ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 9. Ο Άμεσος Εκκλησιαστικός Λόγος

Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

9. Ο Άμεσος Εκκλησιαστικός Λόγος




Κάποτε, σέ μιά οικογενειακή συγκέντρωση, πού τήν είχε προκαλέσει μιά σοβαρή άπόπειρα αύτοκτονίας ένός εικοσάχρονου μέλους τής συγκεντρωμένης οικογένειας, οί γονείς καί τ' αδέλφια τού παρ'  ολίγο αύτόχειρα προσπαθούσαν νά τόν πείσουν ότι θά έκαναν οτιδήποτε γιά νά τόν βοηθήσουν. «Γιατί θά τά κάνατε όλα αύτά;» ρώτησε έκείνος μέ άπορία, καί αύτοί απάντησαν σχεδόν μέ μιά φωνή: «Μά, γιατί σ' άγαπάμε». Τότε έκεΐνος τούς κοίταξε σαστισμένος καί είπε: «Μά αύτό δέν μοϋ τό είπατε ποτέ».
Είχαν προσπαθήσει μέ πολλούς τρόπους νά τοϋ στείλουν τό μήνυμα τής άγάπης τους. Ό πατέρας δούλευε σκληρά γιά νά τού εξασφαλίσει τήν ικανοποίηση τών ύλικών άναγκών του. Ή μητέρα φρόντιζε γιά τήν τροφή καί τά ρούχα του. Όλοι ενδιαφέρονταν γιά τήν έκπαίδευση καί τήν ψυχαγωγία του καί μέ όλους αύτούς τούς άναρθρους τρόπους τού έλεγαν «σ' άγαπάμε», άλλά έπειδή δέν τοϋ τό είπαν ποτέ άμεσα καί έναρθρα, έκεϊνος δέν είχε λάβει τό μήνυμά τους ή, τουλάχιστον, δέν τό είχε λάβει αρκετά άποτελεσματικά.

Ό άμεσος έκκλησιαστικός λόγος άποτελεΐ στήν παράδοση τής Εκκλησίας ένα κρίσιμο στοιχείο τής έκκλησιαστικής ζωής. Καί τότε είναι πραγματικά έκκλησιαστικός, όταν γίνεται ένα άποφασιστικό μέσο κοινωνίας τών μελών τής έκκλησιαστικής οικογένειας καί πραγματικά άμεσος, όταν γνωρίζει τίς άνάγκες τους καί  ανταποκρίνεται  σ'  αυτές,  έξειδικεύοντας  γι'  αύτά  τό  Λόγο  τού  Θεοϋ,  πού  άπευθύνεται  γενικά  στόν άνθρωπο.Ό άμεσος εκκλησιαστικός λόγος είναι άναπόσπαοτο   στοιχείο τής εύχαριστηριακής συνάξεως, άφοϋ ή ευχάριστηριακή σύναξη είναι μιά σύναξη οικογενειακή, πού πραγματοποιείται τόσο μέ άναρθρα μέσα έπικοινωνίας, όσο καί μέ τόν έναρθρο λόγο. Γιατί ή κοινωνία τών μελών μιάς οίκυγί νειας άσφαλώς δέν πραγματοποιείται μόνο μέ τόν έναρθρο λόγο, άλλά οϋτε πλήρης, οϋτε έπαρκής είναι χωρίς αύτόν
Συμβαίνει βέβαια, ίσως συχνά στή ζωή τής   Εκκλησίας, ό άμεσος έκκλησιαστικός λόγος νά μήν είναι οϋτε έκκληοια  στικός,  ούτε  άμεσος,  δηλαδή  οϋτε  νά  είναι  ένα  μέσο  κοινωνίας  άνάμεσα  στά  μέλη  τής έκκλησιαστικής οικογένειας, ούτε νά άνταποκρίνεται στις συγκεκριμένες άνάγκες τους, καί νά εκφυλίζεται σέ μιά άνυπόφορα φλύαρη καί πομπώδη ρητορεία.
Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, δημιουργείται μιά άποστροφή στούς ανθρώπους γι' αύτό τό έκτρωμα τής έκκλησιαστικής ζωής, πού έμφανίζεται σάν άμεσος έκκλησιαστικός Λόγος. Ή άποστροφή όμως γιά τή διαστροφή συχνά γίνεται  σιγάσιγά άποστροφή γι' αύτό πού διαστράφηκε καί τότε ζητάμε νά άποβάλλουμε τόν άμεσο εκκλησιαστικό λόγο  άπό τήν έκκλησιαστική σύναξη. Πόσο όμως μπορεί ή εκκλησιαστική σύναξη νά παραμείνει σύναξη καί έκκλησιαστική, χωρίς άμεσο έναρθρο λόγο; Πόση κοινωνία μπορεί νά ύπάρχει σέ μιά άναρθρη οικογενειακή ζωή;
Στίς μέρες μας ή έκκλησιαστική ζωή ή κατακλύζεται από τό ρητορικό έκτρωμα τοϋ άμεσου έκκλησιαστικοϋ λόγου ή είναι άναρθρη καί ό άμεσος έκκλησιαστικός λόγος άκαδηιμαϊκοποιείται καί καταφεύγει στά άμφιθέατρα, στίς μεγάλες αίθουσες ξενοδοχείων, στό ραδιόφωνο καί στήν τηλεόραση καί γίνεται διάλεξη, θεολογικό συνέδριο, ραδιοφωνική πρόγραμμα ή τηλεοπτική εκπομπή.
Εχει δημιουργηθεί ένα παράξενο μόρφωμα στό σώμα της Εκκλησίας τά τελευταία χρόνια, πού, άν καί δέν είναι ένα οργανικό μέρος του, άναλαμβάνει καί ύποκαθιστά τίς λειτουργίες σημαντικών μερών του. Τό μόρφωμα αύτό έχει γίνει   μιά αύθεντία στή ζωή τής Εκκλησίας, πού ύποκαθιστά   καί ύπερβαίνει στήν πράξη τόν έπίσκοπο ή τή σύνοδο τώ ν έπισκόπων στήν όρθοτόμηση τής άλήθειας τού Χριστού  καί έπιδρά άποφασιστικά στή διαμόρφωση τής έκκλησιαστικής συνειδήσεως. Πρόκειται γιά τά άτομα έκείνα πού μέν άνήκουν στίς τάξεις τοϋ κλήρου, άλλά φαίνεται νά αίσθάνονται καί οπωσδήποτε νά λειτουργούν σάν οί ποδηγέτες του. Δέν είναι συνήθως άκαδημαϊκοί δάσκαλοι καί άποδοκιμάζουν τήν άκαδημαίκή θεολογία, άλλά λειτουργούν ακαδημαϊκά, άφοϋ τό λειτουργικό τους πόστο είναι συνήθως   τό βήμα τής αίθουσας διαλέξεων, ή τοϋ άμφιθεάτρου   και      άφοϋ   άποφαίνονται   γιά   τήν   έκκλησιαστική   ζωή,  χωρίς   να   άποδέχονται   κανένα
έκκλησιαστικό λειτούργημα. Λειτουργοϋν καί σάν δάσκαλοι, άλλά χωρίς νά έχουν κάποια ουσιαστική  σχέση μέ τούς διδασκόμενους, όπως άπαιτεί ή  παράδοση τής Εκκλησίας. Υπονομεύουν τό πατρικό λειτούργημα τοϋ κληρικού, ένώ αύτοί αποποιούνται έπιμελώς αποιαδήποτε πατρική εύθύνη καί θέλουν τόν κληρικό σάν ένα διακοσμητικό, πού θά δημιουργεί τόν άπαραίτητο για την δική τους δραστηριότητα διάκοσμο, προσφέροντας τή θυσία σάν τούς ιερείς τών ειδώλων καί οπωσδήποτε χωρίς νά αρθρώνει λόγο. Στό όνομα τής παραδόσεως χαρακτηρίζουν τή διδασκαλία στή λειτουργία βλασφημία. Άλλά ποιά είναι αύτή ή παράδοση πού ζητάει άπό τόν κληρικό νά μήν είναι τίποτε άλλο άπό τελετουργός καί, πρό παντός, νά μην εί ναι πατέρας καί διδάσκαλος;
Ο Χριστός ζητάει άπό τούς μαθητές του νά «ποιμαίνουν τα πρόβατά του (Ίωάν. 21, 16 Πράξ. 20,28 Α' Πέτρ.5,2), να θεραπεύουν τούς άσθενείς (Λουκ. 9, 1 καί 10, 9) νά εκβάλλουν δαιμόνια, νά άνασταίνουν νεκρούς» (Ματθ. 10,8) και  νά διδάσκουν (Ματθ. 28, 20). Οί μαθητές άκολουθούν μέ απόλυτη προσήλωση αύτές τίς έντολές τού Χριστού και θεωρούν σάν βασικό έργο τους τήν ποιμαντική φροντίδα τών πιστών (Πράξ. 20, 28) καί τή διδασκαλία, έτσι ώστε νά γράφει γι' αύτούς ό Λουκάς στίς Πράξεις ότι «ούκ έπαύοντο διδάσκοντες καί εύαγγελιζόμενοι τόν Χριστόν Ιησούν» (Πράξ. 5, 42) καί νά λέει ό Παϋλος στούς Έφεσίους «ούδέν ύπεστειλάμην τών συμφερόντων τοϋ μή άναγγείλαι ύμίν καί διδάξαι ύμάς δημοσία καί κατ' ο'ίκους» (Πράξ. 20, 28) ή νά γράφει ότι ό έπίσκοπος πρέπει νά είναι «διδακτικός» (Λ' Τιμ. 3, 2) καί άντεχόμενος «τοϋ κατά τήν διδαχήν πιστού λόγου, ίνα δυνατός ή καί παρακαλεΐν έν τή διδασκαλία  τή ύγιαινούση» (Τιτ.
1,9), ένώ πίστευε ότι ή δική του αποστολή δέν ήταν νά βαπτίζει άλλά νά εύαγγελίζεται (Α' Κορ. I, 17).
"Οτι οι Πατέρες τής Εκκλησίας έδιναν ιδιαίτερη σημασία στή διδασκαλία καί έκαναν δύο καί περισσότερα κηρύγματα τήν ή μέρα διαρκείας πολλών ώρών, όπως ό Ιωάννης ό Χρυσόστομος, είναι γνωστό σ' όσους έχουν μιά στοιχειώδη γνώση τής έκκλησιαστικής ιστορίας.
Ό νη' "Αποστολικός Κανόνας ορίζει: «Έπίσκοπος ή πρεσβύτερος αμελών τού κλήρου ή τοϋ λαοϋ, καί μή παι δεύων αύτούς τήν εύσέβειαν, άφοριζέσθω· έπιμένων δέ τή άμελεία καί ραθυμία, καθαιρείσθω» καί τό Πηδάλιο ερμηνεύει αύτό τόν κανόνα ώς έξής: «Χρέος άπαραίτητον ευρίσκεται εις τόν Έπίσκοπον νά διδάσκη καθ' έκάστην τόν ύποκείμενον αύτώ λαόν τά εύσεβή δόγματα, καί νά ρυθμίζη αύτόν πρός πίστιν όρθήν καί πολιτείαν ένάρετον». Λέγει γάρ ό Θεός διά τοϋ Προφήτου Ιεζεκιήλ, πρός τούς προεστώτας τών λαών. "Υιέ άνθρώπου, σκοπόν τέθηκά σε τω οίκω Ισραήλ καί τω οϊκω Ιούδα εί μή διαστείλη, μηδέ λαλήσης, άποθανεΐται ό άνομος έν  τή  ανομία αύτοϋ  καί τό  αίμα αύτοϋ  έκ  τής χειρός σου έκζητήσω". Διά τούτο  ό  παρών Κανών διορίζεται.   Οποιος Έπίσκοπος ή Πρεσβύτερος (διδακτικούς είναι καί τούς Πρεσβυτέρους χρή) άμελεΐ τούς κληρικούς του, καί όλον τόν έπίλοιπον λαόν, καί δέν διδάσκει αυτούς τά της εύσεβείας δόγματα καί έργα, άς άφορίζηται έως ού διορθωθή. Εί δέ καί έπιμένοι εις τήν άμέλειαν καί ραθυμίαν του, άς καθαιρείται ολότελα ώς τής έπισκοπής καί τοϋ πρεσβυτερίου άνάξιος».
Ό ιθ'  Κανόνας τής ΣΤ'  Οικουμενικής Συνόδου προσθέτει:  «Οτι δει τούς τών έκκλησιών Προεστώτας, έν πάση μέν ημέρα, έξαιρέτως δέ έν ταίς Κυριακαίς πάντα τόν Κλήρον καί τόν λαόν έκδιδάσκειν τούς τής εύσεβείας λόγους έκ τής Θείας Γραφής αναλεγομένους τά τής άληθείας νοήματά τε καί κρίματα...»
Ό ιθ' Κανόνας τής έν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου αναφέρεται στήν πράξη τής άρχαίας Εκκλησίας, κατά τήν όποία ή εύχαριστηριακή εύχή άναπέμπεται μετά τήν ομιλία τοϋ προεστώτος.
Ποιά είναι λοιπόν ή παράδοση πού έχουν ύπόψη τους εκείνοι πού θέλουν τόν προεστώτα τής εύχαριστηριακής συνάξεως μόνο τελετουργό, ώστε νά μπορούν αύτοί νά έπιτελοϋν τό διδακτικό λειτούργημα στίς αίθουσες διαλέξεων καί τά άμφιθέατρα, άφοϋ, κατά τήν παράδοση πού άναφέρθηκε, γιά νά έχουμε πραγματική λειτουργική ζωή, ή εύχαριστηριακή σύναξη πρέπει νά είναι μιά έκκλησιαστική οικογένεια καί ό προεστώς τής εύχαριστηριακής συνάξεως νά είναι ταυτόχρονα ό πνευματικός πατέρας καί διδάσκαλος έκείνων πού τήν άποτελοϋν;
Μπορεί όλοι αύτοί οί ιδιόρρυθμοι, νεόκοποι καί χωρίς πατρική εύθύνη «έκκλησιαστικοί» διδάσκαλοι νά είναι συχνά εύφυεΐς καί νά χρησιμοποιούν έντυπωσιακά σχήματα λόγου πού συνεπαίρνουν, άλλά ό λόγος τους οϋτε άπόσταγμα ζωής είναι, οϋτε μπορεί νά γίνει τρόπος ζωής. Πολεμούν τίς ιδεολογίες, άλλά ίδεολογούν ακατάσχετα, άφοϋ ό λόγος τους, τίς πιό πολλές φορές, είναι διανοητικές άκροβασίες καί άφοϋ είναι σχεδόν αναπότρεπτο νά εκφυλισθεί  σέ  ιδεολογία  ή  διδασκαλία  έκείνων  πού  δέν  είναι  ταυτόχρονα  οί  πνευματικοί  πατέρες  καί  οί θεραπευτές  αύτών   τούς   όποιους  διδάσκουν.  Προσφέρουν   στόν   πεινασμένο   συνταγές   αυτοκρατορικής μαγειρικής, ένώ είναι βέβαιο ότι ένα κομμάτι ξερό ψωμί θά ικανοποιούσε τήν άνάγκη του περισσότερο  άπό όλες αύτές τίς περιγραφές τής γαστριμαργικής  πανδαισίας. Ή αύτοπεποίθηση μέ τήν όποία άποφαίνονται  γιά κάθε άποψη τής εκκλησιαστικής ζωής είναι τόσο άταλάντευτη ώστε νά δημιουργεί εύλογα άνησυχίες. Γιατί, άν οι  άπόψεις  πού  διατυπώνουν  γιά  κρίσιμα  θέματα  είναι  έκτροπές  άπό  τήν  αλήθεια  τής  Εκκλησίας,  θά μπορούσαν να άποτελέσουν σοβαρότατους κινδύνους, όπως ή τάση τους νά παρουσιάζουν τή λειτουργία σάν άντικειμενικό  μέσο  άγιασμού,  πού  δέν  έχει  άνάγκη  άπό  άμεσο  έκκλησιαστικό·  λόγο  καί  όχι  σάν  τήν άποκάλυψη ένός νέου τρόπου ύπάρξεως, σάν μιά γεύση έκκλησιαστικής οικογενειακής ζωής, πιιί'ι έκπληρώνει τό σκοπό τής ύπάρξεώς της, όταν μεταβάλλει τήν κοσμική ζούγκλα σέ έκκλησιαστική οικογένεια.
Άλλά μπορεί ή χριστιανική λατρεία νά είναι λειτουργία, όταν παύει νά είναι οικογενειακή έκδήλωση;
Μήπως, όταν αφαιρούμε άπό τή λειτουργική ζωή τή ν άμεση έναρθρη κοινωνία, πέφτουμε στή δυτική παγίδα καί μεταβάλλουμε τελικά τό ναό σέ θέατρο, τήν τράπεζα σε  βωμό, τό βήμα σέ σκηνή, τόν ιερέα σέ ήθοποιό καί τή λειτουργία σέ παράσταση;Στή δύση ή μουσική, ή παιδεία καί ή χριστιανική λατρεία   έγιναν παραστάσεις μέ τούς έκτελεστές, τούς παθητικούς άκροατές ή θεατές, τή σκηνή, τό βωμό καί τήν έδρα, δτΐΐν έπαψαν άκριβώς νά είναι έκδηλώσεις οικογενειακές και κοινοτικές.
Άλλά μήπως άκόμη ή αποστροφή μας γιά τόν άμεσο εκκλησιαστικό λόγο δέν οφείλεται μόνο στό ότι αύτό πού συνήθως  κατέχει  τή  θέση  του  είναι  ένα  άποκρουστικό  έκτρωμα;  Μήπως  αύτό  τό  χρησιμοποιούμε  σάν πρόσχημα και  στήν πραγματικότητα άποφεύγουμε τόν άμεσο εκκλησία στικό λόγο, έπειδή μπορεί νά βάλει τό δάκτυλο  στήν  προσωπική μας  πληγή καί νά διαταράξει τήν  άπολαυστική και  άποδραστική έκσταση πού μπορούμε νά αποκομίζουμε από τή λειτουργική ζωή, όταν, άπό κοινωνία άδελφών, πού δέν μπορούμε νά ανεχτούμε έξ αιτίας κάποιας ψυχολογικής μας αναπηρίας καί άντικοινωνικότητας, τή μεταβάλλουμε σε μυστικιστική ιεροτελεστία;
Μήπως, τελικά, τό μόρφωμα, γιά τό όποιο έγινε λόγο παραπάνω, δέν δημιουργήθηκε γιά νά καλύψει κάποια καινούρια άνάγκη τής Εκκλησίας, άλλά τό δημιούργησαν οί νευρωτικές άνάγκες έκείνων πού τό άποτελοϋν;
Ο χρόνος θά τό δείξει. Ό χρόνος είναι πάντοτε μέ τό μέρος τής αλήθειας.

ΔΥΟ ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Είναι συνηθισμένο φαινόμενο τά δημοσιεύματα πού περιγράφουν σκανδαλοθηρικά καί συχνά πορνογραφικά τίς άμαρτίες τών κληρικών. Τά δημοσιεύματα αύτά παρουσιάζουν τούς κληρικούς σάν καλοπερασάκηδες, άδιάφορους γιά τίς ταλαιπωρίες τών ανθρώπων, έκμεταλλευτές, ύποκριτές, πού θέλουν νά περπατάνε «έν στολαΐς» καί νά έπιδεικνύονται στούς δημόσιους χώρους καί νά έχουν τήν πρωτοκαθεδρία στίς δημόσιες συγκεντρώσεις καί πού «προφάσει μακρά προσευχόμενοι», κατεσθίουν τούς πενιχρούς πόρους τών απλών άνθρώπων. Όλα αύτά είναι μισές άλήθειες καί γράφονται μέ τήν ξεκάθαρη πρόθεση νά ύπονομεύσουν τό έργο τής Εκκλησίας. Δέν λέγονται ούτε μέ άγάπη ούτε μέ προφητική διάθεση. Τή χρησιμοποίηση όμως τής μισής αλήθειας σάν όπλου όλοι αύτοί πού δημοσιεύουν αύτούς τούς λιβέλλους, τήν έμαθαν άπό μάς.
Ό άντίλογος σ' αύτές τίς έπιθέσεις μέ τό όπλο τής μισής άλήθειας έρχεται άπό τά θρησκευτικά έντυπα καί τούς άμβωνες τών έκκλησιών, όπου δραττόμεθα τής εύκαιρίας τών πολυπληθών συγκεντρώσεων τών πανηγυρικών εορτασμών, γιά νά έξαπολύσουμε τήν άντεπίθεσή μας. Καί τότε άναφερόμαστε στήν αύταπάρνηση τών αγίων, άναλύουμε τούς ισολογισμούς ορισμένων μητροπόλεων, πού διέθεσαν τόσα εκατομμύρια γιά τούς φτωχούς, καί διακηρύττουμε ότι οι κληρικοί προέρχονται άπό φτωχές μέν αλλά τίμιες οικογένειες καί ανέλαβαν «τήν ίερατικήν των έξουσίαν» όχι γιά νά λύσουν τό οικονομικό τους πρόβλημα, άλλά γιά νά διακονήσουν τό λαό, καί, τέλος, αναφέρουμε κάποιο μελοδραματικό γεγονός κάποιας παραστρατημένης γυναίκας, πού είχε φθάσει στά πρόθυρα της αύτοκτονίας καί πού την έσωσε άπό τό φυσικό καί πνευματικό θάνατο ή φιλάνθρωπη έπέμβαση τοϋ επισκόπου της. 'Αλλά καί αύτά είναι μισή άλήθεια καί μάλιστα μερικά άπ' αύτά δέν είναι ούτε τό δέκατο της άλήθειας. "Ολόκληρη ή άλήθεια είναι ότι εμείς οί κληρικοί δέν είμαστε μόνο κακοί καί έγωιστές. Ή άλήθεια είναι ότι όλοι έχουμε πολλές άτέλειες καί πολλή άμαρτωλότητα.Άλλά καί όλοι έχουμε κάποιες στιγμές άνθρωπιάς. Αρκετοί μάλιστα άπό μάς έχουν πολλή άγάπη καί ό ναλώνονται γιά τό συνάνθρωπο. Ίσως μάλιστα, άν κάναμι κάποια στατιστική, θά διαπιστώναμε μεγαλύτερο ποσοστό άνιδιοτελοϋς προσφοράς στούς παπάδες άπό οποιαδήποτε άλλη κατηγορία άνθρώπων, άν καί τό πνεύμα τό χριστιανικό δέν μετριέται μέ τό στρέμμα. Όμως, είναι έπίσης άλήθεια, ότι πολλοί άπό μάς, οί πιό πολλοί,   ξεκινήσαμε   μέν   πάμπτωχοι,   άλλά   δέν   παραμείναμε   φτωχοί,   καί   δέν   μπορούμε   έντιμα   νά διακηρύσσουμε γενικά ότι οί κληρικοί δέν προσέρχονται στήν ίερωσύνη γιά νά λύσουν τό οικονομικό τους πρόβλημα. Θά μπορούσαμε ίσως νά πούμε, ότι συνήθως δέν τό κάνουν μόνο γι' αύτό καί, μερικές φορές, πολύ λίγες, καθόλου γι' αύτό. Ακόμη δέν μπορούμε νά λέμε γενικά ότι όλοι οί κληρικοί έγιναν κληρικοί γιά νά διακονήσουν τό λαό, ή μόνο γιά νά διακονήσουν τό λαό. Μέ τέτοιες δηλώσεις χάνουμε έντελώς τήν άξιοπιστία μας, δίνουμε  τό  δικαίωμα  στούς  άνθρώπους νά άμφισβητούν  όχι  μόνο  τήν  έντιμότητά  μας  άλλά καί  τή στοιχειώδη σοβαρότητά μας, καί δείχνουμε άκόμη ότι ύπολογίζουμε κι έμείς στό εύκολόπιστο τοΰ λαού, τό όποιο καταγγέλουμε όταν τό έκμεταλλεύονται οί άντίπαλοί μας.
Όσον  άφορά  τό  μελοδραματικό  παράδειγμα  της  παραστρατημένης  γυναίκας,  πού  σέ  κάποια  γωνιά  τής ελληνικής γής, πρίν άπό άρκετά χρόνια, τήν έπισκέφθηκε καί έδειξε τό ένδιαφέρον του γι' αύτήν ό έπίσκοπος τής  περιοχής,  θά  μπορούσαν  νά  άντιτάξουν  σ'  αύτό,  άκόμη  καί  οί  πιό  εύκολόπιστοι,  εκατομμύρια παραδείγματα διαλυμένων οικογενειών, συγχυσμένων νέων, δυστυχισμένων συζύγων, ταλαίπωρων άνθρώπων, πού τόν επίσκοπο, άν τόν έχουν δει καθόλου, τόν έχουν δει μόνο σέ κάποια λιτανεία, χρυσοστολισμένο, νά φοράει «μίτρα σάν Πέρσης σατράπης τής έποχής τού Δαρείου», κατά τήν έκφραση τού Παπαδιαμάντη, κι αύτό γιατί πολύ συχνά πιστεύει ότι, άν θά κυκλοφορήσει στούς δρόμους πεζός, χωρίς τό επισκοπικό του άμάξι, θά βάλει σέ κίνδυνο τό έπισκοπικό του κύρος.
Η, άν έχουν δει τόν παπά, τόν έχουν δει μόνο γιά νά διαπραγματευθούν τό κόστος κάποιου γάμου, ή κάποιας κηδείας, ή, όταν τόν κάλεσαν γιά νά τούς κάνει κάποιο καλοπληρωμένο εύχέλαιο, πού τό έκανε βιαστικά καί έφυγε τρέχοντας γιά νά προλάβει τό έπόμενο, χωρίς νά ρωτήσει ούτε τό λόγο γιά τόν όποιο γινόταν τό εύχέλαιο καί χωρίς νά δείξει τό παραμικρό ένδιαφέρον γιά τήν οικογένεια πού τόν είχε καλέσει. "Η μπορεί νά έχουν δει καί τόν παπά καί τόν έπίσκοπο νά στρέφουν πρός αύτούς τό δάκτυλο τής έπιτιμήσεως καί νά τούς άπειλούν ότι θά πάνε στήν κόλαση γιατί είναι άμαρτωλοί, χωρίς ποτέ νά τούς έχουν πλησιάσει γιά νά δούν γιατί είναι άμαρτωλοί.
Αύτή  είναι  ή  άλλη  μισή,  ή  περισσότερο  άπό  τή  μισή,  αλήθεια,  πού,  όταν  έμεΐς  τήν  παρασιωπούμε, παραχωρούμε στούς έχθρούς τής έκκλησίας τό μονοπώλιο τής χρησιμοποιήσεώς της.
Τό  κακό  πού μαστίζει  τήν έκκλησία μας  σήμερα δέν είναι ότι  τώρα είμαστε  πιό πολλοί άπό άλλοτε οί ανεύθυνοι καί έξαχρειωμένοι παπάδες. Ούτε ότι οί άμαρτίες όλων μας είναι πιό πολλές άπό εκείνες τών προκατόχων μας, άλλά τό ότι δέν άντιμετωπίζουμε αύτή τήν άμαρτωλότητα έτσι όπως μάς διδάσκει ή έκκλησιαστική μας παράδοση, πού μάς ζητάει νά ομολογούμε ότι δέν «έποιήσαμέν τι άγαθόν επί της γης» καί πού, διά τού Ισαάκ τοΰ Σύρου, μάς προτρέπει, «άν δέν μπορείς νά είσαι ελεήμων, δέξου ότι είσαι άμαρτωλός».
Τό  κακό  δέν  είναι  πού  είμαστε  λιγότερο  άγιοι  άπό  τούς  προκατόχους  μας,  άλλά  πού  είμαστε  λιγότερο ορθόδοξοι όπ' αύτούς. Άντί νά διακηρύσσουμε μόνο τήν άμαρτωλότητά μας, πού είναι καί τό μόνο πού πραγματικά μάς άνήκει, προσπαθούμε νά προβάλλουμε τήν άρετή μας, πού στήν πραγματικότητα είναι τού Θεού, καί, αντί νά προβάλλουμε τήν αγιότητα τών άγίων γιά τήν οικοδομή τών πιστών, τή χρησιμοποιούμε σάν άλλοθι της δικής μας άβελτηρίας καί γιά νά καλύψουμε τή δική μας κατάντια.
Γιά νά βεβαιωθούμε ότι ή διαφορά άνάμεσα σέ μάς καί τούς προγόνους μας δέν βρίσκεται στόν αριθμό τών άμαρτιών άλλά στό όρθόδοξο φρόνημα, θά έφτανε νά συγκρίνουμε τό παρακάτω άπόσπασμα της Ομιλίας τού Χρυσοστόμου είς τήν Α' πρός Τιμόθεον έπιστολή τού Παύλου, μέ τίς ώραιολογίες γιά μάς καί τίς άρές γιά τούς άλλους, πού άποτελοΰν τό μόνιμο καί τό συνηθέστερο ύλικό τών συγχρόνων θρησκευτικών έντύπων.
[64]

«Δέν θά ύπήρχε άνάγκη γιά λόγια, άν έλαμπε έτσι ή ζωή μας, δέν θά χρειάζονταν ιεροκήρυκες, άν έπιδει κνύαμε έργα. Κανείς δέν θά ήταν άθεος, άν έμεϊς είμαστε χριστιανοί όπως πρέπει. Άν τηρούσαμε τίς έντολές τού Χριστού, άν άνεχόμαστε νά μάς άδικούν, άν έπιτρέπαμε νά μάς εκμεταλλευτούν, άν εύλογούσαμε όταν μάς βρίζουν, άν εύεργετούσαμε όταν μάς κακομεταχειρίζονται, άν όλοι τά κάναμε αύτά, κανείς δέν θά ήταν τέτοιο θηρίο, ώστε νά μή μεταστραφεί σ' αύτή τήν εύσέβεια. Καί γιά νά τό μάθετε αύτό, ένας ήταν ό Παύλος καί προσέλκυσε τόσους πολλούς. Άν όλοι είμαστε τέτοιοι, πόσους κόσμους δέν θά κερδίζαμε; Κοίταξε, οί χριστιανοί είναι πιό πολλοί άπό τούς άθεους. Καί στίς μέν άλλες τέχνες ένας μπορεί νά διδάξει εκατό μαθητές μαζί, έδώ όμως πού οί διδάσκαλοι είναι πολύ περισσότεροι καί οί μαθητές άκόμη πιό πολλοί, κανείς δέν προσκομίζεται.
Γιατί οί διδασκόμενοι κοιτάνε τήν άρετή τών διδασκάλων καί όταν βλέπουν καί μάς νά έκδηλώνουμε τίς ϊδιες έπιθυμίες καί νά έπιδιώκουμε τά ϊδια πράγματα, δηλαδή νά κυριαρχήσουμε, νά άπολαμβάνουμε τιμές, πώς μπορούν νά θαυμάσουν τό χριστιανισμό; Βλέπουν ζωές επιλήψιμες, ψυχές έκκοσμικευμένες θαυμάζουμε κι έμεϊς τά χρήματα, όπως κι αύτοί καί πολύ περισσότερο. Τρέμουμε τό θάνατο, όπως κι αύτοί, είμαστε τό ϊδιο άνυπόμονοι μέ τίς άρρώστιες, άγαπάμε τό ϊδιο τή δόξα καί τήν έξουσία. Βασανίζουμε τούς έαυτούς μας άπό άγάπη γιά τό χρήμα καί έτσι περνάμε τόν καιρό. Άπό τί λοιπόν νά πιστέψουν; Άπό τά θαύματα; Άλλά αύτά δέν γίνονται. Άπό τήν επαφή μέ τούς άνθρώπους; Αύτή όμως έχει χαθεί. Άπό τήν άγάπη μήπως; Άλλά πουθενά δέν φαίνεται ούτε ίχνος της.
Γι' αύτό έμείς θά λογοδοτήσουμε, όχι μόνο γιά τίς δικές μας άμαρτίες άλλά καί γιά τών άλλων τήν καταστροφή. "Ας άνανήψουμε λοιπόν κι άς προσέξουμε κι άς δείξουμε στή γή ούράνια. Ας λέμε ή πατρίδα μας είναι στούς ούρανούς  κι άς δείξουμε στή γή άγωνιστικότητα. Υπήρξαν όμως σέ μάς μεγάλοι άνδρες λένε. Άλλά πώς θά τό πιστέψω; λέει ό άπιστος. Δέ σάς βλέπω έσάς νά κάνετε τά ϊδια μ' έκείνους. Γιατί, άν πρέπει νά λεχθούν αύτά, έχουμε κι έμεϊς, λένε, μεγάλους φιλοσόφους, πού είναι άξιοθαύμαστοι γιά τή ζωή τους. Άλλά δείξε μας έναν άλλο Παύλο καί Ιωάννη όμως δέν θά μπορούσες νά έχεις. Πώς λοιπόν δέν θά μπορούσε άκόμη καί νά γελάσει μέ μάς, άν μιλάμε κατ" αύτόν τόν τρόπο; Πώς δέν θά συνεχίσει νά παραμένει στήν άγνοια, όταν βλέπει ότι ή σοφία πού διακηρύσσουμε δέν συνίσταται σέ έργα, άλλά σέ λόγια; Γιατί τώρα γιά μιά πεντακάθαρα είμαστε ό καθένας άπό μάς έτοιμοι νά σκοτώσουμε ή νά σκοτωθούμε. Γιατί γιά μιά σπιθαμή γής κάνεις άπειρα δικαστήρια. Γιά τό θάνατο ενός παιδιού τά κάνεις όλα άνω κάτω. Αφήνω τά άλλα, τά πολύ άξιοθρήνητα, όπως τίς  οίωνοσκοπήσεις,  τούς  κληδωνισμούς,  τίς  δεισιδαίμονες  παρατηρήσεις,  τίς  γενέσεις,  τά  σύμβολα,  τά φυλακτά, τίς μαντείες, τίς έπωδές, τίς μαγείες. Πραγματικά, όλα αύτά είναι ικανά νά προκαλέσουν τήν όργή τού Θεού, γιατί, καί άφού άπέστειλε τό γιό Του, τολμούμε τέτοια πράγματα. Τί νά κάνουμε λοιπόν; Τίποτε άλλο παρά νά πενθούμε πρέπει. Γιατί μόλις πού ένα μικρό μέρος τού κόσμου σώζεται»1.
1. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Όμιλ. Γ Εις Α' Τιμόδεον, Migne 62, σελ. 551552.
Ή γνήσια άρετή δέν χάνεται ποτέ καί γι' αύτό δέν έχει άνάγκη άπό προβολή. Ή άρετή πού προβάλλεται δέν είναι τίποτε άλλο άπό έπίδειξη. "Οταν αισθανόμαστε πώς δέν άναγνωρίζεται ή άρετή μας, άντί νά προσπαθούμε νά τή διατυμπανίσουμε θά πρέπει νά έρευνήσουμε τή γνησιότητά της. Ακόμη, εκείνος πού άνησυχεΐ ή πού άδημονεί, έπειδή δέν άναγνωρίζεται ή άρετή του, δείχνει μόνο πώς δέν πιστεύει στόν Θεό, άπό τόν όποιο δέν διαφεύγει ποτέ τίποτε.
[65]
«Γιατί  γιά τό ότι δέν πρόκειται νά κακολογηθεί αύτός πού ζει άνεπίληπτη ζωή, άκου τόν Χριστό πού λέει:
«Ετσι πρέπει νά λάμψει τό φώς σας εμπρός στούς ανθρώπους, γιά νά δούν τά καλά σας έργα καί νά δοξάσουν τόν Πατέρα σας, πού είναι στόν ούρανό» (Ματθ. 5, 16). Τί όμως άν κάποιος κατηγορηθεί άδικα καί λόγω ειδικών συνθηκών συκοφαντηθεί; λέει. Αύτό μπορεί νά συμβείάλλά ούτε αύτός δέν θά πρέπει νά προβάλλεται γιατί είναι πολύς ό κίνδυνος. Για αύτό, λέει, ότι πρέπει νά έχει καλή μαρτυρία τά καλά σας έργα  νά λάμψουν. "Οπως δέν θά πει κανείς τόν ήλιο σκοτεινό, ούτε αύτός ό τυφλός, γιατί ντρέπεται νά άντιταχθεϊ στίς γνώμες όλων, έτσι κανείς δέν θά μεμφθεί τόν πολύ ενάρετο· άλλά γιά τίς πεποιθήσεις τους μπορεί πολλές φορές νά τούς διαβάλλουν οί άρνητές, όμως δέν θά προσβάλλουν τή σωστή ζωή τους, άλλά μαζί μέ τούς άλλους θά (τούς) θαυμάζουν καί θά (τούς) σέβονται»2.
2. Ό.π. 169
Είναι ίσως δύσκολο νά καταλάβουμε έμείς σήμερα αύτά τά λόγια τού Χρυσοστόμου, γιατί έχουμε συνηθίσει νά θεωρούμε άνεπίληπτη τή ζωή εκείνου πού δέν έχει εκτεθεί γιά έρωτικές παρεκτροπές. Γι' αύτό 'ίσως πολλοί άπό μάς θά θεωρήσουν άνακριβές τό συμπέρασμα τού Χρυσοστόμου, ότι ό άνθρωπος πού ζει σωστά μπορεί νά κατηγορηθεί γιά τίς άπόψεις του, άλλά δέν θά διαβληθεί γιά τή ζωή του. Πολλοί άπό μάς ίσως πιστεύουμε ότι ύπάρχουν άνθρωποι τών οποίων ή ζωή είναι άνεπίληπτη καί παρά ταύτα διαβάλλονται, άλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι θεωρούμε τίς ζωές αύτές άνεπίληπτες έπειδή δέν τίς βαρύνει κάποιο έρωτικό σκάνδαλο.
Δέν πιστεύουμε ότι μειώνει τό άνεπίληπτο ή έπαρση, ή ύπεροψία, ή φιλοπρωτεία, ή φιλαρχία, ή ματαιοδοξία, ή δαιμονική αύτοπεποίθηση, ή μεγαλοστομία, ή εύθιξία, ή κατάκριση, ή διαβολή, ή φιλαργυρία, ή πλεονεξία, ή ύποκρισία, ή πολυτέλεια κ.ά. πολλά. Ό Ιωάννης ό Χρυσόστομος όμως, όταν μιλάει γιά σωστή ζωή, άναφέρεται κυρίως καί προπαντός σέ μία ζωή άπαλλαγμένη άπό όλα αύτά καί γι' αύτό τό συμπέρασμά του είναι άκριβές. Πολλοί άπό μάς διαμαρτυρόμαστε μέ άγανάκτηση όταν κάποιος άμφισβητήσει τό άνεπίληπτο τής ζωής μας, γιατί δέν δημιουργήσαμε ποτέ κάποιο ερωτικό ή, όπως τό λέμε, ηθικό σκάνδαλο, λες χι όλα τά άλλα δέν είναι θέματα ηθικά, άλλά αύτη ακριβώς υπεροπτική μας άγανάκτηση δείχνει πόσο επιλήψιμη είνοι ή ζωή μας. Οί άγιοι, όταν τούς κατηγορούσαν γιά κάτι, όχι μόνο δέν έσπευδαν νά διαμαρτυρηθούν, άλλά ανελάμβαναν όλη τήν εύθύνη γιά τό παράπτωμα γιά τό όποιο τούς και 11 γορούσαν, καί έτσι όχι μόνο τήν ταπείνωση τους έδειχναν, άλλά καί τήν πίστη τους στήν αγάπη καί τήν παντοδυναμία τού Θεού, πού δέν άφήνει αδικαίωτο τό συκοφαντημένο αθώο.
[66]
«Έλεγαν γιά τόν άββά Αγάθωνα ότι έπήγαν μερικοί πρός αύτόν, επειδή είχαν άκούσει ότι έχει μεγάλη δύνιι μη καί, θέλοντας νά δοκιμάσουν άν οργίζεται, τού λΐ γουν: Έσύ είσαι ό Άγάθων; Ακούσαμε γιά σένα ότι είσαι πόρνος καί υπερήφανος.
Αύτός δέ είπε: Ναι, έτσι είναι.
Καί τού λέγουν: Έσύ είσαι ό Άγάθων, ό φλύαρος και καταλάλος;
Αύτός δέ είπε: Έγώ είμαι.
Λέγουν πάλι: Έσύ είσαι ό Άγάθων ό αιρετικός;
Καί άποκρίθηκε: Δέν είμαι αιρετικός.
Καί τόν έρώτησαν παρακαλώντας: Είπέ μας, γιατί τόσα σού είπαμε καί τά καταδέχτηκες, τούτον όμως τό λόγο δέν τόν έβάσταξες;
Τούς λέγει: Τά πρώτα τά έπιγράφω στόν έαυτό μου, διότι ή άποδοχή τους είναι όφελος στήν ψυχή μου τό νά είναι όμως κανείς αιρετικός άποτελε'ί χωρισμό άπό τόν Θεό, καί έγώ δέν θέλω νά χωρισθώ άπό τόν Θεό.
Εκείνοι δέ άκούοντας έθαύμασαντή διάκριση του καί έφυγαν οικοδομημένοι»3.
3. Αποφθέγματα Γερόντων. Φιλοχαλία Νηητιχών και Ασκητικών, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος  Παλαμάς»,
ΕΠΕ, τόμ. Ι,σελ. 104105.
[67]
«Διηγήθηκε γιά τόν εαυτό του ό άββάς Μακάριος, λέγοντας: Όταν ήμουν νεότερος κι έμενα σέ κελλί στήν Αίγυπτο, μ' έκράτησαν καί μ' έκαναν κληρικό στό χωριό. Κι έπειδή δέν ήθελα νά δεχθώ, έφυγα σέ άλλον τόπο. Καί ήλθε πρός έμένα ευλαβής κοσμικός κι έπαιρνε τό έργόχειρό μου καί μέ υπηρετούσε.
Συνέβη δέ νά έκπέσει στό χωριό μία παρθένος άπό πειρασμό. Καί όταν έμεινε έγκυος τήν έρώτησαν ποιός ήταν αυτός πού τό έκανε. Αύτή δέ είπε: Ό αναχωρητής.
Καί άφού έξήλθαν, μέ συνέλαβαν στό χωριό κι έκρέμασαν στό λαιμό μου καπνισμένες χύτρες καί χερούλια κεραμεικών καί μέ διαπόμπευσαν γύρω στό χωριό κτυπώντας με καί λέγοντας: Αύτός ό μοναχός έφθειρε τήν παρθένο μας, πάρετέ τον, πάρετε.
Καί μ' έκτύπησαν τόσο, ώστε παρ' όλίγο ν' άποθάνω. Ένας δέ άπό τούς γέροντες ήλθε καί είπε: Έως πότε θά κτυπάτε τόν ξένο μοναχό;
Ό δέ ύπηρέτης μου άκολουθούσε πίσω μου μέ έντροπή. Διότι τόν ύβριζαν πολύ λέγοντας: Νά ό άναχωρητής,πού τόν έπαινούσες, τί έκανε.
Καί λέγουν οί γονείς της: Δέν θά τόν άπολύσωμε, έως ότου δώσει έγγυητή ότι θά τή διατρέφει.
Καί είπα στόν ύπηρέτη μου καί αύτός έγγυήθηκε γιά μένα. Καί άφού έπήγα στό κελλί μου, τού έδωσα όσα καλάθια είχα, λέγοντας: Πώλησέ τα καί δώσε στή γυναίκα μου νά φάγει.
Κι έλεγα στό λογισμό μου: "Μακάριε, νά, εύρήκες γυναίκα  πρέπει νά εργάζεσαι όλίγο περισσότερο, γιά νά τήν τρέφεις". Κι εργαζόμουν νύκτα καί ήμέρα καί τής έστελλα. Καί όταν ήλθε ό καιρός νά γεννήσει ή άθλία, έμεινε πολλές ήμέρες βασανιζομένη καί δέν έγεννούσε.
Καί τής λέγουν: Τί είναι τούτο;
Αύτή δέ είπε: Έγώ γνωρίζω συμβαίνει διότι έσυκοφάντησα τόν άναχωρητή καί τόν κατηγόρησα ψέματα,ένώ αύτός δέν είναι ύπεύθυνος, άλλά ό δείνα ό νεαρός, Καί έρχόμενος ό ύπηρέτης μου είπε μέ χαρά ότι δέν ημπόρεσε ή κόρη έκείνη νά γεννήσει έως ότου ώμολόγη σε ότι "δέν είναι ύπεύθυνος ό άναχωρητής, άλλά είπα ψέματα έναντίον του". Καί τώρα όλο τό χωριό θέλει νά έλθει έδώ μέ έπαίνους καί νά σού έκφράσει μετάνοια Έγώ δέ, ακούγοντας αύτά, γιά νά μή μέ στενοχωρήσουν οί άνθρωποι, έσηκώθηκα κι έφυγα έδώ στή Σκήτη. Αύτή είναι ή άρχή τής αιτίας γιά τήν όποία ήλθα έδώ»4.
4.        Ό.π., σελ. 400403.
Άν  μπορούσαμε, κάθε φορά πού μάς κατηγορούν γιά κάτι, νά σκύψουμε μέ συντριβή τό κεφάλι καί νά ζητήσουμι τή συγκατάβαση τών κατηγόρων μας, κι εκείνων τήν καρδιά θά μαλακώναμε, κι έμεϊς θά άναπτυσσόμαστε περισσότερο πνευματικά. "Οποιος έχει πραγματικά δεχθεί τό λόγο τοϋ Χριστού, κατηγορεί μόνο τόν έαυτό του γιά όλα καί ξέρει πώς, άν καί θά μπορούσε νά άποδείξει έξωτερικά τήν άθωότητά του, μέσα στήν καρδιά του καί μπροστά στά μάτια τοϋ Θεοϋ είναι γιά όλα ένοχος.
«Μή έλέγξης τινά έν τινι παραπτώματι, άλλά σεαυτόν ήγοϋ έν πάσιν ύπεύθυνον καί τοϋ πταίσματος αίτιον»5,
παραγγέλλει ό Ισαάκ ό Σύρος.
5.  Ισαάκ Σύρου, ευρεθέντα ασκητικά.
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ
Ό κόσμος μας είναι ένας κόσμος άπρόσωπος καί σάν συνέπεια τρομερά ψυχρός, άπάνθρωπος καί αφόρητος. Ζούμε όλοι άνάμεσα σέ ανταγωνιστές, άνάμεσα σέ εχθρούς καί ό καθένας άπό μάς μέ τή σειρά του γίνεται άνταγωνιστής καί έχθρός γιά τούς άλλους. Κανείς σχεδόν δέν έχει έμπιστοσύνη σέ κανένα. "Ολοι φοβόμαστε σχεδόν όλους. "Ολοι σχεδόν είμαστε άπειλή γιά όλους.
Οί άνθρωποι πού συναντούμε, άν δέν είναι έπικίνδυνοι, είναι συνήθως ψυχροί καί άδιάφοροι. Στίς διάφορες συναλλαγές μας μέ τούς άλλους ανθρώπους τούς αισθανόμαστε σάν ψυχρές μηχανές, πού δέν μάς άντιμετωπίζουν σάν πρόσωπα άλλά σάν άριθμούς, σάν μιά περίπτωση καί σάν μιά ένόχληση. Μόνο πού ή ψυχρότητα τού μηχανοποιημένου άνθρώπου είναι μιά ψυχρότητα πολύ πιό άνατριχιαστική άπό τήν ψυχρότητα τής μηχανής.
Άφού δέν μπορούμε νά έχουμε έμπιστοσύνη στόν άλλο καί άφού τόν αισθανόμαστε σάν άπειλή καί σάν εχθρό, προσπαθούμε διαρκώς νά προστατευθούμε άπ' αύτόν μέ νομικές διασφαλίσεις, μέ πολιτειακές ρυθμίσεις καί μέ τήν άπόκτηση δυνάμεως καί πλούτου. Άλλά τίποτε άπ' όλα αύτά δέν μάς έξ ασφαλίζει πραγματικά. Αντίθετα, μέσα σ' όλα αύτά αισθανόμαστε μιά τραγική καί βασανιστική ανασφάλεια, έγκατάλειψη καί μοναξιά.
Είναι γεγονός, ότι μόνο μέσα σέ μιά κοινότητα άδελφών πού ξέρουμε ότι μάς άγαπούν μπορούμε νά αίσθανθούμε» άσφάλεια. Άλλά ή άνθρώπινη κοινότητα έχει πεθάνει και έχουν πάρει τή θέση της οί διάφοροι γραφειοκρατικοί όργανισμοί, πού μέ όλο λιγότερη πειστικότητα μάς ύπόσχονται έξασφάλιση μέ γραφειοκρατικές νομικές ρυθμίσεις.
Ό σύγχρονος άνθρωπος άναζητεΐ μέ απόγνωση τήν άν θρώπινη κοινότητα καί δοκιμάζει διαρκώς καινούριες άπογοητεύσεις. Άλλά φαίνεται ότι ή πιό μεγάλη του άπογοή τευση είναι, ότι τό γεγονός τής Εκκλησίας δέν είναι γι' αύτόν γεγονός. Πολλοί άνθρωποι άναζητούν τήν "Εκκλησία σάν κοινότητα αδελφών, πού έχουν «τήν ψυχήν καί τήν καρδίαν μίαν» άλλ' άντ' αύτής βρίσκουν ή μιά ψυχρή έκκλησιαστική γραφειοκρατία ή μιά άπρόσωπη  λατρεία.  Συνήθως  ή  "Εκκλησία  δέν  παρουσιάζεται  σάν  μιά  οικογένεια, άλλά  σάν  ένα  νομικό πρόσωπο  πού, αντί  νά  στηρίζεται  στή  μεταξύ  τών  άδελφών  άγάπη, στηρίζεται  σέ  νομικές  διατάξεις, σέ προεδρικά διατάγματα καί σέ άρθρα νόμων καί κα ταστατικών, πού κυρίως ρυθμίζουν τίς σχέσεις τών μελών της. Αύτές δέ οί σχέσεις, αντί νά είναι σχέσεις παιδιών μί τόν πατέρα τους, ή άδελφού μέ αδελφό, είναι σχέσεις
προϊσταμένου μέ ύφιστάμενο, διοικητού μέ διοικούμενο, έξουσιαστή μέ έξουσιαζόμενο. Σ" αύτό πού παρουσιάζεται σάν έκκλησιαστικός χώρος, συχνά φαίνεται νά μή μετράνε οί πνευματικοί πατέρες, άλλά οί πρωτονοτάριοι, οί πρωτέκδικοι, οί χαρτοφύλακες καί οί νομοδιδάσκαλοι.
Ετσι, ό σημερινός άνθρωπος, μή βρίσκοντας α' αύτό πού φαίνεται σάν χώρος τής Εκκλησίας τήν Εκκλησία ώς οικογένεια, ώς κοινότητα άδελφών καί ώς σώμα Χριστού μπορεί, άν ή Εκκλησία δέν βγει άπό τή γραφειοκρατική της ύποδούλωση, παράλληλα μέ τή γραφειοκρατημένη Εκκλησία νά δημιουργήσει μιά "Εκκλησία κατακομβών. Αύτό άκριβώς γίνεται ήδη σήμερα σέ χώρες μέ όλοκληρωτικά άθεϊστικά καθεστώτα, όπου ή έμφανής Εκκλησία είναι αιχμάλωτη τής κρατικής γραφειοκρατίας καί μέσα στό χώρο της ζεί κατακομβιακά καί θριαμβεύει μιά πραγματική Εκκλησία πού είναι κοινότητα άδελφών.
Μιά τέτοια κίνηση, όμως, θά μπορούσε πολύ εύκολα νά γίνει παρεκκλησιαστική καί σωματειακή καί νά άποτελέσει μιά καινούρια οδυνηρή περιπέτεια στή ζωή τής Εκκλησίας, πού ήδη πληρώνει καί θά πληρώνει γιά πολύ άκόμη τό τίμημα τών παρεκκλησιαστικών κινημάτων τού παρελθόντος. Γιατί είναι γεγονός, ότι βασικό κίνητρο γιά τή δημιουργία ιών παρεκκλησιαστικών κινημάτων, άν καί αύτά τά ίδια τά παρεκκλησιαστικά κινήματα δέν φαίνεται νά τό είχαν συνειδητοποιήσει καί ποτέ δέν τό έπικαλέσθηκαν γιά τήν ύπεράοπισή τους, ήταν ή άνάγκη γιά κοινοτική ζωή, πού γινόταν Ιδιαίτερα επιτακτική. Καθώς πολλοί άνθρωποι, τήν έποχή πού δημιουργήθηκαν αύτά τά κινήματα, άφηναν τήν κοινότητα τοϋ χωριού καί έρχονταν στίς μεγάλες άπρόσωπες πόλεις, όπου αισθάνονταν άποκομμένοι, άσύνδετοι καί έκθετοι, άναζητοϋσαν μέ άπόγνωση ένα κοινοτικό καταφύγιο.
Αν ή Εκκλησία δέν άνταποκριθεί καί τώρα στήν κοινοτική άνάγκη τοϋ ανθρώπου, άναπότρεπτα θά δημιουργηθούν καί πάλι όχι  μόνο  έκκλησιαστικές  παρασυναγωγές, άλλά καί  άλλες  πολύ πιό έπικίνδυνες κοινοτικές συναθροίσεις, πού θά άποτελέσουν νέα σοβαρή άπειλή γιά τήν Εκκλησία καί πού καμιά πολεμική κινητοποίηση καί έκστρατεία έναντίον τους, μέ συλλαλητήρια, λάβαρα καί φωνασκίες, δέν θά τίς πτοεί, όσο θά καλύπτουν αύτή τή βασική άνάγκη γιά κοινοτική ζωή τοϋ άνθρώπου, πού ή Εκκλησία θά άφήνει άκάλυπτη.

saint

Εισαγωγή κειμένων σε πρώτη δημοσίευση  στό Ορθόδοξο Διαδίκτυο από το Βιβλίο :
ΗΘΟΣ ΑΗΘΕΣ
Π.ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΦΑΡΟΣ

Η ηλεκτρονική επεξεργασία αναρτήσων κειμένων, τίτλων  και εικόνων έγινε από τον N.B.B

Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια, αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα ,χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

© ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

http://www.alavastron.net


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |