ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Ποιές ζημίες προξενούν στη σωτηρία τους

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Ποιές ζημίες προξενούν στη σωτηρία τους




ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

Μέρος Β΄
 
Ποιές ζημίες προξενούν στή σωτηρία τους έκείνοι, πού άμαρτάνουν μέ τήν έλπίδα, ότι θά έξομολογηθούν καί θά μετανοήσουν.
 Ποιος όμως μπορεί νά φανερώση πολύ καλά τίς ζημίες, πού προξενούν στόν έαυτό τους έκείνοι πού άμαρτάνουν μέ τήν έλπίδα, ότι θά μετανοήσουν; Έγώ πιστεύω, ότι οί περισσότεροι χριστιανοί θά κολασθούν γι' αύτή τήν πονηρή καί πλαμενένη έλπίδα, πού σιγά  σιγά τούς ώδήγησε στό φοβερό γκρεμό τού άδη. Γιατί, μολονότι πίστευαν, ότι γιά όσους άμαρτάνουν έχει έτοιμασθή μία αιώνια φλόγα, αύτοί παρ' όλα αύτά άμάρταναν σάν νά πίστευαν, ότι ή κόλασις είναι ένα παραμύθι.
  Καί γιατί αύτό; Διότι νόμιζαν, ότι ή ιατρεία τών άμαρτιών τους είναι τόσο εύκολη, όσο εύκολο είναι τό νά έξομολογηθούν στόν Πνευματικό τους τίς άμαρτίες, πού έκαναν καί νά δεχθούν γι' αύτές ένα πολύ μικρό έπιτίμιο. Κι άφού τό κάνουν αύτό ειρηνεύουν καί δέν φροντίζουν γιά τίποτε, νομίζοντας ότι έξεπλήρωσαν κάθε τους χρέος.


Α' Πρώτη ζημία έκείνων, πού άμαρτάνουν μέ τήν έλπίδα τής μετανοίας είναι ή υπερβολική ποσότητα τών άμαρτιών.

 Ή πρώτη λοιπόν ζημία, πού προξενούν στόν έαυτό τους έκείνοι, πού άμαρτάνουν μέ τήν έλπίδα τής μετανοίας, είναι ή ποσότητα καί τό μεγάλο πλήθος τών άμαρτιών, πού κάνουν. Γιατί αύτοί, έπειδή έξομολογούνται εύκολα τίς άμαρτίες τους καί έχουν καί κάποια κατάνυξι καί νομίζοντας ότι σ' αύτό βρίσκεται όλη ή μετάνοια, γι' αύτή τήν εύκολία λέω, καί τήν ψτύτικη έλπίδα, πάλι οί ταλαίπωροι κατόπιν πέφτουν στά πάθη. Καί άφού πέσουν μία φορά, άφήνουν κατόπιν τό χαλινάρι τού λογικού καί τής προσευχής καί τρέχουν σάν τά ζώα, πού δέν έχουν λογική,

στόν δρόμο τής καταστροφής. Τότε, λοιπόν, ποιος μπορεί νά μετρήση τά άμαρτήματα, πού κάνουν; Όσες φορές βρούν κατάλληλο τρόπο καί τόπο πέφτουν άμέσως στήν άμαρτία. 'Όσες φορές θελήση ή κακή τους έπιθυμία, πέφτουν άμέσως. Όσες φορές τούς προσβάλλει ό πονηρός λογισμός, άμέσως κάνουν καί τό πονηρό έργο.

Άπό περιέργεια, όμως, άς δούμε πόσο είναι τό πλήθος τών άμαρτιών, πού κάνουν.

Πολλοί άπό αύτούς τούς άμαρτωλούς, πού νομίζουν ότι ή συγχώρησις τών άμαρτιών τους είναι εύκολη μέ τήν έξομολόγησι, άπό τήν μία μέρα ώς τήν άλλη μπορούν νά κάνουν δέκα άμαρτίες, τόσο μέ τά πονηρά τους έργα, όσο καί μέ τίς κακές τους έπιθυμίες καί μέ τίς άπρόσεκτες συνομιλίες καί μέ τίς άπρεπείς τους ήδονές. ’Ιδιαίτερα όμως καί πρό παντός μέ τίς άφορμές, πού δίνουν στούς άλλους καί θανατώνουν τίς ψυχές τους.

Γι' αύτό, σύμφωνα μέ τό μέτρο αύτό, ό άριθμός τών άμαρτημάτων τους σέ ένα μήνα θά φθάση τίς τριακόσιες άμαρτίες καί κατόπιν σέ ένα χρόνο περισσότερο άπό τρεις χιλιάδες άμαρτίες. Έτσι κάθε ένας άπό αύτούς σέ ένα χρόνο θά χτυπήση περισσότερο άπό τρεις χιλιάδες φορές τήν πόρτα τού άδη.

     Καί τώρα, γιατί είναι δύσκολο νά πιστέψουμε, ότι ή δικαιοσύνη τού Θεού θά άνοιξη κάποτε τίς πόρτες τού άδη σέ έναν τέτοιο άμαρτωλό καί θά τόν άφήση νά πέση έκεί μέσα; Μάλιστα αύτό είναι έκείνο, πού άπειλεί, ότι θά κάνη ή δικαιοσύνη τού Θεού μέ τό στόμα τού προφήτη Ιερεμία: «Τά τραύματά σου είναι άθεράπευτα. Θανάσιμη είναι ή πληγή σου. Κανένας δέν υπάρχει γιά νά φροντίση τό τραύμα σου... σέ κτύπησα μέ τιμωρία σκληρή, σάν να είμαι ό έχθρός σου. Αύξήθηκαν πολύ οί άμαρτίες σου» (Ίερεμ. 37,13-14),
Ζύγιασε καλά, άδελφέ μου τά λόγια αύτά. Δέν λέει ό Θεός ότι δέν γιατρεύθηκες, άλλά ότι δέν ώφελήθηκες καθόλου άπό τήν ιατρεία. «Είς άλγηρόν ίατρεύθης, ώφέλειά σοι ούκ έστι». Μάλιστα υστέρα άπό πολλές θεραπείες. Γιατί όχι μόνον μία φορά, άλλά πολλές καί πολλές φορές έξωμολογήθηκες. Καί παρόλα αύτά ή έξομολόγησις, πού είναι γιά νά θεραπεύη καί νά σκοτώνη τίς άμαρτίες, άπό τήν δική σου κακία χρησιμοποιήθηκε γιά νά τίς αύξήση. Διότι καί σύ λές μέ τόν έαυτό σου: ‘Άν άμαρτήσω, άρκετό είναι κατόπιν νά έξομολογηθώ καί νά μετανοήσω. Κι άν άμάρτησα μία φορά, μπορώ καί άλλη καί άλλη φορά νά άμαρτήσω. Διότι ή πολλές άμαρτίες κάνω ή λίγες, μπορώ κατόπιν νά έξομολογηθώ καί νά μετανοήσω’. Λοιπόν! ναί, γιατρεύθηκες, άλλά δέν ώφελήθηκες καθόλου άπό τήν θεραπεία αύτή. Διότι ή ώφέλεια, πού άποκομίζεις μετά άπό τόσες έξομολογήσεις είναι τό άμέτρητο πλήθος τών άμαρτιών σου καί χωρίς νά γνωρίζης, βέβαια, ότι αύτό τό πλήθος τών άμαρτιών σου σέ καταβυθίζει στόν άδη. Σέ κάνει άξιο γιά νά σέ παιδεύση ό Θεός μέ μία σταθερή δοκιμασία, χωρίς εύσπλαγχνία καί νά σέ τιμωρή σάν ένα του έχθρό, πού φταίει στόν Θεό τόσο περισσότερο, όσο περισσότερο σπλαγχνικός φάνηκε σ' αύτόν ό Θεός. «’Επειδή αύξήθηκαν οί άμαρτίες σου, σέ τιμωρώ μέ τόν τρόπο, πού τιμωρώ τούς έχθρούς μου».

  Γι' αύτό καί σέ άλλο σημείο ό ίδιος ό προφήτης μιλώντας άλληγορικά γιά τήν ψυχή έκείνη, πού έξομολογείται καί ιατρεύεται άπό τίς άμαρτίες της, κατόπιν όμως άμαρτάνει πάλι καί μένα άγιάτρευτη καί άξια, γιά νά έγκαταλειφθή άπό τόν Θεό καί νά κολασθή, λέει: «Θεραπεύσαμε τήν Βαβυλώνα, άλλά δέν γιατρεύθηκε. Άς τήν έγκαταλείψουμε, διότι οί άμαρτίες της έφθασαν στόν ούρανό» (Ίερ. 28,9).

Δεύτερη ζημία έκείνων, πού άμαρτάνουν μέ τήν έλπίδα τής μετανοίας, είναι ή ύπερβολική ποιότητα τών άμαρτιών.

Ή δεύτερη ζημία, πού προξενούν στόν έαυτό τους εκείνοι, πού άμαρτάνουν μέ τήν έλπίδα τής μετανοίας καί τής έξομολογήσεως, είναι ή ποιότητα καί ή ύπφβολή τών άμαρτιών, πού κάνουν. Γιατί αύτοί μέ τόν ψεύτικο λογαριασμό, πού κάνουν λέγοντας ‘θά έξομολογηθώ’, μέ αύτό άμαρτάνουν χωρίς κανένα φόβο καί ντροπή, βυθίζονται στή λάσπη καί στήν πιό άκάθαρτη λάσπη τής άμαρτίας. Κάνουν χωρίς ντροπή έκείνες τίς άμαρτίες, πού δέν τίς κάνουν ουτε: οί ίδιοι οί άσεβείς. Κυλιούνται μέσα στόν βόρβορο έκείνο καί τίς άκαθαρσίες, στίς όποιες δέν κυλιούνται ούτε αύτά τά άγρια ζώα.

     Άλλά τί τούς κάνει καί ό Θεός; Δέν λησμονεί τήν πονηριά αύτή, άλλά τήν τιμωρεί, όταν έλθη ό καιρός, όπως άναφέρεται μέ τό στόμα τού προφήτη Ώσηέ: «Καταστράφηκαν μέ τίς τόσες μεγάλες καί ύπερβολικές κακίες, όπως τόν καιρό πού ήταν είδωλολάτρες, θυσιάζοντας στά είδωλα πάνω στά βουνά» [225] Νά οί άμαρτίες αύτών τών πονηρών. «Θά θυμηθή τίς άδικίες τους καί θά τούς τιμωρήση σύμφωνα μέ τίς άμαρτίες τους» (Ώσηέ 9,9). Νά καί ή τιμωρία σύμφωνα μέ τήν όποια τούς παιδεύει ό Θεός.

Τρίτη ζημία έκείνων, πού άμαρτάνουν μέ τήν έλπίδα τής μετανοίας, είναι ή καταφρόνησις, ή καύχησις, ή άμετανοησία καί ή άρνησις.


  Ή τρίτη ζημία, πού προξενούν στόν έαυτό τους, όσοι άμαρτάνουν μέ τήν έλπίδα τής μετανοίας, είναι ή ήθελημένη καταφρόνησις τών έντολών τού Θεού. Καί ή καταφρόνησα; αύτή άναφέρεται στή σωτηρία τους καί σέ όλες τίς έντολές τού Κυρίου μετά τήν άμαρτία. Γιατί, όπως λέει ό Σολομώντας· «Ό άσεβής, όταν φθάση στό άποκορύφωμα τής κακίας, τότε όλα τά καταφρονεί» (Παροιμ. 18,3). "Οταν αύτοί φθάσουν στό άποκορύφωμα τής κακίας, τότε παθαίνει πώρωσι ό νούς τους, σκληραίνει ή καρδιά καί τότε δέν ύπολογίζουν καθόλου τήν άμαρτία.

     Μάλιστα καί μερικοί άπό αύτούς προχωρούν άκόμη περισσότερο. Διότι όχι μόνον περιφρονούν, άλλά καί άρέσκονται μέ τίς άμαρτίες τους καί εύχαριστιούνται μέ αύτές καί καυχώνται σάν νά έχουν κάποια μεγάλα κατορθώματα, όπως λέει ό Σολομώντας: «Ώ έσείς πού εύχαριστιέστε στά κακά καί χαίρεστε γιά τήν κακή διαστροφή!» (Παροιμ. 2,14). Καί ό Ήσαΐας άναφέρει· «Ανήγγειλαν τήν άμαρτία τους καί τήν έμφάνισαν ώς άμαρτία τών Σοδόμων» (Ήσ. 3,9). Καί αύτοί πού προηγουμένως έλεγαν ‘άς άμαρτήσω τώρα καί κατόπιν θά μετανοήσω καί θά έξομολογηθώ’, φθάνουν σέ τέτοιο σημείο κακίας, πού, όταν φθάσουν στό άποκορύφωμα τών κακών, δέν θέλουν πλέον ουτε νά μετανοήσουν ουτε νά έξομολογηθούν. Καί άν κάποιοι θελήσουν, δέν μπορούν πλέον, διότι ή συνήθεια τής άμαρτίας έγινε έξις καί ή έξις έγινε σάν φύσις καί σκλήρυνε σάν πέτρα τήν καρδιά τους καί τήν έκανε άναίσθητη καί δεν μπορεί πιά νά μετανοήση καί νά διορθωθή. Καί έτσι οί άθλιοι πεθαίνουν άμετανόητοι καί άδιόρθωτοι.

    Καί είναι μεγάλο θαΰμα πώς οί χριστιανοί αύτοί, όταν φθάσουν στό άποκορύφωμα τής κακίας, κρατούν άκόμη τήν πίστι τους καί δέν τήν άρνούνται. Γιατί μερικοί άπό αύτούς  άλλοίμονο  άφήνουν καί άπό τά χέρια τους αύτή τήν άγκυρα τής πίστεως, διότι, όπως λέει ό ιερός Χρυσόστομος, ή πονηρή ζωή τους γεννά δόγματα πονηρά.

    Βλέπεις, άδελφέ μου, πόσες ζημίες, πόση μεγάλη καταστροφή προξενούν στόν έαυτό τους έκείνοι, πού άμαρτάνουν μέ τήν ψεύτικη έλπίδα ότι θά μετανοήσουν;

    Γι' αύτό πολύ σωστά είπε ό άββάς Ισαάκ, ότι όποίος άμαρτάνει γιά δεύτερη φορά μέ τήν έλπίδα τής μετανοίας, αύτός βαδίζει μπροστά στόν Θεό μέ πονηριά. Αύτός πεθαίνει ξαφνικά καί δέν προλαβαίνει νά μετανοήση καθώς έλεγε: «... Ξαφνικά πεθαίνει αύτός καί δέν προλαβαίνει σύμφωνα μέ τήν έλπίδα του, νά έκπληρώση τά έργα τής άρετής» (Λόγος ξ'). Τά ίδια σχεδόν λέει καί ό μέγας Βασίλειος: «Αύτός πού διαπράττει τήν άμαρτία μέ τήν έλπίδα τής μετανοίας, έχει τόν τρόπο τής κακίας καί δέν έχει μετάνοια» (Λόγος περί Μετανοίας). Σ’ αύτό άρμόζει αύτό, πού λέει ό άγιος Αμβρόσιος: «Ή εύχέρεια τής συγχωρήσεως, δίνει εύκαιρία γιά άμαρτία».


        

 ΜΕΡΟΣ Γ'

 Ή Ιατρεία όσων άμαρτάνουν μέ τήν έλπίδα, ότι θά έξομολογηθούν καί θά μετανοήσουν.

 Α' Ή προσευχή θεραπεία αύτών, πού άμαρτάνουν μέ τήν έλπίδα ότι θά μετανοήσουν.

«Είσαι άγαθός, Κύριε, καί μέ τήν άγαθωσύνη σου δίδαξέ με τά δικαιώματά σου» (Ψαλμ. 118,68). Αύτή τήν προσευχή έκανε ό προφήτης Δαβίδ καί αύτήν, άδελφέ μου, πρέπει νά κάνης καί σύ στόν Θεό μέ όλη σου τήν καρδιά, διότι ή προσευχή είναι ή πρώτη θεραπεία αύτής τής πονηρής προλήψεως καί ψεύτικης έλπίδας, τήν όποια κατηγορήσαμε μέχρι τώρα.

Ώ. Κύριε, έσύ είσαι άγαθός, μάλλον στήν ούσία είσαι ή ίδια ή άγαθότητα. «Χριστός εί, Κύριε». Δίδαξέ με λοιπόν τόν τρόπο, μέ τόν όποίο αύτή ή ίδια ή άγαθότητά σου θά μέ διδάξη νά τηρώ τό νόμο σου. «Έν τή χρηστότητί σου δίδαξόν με τά δικαιώματά σου».

Aύτό σού ζητεί ό Κύριος, όντας άγαθός μέ σένα, προσμένοντάς σε στήν έξομολόγησι καί συγχωρώντας τίς άμαρτίες σου. Δηλαδή νά μάθης καί σύ άπό αύτόν νά είσαι άγαθός.

Πώς λοιπόν δέν φοβάσαι, μήπως τόν παροργίσης διαστρέφοντας τό σκοπό του; πώς θέλεις νά είσαι τόσο κακός καί παράνομος μέ τόν Θεό, τήν στιγμή πού ό Θεός είναι τόσο άγαθός καί γλυκύς μέ σένα; «Μήπως άνταποδίδονται κακά άντί άγαθών;» (Ίερ. 18,20). Έτσι ξεπληρώνεις τίς εύεργεσίες σου στόν Θεό; έτσι χρησιμοποιείς τήν άγαθότητα τού Θεού καί τήν χάρι τής έξομολογήσεως τήν χρησιμοποιείς ώς όργανο, γιά νά άμαρτάνης καί νά βρίζης τόν Θεό;

 Ένα άπό τά δύο συμβαίνει, άμαρτωλέ,  άν ίσως δέν πιστεύης . Ανάμεσα στήν άγαθότητα τού Θεού καί στήν κακία υπάρχει μία άντίθεσις φοβερή, ούσιαστική καί άδιάλλακτη. Έσύ δέν πιστεύεις όπως πρέπει τόν Θεό, γιά Θεό. Έάν όμως τόν πιστεύης όπως πρέπει, θέλεις ή άγαθότητα τού Θεού νά σού γίνεται αίτια νά άμαρτάνης· πράγμα πού είναι ένας πολύ μεγάλος έχθρός τής άγαθότητας τού Θεού. Γνώρισε, ότι αύτό δέν είναι τίποτε άλλο, παρά τό νά όπλίζης τό χέρι ένάντια στόν Θεό καί νά κάνης σχεδόν νά πολεμήση ή έλεημοσύνη του μέ τήν δικαιοσύνη του.

Γι' αύτό, άδελφέ μου, πάντοτε νά παρακαλής τόν Κύριο, νά βγάλη άπό τήν καρδιά σου αύτή τήν ψεύτικη καί πλανεμένη έλπίδα, γιά τήν όποια έχει γραφή; «’Ελπίσαμε σέ άνθρώπους, πού καί ψεϋτες είναι καί όχι σίγουρα καί άμετακίνητα θεμέλια άσφαλείας· καί μέ τό ψεΰδος αύτό θά σκεπασθούμε καί θά προστατευθούμε άπό τήν καταιγίδα» (Ήσ. 28,15), καί νά σέ φωτίση ό Κύριος μέ τήν χάρι του νά καταλάβης, ότι ή έλπίδα αύτή είναι μία άπάτη καί παγίδα τού διαβόλου. Μέ τήν άπάτη αύτή άπάτησε τούς Προπάτορες μέσα στόν Παράδεισο καί συνέχεια έξαπατά άμέτρητους ταλαίπωρους άμαρτωλούς καί τούς κατεβάζει στόν Άδη. Καί γιά νά λυτρωθής άπό τήν άπάτη αύτή, λέγε πρός τόν Κύριο τά λόγια τού Δαβίδ: «Φύλαξέ με, Κύριε, άπό τήν παγίδα, πού μού έχουν στήσει» (Ψαλμ. 140,9).


Β’ θεραπεία έκείνων πού άμαρτάνουν μέ τήν έλπίδα τής μετανοίας, είναι ή γνώσις τής άληθινής μετανοίας καί τών άποτελεσμάτων της.

Ό δεύτερος τρόπος θεραπείας, άδελφέ μου, είναι ό πόλεμος αύτής τής ψεύτικης έλπίδος, πού γεννιέται άπό δύο πράγματα, πού τά άγνοείς·

α) Άπό τήν άγνοια αύτών, πού άμαρτάνουν μέ τήν έλπίδα τής μετανοίας, τί είναι τελικά ή μετάνοια καί ή έξομολόγησις καί

β’) άπό τήν άγνοια τών άποτελεσμάτων καί τών καρπών τής άληθινής μετανοίας καί έξομολογήσεως.

Γι’ αύτό, όταν μάθης καλά αύτά τά δύο πράγματα, πού άγνοείς, σίγουρα θά θεραπευθής.

Α'. ’Εκείνοι λοιπόν πού άμαρτάνουν μέ τό θάρρος τής έξομολογήσεως, δέν γνωρίζουν, γενικά, τί είναι ή έξομολόγησις. Αύτοί νομίζουν, ότι ή έξομολόγησις δέν είναι τίποτε άλλο, παρά μόνον τό νά πούν στόν Πνευματικό τους μέ κάθε λεπτομέρεια τίς άμαρτίες τους καί, ότι άφού τίς φανερώσουν μέ προσοχή, τά έκαναν όλα.

Γι’ αύτό όλη τους ή φροντίδα γιά τήν έξομολόγησι βρίσκεται στό νά θυμηθούν τίς άμαρτίες, πού έκαναν, καί μετά τήν έξομολόγησι τους ή φροντίδα τους δέν είναι άλλη, παρά τό νά σκεφθούν καλά, μή τυχόν καί ξέχασαν κάποια άμαρτία.

 Άλλά άν μόνον αύτή ή μοναδική φροντίδα καί έπιμέλεια είναι άρκετή, γιά νά τούς συμφιλιώση μέ τόν Θεό, ό δρόμος γιά τόν ούρανό τότε δέν θά είναι στενός, όπως λέει τό ιερό Εύαγγέλιο (Ματθ. 7,14), άλλά θά είναι πιό πλατύς καί άπό τίς πλατείες τής πόλεως. Καί ποιος κόπος χρειάζεται, γιά νά πούμε τίς άμαρτίες μας σέ έναν Πνευματικό, άφού έμεϊς συνηθίσαμε νά τίς λέμε άπό τότε άκόμη πού Ημασταν παιδιά;

Καί άν όλη μας ή σωτηρία έξαρτιόταν άπό αύτό, έκείνοι οί πιό άναίσχυντοι καί άδιάντροποι άμαρτωλοί, πού καυχώνται γιά τίς άμαρτίες τους καί τίς διηγούνται στίς φιλικές τους συντροφιές σάν κάποιο παιγνίδι, έκείνοι, λέω, θά ήταν προετοιμασμένοι γιά τήν έξομολόγησι καλλίτφα άπό όλους.

Γιατί αύτοί χωρίς ντροπή έξομολογούνται όλες τους τίς άμαρτίες. Όπότε ή έξομολόγησις θά ήταν μία ύπόθεσις πού τελΒώνα όλη στό στόμα, καί θά ήταν περισσότερο ένα ξεφόρτωμα τής θελήσεως καί όχι τής καρδιάς. Άλλά δέν είναι αύτή ή άλήθεια. Διότι έξομολόγησις κανονικά είναι ή άπομάκρυνσις τού άμαρτωλού άπό τήν άμαρτία καί ή έπιστροφή του πάλι στόν Θεό.

Ή έξομολόγησις πρέπει νά έχη πόνο.

     Γι' αύτό, άν καί αύτή ή έξωτερική φανέρωσις τής άμαρτίας μέ τό στόμα είναι ύποχρεωτική, γιά νά τήν άκούση ό Πνευματικός καί νά τήν διορθώση καί νά τήν συγχωρήση, όμως, δέν είναι άρκετή μόνον αύτή· χρειάζεται άκόμη καί ένας έσωτερικός πόνος τής καρδιάς γιά τίς άμαρτίες. Ό πόνος αύτός πρέπει νά έχη τά τρία χαρακτηριστικά: α) νά είναι δυνατός, β') νά είναι τέλειος καί γ') νά είναι ύπερφυσικός.

     Γι’ αύτό καί στήν δική σου έξομολόγησι, άδελφέ, άν άπουσιάζη τό ένα άπό τά τρία αύτά χαρακτηριστικά τού πόνου, ή έξομολόγησις σου θά είναι σάν τήν έξομολόγησι τού Σαούλ, σάν έκείνη τού Άντιόχου καί σάν τήν έξομολόγησι τού ’Ιούδα. Γιατί καί ή μετάνοια αύτών ήταν μέ τό στόμα μόνο καί όχι μέ τήν καρδιά. [226]

     Έπειδή όμως αύτά τά τρία χαρακτηριστικά τού καρδιακού πόνου είναι τόσο άπαραίτητα, όσο άπαραίτητο είναι τό νά δεχθούμε άπό τόν Θεό τήν συγχώρησι τών άμαρτημάτων μας, γι' αύτό, άδελφέ, πρέπει έδώ νά σού τά ξεκαθαρίσω, ή τουλάχιστον νά σού τά ξαναθυμίσω ένα  ένα.

 Ό πόνος πρέπει νά είναι δυνατός.

    Α . Λοιπόν ό πόνος γιά τήν μετάνοια πρέπει νά είναι δυνατός, πού σημαίνει νά μήν είναι άδύνατος καί άσθενικός, ώστε νά μήν μπορή νά προξενήση κάποια σοβαρή καί άξιόλογη ένέργεια, άλλά πρέπει νά είναι τόσο δυνατός, ώστε νά κυριεύη τήν καρδιά καί νά μή τήν άφήνη νά νικιέται (γιά νά μήν πώ καί νά μή αισθάνεται έντελώς) άπό τήν σαρκική όρεξι καί τήν εύχαρίστησι τής άμαρτίας, πού μπαίνει μέσα στήν καρδιά μέ τίς προσβολές τού έχθρού. Καί πρέπει νά είναι τόσο άποφασιστικός, ώστε νά κάνη αύτόν πού μετανοεί νά μήν θέλη πλέον νά βλάψη τόν Θεό μέ άμαρτίες, ουτε γιά κάποιο κακό, ούτε γιά κάποια άφορμή, ούτε γιά τήν άγάπη κάποιου κτιστού πράγματος, ούτε γιά φόβο κάποιου κακού. Νά ένεργήση όπως ένεργεί μία έντιμη γυναίκα, πού έχει άποφασίσει νά διαφυλάξη τήν τιμή τού συζύγου της καί ποτέ μά ποτέ νά μήν τού δείξη άπιστία, κι άν άκόμη τήν ευρισκαν άμέτρητες συμφορές.


 Ό πόνος πρέπει νά είναι μεγάλος καί τέλειος.


    Β'. Αύτός ό πόνος δέν πρέπει νά είναι προσποιητός, ουτε μικρής διάρκειας, άλλά πρέπει νά είναι μεγάλος καί τέλειος. Ό πόνος έκείνος, πού μάς παρακινεί γιά τήν άγάπη τού Θεού νά στερούμαστε κάτι καί νά μισούμε τίς άμαρτίες, γιατί μέ αύτές λυπήσαμε τόν Θεό  καί ονομάζεται συντριβή  καί ό πόνος έκείνος, πού μάς παρακινεί νά άποφεύγουμε τίς άμαρτίες γιά τήν άγάπη τού έαυτού μας καί έπειδή έξ αίτιας του χάνουμε τόν παράδεισο καί καταδικαζόμαστε στόν 'Άδη  ονομάζεται Έπιτριβή. [227]  Καί οί δύο αύτοί πόνοι, λέω, πρέπει νά είναι τόσο μεγάλοι καί τέλειοι, ώστε νά κάνουν έκείνον, πού μετανοεί νά μισήση τήν άμαρτία μέ όλη του τήν ψυχή περισσότερο άπό κάθε άλλο κακό.

    Δηλαδή μέ τόση μεγάλη δύναμι, ώστε ή ψυχή μέ τήν δύναμι αύτή καλλίτερα νά διαλέξη όποίοδήποτε άλλο κακό, πού μπορεί νά τής συμβή  ή στέρησι πραγμάτων, ή άφαίρεσι καί αύτής ζωής  παρά νά διαπράξη τήν άμαρτία.

    Γι' αύτό πρέπει οπωσδήποτε, έκείνος πού μετανοεί πραγματικά, νά δείξη στόν Θεό, πού βλέπει τό βάθος τής καρδιάς, ότι ή καρδιά του τόσο πονεί, ώστε συγκρίνοντας τήν άγάπη τού Θεού μέ τήν άγάπη τών κτισμάτων, προτιμά περισσότερο άπό όλα τά κτίσματα τήν άγάπη τού Θεού.

    Καί άκόμη τόσο δυνατοί πρέπει νά είναι οί πόνοι αύτοί, ώστε όχι μόνον νά μένουν γιά πάντα σ' αύτόν, πού μετανοεί καί νά συντρίβουν τήν καρδιά του, όχι μόνον νά τήν κάνουν νά άναστενάζη καί νά κλαίη, όπως άναφέρεται γιά τούς άμαρτωλούς: «Εσείς θά φωνάξετε δυνατά άπό τόν πόνο τής καρδιάς σας καί άπό τήν συντριβή τού πνεύματος θά βγάλετε άναστεναγμούς» (Ήσ. 65,14)  άλλά νά κάμνουν άκόμη καί τήν καρδιά νά μισή καί νά άποστρέφεται άπό μέσα της τήν άμαρτία καί νά θέλη ποτέ, μά ποτέ νά μή γίνη ή άμαρτία.


 Ό πόνος πρέπει νά είναι ύπερφυσικός.


    Γ . Ό πόνος αύτός τής καρδιάς πρέπει νά είναι ύπερφυσικός, τόσο άπό τήν αιτία άπό τήν όποια προέρχεται, όσο καί γιά τόν σκοπό γιά τόν όποίο γίνεται, έπειδή ή αίτία καί ό σκοπός τού πόνου αύτού είναι κυρίως όχι ή φύσις ή κάποιο άλλο φυσικό αίτιο, άλλ’ ή ύπερφυσική χάρις τού Θεού, πού συντρίβει καί προκαλεί κατάνυξι στήν καρδιά μέ αύτόν τόν πόνο τής μετανοίας. Γι’ αύτό καί ό μέγας Βασίλειος είπε· «Ή κατάνυξις, πού γίνεται αύτομάτως είναι δώρο τού Θεού... ώστε ή ψυχή, άφού γευθή τήν γλυκύτητα τού πόνου αύτού, πρέπει νά φροντίση νά τήν καταστήση έντελώς ομαλή» (Όροι κατ' έπιτομήν ιστ'). Μερικοί όμως καί έκείνο, πού λέει ό Απόστολος· «Ό Θεός όποίον θέλει έλεεί» (Ρωμ. 9,18), τό έννόησαν άντί τού κατανύσσει, διότι συμπληρώνει ό Απόστολος· «Όποίον θέλει όμως τόν σκληρύνει». Σκληρότητα καί κατάνυξις είναι έντελώς τά άντίθετα.

    Έτσι καί ό σκοπός τού πόνου αύτού δέν πρέπει νά είναι γιά κάποιο φυσικό σκοπό, γιά τά φυσικά καί πρόσκαιρα άγαθά, πού χάσαμε (έπειδή άν γι’ αύτά λυπήται κάποιος καί πονάη, ή λύπη του δέν ύπολογίζεται ώς μετάνοια, άλλά είναι άνώφελη), άλλά γιά τά ύπερφυσικά άγαθά, τά όποια στερηθήκαμε μέ τήν άμαρτία καί γιά τά ύπερφυσικά κακά, τά όποια δεχθήκαμε, τά όποια μάς φανέρωσε καί αύτά ή ύπερφυσική πίστις.

    Ή κυριώτερη όμως αίτια, γιά τήν όποια πρέπει νά είναι ό πόνος αύτός ύπερφυσικός, είναι αύτή, ότι δηλαδή μέ τόν ύπερφυσικό αύτόν πόνο μπορούμε νά χαρούμε τήν συμφιλίωσι καί τήν ένωσι μέ τόν Θεό καί συνέχεια τήν μακαριότητα, τά όποια ξεπερνούν τούς όρους τής φύσεως. Λοιπόν, έκείνος πού έξομολογείται, έάν δέν έχη στήν καρδιά του έναν τέτοιο άποτελεσματικό τέλειο καί ύπερφυσικό πόνο, υστέρα άπό τήν έξομολόγησι επιστρέφει στήν κατοικία του μαζί μέ όλες του τίς άμαρτίες.

     Γι’ αύτό καλή καί ώφέλιμη βέβαια είναι ή έρευνα τής συνειδήσεως, πού κάνει κάποιος, γιά νά μπορή νά βρή έτσι όλες τίς άμαρτίες, πού έκανε μέ έργο, μέ λόγο καί μέ τήν συγκατάθεσι τών λογισμών. Καλό είναι νά έξομολογηθή κανείς όλες του τίς άμαρτίες στόν Πνευματικό, χωρίς νά άφήση καμμία άνεξομολάγητη, διότι έτσι πολύ ξαλαφρώνει ή ψυχή του. Όμως μαζί μέ τήν έρευνα καί τήν έξομολόγησι πρέπει νά είναι ένωμένη καί ή συντριβή καί ό έσωτερικός πόνος τής καρδιάς, γιά τόν όποίο έδώ κάνουμε λόγο. Γιατί ό άλλος κανόνας, πού θά δεχθή αύτός, πού μετανοεί, άπό τόν Πνευματικό του, είτε νηστεία είναι, είτε γονυκλισία, είτε κάποια άλλη κακοπάθεια, ταπεινώνει μόνο τό σώμα καί τόν έξω άνθρωπο, καί, μπορεί νά πή κανείς, κόβει μόνον τά κλαδιά άπό τό δένδρο.

     Ό πόνος όμως ό καρδιακός ταπεινώνει καί πληγώνει τόν έσω άνθρωπο καί αύτή τήν ίδια τήν καρδιά, πού είναι ή πρώτη καί κύρια αιτία καί ρίζα όλων μαζί τών άμαρτιών. Ταπεινώνοντας λοιπόν τήν καρδιά, ταπεινώνει καί πληγώνει καί τίς άμαρτίες, ή καλλίτερα συντρίβει καί πληγώνει αύτόν τόν ίδιο τόν διάβολο καί άρχέκακο δράκοντα, πού έχοντας φωλιάσει μέσα στήν καρδιά, άπό έκεί μέσα όμιλεί καί προβάλλει όλους τούς αισχρούς καί πονηρούς καί βλάσφημους λογισμούς καί τίς άμαρτίες «Διότι άπό τήν καρδιά προέρχονται οί πονηροί λογισμοί, οί φόνοι, οί πορνείες, οί μοιχείες, οί κλοπές, οί ψευδομαρτυρίες, οί βλασφημίες» (Ματθ. 15,19).


Ό πόνος τής καρδιάς είναι συστατικό τής μετάνοιας.


     Γι' αύτό είναι δόγμα τής ’Ορθόδοξης ’Εκκλησίας μας, όπως θεολογεί ό Γεώργιος Κορέσσιος στό περί Μυστηρίων έργο του, ότι ό πόνος αύτός καί ή έσωτερική λύπη τής καρδιάς είναι ένα άπό τά άναγκαΐα καί συστατικά τού μυστηρίου τής έξομολογήσεως καί μετανοίας. Γι' αύτό είναι άναγκαΐα καί άποτελούν τό μυστήριο τής μετανοίας ή έξομολόγησις τών άμαρτιών τού μετανοούντος μέ τό στόμα καί ή άφεσις ή όχι διά τού Αγίου Πνεύματος· καί όπως τό νερό καί ή έπίκλησις τής Αγίας Τριάδος μέ τίς τρεις άναδύσεις καί καταδύσεις είναι άπαραίτητα γιά τή σύστασι τού μυστηρίου τού Βαπτίσματος, έτσι είναι άναγκαΐο καί συστατικό τού μυστηρίου τής μετανοίας καί έξομολογήσεως καί ό έσωτερικός αύτός πόνος τής καρδιάς.

    Καί άν λείπη αύτός ό πόνος άπό τήν καρδιά αύτού, πού μετανοεί, είναι φανερό, ότι αύτός είναι άμετανόητος καί άνεξομολόγητος κι άν άκόμη μετανοήση καί έξομολογηθή, όπως είναι άμετανόητος καί όποίος δέν έξομολογηθή τίς άμαρτίες του καί δέν λυθή ή δεθή άπό τόν Πνευματικό του. Ή όπως είναι άβάπτιστος καί όποίος βαπτισθή χωρίς νερό ή χωρίς τήν έπίκλησι τής Αγίας Τριάδος. Γι' αύτό καί είπε ό Κύριος άποφασιστικά· «Άν δέν μετανοήστε, όλοι θά χαθήτε μέ τόν ίδιο τρόπο» (Λουκ. 13,5). Δηλαδή άν δέν μετανοήστε μέ τέτοιο άποτελεσματικό, τέλειο καί ύπερφυσικό πόνο τής καρδιάς σας, όλοι θά κολασθήτε. Γι' αύτό καί τό Πνεΰμα τό Άγιο θέλοντας νά δείξη πόσο άπαραίτητος γιά τή μετάνοια είναι ό πόνος αύτός τής καρδιάς, πρώτα ζητεί τόν πόνο αύτόν άπό έκείνους πού μετανοούν λέγοντας μέ τόν Προφήτη Ίωήλ· «Διαρρήξτε τίς καρδιές σας καί όχι τά ρούχα σας» (Ίωήλ 2,12) καί υστέρα ζητεί τήν μετάνοιά τους, διότι στήν συνέχεια συμπληρώνει· «Καί έπιστρέψτε πρός τόν Κύριο τόν Θεό σας». Βλέπεις, άδελφέ, ποιά είναι ή κανονική καί νόμιμη έξομολόγησις; Βλέπεις ποιά είναι ή άληθινή μετάνοια;


    Τώρα, σέ παρακαλώ, νά σκεφθής καλά, άδελφέ μου, άν έκείνος, πού άμαρτάνει χωρίς ντροπή λέγοντας ‘θά έξομολογηθώ, έχω καιρό νά έξομολογηθώ’, μπορεί έτσι νά έχη άληθινό πόνο γιά τίς άμαρτίες του, καί νά τόν έχη μέ τόν τρόπο πού είπαμε. Νομίζω ότι δέν μπορεί νά τόν έχη, γιατί μέ αύτά πού λέει φανερώνει, ότι ούτε κάν γνωρίζη ότι πρέπει νά μετανοήση νόμιμα καί όπως πρέπει. Άν όμως τό γνωρίζη καί κατόπιν λέγη παρόμοια καί άμαρτάνη μέ τήν έλπίδα τής μετανοίας, τότε αύτό φαίνεται, ότι είναι έντελώς παράλογο. Διότι αύτό πού λέει, είναι τό ίδιο σάν νά λέη· «Έγώ θά κάνω αύτό τό κακό καί υστέρα αύτό τό ίδιο τό κακό θά μού φανή άσχημο, πού τό έκανα. Έγώ θά μολύνω τώρα τήν ψυχή μου καί υστέρα θά θελήσω νά μπορέσω νά ξεπλύνω έκείνον τόν μολυσμό μέ όλο τό αίμα μου. Έγώ θά άγαπήσω αύτήν τήν άμαρτία καί έπειτα θά μισήσω τήν άγάπη της». Βλέπεις, ότι αύτά τά λόγια είναι λόγια άνόητου άνθρώπου; καί σύ ό ίδιος όταν θέλης νά έμποδίσης κάποιον άπό κάποιο κακό έργο, τού λές: «Πρόσεξε καλά, άδελφέ, διότι κατόπιν θά τό μετανοήσης». Καί άν ό άδελφός έκείνος είναι φρόνιμος καί πιστεύη, ότι θά μετανοήση, οπωσδήποτε δέν θά τό κάνη. Τώρα σκέψου καί σύ, άδελφέ, μήπως είσαι καί έσύ ένας άπό τούς άνόητους καί άγνωστους, πού λένε παρόμοια λόγια. Καί στό έξής άφησε αύτές τίς άνοησίτς καί πλάνες. Διότι, όσο λές τέτοια καί αμαρτάνεις μέ τήν πλάνη αύτή, άμαρτάνοντας μέ τήν έλπίδα τής μετανοίας, τίναι άδύνατο νά άποκτήσης άληθινή μετάνοια καί νά έπιστρέψης στόν Θεό μέ όλη σου τήν καρδιά. Είναι άδύνατο νά άποκτήσης τόν πόνο, τόν άχώριστο σύντροφο τής άληθινής μετανοίας, τόν πόνο τής καρδιάς σου, όπως είπαμε τόσο άποτελεσματικό καί τόσο τέλαο, ώσττ ό πόνος σου αύτός, συγκρινόμενος μέ κάθε άλλο πόνο σου, νά είναι σάν τό πέλαγος, πού συγκρίνεται μέ όλους τούς ποταμούς: «Ή συμφορά σου είναι μεγάλη σάν τήν θάλασσα» (Θρήν. 2,13).


 Ό πόνος καί ή συντριβή είναι κυρίως χάρισμα τού Θεού.


     Αδύνατον είναι νά άποκτήσης αύτόν τόν ύπερφυσικό πόνο, διότι άκουσες παραπάνω, ότι ό παρόμοιος πόνος πρέπει νά έλθη άπό τή χάρι τού Θεού καί ότι είναι δικό του χάρισμα. Άφού λοιπόν είναι χάρισμα τού Θεού, δίνεται δωρεάν καί σέ λίγους καί δέν δίνεται σέ όλες τίς ψυχές, γιατί διαφορετικά δέν είναι χάρισμα. Άκόμη ό πόνος αύτός είναι ένα χάρισμα άπό τά πιό πολύτιμα, πού μπορεί νά σού δώση ό Κύριος. Μία εύεργεσία τής άγαθότητάς του άπό τίς πιό έξαιρετικές. "Ενα έργο άπό τά μεγαλύτερα τής παντοδυναμίας του, τόσο μεγάλο, ώστε, άν ήθελε νά δημιουργήση ένα καινούργιο ολόχρυσο κόσμο καί έναν καινούργιο ούρανό όλο άπό σάπφειρο καί διαμάντι καί κατόπιν νά κάνη έσένα κύριο τού κόσμου αύτού, θά σού έδινε χιλιάδες φορές μικρότερο χάρισμα άπό τό νά σού έδινε μία πράξι άληθινού πόνου καί άληθινής συντριβής.

     Τώρα έσύ πιστεύεις, ότι θά σού δώση ό Θεός άμέσως καί όποτε θέλεις έσύ, αύτό τό τόσο πολύτιμο χάρισμα τής συντριβής; αύτό τό χάρισμα τό όποίο δέν τό δίνει σέ τόσους άλλους, τούς όποίους άφήνει στήν σκληρότητά τους; «Διότι όποίον θέλει τόν κάνει σκληρό» (Ρωμ. 9,18) λέει. Αύτό τό χάρισμα, τό όποίο γιά νά τό πάρουν οί άγιοι σκληραγωγήθηκαν τόσο πολύ, έχυσαν τόσους ιδρώτες καί γιά νά τό πάρουν, ετοιμάσθηκαν μέ τόσες μελέτες; Άν το πιστεύης, κακώς τό πιστεύεις καί βγάλε τήν ιδέα αύτή άπό τήν φαντασία σου.

     Γι’ αύτό καί ό μέγας Βασίλειος λέει, ότι πολλές φορές ή ψυχή βιάζει τόν έαυτό της νά κατανυχθή καί δέν μπορεί, καί ότι γιά ν' άποκτήση κάποιος τήν κατάνυξη χρειάζεται πολλή μελέτη καί συχνή άσκησι· «Τό νά πιεζώμαστε καί νά μήν μπορούμε νά κατανυγούμε, άποκαλύπτει καί τήν άμέλειά μας κατά τό παρελθόν, (γιατί δέν μπορεί ένας άνθρωπος, πού άντιμετωπίζει κάτι ξαφνικά, νά τό ύπερνικήση χωρίς σκέψι καί χωρίς πολλή καί συνεχή άσκησι) καί ότι ή ψυχή κυριεύεται άπό άλλα πάθη καί δέν τής επιτρέπεται άπό αύτά νά είναι έλεύθερη έκεί πού θέλει» (όροι κατ' έπιτ. ιστ').

     Ένας ένάρετος κάθε χρόνο έκαμνε γενική έξομολόγησι, δηλαδή έξωμολογέΐτο όλα του τά άμαρτήματα πού έκανε σέ όλη του τή ζωή, όχι γιά τίποτε άλλο παρά γιά νά δεχθή στήν καρδιά του έναν άληθινό πόνο γιά τίς άμαρτίες του. Γι' αύτό καί γιά πολλές έβδομάδες έτοιμαζόταν μέ τήν ήσυχία καί μέ τίς μελέτες τών πνευματικών γυμνασμάτων καί τήν ήμέρα, πού ήθελε νά έξομολογηθή, ετοιμαζόταν γιά οκτώ ώρες έξασκώντας τίς πράξεις τής συντριβής καί ζητώντας αύτό τό μεγάλο χάρισμα άπό τόν Θεό.

     Καί έσύ, πού πιθανόν έχθές ή προχθές νά μολύνθηκες μέ καινούργια άμαρτήματα, χωρίς νά ύπολογίσης καθόλου τό βάρος τής άμαρτίας, χωρίς νά ύπολογίσης καθόλου τό μεγαλείο καί τήν άγαθότητα τού Θεού, πού έβλαψες, χωρίς νά διαβάσης κανένα βιβλίο, πού νά περιέχη τίς υποθέσεις αύτές, άλλά μόνο μέ τήν ένθύμησι τών κακών, πού έκανες, καί μέ τήν έξομολόγησι στόν Πνευματικό, νομίζεις ότι μέ αύτό άπέκτησες τήν άληθινή μετάνοια; Μακρυά, άδελφέ μου, μακρυά είσαι άπό τήν άληθινή μετάνοια μέ τίς έξομολογήσεις πού κάνεις.

    Μοιάζεις περισσότερο μέ έκείνους, πού λέει ό Δαβίδ, ότι σκίζουν τά ρούχα τους καί φαίνονται έξωτερικά, ότι στενοχωρούνται, ένώ έσωτερικά στήν καρδιά τους δέν κατανύσσονται:«Διεσχίσθησαν καί ού κατενύγησαν» (Ψαλμ. 34,15)· άλλά καί όταν έξομολογήσαι έτσι, πλένεις μόνο τό έξωτερικό σκεύος καί τήν έπιφάνεια τής καρδιάς σου, ένω τό έσωτερικό της βάθος είναι γεμάτο άπό άκαθαρσίες: «Καθάρισε πρώτα τό έσωτερικό τού ποτηριού καί τού πιάτου, γιά νά έχη άξια καί ή έξωτερική τους καθαρότητα» (Ματθ. 23 26).

    Άς ύπολογίσουμε όμως, ότι έσύ, πού δέν ύπολογίζεις τήν άμαρτία, όταν τήν κάμνης, όταν όμως τήν έξομολογήσαι, τήν ύπολογίζεις πολύ καλά καί τή συχαίνεσαι περισσότερο άπό κάθε άλλο κακό καί ότι λυπάσαι καί κατανύσσεσαι μέ πόνο τής καρδιάς γι’ αύτήν όταν έξομολογήσαι (πράγμα πού σπάνιο είναι νά συμβή)· όμως μόνο μέ αύτό δέν μπορείς νά άποκτήσης τήν άληθινή μετάνοια καί τόν άληθινό πόνο τής μετανοίας στήν καρδιά σου.

    Καί, γιά νά καταλάβης αύτό, πρέπει νά σού φανερώσω ποιά είναι τά άληθινά άποτελέσματα καί οί καρποί τής άληθινής μετάνοιας καί έξομολογήσεως, γιά νά τά έχης σάν σημάδια γιά τόν έαυτό σου, έπειδή έσύ νομίζεις, ότι, άν έξομολογηθής στόν Πνευματικό μέ κατάνυξι τίς άμαρτίες, πού έκανες καί σού διαβάση ό Πνευματικός τήν συγχωρητική Εύχή, νομίζεις, λέω, ότι είσαι καθαρός, σάν νά μή έκανες καμμία άμαρτία ποτέ, καί ότι φεύγεις άπό τά πόδια τού Πνευματικού σάν νά μή μολύνθηκες ποτέ. Άλλά ό λογισμός αύτός δέν είναι άληθινός.

    Γιατί όπως τό Βάπτισμα, μολονότι έξαλείφει τό προπατορικό καί κάθε άλλο άμάρτημα προαιρετικό, δέν έξαλείφει όμως τήν άγνοια τού νού καί τήν έπιθυμία καί έμφυτη κλίσι τής καρδιάς στήν άμαρτία καί τά άλλα άποτελέσματα πού προξένησε στήν άνθρώπινη φύσι αύτό τό προπατορικό άμάρτημα, διότι αύτά μένουν ώς ποινή καί μετά τό Βάπτισμα, γιά νά δοκιμάζεται τό αύτεξούσιο καί γιά νά άγωνίζωνται καί νά νικούν καί νά στεφανώνωνται μέ τόν άγώνα τους έκέϊνοι πού έχουν βαπτισθή.


  Ή έξομολόγησις δέν έξαλείφει τίς κακές κλίσεις τής καρδιάς.


     "Ετσι καί ή έξομολόγησις, πού θά γίνη καλά καί όπως πρέπει, μολονότι έξαλείφει τίς άμαρτίες, όμως δέν έξαλείφει καί όλο τό κακό πού έκαναν στήν ψυχή οί άμαρτίες, δηλαδή τήν τύφλωσι καί τήν σκότισι τού νού, τίς κακές κλίσας καί διαθέσεις τής θελήσεως, τίς συνήθειες καί έξεις τής καρδιάς, τήν φθορά καί τήν άχρήστευσι τών δυνάμεων, τήν άσχήμια τού κατ' εικόνα καί καθ' όμοίωσιν. Καί αύτό διότι ή έξομολόγησις δέν παίρνει άπό έμάς όλη τήν ποινή καί τόν κανόνα, πού πρέπει νά δεχθούμε γιά τίς άμαρτίες μας, ουτε σηκώνει όλη τήν δύναμι τών κακών έξεων καί συνηθειών, τίς όποιες δεχθήκαμε μέ τήν άμαρτία, άν καί κάπως τίς λιγοστεύει. Άλλά αύτά όλα μάς τά άφήνει, γιά νά τά διορθώσουμε καί νά τά έξαλείψουμε έμεϊς μέ τόν παντοτινό πόνο τής καρδιάς μας καί μέ τούς κόπους καί άγώνες καί μόχθους τής μετανοίας, πού οφείλουμε νά κάμνουμε σέ όλη μας τήν ζωή μετά τήν άμαρτία.


 Πόσα πρέπει νά κάμνη κάποιος μετά τήν έξομολόγησι.


     Γνώριζε λοιπόν, άδελφέ, ότι υστέρα άπό μία καλή καί κατανυκτική έξομολόγησι, πού κάνεις, πρέπει·


α') νά έκπληρώσης τόν κανόνα καί τήν τιμωρία, πού θά σού δώση ό Πνευματικός γιά τίς άμαρτίες σου, είτε νηστεία είναι, είτε γονυκλισίες, είτε προσευχή, είτε τίποτε άλλο,


β') Πρέπει μέ εύχαριστία καί μέ ύπομονή άγόγγυστη νά πληρώσης τόν κανόνα καί τήν παιδεία, πού θά σού δώση ό Θεός, γιά νά γιατρέψη τίς άμαρτίες σου, είτε άρρώστια είναι, είτε άδικία, είτε στέρησις τής περιουσίας σου, είτε πρόωρος θάνατος τών συγγενών σου καί τών άγαπημένων σου, είτε ύβρεις καί άτιμίες, είτε άλλοι πειρασμοί, πού συμβαίνουν άπό τούς δαίμονες ή τούς άνθρώπους ή άπό τήν διεφθαρμένη φύσι. Γιατί όλα αύτά, καί μάλιστα οί άτιμίες καί οί ύβρεις, γεννούν στήν καρδιά πόνο καί κατάνυξι καί γι' αύτό έπιτρέπει ό Θεός νά σού συμβαίνουν. Γι' αύτό είπε ένας Πατέρας: «Όταν πονέσης πολύ γιά κάποια υβρι ή άτιμία, νά γνωρίζης, ότι πολύ ώφελήθηκες». Καί άλλος πάλι έλεγε, όταν τού έρχόταν κάποια θλΐψις· «Καυστήρας είναι τού Ίησού αύτός». Γι' αύτό καί ό Θεός έδωσε παρόμοιες τιμωρίες στόν Δαβίδ μετά τήν συγχώρησι τής άμαρτίας τού φόνου καί τής μοιχείας. Διότι ό Θεός είναι ό σοφώτερος Πνευματικός άπό όλους καί αύτός γνωρίζει νά διορθώνη τούς άμαρτωλούς καλλίτερα άπό όλους τούς Πνευματικούς μέ σωστό κανόνα. Καί διότι ή δικαιοσύνη τού Θεού, άν καί συγχωρή μαζί μέ τό φταίξιμο καί τήν αιώνια τιμωρία, όμως δέν τήν συγχωρεί άπλώς καί ώς έτυχε, άλλά τήν συγχωρεί μέ κάποια πληροφορία τού προσωρινού αύτού κανόνος καί τής παιδείας. Είπα κάποια πληροφορία, διότι, μολονότι ό κανόνας τού άμαρτωλού βοηθεί στή συγχώρησι τών άμαρτιών του, όμως γενικά όλη ή συγχώρησις τών άμαρτιών οφείλεται στό άπειρο έλεος τού Θεού καί στήν άπειρότιμη ίκανοποίησι, πού έκανε ό Υιός τού Θεού μέ τά πάθη καί τόν θάνατό του, όπως λένε οί ιεροί Θεολόγοι.

Μάλιστα συνηθίζει ό Θεός νά παιδεύη τούς άμαρτωλούς άλλοτε όντας ξύπνιους μέ τόν έλεγχο τής συνειδήσεως, λειώνοντάς τους καί ξηραίνοντάς τους σάν άράχνη, όπως λέει ό Δαβίδ: «Μέ τόν έλεγχο γιά τίς άμαρτίες του παίδεψες τόν άνθρωπο, καί έλειωσες τήν ψυχή του σάν τήν άράχνη» (Ψαλμ. 38,12), καί άλλοτε πάλι μέ φοβερά οράματα τούς φοβερίζει στόν ύπνο, όπως λέει ό Έλιούς στόν Ίώβ: «Μιά φορά μιλάει ό Θεός, καί δέν δίνει κανείς σημασία. Τήν δεύτερη θά μιλήση μέ όνειρο ή μέ μελέτη νυκτερινή, όταν πέφτη στούς άνθρώπους φόβος μεγάλος· τήν ώρα πού πηγαίνουν στό κρεββάτι τους νά κοιμηθούν, τότε τούς κάνει νά καταλαβαίνουν όσα λέει καί οριστικά τούς προειδοποιεί» (Ίώβ 33, 14). Καί ή αιτία είναι ή έξής: Άν ό Θεός δέν παιδεύση τόν άμαρτωλό στή ζωή αύτή μέ κανόνα καί παιδεία προσωρινή γιά τίς άμαρτίες του, είναι πολύ σίγουρο ότι θά τόν παιδεύση στήν άλλη ζωή μέ μία παντοτινή κόλασι. Έτσι έλεγε ό δίκαιος Ίώβ, ότι φοβόταν γιά όλα τά έργα του. Διότι γνώριζε, ότι ό Θεός δέν συγχωρεί χωρίς παιδεία όλο τό χρέος τού άμαρτωλού· «Γνωρίζω, ότι δέν θά μέ παραδεχθής ώς άθώο» (Ίώβ 9,28).


 Ή άληθινή μετάνοια χρειάζεται τέσσερα πράγματα.


Γνώριζε, ότι όπως έκείνος, πού θέλει νά φυτέψη περιβόλι σέ ένα τόπο άγριο χρειάζεται τέσσερα πράγματα·

α') νά κόψη τά βλαστάρια καί τά κλαδιά άπό τά άγρια δένδρα·


β) νά βγάλη καί τίς ρίζες άπό όλα έκείνα τά άγρια δένδρα, γιατί άν μείνουν οί ρίζες πάλι θά φυτρώσουν τά βλαστάρια·

γ) στόν τόπο έκείνο τών άγριων δένδρων να φυτέψη άλλα ήμερα καί καρποφόρα καί


δ') χρειάζεται νά φυλάη τά δένδρα αύτά άπό κάθε ζώο καί άπό κάθε άναποδιά, μέχρις ότου νά ριζώσουν, νά γίνουν δένδρα μεγάλα καί νά κάνουν καρπό.

    Καί σύ, άδελφέ, γιά ν’ άποκτήσης τήν άληθινή μετάνοια χρειάζεσαι τέσσερα πράγματα: α') νά κόψης τά βλαστάρια καί τά κλαδιά τής άμαρτίας, δηλαδή νά κάνης μία σταθφή άπόφασι μέ όλη σου τήν θέλησί καί μέ όλη σου τήν καρδιά ποτέ μά ποτέ νά μή ξανακάνης τήν άμαρτία, άλλά νά βρίσκεσαι μακρυά άπό κάθε πράξι καί ένέργαα τής άμαρτίας, όπως άπέχας καί άπό τόν θάνατο καί άπό τήν ίδια τήν κόλασι, γιατί κλάδοι καί βλαστάρια τιναι οί νέες πράξας τής άμαρτίας. Αύτή τήν άπομάκρυνσι άπό τήν άμαρτία θά σού τήν προξενήση ή συντχής συνομιλία μέ τόν Θεό, ή μνήμη τού θανάτου, ή μνήμη τής κρίσεως τού Θτού καί τής κολάσεως, ή συχνή έξομολόγησις τής άμαρτίας σου καί ή συχνή μετάληψις τών Θτίων Μυστηρίων, άν δέν έμποδίζεσαι. Μάλιστα αύτό, δηλαδή ή συχνή Θεία Μετάληψις θά σέ βοηθήση στήν άποφυγή όλων τών αιτιών τής άμαρτίας. ’Ιδιαιτέρως θά σέ βοηθήση ή άποφυγή τών κακών συναναστροφών καί τών προσώπων έκανων μέ τά όποια άμάρτησες. Καί γενικά νά άποφεύγης τίς συναναστροφές έκανες πού βλάπτουν τήν ψυχή σου.


β') Χρειάζεται μέ τήν άποφυγή τής πράξαυς τής άμαρτίας, όχι μόνο νά κόψης τά κλαδιά τής άμαρτίας, άλλά καί νά ξφριζώσης τίς ρίζες τής άμαρτίας. Καί ρίζες τής άμαρτίας είναι οί κακές κλίσεις καί προσπάθειες καί έξας καί πάθη καί όρέξας καί επιθυμίες τής άμαρτίας, πού μένουν ριζωμένες μέσα στό βάθος τής καρδιάς σου καί άφού άπομακρυνθής άπό τό κακό καί δέν άμαρτάνης ξανά. Τίς κλίσεις αύτές καί προσπάθεια; καί ένθυμήσας τής άμαρτίας γιά να τίς βγάλης καί νά τίς ξερριζώσης έντελώς άπό τήν καρδιά σου, πρέπει νά άγωνισθής, άδελφέ. Γιατί, άν δέν τίς ξερριζώσης, ύπάρχει κίνδυνος νά ξαναβλαστήσουν καί πάλι νά γεννήσουν τήν πράξι τής άμαρτίας, όπως λέει ό μέγας Βασίλειος: «Όπως όταν θέλη νά κόψη κάποιος τά κλαδιά τού φυτού, άφήνοντας τίς ρίζες, πάλι ξαναβλαστάνει τό φυτό, άφού έμεινε ή ρίζα, έτσι έπειδή καί μερικά άπό τά άμαρτήματα προέρχονται άπό άλλα καί δέν αναι άνεξάρτητα, αναγκαστικά αύτός, πού θέλει νά καθαρισθή άπό αύτά, πρέπει πρώτα νά άποβάλη τά αίτια τών άμαρτημάτων» (Όροι κατ' έπιτομήν σπθ').

Γι’ αύτό βλέπουμε: πολλούς μετανοημένους, πού μολονότι άποφάσισαν νά μή διαπράξουν τήν άμαρτία μέ τήν πράξι, άν καί έκοψαν τά κλαδιά τής άμαρτίας άπομακρυνόμενοι τελείως άπό τήν πράξι τής άμαρτίας, άφησαν όμως τίς ρίζες καί μέ τήν καρδιά πάλι κλίνουν πρός τήν άμαρτία καί τήν έπιθυμούν καί τήν θυμούνται πολλές φορές μέ τό νού τους. Καί όπως οί ’Ισραηλίτες σωματικά βγήκαν άπό τήν Αίγυπτο, ψυχικά όμως καί μέ τήν κλίσι τής καρδιάς τους βρίσκονταν στήν Αίγυπτο καί γι' αύτό θυμούνταν καί έπιθυμούσαν τά σκόρδα καί τά κρεμμύδια καί τά πράσα τής Αίγύπτου (Άριθ. 11,4), έτσι καί αύτοί, έμπρακτα πραγματικά έγκαταλείπουν τήν άμαρτία, άλλά δέν έγκαταλείπουν καί τήν κλίσι πρός τήν άμαρτία καί τήν μνήμη καί τήν έπιθυμία τους. Συγχωρούν καί τόν έχθρό τους καί τού βάζουν μετάνοια καί δέν τόν εκδικούνται, άλλά μόνο μέ τό στόμα καί έξωτερικά. Στήν καρδιά τους όμως άκόμη ύπάρχει κάποιο πάθος μνησικακίας καί δέν άγαπούν τόν έχθρό τους, όπως πρέπει. Γι' αύτό καί, όταν τόν βρή κάποια δυστυχία, χαίρονται καί όταν τόν βρή κάποια εύτυχία, λυπούνται. Καί άποφάσισαν, βέβαια, μέ τό πρόσωπο έκείνο, μέ τό όποίο άμάρτησαν, νά μή άμαρτήσουν πλέον, όμως τό πρόσωπο έκείνο πάντα τό θυμούνται καί αισθάνονται κάποια κρυφή κλίσι καί συμπάθεια στό πρόσωπο έκείνο. Γι' αύτό καί τό φαντάζονται συνέχεια μέ τά μάτια τού νού καί γλυκομιλούν μαζί του καί όταν είναι ξύπνιοι καί όταν κοιμούνται. Γι' αύτό καί συχνά τά σωματικά τους μάτια τά γυρίζουν πρός αύτό καί τό βλέπουν καί άρέσκονται νά συνομιλούν μαζί του, όταν είναι παρόν, καί νά μιλούν γι' αύτό, όταν άπουσιάζη. Καί κάνουν, όπως έκανε ή γυναίκα τού Λώτ, πού χωρίστηκε σωματικά άπό τά Σόδομα, δέν χωρίσθηκε, όμως, άπό τήν καρδιά της καί γι’ αύτό γύρισε πίσω νά δή: «Καί γύρισε πίσω ή γυναίκα του, γιά νά δή καί νά έγινε στήλη άπό άλάτι» (Γέν. 19,26).


Πώς φανερώνονται άπό τήν Γραφή οί κακές κλίσεις τής καρδιάς.


    Γι’ αύτό καί τό 'Άγιο Πνεΰμα θέλοντας νά μάς φανερώση αύτές τίς κακές ρίζες καί κλίσεις καί συνήθειες καί έξεις, πού μένουν μέσα στήν καρδιά μετά τήν διάπραξι τής άμαρτίας, άλλοτε μάς λέει μέ τό στόμα τού Σειράχ: «Πέθανε ό πατέρας του καί είναι σάν νά μή πέθανε, γιατί έγκατέλειψε όμοιο μ' αύτόν» (Σοφ. Σειρ. 30,4). Τά ίδια λόγια μπορούν νά νοηθούν τροπολογικά καί γιά τήν άμαρτία, ή όποια, μολονότι μετά τήν έξομολόγησι καί τήν άπομάκρυνσι άπό τήν άμαρτία πεθαίνει, όμως, φαίνεται ότι σχεδόν δέν πεθαίνει, γιατί άφήνει στήν καρδιά ζωντανή τήν συνήθεια καί τήν κλίσι πρός τήν άμαρτία, τήν όποια συνήθεια δίκαια μπορούμε νά τήν ονομάσουμε θυγατέρα ή μητέρα τής άμαρτίας, διότι αύτή μπορεί, άν δέν ξερριζωθή, νά γεννά καί άλλες καί άλλες άμαρτίες. Άλλοτε πάλι, θέλοντας να μάς φανερώση, ότι αύτή ή κακή διάθεσις καί αύτή ή κακή συνήθεια, πού άφήνει ή άμαρτία στήν καρδιά, σιγά σιγά καί άνάλογα μέ τό μέτρο τών άμαρτιών, πού αύξάνει, βάζει σέ μεγαλύτερο κίνδυνο τήν σωτηρία τής ψυχής, μάς λέει μέ τόν Παροιμιαστή, ότι ό άμαρτωλός σάν τό βόδι άκολουθέϊ τίς ήδονές πού άπαγορεύονται, δηλαδή μέ άργοπορία καί μέ άντίστασι καί μέ έναντιότητα· «Όπως τό βόδι όδηγείται στή σφαγή», λέει (Παρ. 7,22). Κατόπιν μάς λέει, ότι ζήτα τίς άμαρτίες σάν τό έλάφι, δηλαδή πηδώντας καί έπιθυμώντας τις: «Τρέχει σάν τό όρνεσ στήν παγίδα μή γνωρίζοντας, ότι τρέχα γιά τήν ψυχή». Όμοια μάς λέει καί μέ τόν Δαβίδ, ότι άλλοτε: ό άμαρτωλός ντύνεται τήν άμαρτία σάν τό ίδιο τό ένδυμα (Ψαλμ. 108,1)· κατόπιν λέει, ότι ή κακή συνήθαα τής άμαρτίας μέ τίς πράξας, πού πάλι έπιστρέφα καί τίς διαπράττα, είναι όπως τό νφό, πού πίνουμε πού πφνά έσωτφικά μέσα στά σπλάγχνα μας· καί στό τέλος προσθέτα, ότι ή άμαρτία, πού είναι σάν τό λάδι, πφνάα καί μέσα στά κόκκαλα, μέχρι καί τό μώούλι τών κοκκάλων. Καί άλλοτε ότι ή άμαρτία πρώτα μάς διώχνα σάν έχθρό (Ψαλμ. 7,6)· κατόπιν, άφού μάς συλλάβη, μάς ρίχνα στή γή καί μάς καταπατεί καί ϋστφα μάς καταντάα σάν μιά λεπτή σκόνη γιά νά μάς πάρη ό άνφος καί νά έξαφανισθούμε έντελώς (Ψαλμ. 7,5). Μέ αύτά καί μέ άλλα παρόμοια λόγια τής Γραφής μάς άδοποιέϊ τό Πνεύμα τό Άγιο, όπως άναφέραμε: προηγουμένως, ότι ή ψυχή, όσο πφίσσότφο άκολουθεί τήν άμαρτία, τόσο καί περισσότερες καί δυνατότερες κακές κλίσεις καί συνήθειες καί έξεις καί πάθη προξενεί στήν καρδιά καί στό νού καί στήν συνέχεια τόσο πολύ άπομακρύνεται άπό τήν σωτηρία της. Καί άκόμη μάς ειδοποιεί, ότι ή άμαρτία δέν βγαίνει εύκολα άπό τόν άμαρτωλό, όπως βγάζει κάποιος τό λερωμένο φόρεμά του καί τό πετάει, όχι, άλλά είναι σάν ένα άλλο δένδρο, πού έχει τίς ρίζες του ριζωμένες βαθειά μέσα στά βάθη τής καρδιάς του καί έχει περασμένα τά κλαδιά του μέχρι καί τά κόκκαλα καί τό μυαλό τών κοκκάλων. Καί οί άμαρτωλοί, σάν άνόητοι καί μωροί, νομίζουν, ότι είναι εύκολο πράγμα νά γλυτώση κάποιος άπό τήν άμαρτία. Πιστεύουν, ότι είναι τό ίδιο πράγμα είτε κάνει κάποιος μία άμαρτία είτε εκατό, χωρίς νά σκεφθούν, ότι όταν κανείς προσθετή άμαρτία στήν άμαρτία, διακινδυνεύει περισσότερο τήν σωτηρία του. Διότι καί ό νούς τους τυφλώνεται περισσότερο καί ή καρδιά τους πάντοτε περισσότερο σκληρύνεται. Τό βάρος αύξάνει περισσότερο, οί βοήθειες τού Θεού δέν υπάρχουν, γιά νά τούς συγκρατούν. Δυναμώνει περισσότερο έναντίον τους ό πόλεμος τού διαβόλου καί οί δυνάμεις τους, γιά νά καταπολεμήσουν τόν έχθρό, λιγοστεύουν.

 Αύτοί πού μετανοούν στό τέλος τής ζωής τους, είναι σάν τούς άσθενείς, πού μόλις σηκώθηκαν άπό τήν άσθένεια.


    Γι' αύτό πολύ σοφά ένας Διδάσκαλος ονομάζει έκείνους τούς άμαρτωλούς, πού μετανόησαν, πού μόλις βγήκαν άπό τό σταμάτημα τής άμαρτίας καί άπομακρύνθηκαν άπό τό κακό, μέ τούς άρρώστους έκείνους, πού σηκώθηκαν άπό τήν άσθένεια. Γιατί αύτοί, μολονότι δέν είναι όντως άρρωστοι, είναι όμως κίτρινοι, άσχημοι, τρώγουν, άλλά χωρίς όρεξι. Κοιμούνται, άλλά χωρίς άνάπαυσι. Γελούν, άλλά δίχως χαρά. Περπατούν, άλλά νομίζει κανείς, ότι σέρνονται παρά ότι περπατούν. Καί, γενικά σέ όποίο έργο έπιδοθούν, δοκιμάζουν μεγάλο βάρος, μεγάλη δυσκολία, μεγάλη άδυναμία. Έτσι καί οί άμαρτωλοί έκείνοι, πού έγκατέλειψαν πρίν άπό λίγο τήν άμαρτία, άν τύχη νά κάνουν κάποιο καλό, δέν τό κάνουν μέ τήν προθυμία καί τήν έπιμέλεια έκείνη, πού πρέπει, άλλά τό κάνουν μέ μεγάλο βάρος καί μεγάλη άδυναμία καί δυσκολία. Καί αύτό, διότι τά λείψανα καί οί ρίζες τής άμαρτίας είναι άκόμη μέσα στήν καρδιά τους καί δέν γιατρεύθηκαν έντελώς.

     Καί τίς ρίζες αύτές, άδελφέ, καί τίς κακές κλίσεις καί τά πάθη τής καρδιάς, πώς μπορείς νά τά βγάλης; Ακούσε: Έκείνοι, πού θέλουν νά ξερριζώσουν τήν ρίζα κάποιου δένδρου, μεταχειρίζονται τσαπιά, δικέλλια, τσεκούρια καί άλλα έργαλεία. Έτσι καί σύ, πρέπει νά μεταχειρισθής πολλά έργαλεία, γιά νά βγάλης αύτές τίς κακές ρίζες τής άμαρτίας. Δηλαδή νά μεταχειρίζεσαι έγκράτεια φαγητών, εγκράτεια ύπνου, γονυκλισίες, χαμαικοιτίες καί κάθε άλλη έξωτερική κακοπάθεια τού σώματος, έπειδή όλα αύτά, όχι μόνο βγάζουν τά χώματα, πού είναι γύρω άπό τίς ρίζες καί σαλεύουν καί κουνούν τίς ρίζες, άλλ’ άκόμη καί κτυπούν καί κόβουν αύτές τίς ρίζες, γιατί συντρίβουν τήν καρδιά μέσα στήν όποια είναι φυτευμένες αύτές οί ρίζες, όπως λέα ό άγιος Μάρκος ό Ασκητής: «Χωρίς τόν σύντριμμά τής καρδιάς είναι άδύνατο νά άπαλλαγή κάποιος άπό τά πάθη. Συντρίβει τήν καρδιά ή τριπλή έγκράτεια, δηλαδή ή έγκράτεια τού ϋττνου, τής γαστρός καί τής σωματικής άνέσεως».

 Άπό πόσα προξενείται ό πόνος καί ή συντριβή.


     Τό πιό κοφτερό, όμως, έργαλείο καί τό πιό κοφτερό τσεκούρι άπό όλα, πού μπορεί νά κόψη καί νά βγάλη αύτές τίς κακές ρίζες τής άμαρτίας, είναι ό πόνος τής καρδιάς, πού είπαμε παραπάνω καί ή συντριβή καί ή λύπη τής ψυχής. Τόν πόνο αύτόν θά σού προξενήση ή μνήμη αύτών τών έπτά, όπως είπαμε καί προηγουμένως:


 Α') "Οτι έβλαψες τόν Θεό καί τίς φυσικές τελειότητες τού Θεού μέ τίς άμαρτίες σου.


 Β') Ότι φάνηκες άχάριστος στίς άμέτρητες εύεργεσίες, πού σού έκανε ό Θεός.


Γ') Ότι έκανες μία άνήκουστη άδικία καί κατεφρόνησες τήν έξαγορά, πού σού έκανε ό Υιός τού Θεού μέ τά τόσα πάθη καί μέ τό ίδιο αίμα του.


 Δ') Ότι έβλαψες καί σύ τόν έαυτό σου πρόσκαιρα καί αιώνια μέ τίς άμαρτίες, πού έκανες.


Ε') Ότι έχασες τόν Θεό καί τή Θεία Χάρι τής υιοθεσίας καί δικαιώσεως πού είχες.


ΣΤ') Ότι στερήθηκες τήν αιώνια μακαριότητα τού Παραδείσου καί


 Ζ') ότι κέρδισες μία άπειρη κόλασι καί μία αιωνιότητα βασάνων μέ τίς άμαρτίες σου.

Πρέπει άκόμη


α') ό πόνος αύτός νά είναι τόσο ένεργητικός καί άκρος καί μεγάλος, όπως είπαμε παραπάνω, όπως είναι ό πόνος μιας μητέρας, πού χάνει τό μονάκριβο παιδί της ή τόν άγαπημένο της σύζυγο. “Η όπως είναι ό πόνος μιας μαχαιριάς, πού θά σού δώσουν ή μιάς μεγάλης βελόνας ή ένός άγκαθιού, πού θά μπή μέσα στό πόδι σου, γιά τό όποίο έλεγε ό Δαβίδ: «Ταλαιπωρήθηκα καί πόνεσα σάν νά μπήκαν άγκάθια στό σώμα μου» (Ψαλμ. 31,4) σέ τρόπο πού ό πόνος αύτός καί ή λύπη νά πλακώνη τήν καρδιά σου σάν μία πλάκα καί νά τήν συντριβή καί νά τήν τσακίζη καί νά τήν κάμνη άλλοτε νά βγάζη άναστεναγμούς καί άλλοτε δάκρυα. Γι' αύτό καί είπε ό άββάς ’Ισαάκ ό Σύρος· «Μετάνοια είναι καρδιά, πού έχει συντριβή καί πού έχει ταπεινωθή» (Άόγος πα). Καί πάλι άλλού λέει: «Μετάνοια είναι ή έγκατάλειψις τών προηγουμένων καί ή λύπη γι' αύτά». Καί ό άγιος ’Ιωάννης τής Κλίμακος άναφέρει: «Μετάνοια σημαίνει ύπερβολική ταλαιπωρία τής κοιλιάς μέ τή νηστεία καί κτύπημα τής ψυχής μέ ύπερβολική συναίσθησι» (Λόγος ε' περί Μετανοίας).
                       

Σελίδες 328 έως 358



Εισαγωγή κειμένων σε  πρώτη αποκλειστική δημοσίευση στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο από το Βιβλίο :
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
«ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙΟΝ»                  

Σύντομη διδασκαλία πρός τόν Πνευματικό πώς νά έξομολογή μέ βοηθό τούς Κανόνες τού άγίου Ίωάννου τού Νηστευτού έξηγημένους μέ άκρίβεια, γλαφυρή συμβουλή πρός τόν μετανοούντα πώς νά έξομολογήται, καί λόγο ψυχωφελή περί μετάνοιας.
               
Η ηλεκτρονική επεξεργασία ψηφοποίηση σκανάρισμα, μορφοποίηση κειμένου και εικόνων  έγινε από τον Ν.Β.Β

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια (Διαβάστε και τούς όρους χρήσης του  ©ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ) , αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :



© ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ



http://www.alavastron.net/







ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


225 Δηλαδή, καταστράφηκαν μέ τόσες μεγάλες καί ύπερβολικές κακίες, όπως τόν καιρό, πού ήταν άσεβέϊς καί είδωλολάτρες, θυσιάζοντας στά είδωλα έπάνω στά βουνά.

226    Ό Σαούλ είπε στόν Σαμουήλ· «Άμάρτησα παραβαίνοντας την έντολή τού Κυρίου καί τόν λόγο σου» (Α' Βασιλ. 15,24). Καί ό Άντίοχος βασανιζόμενος άπό έκείνη την θεόσταλτη πληγή τών σκουληκιών καί τής σήψεως τού σώματος, έλεγε μετανοώντας· «Δίκαιο είναι νά ύποτάσσεται κανείς στόν Θεό καί νά μή νομίζη, λόγω ύπερηφανείας, ότι είναι ίσος μέ τόν Θεό· προσευχόταν μάλιστα ό μιαρός πρός τόν Θεό ό όποίος δέν έπρόκειτο νά τόν έλεήση» (Β' Μακκαβ. 9,12). Καί ό ’Ιούδας ό Ίσκαριώτης είπε· «Άμάρτησα παραδίνοντας άθώο αίμα» (Ματθ. 27,4

   





Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |