ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 12. Ανακάλυψη άγνωστου Λειψάνου

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

12. Ανακάλυψη άγνωστου Λειψάνου



ntikon

ΜΙΚΡΑ ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ


Κατά καιρούς πολλοί πατέρες και αδελφοί έχουν δει θαυμαστά και ύπερφυσικά πράγματα σε διάφορα μέρη τού Αγίου "Ορους. Πριν άπό τριάντα πέντε χρόνια κοιμήθηκε στο σημερινό Ησυχαστήριο τών χρυσοχόων Θωμάδων ό γερο-Κυπριανός άπό τή Μικρή Άγιάννα. ό όποίος μάς διηγήθηκε τό ακόλουθο περιστατικό: «Θά έχουν περάσει πολλά χρόνια, δεν θυμάμαι καλά πόσα, πού κίνησε ένας ευλαβής χριστιανός άπό τήν Κρήτη νά έρθει στο 'Άγιον Όρος, γιά νά προσκυνήσει τον Ιερό αύτόν τόπο με τούς Αγίους του καί νά δεί τον πρώτο του ξάδερφο, τον γέροντα Εύθύμιο, πού έμενε στήν τελευταία ήσυχαστική Καλύβη, που δεν είχε έκκλησία καί βρισκόταν στο κατώτερο μέρος τής Μικρής Άγιάννας.
Ό χριστιανός αύτός ταξίδεψε μέ πλοίο άπό τήν Κρήτη στή Δάφνη, τό κεντρικό λιμάνι τού Αγίου Όρους, κι άπό κεί μέ μιά μικρή βάρκα έφτασε τό άπογευματάκι στόν μικρό φυσικό ορμίσκο τής Άγιάννας. Δέν γνώριζε πώς νά πάει στή μικρή Άγιάννα ούτε πού άσκήτευε ό συγγενής του, γερο-Εύθύμιος. Ρώτησε ένα μοναχό, ό όποίος τού έδειξε πρόθυμα τό δρόμο· φυσικά τό μέρος έκεί ήταν όλο κατσάβραχα καί μέ πολλά κατσικοδρομάκια
. Ό άνθρωπος πήρε ένα άπό τά δρομάκια καί βγήκε στήν τοποθεσία «Πείνα»· έκεί όμως συναντά κανείς βράχια πού όδηγούν σ’ αδιέξοδο.
Πήρε λοιπόν τόν άνήφορο, χωρίς νά ξέρει πού πηγαίνει. Ή ώρα περνούσε καί ό ήλιος έγερνε προς τή δύση. Τελικά μέ πολύ κόπο καί κίνδυνο νά γκρεμιστεί, άφού περιπλανήθηκε γιά πολλή ώρα άνάμεσα
στα βράχια, έφτασε στο Ησυχαστήριο τών Αρχαγγέλων (έκεί που ό Κρητικός Αγάπιος Λάνδος έγραψε τό βιβλίο «Αμαρτωλών Σωτηρία»), τό όποιο ανήκει στην περιφέρεια τής Μικρής Άγιάννας. Άπό έκεί ό γέροντας Γρηγόριος τον οδήγησε στον ξάδελφό του γερο-Εύθΰμιο.
Ό γερο-Εύθύμιος, γέροντας τού γερο-Χριστόδουλου, επίσης Κρητικού, περιποιήθηκε δσο μπορούσε τόν ξάδελφό του και τον έβαλε να ξεκουραστεί. Καθώς αυτός ξάπλωσε να συνέλθει άπό τόν πολύ κόπο, άρχισε να διηγείται στόν γερο-Εόθύμιο τήν περιπέτεια πού είχε στα βράχια καί κάποια στιγμή τόν ρώτησε:
— Δέν μού λές, ξάδερφε, αύτόν τόν πεθαμένο πού είδα πέρα κεί δα στα βράχια, μέσα σε μία σπηλιά, πότε θά τόν θάψετε; Θέλω κι έγώ να δώ πώς θάβετε τούς πεθαμένους μοναχούς.
Ό γερο-Εύθύμιος, σάν άκουσε γιά σπηλιά καί πεθαμένο, τήν άλλη μέρα πρωίπρωί, πήρε τόν ξάδελφό του καί πήγαν στόν γερο-Κυπριανό τό χρυσοχόο πού γνώριζε τά μέρη έκείνα σπιθαμή προς σπιθαμή, γιατί ό γερο-Κυπριανός άσκήτευε έκεί άπό μικρό παιδάκι καί συχνά στα μέρη εκείνα μάζευε σαλιγκάρια. Όταν τού είπαν αυτά τά πράγματα, ό γερο-Κυπριανός έμεινε κατάπληκτος. Σάν άκουσε γιά σπηλιά, έπεσε σε μεγάλη συλλογή, πολλές σκέψεις πέρασαν άπό τό μυαλό του. Αρχικά σκέφτηκε μήπως άπό τήν πείνα κι άπό τήν κούραση ό Κρητικός φαντάστηκε τά πράγματα αύτά, Γι’ αύτό παρεκάλεσε τόν Κρητικό προσκυνητή νά τού πει τί ακριβώς είδε, πώς καί πού είδε τόν πεθαμένο.
Ό ευλαβής χριστιανός, μ’ όλη τήν απλότητα πού τόν διέκρινε, είπε στόν γερο-Κυπριανό: «Γέροντα, άπό τήν Άγιάννα βγήκα σ’ αύτά τά βράχια, δέν ήξερα πού νά πάω καί τί δρόμο νά πάρω γιά νά ’ρθώ έδώ. Μέ πολύ κόπο καί κίνδυνο άνέβηκα ψηλά καί βγήκα μπροστά σέ μιά σπηλιά. Μπήκα μέσα καί είδα πάνω σέ πέτρινο κρεβάτι ξαπλωμένο ένα σεβάσμιο Γέροντα νά κοιμάται. Είπα ένα χαιρετισμό καί περίμενα άπάντηση, αλλά ό κοιμώμενος γέροντας δέν σάλεψε άπό τή θέση του. Αφού διεπίστωσα ότι είχε κοιμηθεί τόν αιώνιο ύπνο, πλησίασα περισσότερο καί είδα πάνω άπό τό κεφάλι του ένα σταυρό, τήν εικόνα τής Παναγίας καί ένα καντηλάκι νά καίει. ’Έκαμα τό σταυρό μου, προσκύνησα τρεις φορές καί σκέφτηκα πώς ό γέροντας αύτός θά είχε πεθάνει καί, επειδή δέν προλάβατε νά τόν θάψετε, θά τόν θάβατε τήν επομένη, δηλαδή αύριο. Αΐσθάνθηκα ακόμη εύωδιά μοσχολίβανου και νόμισα πώς είχατε μόλις θυμιάσει και φύγει».
Ό γερο-Κυπριανός δεν γνώριζε καμμιά σπηλιά να βρίσκεται έκεί που τούς έλεγε ό προσκυνητής και όλοι μαζί ξεκίνησαν καί πήγαν νά τους δείξει πού είδε αύτό τό άγιο Λείψανο. Γύρισαν όλη τήν περιοχή εκείνη, άλλα σπηλιά καί Λείψανο δεν βρέθηκε πουθενά. Μόνο μετά τό ήλιοβασίλεμα αίσθάνθηκαν μία έντονη εύωδία μοσχολίβανου. Τήν εύωδία αύτή είχε πολλές φορές καί ό γερο-Κυπριανός αισθανθεί, όπως μάς βεβαίωνε ό ίδιος, τίποτε όμως άλλο πέραν αύτού. 'Ο ευλαβής προσκυνητής έλεγε έπί λέξει: «Νά έδώ, από τούτο τό δέντρο δίπλα μπήκα στή σπηλιά. Πού είναι τώρα; Τί γίνηκε; ’Άχ μωρέ, δέν ήξερα πώς είναι άγιο Λείψανο, νά τό πάρω στον ώμο μου καί νά φύγω!» Τότε είπαμε τό προφητικό λόγιο τής Αγίας Γραφής: «Θαυμαστός ό Θεός έν τοϊς Άγίοις αυτού» καί «τοϊς άγίοις τοϊς έν τή γή Αύτού έθαυμάστωσεν ό Κύριος» (Ψαλμ. ξζ' 36) καί γυρίσαμε πίσω γεμάτοι πνευματική χαρά καί αγαλλίαση, μέ πλήρη τή βεβαιότητα πώς όλα τά βράχια καί οί πέτρες τού Αγίου Όρους κρύβουν κι από έναν άγιο, τον όποίον, όταν θέλει καί σ’ όποίον θέλει ό Πανάγαθος Θεός άποκαλύπτει καί δοξάσαμε μ’ ένα στόμα τον Τρισυπόστατο "Ενα Θεό, τον Πατέρα, τον Υίό καί τό Αγιο Πνεύμα.

Μεγάλοι διδάσκαλοι τής έρήμου



Εκεί στή Σκήτη τής Μικράς Αγίας ’Άννης, περί τά τέλη τού 15ου αιώνα, ζήσανε δύο μεγάλοι φωστήρες καί πνευματικοί Πατέρες, ό άγιος Διονύσιος ό Ρήτωρ καί ό ύποτακτικός του άγιος Μητροφάνης ό Πνευματικός.
'Ο άγιος Διονύσιος ήταν ιερομόναχος, ρήτωρ, διδάσκαλος καί Πνευματικός καί προερχόταν από τήν 'Ιερά Μονή τού Στουδίου. Δέν έχομε πολλά στοιχεία γιά τήν καταγωγή του ούτε γνωρίζουμε πότε ήρθε στό Αγιον Όρος, ξέρουμε μόνο πώς ήταν νηπτικός Πατήρ, πλήρης χάριτος Θεού καί ποδηγέτης τού άσκητισμού, διότι, μαζί μέ τον ύποτακτικό του είναι σχεδόν οί πρώτοι κάτοικοι τής περιοχής αύτής τής Μικρής Άγιάννας. Γνωρίζουμε έπίσης ότι έκοιμήθη τό έτος 1606· πού όμως έκοιμήθη, μάς είναι άγνωστο. Ό άγιος Μητροφάνης ήταν, όπως είπαμε, ένάρετος, απλός καί σοφός Πνευματικός καί έπειδή στά ζοφερά χρόνια τής Τουρκοκρατίας, οί χριστιανοί σ’ όλη την Ελλάδα ύπέφεραν πολλά δεινά, οί προύχοντες τής περιφέρειας τής Χαλκιδικής ζητούσαν κατά καιρούς άπό τόν «Πρώτο» τού Αγίου Όρους νά τούς στείλει ένα δυνατό, ένάρετο καί διακριτικό Πνευματικό έξομολόγο, γιά νά βοηθήσει τούς δοκιμαζόμενους χριστιανούς.
Ό «Πρώτος» τού Αγίου Όρους, πού πιεζόταν συχνά άπό όλα σχεδόν τά χωριά τής Χαλκιδικής καί δέν ήξερε τί νά κάμει, ζήτησε τη γνώμη καί τη συμβουλή τού άγιου Διονυσίου τού Ρήτορος, πού άσκήτευε σέ σπήλαιο στην έρημο τού ’Άθωνα καί ή ασκητική του μορφή καί φήμη ήταν διάχυτη σ’ όλο τό Άγιον Όρος. Ό άγιος Διονύσιος, έπειδή γνώριζε την πνευματική δύναμη, κατάρτιση καί διακριτικότητα τού μαθητή καί συνασκητή του, άγιου Μητροφάνη, υπέδειξε στον «Πρώτο» τού "Ορους ώς πιό κατάλληλο γιά τή διακονία αύτή τόν άγιο Μητροφάνη, ό όποίος με προθυμία δέχτηκε καί μέ τή χάρη καί θεία δύναμη πού ήταν προικισμένος άπό τόν Πανάγαθο Θεό πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες καί βοήθησε πολύ τούς χριστιανούς σέ ολόκληρη τή Χαλκιδική. Κέντρο τής παραμονής του είχε τόν ’Ίσβορο σήμερα λέγεται Στρατώνι πού ό άγιος Μητροφάνης τό ονομάζει «Χώραν μεγάλην».
Κατά τό διάστημα τής ιερής αυτής άποστολής καί εύαγγελικής περιοδείας του, «ένήργησε ό Θεός» πολλά σημεία καί θαύματα. Ένα άπ’ αύτά είναι καί ή φοβερή οπτασία ενός εύλαβούς χωρικοϋ, τού Δημητρίου, τήν οποία έγραψε ό ίδιος στήν καθαρεύουσα, κατόπιν έντολής καί προτροπής τού Γέροντός του άγιου Διονυσίου. Έδώ όμως, γιά νά γίνει περισσότερο καταληπτή, άποδίδεται σέ έλεύθερο νόημα καί περιληπτικά στήν καθομιλουμένη:
«Στήν κωμόπολη ’Ίσβορο, κοντά στά σημερινά Μεταλλεία τού Μποδοσάκη, τό έτος 1520 ζοϋσε ό ευσεβής Δημήτριος, ό όποίος έργαζόταν στά Μεταλλεία. Άπό τά μέλη τής οίκογένειάς του είχε άπομείνει ή γυναίκα του καί ένα άγοράκι, πού στά δώδεκα χρόνια του πέθανε κι αύτό, όπως κι άλλα τρία πού είχαν πεθάνει πρωτύτερα.
Τό άγοράκι αύτό, σάν μονάκριβο πού ήταν καί συνάμα πολύ φρόνιμο, συνετό καί υπάκουο, τό αγαπούσαν πολύ οί γονείς του. Αλλά ό Πανάγαθος Θεός, πού έχει τήν εξουσία τής ζωής καί τού θανάτου καί τά κρίματά Του είναι ανεξιχνίαστη άβυσσος, θέλησε νά πάρει πρόωρα τήν ψυχή του. "Ετσι, έπεσε βαριά άρρωστο καί σέ δεκαπέντε μέρες πέθανε.
Τούτο λύπησε πολύ τούς γονείς τού παιδιού, πού έκλαιγαν απαρηγόρητοι, περισσότερο δέ ό πατέρας του Δημήτριος, πού από την πολλή θλίψη έπεσε άρρωστος στο κρεβάτι καί δεν ήθελε ούτε νά φάει ούτε νά πιει τίποτε για δεκαπέντε μέρες.
Στην κατάσταση αύτή βρισκόμενος ό Δημήτριος τη δέκατη πέμπτη μέρα λιποθύμησε καί φαινόταν σαν νά πέθανε. Τότε ή γυναίκα καί ή πεθερά του άρχισαν τούς θρήνους καί τούς όδυρμούς. Μαζεύτηκαν γείτονες καί συγγενείς κι έ'κλαιγαν όλοι άπαρηγόρητοι γιά το θάνατο τού Δημήτρη καί, κατά τή συνήθεια, άρχισαν νά ετοιμάζουν κόλλυβα, σαβανώματα, θυμιάματα, κεριά καί ό,τι άλλο θεωρείται απαραίτητο γιά την κηδεία καί την ταφή. Εκεί όμως  πού τον άλλαζαν, παρατήρησαν πώς, ένώ τά άκρα του μαζί μέ όλο τό κορμί ήταν νεκρωμένα καί κρύα, στό στέρνο καί την καρδιά ήταν ακόμη ζεστός καί ό σφυγμός διετηρείτο. Πολύ άραιός κι αδύνατος βέβαια, άλλά υπαρκτός. Έτσι αποφάσισαν νά μήν τόν θάψουν, αν δεν νεκρωθεί όλο τό σώμα. Πέρασαν πολλές ώρες, έφτασαν μεσάνυχτα καί ή κατάσταση τού Δημήτρη εξακολουθούσε ή ίδια. Όλοι νύσταξαν κι άποσύρθηκαν λίγο ν’ άναπαυθούν. Τό πρωί τής έπόμενης ημέρας ό Δημήτρης αναστέναξε βαθιά κι άνασηκώθηκε στό κρεβάτι. Εκείνοι πού τόν παράστεκαν, βεβαρημένοι άπό τή νύστα, σάν άκουσαν τόν αναστεναγμό, ξύπνησαν καί είδαν τόν Δημήτρη νά ζωντανεύει, θαύμασαν κι έχάρηκαν όλοι τους καί πιό πολύ ή γυναίκα καί ή πεθερά του, πού τόν ρώταγαν τί τού συνέβη. Ό Δημήτρης καθιστός στό κρεβάτι, έβαλε τό χέρι στό μέτωπό του καί κοιτούσε κάτω. Ήταν πολύ σκεφτικός, φαινόταν άφηρημένος καί γιά τρεις μέρες ούτε έτρωγε ούτε έπινε ούτε μιλούσε. Ή γυναίκα του είδε άπό τό σπίτι έξω στό δρόμο παιδιά, συνομήλικα μέ τό δικό της, νά παίζουν θυμήθηκε τό παιδί της κι άρχισε νά κλαίει άπαρηγόρητη μέ δάκρυα πικρά. Όταν τήν είδε ό Δημήτρης, έλυσε τή σιωπή του: «Γιατί κλαίς καί κόπτεσαι, γυναίκα μου, χωρίς νά ξέρεις τί κάνεις καί τί λές; Τό παιδί μας δέν πέθανε, όπως νομίζαμε πρίν, ούτε αφανίστηκε ούτε σάπισε στον τάφο, άλλά ζεί καί είναι σέ τόπο λαμπρό, φωτεινό, ψηλό καί ωραίο, σέ φως πού δέν λέγεται, δέν μοιάζει ούτε παριστάνεται μέ τά φώτα τού κόσμου τούτου. Μακάρι ν’ αξιωθούμε νά πάμε κι έμείς στό μέρος έκείνο πού βρίσκονται τά παιδιά μας, νά ζούμε κι εμείς τή μακάρια έκείνη ζωή στήν οποία δέν ύπάρχει θλίψη, πόνος καί άναστεναγμός, άλλά τό Φώς τό αιώνιο και ή ατελεύτητη ζωή. Ή γυναίκα του, άπό την πολλή θλίψη, δεν έδωσε προσοχή στα λόγια τού συζύγου της. Ή γριά μάνα της όμως , σαν ακούσε τα λόγια αυτά, ρώτησε τό γαμπρό της:
        Παιδί μου, Δημήτρη, πώς γνωρίζεις ότι ζεί τό παιδί σου καί βρίσκεται στή μακάρια, όπως λες, ζωή;
        Είδα με τα μάτια μου σέ ποιόν χαρούμενο καί φωτεινό τόπο βρίσκονται τά παιδιά μας!
        Πές μου, Δημήτρη, σέ παρακαλώ, εκείνα που είδες καί ακόυσες καί μή μάς κρύψεις τίποτα!


Ό Δημήτρης αποκαλύπτει την οπτασία



«"Ημουν στό κρεβάτι άρρωστος καί κοιμόμουν καί σέ μια στιγμή βλέπω μπροστά μου ένα λαμπροφορεμένο άντρα που έμοιαζε με άστραπή καί τό κάλλος του ήταν απερίγραπτο. Τά φορέματά του, χρυσούφαντα καί ποικιλόχρωμα, άκτινοβολοϋσαν άπό λαμπρότητα καί ένα πολύ γλυκό φώς πού μοϋ προκαλοϋσε ουράνια γαλήνη καί χαρά. Άπό τή στιγμή που τον είδα, κάθε σκέψη καί νόημα γιά τά πράγματα τής ζωής αύτής χάθηκαν άπό τό μυαλό καί τή θύμησή μου καί προσηλώθηκα έξ ολοκλήρου σ’ αύτόν.
Εκεί πού ήμουν άφοσιωμένος στή θεωρία του, μοϋ φάνηκε πώς χωρίστηκα άπό τά άνθρώπινα καί βρέθηκα στήν άγκαλιά του. Με πήρε καί πετάξαμε μαζί στους ουρανούς. Κατά τήν άνάβασή μας μοϋ φάνηκε πώς περάσαμε έπτά κύκλους ουρανών. Οί κύκλοι αύτοί φαίνονταν άπό κάτω προς τά πάνω έως ότου τούς περάσαμε όλους.
Ανεβαίνοντας συναντούσαμε φώς μέ ομίχλη· όταν φτάσαμε ψηλότερα είδα ένα λαμπρότερο φώς καί μιά γή ωραία καί θαυμαστή, ομαλή καί καθαρή, μέ φώτα καί κάθε είδους άνθισμένα δέντρα, τών όποιων τήν εύωδιά καί τό κάλλος δεν μπορεί άνθρώπινη γλώσσα νά διηγηθεί.
Όταν περάσαμε τήν ωραία έκείνη γή, βρεθήκαμε μπροστά σέ δύο σιδερένιες καί καλά σφραγισμένες πόρτες. Τή δεξιά πόρτα φύλαγαν ωραίοι, λευκοφόροι νέοι, καί τήν άριστερή άνδρες μαύροι μέ φοβερή όψη. Σάν φτάσαμε μπροστά στις πόρτες εκείνες, ό συνοδός μου Άγγελος μοϋ είπε νά σκύψω καί νά προσκυνήσω· κι έγώ έσκυψα καί προσκύνησα. Όπως ήμουν σκυφτός στή γή, άκουσα μιά φωνή άπό μακριά: «Τί τον έφερες αύτόν έδώ; Δέν σού  είπον νά φέρεις αύτόν,άλλά τόν γείτονα του Νικόλαο. Αύτός πρέπει να ζήσει κι άλλο στή γη».
Μετά άπ’ αύτό ό όδηγός μου μέ πήρε αμέσως και αρχίσαμε να προχωράμε πρός τήν ανατολή. Βρεθήκαμε σέ μια ανθισμένη καί απέραντη πεδιάδα μέ πολύ ωραία δέντρα διαφόρων κατηγοριών. Στόν ίσκιο κάθε δέντρου καθόταν κι ένας άνθρωπος. ΤΗταν όλοι τους μιας ηλικίας, άλλά τά πρόσωπά τους ήσαν άλλων λαμπρά καί ωραία κι άκτινοβολοϋσαν άπό χαρά, άλλων στυγνά καί λίγο μαϋρα, καί άλλων κατάμαυρα καί σκοτεινά· καθένας άπ’ αύτούς είχε φανερά τά σημεία τών πράξεων του, είτε καλά είτε κακά, κι άπ’ αύτά φαίνονταν καθαρά σε όλους τά έργα που έκαναν στη ζωή αύτή καί παράλληλα γνώριζε ό ένας τόν άλλον.
Όταν διαβαίναμε τήν ωραία έκείνη πεδιάδα, κοίταζα δεξιά κι άριστερά· είδα πολλούς πού τούς γνώριζα στή ζωή αύτή καί οί όποίοι  έχουν πεθάνει άπό πολύν καιρό. Αναγνώρισα επίσης καί πολλές γυναίκες. Είδα έκεί καί μία γνωστή γυναίκα πόρνη, πού άπό τήν εξωτερική εμφάνιση διακρινόταν ή ζωή πού έκανε έδώ στή γη. Είδα κι άλλους πολλούς κακοποιούς, πού στή ζωή αύτή είχαν καταδικασθεί σε κρεμάλα, κι άλλους πού έκαναν διάφορες αμαρτίες, μέ φανερά τά σημεία τών κακών πράξεών τους, άλλά καί τών καλών έργων τους. Είδα έπίσης καί πολλούς φίλους καί συγγενείς μας νά βρίσκονται στόν τόπο εκείνον.
Κεί πού βαδίζαμε μέ τόν συνοδό μου Άγγελο στήν ώραία κι άνθοστολισμένη έκείνη πεδιάδα, καθώς παρατηρούσα τά ώραία τοπία, τά δροσερά λιβάδια, τά πανύψηλα δέντρα κι άλλα ώραία καί άπερίγραπτα πράγματα, είδα νά κάθονται τέσσερα λαμπροφορεμένα παιδάκια πολύ όμορφα πού έλαμπαν σάν τόν ήλιο. Στάθηκα καί θαύμαζα τά ώραία έκείνα μέρη καί κοίταζα άχόρταγα τά όμορφα παιδάκια. Ό συνοδός μου Άγγελος τότε μοϋ είπε: «Αδελφέ, γνωρίζεις αύτά τά ώραία παιδάκια; Μήπως ξέρεις τίνος είναι;». Τότε πήγα πιό κοντά, κοίταξα μέ προσοχή καί είδα ότι τά παιδιά εκείνα ήταν τά δικά μας. Είδα τά τρία πού μάς είχαν άπό χρόνια πεθάνει καί τό τελευταίο, τό δωδεκάχρονο, άνάμεσά τους. Είπα στόν Άγγελο: «Ναί, κύριέ μου, πολύ καλά τά γνωρίζω, είναι τά παιδιά μου!». Ή χαρά μου ήταν άπερίγραπτη, πού γνώρισα καί είδα τά παιδιά μας νά είναι σέ τόση χαρά, δόξα καί λαμπρότητα. Παρακάλεσα τόν οδηγό μου Άγγελο νά μού επιτρέψει νά μείνω κι εγώ κοντά στα παιδιά μου για πάντα, νά αισθάνομαι τη χαρά τους καί νά μην τά άποχωριστώ ποτέ! Κι ό Αγγελος μου άποκρίθηκε πώς δεν ήρθε άκόμη ό καιρός γιά μένα και μέ πήρε άμέσως άπό τόν τόπο εκείνον.
Καθώς φεύγαμε άπό την ώραία εκείνη πεδιάδα μέ τά ευώδη άνθη, τόν ουράνιο φωτισμό καί την αιώνια λαμπρότητα, τόν ρώτησα: «Κύριέ μου, τούτος ό ωραίος τόπος είναι ό λεγόμενος Παράδεισος τού Θεού, ή Βασιλεία των Ούρανών;». Εκείνος είπε: «Αύτός ό τόπος ούτε ό Παράδεισος ούτε ή Βασιλεία των Ούρανών είναι, αλλά είναι αύτό που λέγει ή Αγία Γραφή «ή γή τών πραέων καί ό τόπος τής άναπαύσεως» των ψυχών τών δίκαιων καί ορθόδοξων χριστιανών, στον όποιο όρισε ό Πανάγαθος Θεός νά άναπαύονται οί ψυχές ώς την ημέρα τής «Δευτέρας Παρουσίας» τού Χριστού, τού Κυρίου ήμών Ιησού Χριστού, τού Δίκαιου Κριτή πού θά έ'ρθει νά κρίνει τόν κόσμο. Ή δε Βασιλεία τών Ούρανών καί τά αιώνια άγαθά πού θά άπολαύσουν οί Δίκαιοι, όπως καί τά αιώνια κολαστήρια καί οί τιμωρίες πού προορίζονται γιά τούς αμετανόητους άμαρτωλούς είναι έκεΐ πού είδες τίς δύο κλεισμένες καί σφραγισμένες πόρτες· τη χρυσή καί λαμπρή πόρτα πού οδηγεί στή Βασιλεία τού Θεού καί τή σιδερένια καί φλογερή πού οδηγεί στήν Κόλαση, τή φτιαγμένη γιά τούς δαίμονες καί τά όργανά τους, δηλαδή τούς κακούς καί άμετανόητους άνθρώπους». Ρώτησα τότε τόν Άγγελο: «Τώρα, Κύριέ μου, ποιοί είναι στή Βασιλεία τών Ούρανών καί ποιοί είναι στήν Κόλαση;». Κι έκείνος μού άποκρίθηκε: «Τώρα κανένας δέν έχει πάει στή Βασιλεία τών Ούρανών ή στήν Κόλαση, άλλά οί μεν Δίκαιοι άπολαμβάνουν μέρος άπό τά αιώνια άγαθά στον διορισμένο άπό τόν Θεό τόπο, οί δε αμαρτωλοί ύφίστανται μέρος άπό τίς τιμωρίες καί. όπως είπαμε, οί Δίκαιοι καί οί αμαρτωλοί τήν τέλεια άπολαβή τών αιωνίων άγαθών ή τών αιωνίων τιμωριών θά πάρουν μετά τή Δεύτερη ένδοξη Παρουσία τού Κυρίου, πού θά γίνει τότε. ’Ή αιώνια πληρωμή ή αιώνια καταδίκη. Οί ψυχές όμως τών μεγάλων Αγίων, έξακολούθησε νά μου λέγει ό οδηγός μου, βρίσκονται άπό τώρα σέ πολύ ψηλότερο, ώραιότερο καί φωτεινότερο τόπο άπό τούτον έδώ, έκεί πού ύπάρχει μεγάλο καί πολύ λαμπρότερο φώς, οί ακτίνες καί οί λαμπηδόνες τού όποιου έρχονται έδώ καί φωτίζουν τόν τόπο τούτον».
“Οταν ό οδηγός μου Άγγελος είπε αύτά, ξεκινήσαμε νά πάμε κατά τό Νοτιά. Βγήκαμε άπό τό φωτεινό καί λαμπρό έκείνο μέρος καί φτάσαμε σ’ ένα σκοτεινό καί καλυμμένο άπό μούχλα καί σαπίλα τόπο, από τον όποίον έβγαινε πολλή βρώμα καί δυσωδία. Εκεί είδαμε μεγάλο πλήθος ανθρώπων με ήλιοκαμένη καί πολό λυπημένη όψη. Ρώτησα τον οδηγό μου τί άνθρωποι ήταν αυτοί καί μού απάντησε: «Αυτοί που βλέπεις εδώ είναι όσοι δεν πίστεψαν στον Δεσπότη Χριστό».
Προχωρήσαμε πιο πέρα καί συναντήσαμε ένα πιό σκοτεινό καί πιό βρωμερό μέρος· υπήρχαν κι έδώ πολλοί καί φαίνονταν άνθρωπίσκοι, σαν μικρά παιδιά καί σκουλήκια ποό κυλιόνταν μέσα σε λάσπη άπό κοπριά. Ρώτησα τόν όδηγό μου Γι’ αύτούς καί μού είπε πώς αύτοί είναι όλοι οι αιρετικοί καί κακόδοξοι άνθρωποι. Εκεί γνώρισα καί πολλούς άλλους πού τούς ήξερα άπό τή ζωή αύτή κι είχανε τα πρόσωπά τους πολύ μελανά.
Όταν βγήκαμε άπ’ εκεί, γυρίσαμε κι άλλους τέτοιους σκοτεινούς καί βρωμερούς τόπους, γεμάτους άπό ανθρώπους κάθε θρησκείας, κάθε αίρέσεως, άθεους, είδωλολάτρες καί λαούς άπό διάφορα έθνη. Σέ έρώτησή μου αν αύτή είναι ή Κόλαση, ό οδηγός μου είπε: «Όπως καί πρωτύτερα σού είπα, αύτά πού είδες δεν είναι ούτε ή Κόλαση ούτε ό Παράδεισος, άλλά όλα τούτα είναι προσωρινά, μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία. Πρέπει νά ξέρεις καί τούτο: πώς ή Κόλαση είναι μία, άλλά τα βάσανα καί οί τιμωρίες είναι πολλές καί διάφορες, όπως καί ή Βασιλεία τών Ουρανών είναι μία. άλλά έχει κι αύτή διαφορά στις κατοικίες καί τις άπολαύσεις για τούς Δικαίους, άνάλογα μέ τις άρετές καί τήν προσφορά τής θυσίας τού καθενός στή ζωή αύτή, όπως λέγει κι ό Δεσπότης Χριστός στό ιερό Εύαγγέλιό Του: «Έν τή οικία τού πατρός μου μοναί πολλαί είσιν» (Ίωάν. ιδ' 2). Εκεί πού ό όδηγός μου έλεγε αύτά, άκουσα νά έρχεται άπό κάτω βαθιά, τρομακτική καί βροντερή φωνή βρυχώμενου δράκοντα καί άγριου θεριού μαζί μέ βρώμα καί δυσωδία άνυπόφορη. Άπό τή φωνή αύτή τρόμαξα τόσο, πού προσπάθησα νά κρυφτώ στήν άγκαλιά τού φύλακα συνοδού μου. Τρέμοντας άπό τό φόβο μου τόν ρώτησα: «Τί φωνή είναι αύτή. Κύριέ μου, καί πούθε έρχεται ή άνυπόφορη ετούτη βρώμα;». Μού άπάντησε: «Αύτός πού φωνάζει καί βρυχιέται είναι ό παμφάγος Αδης, πού δέχεται όλους τούς άπιστους καί κατ’ εξακολούθηση περιφρονητές αμαρτωλούς, πού δεν πίστεψαν στον Χριστό καί δεν μετανόησαν ποτέ γιά ό,τι κακό έκαναν στή ζωή τους. Όποιος άπ’αύτούς πεθάνει , περνάει από τον Αδη κι εκείνος τους ξερνάει στους τόπους τής καταδίκης που είδες, χωρίς να χορταίνει ποτέ».
Αμέσως ακόυσα άλλη φωνή που έρχόταν άπό ψηλά: «Τί φωνάζεις, τί κλαϊς καί στενοχωριέσαι; Περίμενε λίγο καί θά χορτάσεις από άνάξιους αρχιερείς, ιερείς, μοναχούς καί χριστιανούς άμελεΐς καί περιφρονητές στην καλοσύνη, μά πρόθυμους για τό κακό».
Καί ένώ ή φοβερή αυτή φωνή σφύριζε άκόμη στα αύτιά μου, βρέθηκα άμέσως στο σπίτι μου, είδα τό σώμα μου νεκρό, άσχημο καί παγωμένο καί δεν ήθελα νά μπω μέσα σ’ αύτό, άλλα ό οδηγός μου μ’ έβαλε με τό ζόρι χωρίς νά θέλω νά μπώ μέσα, κι α’ισθάνθηκα όξύ πόνο καί νά σαλεύουν όλα τά νεύρα, οί αρθρώσεις καί τά κόκκαλα». Ή γυναίκα τού Δημήτρη καί ή πεθερά του, άμα άκουσαν αύτά, έμειναν κατάπληκτες.
Όλα τούτα διαδόθηκαν άπό στόμα σε στόμα όχι μόνο στον ’Ίσβορο, αλλά καί σ’ όλη τή Χαλκιδική. "Εφτασαν καί στ’ αύτιά τού άγιου Μητροφάνη, ό όποίος πήγε στο σπίτι τού Δημήτρη καί βεβαιώθηκε άπό τον ’ίδιο γιά τήν άλήθεια τής θείας αυτής οπτασίας, τήν οποίαν ό Δημήτρης έπανέλαβε καί διηγήθηκε στον "Αγιο δύο καί τρεις φορές, ακριβώς όπως μάς τήν περιέγραψε ό ίδιος, ό άγιος Μητροφάνης. Ή οπτασία αυτή τού Δημήτρη βεβαιώθηκε κι άπό τό γεγονός που ακολούθησε, γιατί αύτό πού είπε ή θεία φωνή στον οδηγό του Άγγελο «δεν σου είπον νά φέρεις αύτόν, αλλά τον γείτονά του Νικόλαο», πραγματοποιήθηκε. Δύο μέρες μετά τήν οπτασία ό γείτονάς του Νικόλαος, καίτοι ήταν πολύ καλά στήν ύγεία του, πέθανε καί τις ετοιμασίες πού έκαναν γιά τήν κηδεία τού Δημήτρη, τις χρησιμοποίησαν γιά τήν ταφή τού Νικόλαου.
Μερικοί αρχιερείς καί ιερείς, άπό φθόνο τού διαβόλου, κινήθηκαν νά διασύρουν τήν οπτασία αύτή σάν ψεύτικη. Προσπάθησαν νά σπείρουν άπιστία καί άμφιβολία μέ τή δικαιολογία ότι ή φωνή πού άκουσε ό Δημήτρης άνωθεν νά λέγει στον Άδη ότι θά χορτάσει άπό άρχιερείς, ιερείς καί μοναχούς αμελείς καί ράθυμους πρός τις ύποχρεώσεις καί τά καθήκοντά τους δεν ήταν έκ Θεού, γιατί, άν ήταν άληθινή, δεν θά μιλούσε γιά ιερείς καί μοναχούς, άλλά γιά άπιστους, άσεβείς καί αμαρτωλούς ανθρώπους!
— Ταλαίπωροι άνθρωποι, σ’ όποια τάξη κι αν ανήκετε, όποιο βαθμό καί άξίωμα φέρετε, γιατί «προφασίζεσθε προφάσεις έν άμαρτίαις;». «Σκληροτράχηλοι και άπερίτμητοι τη καρδία, ϊνα τί αγαπάτε ματαιότητα και ζητείτε ψεύδος;». «Πώς σάς αρέσει να δικαιολογείστε καί νά κρύβεστε πίσω από τό δάκτυλό σας;».
Αυτά είπε πρός αυτούς ό άγιος Μητροφάνης καί συμπλήρωσε:
— Αδελφοί μου, εμείς οί κληρικοί πού ταχθήκαμε νά υπηρετούμε τον Κύριο, νά γνωρίζουμε καλώς πώς πρέπει νά είμαστε τύπος καί υπόδειγμα ενάρετης ζωής, φώς καί οδηγοί τών άνθρώπων, όπως λέγει καί ό Κύριός μας, «υμείς έστε τό φώς τού κόσμου, υμείς έστε τό άλας τής γης» (Ματθ. ε' 13, 14) καί ώς τοιούτοι θά πρέπει σέ τέτοιες περιπτώσεις νά χύνουμε περισσότερο φώς καί οχι νά συσκοτίζουμε περισσότερο τά απλά καί θεία αότά πράγματα πού ό Θεός άποκαλύπτει γιά νά διορθωθούμε καί νά διορθώσουμε καί τον κόσμο πού έχει σκοτάδι καί άγνοια μεγάλη τού θείου νόμου καί τών εντολών τού Θεού. Αντί, με τά καλά μας λόγια, μέ τά καλά μας έργα καί την καθαρή πολιτεία τής ζωής μας νά γινόμαστε τό καλό παράδειγμα καί νά φανούμε άξιοι εργάτες τής κλήσεώς μας καί καλοί οικονόμοι, μεταδίδοντας τη χάρη πού μάς δόθηκε άπό τόν Θεό, έμείς γινόμαστε προσκόμματα τού καλού, αιτία σκανδάλου καί κακό παράδειγμα στους πιστούς μέ την άπιστία καί την άμφιβολία πού μεταδίδουμε στον πιστό καί απλό λαό καί βλάπτοντας μέ τόν τρόπο αυτόν τις ψυχές, γιά τις όποίες  ό Χριστός θυσιάστηκε επάνω στο Σταυρό καί παρέδωκε την ψυχή του «λύτρον άντί πολλών». Αντί νά προσπαθούμε μέ κάθε τρόπο νά ωφελήσουμε τόν πλησίον μας, έμείς μέ κάθε τρόπο τόν βλάπτουμε μέ τό νά λέμε καί νά διαδίδουμε πώς δέν είναι άληθινές οί οπτασίες καί οί άποκαλύψεις πού μάς φέρνουν σέ αίσθηση, σέ φόβο Θεού, σέ μετάνοια καί έπίγνωση τού έαυτού μας. Γιατί, άλήθεια. λέμε ότι δέν είναι πραγματικές; Μήπως γιατί άποκαλύπτουν τά κακά έργα τού καθενός μας καί φανερώνουν τις τιμωρίες πού μάς περιμένουν ή τη δίκαιη αντιμισθία καί ανταμοιβή πού θά λάβουν άπό τόν Δίκαιο Κριτή έκείνοι που άσκησαν τό καλό καί τήν άρετή; Πρέπει νά ξέρουμε πώς οποίοι κι άν είναι αυτοί, άπλοι άνθρωποι ή ιερείς, αρχιερείς, πατριάρχες, βασιλείς, στρατηγοί ή στρατιώτες, όλοι όμοια καί δίκαια θά κριθούν, άπό τόν απροσωπόληπτο Κριτή, τόν Θεό.
’Ας ξυπνήσουμε, άδελφοί, ας έλθουμε στόν εαυτό μας, όσον είναι άκόμη καιρός, γιατί τό κουδούνι τού κινδύνου γιά τόν καθένα μας χτυπάει κάθε λίγο, δέν ξέρουμε πότε θά έλθει και σε μάς τό τέλος. ’Άς προσπαθήσουμε να μιμηθούμε τους καλούς ιερείς, αρχιερείς, μοναχούς καί όλους εκείνους τούς καλούς χριστιανούς, οί όποίοι  έργάζονται για τό καλό, τήν αρετή καί τή δικαιοσύνη, για νά γίνουμε κι εμείς φώτα σωστικά, παραδείγματα άρετής καί καλοσύνης στούς πιστούς αδελφούς μας. όπως μάς παραγγέλλει ό Κύριος: «Ούτω λαμψάτω τό φως ύμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ϊδωσιν ύμών τα καλά έργα καί δοξάσωσι τόν πατέρα ύμών τόν έν τοίς ούρανοίς» (Ματθ. ε' 16). Γιά νά λάβουμε κι εμείς τή δίκαιη ανταμοιβή καί νά ζήσουμε αιώνια με τόν Θεό στή Βασιλεία τών Ουρανών. Αμήν».
Άγνωστο έπίσης είναι πού κοιμήθηκαν οί άγιοι αύτοί πατέρες, Διονύσιος ό ρήτωρ καί Μητροφάνης, καί μέχρι σήμερα δέν βρέθηκαν τά άγια Λείψανά τους.
Έπί τών ήμερών μας, τό 1956, ό εύλαβέστατος ύμνογράφος τής Μεγάλης τού Χριστού Εκκλησίας γέρων Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης μέ τήν έπίσης εύλαβέστατη συνοδεία του καί με πολλούς κόπους καί πόνους, κατόπιν έμφανίσεως καί άποκαλύψεως τών άγίων αύτών, κατόρθωσε νά καθαρίσει τό σπήλαιο στο οποίο οί δύο αύτοί άγιοι πέρασαν τήν άσκητική ζωή τους, έντός τού όποιου έφτιαξε ωραία εκκλησία στο όνομά τους. Ή έκκλησία αύτή γιά σκέπη της έχει τήν προέκταση τού βράχου πού σκεπάζει τό σπήλαιο καί άπό ένα σημείο στάζει συνέχεια άγιασμα, τό όποιο μαζεύουν οί πατέρες καί τό δίνουν στούς ευλαβείς προσκυνητές προς άγιασμό. Στή μνήμη τών Άγίων αύτών, τήν 9ην Ιουλίου έκάστου έτους, γίνεται όλονύκτια αγρυπνία στήν οποία προσέρχονται πολλοί μοναχοί καί εύσεβείς χριστιανοί προσκυνητές.
Στήν τοποθεσία πού βρίσκεται τό σπήλαιο πολλοί μοναχοί καί ευλαβείς προσκυνητές καθώς καί ό γράφων έχουν κατά καιρούς αισθανθεί θεία εύωδία καί αύτό μάς πείθει πώς κάπου εκεί κοντά στό σπήλαιο θά πρέπει νά βρίσκονται τά άγια Λείψανα τών εύλογημένων αύτών Άγίων Πατέρων.


Θαυματουργική ένέργεια τής Θείας Πρόνοιας



Στό ήσυχαστικό Σπήλαιο τών Άγίων Πατέρων Διονυσίου τού Ρήτορος καί Μητροφάνους. κατά τήν ετήσια μνήμη τής εορτής των (9 Ιουλίου) τό έτος 1958, ό π. Γεράσιμος μέ τη Συνοδεία του κανόνισαν κι αγόρασαν ψάρια γιά τριάντα ώς σαράντα περίπου άτομα.
Στην πανηγυρική αγρυπνία των Αγίων αύτών Πατέρων, έπειδή γίνεται μετά την πανήγυρη τού αγίου Αθανασίου τής Μεγίστης Λαύρας (5 Ιουλίου), παρευρέθηκαν καί συλλειτούργησαν δύο Αρχιερείς, ό Κοζάνης Κωνσταντίνος καί ό Ξάνθης Αντώνιος, τούς όποιους ακολούθησαν καί πολλοί άλλοι προσκυνητές, λαϊκοί καί μοναχοί, τόσοι πού ύπερέβησαν τά εκατό άτομα.
Ό μάγειρας, ό γέροντας Δαμασκηνός τών Δανιηλαίων, βλέποντας την απρόβλεπτη καί άθρόα προσέλευση τών προσκυνητών, βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, γιατί δεν ήξερε μέ ποιον τρόπο νά οικονομήσει τήν κατάσταση αύτή, καί ρώτησε περί τού πρακτέου τόν π. Γεράσιμο.
Ό πατήρ Γεράσιμος, γεμάτος αγωνία καί ανησυχία κι έκείνος, τού είπε: «Γέροντα, οί προσκυνητές μας ύπερβαίνουν τούς εκατό. Τί θά κάνουμε τώρα; Τί θά τούς προσφέρουμε γιά νά φάνε όλοι αυτοί, πώς θά τά οικονομήσεις τά πράγματα;».
Ό μάγειρας απάντησε: «π. Γεράσιμε, τά ψάρια είναι γιά τριάντα, τό πολύ σαράντα άτομα. Τί θά κάνουμε γιά τούς ύπολοίπους; Έχουμε καί δύο Αρχιερείς καί θά ντροπιαστούμε. Τί λες νά κάνουμε, Γέροντα;». Ό π. Γεράσιμος δεν ήξερε τί νά τού πει, άλλά τόν κοιτούσε σκεφτικός καί προβληματισμένος. Επειδή όμως ό γερο-Δαμασκηνός ήταν άνθρωπος μέ μεγάλη πίστη καί έμπιστοσύνη στον Θεό καί τούς έορταζομένους Αγίους, συνέχισε, μέ όλη τήν απλότητα πού τόν χαρακτήριζε, ώς έξης: «Πάτερ Γεράσιμε, ας έχουμε πίστη στον Θεό, στήν Παναγία Μητέρα μας καί στούς Αγίους πού έορτάζουμε κι αύτοί θά οικονομήσουν τά πράγματα. Τώρα έμείς δέν προλαβαίνουμε νά κάνουμε τίποτα». (Ή συζήτηση αυτή γινόταν κατά τή διάρκεια τής αγρυπνίας καί τό πρωί έπρεπε νά παρατεθεί κοινή τράπεζα σ’ όλους όσους αγρύπνησαν καί σέ όσους άλλους έν τώ μεταξύ θά έρχονταν).
Έτσι, ό γερο-Δαμασκηνός βεβαίωσε τόν Γέροντα Γεράσιμο πώς ό Θεός θά τά οικονομήσει έτσι, ώστε δέν θά μείνει κανένας παραπονεμένος. Καί λέγοντας αύτά, αμέσως μετά πήρε τό κανδήλι πού κρεμόταν μπροστά στήν εικόνα τών έορταζομένων αγίων Διονυσίου καί Μητροφάνους καί τό άδειασε όλο μέσα στόν «νταβά» μεγάλο ταψί όπου βράζανε τά ψάρια.


Τό θαύμα των Αγίων Πατέρων



Όταν ήρθε ή ώρα να μοιράσουν τά ψάρια σέ μερίδες, ό γερο-Δαμασκηνός, λέγοντας άκατάπαυστα τήν ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ΐίέ τού Θεού, έλεησόν με και βοήθησον τήν ώραν ταύτην» καί παρακαλώντας καί τούς έορταζομένους Αγίους, άρχισε να δίνει τίς μερίδες στους διακονητές σερβιτόρους πού ύπηρετούσαν στην τράπεζα.
’Έδινε συνέχεια τίς μερίδες, οί όποίες  πέρασαν τίς σαράντα, τίς πενήντα, τίς ογδόντα, τίς έκατό... κι ό «νταβάς» δεν έννοοϋσε να αδειάσει, τόσο πού έφτασαν να φάνε περισσότεροι από έκατό άνθρωποι μεσημέρι καί βράδυ καί στό τέλος είχαν καί περισσευούμενα ψάρια για τήν άλλη μέρα!
Ό γέροντας Γεράσιμος με τή Συνοδεία του, ό γερο-Δαμασκηνός καί οί ύπόλοιποι πατέρες πού γνώριζαν πόσα ψάρια είχαν προμηθευτεί για τήν πανήγυρη, όταν είδαν ότι όχι μόνον έφτασαν τά ψάρια, αλλά καί περίσσεψαν γιά τήν άλλη ημέρα, έκαμαν ιδιαίτερη δοξολογία στον Θεό καί εύχαριστία στούς Αγίους γιά τό έξαίσιο αότό θαύμα. Καί εδώ πληρώθηκε τό ευαγγελικό ρητό: «Ζητείτε δε πρώτον τήν βασιλείαν τού Θεού καί τήν δικαιοσύνην αυτού καί ταΰτα πάντα προστεθήσεται ύμίν» καί «Οιδε ό Πατήρ ύμών ό ουράνιος ών χρείαν έ'χετε καί προ τού αίτήσθαι δίδωσιν ύμίν» (Ματθ. στ' 32, 33).

Τά όνειρα ξεγελούν τον άνθρωπο


Ό Προηγούμενος Νεόφυτος Δοχειαρίτης, πού ησύχαζε στό Ησυχαστήριο «Οί Αρχάγγελοι», τό έτος 1880 μιά βραδιά είδε όνειρο, κατά τό όποιο παρουσιάστηκε ό Μέγας Βασίλειος καί τού πρότεινε νά προσκυνήσει τό μεγάλο δάχτυλο τού ποδιού του κι έκείνος τό προσκύνησε.
Μετά απ’ αύτό πού είδε στό όνειρό του, ό Προηγούμενος Νεόφυτος, άρχισε νά φουσκώνει μέσα του ή ιδέα πώς είδε τον Άγιο Βασίλειο καί άξιώθηκε νά προσκυνήσει τό δάχτυλό του. Αύτό βασάνιζε πολύ καιρό τό μυαλό του, πολλές ώρες καθημερινά απασχολούσε τή σκέψη του καί τον έμπόδιζε νά σκέπτεται καί νά λέει τήν ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ τού Θεού, έλέησόν με», καί γενικά στεκόταν έμπόδιο στις προσευχές του.
"Υστερα άπό πολύ καιρό αποφάσισε να συμβουλευθεΐ τον τότε όνομαστό γιά την αρετή καί τον ασκητισμό του Πνευματικό παπαΓρηγόρη, που κι αύτός ησύχαζε στην ίδια Σκήτη λίγα μέτρα πιο πάνω άπό αυτόν, στη λεγόμενη πάνω Καλύβη «Κοιμήσεως τής Θεοτόκου».
Στην έρώτηση αύτή τού Προηγουμένου Νεοφύτου ό Πνευματικός παπαΓρηγόρης τού είπε: «Αδελφέ μου Προηγούμενε, μεγάλο διάβολο προσκύνησες κι όχι τον άγιο Βασίλειο. Σε παρακαλώ, τού λοιπού μή δίνεις καμμιά σημασία στα όνειρα, άπό τά όποια μπορεί κανείς εύκολα νά έξαπατηθεί καί νά προσκυνήσει τον διάβολο άντΐ γιά τον Θεό». Καί μετά άπό τη συμβουλή αύτή τού Πνευματικού ό Προηγούμενος Νεόφυτος ήσύχασε άπό τίς συχνές ένοχλήσεις των δαιμόνων.
Δεν πρέπει λοιπόν νά δίνουμε σημασία στά όνειρα, γιά τά όποια μόνος άρμόδιος νά μάς πληροφορήσει γιά τή γνησιότητά τους είναι ό πνευματικός μας έξομολόγος, στον όποιο θά πρέπει άμέσως νά τά έξομολογούμεθα, γιά νά άπαλλαγούμε άπό τήν πλάνη που μπορεί νά κρύβουν μέσα τους.


Αόρατοι ερημίτες



Μιά μεγάλη περιοχή τού Αγίου Όρους ’Άθω, ή όποια εκτείνεται άπό τή Μικρή Άγιάννα μέχρι τή Σκήτη τής «Γλωσσίας» καί είναι γεμάτη δένδρα καί πυκνά δάση, λέγεται «"Ερημος τού ’Άθω». Εκεί, κατά καιρούς, σέ πολύ λίγους κατοίκους τής περιοχής αυτής, κάνουν τήν έμφάνισή τους σεβάσμιοι στήν όψη καί άποσκελετωμένοι γυμνοί άσκητές, καλυμμένοι άπό τή χάρη τού Θεού.
"Ετσι σέ ένα άγιορειτικό περιοδικό, που κυκλοφορούσε μέ τίτλο «Άγιορειτική Βιβλιοθήκη» άπό τό 1930 έως τό 1938. ό γιατρός Σπυρίδων ή Αθανάσιος Καμπανάος, μοναχός καί άδελφός τής Ίεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, έγραφε γιά τούς άόρατους γυμνούς καί χωρίς κατοικία μοναχούς ότι «πολλά πράγματα γνωρίζει τό τά πάντα έφορων όμμα», «περί δέ των άοίκων, πού βρίσκονται στά κρύα νερά, τί νά ε’ίπω; Τό πανέφορον όμμα ξέρει τήν πολιτεία τους».
Ό πατήρ Γεράσιμος Μενάγιας πού ήταν πρώτα χημικός καί έγινε ησυχαστής καί κάτοικος τής ερήμου τού Άγιοβασίλη, είχε άδελφική φιλία μέ τό γιατρό τής Λαύρας Αθανάσιο Καμπανάο καί όταν είδε νά δημοσιεύει αύτά τά πράγματα στό περιοδικό τής Άγιορειτικής Βιβλιοθήκης, τού έκαμε σύσταση καί παρατήρηση, νά μην κάνει τέτοιες δημοσιεύσεις και γράφει πράγματα άμάρτυρα, τα όποια πιθανόν νά προκαλέσουν δυσπιστίες καί γέλωτες σε βάρος τής Μοναχικής πολιτείας τού Αγίου Όρους.

Στις παρατηρήσεις αύτές ό γιατρός π. Αθανάσιος απάντησε, όπως συνήθιζε, μ’ αύτά τά λόγια: «Καλέ μου άνθρωπε κι αγαπητέ μου αδελφέ, δεν μπορώ νά μη γράψω καί νά μη δημοσιεύσω αύτά τά όποια ήλθε άνθρωπος καί μού είπε, ότι «θά άρρωστήσω καί θά πεθάνω».
Ό άνθρωπος αύτός ήταν ό γερο-Άνχώνης από τόν «'Άγιο Πέτρο». Στόν άνθρωπο αυτόν οί αόρατοι έκεΐνοι Ασκητές είπαν: «νά πας και νά πεις στο γιατρό ότι σε λίγο θά άρρωστήσει καί θά πεθάνει καί Γι’ αυτό θά πρέπει νά ετοιμαστεί». Ό δε γερο-Άντώνης, άφού είπε στο γιατρό εκείνα που τού είχαν πει οί αόρατοι Ασκητές, του έδειξε καί ένα σταυρό ξύλινο, τόν όποιο έδωσαν οί Ασκητές εκείνοι. Επάνω στο σταυρό αύτό ήταν σκαλισμένα τά γράμματα «Μακάριος Ιερομόναχος».
Αύτά έγραψε ό γιατρός π. Αθανάσιος γιά απάντηση στόν Άγιοβασιλιάτη χημικό Γεράσιμο μοναχό και υστέρα από μικρό χρονικό διάστημα άρρώστησε καί χωρίς καμμιά βαρεία ασθένεια κοιμήθηκε τόν αιώνιο ύπνο, άφού πρώτα άπεκάλυψε καί δημοσίευσε ότι ύπάρχουν καί περιφέρονται από τόπου εις τόπον στην έρημο τού ’Άθω οί άγιοι αότοί ασκητές καί έρημΐτες μοναχοί, προς δόξαν Θεού καί ψυχική ωφέλεια τών μοναχών τού Αγίου Όρους.
Κι άλλη εμφάνιση τών αόρατων άσκητών
Ένας προσκυνητής, άνερχόμενος τόν άνηφορικό δρόμο από τήν παραλία προς τη Μικρή Άγιάννα, συνάντησε τούτους τους Αγίους, ενώ περιπλανάτο στο δάσος καί θέλησε νά τους ακολουθήσει, άλλ’ εκείνοι τού είπαν: «Έσύ, αδελφέ, προορίζεσαι γιά τή Σκήτη τού Ξενοφώντος» καί τού έδειξαν τό δρόμο γιά νά πάει στόν Πνευματικό παπαΣάββα νά τού πει εκείνος τί θά κάμει. Ό προσκυνητής, άφού απομακρύνθηκε λίγο άπό αυτούς, τό μετάνιωσε που άφησε καί έφυγαν τέτοιοι 'Άγιοι. Γύρισε πίσω καί γιά πολλή ώρα τους αναζητούσε, αλλά δέν τους βρήκε πουθενά. Τότε πήγε στόν παπαΣάββα καί του άνέφερε τήν ύπόθεση. Ό παπαΣάββας τού είπε: «Έσύ, παιδί μου, δέν είσαι γιά νά τους ακολουθήσεις, άλλα θά είχες κάποια άμφιβολία, αν υπάρχουν τέτοιοι άγιοι σήμερα στο Άγιον "Ορος καί γιά τούτο ό Θεός σού τους φανέρωσε. Έσύ θά έγκαταβιώσεις στή Σκήτη τού Ξενοφώντος». Καί πράγματι έτσι έγινε, διότι ό άδελφός αυτός έκάρη μοναχός στή Σκήτη τού Ξενοφώντος.
Τό γεγονός αύτό τό διηγήθηκε ό Πνευματικός παπαΆκάκιος άπό τήν Καψάλα, άνθρωπος πολό ενάρετος καί φιλαλήθης, ό όποίος γνώρισε τόν άνθρωπο που συνάντησε τους άόρατους άσκητές καί έμαθε κάθε λεπτομέρεια γιά τό γεγονός αύτό.

Εισαγωγή  σε πρώτη αποκλειστική δημοσίευση  στό Ορθόδοξο Διαδίκτυο από το Βιβλίο :
ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ
ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Η ηλεκτρονική επεξεργασία αναρτήσων κειμένων, τίτλων  και εικόνων έγινε από τον N.B.B

Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια, αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

© ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ





Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |