ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Ενας πάγκαλος παρθένος Ιωσήφ

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

Ενας πάγκαλος παρθένος Ιωσήφ




Ιωάννης ο Θεολόγος Ο Υιός τής βροντής
Αφηγηματική βιογραφία
 Ενας  πάγκαλος παρθένος Ιωσήφ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 19

ΛΙΓΟ προτού  λήξει ή διάρκεια τής έξορίας καί όπως τό άναφέρει ή Παράδοση, ένας παρθένος  ήρθε καί βρήκε τόν Παρθένο. Ένας πάγκαλος Ιωσήφ. Ωραίος καί σοβαρός. Υπάρχουν άραγε τέτοιοι; Πάντοτε ύπάρχουν. Καί θά ύπάρχουν. Όλες τίς έποχές. Δέν στέκει ή σάρκα πέρα γία πέρα κυρίαρχος καί δυνάστης σέ όλους.
—        Είμαι άγνός καί μέ ορέγεται ή μάνα μου, τοϋ είπε. Καταγεμάτος παράπονο. Καί Θλίψη.
—        Ποΰ τό ξέρεις, πώς σέ λένε;
—        Μέ λένε Σωσίπατρο.
—        Καί τήν μητέρα σου;
—        Προκλιανή.
’Ανατριχιάζει κανείς στήν περίπτωση. Κι όμως άφοΰ ό σατανάς είναι άόρατος, τά καταφέρνει καί μόλις σχηματισθεί, προεκτείνει τό πάθος. Γίνεται λογισμός, ιδέα, μαρμαρυγή. Γίνεται φακός, προέκταση, άξεδίψαστο μούδιασμα. ’Αντίστροφος ρεαλισμός.
—        Πώς τά κατάφερες νά γλυτώσεις;
—        Μέ τήν προσευχή. ’Αντιστάθηκα. Πολλές φορές. Όμως έδώ καί δυό ήμέρες τό σκοινί παρατράβηξε. Βλέποντας τήν άπέχθειά μου, μέ κατάγγειλε.
—        Ποΰ;
—        Στόν διοικητή. "On τάχα έγώ έχω άνήθικους λογισμούς. Ότι είμαι άτιμος. 'Ότι έπιθυμώ νά καταλήξω ένοχος μητροβασίας.
—        Καί ό άρχοντας;
—        Τήν πίστεψε. Έπαιζε τόν ρόλο τής κακοπαθημένης. Τόν ρόλο τής δυστυχίας.
Ό νέος άφησε τά μάτια του νά βουρκώσουν. Τόν έπιασαν λυγμοί.
—        Ώ ή δυστυχισμένη φιλήδονη, πώς έτυχε νά μέ φέρει στόν κόσμο; άρχισε νά λέει. Ό άρχοντας μοΰ έτοιμάζει μαρτύρια. Παραδειγματική τιμωρία.


Ό ’Ιωάννης κατάλαβε. Μπορούσε ποτέ ό Παρθένος νά μή νοιώσει τόν φιΛοπάρθενο, τόν άθώο; Έπεσε στά γόνατα καί προσευχήθηκε. «Έκ βαθέων». Καί μέ στεναγμούς.
Καί ψηλά ό άγιος θρόνος κινήθηκε, άνοιξε διάπλατα τήν άγκαλιά του. Άκολούθησε ή δράση.
Τήν στιγμή όπου άκούγοντας τήν φοβερή καταγγελία έτοιμαζόταν ό διοικητής νά ύποβάλει σέ μαρτύρια τόν νέο ’Ιωσήφ, τόν άθώο, σεισμός συνετάραξε τό νησί. Κι έμειναν ξερά κι άχρηστεμένα τό δεξί χέρι τού ’Ανθύπατου άρχοντα, ταυτόχρονα καί τό δεξί τής μανιασμένης σαραντάρας. Τής ξέφρενης καί προκλητικής Προκλιανής.
'Όταν άντελήφθησαν πώς ή γή δέν σταματούσε νά τρέμει, ότι συνέχιζε παραδειγμαηκό κλονισμό, τόσο ό ’Ανθύπατος, πού έπιτέλους κάτι έπιασε νά υποψιάζεται, όσο καί ή φοβερή έκείνη μητέρα, συνήλθαν καί μετανόησαν. Κατάλαβαν ότι ή διδαχή τοΰ ’Ιωάννη δέν ήταν μόνο γιά τούς άγαθούς. Περιελάμβανε τούς πάντες. Άγαθούς, εύκολόπιστους, πονηρούς. Μετανόησαν άργά, άλλά μετανόησαν.
Σηκώθηκε άπό τά γόνατα ό Απόστολος καί είπε στόν θλιμμένο του έκεϊνο έπισκέπτη:
—        Πάμε. Νοιώθεις τόν σεισμό;
—        Ναί, άγιε πάτερ.
—        Σέ λίγο θά κωπάσει. Γιατί μέ τή δύναμη τού Χριστού μας θά χρειασθεί νά θεραπεύσουμε δυό παράλυτα χέρια. Άπό δώ καί πέρα ή μητέρα σου θά ξαναπάρει τήν άποστολή της. Θά ξαναγίνει μητέρα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 20

ΞΑΝΑΡΧΟΜΑΣΤΕ στόν χρόνο όπου δόθηκε μιά υπόσχεση. Νά καταγράψει ό Μαθητής τά γεγονότα τής θεϊκής οικονομίας. Γιά νά τάχουν νά τά μελετούν οί πιστοί στήν Πάτμο.
Πέρασαν άπό τότε μιά, δυό, τρεις, πέντε, δεκαπέντε μέρες. Θεέ μου, πώς περνοϋν, πώς φεύγουν τέτοιες πολύτιμες συναντήσεις; Πώς κατρακυλούν τά όρια τοϋ χρόνου; Γιά πότε κιόλας βασιλεύει ό ήλιος καί ακολουθούν τά μεσάνυχτα;
Καί νά, έφτασε κιόλας τό άνεπιθύμητο. Ήλθε ή ιιικρή, κατάπικρη στιγμή.
Ένα καράβι σαλπάριζε. Κάτω έκεϊ στό λιμάνι. Μέ θόρυβο οί ναύτες ξεσήκωναν τίς άγκυρες. Άλλοι έτοίμαζαν ν’ άπλώσουν πανιά.
Καί κάτω ό γιαλός ήταν καταγεμάτος κόσμο. Δέν ί μείνε ρουθούνι σέ κλειστή στέγη. 'Ολάκερη ή Πάτμος εύγνωμονοΰσα». Γιά τό έλεος όπου μέ τό τίμιο Αίμα ιου προσφέρει ό Αμνός, ό «αϊρων άμαρτίας». Ένα ιιυκνοκατοικημένο «λίαν» νησί, ξεπροβόδιζε τόν άγαπημένο του Απόστολο. Τόν υπομονετικό, τόν λιγόλογο καί βαθύλογο. Τόν φιλόκαλο, τόν βασανισμένο.
—        Χαΐρε Ιωάννη, χαΐρε ώ χαΐρε διδάσκαλε, παιδί ιοϋ Ύψίστου. Είς όδόν ειρήνης.
’Αστείρευτες βρύσες τά μάτια πότιζαν ξεπλένοντας στόν μώλο τό Λιθόστρωτο.
—        Χαΐρε, ώ χαΐρε ’Ιωάννη.
Πόσο πικρός πού είναι άλήθεια, ό χωρισμός. Καί πολύ πιό πικρότερος όταν τό πρόσωπο όπου άναχωρεΐ, γεννήθηκε γία «άνωθεν» υιοθεσία. Όταν είναι άπό τόν Πατέρα προορισμένος καί άπό τόν Υίό άγαπητός. Όταν ή ψυχή του ξέρει νά σκορπά δροσοστάλες. Στήν έρημο, στόν άνυδρο βράχο, παντού.
—        Χαΐρε, ώ χαΐρε ’Ιωάννη. Χαΐρε έπιστήθιε τού Φωτός.
Ήρθε σκυφτός, άνιχνεύοντας, δεμένος μέ άλυσίδες καί ιδού, γιά δές, σαλπάρει τώρα έλεύθερος. ’Αφού ξεσκλάβωσε ένα πλήθος σκλάβους, άνατραβώντας τους άπό τόν Κύνωπα, τόν μαύρο μάγο, τόν ψεύτη καί βασανιστή. Όταν άποβιβαζόταν σκυφτός, ναυαγισμένος, μέ σίδερα στά χέρια καί πληγές άπό τήν θάλασσα, κανένας δέν βρέθηκε νά τόν ύποδεχθεΐ. Κανένας δέν άναφάνηκε νά τοΰ προσφέρει μισή κούπα νερό, νά τού χαμογελάσει. Μέ συντροφιά τόν πιστό άκόλουθό του, άφηνε τότε κάποιο άλλο καράβι, άκολουθώντας τούς σπεκουλάτορες τής Ρώμης. Τούς έντεταλμένους γιά νά άναγγείλουν τήν καταδίκη του. Καί νά τόν παραδώσουν.
Ένώ τώρα; Ώ τώρα, μικροί μεγάλοι τόν άποχαιρετοΰσαν καταβρέχοντας τό λιθόστρωτο μέ τά δάκρυά τους.
Τά μάτια του λάμπανε άπό χαρά. Σπιθοβολοΰσαν.
—        Παιδί μου, ψέλλισαν τά χείλη. Παιδί μου, Πρό χορε, ό Ιερός Αόγος τά πάντα ύπέμεινε. Τόν χρόνο, τήν φτώχεια, τήν στέρηση, τήν μοχθηρία, τήν καταλαλιά, τήν άχαριστία, τήν χλεύη. Τόν σταυρό, τό βάρος τής παγκόσμιας άμαρτίας καί τόν θάνατο. Άδειασε τόν έαυτό του γιά χάρη μας. Τί άραγε τό σπουδαίο πράξαμε; Ήλθαμε δεσμώτες καί άναχωροΰμε σάν Καίσαρες. Δόξα καί πάλι δόξα.
Άπό τότε καί γιά πάντα, οί Πάτμιοι άπόμειναν συμπαθητικοί, πράοι, εύσεβεϊς, τίμιοι. Οί περισσότερο άπλοϊκοί χριστιανοί τού βυζαντινού καί τού νεώτερου 'Ελληνισμού.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 21

ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥ άραγε γράφτηκε τό «κατά Ίωάννην;» Τό άριστούργημα τών άριστουργημάτων της Καινής Διαθήκης;
Ό σπόρος πρωτόπεσε στήν καρδιά τοϋ Παρθένου άπό τήν παράκληση τών Πατμίων. Στήν Πάτμο. ’Αλλά ό πανευεργέτης ευδόκησε νά γραφτεί στήν Έφεσο. Σ’ αυτό συμφωνοϋν όλες οί γραπτές μαρτυρίες.
Δέκα έπτά περίπου λέξεις στήριξαν, στηρίζουν καί θά στηρίζουν έκατομμύρια καί έκατομμυρια χριστιανικές ύπάρξεις. Χάραξαν άνεξίτηλα τόν περίγυρο τής άλήθειας. Καί δείχνουν σέ όλους τόν άκατάλυτο γλυκοκαρπό: «Έν άρχή ήν ό Δόγος καί ό Δόγος ήν πρός τόν Θεόν καί Θεός ήν ό Δόγος».
Πανεπιστήμια, σεμινάρια, σχολές, διδάχοι καί μαθητές αιώνες τώρα στέκονται ευλαβικά καί άσχολοϋνται μ’ αύτήν τήν θεόπνευστη εισαγωγή. Τό Πνεύμα όπου θέλει πνέει. «Αύτάγαθον, εύθές, νοερόν, πύρ διαιρούν τά χαρίσματα». Ώ, ’Ιωάννη!
Όπως ή έπιστολή «πρός Ρωμαίους» τού μεγάλου μας Παύλου, είναι ή έπιστολή τών έπιστολών, τό «κατά Ίωάννην» είναι τό Εύαγγέλιο τών Εύαγγελίων.
Πρωτότυπο όσο κανένα κείμενο στόν κόσμο, άπλό καί ταυτόχρονα καταγεμάτο σοφία, σέ κάθε προσεκτικόν άναγνώστη άσκεϊ στους αιώνες τήν μεγαλύτερη έπίδραση. Σηκώνει τό πέπλο άπό τά άγια τών άγίων καί μάς άποκαλύπτει τήν δόξα τού μονογενούς. Τοΰ υίοΰ τοΰ Θεού τοΰ ζώντος. Εναρμονίζει τήν βαθύτερη γνώση μέ τήν άγνότερη άγάπη. Κανένα άλλο βιβλίο δέν είναι τόσο άπλό, δείγμα άληθινής τέχνης, άλλά καί τόσο βαθύ, τόσο φυσικό, άλλά καί διάστικτο μέ μυστήριο. Θεϊκές άποκαλύψεις.
Οί πιστοί τό άποδίδουν στήν έπιστήθια προσέγγιση. Δέν έξηγεΐται άλλοιώς. Μόνο μιά τέτοια προσέγγιση μπορούσε νά τραβήξει άπό τούς θεϊκούς παλμούς τήν άβυσσο τής άγάπης, τής προαιώνιας άποστολής. Ό ’Ιωάννης μάς άποκαλύπτει πόσο άγαπά ό θεός, ό άσύλληπτος σέ ύψος καί βάθος παντοδύναμος Δημιουργός, τό μικρό στήν όψη πλάσμα του πού λέγεται άνθρωπος. Μιά καί μόνη ψυχή άξίζει περισσότερο άπό χίλιους γαλαξίες... Μιά καί μόνη ψυχή σηκώνει οίκουμενικότητα.
'Απλό, σάν μικρό παιδάκι. Ταυτόχρονα έξοχο σάν ιό ύπερπολίπμο μαργαριτάρι. Εύγενικό σάν άκακο άρνί, άλλά θαρραλέο σάν τόν άετό. Βαθύ σάν ώκεανός καί «ύψιπέτες» σάν ούρανός.
Ό άλλος ’Ιωάννης ό Χρυσόστομος, ισχυρίζεται ότι: «Τό Εύαγγέλιο τού ’Ιωάννη είναι φωνή βροντής, ή όιιοία άντηχεΐ στά πέρατα τής οικουμένης. Καί παρά τήν κατακτητική του δυναστεία, πουθενά δέν άντηχεί τραχύς ήχος. Μέ τήν δύναμη τής άγάπης, σάν όλόγλυκια μουοική, έξασκεϊ παγκόσμια έπιρροή». Ό Ιερός Αυγουστίνος προσθέτει: «Ό ’Ιωάννης άνοιξε τήν μόνη όντως δροσοπηγή. Τήν φλέβα τού άθάνατου νερού. Άπό τον κόλπο τοϋ Ίησοϋ ήπιε ή ψυχή του μυστικά γιά νά τά άποκαλύψει σάν δροσοπηγή στόν κόσμο. Μέ τρόπο καί μέθοδο ώστε όλα τά έθνη νά καταστούν μέτοχα τών εύλογιών τού Λυτρωτή». Άλλά καί ό Γερμανός σχολιαστής Lange τό χαρακτηρίζει διαμάντι. Ανάμεσα στά Εύαγγέλια ένα διαμάντι πρώτο καί μοναδικό σέ άξια καί μέγεθος. τό όποίο είναι διαποτισμένο άπό τό Φώς τής ζωής καί τό όποιο καταυγάζει τήν δόξα τού «έν σαρκί φανερωθέντος» Θεού. Άκόμη καί τήν ώρα τού στεφανώματος του μέ τό άκάνθινο στεφάνι.
Τό έγραψε μάλλον άνάμεσα 85-90 μ.Χ. Τό έγραψε όπως άναφέραμε στήν Έφεσο. Πιθανόν καί τμηματικά σέ διάφορες πόλεις. Λόγου χάρη καί στήν Καισάρεια.Έσυρε τίς συλλαβές, τίς λέξεις στήν λευκή έπιφάνεια μέ όδηγό τόν Παράκλητο γιά νά άναπληρώσει τά κενά τών τριών άλλων ύπερσπουδαίων κειμένων τής Καινής Διαθήκης. Δέν έχει σάν σκοπό νά χαράξει μέ λόγια σέ πάπυρο μιά βιογραφία. Άλλά νά φανερώσει τήν θεότητα τού ’Ιησού, τοϋ Υιού τοϋ Θεοϋ, ώστε όσοι άνοίξουν τίς καρδιές τους καί τόν πιστέψουν καί καταφέρουν έργα μετάνοιας καί άλλαγής νοοτροπίας, νά πάρουν ζωή. Νά πάρουν τό χιλιοπόθητο, τό άναφαίρετο βραβείο. Νά τόν έχουν, νά τόν άπολαμβάνουν δίχως τελειωμό.
Ένώ οί τρείς σάν συνοπτικοί άρχίζουν μέ τόν άνθρωπο Ίησοϋ καί σιγανεβαίνουν στήν θεότητά του, άντίθετα ό υιός τούτος τής βροντής, άρχίζει μέ τήν θεότητα καί κατεβαίνει στήν ένσάρκωση. Στήν καταπληκτική δηλαδή θυσία τής πτωχείας γιά χάρη τής άγάπης. Ώ, ’Ιωάννη!Μάς πληροφορεί ότι ήλθε στόν κόσμο όπου ό ’ίδιος έδημιούργησε καί τά πρόσωπα πού έκάλεσε γιά τήν δόξα του δέν τόν έδέχθηκαν. Τήν άπαρχή δηλαδή τής τραγωδίας. Τής φοβερής καί συνεχιζόμενης. Εύτυχώς πού ό κάθε κανόνας έχει καί τίς έξαιρέσεις του. Γιατί εύθύς άμέσως προσθέτει ότι όσοι τόν έδέχθηκαν καί τόν πίστεψαν καί άγωνίστηκαν ν’ άκολουθήσουν τά χνάρια τής ζωής του, τούς έδωκε προνόμιο καί έξουσία νά γίνουν άδέλφια του, παιδιά τού Πατέρα. Τής πηγής όπου γεννά καί έκπορεύει.Τήν πιό μεγάλη άνάγκη τοΰ κάθε θνητοΰ, τήν διατυπώνει ό ϊδιος ό «πτωχεύσας ύπέρ τής άγάπης» Λυτρωτής, στόν Νικόδημο, όταν τόν έπεσκέφθηκε βαθιά μεσάνυχτα. Ή «γέννησις άνωθεν», όπου σάν άπόλυτη άνάγκη γιά νά μπει κανείς στήν Βασιλεία ύπογράμμισε, είναι ή πνευματική άλλαγή. Ή άδιάκοπη μετάνοια. Ή συμμετοχή δηλαδή στά Μυστήρια, μέ βάση τήν αύταπάρνηση. Τό ταπεινό φρόνημα. Τό πνευματικό άρνητικό άδειασμα καί ξαναγέμισμα άπό άνέσπερο φώς. Κάθε ξεπεσμένου, κάθε περιφρονημένου, κάθε παραγκωνισμένου, κάθε άμαρτωλοΰ. Τό πνευματικό θά λέγαμε μπόλι. Τό πνευματικό μπόλιασμα. Τό όποϊο άπό στιγμή σέ στιγμή οδηγεί στήν ύπομονεπκή καρποφορία, στό κατέβασμα τοΰ αύχένος, στό νίψιμο ποδιών. Ώ, ’Ιωάννη!«Ό χρόνος σάν φαινόμενο καί σάν έννοια μάς προβληματίζει. Βαθειά. Όσο πιό καλλιεργημένος είναι ό άνθρωπος συνειδησιακά καί ιστορικά, τόσο πιό λειιτές καί βαθιές έννοιες κατακτά γύρω άπό τόν χρόνο. Καί μόνο ό άνθρωπος γνωρίζει τόν θάνατο. Γιατί μόνον αύτός καταλαβαίνει ότι ζεϊ. Τό παράδοξο είναι ότι τήν ζωή ιήν ζοϋμε, ένώ τόν θάνατο μόνο τόν βλέπουμε. Κανένας δέν μπορεΤ νά μιλήσει άπό δική του πείρα γιά τό θάνατο. Όπου είμαστε έμεϊς, λείπει ό θάνατος. Καί όπου είναι ό θάνατος, λείπουμε έμεϊς».Μυστήριο άνερεύνητο λοιπόν γιά μάς τούς άνθρώπους ό θάνατος. Τό πιό βέβαιο γεγονός καί τό πιό άβίωτο. Νταραβεριζόμαστε κάθε μέρα μαζί του, μάς γίνεται ό πιό άνεπιθύμητος σύντροφος, ό πιό άχώριστος δρομοδείκτης. Κι όμως. ’Αναζητούμε ναρκωτικόν άνεμο γιά νά τόν άποξεχνοΰμε. Νά τόν άποαφομοιώνουμε στήν ύπαρξη μας.Ξεπερνώντας μέ μεγαλοπρέπεια άγωνιστοΰ κάθε τόσο ό ’Ιωάννης τόν θάνατο, προτού μάς φανερώσει τήν άξία τοΰ Μεσσία μέ τήν παραβολή τοΰ καλού βοσκού, θά μάς άναπτύξει στήν μέση σχεδόν τού θεόπνευστου Εύαγγελικοΰ κειμένου, ένα δήθεν τυχαίο γεγονός. Τό συναπάντημα μέ τόν άσήμαντο, κατά κόσμον, έκ γενετής τυφλό.Καθώς σιγοπερπατοΰσαν, μάς λέει, καθώς σιγοπροχωροΰσε άνάμεσα στούς πιστούς , στούς διαλεγμένους, στά παιδιά τής Γαλιλαίος, Εκείνος, άντάμωσε σέ κάποια στροφή, γεννημένο τυφλό. Σίγουρα τά σημάδια στό πιό λεπτό σημείο τοΰ άνθρώπου, στήν όραση, θά ήταν τέτοια πού θά τόν έδειχναν γεννημένο. ’Ίσως κι άπό βρέφος, άπό βυζασταρούδι, νά σιγομεγάλωνε τυφλός ώστε νά τόν είχαν ξεχωρίσει ολόγυρα οί κάτοικοι, άκόμη καί κάμποσοι άπό τούς μαθητές. Γιά τόν καρδιογνώστη περίττευε «τού λόγου τό άσφαλές».
Τά παιδιά ωστόσο της Γαλιλαίος, πού δέν άφηναν στιγμή γιά νά κινούν τά θεϊκά χείλη, άρπάχτηκαν άπό ιήν εύκαιρία.
—        Ραββί, ποιός άμάρτησε, αύτός ή οί γονείς του, γιά νά χάσει τό πιό σημαντικό έφόδιο τής ζωής καί νά γεννηθεΐ τυφλός;
Μερικοί «άνά τούς αιώνες», σχολιάζοντας τήν έρώτηση, τήν έχαρακτήρισαν κάπως άφελή καί τάχα σφαλερά τοποθετημένη. «Πώς», είπαν, «πώς μπορούσε ν’ άμαρτήσει ένας άνθρωπος προτού άκόμη γεννηθεί; Πώς δέν τό πρόσεξε κάτι τέτοιο ό ’Ιωάννης;» Άλλά μέσα οτήν φράση «τίς ήμαρτεν» περιέχεται ή χρήση τής έλευθερίας όπου κατά τήν διάρκεια τής έπίγειας ζωής του χρησιμοποιεί τό άτομο. Ή ψυχή. Καί τήν όποια μόνο ή Θεός προγνωρίζει. Μέσα στό «τίς ήμαρτεν» ένυπάρχει η περίπτωση (ή τυχόν περίπτωση) τής άμαρτίας. Τοϋ τόσο δά κοινού γνωρίσματος τών θνητών. Δηλαδή, άν δέν γεννιόταν τυφλός θά είχε σκοντάψει στήν σαγήνη της  ψυχικής φθοράς; Οί γονείς του πάλι πότε τάχα πκόνταψαν; Πιό έπειτα ή πρίν άπό τόν τοκετό;Άλλά ή άπόκριση τού Ραββί πέφτει σάν βότσαλο «στήν λίμνη. Παράδοξη, άναπάντεχη, αινιγματική. Γιά τήν άνθρώπινη οντότητα άρχίζει ή αιωνιότητα. Είτε την υποδέχεται είτε όχι. Γι’ αύτήν άκριβώς ήλθε καταμεσής στόν χρόνο «έκ τού μή όντος εις τό είναι». Κάποιος δΐκός μας ποιητής έγραψε τελευταία σέ στίχους του:
«Εύδόκησε ν’ άφανιστώ δίχως νά ξαναζήσω». Πλάνη. Αχαριστία. Κατάπτωση. Ή πατρίδα τοϋ χρόνου είναι ή αιωνιότητα. Ό χρόνος λόγου χάρη τής άγωνίας, τής ήνιιμονής, τής άνίας είναι φρικτός καί φαινομενικά άτελείιωτος. Καλότυχοι καί τρισευλογημένοι όσοι τά καταφέρνουν νά χαίρονται κοντά στήν θλίψη. Κοντά στά παθήματά τους. Ό πανόητης οφθαλμός τούς γυροφέρνει σάν όλους τούς ταπεινούς καί καταφρονεμένους πού προέρχονται άπό τήν θλίψη. Άπό τά βάσανα ένός «πεπερασμένου» άγώνα.
Άπεκρίθη λοιπόν ό ’Ιησούς.
—        Ούτε αύτός άμάρτησε κατά τήν διάρκεια τής ένηλικιώσεώς του ούτε καν έπρόκειτο καί ν’ άμαρτήσει. Ούτε καί οί γονείς του.
Γενική αίσθηση, άπορία. Τόν λόγο κατέχει λοιπόν τό άδικο; Τά πλοκάμια τής μοχθηρής ειμαρμένης; Κάθε άλλο. Δίβουλος ό στοχασμός. Μέσα στόν χρόνο γιά τήν άνθρώπινη ύπαρξη τοξεύει τά σημάδια της ή αιωνιότητα. Δοιπόν;
—        Γιά νά φανερωθούν έξ άφορμής του τά έργα τού Θεού. Τού Δημιουργού τοΰ σύμπαντος. Τοΰ κατέχοντος άγάπη, στοργή, πρόνοια, σοφία καί δικαιοσύνη. Τέλεια δικαιοσύνη. Όχι δικαιοσύνη χρόνου, άλλά δικαιοσύνη αιωνιότητας.
Καί συνεχίζει:
—        Έγώ όπου τώρα μέ βλέπετε νά βαδίζω μαζί σας, όσο είναι άκόμη λαμπερή μέρα, όσο έχω στήν διάθεσή μου χρόνο, πρέπει νά έργάζομαι άπάνω στήν άποστολή μου. Πρέπει νά διεκπεραιώνω κάποια άγαπημένη έντολή. Τήν έντολή τοΰ Πατέρα. Γιατί άργότερα, σέ μελλοντικούς χρόνους καί καιρούς, θά έπικρατήσει τό σκοτάδι τής νύχτας. Τότε κανείς δέν μπορεί νά έργασθεΐ. Μήτε στιγμή δέν πρέπει λοιπόν νά χάνω. 'Όσο άνακατεύομαι έδώ κάτω μέ τόν κόμσο, όσο θεραπεύω, άνακουφίζω ή θαυματουργώ, είμαι Φώς. Τό φώς τοΰ κόσμου.Μόλις έπαυσε ν’ άκούγειαι ή λαλιά του έφτυσε χάμω, πάνω σέ παρευρισκόμενο χώμα. Εύθύς άμέσως άπό τό σάλιο άνασχηματίσθηκε λάσπη. ’Έσκυψε, τήν άνασήκωσε στά δάκτυλα καί τήν έναπόθεσε στά μάτια τοϋ τυφλοϋ. Ή λαλιά ξανακούσθηκε.
—        Πήγαινε, πλύσου στήν κολυμβήθρα τοϋ Σιλωάμ.
Στόν τόπο δηλαδή, όπου οί πιστοί Εβραίοι στόν ίσχύοντα Μωσαϊκό νόμο, άπό καιρού σέ καιρό, άπολάμβαναν μεταφυσικές άποκαλύψεις. Καί σάν άδύνατος στήν πίστη λαός, ό όποιος καλά καί σώνει ύπολογίζει στήν υποταγή τών φυσικών νόμων σέ μιά άόρατη Παρουσία, δηλαδή στό σημείο, στό λεγόμενο θαύμα, μένει έκστατικός. Γιά μικρό χρονικό διάστημα θαυμάζει.Ποιόν; Φυσικά τόν ’Αόρατο, τόν Δυνατό. Σιλωάμ άλλωοτε σημαίνει καί ’Απεσταλμένος. ’Αόρατος έπισκέπτης.Πόντο μέ πόντο έσυρε πρός τά κεϊ τά βήματά του, ψαχουλεύοντας χάμου μέ τό ραβδί, ό τυφλός. Ή συνιροφιά τού Ραββί έπιασε νά κινείται, νά περπατά, νά ουνεχίζει τήν περιοδεία. Τήν άποστολή τής ήμέρας.
Παντοΰ γαλήνη, παντού καθημερινότητα, παντού ή γνώριμη άσβόλη τής άναπνοής.
’Αλλά, νά. σέ κλάσμα δευτερολέπτου συνετελέσθη κάτι τό άπίθανο, κάτι τό μεγαλειώδες. Ή κραταιά τού Υψίστου, τό χέρι τοΰ παντεπόπτη ’Οφθαλμού, τού άι ιύλληπτου καί άπερινόητου, άκούμπησε τώρα στό πρόι ιωπο τού μικροσκοπικοΰ καλλιτεχνήματος. ’Αναχάιδεψι στοργικά τήν ψυχοσωματική σύνθεσή του. Καί συγεκριμένα. Ή κραταιά τοΰ Ύψίστου βρέθηκε στόν άσήμαντο καί κοινωνικά ξεπεσμένο τυφλό. Στόν ζητιάνο. Θεέ  καί Κύριε! Έπειτα άπό τό πλύσιμο τής πηγής, ξαναγύρισε θριαμβευτικά. Μέ πλήρη τήν όρασή του.
—        Πώς;
’Ιδού, βλέπει! Ξεχωρίζει όγκους, διακρίνει σχήματα, περπατά έλεύθερος, δέν ύπολογίζει στό ραβδί του, δέν σκοντάφτει. Στρέφει τό πρόσωπο στήν άνατολή, στήν δύση, στόν νότο, στόν βοριά. Άποθαυμάζει τά χρώματα. Παίρνει πείρα άπό τό ράμφος τών πουλιών, άπολαμβάνει τήν σιωπηλή παρουσία τών δέντρων.
—        Παράδοξο, καταπληκτικό! ’Απορούσαν όλοτρόγυρα οί γείτονες.
—        Είναι ή δέν είναι αύτός πού, έδώ καί λίγη ώρα καθότανε σέ τούτην έδώ τήν γωνιά καί ζητιάνευε;
—        Αύτός είναι, άποκρίνονταν οί πολλοί. Αύτά δά τά ’ίδια τά κουρέλια δέν φορούσε;
—        ’Άμπα, ψιθύριζαν μερικοί άνάμεσά τους. Δέν είναι αύτός. Είναι κάποιος πού τού μοιάζει. ’Αποκλείεται νάναι αύτός.
Ό ϊδιος, καθώς τούς άκουγε, χαμογέλασε. Κι άναφώναξε.
        ’Εγώ είμαι. Μήν άμφιβάλλετε. Νά, βλέπω. Καί ώ, άπολαμβάνω ψηλά τόν ούρανό! Σάν καί σάς. Άχ, πόσο είναι άπέραντος! Θεέ μου, τί χρώμα! Τώρα ξεχωρίζω καί μία πρός μία τίς μορφές σας. 'Ωστόσο γιατί μέ περιεργάζεσθε ταραγμένοι;
—        Γιά στάσου, πώς άπό τήν μιά σηγμή στήν άλλη άνοιξαν τά μάτια σου;
—        Ένας άνθρωπος, πού άκούω όλοτρόγυρα νά τόν ονομάζουν Ίησοϋ, μέ λυπήθηκε. Έφτιαξε χάμου λάσπη καί μοΰ άλειψε τά μάτια. Εύθύς άμέσως μοΰ είπε. «Πήγαινε στήν κολυμβήθρα τοΰ Σιλωάμ καί πλύσου». Μόλις κοντοζύγωσα πρός τά κεί καί πλύθηκα, μοναστραπίς άπέκτησα τό φώς μου. Ώ, τί στέρηση να παραμένεις τυφλός. Ζωή πληγωμένη.
—        Ποΰ βρίσκεται τώρα;
—        Δέν ξέρω.
Οί γείτονες άπέμειναν σκεπτικοί. Τί σημείο ήταν ιιάλι καί τοϋτο, μά τήν άλήθεια! ’Αθόρυβο, αποτέλεσμα κινήσεων κοντά σέ συλλαβές. Άλλά τόσο πρωτόφαντο, ιόσο άπέραντο. Καί σέ σημασία καί σέ κατάπληξη.
        Γιά σταθείτε. Δέν τόν πηγαίνουμε στούς Φαρισσαίους; Σάν διανοούμενοι, οπωσδήποτε αύτοί κατέχουν τήν γνώση. Σίγουρα θά μάς τό έξηγήσουν.Μιά καί δυό τόν άνατράβηξαν, τόν πήγαν στήν στοά τού ναού, όπου μετά τήν Σαββατιανή ιεροτελεστία καί προσευχή σύχναζαν τεμπελιάζοντας, οί Φαρισσαίοι. (Τό τάβλι καί τό σκάκι δέν είχαν βέβαια τότε άκόμη εφευρεθεϊ). Πάντα καλοπλυμένοι, καλοχτενισμένοι, σοβαροφανείς, ντυμένοι τού κουτιού. Μέ ύφος φθασμένου, όπου φυσικά καί δίκαια τόν τιμούν καί τόν άναγνωρίζουν. Πού τού άνήκουν οί δάφνες. (Σύμπτωση άραγε νά λάχει πάλι Σάββατο;)Μόλις τούς είδαν καί σέ συνέχεια τούς άκουσαν, ξαφνιάστηκαν. Άλλά δέν τόδειξαν. Συγκρατήθηκαν.Ήξεραν περίφημα νά τοξεύουν ολόγυρα τό ύφος τού φθασμένου, τού άναγνωρισμένου, τού παντογνώστη. Κάθε σύναμεταξύ τους διαφορά, φρόντιζαν νά τήν καταχωνιάζουν, νά τήν κρύβουν άπό τούς όχλους.
—        Γιά έξήγησέ μας, άνθρωπάκο, Πώς έγινε κι άπέκτησες έτσι άπό τυφλός τό φώς σου; σιγορώτησαν.
Ό πρώην τυφλός τούς άνέπτυξε τό γεγονός. Τους είπε γιά τόν περαστικό, πού τόν έλεγαν ’Ιησού, γιά τόν σβώλο της λάσπης, γιά ιό πλύσιμο σιήν πηγή.Μερικοί συναμεταξύ τους άργοψιθύρισαν:
—        Μπορεί νά προέρχεται άπό τόν Θεό αύτός πού τόν εύεργέτησε; Άπλούστατα. Παραβαίνει στοιχειώδη έντολή. Δέν τηρεί τήν άργία.
Άλλοι πάλι μπλεγμένοι σέ συλλογή, είπαν:

—        Μπορεί, άραγε, άμαρτωλός νά κάνει παρόμοιο σημείο; Τό ζήτημα θέλει έρευνα.
Άπό κουβέντα σέ κουβέντα, έπιασαν νά μαλώνουν. Νά χωρίζονται. "Οσο κι άν ήξεραν νά καταχωνιάζουν τίς διαφορές τους, ό δαίμονας άδύνατο νά μήν δημιουργήσει έριδες. Όσους έξουσιάζει, όσους τούς ύπόσχεται λαγούς μέ πετραχείλια, κατά βάθος τούς φθονεί. Καραδοκεί μιά εύκαιρία νά τούς έξευτελίσει. Οί πρώτοι ταμπουρώνονταν στήν παράβαση τού Μωσαϊκού νόμου. Οί ύπόλοιποι άναζητοΰσαν διέξοδο. Μιά κάποια πρόχειρη πειθώ.
Ξανακάλεσαν πάλι τόν τυφλό.
—        Σύ, τί ίδέα έχεις γιά κείνον πού, άναπάντεχα καί άπό στιγμή σέ στιγμή, σοΰ άνοιξε τά μάτια;
—        Δέν ύπάρχει άμφιβολία, πρόκειται γιά προφήτη, άποκρίθηκε σταθερά.
Ξανά θόρυβος, ξανά κουβέντες, διχασμός. Ό χαρακτηρισμός τού θεραπευμένου, ένα βότσαλο στή λίμνη. Τούς άναστάτωσε.Άδύνατο. Κάποια πλεκτάνη ήταν στήν μέση. Στημένη φρεναπάτη. Άδύνατο νάχε γεννηθεί τυφλός καί ύστερα άπό μιά σειρά χρόνια, δίχως μισή προσευχή, δίχως μαγεία, σέ κλάσμα δευτερολέπτου, νά κέρδισε τής όράσεως τό μέγιστο άγαθό. Τών άδυνάτων άδύνατο. Ποιός εύϋπόληπτος άπό τό προνομιούχο έθνος δέν θα βρισκόταν σέ άδιέξοδο;
        Δέν τό πιστεύουμε, έπιασαν νά φωνάζουν. Καί φυσικά νά ξαναμαλώνουν. Τότε, τρεις τέσσερεις άπό τούς πιό άξιότιμους της κάστας, οί περισσότερο πράοι, οί περισσότερο φρόνιμοι, φρόντισαν νά ρωτήσουν νά μάθουν τήν οικογενειακή κατάσταση τού άνθρωπάκου. Δίχως νά χασομερούν, έστειλαν στό σπίτι του νά άναζητήσουν τούς γονιούς του. Τούς πέτυχαν καί τούς δύο στήν αύλή καί τούς έφεραν στήν σύναξη. Άλλοπαρμένοι, άπό τήν μιά συγκίνηση στήν άλλη, βρέθηκαν καταμεσής στούς σοφούς, στούς πνευματικούς, στούς ισχυρούς, στούς άριστοκράτες. Ό θόρυβος έκοψε, σταμάτησε, άκολούθησε σιγή.
—        Γιά πέστε μας, τούς ρώτησαν, αύτός είναι ό γυιός σας, ό άπόγονός σας, γιά τόν όποιο ϊσχυρίζεσθε ότι γεννήθηκε τυφλός; Μισή, ελάχιστη κίνηση, έκλειναν τόν αύχένα.
—        ’Ακούσατε;
—        Ναί.
—        Πώς τώρα βλέπει;
’Αντρας καί γυναίκα χλώμιασαν, κιτρίνησαν. Έρριξαν ολόγυρα ματιές, ζάρωσαν, φοβήθηκαν. (Άχ ό πρόχειρος λογισμός. Κεντά μέ φαρμακερό τόξο τήν καρδιά). Συλλογίστηκαν ότι αύτοί πού κατέχουν τά γένεια, κατέχουν καί τά χτένια. Γαλαζωπό μετάξι καί μάσκα βυσσινιά. Όποιος ομολογούσε σάν Μεσσία καί Κύριο άπεσταλμένο Κυρίου, τόν καλόκαρδον έκεϊνον Ραββί θά τόν καταστούσαν άποσυνάγωγο. Κοντολογής, άτομο τού κατατρεγμού. Θά τόν άποστεροΰσαν άπό κάθε δικαίωμα ζωής. Καί όποιος τότε γινόταν άποσυνάγωγος, άλλοίμονο, έρευε άπό έγκατάλειψη, μοναξιά,συχνάπυκνά στέρηση ψωμισΰ. Καί σέ δ,τι άποφάσιζαν οί εύϋπόληπτοι τοϋτοι ’Ιουδαίοι, στέκονταν άδίστακτοι, σπάνια συγχωρούσαν.
—        Ξέρουμε ότι αύτός έδώ είναι ό γυιός μας καί ότι γεννήθηκε τυφλός, σιγοπρόφεραν τραυλίζοντας. Πώς όμως τώρα βλέπει, δέν τό γνωρίζουμε. Μήτε μάθαμε ποιός άνοιξε τά μάτια του. Άλλωστε, δέν είναι πιά παιδί. Σέ ό,τι τόν ρωτήσετε θά σάς άποκριθεΐ. Αλλοίμονο νά μήν θυμάται τίς νωπές λεπτομέρειες.
Ξανακάλεσαν γιά δεύτερη φορά τόν θεραπευμένο. Ακολούθησε πάλι τρόγυρα σιγή.
Πήρε τόν λόγο, ύστερα άπό σχετική συζήτηση καί κατάληξη μέ τούς άρχοντες Φαρισαίους, κάποιος μέ καρφωτή ματιά.
—        Άκουσε, φώναξε μέ στόμφο. Τό άντιλαμβανόμεθα, έγινες καλά. Γι’ αύτό δόξασε μέ τήν καρδιά σου τόν Γιαχβέ,  (Σημείωσις  Η νεώτερη θεολογική έρευνα τών τελευταίων χρόνων έξ’ άφορμης τής αίρέσεως τοϋ Χιλιασμού άπέδειξε ότι ό Γιαχβέ ή Γιεχωβά της Παλαιάς Διαθήκης δέν ήταν άλλος άπό τόν ένανθρωπή σαντα ιερό μας Λόγο.)  πού κυβερνά τά χάη. Έμεϊς βέβαια, ξέρουμε τί άνθρωπος είναι αύτός πού σέ θεράπευσε.
Ερωτηματική σιγή.
—        Άπλούστατα, πρόκειται γιά παραβάτη τών έντολών τού Γιαχβέ μας. Γιά έξόριστο άπό τήν θεϊκή προστασία. Κατάλαβες; Πρόκειται δηλαδή γιά άμαρτωλό.
—        Αύτό πού ίσχυρίζεσθε, έγώ δέν τό ξέρω, άποκρίθηκε σταθερά ό φτωχούλης, ό, έδώ καί λίγες στιγμές, ζητιάνος. "Ενα πράγμα ώστόσο ξέρω καλά. "Οτι ήμουν τυφλός καί τώρα βλέπω.
—        Τί άκριβώς σοΰ έκανε; Θυμάσαι μέ ποιό κόλπο σοΰ άνοιξε τά μάτια; Κοντολογής, άνιελήφθης κανένα περίεργο τέχνασμα, καμιά άλλόκοτη ένέργεια;
—        Μά σάς έξήγησα καί δέν μέ προσέξατε. Γιατί τώρα έπιμένετε νά ξαναπροφέρετε τίς ίδιες άκριβώς κουβέντες; Μήπως έπιθυμεΐτε καί σεΤς νά τόν άκολουθήσετε, νά γίνετε ίσως μαθητές του;

Τί ήταν αύτό δά όπου τούς πέταξε! Κεραυνός; Κοκκίνησαν, κόρωσαν, στά στήθη τους φούντωσε ή όργή. παρά λίγο νά τόν ξυλοκοπήσουν.
—        Άναιδέστατε, τού φώναξαν ομαδικά. Τιποτένιε, ζητιάνε. Σύ είσαι μαθητής του. Καί ψιλοκαμώνεσαι τόν εύλαβή. Έμεϊς είμαστε μαθητές τού μεγάλου Μωϋσή. Καί ξέρουμε ότι μονάχα στόν Μωϋσή μίλησε ό άπλησίαστος Γιαχβέ. Γι’ αύτόν πού τόλμησες νά μάς τόν ονομάζεις προφήτη, δέν μίλησε ποτέ κανείς. Μήτε κάν ξέρουμε ποΰθε κρατάει ή γενιά του.
Ό άνθρωπάκος δέν τάχασε. ’Απεναντίας, συνέχισε μέ σταθερή λαλιά.
—        Αύτό λέω καί γώ ό άγράμματος. Ότι έγινε κάτι τό καταπληκτικό. Ένώ έσεϊς, οί διαλεκτοί καί μορφωμένοι, δέν ξέρετε μήτε ποΰθε κρατάει ή γενιά του, κι όμως ιδού, μοΰ άνοιξε τά μάτια. Ποιός, καταμεσής στόν κόσμο, όπου λατρεύει τόν Θεό, δέν τό γνωρίζει, ότι ιούς παραβάτες, τούς άμετανόητους καί τούς άμαρτωλούς, τούς άποστρέφεται; Ότι μήτε κάν άκούει τήν προοευχή τους; Μόνο άν κανείς κατέχεται άπό θεοσέβεια καί άγωνίζεται νά κάνει μέριμνα τό θέλημά του, μόνον ι κείνον άκούει. Τόσα καί τόσα χρόνια, όπου διαβαίνουν οί άνθρωποι άπό τό φλούδι τής γής, όπου γεννιούνται καί πεθαίνουν, ξανακούστηκε ποτέ ότι κάποιος περαστικός άνοιξε τά μάτια γεννημένου τυφλοΰ; Έάν λοιπόν αυτός ό περαστικός δέν ήταν άπό τόν Θεό, δέν θά μπορούσε νά καταφέρει μήτε τό παραμικρό. Τίποτα.
Έ, τώρα τοϋ έπρεπε ένα γερό ξύλο.
        Σύ γεννήθηκες ολάκερος μέσα στήν άμαρτία, έπιασαν νά τοϋ φωνάζουν. Καί τολμάς άστοιχείωτε, νά μάς κάνεις καί μάθημα; Έξω, έξω άχρεΐε. Έξω άπό τήν στοά. Στά τσακίδια.
Καί τόν πέταξαν έξω μέ ειρωνείες. Φαιδρές ειρωνείες. (Ώ, πόσο σατανικό γνώρισμα είναι ή ειρωνεία. ’Άν δέν έπιτρέπεται μήτε τόν καθυστερημένο διανοητικά νά ονομάσουμε βλάκα, άλλο τόσο δέν έπιτρέπεται μήτε καί στόν κακοϋργο νά πετάξουμε χλεύη. Ή ειρωνεία ξαπλώθηκε καί γενικεύτηκε στόν πλανήτη άπό τούς Εβραίους. Πόσο δέν χλεύαζαν τόν Πανευεργέτη Κύριο άπάνω στόν ιερό πόνο, στόν φρικτό έκεϊνο Γολγοθά).
Ό χαριτόβρυτος καί παρθένος Μαθητής μέ σούπερ, θά λέγαμε σήμερα, ταπεινό φρόνημα, διηγείται τό φινάλε. Μέ έλάχιστες γραμμές. Μετρημένες. Κι όμως τί συγκίνηση, τί βάθος, πόσο μεγαλείο στήν συνέχεια.
Πληροφορήθηκε, λέει, ό Κύριος ότι τόν έβγαλαν έξω οί μεγαλόσχημοι, οί σοφοί καί θεολόγοι. Οί δαφνοστεφανωμένοι της έποχής. Καί τόν άναζήτησε. Μόλις άνταμώθηκαν σέ παράμερη γωνιά, έκοψε βήμα, τόν κοίταξε μέ στοργή. Περισσότερο άπό πρωτομάνα τό νιογέννητο, βρέφος. Καί τόν ρώτησε:
—        Σύ πιστεύεις στόν Υιό τοϋ θεοϋ;
’Αναταραχή, ξεκαθάρισμα. Ερώτημα άπλό καί ούσιώδες. Βαθύτατο. Άπλό γιατί χρόνια καί ζαμάνια κυκλοφορούσε στόν λαό άπό τούς άπεσταλμένους καί προφήτες, ότι ό Μεσσίας θά ήταν κύριος άπεσταλμένος Κυρίου, υιός τοΰ Ύψίστου. Βαθύτατο, γιατί ό Πανευεργέτης Λόγος, ταπεινός σέ εύρος καί βάθος, πράος καί άνεκπκός, καλόκαρδος σάν κόρφος μανούλας, άνέκαθεν προτιμούσε τούς ταπεινούς καί καταφρονεμένους. Γιατί μέσα τους ύπηρχε ή αύτογνωσία της ένοχης, ή σπίθα της μετάνοιας.
Ό άνθρωπάκος πώς τό μπόρεσε καί άντεξε στήν άβυσσο της Άγάπης; Πώς κρατήθηκε νά μήν πέσει; Πανάγιο φώς φαίνεται τόν πυρπολούσε. Διαίσθηση, ότι μέ τόν εύεργετήσαντα, άξιωνόταν κάτι πολύ πιό δυνατό άπό τήν όραση.
Ό ’Ιωάννης μάς άναφέρει ότι, στήν έρώτηση, άποκρίθηκε αύθόρμητα. μέ μιά συγγενική δηλαδή έρώτηση:
—        Καί ποιός είναι Κύριε, γιά νά πιστέψω σ’ αύτόν;
Τότε ό γλυκύτατος, ό ιερός Λόγος, όπου στους άπλοϊκούς καί καθαρούς άποφεύγει τίς άλληγορίες, όπου τούς κουβεντιάζει σταράτα, τού είπε:
—        Αφού άνοίχτηκαν τά μάτια σου, τόν είδες. Είναι αύτός πού τώρα σού κουβεντιάζει.
Σεισμό ψυχής μάς άποκαλύπτει ό Εύαγγελιστής τής άγάπης.
—        Πιστεύω, Κύριε. Σέ πιστεύω δίκαιε, μοναδικέ καί άγαπημένε, άνάκραξε ό εύεργετημένος. Κι εύθύς έπεσε στά γόνατα καί τόν προσκύνησε.
Τότε ό Κύριος ξανάνοιξε τήν χρυσοπηγή τής καρδιάς του:
—        Ήλθα στόν κόσμο γιά κρίση. (Γιά νά ξεχωρισθοΰν οί καλοπροαίρετοι άπό τούς διεστραμμένους). Έτσι τό άποτέλεσμα θά είναι παράδοξο. Όλους όσους έχουν πεποίθηση στόν εαυτό τους καί, άπό τίς ένέργειες τους, τούς παραδέχονται σάν άξιους, πολυδιαβασμένους καί παντογνώστες θάναι βυθισμένοι στό σκοτάδι. Της άγνοιας, της στασιμότητας, της πλάνης. ’Απεναντίας θ’ άποκτήσουν τό φώς οί τυφλοί.
Σάν άντελήφθησαν κάτι μερικοί άπό τούς Φαρισαίους, πού έλαχε νά παρευρίσκονται στήν μοναδική σέ άποκάλυψη καί τραγικότητα τούτη σκηνή, όπου τόσο παραστατικά μάς ζωγράφισε ό πνευματοφόρος προστάτης τής Κυρίας Θεοτόκου, κοντοζύγωσαν τήν συντροφιά, πήραν τόν λόγο καί ρώτησαν:
—        Μήπως λοιπόν καί έμείς, όπως άνάφερες, είμαστε τυφλοί; Τούς κοίταξε λυπημένος. ’Ίσως καί νά κρυφοστέναξε.
—        Έάν ήσασταν τύφλοί, θά είχατε κάποιο έλαφρυντικό. Ή άμαρτία σας θά περιοριζόταν στό έλάχιστο. ’Απεναντίας, τώρα καυχάσθε ότι γνωρίζετε τόν Νόμο, ότι βλέπετε ολοκάθαρα, όπ δέν έχετε άνάγκη κανέναν γιά νά σάς άνοίξει τά μάτια καί νά σάς διδάξει. Ή άμαρτία σας λοιπόν, γίνεται άμαρτία «έν γνώσει». Καί άλλοίμονο. Τέτοιου είδους πώρωση έπειτα άπό τόσα σημεία όπου έγιναν καί γίνονται, παραμένει «εις τόν αιώνα». Δέν συγχωρεΐται.
.. Ώ, πόση κάθαρση, πόση άγαλλίαση, πόση εύγνωμοσύνη δέν σοΰ χρωστάμε ’Ιωάννη. Κάθε φράση άπό τό Εύαγγέλιο σου καί μεταλλείο χρυσού.
ΑΚΟΜΗ πιό υπέροχος γίνεται ό Ευαγγελιστής' μας στόν «καλό βοσκό». Ναί, διατηρεί στήν  μνήμη καί μεταδίδει τόσο ανάγλυφα, τόσο ρεαλιστικά  τίς ιδιότητες τοϋ άγαπημένου του Ραββί.
Μόνο μιά τέτοια καθαρή καρδιά έντυπωσιαζόταν τόσο έντονα, τόσο προσεκτικά άπό τά θεϊκά χείλη.
Είχε άκουσθεΐ άπό τήν παλιά Διαθήκη καί άπό τόν πανένδοξο Ήσαΐα, ότι εκείνος τόν όποίο ό άνθρωπος καταφρονεί, ό πολυχτυπημένος δηλαδή άπό στενοχώριες, ό Θεός τοϋ έτοιμάζει μιά ξεχωριστή δόξα. «Θέλει δώσει εις αύτόν μερίδα μετά τών μεγάλων καί τούς ισχυρούς θέλει μοιρασθεί λάφυρον».
Άλλά τώρα, λίγο προτού παραδώσει τήν πάνσεπτη ψυχή του «είς θάνατον», προτού ό άθάνατος καταστεί «Αμνός προσφερόμενος», ολοκαύτωμα γιά τήν παγκόσμια σωτηρία, τόν άκούει νά διαβεβαιώνει ότι, σάν «πλεισίσπος στοργής», έξομοιώνεται μέ τόν άφοσιωμένο βοσκό. Σέ γήινη, ούράνια καί μεταφυσική κλίμακα. Σάν σφουγγάρι τό νερό, άναρρουφά τά λόγια. ’Ώ, πόσο διψούσε ή άνθρώπινη ψυχή τέτοια λόγια...
 «Αλήθεια σάς λέγω, έκεΐνος πού δέν μπαίνει στήν μάνδρα τών προβάτων άπό τήν είσοδο, άλλ’ άνεβαίνει άπό άλλο μέρος, αύτός είναι κλέφτης καί ληστής. Εκείνος ώστόσο, όπου μπαίνει κανονικά άπό τήν πόρτα, είναι ό βοσκός. Σ’ αύτόν ό θυρωρός άνοίγει καί τά πρόβατα άκοΰνε τήν φωνή του καί σάν άγαπημένα καί δικά του, τά άνακράζει άπαλά κι όλόγλυκα, τά καλεΤ έναένα μέ τ’ όνομά τους καί τά βγάζει στά λιβάδια γιά βοσκή. Βαδίζει καταμπροστά άπό τό κοπάδι καί τόν άκολουθοΰν γιατί ξέρουν τή φωνή του. Έναν άλλο, έναν όποιοδήποτε ξένο, δέν θά τόν άκολουθήσουν. ’Αλλά θά παραμερίσουν. Θά διασκορπισθούν. Γιατί δέν άγροικούν τήν γνώριμη κι όλόγλυκια έκείνη λαλιά».
Οί μαθητές ολόγυρα τόν κοίταζαν καί προσπαθούσαν νά καταλάβουν. Ό ’Ιωάννης δέν έχανε συλλαβή.
«’Αλήθεια σάς λέγω, έγώ είμαι ή πόρτα. Πολλοί καί διάφοροι πού ήλθαν πρίν άπό μένα, στάθηκαν κλέφτες καί ληστές καί γιά τούτο τά πρόβατα δέν τούς ακόυσαν».
θεέ μου, τόσοι καί τόσοι αιώνες, πόσοι καί πόσοι δέν πέρασαν μέ ρητορείες καί υποσχέσεις. ’Αλλά πού νά στηριχθεΐ, πώς νά τούς παραδεχτεί καί νά τούς άκούσει ή άνθρώπινη ψυχή;
«Ναί, σάς λέγω. Έγώ είμαι ή πόρτα. Όποιος μέ ζυγώνει καί προχωρήσει καί μπεϊ άπό μένα, πού είμαι ή πόρτα, θά σωθεί. Στρέφοντας τήν προσοχή του σέ μένα, θά μπαίνει καί θά βγαίνει καί θά βρίσκει ζωογόνο χλωρασιά. Ό κλέφτης δέν έρχεται παρά γιά νά κλέψει, νά σφάξει, νά καταστρέψει. Ήλθα τώρα κοντά σας, στό γένος σας γιά νά έξασφαλίσετε άφθονη καί ζωογόνο χλωρασιά. Ναί, σάς είμαι καταγεμάτος στοργή καί άφοσιωμένος. Είμαι ό καλός βοσκός πού θυσιάζει τήν ζωή του γιά ιά πρόβατα. Ό μισθωτός, σάν ξένος, σάν υπάλληλος, δέν είναι ό βοσκός. Τά πρόβατα δέν τοϋ άνήκουν. Μόλις άντιληφθεϊ νά έρχεται τό αίμοβόρο καί άρπακτικό άγρίμι, ό λύκος, τό βάζει στά πόδια γιά νά μήν κινδυνέψει. Τί τόν νοιάζει γιά τά πρόβατα; Καρφί δέν ιού καίγεται. Έγώ όμως είμαι ό βοσκός καί γνωρίζω έναένα τά δικά μου καί κεΤνα πάλι μέ γνωρίζουν, ώ, μέ γνωρίζουν άπόλυτα. Όπως μέ γνωρίζει ό άναρχος καί άπερινόητος Πατέρας μου καί τόν γνωρίζω καί γώ σάν τό φώς τού ήλιου. Προηγουμένως, σάς υπογράμμισα καί σάς έτόνισα θυσιάζω τήν ζωή μου γιά τά πρόβατα. Έχω καί άλλοΰ, έκτός άπό αύτήν τήν μάνδρα πρόβατα. Φροντίζω νά τά συγκεντρώσω κι αύτά κοντά μου γιά ν’ άκοΰν τή φωνή μου νά εύφραίνονται, ώστε μιά μέρα νά γίνει ένα καί μοναδικό ποίμνιο, μ’ έναν βοσκό. (Ώ θείας, ώ φίλης, ώ γλυκυτάτης σου φωνής. Πόσο σέ καρτερούσαν καί σέ καρτερούν στίς άνθρωποθάλασσες τού κόσμου, τά δικά σου πρόβατα, πολυαγαπημένε βοσκέ!) Γι’ αύτόν τόν λόγο, ό άναρχος Πατέρας, όπου βλέπει νά θυσιάζω τήν ζωή μου μέ προσδοκία έπανακτήσεως, μέ άγαπά, μέ τήν ύπερπολύτιμη άγάπη όπου δύσκολα μπορεί κανείς νά τήν καταλάβει. Βλέπει ότι κανένας δέν μοΰ τήν άφαιρεΐ, κανένας δέν έχει τό δικαίωμα ή τήν δύναμη νά μοΰ τήν πάρει. Τήν προσφέρω σάν θυσία γιά νά μήν καταστραφοΰν τά πρόβατα. Γιατί καί σάν Υιός τού άνθρώπου, κατέχω έξουσία νά θυσιάσω τήν ζωή μου καί νά τήν. ξαναπάρω. Τέτοια έντολή μοΰ έδωσε ό Πατέρας».
Μόλις έκοψε ό ήχος τής διδασκαλίας, μόλις σταμάτησε νά κουβεντιάζει, μόλις ολόγυρα άπλώθηκε σιγή, άρχισαν νά μαλώνουν. Τί λόγια ήταν αύτά; Ποιός ό σκοπός ποιά τάχατες ή έννοιά τους; Σέ μερικούς ή ψυχή κατηφόρισε. Παρασύρθηκε σέ βάραθρο. Έφθασαν νά βροντοφωνάζουν ότι δέν ξέρει τί λέει, γιατί έχει δαιμόνιο. ’Αλλά οί άλλοι, οί άνοιχτομάτηδες τούς είπαν: «Αύτά τά λόγια δέν είναι λόγια δαιμονισμένου. Είδατε ποτέ σας δαιμόνιο ν’ άνοίγει μάτια τυφλών;»
Καί ό ’Ιωάννης, σάν άγαπημένος μαθητής καί παρθένος, ένιωσε, έκεΐ, άνάμεσά τους, τήν καρδιά του νά σπάει, νά λιώνει, νά γίνεται θρύψαλλα άπό εύγνωμοσύνη. ’Αποτύπωσε ένα-ένα τά λόγια στήν, λιπόθυμη άπό εύγνωμοσύνη, καρδιά. Γιά νά φωτιστεί άργότερα άπό τόν Παράκλητο καί νά μάς τ’ άφήσει ύπόμνηση καί κληρονομιά. Ώ θείας, ώ φίΛης, ώ γΛυκυτάτης σου φωνής! Ναί, έχεις παντού στήν ύδρόγειο πρόβατα Κύριε, πού γνωρίζουν ποΛύ καΛά τήν φωνή σου καί Λαχταρούν νά σέ δοΰν νά μπαίνεις άπό τήν πόρτα. Σέ περιμένουν νά τά προσφωνήσεις, νά τά γΛυκοκοιτάξεις, νά τά οδηγήσεις άπό τήν μάνδρα έξω. Στίς ζωογόνες χλωρασιές, στά καταπράσινα Λειβάδια.



Εισαγωγή κειμένων σε πρώτη αποκλειστική δημοσίευση από το Ββλίο :
Ιωάννης ο Θεολόγος Ο Υιός τής βροντής
Σώτου Χονδροπούλου
Αφηγηματική βιογραφία

Η επιμέλεια ,επεξεργασία κειμένων και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια , αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα ,χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

© ΠΗΔΑΛΙΟΝΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
http://www.alavastron.net/








Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |