ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Τό ταξείδι συνεχίζεται

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

Τό ταξείδι συνεχίζεται



ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Ιωάννης ο Θεολόγος Ο Υιός τής βροντής 
Αφηγηματική βιογραφία
Τό ταξείδι συνεχίζεται

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6

Τό ταξίδι συνεχίζεται. Οι κλεψύδρες σημαδεύουν τόν χρόνο.
 —        Φιλόλαε, κύτταξε! Ζυγώνουμε σ’ ένα άπό τά καλύτερα λιμάνια τού κόσμου, ψιθυρίζει σέ κάποιον έμπορευόμενο Ρωμαίο πολίτη, ό καπετάνιος. ’Αλλά άπό δώ καί πέρα θά ζοΰμε καί θά θαλασσομαχούμε μέ προστάτη τόν ’Εσταυρωμένο.
 —        Ώ πράγματι. Τέτοιο λιμάνι δέν έχω πουθενά συναντήσει, άποκρίνεται κείνος.
 ’Ακολουθεί μακρυά σιγή. Προχωρημένο πιά δειλινό.
 —        ’Ιωάννη! άκούει νά τού σιγοψιθυρίζει ό Πρόχορος.
 —        Τίμιε άδελφέ...κερδίσαμε τόσες ψυχές. Κύτταξε, παρατήρησε ολόγυρά μας. Τί τόπος!
 Ό Μαθητής δίχως άλυσίδες ξεπετιέται σάν έφηβος. ’Αγναντεύει τόν τόπο όπου ή βασιλική άπόφαση τόν καταδίκασε νά έγκαταβιώσει. Τό άνάβλεμμα φωτίζεται, γλυκαίνει. Γλυκαίνει περισσότερο, γεμίζει άγαλλίαση. Τά χείλη κινούνται, σιγολαλοΰν «έκπέμπουν» εύχαριστίες.
 Τόπος μέ ταντελλωτές άκρογιαλιές, άμμουδερές άβάλες, θαλασσινά τζοβαϊρικά, παιχνιδίσματα φωτός. Μέ καλλιμάρμαρους ναούς, μικροστοές, βράχους, θάμνους, άμπέλια, πανύψηλα δέντρα. Ένα τρίγωνο έρωδιοί,  έξόριστα πουλιά,  φτερουγίζουν. Κι άπόκονια άνακράζουν κοράκια. Μαϋρα κι άπό κάτω άσπρα. ’Αριστερά λόφος διαβατάρικος. Ηγεμονικός γιά τήν άπαλότητα της χαμηλής πορείας. Δίχως άπόκρημνες έσοχές, δίχως σκαρφαλώματα, δίχως προκλητική βλάστηση. ’Αλλοϋ φαλακρός, χωματερός, άλλου διάσπαρτος μέ σχΐνα καί εύκάλυπτους.

 —        Διά τόν λόγον τοϋ Θεοΰ καί τήν μαρτυρίαν Ίησοϋ Χριστού, ξαναψιθυρίζει ό Πρόχορος.  'Ωστόσο, τί ταξίδι! Καταγεμάτο μέ τήν άόρατη παρουσία Του...

        Γιά τόν ’Απόστολό του, πάσα γή εύπρόσδεκτος. Έκεΐ διαμονή, κατοικία, προσπάθεια σωτηρίας ψυχών, κυψέλη συγκομιδής, τάφος, άντηχούν συλλαβή μέ συλλαβή τά λόγια τού κρατούμενου.


        Όμως παρ’ ελπίδα ό τόπος έδώ, πράγματι, τοξεύει άπαλότητα, ξαναλέει.

Κάποια σκιά άναφαίνεται. Κάποιος θέλει νά μιλήσει.

        Έπειτα, άπό τίς τυπικές παρουσιάσεις στό ήγεμονείο, πιστεύουμε, πάτερ άγιε, θά σέ άφήσουν νά περπατάς όπου νομίζεις, σιγολέει ένας άπό τούς Ρωμαίους φρουρούς. Καί τρίβει τίς παλάμες του.

        Τί δουλειά κάνεις, άνθρωπε τοϋ Θεού; ρωτάει άπό κοντά τόν ’Απόστολο καί κάποιος κοντόσωμος, μαυρογένης, τοϋ τσούρμου.

        Ψαράς...

        Άχά! Όρεξη καί συμπράγκαλα νά βρεις. Κι άπέ άπό ψάρια, όσα έπιθυμεϊ ή καρδιά σου.

        Ψαράς άνθρώπων, σιγολέει ό ’Ιωάννης. Καί παίρνει όρεξη καί φόρα καί άρχίζει πάλι νά μιλά:

        Συλλογιέμαι τήν άγάπη όπου μάς χάρισε ό Πατέρας... Τέτοια, ώστε νά όνομασθοΰμε παιδιά του. Γι αύτά ό κόσμος δέν μάς άναγνωρίζει. Γιατί ποτέ δέν Τόν γνώρισε. ’Αδέλφια μου, τώρα, μήν τό ξεχνάτε. Τώρα είμαστε παιδιά τοΰ Θεοΰ, όμως άκόμη δέν έχει φανερωθεί τί άκριβώς θά είμαστε. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι όταν φανερωθεί, θά είμαστε όμοιοι κοντά Του. Γιατί τότε θά Τόν δοΰμε, θά Τόν καμαρώσουμε όπως είναι...

’Ακολουθεί πάλι σιγή. Λόγια όπου δύσκολα έρμηνεύονται.

Όσο πλησιάζουν γιά τήν άποβίβαση, ή θέα γίνεται φαντασμαγορική. Τό σχήμα καί τό χρώμα τοΰ λόφου, τό βαθυγάλανο τής θάλασσας πού τήν οργώνουν κοράκια, μΐχοι, γλάροι, διαβατάρηδες έρωδιοί, έρχονται σέ άντίθεση μέ τά πρώτα όλοτρόγυρα κτίρια τής τέχνης καί τής τεχνικής...

Πλησιάζοντας ντεφάκτο γιά τήν άποβίβαση, ό καπετάνιος μέ τούς στρατιώτες ξαναπερνούν μέ λύπη καί στεναγμούς στά χέρια τού έξόριστου τίς άλυσίδες. ’Από λεπτό σέ λεπτό άντηχεϊ γδοΰπος, παφλασμός. Πέφτει ή άγκυρα στόν βυθό, στό λιμάνι. Τό καράβι  άχνός όγκος στό γιαλό  ζυγώνει στήν στεριά.


ΠΕΡΙΕΡΓΟ, τό τσούρμο, οί άνθρωποι τοΰ καραβιού δυσκολεύονται ν’ άποχωρισθοΰν τόν καταδικασμένο. Τί είδους μαγνήτη είχε καί τούς συντραβοΰσε; (Ώ γλυκέ τοΰ γλυκύτατου, ’Ιωάννη! Ώ μελιστάλακτη γλώσσα τής ’Αγάπης! Πόσοι καί πόσοι ώσαμε σήμερα δέν βλέπουν τήν μορφή σου καί δέν μαγνητίζονται;).

’Από τήν στιγμή όπου άθόρυβα πάτησε τό χώμα τοΰ νησιοΰ (άχνορόδισμα σέ δροσοστάλακτη αύγή) καί πρωταντίκρυσε τόν περικαλή ναό τής «Πατμίας Άρτέμιδος» στήν κορυφή τού λόφου, τό σύμβολο τής χιλιόχρονης είδωλολατρείας, γιά τήν όποία καί άνοιγόταν ένα πρώτο αιματοβαμμένο στάδιο, άπό τήν ώρα πού βαδίζοντας καί βαδίζοντας πρός τήν ’Ακρόπολη τοΰ νησιοΰ, όπου άλλος είδωλολατρικός ναός, ό ναός τοΰ ’Απόλλωνα καί γαλήνιος πιό ύστερα παραδόθηκε στόν Ρωμαίο διοικητή, κάτι τούς έσπρωχνε νά παραμείνουν, νά ξεμπαρκάρουν, νά ζήσουν, νά δουλέψουν όπως όπως γιά νά τόν άκοΰν. Όμως μέ τρόπο καλόβουλο καί πειστικό τούς έξήγησε, τούς έδωσε νά καταλάβουν ότι έπρεπε νά συνεχίσουν τό έπάγγελμά τους. Γιά νά ρίχνουν στό διάβα τους τόν σπόρο. Τόν καταγεμάτο μυστήριο, δύναμη, άξία γονιμότητα.

        Μέ τόν Χριστό, άδέλφια, τούς είπε, μήν φοβάστε. Τίποτα πιά. Άπό δώ καί πέρα ή ζωή σας θάναι χαρά, ειρήνη καί φώς.

Αξίζει τόν κόπο νά σταθοϋμε λίγο στίς στιγμές αυτές τοΰ κορυφαίου Ευαγγελιστή. Στίς στιγμές όπου πρωτογνωρίζει ένα πανόμορφο νησάκι. Γαλανόλευκη άκροτοπιά στήν άλυσίδα τών νησιών τοΰ Αιγαίου. Ή μικρότητά του, τό μέγεθος τοΰ χώρου του, έξαφανίζεται άπό τό καταπληκτικό σέ φυσικότητα λιμάνι του. Σπάνιο έκείνο τόν καιρό, φαινόμενο λιμανιοΰ: άγκαλιά κλώσσας  καταμεσής στίς θύελλες καί τούς άνέμους. Γι αύτό τήν έποχή έκείνη ή Πάτμος ήταν πυκνοκατοικημένη. Μέ έδρα Ρωμαίου διοικητή, καταγεμάτη είδωλολατρικούς ναούς, δημόσια κτίρια καί διάφορα άξιοθέατα.

Καταμεσής στόν λόφο Καστέλλι, στήν παλιά περίπου Ακρόπολη, κοντά στό ναό τού Απόλλωνα, συνανάντησε τόν διοικητή μέ τά κλειδία στό χέρι για νά τοΰ άνοίξει τήν πόρτα τού δεσμωτηρίου. Έκεϊ θά πρωτοξενυχτοΰσαν μέ τό συνοδό του. Άπό κεϊ θά τόν παρακολουθούσε καί ή φρουρά μήν άποπειραθεϊ νά δραπετεύσει. Άν είχε τόν τρόπο νά ζήσει ή άποκτοΰσε έπιτόιιιες γνωριμίες μέ κύρος καί κοσμική άναγνώριση, ή ζωή του θά μπορούσε νά γίνει καλύτερη, πιό ύποφερτή. Αλλά ό Ιωάννης δέν είχε ούτε τό ένα, ούτε τό άλλο. Κάτεχε όμως άλλου είδους κλειδιά. 'Ολόχρυσα καί διαμαντένια. Αόρατα. Μ’ αύτά τά δάχτυλά του άνοιγαν ένα-ένα τά δεσμωτήρια τών παραπλανεμένων στό μεθύσι τής είδωλομανίας. Στό μεθύσι τής άμαρτωλής φθοράς. «Μηδέν έχοντες καί τά πάντα κατέχοντες» θά ‘ικιλαλήσει λίγο άργότερα σέ μιά άπό τίς περιφημότερες επιστολές του ό μέγας Παϋλος. Τά κλειδιά τοΰ ’Ιωάννη στό κατρακύλισμα τών ήμερων, θ’ άποδειχθοϋν άνεκτίμητα. Φίλτρα υπεραξίας. Είναι τά κλειδιά τής Βασιλείας. Τά κλειδιά όπου τούς άξιους, τούς ύπομονετικούς, τούς βασανισμένους, τούς έργάτες τού Θεού, τούς καταγράφουν σάν κληρονόμους του, παιδιά του. «’Αδέλφια μου, τώρα είμαστε παιδιά τού Θεού. Όμως άκόμη δέν έχει φανερωθεί τί θά είμαστε. Όταν φανερωθεί, θά είμαστε όμοιοι κοντά του. Ό κόσμος δέν μάς άναγνωρίζει. Γιατί ποτέ δέν τόν γνώρισε».

Στό δεσμωτήριο λοιπόν.

Κάθε δύσκολη βραδιά, βραδιά θλίψεως, στριμώγματος, δοκιμασίας, ό Θεός άπό τόν καλοπροαίρετο άνθρωπο, ζητά θάρρος καί υπομονή. Καί πίστη. Ή δειλία φέρνει τήν κατάθλιψη. Ό πανικός τήν άπόγνωση, τήν καταστροφή. Καί ή άπογοήτευση τόν άρραβώνα ψυχικών χτυπημάτων.

Ό ’Ιωάννης στό βαθύ, καταθλιπτικό σκοτάδι, καταμεσής σέ σαύρες, σαρανταποδαροΰσες, νυχτερίδες, άποπνικτικά τοιχώματα, ύμνησε μέ τόν άκόλουθό του, τόν πανευεργέτη ’Εσταυρωμένο. Μέ τόν δαυλό καί τό λυχνάρι τής ψυχής. "Ο,π κουβαλούσαν εντός τους δέν ήταν μιά νέα διδασκαλία. ’Αλλά μιά νέα ζωή. Σέ άντικατάσταση τής παλιάς, τής χρεωκοπημένης. Καί όταν τό χρυσοφώς τού ήλιου στεφάνωσε τό νησί καί ξημέρωσε, οί έξόριστοι προσβγήκαν μέ άδεια νά περπατήσουν. Φλέγονταν νά διερευνήσουν, νά γνωρίσουν, νά τοποθετήσουν στήν σκέψη κάθε ξάγναντο, κάθε άκρούλα. Στά πρωτοδεύτερα κιόλας βήματα, τούς συναπάντησε κάποιος ντόπιος. Καλοντυμένος καί καλοστεκούμενος. Μεσοκαιρίτης.

        Μέ Λένε Μύρωνα, τούς είπε. Άκουσα πέρα, στό μουράγιο, νά διηγούνται κάτι μερικά γιά σάς. Δέν έρχεστε σπίτι μου, έδώ στήν πόλη Φορά ή Φόρα, νά γνωριστούμε;

        Μετά χαράς, άντήχησε ή λαλιά τού ’Ιωάννη. Καί τόν άκολούθησαν.

Πρόσχαρη, αύθόρμητα χαμογελώντας, τούς ύποδέχθηκε ή νοικοκυρά. Καί δίχως νά χάνει καιρό έπιασε νά τούς περιποιέται.

’Αρχοντόσπιτο, καταγεμάτο πάστρα. Οικογενειακή άτμόσφαιρα, ξεκουραστική ολόγυρα γαλήνη.

        ’Απέκτησα τρία παλληκάρια, τρεις γιούς, πού τούς έσπούδασα ρητορική, έπιασε νά λέει μέ κρυφό καμάρι ό πατέρας. Τώρα σέ λίγο, θά σάς τούς παρουσιάσω. Νά τούς γνωρίσετε. ’Ώ, κατέχουν πολλές χάρες, θά τό διαπιστώσετε. Νάτος, ά, ναί έδώναι, μάς παρατηρεί καί μάς ψυχοδιαβάζει ό πρώτος μου, ό ’Απολλωνίδης. Αύτός μάλιστα συνεργάζεται μέ τόν μεγάλο μας Κύνωπα καί προβλέπει καί τά μέλλοντα.

        Είστε ’Ιουδαίοι; σιγορώτησε κάπως δειλά, ή νοικοκυρά.

Όμως πρίν προφθάσουν ν’ άπαντήσουν, άντήχησε θόρυβος, ούρλιαχτό, βλαστήμιες, καλπασμός άφηνιασμένου άλογου.

        Τί γίνεται; ρώτησε ξαφνιασμένος, χλωμοκίτρινος, ό οικοδεσπότης.

        Ό γιός μας ό ’Απολλωνίδης...

       Δηλαδή;

        Νά εύθύς έξαρχής δέν ήθελε μήτε ν’ άνπκρύσει τόν ’Ιουδαίο ξένο. Φώναζε σάν τρελλός.

        Καί τώρα;

        Πέζεψε στό άψε  σβήσε πάνω σι’ άλογό του καί πήρε τα βουνά.

        Ώ θεοί! ’Αλλοίμονο, δέν τό φαντάζομαι νά σκοτωθεί.

Ό οκοδεσπότης κυριολεκτικά άποσβολώθηκε. Βρέθηκε σ’ άδιέξοδο. Σηκώθηκε άφησε τούς ξένους στόν ξενώνα, προσβγηκε στό κεφαλόσκαλο της εξώπορτας. Ή νοικοκυρά τού πηρε τό κατόπιν.

        Διώξε τους άπό δώ νά φύγουν, νά πάνε στά τσακίδια, δέν τούς θέλω, σιγοψιθύρισε. Θά μάς άποτραβήξουν καί τούς ύπόλοιπους, θά μάς διαλύσουν τό σπίτι. Φαίνεται τούς κυνηγούν, τούς σημαδεύουν μέ πικροτόξα οί μοίρες.

Ό άνδρας άπόμεινε σκεφτικός.

        Άν είναι μάγοι καί κακοί, θά τούς κρατήσω αιχμάλωτους.

        Καί τί θά κερδίσεις;




        Θά τούς έξαναγκάσω νά μάς φέρουν πίσω τόν Άπολλωνίδη. Σιγά καί μέ τό μαλακό. Θά τούς φοβερίσω μέ τόν γαμπρό μας, τόν ηγεμόνα τού νησιού, θά τούς τρίξω τά δόντια, θά τούς πετάξω στό μπουντρούμι τοϋ διοικητηρίου. Κι άπέ ύστερα ξέρω πώς θά τούς τιμωρήσω.

Τήν ’ίδια στιγμή όπου σχεδόν σιγακουγόταν ό διάλογος, ή πανάγια χάρη τοΰ τρίτου Προσώπου τής σεπτής τρισηλίου Θεότητος, ολόφωτη άπλώθηκε στήν σκέψη τοΰ επιστήθιου Μαθητή: Καί είπε στόν άκόλουθό του:

        Παιδί μου, ό οικοδεσπότης συζητάει μέ τήν γυναίκα του, τό κακό μας. Σέ λίγο θά ύποστοΰμε ταλαιπωρίες. Θά υποφέρουμε. Ένα όμως νά ξέρεις. Μέ τους καινούργιους πειρασμούς ή ύπομονή μας θά προσθέσει πάλι μισθό άπό ιόν άδαπάνητο θησαυρό τού Κυρίου. Ταυτόχρονα σ’ αύτούς έδώ τούς άνθρώπους θέλει άναλάμψει ό φωτισμός τού Χριστού μας.

Δέν πρόφθασαν ν’ άποσώσουν τήν συζήτησή τους κι έξω στόν δρόμο άκούστηκε πάλι καλπασμός. Κάποιο άλογο χλιμίντρισε. Άπό τήν σέλλα του ξεπέζευε μαντατοφόρος. Κρατούσε στά δάκτυλα έπιστολή.

Κατάπληκτος πάλι ό οικοδεσπότης διάβαζε: «Πατέρα μου, άν θέλεις νά μέ σώσεις, πράξε ό,τι μέ συμβούλεψε ό μεγάλος Κύνωπας, όπου πάνω στήν άπελπισία μου συνάντησα γιά καλή μου τύχη, έξω άπό τό Κάστρο, καί τά κουβεντιάσαμε. Παράδωσε άμέσως στόν ηγεμόνα τόν ’Ιωάννη, νά τόν κατασπαράξουν τά θηρία. Σάν δάσκαλος τών χριστιανών, είναι κακός, κάκιστος μάγος. Ήλθε στό σπιτικό μας έπιτούτου γιά νά μέ άποδιώξει. Γιά νά ταράξει τήν ύπαρξή μου, γιά νά μέ άποχωρίσει όρισπκά καί γιά πάντα άπό σάς, τούς άγαπημένους μου γονιούς καί τ’ άδέλφια μου. Γιά νά χάσω τήν πατρική μου στέγη καί κληρονομιά. Ό καθαρώτατος Κύνωπας, μοΰ άποκάλυψε τί συμφορές άκόμη θά πέσουν άπάνω μας, άν δέν μέ συμπονέσεις. Τό σπιτικό μας τό ευτυχισμένο θά έξαφανιστεΐ. Πρόσεξε, πατέρα μου. Ύγίαινε. Ό βασανισμένος άπό τόν μουλωχτό καί δόλιό του έπισκέπτη, γιός, Άπολλωνίδης».

'Οργισμένος, μέ τήν έπιστολή στά χέρια, άνακύταξε τούς επισκέπτες, καταγεμάτος άγανάκτηση.

        Μήν κουνηθεί κανείς άπό τή θέση του, άνάκραξε

Αχάριστοι, θά σάς κλειδώσω στό κελλάρι. Έκεΐ  θα  περιμένετε τήν άπόφαση τού ήγεμόνα, τοΰ γαμπρού μου. Σάς κάλεσα νά σάς περιποιηθώ, νά σάς φιλέψω καί φροντίσατε νά μοϋ ξελογιάσετε, νά μοϋ άποτρελλάνετε τόν βλαστό μου, τό πρώτο μου παλληκάρι. ’Αλλοίμονο σας. Στό άρχοντικό τοϋ Μύρωνα, δέν περνάνε^ τά τεχνάσματά σας. Όπως θά διαπιστώσετε, στέκω καί ζώ, πανίσχυρος.

Τούς ξεσήκωσε, τούς έσπρωξε, τούς έκλεισε στό κελλάρι μέ διπλές άμπάρες. Καί μιά καί δυό, μέ τήν έπιστολή τού ’Απολλωνίδη άκόμη άτύλιχτη, προσβγήκε βιαστικός, τράβηξε στό κυβερνητικό μέγαρο. Στόν ηγεμόνα. Τόν άκολουθοΰσαν ό μαντατοφόρος καί άλλοι.



Ό ήγεμόνας πήρε, διάβασε τήν έπιστολή. Καί μόλις πρόσεξε τό όνομα τοϋ Κύνωπα όπου όλος ό λαός στό νησί τόν νόμιζε ημίθεο, τόσο γιά τά φοβερά του κόλπα, όσο καί γιά τίς συγκλονιστικές του ένέργειες, δίχως περίσκεψη, άποφάσισε νά πετάξουν τόν ’Απόστολο τοϋ Χριστοϋ στά λιοντάρια. Μοναστραπίς έστειλε στρατιώτες στό σπιτικό τοΰ Μύρωνα καί άποτράβηξαν σέρνοντας τόν νιοφερμένο. Καί τόν άκόλουθό του. Γιά νά τούς οδηγήσουν στό μπουντρούμι. Στήν υπόγεια σκοτεινή άπομόνωση.

Θεέ μου, έτσι γρήγορα λοιπόν, θά ξεμπέρδευε ό άγαπημένος σου, έτσι θά τά καλοκατάφερνε, έτσι ό παραστάτης τής παναγίας σου γεννήτρας, θά νικούσε; Ώ, πόσα μάς μαρτυρούν οί τρείς φοβερές αύτές μέρες!... Πόσα δέν έχουν νά ποΰν στόν άνυπόμονο χρισηανό, στόν έαυτό μας.... Στό εύαίσθητο ενθουσιαστικό μας στοιχείο, όπου όταν ή ζωή κυλάει φίλεργο ρυάκι, χαρούμενη, άρμονική κάνει σημείο σταυρού καί προσφέρει «έκ βαθέων» προσευχή.... Δίχως έμπόδια, δίχως κατάθλιψη...Τρία στή σειρά μερόνυχτα στό μπουντρούμι της Ρωμαϊκής βαρβαρότητας μέ καταδίκη της φρίκης στήν πλάτη, ό χαριτόβρυτος Εύαγγελιστής σιγανασαίνει δίχως παράπονο στήν ταλαιπωρία. Καί ύμνεϊ καί δοξολογεί τόν Ένα, τόν μοναδικό. Τόν Σωτήρα τοΰ άνθρώπου. Τί άραγε γίνεται άφορμή νά μάς χωρίσει άπό τήν άγάπη τοΰ Χριστοΰ μας; Θλίψη, διωγμός, στενοχώρια, πλανερό συμφέρον τής ΰλης, ή θάνατος;

Οί στιγμές στήν άνήλια κόχη, άτέλειωτες. Στιγμές καρτερικές, ραντισμένες έλπίδα. Στούς περισσότερους δημιουργούν κατάθλιψη, πανικό, φιλοθάνατο άγχος. Στόν ψαρά τής Γαλιλαίος, προσδοκία. Γιά μελλούμενο θρίαμβο. Όμως ή προσδοκία γιά θεϊκή βοήθεια, γιά πνευμαπκή άνακούφιση δέν ξεμαυρίζει εύθύς άμέσως τά θλιβερά δευτερόλεπτα. Μήτε μεταβάλλει τήν πυρκαϊά τής τυραννίας. Στήν θλίψη, ώ ναί, στήν θλίψη, πάντα δοκιμάζονται οί καρδιές. ’Απάνω στό βάρος της, άποτιμάται ή άγια πίστη.

Εισαγωγή κειμένων σε πρώτη αποκλειστική δημοσίευση από το Βιβλίο :

ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΝΤΗΣ
ΣΩΤΟΥ ΧΟΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Η ηλεκτρονική επεξεργασία κειμένων και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια , αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα ,χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

©  ΠΗΔΑΛΙΟΝ   ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
http://www.alavastron.net/


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |