πλοῦτο καὶ εἶχε ἑπτὰ γιοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρες. Ἐπίσης, ἐξίσου µεγάλη ἦταν καὶ ἡ ἀρετή του καὶ ὁ σεβασµός του πρὸς τὸ Θεό. Μὲ τὰ ἀγαθά του βοηθοῦσε κάθε συνάνθρωπό του ποὺ εἶχε ἀνάγκη. Ὅµως, γιὰ νὰ λάµψει περισσότερο ἡ ἀρετή του, ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νὰ δοκιµαστεῖ σκληρὰ

ὁ Ἰώβ. Σὲ µικρὸ χρονικὸ διάστηµα ἔχασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του, µαζὶ µὲ τὰ 10 παιδιά του. Τὸν ἴδιο µάλιστα, µὲ λέπρα στὸ σῶµα, τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Ἀλλὰ αὐτὸς ἔδειχνε µεγάλη ὑποµονὴ καὶ δόξαζε τὸ Θεό. Ἡ σύζυγός του, ὅµως, ἔχασε τὴν ψυχραιµία της, καὶ κάποια µέρα τοῦ λέει νὰ βλασφηµήσει τὸ Θεὸ καὶ ἂς πεθάνει. Ὁ Ἰὼβ µε πραότητα τῆς ἀπάντησε: «Ὥσπερ µία τῶν ἀφρόνων γυναικῶν ἐλάλησας. Εἰ τὰ ἀγαθὰ ἐδεξάµεθα ἐκ χειρὸς Κυρίου, τὰ κακὰ οὐχ ὑποίσοµεν;». Δηλαδή, µίλησες σὰν νὰ εἶσαι

µία ἀπερίσκεπτη καὶ ἀνόητη γυναῖκα. Ἂν τὰ ἀγαθὰ τὰ δεχθήκαµε εὐχάριστα ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Κυρίου, τὶς θλίψεις καὶ τὶς συµφορὲς δὲ θὰ τὶς ὑποµείνουµε; Ἔτσι, ἔλαµψε ἡ ἀρετὴ τοῦ Ἰώβ, καὶ ὁ Θεὸς ὄχι µόνο σταµάτησε τὶς δοκιµασίες του, ἀλλὰ τοῦ χάρισε πολὺ περισσότερα ἀγαθὰ ἀπὸ πρῶτα. Ὁ Ἰὼβ ἔζησε συνολικὰ 248 χρόνια.






Οἱ Ὅσιοι Μάµας, Παχώµιος καὶ Ἱλαρίων



Ἔζησαν ζωὴ ἀσκητικὴ καὶ µὲ ἀγαθοεργίες, καὶ ἀπεβίωσαν εἰρηνικά. Γίνεται δὲ ἡ σύναξή τους στὶς Ὄχειαις.


Ὁ Ἅγιος Δηµητρίων



Μαρτύρησε ἀφοῦ θανατώθηκε µὲ βέλη.






Οἱ Ἅγιοι Δάναξ, Μέσιρος καὶ Θερινός (ἢ Θηριανός)



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. Τελεῖται δὲ ἡ σύναξις αὐτῶν ἐν τῷ µαρτυρίῳ αὐτῶν τῷ ὄντι ἐν τῷ Δευτέρῳ.






Ὁ Ἅγιος Δονᾶτος



Μαρτύρησε ἀφοῦ θανατώθηκε µὲ βέλη.






Ὁ Ἅγιος Βάρβαρος



Μαρτύρησε διὰ ξίφους.






Ἐγκαίνια Ναοῦ Ἁγίων Κοσµᾶ καὶ Δαµιανοῦ στὴ Μονὴ τοῦ Ψαµαθία



Ἄλλες πληροφορίες σχετικῶς µὲ τὴν ἀνάµνηση αὐτῶν τῶν ἐγκαινίων δὲν βρίσκουµε.






Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶµ ποὺ ἀσκήτευσε στὸ ὄρος Δοµποὺ Λεβαδείας



Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Κατὰ τὴν Ἀκολουθία ὅµως ποὺ συνέταξε ὁ ἐπίσκοπος

Ταλαντίου Νεόφυτος Μεταξᾶς καὶ ἐκδόθηκε στὴν Αἴγινα τὸ 1828, καὶ στὴν Ἀθήνα τὸ

1855 καὶ 1885, ὁ ἀσκητὴς αὐτὸς εἶχε πατρίδα τὸ χωριὸ Ζέλι τῆς Βοιωτίας. Οἱ γονεῖς του

ἦταν εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι, ἔτσι βέβαια ἀνέθρεψαν καὶ τὸν Σεραφείµ. Ὁ Ὅσιος ἀπὸ

µικρὸς εἶχε κλίση στὰ θεῖα καὶ στὴ µοναχικὴ ζωή. Ὁπότε σὲ νεαρὴ ἡλικία, παρὰ τὴν

φυσιολογικὴ ἀντίδραση τῶν γονέων του, πῆγε στὸ Μονύδριο τοῦ Προφήτη Ἠλία, στὸ

ὄρος Κάρκαρα. Ἐκεῖ ἔκτισε ναὸ στὸ ὄνοµα τοῦ Σωτῆρος καὶ ἀσκήτευε. Ἐπειδὴ ὅµως εἶχε

συχνὲς ἐπισκέψεις ἀπὸ γονεῖς καὶ φίλους, ἐγκατέλειψε τὸ ἀγαπηµένο του σπήλαιο καὶ

πῆγε στὸ Μοναστήρι τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Ἀλλὰ ἔφυγε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, καὶ πῆγε στὸ

Μοναστήρι τῆς Μεταµόρφωσης τοῦ Σωτῆρα, ποὺ βρίσκεται στὸ Σαγµάτιο ὄρος µεταξὺ

Θηβῶν καὶ Εὐβοίας. Ἐκεῖ ἔλαµψε σὰν πνευµατικὸς ἀστέρας πρώτου µεγέθους καὶ ὁ

ἡγούµενος τὸν ἔκανε µοναχὸ µὲ τὸ ὄνοµα Σεραφείµ, καὶ ἀργότερα τὸν χειροτόνησε

Διάκονο καὶ πρεσβύτερο. Γιὰ νὰ ἀποφύγει ὅµως τὴν φήµη τῶν ἀρετῶν του, µὲ τὴν ἄδεια


τοῦ ἡγουµένου, ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ Μοναστήρι καὶ ἔφθασε δυτικὰ τοῦ Ἑλικῶνα στὴν τοποθεσία Δόµου. Ἐκεῖ ἔκτισε ναὸ στὸ ὄνοµα τοῦ Σωτῆρος, καθὼς ἐπίσης καὶ µερικὰ κελιά, µάζεψε µερικοὺς µοναχούς, µὲ τοὺς ὁποίους παρέµεινε ἐκεῖ γιὰ 10 χρόνια, κάνοντας ἔργα ἀρετῆς καὶ διδάσκοντας τοὺς µαθητές του τὰ σωτήρια διδάγµατα τῆς

µοναδικῆς τοῦ Εὐαγγελίου ζωῆς. Ἔτσι ἀσκητικὰ καὶ ὅσια ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ -ἀφοῦ προεῖδε τὸν θάνατό του- στὶς 6 Μαΐου τοῦ 1602 ἡµέρα τῆς Μεσοπεντηκοστῆς. Ἔζησε σύνολο 75 χρόνια. Λέγεται µάλιστα ὅτι ἔκανε καὶ ἀρκετὰ θαύµατα.






Ὁ Ὅσιος Ἰώβ ὁ θαυµατουργός, (Ῥῶσος (+ 1651)






Ὁ Ἅγιος Eadbert (Σκωτσέζος)



Λεπτοµέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 07



     Ἐµφάνισις τοῦ Τιµίου Σταυροῦ

     Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος

     Ὁ Ἅγιος Κοδρᾶτος καὶ οἱ µαζὶ µ᾿ αὐτὸν µαρτυρήσαντες

     Οἱ Ἅγιοι Ῥουφῖνος καὶ Σατορνῖνος

     Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ψυχαΐτης

     Ὁ Ἅγιος Μάξιµος

     Ὁ Ὅσιος Ταράσιος ὁ θαυµατουργὸς «ὁ ἐν Λυκαονίᾳ»

     Ὁ Ὅσιος Νεῖλος ὁ Νέος, ὁ Μυροβλύτης (Εὕρεση τιµίων λειψάνων του)

     Ὁ Ὅσιος Παχώµιος ὁ νέος ὁσιοµάρτυρας

     Μνήµη µεταθέσεως τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ὁσίου Εὐθυµίου τοῦ Μεγάλου

     Ὁ Ἅγιος Κύριλλος, Μάρτυρας







Ἐµφάνισις τοῦ Τιµίου Σταυροῦ



Ἡ πρώτη ἐµφάνιση τοῦ Τιµίου Σταυροῦ ἔγινε στὸ Μεγάλο Κωνσταντῖνο, µὲ τὸ θριαµβευτικὸ ἔµβληµα τῆς νίκης: «ἐν τούτῳ νίκα». Ἐδῶ ἔχουµε µία ἄλλη ἐµφάνιση, ποὺ ἔγινε στὴν Ἱερουσαλήµ, περίπου τὸ 346 µ.Χ. Τότε ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύµων ἦταν ὁ Κύριλλος καὶ βασιλιὰς ὁ Κωνσταντῖνος, γιὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ἡ ἐµφάνιση αὐτὴ ἔγινε στὶς 7 Μαΐου. Ἦταν ἡ ὥρα (βυζαντινή) τρίτη, ὅταν ξαφνικὰ στὸν οὐρανὸ φάνηκε ὁ Τίµιος καὶ Ζωοποιὸς Σταυρός, σχηµατισµένος ἀπὸ ἐκθαµβωτικὸ φῶς, πάνω ἀπὸ τὸ Γολγοθᾶ, µέχρι καὶ τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Τὸ ὑπερφυσικὸ αὐτὸ θέαµα προκάλεσε

µεγάλο θαυµασµὸ καὶ συγκίνηση σὲ ὅλους τοὺς εὑρισκοµένους στὴν Ἱερουσαλήµ. Νέοι καὶ γέροι, γυναῖκες καὶ παιδιά, ὅλοι µαζί, ἔτρεξαν στὴν ἐκκλησία καὶ µὲ πολλὴ χαρὰ

καὶ θερµὴ κατάνυξη εὐχαρίστησαν καὶ δόξασαν τὸ Θεό, τὸν Κύριό µας Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ ἁγίασε τὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ καὶ κατέστησε τὸ σηµεῖο αὐτοῦ ἰσχυρότατο ὅπλο τῶν ἀγωνιζοµένων χριστιανῶν κατὰ τοῦ διαβόλου.






Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος



Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία καὶ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 3ου µ.Χ. αἰῶνα. Ἔλαµψε καὶ αὐτὸς µεταξὺ τῶν ἀπειραρίθµων ἡρῴων τῆς χριστιανικῆς πίστεως, στὸν διωγµὸ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ Γαλερίου Μαξιµιανοῦ. Ὑπηρετοῦσε στὶς στρατιωτικὲς τάξεις, καὶ εἶχε διοικητὴ τὸν ἑκατόνταρχο Φῆρµο. Κάποια µέρα αὐτός, µὲ ἀνωτέρα διαταγή, ἀνέκρινε τοὺς στρατιῶτες του γιὰ νὰ ἐξακριβώσει, πόσοι καὶ ποιοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν χριστιανοί. Μεταξὺ αὐτῶν ποὺ ὁµολόγησαν τὸ Χριστό, ἦταν καὶ ὁ Ἀκάκιος. Ὁ Φῆρµος προσπάθησε νὰ τὸν µεταπείσει, ἀλλ᾿ ὁ Ἀκάκιος ἀπάντησε µεγαλόφωνα: «Ἐγὼ

χριστιανὸς γεννήθηκα, καὶ εἶµαι καὶ θὰ εἶµαι. Διότι ἔτσι µὲ διατάσσει καὶ ἔτσι τὸ θέλει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Καὶ καυχῶµαι µάλιστα, ποὺ κατάγοµαι ἀπὸ γενιὰ χριστιανική». Ὁ Φῆρµος τότε, τὸν ἔστειλε στὸν ἀνθύπατο Βιβιανό. Αὐτὸς προσπάθησε µὲ πολλοὺς καὶ


διαφόρους τρόπους - καλοὺς καὶ σκληρούς- νὰ ἀλλαξοπιστήσει τὸν Ἀκάκιο. Μάταια ὅµως. Τὸν ἔστειλε τότε στὴν πιὸ σκοτεινὴ φυλακὴ τοῦ Βυζαντίου, ἀφοῦ ἀνελέητα τὸν

µαστίγωσε. Ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν κατάφερε τίποτα. Κατόπιν, ἀνέλαβε τὸν Ἀκάκιο ὁ ἀνθύπατος Φλακκῖνος. Αὐτὸς στὴν ἀρχὴ τὸν φυλάκισε, ἀλλ᾿ ὅταν εἶδε τὴν ἄκαµπτη ἐµµονή του, διέταξε καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἦταν ὁ Ἀκάκιος τότε 25 χρονῶν.






Ὁ Ἅγιος Κοδρᾶτος καὶ οἱ µαζὶ µ᾿ αὐτὸν µαρτυρήσαντες



Ἔζησε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Δεκίου (249-251) καὶ Οὐαλεριανοῦ (251-259) στὴ Νικοµήδεια. Συνελήφθη σὰν Χριστιανός, ὁδηγήθηκε στὸν ἀνθύπατο Περίνιο καὶ ὅταν τὸν ἀνέκρινε, ὁ Κοδρᾶτος, ὁµολόγησε µὲ θάῤῥος ὅτι εἶναι χριστιανός. Τότε τὸν ἅπλωσαν κατὰ γῆς, τὸν µαστίγωσαν µὲ µαστίγια ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν καὶ αἱµόφυρτο τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Ἀπὸ τὴν Νικοµήδεια, µὲ προσταγὴ τοῦ ἀνθυπάτου, µεταφέρθηκε στὴ Νίκαια, ὅπου δι᾿ αὐτοῦ πολλοὶ πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ θανατώθηκαν ἄλλοι µὲ φωτιὰ καὶ ἄλλοι µὲ µαχαίρια. Ἐκεῖ ἀφοῦ τὸν κρέµασαν, ἔγδαραν τὶς σάρκες του, τὸν

µαστίγωσαν καὶ τὸν ἔστειλαν στὴν Ἀπάµεια, ὅπου καὶ ἐκεῖ ὑπέστη πολλὰ καὶ ποικίλα

µαρτύρια. Ἀπὸ ἐκεῖ ὁ ἀνθύπατος τὸν ὁδηγοῦσε δέσµιο στὴν Καισάρεια. Στὸ δρόµο,

πολλὲς φορὲς προσπάθησε νὰ πείσει τὸν Κοδρᾶτο νὰ προσφέρει θυσία στοὺς θεούς,

ἀλλὰ ὁ µάρτυρας παρέµεινε ἄκαµπτος στὴν πίστη του. Τότε κοντὰ στὴν Ἑρµούπολη,

διέταξε νὰ τὸν βάλουν ἐπάνω σὲ πυρακτωµένη σχάρα καὶ ἔπειτα τὸν ἀποκεφάλισαν.

Τελεῖται δὲ ἡ σύναξή του κοντὰ στὴν Ξηροκίρκου.






Οἱ Ἅγιοι Ῥουφῖνος καὶ Σατορνῖνος



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους στὴν Καισάρεια (τῆς Καππαδοκίας), τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ ἀνθύπατος Νικοµήδειας Περίνιος, ὁδηγοῦσε ἐκεῖ τὸν µάρτυρα Κοδράτο.






Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ψυχαΐτης



Ἔλαµψε στὰ χρόνια της σκληρῆς πάλης γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες. Ἀσκητικότατος στὴ ζωή,

εἶχε φοβερὸ ψυχικὸ σθένος καὶ µεγάλη τόλµη. Ἡ ἐµφάνισή του κλόνιζε τοὺς

ἀντιπάλους καὶ στερέωνε τοὺς φίλους καὶ ὁµόδοξους. Οἱ εἰκονοµάχοι αὐτοκράτορες τὸν

καταδίωξαν. Ἔτσι πέρασε πολλὲς περιπέτειες, τὶς ὁποῖες ὑπερνίκησε καὶ κατέβαλε.

Μετὰ ἀπὸ κάθε διωγµὸ ἐπανερχόταν ὀρµητικότερος. Ἐπίσης ἦταν προικισµένος καὶ µὲ

θαυµατουργικὴ χάρη. Ὁ θάνατος τὸν βρῆκε ὄρθιο στὸ στάδιο τῶν ἱερῶν ἀγώνων καὶ

τὸν ἔφερε στὰ ἀθάνατα σκηνώµατα τῶν δικαίων.






Ὁ Ἅγιος Μάξιµος


Ἔζησε στὰ σκληρά, ἀλλὰ ἔνδοξα χρόνια τῶν διωγµῶν ποὺ ὑπέστη ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες. Πιστὸς γνήσιος, πῆρε στοὺς ὤµους τὸν σταυρό του, κήρυττε παντοῦ τὸν Χριστὸ καὶ ἔφερε σ᾿ Αὐτὸν πολυάριθµους εἰδωλολάτρες. Γι᾿ αὐτὸ διώχτηκε καὶ ταλαιπωρήθηκε. Πέρασε δὲ τὴν ζωή του µέσα σὲ διαρκῆ κίνδυνο καὶ µάχη. Τέλος ἔπεσε, ἀφοῦ λιθοβολήθηκε ἀπὸ φανατικοὺς εἰδωλολάτρες καὶ ἔτσι φόρεσε τὸ ἀµάραντο στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.






Ὁ Ὅσιος Ταράσιος ὁ θαυµατουργὸς «ὁ ἐν Λυκαονίᾳ»



Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται στὸν Συναξαριστὴ Delehaye στὶς 8 Μαΐου καὶ ὀτον Λαυρωτικὸ Κώδικα 70 φ. 2176 στὶς 7 Μαΐου µὲ τὸ ἀκόλουθο ὑπόµνηµα: «Οὗτος ὁ ἅγιος πατὴρ ἡµῶν ἐκ βρέφους σκεῦος ἐκλογῆς καὶ ἀνάθηµα γέγονε, σκληραγωγίᾳ, νηστείᾳ, προσευχῇ, δάκρυσι, χαµευνίᾳ ἑαυτὸν ἐκδώσας καὶ πάσῃ κακουχίᾳ καὶ ταλαιπωρίᾳ καὶ διὰ τὴν ἄκραν αὐτοῦ ἀρετὴν ἠξιώθη θαυµατουργιῶν µεγίστων ἐκ Θεοῦ, δαίµονας ἀποσοβεῖν, νεκροὺς ἐγείρειν, λεπροὺς καθαίρειν, πάθη ἀνίατα θεραπεύειν καὶ ἁπλῶς πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν µαλακίαν ἴωµενος· καὶ ἐν τούτοις τοῖς ἀγαθοῖς πᾶσιν ἐπαγωνιζόµενος µετὰ

µικρὸν νοσήσας καὶ προεγνωκὼς τὴν αὐτοῦ πρὸς Θεὸν ἐκδηµίαν πρὸς Κύριον, ἀπῆλθε χαριεντιζόµενος µετὰ τῶν ἁγίων ἀγγέλων, τῶν λαβόντων αὐτοῦ τὴν τιµίαν ψυχήν».






Ὁ Ὅσιος Νεῖλος ὁ Νέος, ὁ Μυροβλύτης (Εὕρεση τιµίων λειψάνων του)



Προφητεία τοῦ Ὁσίου Νείλου τοῦ Νέου τοῦ καὶ Μυροβλήτου, τοῦ ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθωνος ἀσκήσαντος, πρὸ 600 ἐτῶν, περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ τῶν ἐν τέλει τοῦ αἰῶνος ἀνθρώπων.



«Κατὰ τὸ 1900 ἔτος βαδίζοντες πρὸς τὸν µεσασµὸν τοῦ 8ου αἰῶνος ἄρχεται ὁ κόσµος τοῦ καιροῦ ἐκείνου, νὰ γίνεται ἀγνώριστος. Ὅταν πλησιάσῃ ὁ καιρὸς τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἀντιχρίστου θὰ σκοτισθῆ ἡ διάνοια τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ πάθη τὰ τῆς σαρκὸς καὶ θὰ πληθυνθῆ σφόδρα ἡ ἀσέβεια καὶ ἡ ἀνοµία. Τότε ἔρχεται ὁ κόσµος νὰ γίνεται ἀγνώριστος, µετασχηµατίζωνται αἱ µορφαὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ δὲν θὰ γνωρίζωνται οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὰς γυναῖκας διὰ τῆς ἀναισχύντου ἐνδυµασίας καὶ τῶν τριχῶν τῆς κεφαλῆς· οἱ τότε ἄνθρωποι θὰ ἀγριέψουν καὶ θὰ γενοῦν ὡσὰν θηρία ἀπὸ τὴν πλάνην τοῦ Ἀντιχρίστου. Δὲν θὰ ὑπάρχει σεβασµὸς εἰς τοὺς γονεῖς καὶ γεροντότερους, ἡ ἀγάπη θὰ ἐκλείψη, οἱ δὲ Ποιµένες τῶν Χριστιανῶν, Ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς, θὰ εἶναι τότε ἄνδρες κενόδοξοι, παντελῶς µὴ γνωρίζοντες τὴν δεξιὰν ὁδὸν ἀπὸ τὴν ἀριστεράν, θὰ ἀλλάξουν τὰ ἤθη, αἱ παραδόσεις τῶν Χριστιανῶν καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ σωφροσύνη θὰ ἀπολεσθῆ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ θὰ βασιλεύση ἡ ἀσωτεία. Τὸ ψεῦδος καὶ ἡ φιλαργυρία θὰ φθάσουν εἰς τὸν µέγιστον βαθµόν, καὶ οὐαὶ εἰς τοὺς θησαυρίζοντας ἀργύρια. Αἱ πορνεῖαι, µοιχείαι, ἀρσενοκοιτίαι, κλοπαὶ καὶ φόνοι, θὰ πολιτεύωνται, ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ καὶ διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς µεγίστης ἁµαρτίας καὶ ἀσελγείας, οἱ ἄνθρωποι θέλουν στερηθῇ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος ὅπου ἔλαβον εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισµα ὡς καὶ

τὴν τύψιν τῆς συνειδήσεως.



Αἱ Ἐκκλησίαι δὲ τοῦ Θεοῦ θὰ στερηθοῦν εὐλαβῶν καὶ εὐσεβῶν Ποιµένων καὶ


ἀλλοίµονον τότε εἰς τοὺς ἐν τῷ κόσµῳ εὑρισκοµένους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι θὰ στερηθοῦν τελείως τὴν πίστιν, διότι θὰ ἀναχωροῦν ἀπὸ τὸν κόσµον εἰς τὰ ἱερὰ Καταφύγια διὰ νὰ εὕρουν ψυχικὴν ἀνακούφισιν τῶν θλίψεών των καὶ παντοῦ θὰ εὑρίσκουν ἐµπόδια καὶ στενοχώριας. Κὰ πάντα ταῦτα γεννήσονται διὰ τὸ ὅτι ὁ Ἀντίχριστος θέλει κυριεύσῃ τὰ πάντα, καὶ γεννήσεται ἐξουσιαστὴς πάσης τῆς Οἰκουµένης καὶ θὰ ποιῇ τέρατα καὶ σηµεῖα κατὰ φαντασίαν, θέλῃ δὲ δώσῃ πονηρᾶν σοφίαν εἰς τὸν ταλαίπωρον ἄνθρωπον, διὰ νὰ ἐφεύρῃ, νὰ ὁµιλῇ ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον, ἀπὸ τὴν µίαν ἄκραν της γῆς, ἕως τὴν ἄλλην, τότε θὰ πέτανται στὸν ἀέρα ὡς πτηνὰ καὶ διασχίζοντες τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης ὡς ἰχθύες.



Καὶ ταῦτα πάντα ποιοῦντες οἱ δυστυχεῖς ἄνθρωποι, διαβιοῦντες ἐν ἀνέσει, µὴ γνωρίζοντες οἱ ταλαίπωροι ὅτι ταῦτα ἐστὶ πλάνη τοῦ Ἀντιχρίστου. Καὶ τόσον θὰ προοδεύση τὴν ἐπιστήµην κατὰ φαντασίαν ὁ πονηρός, ὥστε ἀποπλανῆσαι τοὺς ἀνθρώπους καὶ µὴ πιστεύῃ εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ τρισυποστάτου Θεοῦ.



Τότε βλέπων ὁ Πανάγαθος Θεὸς τὴν ἀπώλειαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, θέλει κωλοβώσῃ τὰς ἡµέρας, διὰ τοὺς ὀλίγους σῳζόµενους, διότι θέλει πλανῆσαι εἰ δυνατὸν καὶ τοὺς ἐκλεκτούς. Τότε αἰφνιδίως θέλει ἔλθῃ ἡ δύστοµος ῥοµφαῖα καὶ θὰ θανατώση τὸν πλάνον καὶ τοὺς ὀπαδοὺς αὐτοῦ».



Καταγόταν - σύµφωνα µὲ τὴν Ἀκολουθία του, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1847 - ἀπὸ τὸν Ἅγιο Πέτρο τῆς Κυνουρίας. Ὅταν ὁ Νεῖλος ἦλθε σὲ κατάλληλη ἡλικία, µαζὶ µὲ τὸν θεῖο του Μακάριο (ποὺ ἦταν καὶ δάσκαλός του στὰ ἱερὰ γράµµατα), ἐντάχθηκαν στὸ Μοναστήρι τῆς Μαλεβῆς.



Ἐκεῖ ὁ Νεῖλος χειροτονήθηκε ἱεροδιάκονος καὶ στὴ συνέχεια ἱεροµόναχος. Κατόπιν πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἀσκήτευσε στὸ σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτη (στὸ Καραβοστάσι) ἐπὶ πολλὰ χρόνια καὶ εἶναι ἄγνωστο πὼς τρεφόταν ἀφοῦ τὸ

σπήλαιο εἶναι ἀπρόσιτο. Πέθανε εἰρηνικὰ στὶς 12 Νοεµβρίου 1651. Ὁ τάφος του βρέθηκε στὶς 7 Μαΐου 1845 ἀπὸ µοναχὸ ὀνόµατι Αἰχµάλωτο ποὺ τοῦ εἶχε ὑποδείξει τὸν τόπο

στὸν ὕπνο του ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος. Κατὰ τὴν ἀνεύρεση τοῦ τάφου ἔγιναν πολλὰ θαύµατα.

Ἀπὸ τὸν τάφο του ἀνάβλυζε µύρο ποὺ γιάτρευε τοὺς πιστούς.



Τὸ λείψανό του βρίσκεται στὸ µοναστήρι τῆς Λαύρας. Τιµᾶται ὡς προστάτης Κυνουρίας. Ὁ Φώτης Κόντογλου ἔχει ζωγραφίσει τὴν σεπτή του εἰκόνα στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Κάτω Πατησίων-Ἀχαρνῶν.






Ὁ Ὅσιος Παχώµιος ὁ νέος ὁσιοµάρτυρας



Βλέπε βιογραφία του 21 Μαΐου.






Μνήµη µεταθέσεως τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ὁσίου Εὐθυµίου τοῦ Μεγάλου


Σ᾿ ἄλλους Συναξαριστές, (Deleyaye σ. 406), κατὰ τὴν 19η Ἰανουαρίου, «ἐπάνοδος τοῦ λειψάνου τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡµῶν Εὐθυµίου».






Ὁ Ἅγιος Κύριλλος, Μάρτυρας.


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 08



     Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καὶ Εὐαγγελιστής

     Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ µεγάλος

     Ὁ Ὅσιος Μήλης ὁ Ὑµνῳδός

     Οἱ Ἅγιοι Στρατιῶται ὁλόκληρη σπεῖρα (τάγµα)

     Θαῦµα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στὴν πόλη Κασσιόπη

     Ἡ Ἁγία Αὐγουστίνη µάρτυς, ἡ ἐν Βυζαντίῳ

     Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος τοῦ Νόβγκοροντ (Ῥῶσος)







Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καὶ Εὐαγγελιστής



Ὁ Ἰωάννης ἦταν γιὸς τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τῆς Σαλώµης καὶ νεώτερος ἀδελφὸς τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου. Στὴν ἀρχὴ ἦταν µαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόµου καὶ κατόπιν ἔγινε µαθητὴς τοῦ Κυρίου. Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα µαθητές Του, καὶ

µάλιστα ὁ µαθητὴς «ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς», δηλαδή, τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα ὁ Κύριός µας Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ συγγραφέας τοῦ 4ου κατὰ σειρὰ Εὐαγγελίου στὴν Καινὴ Διαθήκη, καθὼς ἐπίσης τριῶν Καθολικῶν Ἐπιστολῶν καὶ τῆς Ἀποκάλυψης. Τὴ ζωή του κοντὰ στὸν Κύριο τὴν γνωρίζουµε µέσα ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁ Ἰωάννης συνεχίζει ἔντονα τὴν δράση του καὶ µετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Αὐτὸς καὶ ὁ Πέτρος εἶναι οἱ πρῶτοι ποὺ κήρυξαν, µετὰ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, σὲ ὅλο τὸ λαὸ τὸ ὄνοµα τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ παράδοση, ἐπίσης, µᾶς λέει ὅτι ὁ Ἰωάννης κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴ Μ. Ἀσία, καὶ ἰδιαίτερα στὴν Ἔφεσο. Στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Δοµετιανοῦ βασανίστηκε καὶ ἐξορίστηκε στὴν Πάτµο, ὅπου ἔγραψε καὶ τὴν Ἀποκάλυψη. Ὁ Ἰωάννης ἔζησε γύρω στὰ 100 χρόνια (πέθανε γύρω στὸ 105 µὲ 106 µ.Χ.). Ἐκεῖνο, ὅµως, ποὺ ἀξίζει νὰ ἀναφέρουµε, εἶναι ἡ φράση ποὺ συνεχῶς ἔλεγε στοὺς µαθητές του: «Τεκνία, ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», ποὺ σηµαίνει, παιδιά µου, νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Καὶ ὅταν οἱ µαθητές του ῥώτησαν

γιατὶ συνεχῶς τοὺς λέει τὴν ἴδια φράση, αὐτὸς ἀπάντησε «διότι εἶναι ἐντολὴ τοῦ Κυρίου,

καὶ ὅταν αὐτὸ µόνο γίνεται, ἀρκεῖ».






Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ µεγάλος



Ἔζησε µεταξὺ τοῦ 4ου καὶ 5ου αἰῶνα µ.Χ., στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Γρατιανοῦ (375-

383). Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ῥώµη καὶ διακρίθηκε νωρὶς ὄχι µόνο γιὰ τὴν ἀρετή του, ἀλλὰ

καὶ γιὰ τὴν µεγάλη του προκοπὴ καὶ ἐπίδοση στὴ φιλοσοφία καὶ τὴν ῥητορική.

Χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ῥώµης διάκονος, καὶ ἀποτελοῦσε καύχηµα τῶν

κληρικῶν τῆς Ῥώµης, γιὰ τὴν σοφία καὶ τὸ ἄµεµπτο ἦθος του. Ὅταν ἀργότερα ὁ

αὐτοκράτωρ τῆς Ἀνατολῆς Θεοδόσιος ὁ Α΄ ζήτησε παιδαγωγὸ τῶν παιδιῶν του, ὁ

αὐτοκράτωρ τῆς Δύσης Γρατιανός, τοῦ ἔστειλε µὲ τὶς καλύτερες συστάσεις τὸν Ἀρσένιο.

Τὸ ἕνα ὅµως ἀπὸ τὰ δυὸ βασιλοπαίδια, ὁ Ἀρκάδιος, κατοπινὸς διώκτης τοῦ ἁγίου


Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόµου, ἦταν τύπος ἀτίθασος καὶ ἀνεπίδεκτος τῆς ἀρίστης παιδαγωγίας τοῦ Ἀρσενίου. Ἐξ αἰτίας λοιπὸν τῶν προβληµάτων, ποὺ δηµιουργοῦσε ὁ Ἀρκάδιος στὸν Ἀρσένιο, αὐτὸς ἀποφάσισε νὰ παραιτηθεῖ. Ὁ Θεοδόσιος δὲν δέχτηκε τὴν παραίτησή του καὶ ὁ Ἀρσένιος ἀναγκάστηκε νὰ φύγει κρυφὰ στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἐκεῖ κατέφυγε στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Αἰγύπτου, ὅπου καὶ ἔγινε µοναχός. Μάλιστα, τόσο πολὺ εὐδοκίµησε στὴ διδασκαλία καὶ στὴ µέθοδο τῆς πνευµατικῆς οἰκοδοµῆς, ὥστε πολλοὶ ἀπὸ τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, ἐρχόταν νὰ τὸν ἀκούσουν. Πέθανε τὸ 445 µ.Χ. σὲ ἡλικία 120 ἐτῶν. Ἀπὸ αὐτά, 55 τὰ πέρασε στὴν ἔρηµο!






Ὁ Ὅσιος Μήλης ὁ Ὑµνῳδὸς



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Οἱ Ἅγιοι Στρατιῶται ὁλόκληρη σπεῖρα (τάγµα)



Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.






Θαῦµα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στὴν πόλη Κασσιόπη



Ἔγινε περίπου τὸ 1530 καὶ πρόκειται γιὰ τὴν θεραπεία τῶν µατιῶν κάποιου νεαροῦ

Στεφάνου, ποὺ εἶχε τιµωρηθεῖ ἄδικα µὲ τύφλωση.






Ἡ Ἁγία Αὐγουστίνη µάρτυς, ἡ ἐν Βυζαντίῳ






Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος τοῦ Νόβγκοροντ (Ῥῶσος)



Διὰ Χριστὸν σαλός.


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 09



     Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας

     Ὁ Ἅγιος Χριστοφόρος ὁ Μεγαλοµάρτυρας

     Οἱ Ἁγίες Καλλινίκη καὶ Ἀκυλίνα

     Ὁ Ὁσιοµάρτυς Νικόλαος ὁ ἐν Βουνένοις

     Οἱ Ἅγιοι Ἐπίµαχος καὶ Γορδιανός

     Ὁ Ἅγιος Constantin (Σκωτσέζος)







Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας



«Εὐαγγελικὸς προφήτης» ὀνοµάστηκε ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὸ βιβλίο τῶν προφητειῶν του, «κατὰ Ἡσαΐαν Εὐαγγέλιον», διότι µὲ καταπληκτικὴ ἀκρίβεια προφητεύει τὴν ἔλευση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, τὰ πάθη Του καὶ τὴν θριαµβευτικὴ αἰώνια βασιλεία Του. Εἶναι ὁ πρῶτος µεταξὺ τῶν τεσσάρων µεγάλων προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Γεννήθηκε στὴν Ἱερουσαλὴµ τὸ 774 καὶ πέθανε τὸ

690 π.Χ. Πατέρας του ἦταν ὁ Ἀµώς. Προφήτευσε ὅταν βασιλεῖς ἦταν οἱ Ὀζίας, Ἰωάθαµ,

Ἄχαζ καὶ Ἐζεκίας. Ὁ Ἡσαΐας, ἐκτὸς ἀπὸ προφητεῖες, ἀναφέρει καὶ περὶ µετανοίας:

«Ζητήσατε τὸν Κύριον καὶ ἐν τῷ εὑρίσκειν αὐτὸν ἐπικαλέσασθε ἤνικα δ΄ ἂν ἐγγίζῃ ἡµῖν,

ἀπολιπέτω ὁ ἀσεβὴς τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ καὶ ἀνὴρ ἄνοµος τὰς βουλὰς αὐτοῦ καὶ

ἐπιστραφήτω ἐπὶ Κύριον, καὶ ἐλεηθήσεται, ὅτι ἐπὶ πολὺ ἀφήσει τὰς ἁµαρτίας ὑµῶν».

Δηλαδή, ἀναζητῆστε τὸν Κύριό µε προθυµία, καὶ ὅταν τὸν βρεῖτε, ἐπικαλεσθεῖτε µὲ

πίστη τὴν βοήθειά του. Ὅταν δὲ ὁ Κύριος σᾶς πλησιάζει, ὁ ἀσεβὴς ἂς ἐγκαταλείψει τοὺς

ἁµαρτωλούς του δρόµους καὶ ὁ παράνοµος ἄνθρωπος ἂς ἐπιστρέψει µὲ µετάνοια πρὸς

τὸν Κύριο. Καὶ τότε ὁ Κύριος θὰ τὸν ἐλεήσει, διότι σὲ µεγάλη ἔκταση θὰ συγχωρήσει τὶς

ἁµαρτίες ἐκείνου καὶ ὅλων σας.






Ὁ Ἅγιος Χριστοφόρος ὁ Μεγαλοµάρτυρας



Ἔζησε στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Δεκίου. Τὸ παρουσιαστικό του, φαίνεται ὅτι ἦταν ὑπερβολικὰ ἄσχηµο, διότι ἀνῆκε σὲ φυλὴ ἀνθρωποφάγων. Συνελήφθη ὅµως αἰχµάλωτος ἀπὸ τοὺς Ῥωµαίους, καὶ ἐπειδὴ κατὰ βάθος εἶχε ἀγαθὴ προαίρεση, ὁ ἄγριος ἐκεῖνος δὲν ἄργησε νὰ ἀναδειχτεῖ ἀνθρωπινότερος ἀπὸ τοὺς πολιτισµένους, ἀλλὰ καὶ αἰµοδιψεῖς τότε κυρίους του. Ὁ Ῥέπροβος - ἔτσι ὀνοµαζόταν ὁ αἰχµάλωτος ἄγριος - δέχτηκε τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία, βαπτίστηκε καὶ µετονοµάστηκε Χριστοφόρος. Κάποια µέρα λοιπόν, εἶδε χριστιανοὺς ποὺ τοὺς κακοποιοῦσαν

εἰδωλολάτρες. Ἀγανακτισµένος, ἔκανε αὐστηρὲς παρατηρήσεις πρὸς αὐτούς. Μετὰ βίας διέφυγε τὴν σύλληψη, χάρη στὸ γιγαντιαῖο καὶ ῥωµαλέο ἀνάστηµά του, ποὺ προκάλεσε φόβο στοὺς κακοποιούς. Τότε οἱ ἄλλοι χριστιανοί, τὸν συµβούλεψαν νὰ φύγει σὲ ἀκατοίκητα µέρη, διότι ἀργότερα οἱ εἰδωλολάτρες σίγουρα θὰ τὸν συνελάµβαναν. Πράγµατι ἡ καταγγελία ἔγινε, καὶ ἕνα ἀπόσπασµα στρατιωτῶν ξεκίνησε νὰ τὸν βρεῖ


καὶ νὰ τὸν συλλάβει. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς µέρες, ἀποκαµωµένοι καὶ νηστικοὶ τὸν βρῆκαν. Ἐπειδὴ ὅµως διὰ τῆς προσευχῆς κατάφερε µὲ ἕνα ξεροκόµµατο ψωµιοῦ νὰ χορτάσει ὅλους τοὺς στρατιῶτες, κατόρθωσε καὶ τοὺς ἔκανε ὅλους χριστιανούς. Ἀργότερα ὁ Χριστοφόρος ἔπεσε στὰ χέρια τοῦ Δεκίου, ὅπου µετὰ ἀπὸ σκληρὰ βασανιστήρια τὸν ἀποκεφάλισε. Ἔτσι, ὁ ἄλλοτε ἄγριος στὴ µορφή, µὲ τὴν πίστη του στὸ Χριστό, ἀνυψώθηκε σὲ ἅγιο καὶ µεγαλοµάρτυρα.






Οἱ Ἁγίες Καλλινίκη καὶ Ἀκυλίνα



Πόρνες ποὺ ἐστάλησαν ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Δέκιο, γιὰ νὰ δελεάσουν καὶ νὰ ἑλκύσουν στὴν εἰδωλολατρία τὸν µάρτυρα Χριστόφορο. Πίστεψαν ὅµως στὸν Χριστὸ διὰ τοῦ Ἁγίου Χριστόφορου καὶ µαρτύρησαν, ἀφοῦ θανατώθηκαν µὲ σοῦβλες ποὺ διαπέρασαν ἀπὸ τὰ πόδια µέχρι τοὺς ὤµους τους.






Ὁ Ὁσιοµάρτυς Νικόλαος ὁ ἐν Βουνένοις



Ἡ ζωή του ὁσιοµάρτυρα αὐτοῦ, ποὺ ἄθλησε στὴ Θεσσαλία, εἶναι πολὺ συγκεχυµένη, γενικὴ καὶ χωρὶς τεκµηριωµένα ἱστορικὰ στοιχεῖα, ὅπως τουλάχιστον φαίνεται ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία του (ἔκδοση 1930 ἀπὸ τὸν Θεσσαλιώτιδος Ἰεζεκιὴλ σ. 37). Σύµφωνα µὲ τὸν ἀνώνυµο βιογράφο του, καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ ἦταν στρατιωτικός. Προβιβάστηκε σὲ Δούκα ἀπὸ τὸν βασιλιά, ἐστάλη στὴ Θεσσαλία καὶ ἀπέτυχε. Ἔγινε

µοναχὸς στὸ ὄρος τῆς Βουνένης (ἀρχαία πόλη τῆς Θεσσαλίας), ἀλλὰ σὲ µία ἀπὸ τὶς ἐπιδροµὲς τῶν Ἀβάρων (πότε;) αἰχµαλωτίσθηκε καὶ ἀποκεφαλίστηκε, ἐπειδὴ δὲν θέλησε νὰ ἐξωµόσει. Πότε ἔγιναν αὐτά, ἄγνωστο. Ὁ ἐκδότης τῆς Ἀκολουθίας του, Θεσσαλιώτιδος Ἰεζεκιήλ, στὸν πρόλογό του προσπαθεῖ νὰ βρεῖ τὰ ἴχνη τῆς ἐποχῆς τῆς ἀθλήσεώς του, ἀλλὰ λόγω πολλῶν δυσκολιῶν τὸ ζήτηµα µένει ἄλυτο.






Οἱ Ἅγιοι Ἐπίµαχος καὶ Γορδιανός



ΟΙ Ἅγιοι αὐτοὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ῥώµη καὶ µὲ θάῤῥος ὁµολογοῦσαν τὸν Χριστό. Συνελήφθησαν καὶ ὁ ἄρχοντας τοὺς πίεζε ν΄ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Ἐπειδὴ ὅµως ἔµειναν ἀκλόνητοι στὴν πίστη τους, βασανίστηκαν σκληρὰ καὶ κατόπιν ἀποκεφαλίστηκαν, παίρνοντας ἔτσι τὰ στεφάνια τῆς ἀθλήσεως. Ἡ Σύναξή τους γίνεται στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα Στρατονίκου.






Ὁ Ἅγιος Constantin (Σκωτσέζος)



Λεπτοµέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων.


Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 10



     Ὁ Ἅγιος Σίµων ὁ Ἀπόστολος, ὁ Ζηλωτής

     Οἱ Ἅγιοι Ἀλφειός, Φιλάδελφος, Κυπρῖνος (ἢ κατ᾿ ἄλλους Κυρῖνος ἢ Κυπριανὸς),

Ὀνήσιµος, Ἔρασµος καὶ ἄλλοι 14 Μάρτυρες

     Ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος ὁ Ὁµολογητής

     Οἱ Ὅσιοι Πασσαρίων ὁ πρεσβύτερος, Φιλήµων καὶ Ἀγάπιος

     Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος

     Ὁ Ὅσιος Συµεὼν (Ῥῶσος) ἐπίσκοπος Σουζδαλίας

     Ὁ Ἅγιος Comgall (Ἰρλανδός)






Ὁ Ἅγιος Σίµων ὁ Ἀπόστολος, ὁ Ζηλωτής



Ζῆλο πολὺ καὶ ἀγάπη θερµὴ ἔτρεφε πρὸς τὸν Κύριό του καὶ διδάσκαλό του ὁ Ἀπόστολος Σίµων ὁ Κανανίτης. Ἦταν ἀπὸ τὴν Κανὰ τῆς Γαλιλαῖας καὶ συµπλήρωσε τὴν δωδεκάδα τῶν µαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, ὁ Σίµων ἐπιδόθηκε σὲ ἕνα εὐρὺ πεδίο ἱεραποστολικῆς δράσης. Δίδαξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Περσία καί, ἀφοῦ γκρέµισε τὸ µῦθο τῆς πολυθεΐας, φανέρωσε σὲ πολὺ λαὸ τὸ φῶς τῆς εὐαγγελικῆς ἀλήθειας. Κατόπιν, κάτω ἀπὸ τὸν καυτὸ ἥλιο τῆς Ἀφρικῆς, κήρυξε τὸ λόγο τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο ὡς τὴν Μαυριτανία. Στοὺς τόπους αὐτούς,

µάλιστα, ὑπέστη καὶ σταυρικὸ θάνατο. Ὁ ζῆλος αὐτὸς τοῦ Ἀποστόλου Σίµωνα ἔρχεται νὰ µᾶς ὑπενθυµίσει τὸ θεόπνευστο λόγο τοῦ Ἀπ. Παύλου, ποὺ λέει: «Οὕτω καὶ ὑµεῖς ἐπεὶ ζηλωταί ἐστε πνευµάτων, πρὸς τὴν οἰκοδοµὴν τῆς ἐκκλησίας ζητεῖτε ἵνα περισσεύητε». Ἔτσι, δηλαδὴ καὶ σεῖς, ἀφοῦ µὲ πολὺ ζῆλο ἐπιδιώκετε τὰ πνευµατικὰ χαρίσµατα, ζητᾶτε νὰ σᾶς δώσει ὁ Θεὸς περίσσια ἐκεῖνα τὰ χαρίσµατα ποὺ συντελοῦν στὸ νὰ οἰκοδοµεῖται ἡ Ἐκκλησία.






Οἱ Ἅγιοι Ἀλφειός, Φιλάδελφος. Κυπρῖνος (ἢ κατ᾿ ἄλλους Κυρῖνος ἡ Κυπριανὸς),

Ὀνήσιµος, Ἔρασµος καὶ ἄλλοι 14 Μάρτυρες



Οἱ τρεῖς πρῶτοι ἦταν ἀδέλφια µεταξύ τους καὶ ἦταν γιοὶ κάποιου ἄρχοντα Βιταλίου, ἀπὸ τὴν χώρα τῶν Βασκάνων καὶ ἐκ πόλεως Πρεφεκτῶν. Ἔζησαν στὰ τέλη τοῦ τρίτου αἰῶνα µετὰ Χριστόν, καὶ ἦταν ὄχι µόνο µεταξύ τους ἀδέλφια κατὰ σάρκα, ἀλλὰ καὶ στὸ πνεῦµα. Διδάχτηκαν τὴν χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ ἕναν ἅγιο ἄνδρα, τὸν Ὀνήσιµο, καὶ ἀφοῦ βαπτίστηκαν ἀπ᾿ αὐτόν, κήρυτταν τὸν Χριστό. Καταγγέλθηκαν σὰν χριστιανοί, βασανίστηκαν ποικιλοτρόπως, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἀποσπαστοῦν ἀπὸ τὴν ἱερὴ ὁµολογία τους. Ὅταν ἐστάλη µὲ βασιλικὰ γράµµατα ἀπὸ τὴν Ῥώµη ὁ Ἀνηγγελίων γιὰ νὰ καταδιώξει τοὺς χριστιανούς, ἐξετασθέντες οἱ µάρτυρες αὐτοί, ἀπεστάλησαν στὴ Ῥώµη πρὸς τὸν Λικίνιο. Αὐτὸς τοὺς παρέπεµψε νὰ τοὺς ἐξετάσει ὁ Βαλλεριανὸς καὶ αὐτὸς πάλι τοὺς ἔστειλε στοὺς Ποτιόλους στὸν ἡγεµόνα Διοµήδη. Ὁ δὲ Διοµήδης στὸν

ἄρχοντα τῆς Σικελίας Τέρτυλο, ὁ ὁποῖος καὶ τοὺς καταδίκασε σὲ θανατικὴ ποινή. Καὶ ὁ


µὲν Ἀλφειὸς ἀποκεφαλίστηκε, ὁ δὲ Φιλάδελφος κάηκε, ἀφοῦ τὸν ἅπλωσαν πάνω σὲ πυρακτωµένη σχάρα· µὲ παρόµοιο τρόπο κέρδισε τὸ µαρτυρικὸ στεφάνι καὶ ὁ τρίτος ἀδελφὸς Κυπρῖνος. Τὸν Ὀνήσιµο θανάτωσαν µὲ λιθοβολισµὸ καὶ τὸν Ἔρασµο, µαζὶ µὲ ἄλλους 14, ἀποκεφάλισαν.






Ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος ὁ Ὁµολογητής



Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Ἄνδραπα τῆς Γαλατίας καὶ ἦταν ἄνθρωπος ἀγαθὸς καὶ πρᾶος. Καθὼς τὸ ὄνοµά του ἦταν Ἡσύχιος, ἔτσι ὅµοια, εἶχε ἥσυχη καὶ τὴν ζωή του. Διὰ θεϊκῆς ἀποκαλύψεως, προστάχθηκε νὰ κατεβεῖ στὰ µέρη τῆς θάλασσας καὶ νὰ κατοικήσει σὲ κάποιο ὄρος, ποὺ ὀνοµαζόταν Μαΐωνος. Ἐκεῖ ἀσκήτευσε γιὰ πολλὰ χρόνια. Ἔπειτα, ἀναχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πῆγε κοντὰ σὲ µία πηγή, ὅπου ἔκτισε µικρὴ ἐκκλησία στὸ ὄνοµα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, καὶ ἀφοῦ ἔζησε τὴν ὑπόλοιπη ζωή του µὲ ὑποµονὴ καὶ ἄσκηση, ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ἔκανε µάλιστα καὶ πολλὰ θαύµατα.






Οἱ Ὅσιοι Πασσαρίων ὁ πρεσβύτερος, Φιλήµων καὶ Ἀγάπιος



Ὁ Πασσαρίων ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς διασηµότερους ἀσκητὲς τῆς Παλαιστίνης καὶ ἔκανε δάσκαλος τοῦ Μεγάλου Εὐθυµίου καὶ ἦταν σύγχρονος τοῦ Πατριάρχη Ἱεροσολύµων Ἰουβεναλίου (420-458). Ἔγινε ἱδρυτὴς γηροκοµείου στὴν Ἱερουσαλήµ, ὅπου ὑπῆρχε καὶ ναὸς στὸ ὄνοµά του, καὶ κάθε 21η Νοεµβρίου γιορταζόταν ἡ µνήµη του. Οἱ δὲ ἄλλοι δυό, Φιλήµων καὶ Ἀγάπιος, µᾶλλον ἦταν µαθητὲς καὶ συνασκητὲς τοῦ Πασσαρίωνα. Ἡ

µνήµη καὶ τῶν τριῶν ἀναφέρεται στὸ Ἱεροσολυµιτικὸ Κανονάριο (σελ. 90, ἔκδ.

Ἀρχιµανδρίτη Κάλλιστου).






Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος



Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος ἔγινε µοναχὸς στὴ Μεγίστη Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἐπικράτησε τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ κυρίως στὴ Λαύρα, ἡ αἵρεση τοῦ Βαρλαὰµ καὶ Ἀκινδύνου, ἀναχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πῆγε στὴν περιοχὴ τοῦ Βόλου, στὸ χωριὸ Ἅγιος Λαυρέντιος, ὅπου ἄρχισε νὰ κτίζει Μοναστήρι. Τότε βασίλευε ὁ εὐσεβὴς βασιλιὰς Ἀλέξιος ὁ Κοµνηνός, ποὺ ἔστειλε στὸν Ὅσιο χρυσόβουλο (σῴζεται στὴ Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ στὴ Ῥώµη), καθὼς καὶ τὸν ἀπαιτούµενο χρυσὸ καὶ ἱερὰ σκεύη, γιὰ τὴν οἰκοδοµὴ τοῦ Ναοῦ, ποὺ ἀποπερατώθηκε τὸ 1378. Ὁ ἴδιος Ὅσιος Λαυρέντιος, ἵδρυσε καὶ Σκήτη στὸ ὄνοµα τῆς Μεταµόρφωσης τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Προφήτη Ἠλία. Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ὅσιος Συµεὼν (Ῥῶσος) ἐπίσκοπος Σουζδαλίας


Ἐν τῷ Σπηλαίῳ ἡ Σπηλαιώτου.






Ὁ Ἅγιος Comgall (Ἰρλανδός)



Λεπτοµέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 11



    Ὁ Ἅγιος Μώκιος ἱεροµάρτυρας

     Οἱ Ἅγιοι Κύριλλος καὶ Μεθόδιος Φωτισταὶ τῶν Σλάβων

     Ἐγκαίνια τῆς Κωνσταντινουπόλεως

     Ὁ Ἅγιος Διόσκορος ἢ Διοσκορίδης, ὁ Νέος

     Ὁ Ἅγιος Ἀργυρὴς ἢ Ἀργυρός

     Ὁ Ἅγιος Ἀρµόδιος

     Ἡ Ὁσία Ὀλυµπία καὶ ἡ Ὁσία Εὐφροσύνη

     Ὁ Ὅσιος Ἀγγελάριος Ἀρχιεπίσκοπος καὶ φωτιστὴς Βοηµίας

     Ὁ Ἅγιος Βάσσος, ὁ ἐν Ἡράκλειᾳ Θρᾴκης, Μάρτυρας

     Οἱ Ἅγιοι Βάσσος, Μάξιµος καὶ Φάβιος, Μάρτυρες

     Ὁ Ὅσιος Νικόδηµος Ἀρχιεπίσκοπος Σέρβων (+ 1325)

     Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος ὁ Ἔγκλειστος, Ῥῶσος







Ὁ Ἅγιος Μώκιος ἱεροµάρτυρας



Φῶς, µέσα στὸ εἰδωλολατρικὸ σκοτάδι τῆς Ῥώµης, ἦταν ὁ Εὐφράτιος καὶ ἡ Εὐσταθία (ἐπὶ Διοκλητιανοῦ 284-304). Οἱ εὐσεβεῖς αὐτοὶ γονεῖς µεταλαµπάδευσαν τὸ φῶς αὐτὸ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ στὸ γιό τους Μώκιο. Γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ µικρὴ ἀκόµα ἡλικία, ὁ Μώκιος εἶχε µεγάλο πόθο νὰ ὑπηρετήσει τὴν Ἐκκλησία. Καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ ἐκπληρώσει τὸν ἱερὸ αὐτὸ πόθο του. Ἀφοῦ σπούδασε µὲ ἰδιαίτερη ἐπιµέλεια τὰ ἱερὰ γράµµατα καὶ καταρτίσθηκε ὅπως ἔπρεπε στὴ γνώση καὶ µετάδοση τῶν θρησκευτικῶν ἀληθειῶν, σὲ κατάλληλη ἡλικία ἔγινε κληρικός. Ἀργότερα, οἱ ἄριστες ὑπηρεσίες του στὴν Ἐκκλησία τὸν ἀνέβασαν στὸ ἀξίωµα τοῦ ἐπισκόπου Ἀµφιπόλεως (Θρᾴκης). Ἀπὸ τὴν θέση αὐτή, ὁ

Μώκιος ἐξαπέλυσε καυστικοὺς ἐλέγχους ἐνάντια στὸ ψέµα τῆς εἰδωλολατρίας. Ἐπίσης, ἀγωνίστηκε πυρετωδῶς νὰ ἐνισχύσει τὴν πίστη καὶ τὴν ὑποµονὴ τῶν πιστῶν τῆς ἐπισκοπῆς του. Πάντα, βέβαια, µὲ σκοπὸ «τὸν καταρτισµὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδοµὴν τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ». Δηλαδή, µὲ σκοπὸ νὰ καταρτίζονται οἱ χριστιανοὶ καὶ νὰ ἐπιτελεῖται τὸ ἔργο τῆς διακονίας, µὲ τὸ ὁποῖο οἰκοδοµεῖται τὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἔντονη, ὅµως, διακονικὴ δράση τοῦ Μωκίου, προκάλεσε τὴν ὀργὴ τοῦ εἰδωλολάτρη ἐπάρχου Λαοδικίου, ποὺ τὸν βασάνισε µὲ ποικίλους τρόπους. Ἀργότερα, ἄλλος ἔπαρχος, ὁ Μάξιµος, τοῦ ἔσχισε τὶς σάρκες καὶ τὸν ἔριξε τροφὴ στὰ θηρία. Ἔβλεπε, ὅµως, ὅτι πάντα ὁ Μώκιος ἔβγαινε ζωντανός. Τότε τὸν ἔστειλε δέσµιο στὸ Βυζάντιο, ὅπου τὸν ἀποκεφάλισαν, καὶ ἔτσι πῆρε τὸ στεφάνι τοῦ

µαρτυρίου.






Οἱ Ἅγιοι Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, Φωτισταὶ τῶν Σλάβων



Δυὸ ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες προσωπικότητες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Βυζαντινῆς

Αὐτοκρατορίας γενικότερα κατὰ τὸν 9ο αἰῶνα. Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη καὶ


ἀπὸ εὐγενικὴ οἰκογένεια. Ὁ πατέρας τους ἦταν ἀξιωµατοῦχος τοῦ Βυζαντίου στὴ

Θεσσαλονίκη. Ὁ µικρότερος Κωνσταντῖνος (Κύριλλος) γεννήθηκε περὶ τὸ 827, ἐνῷ ὁ

µεγαλύτερος ἀδελφός του Μεθόδιος τὸ 815. Ἔχασαν τὸν πατέρα τους σὲ µικρὴ ἡλικία,

ἀλλὰ ὁ λογοθέτης Θεόκτιστος ἀνέλαβε ὑπὸ τὴν κηδεµονία του τὸν Κωνσταντῖνο καὶ

φρόντισε νὰ σπουδάσει στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀντίθετα ὁ Μεθόδιος προτίµησε τὸν

διοικητικὸ κλάδο καὶ διορίστηκε «διοικητὴς σλαβικῆς τινὸς ἡγεµονίας». Στὴν

Κωνσταντινούπολη ὁ Κωνσταντῖνος προφανῶς µαθήτευσε κοντὰ στὸν Φώτιο καὶ

πιθανότατα τὸν διαδέχτηκε ὅταν ὁ Φώτιος διορίστηκε πρωτοσπαθάριος. Ὁρισµένες

ὅµως δυσάρεστες καταστάσεις ἀνάγκασαν τὸν Κωνσταντῖνο νὰ καταφύγει στὴ Μονὴ

τοῦ Ὀλύµπου Βιθυνίας, ὅπου προηγουµένως, οἰκειοθελῶς εἶχε καταφύγει καὶ ὁ

ἀδελφός του Μεθόδιος. Ὁ Φώτιος, ὅταν ἔγινε Πατριάρχης, ἀνέθεσε στοὺς δυὸ ἀδελφοὺς

ἀποστολὴ στοὺς Χαζάρους πρὸς ὑποστήριξιν τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἐνάντια στὸν

Ἰουδαϊσµὸ καὶ Μωαµεθανισµό. Ἡ ἀποστολὴ αὐτὴ εἶχε µέτρια ἐπιτυχία ἀλλὰ εὐρύτερες

καὶ ἀξιόλογες συνέπειες ὡς πρὸς τὴν γνώση τῆς πραγµατικῆς κατάστασης τῶν

χριστιανῶν τῆς Κριµαίας. Ὅταν ἐπέστρεψαν ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ἀποστολή τους ὁ µὲν

Μεθόδιος ἔγινε ἡγούµενος τῆς Μονῆς Πολυχρονίου, ὁ δὲ Κωνσταντῖνος διορίστηκε

καθηγητὴς τῆς φιλοσοφίας στὴν πατριαρχικὴ σχολὴ τῶν Ἅγιων Ἀποστόλων. Περὶ τὸ

862 κατέφθασε στὴν Κωνσταντινούπολη πρεσβεία ἀπὸ τὸ κράτος τῆς Μοραβίας,

σταλµένη ἀπὸ τὸν ἡγεµόνα Ῥαστισλάβο, ποὺ ζητοῦσε ἱεραποστόλους, γνῶστες τῆς

σλαβικῆς, ποὺ θὰ κήρυτταν τὸν χριστιανισµὸ στοὺς Μοραβοὺς (οἱ λόγοι ὅµως ἦταν

περισσότερο πολιτικοὶ παρὰ θρησκευτικοί). Τὸ ἱεραποστολικὸ αὐτὸ ἔργο ἀνατέθηκε

στοὺς δυὸ ἀδελφούς, ποὺ ἦταν καὶ καλοὶ γνῶστες τῆς σλαβικῆς γλώσσας. Ὁ

Κωνσταντῖνος ἐµπνεύστηκε ἀλφάβητο γνωστὸ ὡς γλαγολιτική, στὴν ὁποία µὲ τὴν

βοήθεια τοῦ ἀδελφοῦ του Μεθοδίου καὶ τῶν µαθητῶν του µετέφρασε τὶς Ἅγιες Γραφὲς

καὶ τὰ λειτουργικὰ βιβλία. Οἱ Βυζαντινοὶ ἱεραπόστολοι ἔγιναν δεκτοὶ µὲ ἐνθουσιασµὸ

στὴ Μοραβία. Μάλιστα λίγο πιὸ πέρα, ἀναγκάστηκε νὰ βαπτιστεῖ χριστιανὸς καὶ ὁ

Βόρις τῶν Βουλγάρων. Παρὰ τὶς δυσχέρειες ποὺ παρενέβαλλαν οἱ Φράγκοι ἐπίσκοποι

REGENSBURG καὶ PASSAU, τὸ ἔργο τῶν Βυζαντινῶν ἱεραποστόλων εὐωδοῦτο.

Δυστυχῶς ὅµως, ὁ Κωνσταντῖνος πέθανε τὴν 14η Φεβρουαρίου 869 στὴ Ῥώµη, ὅπου

εἶχαν πάει µετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ Πάπα Νικολάου Α´, ἀφοῦ προηγουµένως εἶχε γίνει

µοναχὸς µὲ τὸ ὄνοµα Κύριλλος. Τάφηκε στὴ Βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Κλήµεντος. Ὅλο τὸ

ἔργο τότε ἔπεσε στὶς πλάτες τοῦ Μεθοδίου. Δυστυχῶς ὅµως γιὰ τὸν Μεθόδιο ἡ πολιτικὴ

κατάσταση εἶχε ἀλλάξει ῥιζικὰ στὴ Μοραβία καὶ εἰς βάρος τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔργου.

Αὐτὸ εἶχε σὰν ἀποτέλεσµα νὰ συλληφθεῖ ὁ Μεθόδιος καὶ νὰ φυλακιστεῖ σ᾿ ἕνα

µοναστήρι τῆς Βαυαρίας στὸν Μέλανα Δρυµὸ γιὰ τρία χρόνια. Ἀπελευθερώθηκε χάρη

στὴν ἐπέµβαση τοῦ Πάπα Ἰωάννη Η´. Κατόπιν πάλι συνάντησε δυσκολίες ἀπὸ τὸν

φράγκικο κλῆρο καὶ ἰδίως στὴ χρήση τῆς σλαβικῆς γλώσσας στὴ Θεία Λειτουργία, γιὰ

τὴν ὁποία τελικὰ ἔλαβε τὴν ἐπικύρωση τοῦ πάπα. Μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ

αὐτοκράτορα Βασιλείου Α´, ὁ Μεθόδιος πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη (882), ὅπου ἔγινε

δεκτός µε ἐγκαρδιότητα. Ἔπειτα ἀπὸ δυὸ χρόνια, στὶς 6 Ἀπριλίου 884, ὁ Μεθόδιος

πέθανε, ἀφήνοντας διάδοχό του τὸν Μοραβὸ µαθητή του Γοράζδο. Παρ᾿ ὅλο ποὺ ὁ

φράγκικος κλῆρος ὑπονόµευσε σὲ µεγάλο βαθµὸ τὸ ἔργο τῶν δυὸ ἀδελφῶν, ἡ χρυσὴ

ἐποχὴ τῆς Βυζαντινῆς ἱεραποστολῆς (9ος καὶ 10ος αἰών) δηµιουργήθηκε χάρη στὴ

γονιµοποιὸ αὐτὴ ἀναγέννηση, ποὺ ἀποδίδεται στὶς τρεῖς λαµπρὲς προσωπικότητες τῆς

Βυζαντινῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τὸν πατριάρχη Φώτιο καὶ τοὺς δυὸ ἀποστόλους τῶν

Σλάβων Κύριλλο καὶ Μεθόδιο.






Ἐγκαίνια τῆς Κωνσταντινουπόλεως


Ὅταν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος κατέλαβε τὴν πόλη τοῦ Βυζαντίου, τὴν ἔκτισε

µεγαλύτερη καὶ τὴν ὀνόµασε Κωνσταντινούπολη. Ἀφοῦ τελείωσε ὅλο τὸ τειχόκαστρο,

τὰ σπίτια καὶ τὶς ἱερὲς ἐκκλησίες, ἀφιέρωσε αὐτὴ στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Κατόπιν γιὰ

νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεό, γιὰ τὸ µεγαλοπρεπὲς αὐτὸ ἔργο, ἔκανε λιτανεία µὲ τὸν τότε

Πατριάρχη, ὅλο τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό. Ὅταν ἀνέβηκαν στὸν Φόρο, ἔστησαν ἐκεῖ οἱ

πολῖτες δικό του ἀνδριάντα, ποὺ µέσα στὸ κεφάλι του ἔβαλαν τὰ καρφιὰ µὲ τὰ ὅποια

κάρφωσαν τὸν Χριστό. Στὴ βάση τοῦ ἀνδριάντα τοποθέτησαν τὰ δώδεκα καλάθια, ποὺ

µέσα εἶχαν µαζέψει τὰ περισσεύµατα τῶν πέντε ἄρτων, ποὺ εὐλόγησε ὁ Χριστὸς καὶ

πολλαπλασιάστηκαν. Ἀπὸ τότε λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία, γιορτάζει κάθε χρόνο αὐτὴ τὴν

γιορτὴ γιὰ ἀνάµνηση.






Ὁ Ἅγιος Διόσκορος ἢ Διοσκορίδης, ὁ Νέος



Καταγόταν ἀπὸ τὴν Σµύρνη καὶ σ᾿ αὐτὴ µαρτύρησε γιὰ τὸν Χριστό. Ἡ µανία τῶν εἰδωλολατρῶν κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ἄναβε περισσότερο τὸ ζῆλο του γιὰ τὴν ἁγία µας πίστη. Καταγγέλθηκε λοιπὸν σὰ χριστιανός. Ὁµολόγησε ὅτι ἦταν καὶ θὰ µείνει ἀµετακίνητος στὴν ἱερὴ ὁµολογία του. Μὲ τὴν ἰδέα ὅτι οἱ βαρεῖες φυλακίσεις θὰ δάµαζαν τὸ φρόνηµά του, τὸν ἔριξαν στὴν πιὸ ἄθλια καὶ σκοτεινὴ φυλακή. Ἐπειδὴ ὅµως καὶ πάλι διακήρυττε, ὅτι µέχρι τὴν τελευταία του πνοὴ θὰ µείνει πιστὸς στὸν Ἰησοῦ του, τὸν θανάτωσαν µὲ ἀποκεφαλισµό.






Ὁ Ἅγιος Ἀργυρὴς ἢ Ἀργυρός



Γεννήθηκε στὴν Ἐπανωµὴ τῆς Θεσσαλονίκης τὸ 1788. Παιδὶ ἀκόµα πῆγε στὴ Θεσ/νίκη, ὅπου ἔπιασε δουλειὰ κοντὰ σ᾿ ἕναν ῥάφτη. Κάποτε µπῆκε σὲ κάποιο καφενεῖο καὶ µὲ θάῤῥος ἤλεγξε ἕναν ἀρνησίθρησκο. Τὸν προέτρεψε µάλιστα νὰ µετανοήσει καὶ νὰ ἐπανέλθει στὸν χριστιανισµό. Ἀπὸ τὴν τόλµη του αὐτή, πῆραν ἀφορµὴ οἱ γενίτσαροι, συνέλαβαν τὸν Ἀργυρή, τὸν βασάνισαν καὶ τὸν παρέδωσαν στὸν κριτή, ποὺ διέταξε τὴν ἄµεση φυλάκισή του. Σὲ κάθε προσπάθεια τοῦ κριτῆ, ὁ νεοµάρτυρας παρέµενε σταθερὸς στὴ χριστιανικὴ πίστη. Ἔτσι θανατώθηκε µὲ ἀπαγχονισµὸ σὲ ἡλικία 18 χρονῶν, στὴν τοποθεσία Καµπάνι τὴν 11η Μαΐου 1806.






Ὁ Ἅγιος Ἀρµόδιος



Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα. Ἡ µνήµη του σηµειώνεται στὸν Κώδικα

Κρυπτοφέρης (11ου αἰῶνα), ὅπου καὶ ἡ Ἀκολουθία του ἀπὸ τὸν Ἀρσένιο.






Ἡ Ὁσία Ὀλυµπία καὶ ἡ Ὁσία Εὐφροσύνη


Ἡ Ὁσία Ὀλυµπία καὶ ἡ Ὁσία Εὐφροσύνη ἔζησαν τὸν ΙΓ´ αἰῶνα καὶ παρέδωσαν τὴν ψυχή τους µὲ µαρτυρικὸ θάνατο στὶς 11 Μαΐου τοῦ 1235. Ἡ Ὀλυµπία γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς ποὺ καταγότανε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ πατέρας της ἦταν ἱερεὺς καὶ ἡ µητέρα της κόρη ἱερέως. Ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἄγνωστο γιὰ ποιὸ λόγο, ἔφυγαν καὶ κατοίκησαν στὴν Πελοπόννησο. Σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἡ Ὀλυµπία ἔχασε τοὺς γονεῖς της καὶ οἱ συγγενεῖς της τὴν ἔστειλαν στὸ µοναστήρι τῶν Καρυῶν τῆς Θερµῆς, τὴν σηµερινὴ ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ῥαφαήλ, ὅπου ἡ τότε ἡγουµένη Δωροθέα ἦταν θεία τῆς Ὀλυµπίας. Σὲ ἡλικία 19 ἐτῶν ἔγινε ἡ Ὀλυµπία µοναχὴ καὶ σὲ ἡλικία 25 ἐτῶν, ὅταν ἀπέθανε ἡ θεία της, ἔγινε ἡγουµένη. Ἔπειτα ἀπὸ δέκα χρόνια, στὶς 11 Μαΐου τοῦ 1235, πειρατὲς ἦλθαν στὴ Μυτιλήνη, πῆγαν στὸ µοναστήρι, διασκόρπισαν τὶς τριάντα µοναχὲς καὶ ὅσες δὲν πρόλαβαν νὰ φύγουν, τὶς κακοποίησαν. Τὴν ἡγουµένη

καὶ µία γερόντισσα Εὐφροσύνη τὶς βασάνισαν φοβερά. Τὴν Εὐφροσύνη, ἀφοῦ τὴν κρέµασαν σὲ δένδρο, τὴν ἔκαψαν. Τὴν Ὀλυµπία τὴν ἔκαυσαν σ᾿ ὅλο τὸ σῶµα µὲ λαµπάδες καὶ ἔπειτα πέρασαν πυρωµένη σιδηρόβεργα στὰ αὐτιά της καὶ τέλος κάρφωσαν τὸ βασανισµένο σῶµα της µὲ εἴκοσι καρφιὰ σὲ µία σανίδα καὶ ἔτσι µὲ τὴν σανίδα τὸ ἐνταφίασαν µετὰ τὴν ἀναχώρηση τῶν πειρατῶν. Ὁ βίος καὶ τὸ µαρτύριο τῶν δυὸ τούτων ἁγίων γυναικῶν ἔγιναν γνωστὰ κατὰ τὸ ἔτος 1959, ὅταν βρέθηκαν τὰ σεπτὰ λείψανα τῶν ἁγίων τῆς Θερµῆς καὶ ἔγινε γνωστὴ µὲ θεῖες ἀποκαλύψεις ἡ ἱστορία τους, ὅπως καὶ οἱ τάφοι µὲ τὰ σεπτὰ λείψανά τους. Στὸν τάφο τῆς ἁγίας Ὀλυµπίας βρέθηκαν καὶ τὰ εἴκοσι καρφιὰ µὲ τὰ ὅποια τὴν εἶχαν καρφώσει.






Ὁ Ὅσιος Ἀγγελάριος Ἀρχιεπίσκοπος καὶ φωτιστὴς Βοηµίας



(Βλέπε καὶ 17 Ἰουλίου).






Ὁ Ἅγιος Βάσσος, ὁ ἐν Ἡράκλειᾳ Θρᾴκης, Μάρτυρας






Οἱ Ἅγιοι Βάσσος, Μάξιµος καὶ Φάβιος, Μάρτυρες






Ὁ Ὅσιος Νικόδηµος Ἀρχιεπίσκοπος Σέρβων (+ 1325)






Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος ὁ Ἔγκλειστος, Ῥῶσος


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 12



     Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος ἐπίσκοπος Κύπρου

     Ὁ Ἅγιος Γερµανὸς Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

     Ὁ Ἅγιος Φίλιππος ὁ Ἀργύριος

     Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βλάχος

     Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Θεοφόρος ποὺ ἀσκήτευσε στὰ Κύθηρα

     Ὁ Ἅγιος Εὐθύµιος Πατριάρχης Ἱεροσολύµων

     Ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ἐπίσκοπος Κύπρου

     Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Σιναΐτης

     Εὕρεσις Ἱερῶν Λειψάνων (1961) τῆς Ἁγίας Παρθενοµάρτυρος Εἰρήνης ἐν Καρυαῖς

Λέσβου







Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος ἐπίσκοπος Κύπρου



Μεγάλωσε µέσα σὲ ἕνα φτωχόσπιτο, στὸ χωριὸ Βησαυδούκη (ἢ Βησανδούκ), κοντὰ στὴν Ἐλευθερούπολη τῆς Παλαιστίνης (310 µ.Χ.). Οἱ Ἰουδαῖοι γονεῖς του ἦταν φτωχοὶ γεωργοί. Μετὰ τὸ θάνατο τῶν γονέων του ὁ Ἐπιφάνιος προσελκύεται στὸ χριστιανισµὸ ἀπὸ δυὸ περίφηµους γιὰ τὶς γνώσεις καὶ τὸν ἀσκητισµὸ µοναχούς, τὸ Λουκιανὸ καὶ τὸν Ἰλαρίωνα. Ἔπειτα, πηγαίνει στὴν ἔρηµο καὶ ζεῖ κοντὰ στοὺς πνευµατικότερους ἀσκητὲς τῆς Παλαιστίνης. Ἐκεῖ καταρτίζεται στὴν ἀρετὴ καὶ ἐµπλουτίζει σὲ µεγάλο βαθµὸ τὸ

µυαλό του µὲ θεολογικὲς γνώσεις. Ἡ φήµη τῆς ἀρετῆς του ἀνέδειξε τὸν Ἔπιφανιο ἐπίσκοπο Κωνσταντίας στὴν Κύπρο. Ἀπὸ τότε, ἀγωνίστηκε µὲ θερµότερο ζῆλο γιὰ τὴν ἀνόθευτη καὶ γνήσια διατήρηση τοῦ ὀρθοδόξου δόγµατος. Καταπολέµησε ὅλες τὶς αἱρετικὲς πλάνες τῆς ἐποχῆς του, καὶ ἰδιαίτερα τὶς ἐσφαλµένες δοξασίες τοῦ Ὠριγένη. Συνεχῶς κήρυττε στὸ ποίµνιό του νὰ εἶναι προσεκτικὸ στοὺς ψευδοδιδασκάλους, χρησιµοποιώντας τὸ λόγο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ποὺ λέει: «Ἀγαπητοί, µὴ παντὶ πνεύµατι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιµάζετε τὰ πνεύµατα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστίν, ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσµον». Ἀγαπητοί, µὴ δίνετε ἐµπιστοσύνη στὸν καθένα ποὺ σᾶς λέει ὅτι ἐµπνέεται ἀπὸ τὸ Πνεῦµα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ᾿ ἐξετάζετε καὶ διακρίνετε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐµφανίζονται ἐµπνεόµενοι ἀπὸ τὸ Πνεῦµα, ἂν πράγµατι προέρχονται αὐτοὶ ἀπὸ τὸ Θεό. Διότι πολλοὶ ψευδοπροφῆτες βγῆκαν στὸν κόσµο. Ό Ἐπιφάνιος πέθανε ἐν πλῷ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ εἶχε πάει γιὰ ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις πρὸς τὴν Κωνσταντία, στὶς 12 Μαΐου τοῦ 403, µετὰ ἀπὸ ἀρχιερωσύνη 36 χρόνων, καὶ ἀφοῦ ἄφησε ἀρκετὰ ἀντιαιρετικὰ συγγράµµατα.






Ὁ Ἅγιος Γερµανὸς Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως



Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 640. Πατέρας του ἦταν ὁ πατρίκιος

Ἰουστινιανός, ποὺ τὸν ἀνέθρεψε µὲ µεγάλη εὐσέβεια. Εἴκοσι χρονῶν ἔµεινε ὀρφανὸς

ἀπὸ πατέρα, τὸν ὁποῖο σκότωσε ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Πωγωνάτος, ἀφοῦ τὸν συµπεριέλαβε


µεταξὺ αὐτῶν ποὺ σκότωσαν τὸν πατέρα του. Τὸν Γερµανὸ ἀφοῦ τὸν εὐνούχισε, τὸν κατέταξε στὸν κλῆρο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτός, φηµισµένος γιὰ τὴν ἀρετή, τὴν µόρφωση καὶ τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς του, ἐκλέχθηκε µητροπολίτης Κυζίκου, στὸ 37ο ἔτος τῆς ἡλικίας του. Ἀργότερα ὅταν χήρεψε ὁ πατριαρχικὸς θρόνος, µὲ τὴν γνώµη τοῦ βασιλιᾶ Ἀναστασίου καὶ τὴν ψῆφο τῆς συγκλήτου, τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ, ἀνέβηκε στὸν οἰκουµενικὸ θρόνο (715). Ἀπὸ τὴν θέση αὐτή, ἀφιέρωσε ὅλες του τὶς πνευµατικὲς καὶ ἠθικὲς δυνάµεις, διδάσκοντας καὶ νουθετῶντας µὲ τὰ συνεχῆ κηρύγµατά του τὸ λαό. Κατόπιν, ὅταν ὁ εἰκονοµάχος αὐτοκράτορας Λέων ὁ Ἴσαυρος, τοῦ εἶπε νὰ συµµορφωθεῖ

µὲ τὰ ἀσεβῆ διατάγµατά του, αὐτὸς ὄχι µόνο δὲν ὑπάκουσε, ἀλλὰ παρότρυνε καὶ τὸ λαὸ σὲ ἀντίσταση. Ἀναγκάστηκε ἔτσι νὰ παραιτηθεῖ, ἀφοῦ κατέθεσε τὸ ὠµοφόριό του πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα. Ἀποσύρθηκε σ᾿ ἕνα πατρικό του κτῆµα, τὰ Πλατάνια, καὶ µετὰ ἀπὸ σύντοµη ἀῤῥώστια, πέθανε σὲ ἡλικία 100 ἐτῶν στὶς 12 Μαΐου τὸ 740.Ἡ ταφή του ἔγινε στὴ Μονὴ τῆς Χώρας.






Ὁ Ἅγιος Φίλιππος ὁ Ἀργύριος



Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα. Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται στὸν Σιναϊτικὸ Κώδικα 647, µαζὶ µὲ τὸν Ἔπιφανιο Κύπρου καὶ Γερµανὸ Ἀρχιεπίσκοπο (βλ. Τιµοθέου Θέµελη, Ἀρχιεπισκόπου Ἰορδανοῦ, Τὰ Μηναῖα ἀπὸ τοῦ 11ου µέχρι 13ου αἰῶνα, Ἀλεξάνδρεια 1931, σελ. 33). Ἐπίσης καὶ στὸν Κώδικα Δ. α. IX Κρυπτοφέρης ὅπου καὶ ἡ Ἀκολουθία του.






Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βλάχος



Γεννήθηκε στὴ Βλαχία καὶ καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανὲς γένος. Ἐπὶ Σουλτάνου Μεχµὲτ καὶ σὲ ἡλικία 15 ἐτῶν, τὸν νεοµάρτυρα αὐτὸν ἅρπαξαν οἱ Τάταροι, ποὺ εἶχαν εἰσβάλει στὴ Βλαχία γιὰ νὰ καταπνίξουν τὴν ἐπανάσταση τοῦ ἄρχοντα Μίχνα Βοεβόνδα Τζιβᾶν

µπέη. Ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, εἶδε τὴν ὀµορφιὰ τοῦ νέου αὐτοῦ καὶ τὸν ἔδεσε σ᾿ ἕνα δένδρο γιὰ νὰ τὸν βιάσει. Ὁ Ἰωάννης ὅµως, βρῆκε τὴν εὐκαιρία, σκότωσε τὸν στρατιώτη αὐτὸ καὶ ἀπέφυγε τὸν βιασµό. Συνελήφθη ὅµως ἀπὸ ἄλλους Τούρκους καὶ παραδόθηκε στὴ σύζυγο τοῦ στρατιώτη ποὺ σκότωσε, στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ γυναῖκα αὐτὴ ὁδήγησε τὸν Ἰωάννη στὸν βεζίρη, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τὸν ἀνέκρινε τὸν παρέδωσε στὴ γυναῖκα αὐτή, γιὰ νὰ τὸν µεταχειρισθεῖ ὅπως ἤθελε. Ἐπειδὴ ὅµως αὐτὴ δὲν µπόρεσε µὲ κολακεῖες νὰ τὸν διαφθείρει καὶ νὰ τὸν ἐξισλαµίσει, τὸν παρέδωσε στὸν ἔπαρχο. Μετὰ ἀπὸ σκληρὰ βασανιστήρια, στὰ ὅποια ἦταν παροῦσα καὶ ἡ ἀκόλαστη αὐτὴ γυναῖκα,

ποὺ προέτρεπε συνεχῶς τὸν µάρτυρα νὰ ὑποκύψει στὶς ἐπιθυµίες της, ὁ Ἅγιος αὐτὸς ἀποδείχτηκε ἀληθινὸ διαµάντι στὴν πίστη καὶ στὴν εὐσέβεια, δέχτηκε τὸ στεφάνι τοῦ

µαρτυρίου, ἀφοῦ τὸν θανάτωσαν µὲ ἀπαγχονισµὸ στὶς 12 Μαΐου 1662 στὸ Παρµὰκ Καπὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου συνέγραψε ὁ Ἰωάννης Καρυοφύλλης.






Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Θεοφόρος ποὺ ἀσκήτευσε στὰ Κύθηρα


Ἔζησε στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Ῥωµανοῦ καὶ πατρίδα του ἦταν ἡ Κορώνη τῆς Πελοποννήσου. Ἡ µητέρα του προηγούµενα ἦταν στεῖρα καὶ ὅταν ὁ Θεὸς τῆς χάρισε παιδὶ τὸ ὀνόµασε Θεόδωρο. Ὁ Θεόδωρος λοιπὸν διδάχτηκε τὰ ἱερὰ γράµµατα καὶ παραδόθηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς του στὸν τότε ἐπίσκοπο Κορώνης, ὁ ὁποῖος τὸν ἔκανε ἀναγνώστη. Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς του, ὁ Θεόδωρος µπῆκε ὑπὸ τὴν προστασία ἑνὸς ἱερέα τοῦ Ναυπλίου, ποὺ ἦταν φίλος τῶν γονέων τοῦ Ἁγίου. Ὅταν ἔφτασε σὲ κατάλληλη ἡλικία, παντρεύτηκε καὶ ἀπόκτησε δυὸ παιδιά. Ὁ ἐπίσκοπος Ἄργους, βλέποντας τὶς ἀρετές του, τὸν χειροτόνησε Διάκονο. Ἀργότερα ὁ Θεόδωρος πῆγε στὴ Ῥώµη καὶ προσκύνησε τοὺς τόπους τῶν Μαρτύρων. Κατόπιν ἐπέστρεψε στὴ Μονεµβασία, ὅπου παρέµεινε γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστηµα. Ἔπειτα, παρὰ τὶς παρακλήσεις τῆς οἰκογένειάς του νὰ µείνει κοντά της, ὁ Θεόδωρος, ποθῶντας τὰ ἀνώτερα πνευµατικὰ ἀγαθά, ἦλθε στὰ Κύθηρα. Ἐκεῖ ἀφοῦ ἔζησε ζωὴ πολὺ ἀσκητικὴ καὶ ἔφτασε σὲ µεγάλα ὕψη ἀρετῆς, ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Μετὰ τὸν θάνατό του, ἔκανε καὶ ἀρκετὰ θαύµατα. (Στοὺς Συναξαριστὲς ὁ Ἅγιος αὐτὸς δὲν ἀναφέρεται, τὰ βιογραφικά του στοιχεῖα µαθαίνουµε ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία του, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1747 στὴ Βενετία, τὸ

1841 στὴ Σµύρνη καὶ τὸ 1899 καὶ 1961 στὴν Ἀθήνα).






Ὁ Ἅγιος Εὐθύµιος Πατριάρχης Ἱεροσολύµων



Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα. Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται στὸ

Ἵεροσολυµιτικὸ Κανονάριο δυὸ φορὲς (12 Μαΐου καὶ 7 Νοεµβρίου).






Ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ἐπίσκοπος Κύπρου






Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Σιναΐτης






Εὕρεσις Ἱερῶν Λειψάνων (1961) τῆς Ἁγίας Παρθενοµάρτυρος Εἰρήνης ἐν Καρυαῖς

Λέσβου


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 13



     Ἡ Ἁγία Γλυκερία

     Ὁ Ἅγιος Λαοδίκιος ὁ δεσµοφύλακας

     Ὁ Ὅσιος Σέργιος ὁ Ὁµολογητής

     Ὁ Ὅσιος Παυσίκακος ἐπίσκοπος Συνάδων

     Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἱεροµάρτυρας ἐπίσκοπος Τιβεριανῶν

     Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ὁ Πρεσβύτερος

     Ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τῆς Θεοτόκου Παντανάσσης στὸ νησὶ τῆς Ἁγίας Γλυκερίας

(στὴ Τούζλα)

     Ὁ Ὅσιος Εὐθύµιος ὁ Νέος κτήτορας τῆς Μονῆς Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους

     Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ἴβηρ

     Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ὁ Ἴβηρ

     Ὁ Ὅσιος Γαβριήλ ὁ Ἴβηρ

     Οἱ Ἅγιοι Μοναχοὶ Ἰβηρίτες Ὁσιοµάρτυρες

     Ὁ Ἅγιος Μακάριος ἱεροµάρτυρας, ὁ θαυµατουργός, Ῥῶσος (+ 1653)







Ἡ Ἁγία Γλυκερία



Γεννήθηκε στὴν Τραϊανούπολη τὸν 2ο αἰῶνα µ.Χ., ὅταν αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Ἀντωνῖνος. Ἡ Γλυκερία ἦταν χριστιανὴ καὶ τὸ ἔδειχνε µὲ ἔργα στὴ ζωή της. Ὅταν τὸ ἔµαθε αὐτὸ ὁ ἡγεµόνας Σαβίνος, τὴν συνέλαβε καὶ µὲ ἐκβιαστικὸ τρόπο προσπάθησε νὰ τὴν κάνει νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἡ Γλυκερία, ἀφοῦ προσευχήθηκε στὸ Χριστό, γκρέµισε καὶ συνέτριψε τὸ εἴδωλο τοῦ Δία. Τότε οἱ εἰδωλολάτρες τὴν λιθοβόλησαν µὲ µανία. Ἀλλὰ καµιὰ πέτρα δὲν ἄγγιξε τὴν Γλυκερία, καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶχε σὰν ἀποτέλεσµα νὰ πιστέψουν στὴ χριστιανικὴ πίστη πολλοὶ εἰδωλολάτρες. Ἀφοῦ τὴν βασάνισαν µὲ πολλοὺς τρόπους, τελικὰ τὴν ἔριξαν τροφὴ σὲ ἕνα ἄγριο θηρίο, ποὺ ναὶ µὲν δὲν τὴν κατασπάραξε, ἀλλὰ τὸ δάγκωµα ποὺ κατάφερε σ᾿ αὐτὴ προκάλεσε µετὰ ἀπὸ λίγες ἡµέρες τὸ θάνατό της. Τὸ λείψανό της ἐνταφιάσθηκε στὴν Ἡράκλεια. Ἔτσι ἡ Γλυκερία,

µὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἔµεινε πιστὴ χριστιανὴ µέχρι τέλους. Καὶ σὲ ὅλους ἐµᾶς, ὑπενθυµίζει τὰ λόγια του Θεοῦ, «γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ δώσω σοὶ τὸν στέφανον τῆς ζωῆς». Δηλαδή, φρόντιζε νὰ γίνεσαι πιστός, ἀποφασισµένος καὶ θάνατο ἀκόµα νὰ ὑποστεῖς γιὰ τὴν πίστη σου αὐτή. Καὶ θὰ σοῦ δώσω σὰν στεφάνι τῶν ἀγώνων σου τὴν αἰώνια ζωή.






Ὁ Ἅγιος Λαοδίκιος ὁ δεσµοφύλακας



Αὐτὸς ἦταν δεσµοφύλακας ὅταν ἡ Ἁγία Γλυκερία ἦταν στὴ φυλακή. Κατηχήθηκε ἀπ᾿ αὐτὴ στὴ Χριστιανικὴ πίστη, ἔγινε χριστιανός, ὁµολόγησε τὴν πίστη του καὶ µαρτύρησε διὰ ἀποκεφαλισµοῦ.


Ὁ Ὅσιος Σέργιος ὁ Ὁµολογητής



Καταγόταν ἀπὸ ἐπίσηµη καὶ εὐσεβὴ οἰκογένεια. Ὁ τότε εἰκονοµάχος αὐτοκράτορας

Θεόφιλος, δὲν δίστασε νὰ συµπεριλάβει στοὺς διωγµοὺς ποὺ ἔκανε, µαζὶ µὲ τοὺς

µοναχούς, καὶ οἰκογενειάρχες. Ἔτσι καὶ ὁ Σέργιος, καταγγέλθηκε σὰν ἔνθερµος

ὑποστηρικτὴς τῶν ἁγίων εἰκόνων. Τὸν ἔφεραν λοιπὸν µπροστὰ στὸν αὐτοκράτορα, καὶ

αὐτὸς προσπάθησε µὲ κάθε τρόπο νὰ ἀλλάξει τὸ φρόνηµα τοῦ Σεργίου. Μάταια ὅµως.

Ὁ Σέργιος µὲ σταθερότητα εἶπε, ὅτι δὲν µπορεῖ νὰ εὐχαριστήσει τὸν βασιλιά του,

προδίδοντας τὸν µεγάλο Βασιλιὰ ὅλης της δηµιουργίας, Ἰησοῦ Χριστό. Τότε ὁ Θεόφιλος,

δήµευσε ὅλα τὰ ὑπάρχοντα τοῦ Σεργίου καὶ τὸν φυλάκισε. Κατόπιν ἐξορίστηκε µαζὶ µὲ

τὴν γυναῖκα του Εἰρήνη καὶ τὰ παιδιά του. Ὅλοι τους φτωχοὶ πλέον, ὑπέφεραν πολλὲς

ταλαιπωρίες. Δὲν µετάνοιωσαν ὅµως, ἀλλὰ ἦταν εὐχαριστηµένοι διότι δοκιµάζονταν

καὶ ὑπέφεραν χάρη τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὸν Σέργιο βρῆκε ὁ θάνατος, µακριὰ ἀπὸ τὴν

γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά του. Καὶ πέθανε µὲ τὴν πεποίθηση, ὅτι αὐτὸς ἔπρεπε νὰ πεθάνει

καὶ ὅτι ἡ οἰκογένειά του ἦταν εὐτυχισµένη, διότι εἶχε νὰ ἐπιδείξει παθήµατα χάρη τῆς

ἀγάπης πρὸς τὸν Σωτῆρα Χριστό.






Ὁ Ὅσιος Παυσίκακος ἐπίσκοπος Συνάδων



Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀπάµεια τῆς Βιθυνίας καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μαυρικίου

(582-602). Εἶχε γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ ἐπίσηµους στὸ γένος. Ἀπὸ µικρὸς στὸ δρόµο τοῦ Θεοῦ

µὲ τὴν εἰλικρινὴ πίστη του καὶ τὴν ἄµεµπτη ζωή του, σπούδασε ὄχι µόνο Θεολογία,

ἀλλὰ καὶ ἰατρικὴ γιὰ νὰ τὴν ἐξασκήσει δωρεὰν ὑπὲρ τῶν φτωχῶν. Ὅταν Πατριάρχης

Κωνσταντινουπόλεως ἦταν ὁ Κυριακός (595-606), ἐκτιµῶντας τὶς µεγάλες ἀρετὲς τοῦ

Παυσίκακου, τὸν ἔπεισε νὰ καταταχθεῖ στὸν ἱερὸ κλῆρο καὶ ἔπειτα τὸν ἀνέδειξε

ἐπίσκοπο Συνάδων. Ἀπὸ τὴν νέα του θέση ὁ Παυσίκακος ἐργάστηκε γιὰ τὴν καλύτερη

στερέωση τῶν πιστῶν καὶ τὴν ἐξαφάνιση τῶν αἱρέσεων ἀπὸ τὴν ἐπαρχία του,

χρησιµοποιῶντας τὴν εὐεργετικὴ καὶ θαυµάσια µάχαιρα τῆς διδασκαλίας τοῦ θείου

λόγου. Ὁ βασιλιὰς Μαυρίκιος τὸν εἶχε περὶ πολλοῦ, ἐπειδὴ τὸν θεράπευσε ἀπὸ

σοβαρότατη ἀσθένεια, καὶ ἀπὸ εὐγνωµοσύνη καθιέρωσε γιὰ τὴν ἐπισκοπή του ἐτήσιο

χρηµατικὸ βοήθηµα. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά, µοχθῶντας γιὰ τὴν ἐπισκοπὴ του µέχρι

τελευταίας του πνοῆς.






Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἱεροµάρτυρας, ἐπίσκοπος Τιβεριανῶν



Ἐδῶ γίνεται κάποια σύγχυση σχετικῶς µὲ τὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ. Στοὺς Συναξαριστὲς εἶναι καταχωρηµένος χωρὶς ὑπόµνηµα. Ἀλλὰ µᾶλλον πρόκειται περὶ τοῦ Ἀλεξάνδρου, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Λαυριωτικὸς Κώδικας 1170 φ. 2386 λέει, ὅτι ὑπῆρξε στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Ῥώµης Μαξιµιανοῦ καὶ ἦταν στρατιώτης στὸ στράτευµα τοῦ κόµη Τιβεριανοῦ, ποὺ βρισκόταν στὴν ἐπισκοπὴ Κεντουλλες ἢ Κεντουλίνες ἢ Κέλλες, ἀπὸ τὴν ὁποία καὶ καταγόταν. Μὲ τὸ πέρασµα τῶν χρόνων, οἱ διάφοροι συγγραφεῖς βιογραφιῶν ἁγίων, τὸν µεταµόρφωσαν σὲ ἐπίσκοπο καὶ ἀπὸ τὸ


τάγµα τῶν Τιβεριανῶν, ποὺ ἦταν καταταγµένος, πῆρε καὶ τὸν τίτλο τῆς ἀνύπαρκτης ἐπισκοπῆς (βλέπε 14 Μαίου).






Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ὁ Πρεσβύτερος



Ἦταν Πρεσβύτερος τῆς Μονῆς Ἔφαψεως καὶ ἀφοῦ ἔζησε ζωὴ ἀσκητικὴ καὶ ὅσια, ἀπεβίωσε εἰρηνικά. (Ὁρισµένοι Συναξαριστὲς µαζί του, ἀναφέρουν καὶ τὴν µνήµη κάποιου ὁσ. Ἀγαπίου).






Ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τῆς Θεοτόκου Παντανάσσης στὸ νησὶ τῆς Ἁγίας Γλυκερίας

(στὰ Τούζλα)






Ὁ Ὅσιος Εὐθύµιος, ὁ Νέος κτήτορας τῆς Μονῆς Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους



Ἔζησε στὸ δεύτερο µισό του 10ου αἰῶνα καὶ ἀρκετὰ χρόνια του 11ου. Τὸ 965 ἦλθε καὶ κατοίκησε κοντὰ στὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τῆς Μονῆς Λαύρας, ὁ σύµβουλος τοῦ βασιλιᾶ τῆς Γεωργίας (Ἰβηρίας) Δαυὶδ Κουροπαλάτη, Ἰωάννης Βαρασβατσέ. Μετὰ ἀπὸ λίγο ἔφερε καὶ τὸν γιό του Εὐθύµιο, καθὼς καὶ ἄλλους ἐπίσηµους Γεωργιανοὺς καὶ ἔγιναν ὅλοι

µοναχοί. Ἐπειδὴ ὅµως τοὺς εἶχε παραχωρηθεῖ µικρὸς χῶρος, ὁ πνευµατικός τους προϊστάµενος Ἰωάννης Βαρασβατσὲ ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλία νὰ ἱδρύσουν ἀνεξάρτητο µοναστήρι. Πρᾶγµα ποὺ ἔγινε µὲ τὴν ἀρωγὴ τοῦ βασιλιᾶ Βασιλείου τοῦ Βουλγαροκτόνου, καὶ ὀνοµάστηκε Μονὴ Ἰβήρων, διότι οἱ κτήτορές της ἦταν Ἴβηρες (Γεωργιανοί). Τὸ 998 (κατ᾿ ἄλλους τὸ 1003), ποὺ πέθανε ὁ Ἰωάννης ὁ Ἴβηρας, τὸν διαδέχθηκε ὁ γιὸς καὶ συνεργάτης του Εὐθύµιος. Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἀσχολήθηκε µὲ ἐπιτυχία στὴ διοίκηση τῆς Μονῆς, ἐπίσης µὲ πολὺ ζῆλο καλλιέργησε τὴν πνευµατικὴ ζωὴ τῶν ἀδελφῶν τῆς Μονῆς, δίνοντας αὐτὸς πρῶτος τὸν ἑαυτό του τέλειο ὑπόδειγµα σὲ κάθε ἀρετή. Τόση ἦταν ἡ φήµη τῆς ἁγιότητάς του, ὥστε ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος

τοῦ πρότεινε τὴν Ἀρχιεπισκοπὴ τῆς Κύπρου, ἀλλὰ ὁ Εὐθύµιος προτίµησε τὸ ἀγαπηµένο του Μοναστήρι καὶ ἔτσι δὲν δέχθηκε τὴν πρόταση τοῦ αὐτοκράτορα. Τὸ 1028 πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ Ἁγιορείτικες ὑποθέσεις, ὅπου καὶ πέθανε στὶς 13 Μαΐου, ὁ ἐνάρετος καὶ εὐσεβὴς αὐτὸς ἄνδρας.






Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ἴβηρ



Ἦταν πατέρας τοῦ Ὁσίου Εὐθυµίου καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ὁ Ἴβηρ


Ἦταν συγγενὴς καὶ διάδοχος στὴ Μονὴ Ἰβήρων τοῦ Ὁσίου Εὐθυµίου. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Ὁ Ὅσιος Γαβριήλ ὁ Ἴβηρ



Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἄκουσε θεία φωνὴ καὶ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν θάλασσα τὴν θαυµατουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας Πορταΐτισσας. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Οἱ Ἅγιοι Μοναχοὶ Ἰβηρίτες Ὁσιοµάρτυρες



Οἱ ὅσιοι αὐτοὶ ἀγωνίζονταν ἀσκητικὰ στὴν ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων κατὰ τὸ 1280, ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ Μιχαὴλ Η´ Παλαιολόγος (1259-1289) καὶ Πατριάρχης ὁ Ἰωάννης ΙΑ´ ὁ Βέκκος (1275-1282). Τότε λοιπόν, οἱ Λατινόφρονες (παπικοί), γύριζαν τὰ διάφορα

µοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιὰ νὰ πείσουν τοὺς µοναχοὺς ν᾿ ἀκολουθήσουν τὴν πλάνη τους. Ὅταν ἦλθαν καὶ στὴ Μονὴ Ἰβήρων, οἱ Πατέρες αὐτοὶ τῆς Μονῆς δὲν τοὺς δέχτηκαν καὶ τοὺς ἔδιωξαν. Ὁπότε οἱ Λατῖνοι, διέταξαν νὰ συλληφθοῦν ὅλοι. Καὶ τοὺς

µὲν καταγόµενους ἀπὸ τὴν Ἰταλία κράτησαν σὰν σκλάβους, τοὺς δὲ ὑπόλοιπους ἔπνιξαν στὴ θάλασσα καὶ ἔτσι ἔλαβαν τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.





Ὁ Ἅγιος Βόρος



Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται µὲ τὸν Ἰσίδωρο καὶ τὸν Θεόδωρο στὸ Ἱεροσολυµιτικὸ Κανονάριο (ἐκδ. Καλλίστου Ἀρχιµανδρίτου σελ. 93). Πιθανῶς νὰ εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο µ΄ αὐτὸ τοῦ Ἁγ. Βάρα (βλέπε σχετικῶς Α.Χ.Ε.Χ.).






Ὁ Νέος Ὁσιοµάρτυς Παχώµιος


Γιὸς γονέων εὐσεβῶν, ποὺ ζοῦσαν στὴ µικρὰ Ῥωσία. Μικρὸς ἀκόµα αἰχµαλωτίστηκε ἀπὸ τοὺς Τατάρους, ποὺ τὸν πούλησαν σ΄ ἕνα Τοῦρκο βυρσοδέψη ἀπὸ τὸ Οὔσακι τῆς Φιλαδέλφειας. Ὁ Τοῦρκος αὐτὸς προσπάθησε νὰ ἐξισλαµίσει τὸν Παχώµιο, ὑποσχόµενος ὅτι θὰ τὸν κάνει κληρονόµο του καὶ θὰ τοῦ ἔδινε γιὰ γυναῖκα τὴν κόρη του. Ὁ Παχώµιος ὅµως ἔµεινε σταθερὸς στὴ χριστιανικὴ πίστη. Κάποτε ὅµως ἀῤῥώστησε καὶ κάποιοι Τοῦρκοι ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκαν, τὸν ἕντυσαν µὲ τὴν βία τούρκικα ῥοῦχα. Στενοχωρηµένος γιὰ τὸ γεγονὸς ὁ Παχώµιος, ἔφυγε σὰν πραγµατευτὴς στὴ Σµύρνη, ὅπου πέταξε τὰ τούρκικα ῥοῦχα καὶ πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ἔφθασε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου, ἐξοµολογήθηκε στὸν ἐνάρετο ἱεροµόναχο Ἰωσὴφ καὶ ἔζησε κοντά του 12 χρόνια, ἀσκούµενος στὴν ἀρετή. Ἔπειτα πῆγε στὰ Καυσοκαλύβια, κοντὰ στὸν ὅσιο Ἀκάκιο, ὅπου ἔζησε κοντά του ἕξι χρόνια καὶ ἔγινε τύπος καὶ παράδειγµα ἐναρέτου µοναχοῦ. Τὸν κατέλαβε ὅµως ὁ πόθος τοῦ µαρτυρίου καὶ ἀφοῦ πῆρε τὴν εὐλογία τοῦ ὁσίου Ἀκακίου, ἀναχώρησε γιὰ τὸ Οὔσακι, µὲ τὴν συνοδεία τοῦ γέροντα πατρὸς Ἰωσήφ. Ὅταν λοιπὸν ἔφτασε στὴν πατρίδα τοῦ ἀφέντη του ἀναγνωρίστηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸν κριτή, στὸν ὁποῖο µπροστὰ ὁµολόγησε µὲ θάῤῥος τὸν Χριστὸ καὶ ἀποκήρυξε τὸν µουσουλµανισµό. Τότε τὸν ἔριξαν στὴ φυλακὴ καὶ τὸν ἄφησαν ἐκεῖ τρεῖς µέρες νηστικό. Ὅταν πάλι τὸν ὁδήγησαν στὸν κριτή, ὁ Παχώµιος ἐπανέλαβε µὲ µεγαλύτερη τόλµη τὴν ὁµολογία του στὸν Χριστό. Ὁ κριτὴς ἀποφάσισε τὴν θανατική του καταδίκη καὶ ἀφοῦ τὸν ἔβγαλαν

ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 21 Μαΐου 1730, ἡµέρα Πέµπτη τηςΑναλήψεως. Τὸ τίµιο λείψανό του ἐνταφιάστηκε µετὰ τρεῖς ἡµέρες ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς καὶ σήµερα βρίσκεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου στὴν Πάτµο. Τεµάχιο τοῦ ἱεροῦ λειψάνου του παραχωρήθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Παύλου στὸ Ἅγιον Ὄρος, µὲ τὴν ἔγκριση τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας στὶς 26

Ἰανουαρίου 1953.






Ὁ Ὅσιος Κασσιανός



Κτήτωρ Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Θεράποντος παρὰ τὸν Βόλγα (+ 1504).






Οἱ Ἅγιοι Κωνσταντῖνος καὶ τὰ παιδιά του Μιχαὴλ καὶ Θεόδωρος



Οἱ θαυµατουργοί, Ῥώσοι (+ 12ος αἰ.).






Ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ Νεοµάρτυρας, ὁ ἐξ Εὐρυτανίας (+ 1752)


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 22



     Ὁ Ἅγιος Βασιλίσκος

     Μνήµη τῆς Ἁγίας Β´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου

     Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος

     Ὁ Ἅγιος Κόδρος (ἢ Κοδράτος)

     Ἡ Ἁγία Σοφία ἡ ἰατρός

     Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βλαδίµηρος ὁ βασιλεὺς καὶ θαυµατουργὸς

     Μνήµη τῆς Θεοτόκου «ἐν Σοφιανοῖς»

     Ὁ Νέος Ὁσιοµάρτυς Παῦλος ὁ Πελοποννήσιος

     Οἱ Ἅγιοι Αἰµίλιος καὶ Κάστος οἱ Ἀφρικανοί







Ὁ Ἅγιος Βασιλίσκος



Ἀνεψιὸς τοῦ µεγαλοµάρτυρα Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος ὁ Βασιλίσκος, γεννήθηκε σὲ κωµόπολη τῆςΑµάσειας (Χουµίαλα). Ὁ ἔπαρχος τῆς Καππαδοκίας Ἀγρίππας, ὅταν ἔµαθε ὅτι εἶναι χριστιανός, τὸν συνέλαβε καὶ τὸν φυλάκισε. Ἔπειτα, µὲ κάθε τρόπο προσπάθησε νὰ τὸν κάνει νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του. Ἀλλὰ ὁ Βασιλίσκος, ἀντάξιος του θείου του, ἔµεινε σταθερὸς στὴν ὁµολογία του, ἐνθυµούµενος τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε». Δηλαδή, µένετε στερεοὶ καὶ ὄρθιοι στὴν πίστη. Ἀγωνίζεσθε σὰν ἄνδρες γενναῖοι, πᾶρτε δύναµη καὶ θάῤῥος. Ὁ ἔπαρχος σκέφθηκε ὅτι θὰ µποροῦσε νὰ κάµψει τὸ φρόνηµα τοῦ Βασιλίσκου, ἂν τὸν ἔφερνε σὲ εἰδωλολατρικὸ ναὸ σὲ ἡµέρα ἐπίσηµης τελετῆς. Πράγµατι, κατὰ τὴν ἡµέρα ἐπίσηµης τελετῆς, τοποθέτησε τὸν ὅσιο µὲ τιµὲς ἀνάµεσα σὲ ἐπισήµους πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς. Ἀλλὰ ὁ Βασιλίσκος σκέφθηκε καὶ πάλι τὰ λόγια του Ἀπ. Παύλου:

«Πάντα ἡγοῦµαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστὸν κερδήσω». Θεωρῶ τὰ πάντα σκύβαλα καὶ ἄξια περιφρόνησης, προκειµένου νὰ κερδίσω τὸ Χριστό. Ἔτσι, ὄχι µόνο ἀπέῤῥιψε τὶς τιµὲς αὐτὲς τοῦ ἐπάρχου, ἀλλὰ θερµὰ προσευχόµενος, συνέτριψε τὰ ἀγάλµατα τοῦ ναοῦ. Τότε, ὅλοι ἐκστατικοί, εἶδαν τὸ πρόσωπο τοῦ Βασιλίσκου νὰ ἀκτινοβολεῖ. Ἀµέσως διατάχθηκε ὁ ἀποκεφαλισµός του (στὰ Κόµανα τῆς Καπαδοκίας) καὶ τὸ σῶµα του τὸ ἔριξαν στὸ ποτάµι. Τὴ νύχτα, εὐσεβεῖς χριστιανοὶ τὸ ἀνέσυραν καὶ τὸ ἔθαψαν εὐλαβικά.






Μνήµη τῆς Ἁγίας Β´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου



Αὐτὴ συγκροτήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 381, µὲ πρωτοβουλία τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ µεγάλου. Τὴ Σύνοδο αὐτὴ ἀποτελοῦσαν 150 πατέρες, µὲ πρόεδρο τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀντιοχείας Μελέτιο. Τὸ θέµα τῆς Συνόδου ἦταν ἡ ἐξέταση τῆς διδασκαλίας τοῦ Μακεδονίου, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (355-369), καὶ τῶν ὀπαδῶν του, ποὺ θεωροῦσαν τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας, δηλ. τὸ Ἅγιο

Πνεῦµα, κτίσµα. Οἱ πατέρες λοιπὸν τῆς Συνόδου κατέκριναν καὶ ἀναθεµάτισαν τὴν κακόδοξη αὐτὴ διδασκαλία, καὶ συγχρόνως συµπλήρωσαν τὸ σύµβολο τῆς πίστεως τῆς


Α´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου ποὺ εἶχε γίνει στὴ Νίκαια. Δηλαδή, «Καὶ εἰς τὸ Πνεῦµα τὸ Ἅγιον, τὸ Κύριον, τὸ Ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόµενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συµπροσκυνούµενον καὶ συνδοξαζόµενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν» κ.λ.π.






Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος



Μαρτύρησε ἀφοῦ τὸν πότισαν µὲ βραστὸ µολύβι.






Ὁ Ἅγιος Κόδρος (ἢ Κοδράτος)



Μαρτύρησε συρόµενος κατὰ γῆς ἀπὸ ἄγρια ἄλογα.






Ἡ Ἁγία Σοφία ἡ ἰατρός



Μαρτύρησε διὰ ξίφους.






Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βλαδίµηρος ὁ βασιλεὺς καὶ θαυµατουργός



Καταγόταν ἀπὸ ἕνα Βουλγαρικὸ χωριό, τὸ Βλαδίµηρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο πῆρε καὶ τὴν ἐπωνυµία Βλαδίµηρος. Ἦταν γιὸς τοῦ Νεεµᾶν, γιοῦ τοῦ Συµεὼν (890-1025), πρώτου βασιλιᾶ τῶν Ἀχριδῶν. Τὴ δὲ µητέρα του ἔλεγαν Ἄννα. Διαδέχτηκε στὸ θρόνο τῆς Σερβίας τὸν ἀποθανόντα βασιλιὰ καὶ πῆρε γυναῖκα τὴν θυγατέρα τοῦ βασιλιᾶ Σαµουήλ. Ὁ Ἰωάννης ἦταν εὐσεβέστατος καὶ ἔκτισε ἐκκλησιές, νοσοκοµεῖα, πολλὰ φιλανθρωπικὰ Ἱδρύµατα καὶ Μονή, στὴν ὁποία πήγαινε συχνὰ καὶ προσευχόταν. Ἡ ζωή του ἦταν πολὺ ἀσκητική. Ἐπειδὴ δὲ ἀπεῖχε ἀπὸ κάθε σαρκικὴ ἐπαφὴ µὲ τὴν βασίλισσα γυναῖκα του, αὐτή, ὑποπτεύθηκε ὅτι ὁ Ἰωάννης πήγαινε µὲ ξένες γυναῖκες. Τὸν διέβαλε λοιπὸν στὸν ἀδελφό της, ὁ ὁποῖος, χωρὶς νὰ ἐξετάσει τὰ πράγµατα, τὸν ἀποκεφάλισε στὶς 22 Μαΐου 1015.






Μνήµη τῆς Θεοτόκου «ἐν Σοφιανοῖς»



Τὸ γεγονὸς σύµφωνα µὲ τὸν Συναξαριστὴ τοῦ Delehaye.






Ὁ Νέος Ὁσιοµάρτυς Παῦλος ὁ Πελοποννήσιος


Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Σοποτὸ τῆς Ἐπαρχίας Καλαβρύτων καὶ ἀνατράφηκε µὲ χριστιανοπρέπεια ἀπὸ γονεῖς φτωχοὺς µέν, ἀλλ᾿ ἐναρέτους ὀρθοδόξους χριστιανούς. Τὸ πρῶτο του ὄνοµα ἦταν Παναγιώτης. Σὲ µικρὴ ἡλικία ἦλθε στὴν Πάτρα, ὅπου ἔµαθε τὴν τέχνη τοῦ σανδαλοποιοῦ καὶ παρέµεινε ἐκεῖ ἐργαζόµενος ἔντιµα, γιὰ 14 χρόνια.

Κατόπιν ἔφυγε ἀπὸ τὴν Πάτρα καὶ ἦλθε στὰ Καλάβρυτα, ὅπου γιὰ τὴν ἐξάσκηση τοῦ ἐπαγγέλµατός του, νοίκιασε ἕνα ἐργαστήριο. Οἱ ἰδιοκτῆτες ὅµως τοῦ ἐργαστηρίου ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν Παναγιώτη περισσότερο νοῖκι ἀπ᾿ ὅτι συµφώνησαν καὶ τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακή, ὅπου πιεζόµενος ὁ µάρτυρας καὶ ἐπάνω στὸν θυµό του εἶπε:

«Τοῦρκος νὰ γίνω ἂν δώσω περισσότερα». Τελικὰ τοὺς ἔδωσε τὸ νοῖκι ποὺ ζητοῦσαν καὶ ἀφοῦ βγῆκε ἀπὸ τὴν φυλακή, ἔφυγε ἀπὸ τὰ Καλάβρυτα καὶ πῆγε στὴν Τρίπολη, ὅπου διασκέδαζε στὰ περίχωρά της µὲ δυὸ ἄλλους φίλους του, λέγοντας ὅτι ἦταν Τοῦρκος. Ἡ συνείδησή του ὅµως τὸν ἤλεγξε καὶ ἔφυγε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ πῆγε στὴν ἱερὰ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, κοντὰ σ᾿ ἕνα σοφὸ Πελοποννήσιο γέροντα τὸν Τιµόθεο, στὸν ὁποῖο ἐξοµολογήθηκε καὶ ἔτυχε πνευµατικῆς παρηγοριᾶς. Ἀργότερα ἔγινε

µοναχὸς µὲ τὸ ὄνοµα Παῦλος. Μετὰ µὲ τὸν γέροντά του Τιµόθεο ἦλθε σὲ Ῥώσικο κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου ἔµεινε τρία χρόνια. Ἐκεῖ ἄναψε καὶ ὁ πόθος τοῦ

µαρτυρίου µέσα του. Σὲ ἡλικία 25 ἐτῶν πῆγε στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας καὶ ὑποτάχθηκε στὸν πνευµατικὸ πατέρα ἱεροµόναχο Ἀνανία, στὸν ὁποῖο ἐξοµολογήθηκε τὸν πόθο του γιὰ τὸ µαρτύριο. Ἐκεῖ δοκιµάστηκε γιὰ 40 ἡµέρες πῆρε τὴν εὐλογία τῶν Πατέρων καὶ ἀναχώρησε γιὰ τὸ µαρτύριο. Ἔφθασε στὴ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, ὅπου ἀγωνίστηκε µὲ νηστεία καὶ προσευχὴ γιὰ 40 ὁλόκληρες ἡµέρες. Κατόπιν ἀναχώρησε γιὰ τὰ Καλάβρυτα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὴν Τρίπολη. Πληροφορήθηκε ὅτι στὸ Ναύπλιο βρισκόταν ἕνας ἐξάδελφός του ἐξωµότης καὶ ἔτσι ἀναχώρησε γιὰ τὴν

πόλη αὐτή, προκειµένου νὰ διορθώσει τὸν ἐξάδελφό του. Παρέλαβε τὸν ἐξωµότη αὐτὸν σὰν συνοδίτη, ἐπανῆλθε στὴν Τρίπολη καὶ παρουσιάστηκε στὸν Μουφτὴ τῆς πόλης,

ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔλαβε ἔγγραφη διαταγὴ νὰ παραστεῖ µπροστὰ στὸν κριτή, τὴν ἡµέρα

µεγάλης σύναξης πολλῶν προκρίτων χριστιανῶν καὶ Ἀρχιερέων. Στὴ σύναξη λοιπὸν

αὐτή, ὁ Παῦλος, µπροστὰ σ᾿ ὅλους κήρυξε τὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔκανε

δριµύτατο ἔλεγχο τῆς µουσουλµανικῆς θρησκείας. Ὁ κριτής, µπροστὰ στὴν ἀµετάθετη

γνώµη τοῦ µάρτυρα, τὸν καταδίκασε νὰ καεῖ ζωντανός. Κάποιοι Τοῦρκοι ὅµως, εἶπαν

ὅτι ἐνδέχεται οἱ χριστιανοὶ νὰ πάρουν τὴν στάχτη καὶ τὰ λείψανα τοῦ µάρτυρα, ὁ κριτὴς

µετέβαλε τὴν ἀπόφασή του καὶ ἔτσι τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 22 Μαΐου 1818 στὴν

Τρίπολη. Τὸ τίµιο λείψανό του τὸ πέταξαν στὸ χῶρο ἀκαθαρσιῶν τοῦ σπιτιοῦ ἑνὸς

Τούρκου ἡγεµόνα. Τὸ παρέλαβαν ὅµως κρυφὰ οἱ χριστιανοὶ καὶ ἀφοῦ τὸ καθάρισαν

στὴν ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Βαρσῶν, τὸ ἐνταφίασαν. Τὸ µαρτύριό του συνέγραψε ὁ

ἱεροµόναχος Ἰάκωβος Βερτσάγιας ὁ Ζακυνθινός, Ἁγιορείτης τοῦ Ῥωσικοῦ κοινοβίου.

Ναὸς τοῦΑγίου βρίσκεται στὴν Τρίπολη καὶ εἰκόνα του στὸν ναὸ τῶν Εἰσοδίών της

Θεοτόκου στὴν Ἀθήνα (Καπνικαρέα). Ὁρισµένοι Συναξαριστές, αὐτὴ τὴν µέρα καὶ µαζὶ

µὲ τὴν µνήµη τοῦ νέου ὁσιοµάρτυρα Παύλου, ἀναφέρουν καὶ τὴν µνήµη τοῦ ἁγίου

νεοµάρτυρα Μήτρου ἢ Δηµητρίου τοῦ Πελοποννήσιου, ποὺ ἡ κυρίως µνήµη του εἶναι

τὴν 28η Μάιου, ὅπου καὶ ἡ ἡµέρα τοῦ µαρτυρίου του. Αὐτὸ γίνεται, προφανῶς διότι καὶ

οἱ δυὸ τιµῶνται στὴν ἴδια πόλη τὴν Τρίπολη τῆς Ἀρκαδίας, ὅπου βρίσκονται καὶ τὰ ἱερὰ

λείψανά τους.






Οἱ Ἅγιοι Αἰµίλιος καὶ Κάστος οἱ Ἀφρικανοί


Οἱ ἐν Καρχηδόνι ἐπὶ Σεπτιµίου Σεβήρου, Μάρτυρες (+ 251).


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 23



     Ὁ Ὅσιος Μιχαὴλ ὁ Ὁµολογητὴς ἐπίσκοπος Συνάδων

     Ἡ Ἁγία Μαρία τοῦ Κλωπᾶ ἡ Μυροφόρος

     Ὁ Ἅγιος Σάλωνας ὁ Ῥωµαῖος

     Ὁ Ἅγιος Σέλευκος

     Ὁ Ἅγιος Συνέσιος ἐπίσκοπος Καρπασίας Κύπρου

     Ἡ Ὁσία Εὐφροσύνη Πόλοτας, ἡγουµένη τοῦ Σωτῆρος καὶ ἡ εὕρεση τῶν τιµίων λειψάνων τοῦ Ἁγίου Λεοντίου Ἐπισκόπου Ῥοστοβίας, τοῦ Θαυµατουργοῦ (Ῥῶσοι)







Ὁ Ὅσιος Μιχαὴλ ὁ Ὁµολογητὴς ἐπίσκοπος Συνάδων



Ὑπῆρξε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Λέοντος τοῦ Ἀρµενίου (814 µ.Χ). Μοναχογιὸς πλουσίων γονέων ὁ Μιχαήλ, ἀπὸ τὰ Σύναδα τῆς Φρυγίας, σπούδασε τὰ θεολογικὰ γράµµατα καὶ ἔπειτα πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ συνδέθηκε µὲ ἕναν ἅγιο ἄνθρωπο, τὸ Θεοφύλακτο. Καὶ οἱ δυὸ µαζὶ κατοίκησαν σὲ ἕνα µοναστήρι στὸν Εὔξεινο Πόντο, ποὺ εἶχε ἱδρύσει ὁ Πατριάρχης Ταράσιος, ὁ ὁποῖος εἶδε τὸ θεῖο φωτισµὸ καὶ τὴν ἁγία ζωὴ

τῶν δυὸ ἀνδρῶν καὶ τοὺς χειροτόνησε ἱερεῖς. Ἔπειτα, τὸν µὲν Θεοφύλακτο ἔκανε ἐπίσκοπο Νικοµήδειας, τὸν δὲ Μιχαὴλ ἐπίσκοπο Συνάδων. Στὴ νέα του θέση, ὁ Μιχαὴλ ἔλαµψε πνευµατικὰ σὰν ὑπέρλαµπρη πόλη ἐπὶ τοῦ ὄρους κειµένη. Δυναµικὸς µαχητὴς τῆς πίστεως, δίδασκε τακτικὰ τὸ θεῖο λόγο. Ὑπεράσπιζε ἄγρυπνα τὸ ὀρθὸ δόγµα ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες καὶ διακρίθηκε γιὰ τὰ φιλάνθρωπο αἰσθήµατά του, συντρέχοντας τοὺς φτωχοὺς καὶ ἀσθενεῖς τοῦ ποιµνίου του. Ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Λέων

ὁ Ἀρµένιος κήρυξε διωγµὸ ἐνάντια στὶς ἱερὲς εἰκόνες, ὁ Μιχαὴλ ἀντιτάχθηκε µὲ θάῤῥος σ΄ αὐτὴ τὴν προκλητικὴ ἐνέργεια τοῦ αὐτοκράτορα. Ἀλλὰ ὁ Λέων µὲ θρασύτητα τὸν ἔκλεισε σὲ ἕνα φρούριο, ποὺ ὀνοµαζόταν Εὐδοκίας. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Μιχαὴλ δὲν ἔπαυε νὰ διδάσκει τὴν ἀλήθεια, τὸν περιέφερε ἀπὸ φυλακὴ σὲ φυλακή, µὲ ἀποτέλεσµα ἀπὸ τὶς κακουχίες νὰ παραδώσει τὸ πνεῦµα τοῦ «ὡς καλὸς στρατιώτης Ἰησοῦ Χριστοῦ». (Τὴν κάρα τοῦ Ἁγίου Μιχαὴλ ἀποθησαυρίζει ἡ Ἱ. Μονὴ Μεγίστης Λαύρας στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ τῆς παραχωρήθηκε µὲ χρυσόβουλο ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς Βασίλειο καὶ Κωνσταντῖνο).






Ἡ Ἁγία Μαρία τοῦ Κλωπᾶ ἡ Μυροφόρος



Ἦταν σύζυγος τοῦ Κλωπᾶ καὶ µία ἀπὸ τὶς γυναῖκες, ποὺ ἀκολούθησαν τὸν Κύριό µας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ὑπηρετοῦσαν στὸ ἔργο Του. Ὅταν γινόταν ἡ φρικτὴ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ καὶ οἱ µαθητὲς κρύβονταν καὶ διασκορπίζονταν, αὐτὴ συµπαρακολουθοῦσε στὸν τόπο τῆς καταδίκης καὶ συµπαραστεκόταν στὴν σταυρικὴ ἀγωνία καὶ τὴν ταφὴ ἔπειτα τοῦ Ἰησοῦ. Ἀλλὰ ἦταν καὶ µία ἀπὸ τὶς µυροφόρες, ποὺ εὐτύχησε ν΄ ἀκούσει τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς, τὸ χαρµόσυνο ἄγγελµα τῆς Ἀναστάσεως. Γιοὶ τῆς Μαρίας αὐτῆς ἦταν ὁ Ἰωσὴς καὶ ὁ Ἰάκωβος. Ὁ τελευταῖος συγκαταλέχθηκε µεταξὺ τῶν 12 ἀποστόλων, ὀνοµαζόταν µάλιστα Μικρὸς γιὰ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὸν ἄλλο Ἰάκωβο, τὸν ἀδελφό του


Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου. Ἐπίσης ἡ Μαρία ἦταν παροῦσα καὶ κατὰ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος στὸ ὑπερῷο. Ὅταν σχηµατίστηκε ἡ πρώτη Ἐκκλησία στὴν Ἱερουσαλήµ, ἡ Μαρία ἐξακολούθησε νὰ προσφέρει σ΄ αὐτὴ τὶς ὑπηρεσίες της, γιὰ τὴν ἐπέκταση τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ γιὰ κάθε καλὸ καὶ φιλάνθρωπο ἔργο.






Ὁ Ἅγιος Σάλωνας ὁ Ῥωµαῖος



Μαρτύρησε διὰ ξίφους.






Ὁ Ἅγιος Σέλευκος



Μαρτύρησε ἀφοῦ τὸν θανάτωσαν µὲ πριόνισµα.






Ὁ Ἅγιος Συνέσιος, ἐπίσκοπος Καρπασίας Κύπρου



Περιλαµβάνεται µεταξὺ τῶν Ἁγίων της Κυπριακῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς νὰ ἀναφέρουν τίποτα οἱ Συναξαριστὲς γι΄ αὐτόν. Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Λεόντιο Μαχαιρὰ (σελ. 68, ἐκδ. Σάθα). καὶ τὸν Delehaye (Les Saints de Chypre, σελ. 255-270). Στὴν Ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου τοῦ Χάκκετ, τόµ. Β΄, σελ. 209, µετάφραση Χ. Παπαϊωάννου, λέγεται, ὅτι «τιµᾶται ἐν Ῥιζοκαρπάσῳ διὰ τοῦ κυριοτέρου ναοῦ τῆς κωµοπόλεως καὶ µνηµονεύεται καθ΄ ὅλην τὴν Καρπασίαν ἐν ταῖς Λειτουργείαις µετὰ τοῦ Φίλωνος καὶ Θύρσου».






Ἡ Ὁσία Εὐφροσύνη Πόλοτας, ἡγουµένη τοῦ Σωτῆρος καὶ ἡ εὕρεση τῶν τιµίων λειψάνων τοῦ Ἁγίου Λεοντίου Ἐπισκόπου Ῥοστοβίας, τοῦ Θαυµατουργοῦ (Ῥῶσοι)


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 24



     Ὁ Ὅσιος Συµεὼν ὁ Θαυµαστορείτης

     Ὁ Ἅγιος Μελέτιος ὁ Στρατιώτης (κατ᾿ ἄλλους Στρατηλάτης), Ἰωάννης, Στέφανος, Σεραπίων ὁ Αἰγύπτιος, Καλλίνικος ὁ Μάγος, Μαρκιανή, Παλλαδία, Σωσσάνη, Κυριακὸς καὶ Χριστιανὸς τὰ Νήπια, 12 κόµητες καὶ τριβούνοι, Φῆστος, Φαῦστος, Μάρκελλος, Θεόδωρος, Μελέτιος, Σέργιος, Μαρκελλίνος, Φίληκος (ἢ Φήλιξ), Φωτεινός, Θεοδωρίσκος, Μερκούριος καὶ Δίδυµος, καθὼς καὶ ἄλλοι 11208

Μάρτυρες

     Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Στυλίτης Πρεσλαβίας ὁ Θαυµατουργὸς (Ῥῶσος)

     Ὁ Ὅσιος Κυριακὸς ὁ ἐν Κύπρῳ







Ὁ Ὅσιος Συµεὼν ὁ Θαυµαστορείτης



Ὁ πατέρας του Ἰωάννης ἦταν ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα, ἀλλὰ ὁ Συµεὼν γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχεια στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Ἰουστίνου Β´ (574 µ.Χ.). Ὅταν ἦταν πέντε χρονῶν, σεισµὸς τροµερὸς κατέστρεψε µεγάλο µέρος τῆς Ἀντιοχείας. Ὁ πατέρας του σκοτώθηκε ἐνῷ βρισκόταν µέσα στὸ σπίτι καὶ κατέῤῥευσε ἡ στέγη. Ἡ µητέρα του Μάρθα σώθηκε, διότι ἐκείνη τὴν στιγµὴ ἦταν σὲ κάποιο ναὸ τῆς πόλης. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ µικρὸς Συµεών, ποὺ

µόνος του εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ πῆγε στὸν κοντινὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου. Ἡ Μάρθα ὅταν βρῆκε τὸ Συµεών, δόξασε τὸ Θεό, διότι κράτησε τουλάχιστον τὸ παιδί της ζωντανό. Ἀπὸ τότε, µὲ περισσότερο ζῆλο µόρφωνε τὸ παιδί της σύµφωνα µὲ τὰ θεῖα παραγγέλµατα. Ὅταν ὁ Συµεὼν µεγάλωσε, πῆγε στὴ Σελεύκεια σὲ ἕνα µικρὸ

µοναστήρι (στὸ Θαυµαστὸ ὄρος), ὅπου βρισκόταν ἕνας περίφηµος ἀσκητής, ὁ Ἰωάννης. Κοντά του ὁ Συµεὼν πῆρε περισσότερα καὶ ὑψηλότερα διδάγµατα χριστιανικῆς ζωῆς καὶ µελέτησε συστηµατικότερα τὶς Γραφές. Τόσο δὲ καλὴ διαγωγὴ εἶχε µέσα στὸ

µοναστήρι, ποὺ κάποτε κάποιος φθονερὸς συµµοναστής του προσπάθησε νὰ τὸν

µαχαιρώσει, ἀλλὰ ἀπὸ θαῦµα τὸ χέρι του ξεράθηκε ἐπὶ τόπου. Ὁ ἀµνησίκακος Συµεὼν

προσευχήθηκε, σταύρωσε τὸ χέρι τοῦ παρ᾿ ὀλίγον φονιᾶ του, καὶ ἀµέσως αὐτὸ

θεραπεύθηκε. Ὁ Θεός, γιὰ τὴν θερµότητα τῆς πίστεως του, ἔδωσε στὸ Συµεὼν τὸ

χάρισµα νὰ θεραπεύει δαιµονισµένους. Καὶ ὅπως ὁ Κύριός µας, ἔτσι καὶ ὁ Συµεών,

µέχρι ποὺ ἀποδήµησε «δαιµόνια πολλὰ ἐξέβαλε».






Ὁ Ἅγιος Μελέτιος ὁ Στρατιώτης (κατ᾿ ἄλλους Στρατηλάτης), Ἰωάννης, Στέφανος, Σεραπίων ὁ Αἰγύπτιος, Καλλίνικος ὁ Μάγος, Μαρκιανή, Παλλαδία, Σωσσάνη, Κυριακὸς καὶ Χριστιανὸς τὰ Νήπια, 12 κόµητες καὶ τριβούνοι, Φῆστος, Φαῦστος, Μάρκελλος, Θεόδωρος, Μελέτιος, Σέργιος, Μαρκελλίνος, Φίληκος (ἢ Φήλιξ), Φωτεινός, Θεοδωρίσκος, Μερκούριος καὶ Δίδυµος, καθὼς καὶ ἄλλοι 11208

Μάρτυρες



Μαρτύρησαν στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Ἡλιογαβάλου (218 -222). Ὁ ἅγιος Μελέτιος,


ὁ ἀρχηγὸς ἂς ποῦµε τῆς µαρτυρικῆς αὐτῆς σειρᾶς, ὑπηρετοῦσε στρατιώτης µαζὶ µὲ δυὸ ἄλλους ἁγίους τὸν Στέφανο καὶ τὸν Ἰωάννη. Τοὺς κατήγγειλαν ὅτι πίστευαν στὸ Χριστὸ καὶ διατάχτηκαν νὰ τὸν ἀρνηθοῦν. Ἐπειδὴ ὅµως δὲν τὸ ἔπραξαν, ὑποβλήθηκαν σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Τελικὰ τὸν µὲν Μελέτιο ἀπαγχόνισαν, τοὺς δὲ Στέφανο καὶ Ἰωάννη ἀποκεφάλισαν. Ἀλλ᾿ ὁ Σεραπίων ὁ εἰδωλολάτρης, ὅταν εἶδε τὸν ἅγιο Μελέτιο

µὲ τὴν προσευχή του νὰ συντρίβει τὰ εἴδωλα τοῦ ναοῦ, πίστεψε. Ἐπίσης ὁ Καλλίνικος ὁ

µάγος, ὅταν εἶδε καὶ αὐτὸς ὅτι ὁ Μελέτιος δὲν ἔπαθε τίποτα ἀπὸ τὸ θανατηφόρο

δηλητήριο ποὺ τοῦ εἶχαν ποτίσει, πίστεψε καὶ αὐτός. Καὶ οἱ δυὸ ἀφοῦ ὁµολόγησαν

σταθερὰ τὸ Χριστό, ἀποκεφαλίστηκαν. Ὅµως, στὴ θέα τοῦ µαρτυρίου τους, πίστεψαν

καὶ ἔδωσαν τὴν ζωή τους γιὰ τὸ Χριστό, 12 κόµιτες καὶ Τριβούνοι, τρεῖς γυναῖκες, ἡ

Μαρκιανή, ἡ Παλλάδια καὶ ἡ Σωσάννη, δυὸ νήπια, ὁ Κυριάκος καὶ ὁ Χριστιανός, καὶ

ἀκολούθησε ἕνα πλῆθος µαρτύρων ποὺ ὁ ἀριθµὸς τοὺς φτάνει 11208!






Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Στυλίτης Πρεσλαβίας ὁ Θαυµατουργὸς (Ῥῶσος)






Ὁ Ὅσιος Κυριακὸς ὁ ἐν Κύπρῳ



Ὁ Ἅγιος Κυριακὸς ἔζησε βίο ἀσκητικὸ πλησίον τῆς κοινότητος Εὐρύχου, ὅπου σῴζεται ξυλόστεγος µονόκλιτος ναός, ὁ ὁποῖος χρονολογεῖται τὸν 16ον αἰῶνα. Στὴ βόρεια πλευρὰ τοῦ ναοῦ διασῴζεται ὁ τάφος τοῦ ἁγίου. Στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου - Εὐρύχου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν προσωρινὴ ἕδρα τῆς Μητροπόλεως Μόρφου, φυλάγεται ἡ τιµία του κάρα. Ἐπίσης στὸ ναὸ σῴζεται παλαιὰ φορητὴ εἰκόνα τοῦ ἁγίου. Στὸ χωριὸ Ἁγία Μαρίνα Ξυλιάτου ὑπάρχουν ἐρείπια παλιᾶς ἐκκλησίας στὸ ὄνοµά του, καθὼς καὶ παλαιὰ χειρόγραφη φυλλάδα µὲ τὴν ἀκολουθία του.


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 25



     Ἡ τρίτη Εὕρεσις Κεφαλῆς Τιµίου Προδρόµου

     Ὁ Ἅγιος Κελεστίνος

     Ὁ Ὅσιος Ὀλβιανός

     Τῇ 25ῃ ἢ τὴν πρώτη µετ΄ αὐτὴν ἐρχόµενη Κυριακὴ (25-31 Μαΐου): Ἀνάµνησις τῆς ἐν Σύρῳ εὑρέσεως τῆς θαυµατουργοῦ ἱερᾶς εἰκόνος τοῦ ἁγίου µεγαλοµάρτυρος Δηµητρίου (1936)

     Τῇ τελευταίᾳ Κυριακῇ τοῦ µηνὸς Μαΐου (25-31) ἐν ἁπάσῃ τῇ περιοχῇ τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας, µνήµη τῶν Εὐρυτάνων Νεοµαρτύρων

     Τῇ τελευταίᾳ Κυριακῇ τοῦ Μαΐου (25-31), πάνδηµος ἐπιτελεῖται ἑορτὴ ἐν

Κορίνθῳ τῶν συνεργῶν τοῦ ἀποστόλου Παύλου







Ἡ τρίτη Εὕρεσις Κεφαλῆς Τιµίου Προδρόµου



«Ὡς θεῖον θησαύρισµα ἐγκεκρυµµένον τὴν γῆ». Πράγµατι, ἡ τίµια κεφαλὴ τοῦ Βαπτιστῆ Ἰωάννη, ἐνῷ ἦταν πολλὰ χρόνια κρυµµένη, τώρα φάνηκε µέσα στὴ γῆ, ὅπως διακρίνεται ὁ χρυσὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα κοινὰ µέταλλα. Ὅµως, δὲν ἦταν κλεισµένη µέσα σὲ εἰδικὴ στάµνα ὅπως πρῶτα, ἀλλὰ βρισκόταν µέσα σὲ ἀργυρὸ ἀγγεῖο καὶ σὲ τόπο ἱερό. Ἡ εὕρεση αὐτὴ ἔγινε ἀπὸ κάποιο ἱερέα στὰ Κόµανα τῆς Καππαδοκίας. Ἀπὸ ἐκεῖ

µετακόµισαν τὸ ἱερὸ λείψανο στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἡ ὑποδοχὴ ἔγινε µὲ

µεγάλη ἐπισηµότητα. Ὁ τότε πιστότατος βασιλιὰς καὶ ὁ Πατριάρχης µὲ ὅλο τὸν

ὀρθόδοξο λαό, ὑποδέχθηκαν µὲ πολλὴ χαρὰ τὴν τιµία κεφαλὴ τοῦ Προδρόµου. Ἔπειτα,

µὲ εὐλάβεια τὴν προσκύνησαν καὶ τὴν τοποθέτησαν σὲ τόπο ἱερό. Ἔτσι, ἐπαληθεύεται

ὁ λόγος τοῦ ψαλµῳδοῦ Δαυίδ: «Φυλάσσει Κύριος πάντα τὰ ὀστᾶ αὐτῶν, ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ

συντριβήσεται». Ὁ Κύριος, δηλαδή, φυλάσσει ὅλα τὰ ὀστᾶ τῶν δικαίων, καὶ οὔτε ἕνα

ἀπὸ αὐτὰ δὲ θὰ συντριβεῖ.






Ὁ Ἅγιος Κελεστίνος



Ἀνῆκε καὶ αὐτὸς στὴν ἡρωικὴ ἐκείνη φάλαγγα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ βάδισε µὲ τὸ σταυρὸ στὸν ὦµο καὶ σφράγισε τὴν ἀφοσίωσή του, µὲ τὴν θυσία τῆς ζωῆς του. Διακαὴς πόθος τοῦ Κελεστίνου ἦταν ἡ γρηγορότερη ἐπικράτηση τῆς ἀληθινῆς θρησκείας. Κήρυττε µὲ θάῤῥος τὰ διδάγµατα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ καλοῦσε τοὺς ἀπίστους νὰ δεχτοῦν ἀπὸ αὐτὰ τὸ φῶς, καὶ νὰ σώσουν ἔτσι τὶς ψυχές τους. Καταγγέλθηκε σὰν ὑβριστὴς καὶ ἀνατροπέας τῆς εἰδωλολατρίας. Καὶ ἐπειδὴ δὲν µπόρεσαν νὰ τοῦ ἀλλάξουν φρόνηµα, τὸν σκότωσαν, ἀφοῦ τὸν µαστίγωσαν ἄγρια καὶ διαπέρασαν τὶς πτέρνες του µὲ πυρακτωµένο σίδερο.


Ὁ Ὅσιος Ὀλβιανός



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.






Τῇ 25ῃ ἢ τὴν πρώτη µετ΄ αὐτὴν ἐρχοµένη Κυριακὴ (25-31 Μαΐου): Ἀνάµνησις τῆς ἐν Σύρῳ εὑρέσεως τῆς θαυµατουργοῦ ἱερᾶς εἰκόνος τοῦ ἁγίου µεγαλοµάρτυρος Δηµητρίου (1936)






Τῇ τελευταίᾳ Κυριακῇ τοῦ µηνὸς Μαΐου (25-31) ἐν ἁπάσῃ τῇ περιοχῇ τῆς ἱερᾶς

Μητροπόλεως Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας, µνήµη τῶν Εὐρυτάνων Νεοµαρτύρων






Τῇ τελευταίᾳ Κυριακῇ τοῦ Μαΐου (25-31), πάνδηµος ἐπιτελεῖται ἑορτὴ ἐν Κορίνθῳ τῶν συνεργῶν τοῦ ἀποστόλου Παύλου


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 26



     Ὁ Ἅγιος Κάρπος ὁ Ἀπόστολος ἀπὸ τοὺς 70

     Ὁ Ἅγιος Ἀλφαῖος ὁ Ἀπόστολος

     Ὁ Ἅγιος Ἀβέρκιος

     Ἡ Ἁγία Ἑλένη

     Ὁ Ἅγιος Συνέσιος ἐπίσκοπος

     Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ὁ Θεσσαλονικιὸς ὁ Δερβίσης

     Ὁ Ἅγιος Augustine (Ἄγγλος)






Ὁ Ἅγιος Κάρπος ὁ Ἀπόστολος ἀπὸ τοὺς 70



Ὁ ἀπόστολος Κάρπος ἔζησε στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Νέρωνα (52 µ.Χ.), καὶ συναριθµεῖται µὲ τοὺς ἑβδοµήκοντα µαθητὲς τοῦ Κυρίου. Ἐπίσης, ἦταν συνεργάτης τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ ἀπ΄ ὅ,τι µαθαίνουµε ἀπὸ τὴν Β´ πρὸς Τιµόθεον ἐπιστολή του (δ´

13), ἐργάσθηκε γιὰ τὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στὴν Τρωάδα. Ἔπειτα, ἔγινε ἐπίσκοπος στὴ Βάρνα τῆς Θρᾴκης (ὁ δὲ Σ. Εὐστρατιάδης, ἀναφέρει Βέῤῥοια τῆς Θρᾴκης), ὅπου µὲ τὴν ἁγία του ζωὴ καὶ τὸ φωτισµὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, ἔγινε πνευµατικὸς ἀστέρας πρώτου µεγέθους καὶ φώτισε µὲ τὶς θεῖες διδασκαλίες του ὅλη τὴν ἐπικράτεια τῆς ἐπισκοπῆς του. Στὸ ἔργο του ὁ Κάρπος ὑπέστη πολλοὺς πειρασµοὺς καὶ θλίψεις, ποὺ ἀντιµετώπισε µὲ µεγάλη γενναιότητα καὶ ὑποµονή. Δὲ φοβόταν τοὺς πόνους καὶ τὶς κακοπάθειες, ἀλλὰ ἔµπαινε δυναµικὰ στὴ µάχη, χωρὶς νὰ ὑπολογίζει τὸ θυµὸ καὶ τὴν ὀργὴ τῶν τυράννων. Εἶχε κατασταλάξει µέσα του ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «ἐν τῷ κοσµῷ θλίψιν ἔξετε». Δηλαδή, ἐφόσον εἶστε µέσα στὸν κόσµο, θὰ ἔχετε θλίψη. Ὁ δρόµος γιὰ τὴν ἕνωση µὲ τὸν Κύριο δὲν εἶναι στρωµένος µὲ ῥοδοπέταλα, ἀλλὰ µὲ δοκιµασίες, ποὺ

µὲ συνεχὴ ἀγῶνα πρέπει νὰ τὶς ἀντιµετωπίζουµε, σύµφωνα µὲ τὸ ἅγιο θέληµά Του. Ὁ Κάρπος πέθανε εἰρηνικά, φωτίζοντας µὲ τὸ παράδειγµα τοῦ πολλοὺς ἀνθρώπους.






Ὁ Ἅγιος Ἀλφαῖος ὁ Ἀπόστολος



Δὲν ὑπάρχουν σαφῆ βιογραφικά του στοιχεῖα, γι΄ αὐτὸ δὲν µποροῦµε νὰ ἀποφανθοῦµε

µὲ βεβαιότητα ποιὸς Ἀλφαῖος εἶναι. Τὸ µόνο ποὺ γνωρίζουµε εἶναι, ὅτι ἀπεβίωσε

εἰρηνικά.






Ὁ Ἅγιος Ἀβέρκιος



Στοὺς Συναξαριστὲς ἀναφέρεται ὅτι ἦταν γιὸς τοῦ Ἀποστόλου Ἀλφαίου καὶ ἀφοῦ τὸν ἅπλωσαν σὲ µελισσῶνα, θανατώθηκε ἀπὸ τὶς µέλισσες.


Ἡ Ἁγία Ἑλένη



Στοὺς Συναξαριστὲς ἀναφέρεται ὅτι ἦταν ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Ἀβερκίου καὶ µαρτύρησε διὰ λιθοβολισµοῦ.



Ὁ Ἅγιος Συνέσιος ἐπίσκοπος



Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται ἐπιγραµµατικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασµατάριον» ἔκδοση «Ἀποστολικῆς Διακονίας» 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἀναφέρεται ἡ µνήµη του αὐτὴ τὴν µέρα.






Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ὁ Θεσσαλονικιός, ὁ Δερβίσης



Καταγόταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη καὶ γιὰ νὰ ἀποφύγει τὶς ἀκόλαστες προθέσεις κάποιου Τούρκου, νέος ἀκόµα, ἦλθε στὴ Σµύρνη. Ἄγνωστο γιὰ ποιοὺς λόγους, στὴν πόλη αὐτή, ἐξισλαµίστηκε. Ἀργότερα πῆγε στὴ Μέκκα καὶ µπῆκε στὸ Τάγµα τῶν Δερβίσιδων. Ἐλεγχόµενος ἀπὸ τὴν συνείδησή του καὶ προσπιούµενος τὸν τρελό, ἔχοντας πάντα τὸ σχῆµα τοῦ Δερβίση, περιόδευε γιὰ 18 χρόνια στὶς ὑπόδουλες χῶρες, ἐλέγχοντας δριµύτατα τὴν τούρκικη τυραννία. Πολλὲς φορὲς τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκδηλώσει τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἐκδήλωσε µὲ ἔργα ἀγαθά. Ὅταν ἦλθε στὴ Χίο παρακολούθησε τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ σὲ χριστιανικὴ ἐκκλησιὰ ἄφοβα, ἔχοντας τὰ ῥοῦχα τοῦ Δερβίση. Ἀπὸ τὴν Χίο πῆγε στὴ Σµύρνη καὶ παρουσιάστηκε στὸν κριτὴ τῆς πόλης καὶ ὁµολόγησε ὅτι µετανόησε γιὰ τὴν προηγούµενη κατάστασή του καὶ ὅτι τώρα ἐπανέρχεται στὸν χριστιανισµό, ἀφοῦ

πέταξε µπροστὰ στὸν κριτὴ τὰ ῥοῦχα τοῦ Δερβίση. Τὸν ἔριξαν τότε στὴ φυλακὴ καὶ τρεῖς φορὲς τὸν ἔβγαλαν καὶ προσπαθοῦσαν µὲ κολακεῖες καὶ φοβερισµοὺς νὰ

κάµψουν τὸ φρόνηµά του. Ἀλλ΄ ὁ Ἀλέξανδρος παρέµεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του καὶ στὴν ἀπόφασή του νὰ πεθάνει γι΄ αὐτή. Ὅταν ὁδηγήθηκε στὸν τόπο τῆς ἐκτέλεσής του, γιὰ µία ὥρα - ποὺ εἶχε ἀναβληθεῖ ἡ ἐκτέλεσή του - προσευχόταν γονατιστὸς καὶ ἀτάραχος µπροστὰ στὸ πολυάριθµο πλῆθος Τούρκων, Ἑλλήνων, Φράγκων καὶ Ἀρµενίων. Γεµάτος χάρη καὶ θάῤῥος ὑπέµεινε µὲ καρτερία τὸν µαρτυρικό του θάνατο

µὲ ἀποκεφαλισµό, στὶς 26 Μαΐου 1794.






Ὁ Ἅγιος Augustine (Ἄγγλος)



Λεπτοµέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ. Ἀθῆναι 1985.


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 27



     Ὁ Ἅγιος Ἑλλάδιος

     Ὁ Ἅγιος Θεράπων

     Ὁ Ἅγιος Εὐσεβιώτης (ἢ Εὐβίοτος)

     Ὁ Ἅγιος Ἀλύπιος

     Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ῥῶσος

     Ὁ Ὅσιος Θεράπων

     Ὁ Ἅγιος Bede (Ἄγγλος)







Ὁ Ἅγιος Ἑλλάδιος



Ὁ Ἅγιος Ἑλλάδιος ἔζησε τὴν ἐποχὴ τῶν σκληρῶν διωγµῶν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Τὴ ζωή του σὰν λαϊκοῦ χαρακτήριζε ἡ µεγάλη σωφροσύνη, γι΄ αὐτὸ καὶ κλήθηκε στὸ ἀξίωµα τοῦ ἐπισκόπου. Ἀπὸ τὴν θέση αὐτή, ὁ Ἑλλάδιος διακρίθηκε γιὰ τὴν σοφία µὲ τὴν ὁποία τακτοποιοῦσε τὰ διάφορα ζητήµατα. Καὶ ἐπειδὴ ἡ θεία σοφία «διατείνει ἀπὸ πέρατος

εἰς πέρας εὐρώστως καὶ διοικεῖ τὰ πάντα χρηστῶς», δηλαδή, ἐπεκτείνει µὲ δύναµη τὴν κυριαρχία της ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο τοῦ κόσµου ὡς τὸ ἄλλο, καὶ διοικεῖ τὰ πάντα µὲ εὐεργετικὴ καλοσύνη καὶ ἀγαθότητα, ἔτσι καὶ ὁ Ἑλλάδιος, ποὺ εἶχε τὸ χάρισµα αὐτό, διοικοῦσε τὶς ψυχὲς τοῦ ποιµνίου του. Κατόρθωσε καὶ ἔφερε πολλοὺς εἰδωλολάτρες στὴ χριστιανικὴ πίστη. Ἡ δράση του αὐτή, ὅµως, προκάλεσε τὸν εἰδωλολάτρη ἄρχοντα, ποὺ τὸν συνέλαβε καὶ πρότεινε στὸν Ἑλλάδιο νὰ ἀρνηθεῖ τὸ Χριστό, προκειµένου νὰ σώσει τὸ κεφάλι του. Μὲ ἀγανάκτηση ὁ Ἑλλάδιος δήλωσε ὅτι εἶναι ἀτιµία νὰ προτείνουν σὲ ἕνα χριστιανὸ ἐπίσκοπο τέτοιους τρόπους σωτηρίας. Τότε ἔσχισαν τὶς σάρκες του µὲ σιδερένια νύχια, ἀλλὰ θείᾳ χάριτι θεραπεύθηκε ἀµέσως. Τελικά, µετὰ ἀπὸ συνεχεῖς ῥαβδισµοὺς τὸν σκότωσαν, καὶ ἔτσι πῆρε τὸ ἀθάνατο στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.






Ὁ Ἅγιος Θεράπων



Ἦταν ἱερέας στὴν ἐκκλησία τῶν Σάρδεων. Κατὰ τὰ παραγγέλµατα τοῦ ἀπ. Παύλου ἦταν πρᾶος, εἰρηνικός, ἐπιεικής, φιλόξενος, ἀφιλοχρήµατος, διδακτικός, καὶ ἔτρεµε

µήπως ἀπὸ ἀµέλειά του χανόταν ἢ καὶ στιγµιαῖα σκανδαλιζόταν ἔστω καὶ µόνο µία ψυχή. Ὅταν συνελήφθη, διατάχθηκε νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Ἰησοῦ. Αὐτὸς µίλησε στὸν εἰδωλολάτρη ἄρχοντα σὰν ἥρωας, ἐπιθυµῶντας νὰ βαδίσει στὸ µαρτύριο καὶ ὄχι νὰ τ΄ ἀποφύγει. Ὁ ἔπαρχος Οὐαλεριανὸς τὸν βασάνισε σκληρά, καὶ τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισε κοντὰ στὸν ποταµὸ Ἔρµο, ὅπου βρισκόταν ἡ ἐπισκοπὴ Σατάλων.






Ὁ Ἅγιος Εὐσεβιώτης (ἢ Εὔβιοτος)


Μαρτύρησε διὰ πυρός.






Ὁ Ἅγιος Ἀλύπιος



Μαρτύρησε ἀφοῦ συνέτριψαν τὸ κεφάλι του µὲ ὀγκόλιθο.






Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ῥῶσος



Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ῥωσία. Αἰχµαλωτίστηκε τὸ 1730 ἀπὸ τοὺς Τατάρους, οἱ ὁποῖοι τὸν πούλησαν σὰν δοῦλο σ΄ ἕνα Τοῦρκο στὸ Προκόπι τῆς Καισαρείας. Ὁ Τοῦρκος αὐτός, προσπάθησε ποικιλοτρόπως νὰ ἐξωµόσει τὸν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ὅµως ἔµεινε ἀκλόνητος στὴ χριστιανική του πίστη. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς θλίψεις καὶ ταλαιπωρίες, ποὺ ἀναγράφονται λεπτοµερῶς στὴν ἐκτενέστερη βιογραφία του, κατόρθωσε νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸν ἀσεβὴ δεσπότη του καὶ ἀποσύρθηκε σὲ ἐρηµικὸ µέρος ἀσκούµενος. Ἔτσι θεάρεστα καὶ µὲ αὐστηρὴ ἄσκηση ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά, προβλέποντας µάλιστα - µὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ - καὶ τὸν θάνατό του (27 Μαΐου 1730). Ἀκολουθία του ἐκδόθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1849 καὶ 1897, καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη

1899. Σήµερα εἶναι γνωστὸ σ΄ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, ὅτι στὸ Νέο Προκόπι Εὐβοίας, βρίσκεται ἀποθησαυρισµένο τὸ σκήνωµα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Ῥώσου (τοποθετήθηκε τὸ 1925) καὶ ἔγινε γνωστὸ ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύµατα ποὺ ἔγιναν ἐκεῖ. Ἔτσι πλῆθος κόσµου συῤῥέει κατὰ τὴν ἡµέρα τῆς πανήγυρής του στὶς 27 Μαΐου, ἀλλὰ καὶ κάθε µέρα.






Ὁ Ὅσιος Θεράπων



Κτήτωρ Ἱ. Μονῆς Εὐαγγελισµοῦ, Ῥῶσος (+ 16ος αἰ.).






Ὁ Ἅγιος Bede (Ἄγγλος)



Λεπτοµέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 28



     Ὁ Ἅγιος Εὐτυχὴς ἐπίσκοπος Μελιτηνῆς

     Ἡ Ἁγία Ἐλικωνίδα

     Οἱ Ἅγιοι Κρήσκης, Παῦλος καὶ Διοσκορίδης

     Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλός

     Ὁ Ἅγιος Νικήτας Ἀρχιεπίσκοπος Χαλκηδόνας

     Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας ὁ ἱεροµόναχος

     Ὁ Ἅγιος Μῆτρος ἢ Δηµήτριος ὁ Πελοποννήσιος

     Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θαυµατουργὸς

     Μνήµη Α´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου

     Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (+ 4ος αἰ.)







Ὁ Ἅγιος Εὐτυχὴς ἐπίσκοπος Μελιτηνῆς



Ὑπῆρξε ἄξιος στρατιώτης Χριστοῦ καὶ ἀκούραστος ἐργάτης τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ καρποφόρα διδασκαλία του καὶ τὰ ἐποικοδοµητικά του ἔργα κράτησαν πολλὲς ψυχὲς ὄρθιες στὴ χριστιανικὴ πίστη. Μάλιστα, εἶχε τὸ χάρισµα νὰ ἁλιεύει ψυχὲς στὸ Χριστὸ µὲ τὰ σωτήρια δίχτυα τοῦ Εὐαγγελίου. Καὶ τὸ σπουδαιότερο, ἦταν ἕτοιµος νὰ δώσει καὶ τὴν ζωή του γιὰ τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν σωτηρία αὐτῶν τῶν ψυχῶν, µιµούµενος τὸν Κύριο, ποὺ εἶπε: «Καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν». Δηλαδή, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, δὲν ἦλθε στὸν κόσµο γιὰ νὰ ὑπηρετηθεῖ, ἀλλὰ ἦλθε γιὰ νὰ ὑπηρετήσει καὶ νὰ δώσει τὴν ζωή του λύτρο, γιὰ νὰ ἐξαγορασθοῦν καὶ νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὴν ἁµαρτία καὶ τὸ θάνατο πολλοί. Ὁ φθόνος, ὅµως, τῶν πωρωµένων εἰδωλολατρῶν ὁδήγησε στὴ σύλληψη τοῦ Εὐτυχοῦς καὶ κατόπιν στὸ µαρτυρικὸ θάνατο, µέσα στὰ βαθειὰ νερὰ ἑνὸς ποταµοῦ.

Ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης στὸ Ἁγιολόγιό του, ἰσχυρίζεται ὅτι ἐσφαλµένα γράφεται Εὐτυχὴς καὶ µάλιστα ἐπίσκοπος Μελιτηνῆς καὶ ὅτι τὸ σωστὸ εἶναι Εὐτύχιος µάρτυς καὶ ὄχι ἐπίσκοπος.






Ἡ Ἁγία Ἐλικωνίδα



Ἔζησε στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Γορδιανοῦ τοῦ Γ´, στὰ µέσα τοῦ 3ου µ.Χ. αἰῶνα (238-244). Ἦταν Θεσσαλονικιὰ ἀλλὰ µετακόµισε στὴν Κόρινθο, ὅπου καταγγέλθηκε σὰν χριστιανὴ στὸν ἄρχοντα Περίνιο. Μάταια αὐτὸς προσπάθησε νὰ τὴν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ πίστη. Ἐκείνη ἔµενε σταθερὴ καὶ φώναζε ὅτι εἶναι χριστιανή.

Ἐξοργισµένος τότε ὁ Περίνιος τὴν ἔβρισε χυδαῖα καὶ τῆς ξύρισε τὸ κεφάλι. Ἡ Ἐλικωνίδα χαµογελῶντας ἀπάντησε: «Σεῖς, ἔπαρχε, θεωρεῖτε ἄνθρωπο κυρίως τὸ σῶµα, καὶ τὴν ὀµορφιά του, νοµίζετε ὅτι εἶναι ἡ κυριότερη ἀνθρώπινη ἀρετή, καὶ πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴν βάση στηρίζετε τὴν ταπεινὴ καὶ πρόσκαιρη εὐτυχία σας. Ἀλλὰ γιὰ µᾶς τοὺς


χριστιανούς, τὸ ἐπίγειο σῶµα εἶναι ὅπως καὶ τὸ ῥοῦχο. Αὐτὸ κάποια µέρα θὰ παλιώσει καὶ θὰ πεταχτεῖ. Ἑποµένως ὅ,τι καὶ ἂν κάνεις τὸ φθαρτὸ σῶµα µου δὲν θὰ µὲ ἐνοχλήσει, διότι δὲν θὰ καταφέρεις νὰ βλάψεις, µὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸ σῶµα τῆς ψυχῆς µου, ὅπου ἐµεῖς οἱ χριστιανοὶ στηρίζουµε τὴν αἰώνια εὐτυχία µας». Ὁ Περίνιος διέταξε τότε καὶ ἔβαλαν τὴν ἁγία µέσα σὲ λιωµένο µολύβι καὶ ἄσφαλτο. Ἡ θεία χάρη ὅµως τὴν κράτησε ἀβλαβή. Τὸ ἴδιο συνέβη, ὅταν ἀργότερα καὶ ὁ ἀνθύπατος Ἰουστίνος τὴν ἔριξε στὴ φωτιὰ καὶ τὰ ἄγρια θηρία. Τελικὰ ἡ Ἐλικωνίδα ἀποκεφαλίστηκε καὶ ἔτσι φόρεσε τὸ ἀµάραντο στεφάνι τοῦ µαρτυρίου γιὰ τὸν Χριστό.






Οἱ Ἅγιοι Κρήσκης, Παῦλος καὶ Διοσκορίδης



Ἔζησαν στὴ Ῥώµη καὶ ἔφεραν µὲ τὴν διδασκαλία τους πολλοὺς εἰδωλολάτρες στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Συνελήφθησαν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδειραν δυνατά, κατόπιν τοὺς ἔριξαν ζωντανοὺς µέσα σὲ καµίνι φωτιᾶς καὶ ἔτσι ὅλοι πῆραν τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.






Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλός



Χωρὶς ὑπόµνηµα στοὺς Συναξαριστές. Ὑπάρχουν ὅµως τρεῖς παραλλαγὲς τῆς βιογραφίας του, σὲ Ἁγιορείτικους κώδικες. Αὐτὸς λοιπὸν ἦταν Σκύθης στὴν καταγωγὴ καὶ ἔζησε στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπὶ βασιλέως Λέοντος τοῦ µεγάλου (πὼς βρέθηκε ἐκεῖ, ἄγνωστο). Ἀπὸ παιδὶ µπῆκε στὴν ὑπηρεσία κάποιου ἄρχοντα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Θεογνώστου ὀνοµαζόµενου. Ἐκεῖ λόγω τῆς ἀρετῆς του προόδευε καὶ ὁ ἄρχοντας τὸν εἶχε σὲ µεγάλη ἐκτίµηση. Κατόπιν ὅµως θείας προσταγῆς, ἀκολούθησε τὴν ζωή του διὰ Χριστὸν σαλοῦ (τρελοῦ), ποὺ µὲ λεπτοµέρεια περιγράφει ἡ ἐκτενέστερη βιογραφία του. Εἶχε προορατικὸ χάρισµα καὶ µεγάλη σοφία. Τελικὰ ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 66 χρονῶν.






Ὁ Ἅγιος Νικήτας Ἀρχιεπίσκοπος Χαλκηδόνας



Δὲν ἀναφέρεται στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήµου. Συναντᾶται στοὺς τέσσερις Λαυριωτικοὺς Κώδικες Δ 39, Θ 87, Δ 36 καὶ Ω 147. Στοὺς δυὸ τελευταίους ὑπάρχει ἀκολουθία του, ποίηµα Ἰωσὴφ τοῦ Ὑµνογράφου. Ἀπὸ τὴν ἀκολουθία του λοιπὸν

µαθαίνουµε, ὅτι ὁ Νικήτας ἔζησε στὰ χρόνια της εἰκονοµαχίας καὶ ἀναδείχτηκε µέγας ὁµολογητὴς µαζὶ µὲ ἄλλους δυὸ ἄγνωστους ἄλλους ὁµολογητές, καὶ µάλιστα συγγενεῖς του, τὸν Νικήτα καὶ τὸν Ἰγνάτιο. Ὑπῆρξε φιλάνθρωπος, ἄριστος ποιµενάρχης καὶ πολὺ ἀγωνιστὴς κατὰ τῶν αἱρέσεων.






Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας ὁ ἱεροµόναχος


Γεννήθηκε στὴν Προῦσα ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς χριστιανοὺς καὶ ἔγινε ἱερέας. Κάποτε ὅµως, τὸ 1801, καθὼς ἦταν µεθυσµένος ἀρνήθηκε τὸν Χριστό. Ἀλλ᾿ ὅταν συνῆλθε, παρουσιάστηκε στὸν κριτή, πέταξε τὸ σαρίκι καὶ ὁµολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Τότε τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή, ὅπου ὁ Ζαχαρίας προσευχόταν στὸν Θεὸ νὰ τὸν ἐνισχύσει στὸ µαρτύριο. Κατόπιν τὸν ἔβγαλαν καὶ µὲ κολακεῖες καὶ συµβουλὲς προσπάθησαν νὰ ἀλλάξουν τὸ φρόνηµά του. Ἀλλ᾿ ὁ Ζαχαρίας παρέµεινε σταθερὸς στὴν πίστη του. Ἀµέσως τότε ἄρχισαν τὰ φρικτὰ βασανιστήριά του. Ἀφοῦ τὸν ἔδειραν ἀνελέητα, ἕσφιξαν τὸ κεφάλι του µὲ πυρακτωµένα σίδερα. Κατόπιν ξερίζωσαν τὰ νύχια τῶν ἄκρων του µὲ µυτερὰ καὶ κοφτερὰ καλάµια, καὶ ἐξάρθρωσαν τὰ χέρια του. Στὴ

συνέχεια τὸν ἔκλεισαν πάλι στὴ φυλακή, ἀλλ᾿ ὅταν τὸν ὁδήγησαν ἐπανειληµµένα στὸν κριτή, ὁ Ζαχαρίας ὁµολογοῦσε πάντα Χριστὸν Ἐσταυρωµένον. Τότε τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 28 Μαΐου 1802, σὲ ἡλικία 38 ἐτῶν.






Ὁ Ἅγιος Μῆτρος ἢ Δηµήτριος ὁ Πελοποννήσιος



Καταγόταν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο καὶ ἀνατράφηκε ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς.

Ἐξισλαµίστηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, µαζὶ µὲ ἄλλους νέους, πιθανῶς µετὰ τὴν κατάπνιξη

τῆς ἐπανάστασης τῆς Πελοποννήσου τὸ 1769. Τὸ παιδὶ αὐτὸ ὀνοµαζόταν Δηµήτριος καὶ

ὅταν ἐξισλαµίστηκε ὀνοµάστηκε Μουσταφᾶς. Ἀπὸ τὴν φύση του εὐφυὴς καὶ

δραστήριος, ἀναδείχτηκε ὁ Μουσταφᾶς µεταξὺ τῶν ἐπιφανῶν Τούρκων τῆς

Πελοποννήσου καὶ πῆρε τὸ ἀξίωµα τοῦ Ἔπαρχου (ἰµπροχώραγα), καὶ ἀπόκτησε πολὺ

πλοῦτο καὶ δούλους. Ἐπιθυµοῦσε ὅµως ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ ἐπανέλθει στὴν πίστη τῶν

πατέρων του, γι᾿ αὐτὸ δὲν θαµπώθηκε ἀπὸ τὸν πλοῦτο καὶ τὶς τιµές. Πῆρε λοιπὸν τὴν

ἀπόφαση νὰ ἐπιστρέψει στὸν Χριστιανισµὸ καὶ προσῆλθε σ᾿ ἕνα πνευµατικὸ στὴν

Τρίπολη, ὅπου ἐξοµολογήθηκε, πῆρε τὴν συµβουλή του καὶ ζοῦσε κρυφὰ χριστιανικά.

Ἡ χριστιανική του ὅµως ζωὴ σκανδάλισε τοὺς µωαµεθανοὺς καὶ τὸν κατάγγειλαν στὸν

πασὰ τῆς Τρίπολης. Ὁπότε ὁ µάρτυρας συνελήφθη στὸ Μυστρᾶ, ὁδηγήθηκε στὸν πασὰ

τῆς Τρίπολης καὶ ὁµολόγησε ὅτι εἶναι ἕτοιµος νὰ χύσει τὸ αἷµα του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ

Ἰησοῦ Χριστοῦ. Παρὰ τὶς συµβουλὲς καὶ τὶς ὑποσχέσεις τοῦ πασᾶ, ὁ µάρτυρας

παρέµεινε ἀµετάθετος στὴν πίστη του. Μετὰ ἀπὸ ὁρισµένο χρονικὸ διάστηµα στὴ

φυλακή, τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 28 Μαΐου 1794, Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς, στὴν

Τρίπολη. Τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου παρέλαβαν οἱ χριστιανοὶ καὶ τὸ ἔθαψαν στὸν ναὸ τοῦ

Ἁγίου µεγαλοµάρτυρα Δηµητρίου στὴν Τρίπολη. Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου συνέγραψε ὁ

Κορινθίας Μακάριος.






Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θαυµατουργός



Ἐπίσκοπος Ῥοοτοβίας (Ῥῶσος).






Μνήµη Α´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου


Ἐν Νικαίᾳ (325) (Ζ´ Κυριακὴ µετὰ τὸ Πάσχα).






Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (+ 4ος αἰ.)



Συνεργάστηκε µὲ τὸν Μ. Ἀθανάσιο ἐναντίον τῶν Ἀρειανῶν, µετάσχων καὶ στὴν Α´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο. Ὁ Ἀλέξανδρος µετέφερε καὶ τὸ λείψανο τῆς µάρτυρος Ματρώνης στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἔκτισε καὶ ἐκκλησία. Ἑορτάζεται καὶ τὴν Ζ´ Κυριακὴ µετὰ τὸ Πάσχα.


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 29



     Ἡ Ἁγία Θεοδοσία ἡ Παρθένος

     Ἡ Ἁγία Θεοδοσία ἡ Ὁσιοµάρτυς ἡ Κωνσταντινουπολίτισσα

     Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας

     Οἱ Ἅγιοι Ἄνδρας καὶ ἡ Σύζυγός του

     Ὁ Ἅγιος Ὀλβιανός ἐπίσκοπος Ἀνέων καὶ οἱ αὐτοῦ µαθητές

     Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νάννος ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη

     Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἀργέντης

     Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θαυµατουργὸς ὁ διὰ Χριστὸν Σαλὸς

     Ἡ Ὁσία Ὑποµονή

     Ἀνάµνησις τῆς θλιβερᾶς ἁλώσεως τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων, τῆς

Κωνσταντινουπόλεως, ὑπὸ τῶν ἀντίχριστων (Τρίτη 29 Μαΐου 1453)

     Ὁ Ἅγιος Ethelbert (Ἄγγλος)







Ἡ Ἁγία Θεοδοσία ἡ Παρθένος



Ὁ θεοκίνητος Ἀπόστολος Παῦλος εἶπε: «Ἠρµοσάµην ὑµᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ». Ἔκανα τοὺς ἀῤῥαβῶνες σας µὲ ἕναν ἄνδρα, τὸ Χριστό, γιὰ νὰ σᾶς παρουσιάσω παρθένο ἁγνὴ σ᾿ Αὐτόν. Δηλαδή, νὰ παρουσιάσω τὶς ψυχές σας ἁγνὲς καὶ καθαρὲς ἀπὸ κάθε πλάνη καὶ ἁµαρτία, ἑνωµένες µὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη σὲ

µία πνευµατικὴ νύµφη, τῆς ὁποίας νυµφίος νὰ εἶναι ὁ Χριστός. Μία τέτοια ψυχὴ ἦταν καὶ ἡ παρθενοµάρτυς Θεοδοσία. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Φοινίκη καὶ δὲν εἶχε µόνο παρθενικὸ σῶµα, ἀλλὰ καὶ παρθενικὴ ψυχή. Ἀπὸ ἡλικία 18 χρονῶν, ἔλαµπε γιὰ τὸ ζῆλο καὶ τὴν θερµή της πίστη, ἀνάµεσα στὶς νεαρὲς εἰδωλολάτρισσες γυναῖκες. Αὐτὸ καταγγέλθηκε στὸν ἄρχοντα Οὐρβανό, ποὺ µὲ κάθε δελεαστικὸ τρόπο προσπάθησε νὰ τὴν πείσει νὰ ἀρνηθεῖ τὸ Χριστό. Ὅµως ἡ παρθένος Θεοδοσία ἔµεινε ἀµετακίνητη στὸ ἱερό της πιστεύω. Ὁ Οὐρβανός, βλέποντας τὴν ἀδάµαστη ἐπιµονή της, ἐξοργίστηκε καὶ

µὲ θηριώδη τρόπο ἔσπασε τὰ κόκκαλά της καὶ πριόνισε τὶς σάρκες της. Ἔπειτα, τὴν πλησίασε καὶ τῆς πρότεινε νὰ ἀλλαξοπιστήσει, ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγµή, καὶ αὐτὸς θὰ θεράπευε ἀµέσως τὶς πληγές της. Ἡ Θεοδοσία µισοπεθαµένη ἀπάντησε:

«Εἶµαι χριστιανή». Τότε ὁ τύραννος διέταξε καὶ τὴν ἔριξαν στὴ θάλασσα, ὅπου καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦµα της.






Ἡ Ἁγία Θεοδοσία ἡ Ὁσιοµάρτυς ἡ Κωνσταντινουπολίτισσα



Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ πλούσιους, στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Θεοδοσίου τοῦ Ἀδραµυττηνοῦ (716). Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα της, ἡ

µητέρα της τὴν ἔκλεισε σὲ κάποια µονὴ τῆς πόλης, σὲ ἡλικία ἑπτὰ ἐτῶν, ὅπου ἀργότερα ἐκάρη µοναχή. Ὅταν πέθανε καὶ ἡ µητέρα της, µοίρασε τὴν περιουσία της στοὺς φτωχοὺς καὶ τὰ ὀρφανά. Καὶ ἐπιδόθηκε στὴν ἄσκηση µέσα στὴ Μονή της, ποὺ ἦταν


κοντά «τοῦ Σκοτεινοῦ Φρέατος καὶ τῆς λεγοµένης Ἀσπάρου στέρνης». Μετὰ ἀπὸ 10 χρόνια ἄσκηση στὸ µοναστήρι της, ἀκολούθησε ὁ διωγµὸς κατὰ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ὁπότε οἱ ἀπεσταλµένοι τοῦ Λέοντα τοῦ Ἰσαύρου (ἢ κατ᾿ ἄλλη ἐκδοχὴ τοῦ Κων/νου Κοπρωνύµου) ἀποπειράθηκαν νὰ κατεβάσουν ἀπὸ τὴν Χαλκὴ Πύλη τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Τότε ἡ Θεοδοσία, µαζὶ µὲ ἄλλες γυναῖκες γκρέµισε ἀπὸ τὴν σκάλα τὸν ἀνεβασµένο Σπαθάριο καὶ τὸν σκότωσε. Κατόπιν συνελήφθη, καὶ τὶς µὲν ἄλλες γυναῖκες σκότωσαν, τὴν δὲ Θεοδοσία, ἔσφαξε ἕνας ἄγριος δήµιος µε κέρατο βοδιοῦ. Ἡ Σύναξή της γίνεται στὴ Μονὴ τοῦ Σωτῆρα Χριστοῦ τοῦ Εὐεργέτη, κατὰ δὲ τὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήµου στὴ Μονὴ τοῦ Δεξιοκράτους, ὅπου καὶ τὸ τίµιο λείψανό της.






Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας



Ἔζησε στὰ χρόνια του Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου καὶ χειροτονήθηκε Πατριάρχης

Ἀλεξανδρείας πρὶν τὴν Α´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο. Ἡ Πατριαρχία του συνεχίστηκε καὶ

µετὰ τὴν Σύνοδο αὐτὴ (313-328), διαδεχθεὶς τὸν Ἀχιλλᾶ (311-312). Αὐτὸς ἐξεδίωξε καὶ

ἀπέθαλε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τὸν κακόδοξο Ἄρειο. Πατριάρχευσε µὲ τὸ

φωτεινό του παράδειγµα γιὰ 15 ὁλόκληρα χρόνια καὶ ἄφησε διάδοχό του τὸν Μέγα

Ἀθανάσιο (328-373).






Οἱ Ἅγιοι Ἄνδρας καὶ ἡ Σύζυγός του



Μαρτύρησαν ἀφοῦ συνέτριψαν τὰ κόκκαλά τους µὲ ξύλα.






Ὁ Ἅγιος Ὀλβιανός ἐπίσκοπος Ἀνέων καὶ οἱ αὐτοῦ µαθητές



Ἦταν ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους, ποὺ ποίµαναν τὸ ποίµνιό τους µὲ πολλὴ στοργὴ καὶ ἐπιµέλεια. Συγχρόνως ὑπεράσπιζε τὴν πίστη τοῦ Εὐαγγελίου κατὰ τῶν προσβολῶν τῶν Ἰουδαίων καὶ τῶν εἰδωλολατρῶν. Στὸ διωγµό, κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἔκανε ὁ αὐτοκράτορας Διοκλητιανός, ὁ ἐπίσκοπος Ἀνέων Ὀλβιανὸς συνελήφθη καὶ µετὰ ἀπὸ ἀνάκριση, ὑποβλήθηκε σὲ σειρὰ σκληρῶν βασανιστηρίων. Ἀλλ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲν κατάφεραν νὰ νικήσουν τὴν θερµότητα τοῦ ζήλου του. Τελευταία τὸν ἔριξαν µαζὶ µὲ τοὺς µαθητές του µέσα στὴ φωτιά, ὅπου βρῆκαν τὸ θάνατο, καὶ ἀξιώθηκαν τοῦ

µαρτυρικοῦ στεφάνου.






Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νάννος ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη



Γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Ὁ πατέρας του ὀνοµαζόταν Ἰωάννης καὶ ἡ µητέρα του Θωµαῆ. Ἐπειδὴ ἡ γέννησή του συνέπεσε µὲ τὴν παραµονὴ τῆς γιορτῆς


τῶν γενεθλίων τοῦ Τιµίου Προδρόµου, οἱ γονεῖς του τὸν ὀνόµασαν Ἰωάννη. Γιὰ νὰ ξεχωρίζει ὅµως ἀπὸ τὸν πατέρα του, ποὺ εἶχε τὸ ἴδιο ὄνοµα, αὐτὸν τὸν ἔλεγαν Νάννο. Ὁ πατέρας του πῆγε στὴ Σµύρνη καὶ ἐργαζόταν σὰν ὑποδηµατοποιός. Ἀργότερα

παρέλαβε καὶ τοὺς γιούς του Θεόδωρο καὶ Ἰωάννη. Ἐνάρετοι καὶ οἱ δυὸ ἀδελφοί, καταγίνονταν µὲ τὴν τέχνη τους καὶ τὴν ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν. Ξαφνικὰ τὸν Ἰωάννη κατέλαβε ὁ πόθος τοῦ Μαρτυρίου καὶ «ἐγένετο τοῖς Ἀγαρηνοῖς ὡς Ἀγαρηνός, ἵνα κερδίσῃ τὸν Χριστόν». Ἔτσι κάποια µέρα ἔτρεξε στὸ σπίτι τοῦ ἀγᾶ, ποὺ εἶχε προσκολληθεῖ καὶ ἀφοῦ φόρεσε χριστιανικὰ ῥοῦχα καὶ τούρκικο σαρίκι στὸ κεφάλι, παρουσιάστηκε στὸν κριτὴ καὶ ὁµολόγησε τὴν ἐπάνοδό του στὸν Χριστιανισµό. Τότε ὁ

18χρονος Ἰωάννης κλείστηκε στὴ φυλακὴ καὶ βασανίστηκε σκληρά. Ὅταν τὸν ἔβγαλαν τοῦ ὑποσχέθηκαν τιµὲς καὶ ἀξιώµατα, ἀλλ᾿ ὁ µάρτυρας παρέµεινε σταθερὸς στὴ χριστιανική του πίστη. Τότε οἱ Τοῦρκοι τὸν καταδίκασαν σὲ θάνατο καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν στὴν τοποθεσία Σοᾶν Παζάρι, στὶς 29 Μαΐου 1802. Χριστιανοὶ ἀγόρασαν τὸ τίµιο λείψανό του ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἀντὶ 3400 γροσιῶν καὶ τὸν ἐνταφίασαν. Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ συνέγραψε ὁ ἱεροµόναχος Νικηφόρος ὁ Χίος.






Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἀργέντης



Ὁ Νεοµάρτυρας αὐτὸς ἦταν ἀπὸ τὴν Χίο καὶ ὑπέστη µαρτυρικὸ θάνατο στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1465. Συγκαταλέγεται καὶ αὐτὸς µεταξὺ τῶν πρώτων Νεοµαρτύρων, ποὺ θανατώθηκαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἀµέσως µετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου συνέγραψε ὁ Γεωργὸς Τραπεζούντιος.






Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θαυµατουργὸς ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός



Οὐστιζίας (Ῥῶσος).






Ἡ Ὁσία Ὑποµονή



Εἰκάζεται ὅτι εἶναι ἡ τελευταία Αὐτοκράτειρα τοῦ Βυζαντίου (1390-1450 µ.Χ.). Λεγόταν Ἑλένη Δραγάση καὶ εἶναι ἡ µοναδικὴ Σλάβα, ποὺ ἔγινε αὐτοκράτειρα τοῦ Βυζαντινοῦ θρόνου. Ἐπίσης, ἦταν κόρη τοῦ ἡγεµόνα τῆς Βορειοανατολικῆς Μακεδονίας Κωνσταντίνου Δραγάση καὶ σύζυγος τοῦ Μανουὴλ Β´ Παλαιολόγου. Εἶναι ὅπως γράφουν οἱ Ἱστορικοί, ἡ «Πολύπαις καὶ Καλλίπαις», µητέρα, µὲ ὀκτὼ παιδιά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ Ἰωάννης Η´ Παλαιολόγος αὐτοκράτορας (1425-1448) καὶ ὁ Κωνσταντῖνος ΙΑ´, ὁ Ἐθνοµάρτυρας τελευταῖος Αὐτοκράτορας (1448-1453 - 29 Μαΐου µαύρη ἡµέρα ἁλώσεως τῆς Βασιλεύουσας). Ἡ Ἁγία Ὑποµονή, εἶχε τὸ ὄνοµα τῆς µητέρας τοῦ Πρώτου αὐτοκράτορα Ἁγίου Κωνσταντίνου, τῆς Ἁγίας Ἑλένης: (Κωνσταντῖνος, υἱὸς Ἕλενης ἵδρυσε τὴν Πόλη καὶ Κωνσταντῖνος, υἱὸς Ἑλένης ἔπεσε µαχόµενος ὑπὲρ τῆς Πόλεως αὐτῆς!). Ὁλόκληρη ἡ ζωή της ἦταν ζωὴ ἁγιότητας καὶ προπάντων ζωὴ ἀγῶνος µὲ ὑποµονὴ καὶ καρτερικότητα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ µετὰ τὸν θάνατο τοῦ συζύγου της (1425), ἔγινε Μοναχὴ µὲ τὸ ὄνοµα Ὑποµονή. Εἶναι ἐκείνη, ποὺ µέσα σ᾿ ὅλα τὰ καθήκοντά της, ὡς


Αὐτοκράτειρα, ὡς σύζυγος, ὡς Μητέρα πολλῶν παιδιῶν ἄσκησε ἔντονα καὶ τὸ ἔργο τῆς φιλανθρωπίας, µὲ τὴν ἵδρυση καὶ συντήρηση στὸ Μοναστήρι ποὺ ἐφυλάσσετο τὸ ἱερὸ Λείψανο τοῦ Ὁσίου Παταπίου, Γηροκοµεῖο µὲ τὸ ὄνοµα «Καθίδρυµα τῆς Ἐλπίδος τῶν Ἀπηλπισµένων». Τὸ φιλοµόναχο ἰδεῶδες, δὲν τὸ ἔζησε µόνον ἡ ἴδια, ἀλλὰ τὸ µετέδωκε σ᾿ ὁλόκληρη σχεδὸν τὴν οἰκογένειά της. Ὁ σύζυγός της Μανουὴλ παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ θρόνο του καὶ ἐτελείωσε τὴν ζωήν του ὡς Μοναχός. Ἡ πενθερά της, ἡ κουνιάδα της, τὰ ἀγόρια της Θεόδωρος, Ἀνδρόνικος καὶ Δηµήτριος ἐτελείωσαν τὴν ζωή τους ὡς Μοναχοί. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐγγονή της, κόρη τοῦ γιοῦ της Θωµᾶ, Ἑλένη, ἔγινε Μοναχὴ µὲ τὸ ὄνοµα Ὑποµονὴ στὴ Λευκάδα. Ἡ Ἁγία Ὑποµονὴ ἔζησε σὰν µοναχὴ περίπου 25 χρόνια µετὰ τὴν κοίµηση τοῦ συζύγου της καὶ ἡ ἴδια ἐκοιµήθη τὸ 1450. Μόνασε στὴ Μονὴ τῆς Κυρᾶς Μάρθας, ποὺ µετὰ τὴν ἅλωση καταστράφηκε, ὅπως καὶ πολλὰ ἄλλα Μοναστήρια καὶ Ναοί. Εἰκόνα της εὑρίσκεται στὴν Ἱ. Μονὴ ὁσίου Παταπίου στὸ Λουτράκι Κορινθίας.






Ἀνάµνησις τῆς θλιβερᾶς ἁλώσεως τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων, τῆς

Κωνσταντινουπόλεως, ὑπὸ τῶν ἀντίχριστων (Τρίτη 29 Μαΐου 1453)






Ὁ Ἅγιος Ethelbert (Ἄγγλος)

Λεπτοµέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Αθῆναι 1985.


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 30


     Ὁ Ὅσιος Ἰσαάκιος ὁ Ὁµολογητὴς ἡγούµενος Μονῆς Δαλµατῶν

     Ὁ Ἅγιος Νατάλιος

     Ὁ Ὅσιος Βαρλαάµ

     Οἱ Ἅγιοι Ῥωµανός, Τελέτιος καὶ Χριστίνα καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἐν Νικοµήδειᾳ καέντων ἁγίων

     Ὁ Ἅγιος Εὔπλος

     Ἐγκαίνια Ἁγίας Εὐφηµίας «ἐν Δεξιοκρατιανοῖς»

     Ἡ Ἁγία Ἐµµέλεια

     Ὁ Ἅγιος Εὐτυχὴς ἱεροµάρτυρας



Ὁ Ὅσιος Ἰσαάκιος ὁ Ὁµολογητὴς ἡγούµενος Μονῆς Δαλµατῶν

Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Οὐάλη (364 µ. Χ.), ποὺ ἦταν ὑποστηρικτὴς τῶν Ἀρειανῶν. Κάποτε οἱ Ὀστρογότθοι, παρὰ τὴν ἀπαγόρευση τῆς κυβέρνησης, κατασκήνωσαν στὴ Θρᾴκη καὶ ἀπειλοῦσαν τὴν Κωνσταντινούπολη. Τότε ὁ Οὐάλης ἀναγκάσθηκε νὰ βαδίσει ἐναντίον τους. Ὁ Ἰσαάκιος, ποὺ ἦταν ἡγούµενος στὴ Μονὴ Δαλµατῶν, βγῆκε καὶ συνάντησε τὸν πολέµιο τῶν ὀρθοδόξων Οὐάλη, καὶ ἀφοῦ ἔπιασε ἀπὸ τὰ χαλινάρια τὸ ἄλογό του, τοῦ εἶπε: «Ἀπόδος ταῖς ποίµναις τοὺς ἀρίστους νοµέας καὶ λήψῃ τὴν νίκην ἀπονητί· εἰ δὲ τούτων µηδὲν δεδρακὼς παρατάξαιο, µαθήσει τὴν πεῖρα ὅτι σκληρὸν τὸ πρὸς κέντρα λακτίζειν· οὔτε γὰρ ἐπανήξεις καὶ προσαπολέσεις τὴν στρατιάν». Δηλαδή, δῶσε στὰ ποίµνια τοὺς ἄριστους ποιµένες καὶ χωρὶς κόπους θὰ πάρεις τὴν νίκη. Ἄν, ὅµως, δὲν ἀποδεχθεῖς αὐτὰ ποὺ σοῦ λέω καὶ δὲ συµφωνήσεις µαζί τους, θὰ µάθεις ἀπὸ τὴν πεῖρα ὅτι εἶναι σκληρὸ πρᾶγµα νὰ κλωτσᾶς στὰ καρφιά. Διότι οὔτε ἐσὺ πρόκειται νὰ γυρίσεις ἀπὸ τὸν πόλεµο, καὶ σύντοµα θὰ χάσεις καὶ τὸ στράτευµα. Ὁ Οὐάλης ὄχι µόνο δὲν πείσθηκε ἀπὸ τὰ λόγια του ἡγουµένου, ἀλλὰ ἀφοῦ τὸν εἰρωνεύθηκε, τὸν ἔριξε µέσα σὲ ἕνα κρηµνῶδες φαράγγι. Ὁ Ἰσαάκιος ἀπὸ θαῦµα δὲν ἔπαθε ἀπολύτως τίποτα. Ὁ δὲ Οὐάλης ἔπαθε αὐτὰ ποὺ προφήτευσε ὁ Ἅγιος ἡγούµενος. Δηλαδή, στὴ µάχη ποὺ ἔδωσε κοντὰ στὴν Ἀδριανούπολη, ὁ στρατός του νικήθηκε καὶ ὁ ἴδιος ἔπεσε νεκρός. Ὁ Ἰσαάκιος πέθανε σὲ βαθειὰ γεράµατα, ἤρεµος καὶ γαλήνιος (396 µ.Χ.).


Ὁ Ἅγιος Νατάλιος

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.


Ὁ Ὅσιος Βαρλαάµ

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.



Οἱ Ἅγιοι Ῥωµανός, Τελέτιος καὶ Χριστίνα καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἐν Νικοµήδειᾳ καέντων ἁγίων

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.


Ὁ Ἅγιος Εὔπλος

Μαρτύρησε ἀφοῦ τὸν θανάτωσαν τυλιγµένο µέσα σὲ δέρµα βοδιοῦ καὶ τὸν ἄφησαν ἐκτεθειµένο σὲ καυτὸ ἥλιο.


Ἐγκαίνια Ἁγίας Εὐφηµίας «ἐν Δεξιοκρατιανοῖς»

Πλησίον τοῦ Ἁγίου Λαυρεντίου. Αὐτὸ σύµφωνα µὲ τὸν Πατµιακὸ Κώδικα 266. Μᾶλλον γιὰ ἐγκαίνια ναοῦ πρόκειται.


Ἡ Ἁγία Ἐµµέλεια


Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σὲ πολλὲς περιπτώσεις πίσω ἀπὸ µεγάλους Ἁγίους βρίσκεται µία Ἁγία µητέρα. Ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας, Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καὶ τὰ ἐννέα ἀδέλφια του (µεταξὺ τῶν ὁποίων κυριότεροι ἦταν,


Ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Νύσσης, Ἅγιος Πέτρος Ἐπίσκοπος Σεβαστείας, Ὁσία Μακρίνα Μοναχή, Ὅσιος Ναυκράτιος µοναχός, τὰ ἄλλα πέντε ἀδέλφια ἔζησαν ἅγιο ἔγγαµο βίο),εἶχαν µητέρα τους τὴν Ἁγία Ἐµµέλεια. Οἱ ῥίζες τους περνοῦσαν φυσικὰ καὶ ἀπὸ τὸνπατέρα τοὺς τὸν Ἅγιο Βασίλειο, ἱερέα διδάσκαλο τῆς ῥητορικῆς, ἐνάρετο, εὐσεβὴ καὶ προχωροῦσαν ἀκόµα πιὸ βαθειὰ στοὺς εὐσεβέστατους γονεῖς του, στὴν µητέρα του Μακρίνα καὶ στοὺς γονεῖς τῆς Ἁγίας Ἐµµελείας, οἱ ὁποῖοι κατῆχαν µὲν ὑψηλὰ ἀξιώµατα καὶ πλούτη πολλά, εἶχαν ὅµως ἀγαπήσει ἄλλους θησαυροὺς ἀφάνταστα γλυκύτερους, τοὺς πνευµατικοὺς καὶ αἰώνιους. Ἀπόδειξη ἦταν ἡ θυσία τῆς ζωῆς τοῦ πατέρα της, ὁ ὁποῖος µαρτύρησε κατ΄ ἐντολὴ τοῦ ὁρισθέντος βασιλέως.


Ἡ Ἁγία Ἐµµέλεια ἔµεινε ὀρφανὴ ἀπὸ πατέρα καὶ µητέρα, ἀλλὰ µὲ µία µεγάλη κληρονοµιὰ πνευµατικοῦ πλούτου, ὄµορφη στὴν σωµατικὴ ἐµφάνιση, ἀλλὰ πεντάµορφη στὴν ψυχή, στολισµένη µὲ ἀγάπη, προσευχὴ καὶ πίστη στὸ Σωτῆρα Χριστό, ποὺ τῆς ἔδωσε τὸν ἄνδρα ποὺ τῆς ἄξιζε, τὸν Ἅγιο Βασίλειο. Στὴ συζυγική τους ζωὴ βασίλευε ὁ ἀλληλοσεβασµός, ἡ ἀλληλοβοήθεια, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ πραότητα, ἡ εἰλικρίνεια, ἡ ἐγκράτεια, ἡ προσευχή, οἱ ἐλεηµοσύνες καὶ φυσικὰ ἡ τεκνογονία καὶ ἡ σωστὴ διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν τους γιὰ τὴν δόξα τοῦ Κυρίου τους. Ἡ Ἁγία Ἐµµέλεια δοκιµάστηκε µὲ πολλὲς θλίψεις ὅπως ὁ θάνατος τῶν γονιῶν της πρὶν παντρευτεῖ, ὁ θάνατος τοῦ πρώτου της γαµπροῦ, ὁ θάνατος τοῦ συζύγου της µόλις γεννήθηκε ὁ γιός της Πέτρος, ὁ θάνατος τοῦ γιοῦ της Ναυκρατίου γιὰ νὰ πάρει τὰ στεφάνια τῆς Ἁγιότητας. Ὅµως, ὁ πόνος καὶ οἱ θλίψεις δὲν τὴν νίκησαν, τόνωσε τὴν προσευχή της καὶ ἄκουσε τὴν συµβουλὴ τῆς κόρης της Μακρίνας, νὰ δοξάσουν µαζὶ τὸν Σωτῆρα τους στὴν ἀσκητικὴ ζωὴ µὲ τὶς ἄλλες µοναχές.

Ὁ Ἅγιος Εὐτυχὴς ἱεροµάρτυρας

Βλέπε βιογραφία του τὴν 24η Αὐγούστου.


Ἁγιολόγιον - Μάϊος 31


     Ὁ Ἅγιος Ἑρµείας

     Ὁ Ἅγιος Μάγος

     Οἱ Ἅγιοι Πέντε Μάρτυρες οἱ ἐν Ἀσκαλώνι

     Οἱ Ἅγιοι Εὐσέβιος, Χαραλάµπης καὶ Χριστίνα

     Ἡ Ἁγία Πετρονίλα κόρη τοῦ ἀποστόλου Πέτρου

     Ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως


Ὁ Ἅγιος Ἑρµείας

Μὲ τὴν σηµερινὴ ὁρολογία, θὰ λέγαµε ὅτι ὁ Ἑρµείας ἦταν ἕνας συνταξιοῦχος στρατιώτης. Ὑπηρετοῦσε στὰ Κόµανα τῆς Καππαδοκίας καὶ σὰν γνήσιος χριστιανὸς πρόσφερε στὸν Καίσαρα τὶς ὑπηρεσίες ποὺ τοῦ ἀνῆκαν. Ἦταν ἀπὸ τοὺς πιὸ γενναίους

µέσα στὸ στράτευµα καὶ ποτὲ δὲν ἔστρεψε τὴν πλάτη του στὸν ἐχθρό, ἀκόµα καὶ στὶς ἧττες. Ὅταν, ὅµως, ἐπὶ βασιλέως Μάρκου Αὐρηλίου (177 µ.Χ.), ἔγινε διωγµὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, συνέλαβαν καὶ τὸν Ἑρµεία, χωρὶς νὰ ὑπολογίσουν τὶς µεγάλες του ὑπηρεσίες, οὔτε τὰ σεβάσµια γηρατειά του. Κατόπιν, ὁ Δούκας Σεβαστιανὸς διέταξε τὸν Ἑρµεία νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἡ διαταγὴ προκάλεσε ἔκπληξη στὸν Ἑρµεία, καὶ χαµογελῶντας τοῦ εἶπε: «Θὰ ἦταν πολὺ ἀνόητο, ἄρχοντα, νὰ ἀφήσω τὸ φῶς καὶ νὰ προτιµήσω τὸ σκοτάδι, νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ ἀσπασθῶ τὸ ψέµα, νὰ

χάσω τὴν ζωὴ καὶ νὰ πέσω στὸ θάνατο. Ὁ Κύριός µας καὶ Θεός µας Ἰησοῦς Χριστὸς

εἶπε, «Ἐγὼ εἰµὶ τὸ φῶς τοῦ κόσµου, καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». Δηλαδή, ἐγὼ εἶµαι τὸ φῶςποὺ φωτίζει τὸν κόσµο, καὶ συγχρόνως ἡ ἀπόλυτη ἀλήθεια καὶ ἡ πραγµατικὴ πηγὴ ζωῆς. Λοιπόν, δὲ θὰ ἦταν παράλογο τώρα στὸ τέλος τῆς ζωῆς µου νὰ χάσω τέτοια πολύτιµα ἀγαθά;». Τότε ὁ ἄρχοντας διέταξε καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φωτιά, ἀλλὰ ἀπὸ θαῦµα ἔµεινε ἀβλαβής. Τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισαν.


Ὁ Ἅγιος Μάγος

Μάγος στὸ ἐπάγγελµα, τὸ ὄνοµά του δὲν τὸ γνωρίζουµε. Ἦταν αὐτός, ποὺ ἔδωσε διάφορα δηλητήρια στὸν Ἅγιο Ἑρµεία, ἀλλ΄ ὁ Ἅγιος τὸν ἔκανε µὲ τὴν θεία χάρη νὰ πιστέψει στὸν Χριστὸ καὶ στὴ συνέχεια ἀποκεφαλίστηκε µαζὶ µ΄ αὐτόν, ἀφοῦ ὁµολόγησε τὴν πίστη του.



Οἱ Ἅγιοι Πέντε Μάρτυρες οἱ ἐν Ἀσκαλώνι

Μαρτύρησαν ἀφοῦ τοὺς ἔσυραν µέχρι θανάτου κατὰ γῆς.


Οἱ Ἅγιοι Εὐσέβιος, Χαραλάµπης καὶ Χριστίνα

Μαρτύρησαν διὰ πυρός. (Ἡ µνήµη τους περιττῶς ἐπαναλαµβάνεται ἀπὸ ὁρισµένους

Συναξαριστὲς καὶ τὴν 30η Μαΐου).


Ἡ Ἁγία Πετρονίλα κόρη τοῦ ἀποστόλου Πέτρου

Ἄγνωστη στοὺς Συναξαριστές. Ἀναγράφεται σὲ Κώδικα ποὺ δηµοσιεύτηκε ἀπὸ τὸν

Δηµητριεύσκη (Τυπικὰ Α. σελ. 217).


Ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Ἄγνωστη ἡ µνήµη του στοὺς Συναξαριστές, σηµειώνεται στὸ Κώδικα 426 τοῦ Ἁγιοταφικοῦ µετοχίου (βλέπε Γεδεῶν, Βυζαντ. Ἑορτολόγιο, σελ. 109). Ὁ Εὐστάθιος, πρωτοπρεσβύτερος στὸ παλάτι, διαδέχτηκε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸν Σέργιο Β΄ τὸ ἔτος 1019 καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὸ 1025, ἀφοῦ ἔζησε µὲ ὁσιότητα καὶ ποίµανε τὸ ποίµνιο τοῦ Χριστοῦ σύµφωνα µὲ τὶς ἅγιες ἐντολές Του.







Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |