ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 3. Η Συγκομιδή - Αντί Επιλόγου

Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

3. Η Συγκομιδή - Αντί Επιλόγου



dyo

Ο ταξιδιώτης τρέχει εις θάλασσα, γην και αέρα δια να τακτοποιήσει τας υποθέσεις του και να ησυχάση πλέον εις το σπίτι του, συγκομίζων τους πόνους του, τας ευκαιρίας, τας λύπας, την χαράν και προπάντων, τους θησαυρούς καρπούς που συνοίθρησε. Ο εργάτης, ο γεωργός, ο επιστήμων παλαίουν εις την ζωήν δια να δημιουργήσουν τον «βίον» αυτών, να συντάξουν την οικογένειά τους, να απολαύσουν τα αγαθά και να αποκαταστατήσουν τα
τέκνα τους. Το ίδιο συμβαίνει και με κάθε πατέρα, πολύ δε περισσότερον με τον πνευματικόν πατέρα και τον πνευματικόν αμητόν. Τα σπαρτά και οι θησαυροί είναι τα παιδιά του. Και τα παιδιά είναι η ζωή του πατέρα.

Μέχρι τώρα ωμιλούσαμεν δια τα αντίτυπα του ουρανού. Τώρα θέλομεν αυτόν τον ουρανόν,
όπου πάντες οι δίκαιοι αναπαύονται. Και ο ουρανός δεν μένει...εις τον ουρανόν! Η Εκκλησία αναβαίνει και κατεβαίνει προς ημάς ως οθόνη πεπληρωμένη εκ των τέκνων του Θεού.

Η αναστροφή των μοναχών είναι τόσον οικεία με τον Θεόν, διότι αφετηριακώς έχει δύο σταθερούς πόθους: να ζώμεν ομοθυμάδον, συνεχίζοντες την αποστολικήν κοινότητα όσον υπάρχομεν∙ και να έχωμεν ως πρότυπον του βίου την εν τω προσώπω μας τελείωσιν των αγίων μαρτύρων, παρατεινόμενην και αυτήν εις τους αιώνας.



Η συγκομιδή, η επιτυχία είναι μία θεότευκτος ειρήνη. «Εισερχόμεθα γαρ εις την κατάπαυσιν οι πιστεύσαντες», «εις το εσώτερον του καταπετάσματος, όπου πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Ιησούς». «Ητοίμασε γαρ αυτοίς πόλιν».

Όλα διʹ ημάς και ημείς διʹ όλους. Είμεθα συνηγμένοι ώδε ως περικείμενον νέφος και αναμένομεν να συναντηθώμεν με το «περικείμενον νέφος μαρτύρων», γνωστών ονομαστί και φίλων.

Εν τοιούτον ακατάπαυστον «τέλος» μπορεί να μείνη ως θεμέλιον αιωνιότητος και συνεργεί να μας χαρίζεται πνευματική γνώσις και χάριτος πείρα, ώστε τα θεία αυτά δωρήματα να ενεργούν εντός ημών. Έτσι ανοιγόμενοι οι μοναχοί, αποκτούν δύναμιν και τους καρπούς του μαρτυρικού αγωνίσματος, οι δε νοεροί οφθαλμοί των πλέον «ορώσι τον βασιλέα και γίνεται χαρά μεγάλη». Ιδού, ότι μία επιδίωξίς μας απολαύει του πόθου ως μιας συγκομιδής.

Μία άλλη συγκομιδή γίνεται, όχι εις το κελλί πλέον, αλλά εις το αρχονταρίκι. Κάθε ημέραν συναθροίζονται εκεί άνθρωποιαδελφοί. Έρχονται πανταχόθεν. Θυσία γίνονται οι φιλόξενοι μοναχοί. Χαρά, πίστις, ζέσις και αλαλαγμός εκσπά εις τας καρδίας των φιλοξενουμένων. Αλλάζει η ζωή των. Ευρίσκουν νόημα. Δακρύουν εξʹ ευφροσύνης, ανευρίσκοντες έκαστος ό,τι του ήτο αναγκαίον. Γίνονται εν με τους μοναχούς. Ζωντανή αλλοίωσις της δεξιάς του Κυρίου. Ιδού, λοιπόν, η άλλη «συγκομιδή» εις τας καρδίας και τους οίκους των ανθρώπων που έφυγαν από τη μονή... δια να ξαναέλθουν το συντομώτερον.

Το μοναστήρι δεν είναι ιεραποστολικόν κέντρον, είναι σπορά συνεχής και αδιάκοπος θερισμός αναπαύων την ψυχήν του μοναχού. Βαθεία η καρδιακή συγκομιδή! Γεμίζει ειρήνην και την μεταδίδει. Εμποιεί χαρμονήν ακόμη και εις τα τετράποδα ζώα! Είναι ευτυχής, και «υπό παντοδαπά δένδρα κοιμάται» και υπό την δροσεράν σκιάν των τρυφερών κλώνων αναπαύεται. Ωραιοτάτη έκφρασις του μοναχικού βιώματος και της ευφροσύνης. Ζη ο μοναχός εις το φυσικόν του περιβάλλον, αλλά εις τα πλαίσια μεταμορφωμένου χρόνου, που τον καθιστά χορευτήν εν μέσω των χορών των αγίων και του αγγελικού διακόσμου.

Ο φυσικός, όμως, κόσμος της μονής δεν συγκλείεται μόνον επάνω εις τον μικρόν και περιωρισμένον βράχον. Σιμωνόπετρα είναι και τα οκτώ μετόχια της. Η Ορμυλία εις την Χαλκιδικήν, η Ανάληψις εις τας Αθήνας, ο Άγιος Χαράλαμπος εις την Θεσσαλονίκη, τρία εις την Γαλλία και άλλα δύο εις την χώραν μας, όλα γνωστά. Μυσταγωγικοί και αυτοί χώροι∙ πολλοί και εις αυτούς «συγκομίζονται», ευρίσκοντες την εκκλησίαν τόσον κοντά τους.


Το κάθε μετόχι, και ένα αμφιβλήστρον∙ και εκεί γεννήσεις και αναγεννήσεις! Οι λάρυγγες
και οι καρδίαι των φίλων των μετοχίων μας εξαστράπτουν, γεύονται την ευφροσύνον βρώσιν και γεύσιν της μονής. Φεύγοντες εκείθεν, έκαστος νοιώθει τα ίδια∙» Η ζωή μου φως όψεται. Ιδού πάντα ταύτα εργάται ο ισχυρός» Θεός. Όλη η ζωή τους συγκεντρούται εν τω φώτι και αινούν τον μέγαν Συγκομιστήν. Αυτός που θα συνάξη κάποτε πανταχόθεν όλον τον κόσμον, ήδη ετοιμάζει και ημάς και τους «Φίλους». Μήπως και δεν μας το λέγει;
«Εμέθυσα πάσαν ψυχήν διψώσαν και πάσαν ψυχήν πεινώσαν ενέπλησα ».

Το μοναστήρι είναι κιβωτός αγίων, πολιτεία αγιαζομένων. Πρότυπα και αντίτυπα, ουρανός και μοναστήρι κατά χάριν «εν εστι». Η επουράνιος Σιών και η μοναχική «πολιτεία», αυτή η παροικία μας, είναι ητοιμασμένος παρά Θεού κόσμος. Ταμιευτήρια δια τους βιαστάς που αρπάζουν την βασιλεία του Θεού. Αποθήκαι με όλα τα αμπάρια ανοικτά. Εργαλειοστάσια και οπλοστάσια όχι μόνον διʹ ημάς αλλά και δια τα εργαλεία μας, δια τον ποικίλον οπλισμόν μας, πνευματικόν και αγωνιστικόν, δια τα όργανα, τους τρόπους και τους πόνους της ενώπιον Κυρίου ζωής μας. Ιματιοθήκαι που θα δεχθούν τα μελανά δια την αφοσίωσιν και τα ερυθρά δια το αίμα ιμάτια των ασκήσεων. Οιναποθήκαι δια να πίνωμεν αεί «οινόν νέον». Σιτοβολώνες δια την αιώνιον βρώσιν του Άρτου της ζωής μας. Φυλάκια δια να κατοπτεύομεν τον Ήλιον μετά των αστέρων των νοητών. Και ταμεία ειδικά, διότι «άλλη δόξα ηλίου, και άλλη δόξη σελήνης, και άλλη δόξα αστέρων».

Και ο ίδιος ο Κύριος λέγει∙ «Υιέ ανθρώπου, εγνώρισες και είδες τον τόπον του θρόνου μου και τον τόπον του ίχνους των ποδών μου. Το όνομά μου θα το κατασκηνώσω εν μέσω υμών αιωνίως». «Υιέ ανθρώπου... εν τη τρυφή του παραδείσου του Θεού εγεννήθης...Αφʹ ης ημέρας εκτίσθης συ... εθηκά σε εν όρει αγίω Θεού». Και πάλιν αναφωνεί∙ «Εν τη οικία του πατρός μου μοναί πολλαί είσιν...έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς εμαυτόν, ίνα όπου ειμί εγώ, και υμείς ήτε». Εν τέλει δε μας παρέχει την υπόσχεσίν του: θα είσαι διʹ εμέ
«στέφανος κάλλους» μέσα εις την χείρα μου και «διάδημα βασιλείας εν χειρί Θεού σου».

Ένας άγγελος Θεού τύπος Χριστού έδειξε κάποτε εις τον Ιωάννην τον Θεολόγον την εσχατολογικήν κατοικίαν του Θεού μετά των ανθρώπων. Έτσι και η καθημερινή ζωή της αγγελικής πολιτείας μιας μονής, κάθε μονής, ας είναι ένα παράθυρον ανοικτόν δια τον σύγχρονον άνθρωπον.

Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός

Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας




Η Παραβολή του Ασώτου Υιού


Άνθρωπός τις είχε δύο υιούς. Και είπεν ο νεώτερος αυτών τω πατρί Πάτερ, δός μοι το επιβάλλον μέρος της ουσίας. Και διείλεν αυτοίς τον βίον. Και μετʹ ου πολλάς ημέρας συναγαγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χώραν μακράν, και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως. Δαπανήσαντος δε αυτού πάντα εγένετο λιμός ισχυρός κατά την χώραν εκείνην, και αυτός ήρξατο υστερείσθαι. Και πορευθείς εκολλήθη ενί των πολιτών της χώρας εκείνης, και έπεμψεν αυτόν εις τους αγρούς αυτού βοσκείν χοίρους. Και επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των κερατίων ως ήσθιον οι χοίροι, και ουδείς εδίδου αυτώ. Εις εαυτόν δε ελθών είπε: Πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι! Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιον σου ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου∙ ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου. Και αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού. Έτι δε αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και ευσπλαγχνίσθη, και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν. Είπε δε αυτώ ο υιός: Πάτερ,  ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιον σου, και ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου. Είπε δε ο πατήρ προς τους δούλους αυτού: Εξενέγκατε την στολήν την πρώτην και ενδύσατε αυτόν, και δότε δακτύλιον εις την χείρα αυτού και υποδήματα εις τους πόδας, και ενέγκαντες τον μόσχον τον σιτευτόν θύσατε, και φαγόντες ευθρανθώμεν ότι ούτος ο υιός μου νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ήν και ευρέθη. Και ήρξαντο ευφραίνεσθαι. Ην δε ο υιός αυτού ο πρεσβύτερος εν αγρώ και ως ερχόμενος ήγγισε τη οικία, ήκουσε συμφωνίας και χορών, και προσκαλεσάμενος ένα των παίδων επυνθάνετο τι είη ταύτα. Ο δε είπεν αυτώ ότι ο αδελφός σου ήκει και έθυσεν ο πατήρ σου τον μόσχον τον σιτευτόν, ότι υγιαίνοντα αυτόν απέλαβεν. Ωργίσθη δε και ούκ ήθελεν εισελθείν. Ο ουν πατήρ αυτού εξελθών παρεκάλει αυτόν. Ο δε αποκριθείς είπε τω πατρί: ιδού τοσαύτα έτη δουλεύω σοι και ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον, και εμοί ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ: ότε δε ο υιός σου ούτος, ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών, ήλθεν, έθυσας αυτώ τον μόσχον τον σιτευτόν. Ο δε είπεν αυτώ: τέκνον, σύ πάντοτε μετʹ εμού εί, και πάντα τα εμά σα εστιν∙ ευφρανθήναι δε και χαρήναι έδει, ότι ο αδελφός σου ούτος
νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη.


Η ανταρσία του νεώτερου υιού και η διαγωγή του πατέρα


Τον νεώτερο υιό της παραβολής τον σώζει η αίσθηση που έχει ότι είναι υιός του Πατέρα. Αισθάνεται και εκφράζεται μʹαυτή την ορολογία. Ζη σʹαυτόν τον οικογενειακό χώρο. Γιʹαυτό λέει: «Πάτερ, δός μοι...».

Η αμαρτία, η αδυναμία του, είναι ότι όντας ανώριμος δεν έχει φτάσει στο να ξέρη ότι η ουσία του Πατρός είναι η ίδια με την ουσία του Υιού. Δεν ξέρει τούτη τη στιγμή αυτό που λέει παρακάτω ο πατέρας στον πρεσβύτερο υιό, «τα εμά πάντα σά εστί», γιʹαυτό ζητά από τον πατέρα του να του δώση το επιβάλλον μέρος της ουσίας, το κομμάτι που του ανήκει.


Αυτός ο χωρισμός που γίνεται μέσα του είναι η αμαρτία του. Αυτός ο χωρισμός, ο τεμαχισμός είναι η αμαρτία, το κακό. «Ορος σύντομος του κακού ότι ου κατά φύσιν αλλά κατά μερικήν έλλειψιν του αγαθού έστι» (Αγ. Μάξιμος, P.G. 4, 301A).

Ο πατέρας είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδιαφέρεται για τον εαυτό του. Ενδιαφέρεται να σώση τον άλλο, το παιδί του. Αυτό βρίσκεται στο σκοπό της ζωής του, είναι καταξίωση του είναι του. Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πη ο κόσμος, αν θα χάση το κύρος του, αν παρουσιαστή ως πατέρας αποτυχημένος, με παιδί που αφήνει το σπίτι και φεύγει μακριά. Η αγάπη του Πατέρα πάει πιο μακριά απʹ ό,τι μπορεί να πάη η κρίση του κόσμου ή η ανταρσία του γιού του. Γιʹαυτό το λόγο δεν θέλει να του κάμη διδασκαλία με λόγια. Ξέρει ότι δεν πρόκειται να βγη τίποτε. Δεν πρόκειται να νιώση κάτι ο νεώτερος υιός του.

Τώρα πρέπει να τον αφήση να περιπλανηθή, να πάθη, να μάθη, να δη προσωπικά. Αυτό ξέρει ο Πατέρας ότι είναι κάτι θανάσιμα επικίνδυνο, αλλά δεν βλέπει άλλη λύση.

Θα τον συντροφεύη πάντοτε με την αγάπη Του, που μένει στο σπίτι, αλλά απλώνεται παντού. Γιʹαυτό δεν αμύνεται στενόκαρδα, δεν πιέζει. Δίδει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαίνοντας στο σταυρό της αναμονής.

Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κρατήση δια της βίας τον υιό κοντά του, αλλά να του δώση τη δυνατότητα να του δημιουργήση τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος, μόνος του, να έλθη προς Αυτόν, την πηγή της Ζωής. Αυτή η κίνηση προς τον Πατέρα ορίζει τον υιό.

Η προσωπική κίνηση προς τον Πατέρα ορίζει το πρόσωπο του Υιού. Η φράση «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν» (και όχι «εν τω Θεώʺ) δεν θέλει άραγε να μας πη κάτι για το μυστήριο της υιότητος και της πατρότητος;
 
Να δώσης τη δυνατότητα στον άλλο να γυρίση στο σπίτι εν ελευθερία. Να το βρη. Να το
νιώση, να γίνη δικό του. Να μην μπορεί να φύγη, γιατί οπουδήποτε και να βρίσκεται, τότε με τη σωστή τοποθέτηση και σχέση υιού και πατέρα θα είναι «εν πάντι καιρώ και τόπω» στον πατρικό οίκο.

Και χωρίς να πη λόγο, «διείλεν αυτοίς τον βίον». Του μιλά και του συμπεριφέρεται με τον τρόπο που ο υιός καταλαβαίνει, όχι με εκείνον που ο πατέρας ξέρει.

Του έδωσε το κομμάτι που ζητούσε. Αλλά το κομμάτι αυτό αποκομμένο από το σύνολο της αληθείας της αμπέλου της ζωής δεν μπορεί να ζήση, να καρποφορήση. Το κομμάτι αυτό, όταν το παίρνουμε δυναστικά, αντάρτικα όπως και όταν θέλουμε δεν μας οδηγεί, δεν μας φέρνει στη ζωή, στον παράδεισο, αλλά στην απόγνωση και καταστροφή. Αυτό που συνάγομε με το επαναστατημένο θέλημά μας «συναγαγών άπαντα» το σκορπίζομε ασώτως «διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως» (ασωτηρία, ασώον, μισερά, αμαρτωλά, εκτός Θεού, σε παρά φύσιν κατάστάση).

Μαραίνεται και ξηραίνεται σύντομα. Σκορπίζεται. Τελειώνει σε μια κατάσταση στείρα, όπου χωρίζεται η ζωή από την πνευματική ζωή. Σε μια κατάσταση που δεν έχει φως, καρποφορία, συνέχεια για τον άνθρωπο. Οπου τα πάντα μυρίζουν φθορά και είναι θάνατος.

Το κομμάτι που μας δίδει ο Θεός είναι από ένα σώμα θεανθρώπινο που μερίζεται και δεν διαιρείται, που εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται. Είναι μικρό προζύμι με όλο το δυναμισμό της βασιλείας που σώζει τα σύμπαντα και ζυμοί τα τρία σάτα της δημιουργίας ολόκληρης.


Το ψεύτικο χάνεται, μας εγκαταλείπει



Μέσα στο πυρ της πραγματικότητος φανερώθηκε το ψεύτικο, το απατηλό, που χάνεται και φεύγει. Μας αφήνει μόνους, έρημους και νηστικούς σε χώρα αλλοδαπή, όπου τα πάντα ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνωνται «δαπανήσαντος αυτού πάντα».

Δεν δαπανήθηκαν μόνο τα δικά του πάντα, αλλά έγινε επί πλέον λιμός ισχυρός κατά την χώραν εκείνην. Στη μακρινή χώρα κανείς δεν ζη καλά για πάντα. Στο τέλος ισχυρός λιμός βασανίζει όλους. Κανείς δεν μπορεί να βοηθήση κανένα. Υπάρχει μια έκπτωση, εξαθλίωση, τελική απώλεια του ανθρώπου. Και όταν ζητάς βοήθεια, όταν πας να προσκολληθής «ενί των πολιτών της χώρας εκείνης», αυτός σε σπρώχνει πιο χαμηλά, σε στέλνει να βόσκης χοίρους, να ποιμαίνης πάθη. Σε κάνει χοιροβοσκό. Σε κάνει χοίρο. Αρνείται τη φύση, την ευγένειά σου. Σε θεωρεί ζώο. Σου αρνείται την τροφή των χοίρων. Αλλά και όσαν σου την δίδη, είναι σαν να μη σου δίδη τίποτε. Μένεις νηστικός, γιατί δεν τρώγεται η τροφή των χοίρων. Εσύ έχεις ανάγκη από άλλη τροφή.

Το αληθινό μένει, μας σώζει


Η δοκιμασία του νεώτερου γιού στη μακρινή χώρα φανέρωσε και το τί έκρυβε μέσα του, τί αντοχή είχε, τί έμεινε ανέπαφο, ποιός μπορούσε να τον βοηθήση, σέ ποιόν να κολληθή
«εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου, εμού δε αντελάβετο η δεξιά σου» σε ποιόν να καταφύγη, ποιός είναι «οικτίρμων και ελεήμων», που υπάρχει τροφή, ζωή και ανάσταση για όλους.

Μπορεί να τα έχασα όλα. Μπορεί να χάθηκα και εγώ ο ίδιος «απολωλώς ήν» , κυριολεκτικά να πέθανα «νεκρός ηνʺ, αλλά κάτι υπάρχει που δεν χάνεται, δεν πεθαίνει είναι ο Πατέρας μου και η αγάπη Του. Αυτός είναι «δυνατός εν ελέει και αγαθός εν ισχύι». Το ξέρω, το ζω.
Δεν σκέφτομαι τα παιδιά του είμαι ανάξιος για κάτι τέτοιο σκέφτομαι τους μισθωτούς
του, πώς τους φέρεται, πώς τους χορταίνει. Είμαι μισθωτός χωρίς μισθό δούλος χωρίς ψωμί.

Θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα μου: Αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα. Σε σένα που είσαι πατέρας επουράνιος. Σε σένα που έχεις τέτοια αγάπη, που γεμίζει ουρανό και γη. Σε σένα που ακόμη εδώ, στη μακρινή χώρα της στερήσεως, της ασωτείας, της κολάσεως, με παρακολουθείς, με συνοδεύεις.

Δεν είμαι άξιος να λέγωμαι γιός σου. Ξέπεσα, έχασα την υιοθεσία. Αυτή είναι η αμαρτία, το έγκλημά μου το ένα. Δεν είναι η περιουσία σου που έφαγα. Δεν είναι κάτι μικρό, υλικό, που μπορώ να επανορθώσω με τις δυνάμεις μου δεν είναι κάτι που μπορώ να κερδίσω με τη δουλειά μου, για να σου το επιστρέψω. Καθύβρισα τη μια σχέση του υιού προς τον πατέρα. Δεν μπορώ τίποτε να κάμω, εφʹ όσον με σεβάστηκες περισσότερο απʹ ό,τι άξιζα. Με καταδικάζει η συμπεριφορά σου.

Αν δεν ήσουν τόσο άρχοντας της αγάπης, αν δεν μου είχες φερθή όπως μου φέρθηκες, αν δεν ήσουν τέλειος σε όλα, αν λίγο κάπου μου έφταιγες ίσως να εύρισκα σαν δικαιολογία κάτι να πω. Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα με αφήνει αναπολόγητο, άναυδο και μουγκό η ανείκαστή σου στοργή και ανοχή, που μόλις συνειδητοποιώ.

Επρεπε να πάω τόσο μακριά, για να το νιώσω; Επρεπε να φτάσω στην απώλεια και στο θάνατο για να καταλάβω τί θα πη σωτηρία και ζωή; Δεν ξέρω τί να πω. Ολα όμως αποδεικνύουν ένα πράγμα: τη δική μου αφιλοτιμία, αφροσύνη. Και τη δική σου βασιλεία, αγάπη, που με διαλύει.

Ερχομαι προς εσένα, τραβηγμένος από σένα από την αγάπη σου, που με έλκει έσωθεν και μου κάνει συντροφιά.

Κάνε με δούλο σου. Η ενοχή είναι δική μου. Η ανοχή, η ζωή, είσαι εσύ.

«Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου».


Συνάντηση νεώτερου υιού με τον πατέρα



Πρίν φθάση στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει και τρέχει. Χωρίς να του πη τίποτε, πέφτει ολόκληρος στον τράχηλό του, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί.

Ηδη ο γιός κατάλαβε, πήρε την απάντηση: Ο πατέρας άκουσε την εξομολόγηση, την ξέρει πρίν του την πη.

Βλέπει τον γιό του πριν να γυρίση. Ηταν μαζί του, χωρίς να Τον βλέπη ο γιός. «Αυτός που αγαπά με την τέλεια αγάπη απών ως παρών συναναστρέφεται μη ορώμενος υπό τινος».

Ο γιός όμως αρχίζει την εξομολόγηση λέγεται μόνη της, βγαίνει από την καρδιά του, πρέπει να εξωτερικευθή. Είναι μια ανάσα που πρέπει να βγη από τα σπλάγχνα του, για να ελευθερωθή. Την λέει όπως ακριβώς γεννήθηκε μέσα του, αλλά δεν την τελειώνει. Αναφέρει το αμάρτημα, το έγκλημά του και σταματά. Δεν τολμά να συμπληρώση τη φράση να ζητήση να γίνη δούλος του πατέρα. Τα χάνει με τον χείμαρρο της αγάπης που τον παρασύρει, τον διαλύει και δεν μπορεί να κάνει σʹΑυτήν υποδείξεις. Ομολογεί το έγκλημά του και σιωπά.

Τον λόγο παίρνει ο Πατέρας, που με τον ίδιο τρόπο μιλά ξεκάθαρα εν σιωπή: Δεν λέει τίποτε στο παιδί του για τον εαυτό του ούτε αν πόνεσε, ούτε πόσο πόνεσε, όταν έφυγε ούτε πόσο χαίρεται ή αν χαίρεται, τώρα που γύρισε. Αυτά δεν λέγονται διαγράφονται όλα ως περιττά. Δεν μπορεί να μιλήση σʹαυτόν τον γιό που είναι άξιος της σιγής, της άφατης πατρικής του αγάπης. Πως να αρθρώση τα άρρητα ή πως να μειώση την ενέργεια όσων λέγονται εν σιγή;

Στον γιό δεν λέει τίποτε. Η μυσταγωγία της σχέσεώς του ιερουργείται σε χώρο βαθιάς σιωπής. Πυράκτωμα αγάπης που παραλύει τη γλώσσα.

Μιλά, δίδει εντολές στους δούλους: «εξενέγκατε την στολήν... ενδύσατε... θύσατε τον μόσχον τον σιτευτόν», ας ευφρανθούμε, γιατί «ο υιός μου ούτος ήταν νεκρός και ανέζησε και απολωλώς και ευρέθη».

Μόνο στους άλλους μπορεί να μιλήση για το θέμα του γιού του.

Το «νεκρός ην και ανέζησε και απολωλώς ην και ευρέθη», που ο πατέρας λέει στους δούλους, δείχνει το μεγάλο δράμα και τη χαρά που έζησαν και που ζουν οι δυό τους, πατέρας και γιός.

Δεν μίλησε ο Πατέρας στην αρχή ούτε τώρα, όχι γιατί ήταν αδιάφορος ή δεν γνώριζε το μέγεθος του δράματος ή δεν είχε συνείδηση του κινδύνου που επρόκειτο να περάση το παιδί του. Δεν έχει κανένα στοιχείο απαθείας που φανερώνει αδιαφορία ή έλλειψη αισθήσεως. Ολα τα ζη. Ολα τα ξεπερνά με την άπειρη αγάπη του. Τον παρακολουθεί, τον συνοδεύει μέχρι την απώλεια, τον θάνατο. Συνθάπτεται μαζί του. Ξέρει, χωρίς να του πη ο
γιός λεπτομέρειες, όλη την οδύσσεια που πέρασε, ότι γεύτηκε όντως την κόλαση, τον χαμό,
τον θάνατο.

Και βρέθηκε, σώθηκε, ανέζησε από άλλη δύναμη, που υπήρχε μέσα του και τον παρακολουθούσε γύρω του διακριτικά. Υπάρχει η δύναμη της υιότητος και της πατρότητος. Ηταν αυτός γιός και είχε πη στην αρχή «Πάτερ» (και όταν έφευγε και όταν γύρισε). Και αυτός ήταν πατέρας, δεν ήθελε να στραπατσάρη το παιδί του, έστω και αν υπήρχε ο κίνδυνος του χαμού, του θανάτου του ίδιου του παιδιού. Του έδωσε την επικίνδυνη και σωτήρια αγωγή της ελευθερίας καλύπτοντάς τον με την άπειρη αγάπη του πάντοτε.

Και νίκησε η πατρική αγάπη τον θάνατο. Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι, που θύεται ο μόσχος ο σιτευτός. Αυτός ο μόσχος λένε οι Πατέρες ότι είναι ο Υιός του Θεού και το πανηγύρι η θεία Λειτουργία, η σύναξη και η ζωή της Εκκλησίας.


Επιστροφή που σε ελευθερώνει


Ο νεώτερος υιός σκεφτόταν να ζητήση να μείνη στο σπίτι «ως εις των μισθίων». Αυτό αν του δινόταν, θα ήταν ήδη παράδεισος μέγας γιʹαυτόν. Θα βρισκόταν σε δρόσο Αερμών. Ομως ο Θεός Πατέρας τον κάνει το κεντρικό πρόσωπο και την αφορμή του μεγάλου πανηγυριού. Και αυτό τον καταπλήττει και τον κατακαίει. Ο Θεός καταδικάζει με το πλήθος της αγάπης Του. Και νιώθεις ανάξιος γιʹΑυτήν. Αποτραβιέσαι στη θέση του δούλου, που σου ταιριάζει, σου υπεραρκεί, σε αναπαύει. Δεν αναπαύει όμως τον Θεό, που τόσο αγαπά, που τόσο συγχωρεί, που σε συνθλίβει, σε λιώνει με την αγάπη Του την άμετρη. Και κλαίς από χαρά για το θαύμα τούτο. Και το κλάμα φανερώνει την πλησμονή της αγαλλιάσεως.

Γιʹαυτό οι Αγιοι τα παιδιά του Θεού, ονομάζουν τον εαυτό τους δούλο Χριστού. Και νιώθουν ότι αυτό ξεπερνά την αξία τους και τους πλημμυρίζει από τιμή. Το άλλο, το να γίνεται
παιδί κατά χάρη και το κεντρικό πρόσωπο του πανηγυριού, όπου θύεται ο μόσχος ο σιτευτός, αυτό ξεπερνά τις ανθρώπινες προσδοκίες υπαγορεύεται και πραγματοποιείται μόνο από την απερινόητη και άφατη αγάπη του Θεού Πατρός.

Εξουθενώνει τον εαυτό του και δοξάζεται. Δεν βλέπει ανθρώπινα τη δόξα που θα ακολουθήση. Μένει μόνο στην εξουθένωση. Του αρκεί να είναι στο σπίτι του Πατρός.
 
«Εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον ή οικείν με εν
σκηνώμασιν αμαρτωλών». Δεν ζητά χαρίσματα αυτό γίνεται εκ βαθέων γιʹαυτό του δίδονται όλα.

Οταν ζητάς κάτι μικρό, ένα ερίφιο, δεν παίρνεις τίποτε. Οταν δεν ζητάς τίποτε ούτε να γίνης δούλος τα παίρνεις όλα.

Επειδή είναι αληθινή η μετάνοιά του, ήδη τον έβαλε στον παράδεισο διαιτάται σε χαρά που ακατάπαυστα αυξάνει. Αυτό το ξέρει ο Πατέρας. Γιʹαυτό θύει τον μόσχο τον σιτευτό.
Ενδύει τη χαρά με τη χαρά. Τον υιό τον άξιο του Πατέρα με τη στολή την πρώτη. Αυτό γίνεται αυθόρμητα. Οπως από τον τάφο της σκοτεινής γης, ο σπόρος που πεθαίνει, προχωρεί φυσιολογικά και φτάνει στην ανθοφορία «η γη αυτόματη καρποφορεί» έτσι από τη συντετριμμένη καρδιά του ταλαιπωρημένου, του χαμένου γιού, ανατέλλουν τα πάμφωτα χαρίσματα και τον ντύνουν. Τον περιβάλλει το φως ως ιμάτιον στολή πρώτη και ανέγγιχτη.

Αλλοιώς αν δεν είχε αυτή τη διαλυτική των πάντων συντριβή δεν θα μπορούσε να ανθέξη και τα ελάχιστα χαρίσματα, θα του κάνανε κακό. Θα τα πέταγε πέρα. Και ο ίδιος θα πεταγόταν έξω από τη μοναδική χαρά, την πανήγυρη της αγάπης όπως έκαμε ο πρεσβύτερος υιός.

«Και την χαράν υμών ουδείς αίρει αφʹυμών». Κανείς δεν μπορεί να του πάρη τούτη τη χαρά, να του την αφαιρέση, να την απομακρύνη. Γιατί πηγάζει από μέσα του, από τον εαυτό του, είναι ο Χριστός που ζει μέσα του. Δεν ζη πιά αυτός.


Επιστροφή που σε πνίγει



Μια διαφορετική επιστροφή, όχι θεϊκή εν ταπεινώσει και εξουθενώσει που είναι γεννητική της αφθάρτου δόξης αλλά σύμφωνα με τη λογική και τη στάση του πρεσβύτερου υιού, που δεν είναι επιστροφή αλλά περιπλοκή χειρότερη των πραγμάτων, θα ήταν κάπως έτσι:

Λοιπόν, πατέρα, γυρίζω να τα συζητήσωμε, να δούμε τα πράγματα ψύχραιμα. Να δούμε σε τι φταίς και σε τί φταίω. Να βρούμε ένα τρόπο συμβιώσεως. Οχι ότι δέν μπορώ να ζήσω μακριά από σένα. Μπορώ κάλλιστα, αλλά είπα, μιά και είσαι πατέρας μου, να γυρίσω. Τώρα όμως πρέπει να προσέξωμε, για να μην επαναληφθούν τα ίδια. Γιατί αν δεν έδινες αφορμή με τη συμπεριφορά σου, δεν είμαι ανόητος να σηκωνόμουνα να έφευγα στα καλά καθούμενα.

Λοιπόν, τί λές τώρα; Υπάρχει τρόπος συμβιώσεως, ναί ή όχι;

Και μην κρατήσης κακία. Αλλά να τα ξεχάσης όλα. Και να μου βάλης την πρώτη στολή,
για να μη νιώθω μειωμένος απέναντι των άλλων.

Για πανηγύρι χαράς δεν του κάνει λόγο, γιατί δεν έχει αυτή η λογική σχέση με καμιά χαρά. Αυτή είναι η αρρώστια, τα ράκη της πεπτωκυίας φύσεως, όχι η στολή της πρώτης καινής κτίσεως. Αυτή είναι η κόλαση της «δικαιοσύνης».

Υπαρχει παραμονή στο σπίτι που είναι περιπλάνηση σε χώρα μακρινή. Υπάρχει επιστροφή που είναι μεγαλύτερη απομάκρυνση από το σπίτι.

Το ανανεούμενο βάσανο του πατέρα. Συνάντηση με τον πρεσβύτερο υιό

Από τον μακρινό αγρό, όπου έβοσκε χοίρους, γύρισε συντετριμμένος ο νεώτερος υιός και μπήκε στον παράδεισο. Από τον αγρό του πατέρα επέστρεψε ωργισμένος ο πρεσβύτερος και φανέρωσε την κόλαση που κουβαλούσε μέσα του. «Ωργίσθη και ούκ ήθελεν εισελθείν»,
αφού πληροφορή θηκε από τους δούλους τί γινόταν στο σπίτι.

Είναι ανανεούμενο βάσανο η ζωή του πατέρα. Μόλις τελειώνει η μιά δοκιμασία, αρχίζει η άλλη. Οταν ο νεώτερος επιστρέφει από την ασωτεία, ο πρεσβύτερος, που μένει στο σπίτι, αρνείται να μπη μέσα.

Κάθε μεγάλη μέρα ο πειρασμός δημιουργεί προβλήατα, προκαλεί αφορμές θλίψεως. Θέλει να μολύνη τη χαρά, να θολώση την καθαρότητα της γιορτής. Να μήν αφήση καρδιά απλήγωτη. Αλλά ο πατέρας της παραβολής είναι ωκεανός αγάπης και ανοχής: «Εξελθών παρεκάλει αυτόν».

Ο πατέρας γνωρίζει την αρρώστια του μεγαλύτερου παιδιού του, ότι ζηλεύει και φθονεί. Γιʹαυτό, από αγάπη κινούμενος, μετριάζει τις εκδηλώσεις της πατρικής του στοργής. Δεν τρέχει «δραμών» όπως στην περίπτωση του νεωτέρου, αλλά εξέρχεται βαρύς από τον πόνο. Και δεν τον «καταφιλεί» αν έκανε κάτι τέτοιο, θα τον κατέκαιγε, θα τον τάραζε ολόκληρο ούτε κάν τον φιλεί. Μόνο του μιλά παρακλητικά. Και δέχεται καρτερικά όλα τα κύματα της οργής του πρεσβύτερου υιού.

Σαν να είχε έτοιμη την επίθεση (όπως ο νεώτερος την εξομολόγηση). Λές και περίμενε την αφορμή για να ξεσπάση, να βγάλη έξω όσα μαζεύονταν και έβραζαν μέσα του ολόκληρη σειρά ετών.

«Τοσαύτα έτη δουλεύω σοι...».

Δεν τον ονομάζει καμιά φορά ούτε τον βλέπει ως πατέρα, αλλά σαν αφεντικό, και μάλιστα άδικο. Τον εαυτό του τον υποτιμά, τον βλέπει σαν μισθωτό δούλο.

Μέσα σʹόλην αυτή τη νομικιστική σχέση δικαιώνει εξ ολοκλήρου τον εαυτό του και καταδικάζει απόλυτα τον πατέρα του.

«Ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον». Είναι έν τάξει πάντοτε. Είμαι άμεμπτος. Ποτέ δεν έσφαλα σε κάτι.

Εσύ αντίθετα είσαι ολοκληρωτική αποτυχία. «Ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ».

Εγώ ουδέποτε έκαμα κάτι κακό. Εσύ ουδέποτε έκαμες κάτι καλό.

Τον αδελφό του δεν τον ονομάζει αδελφό, αλλά γιό του πατέρα του. Καί το σφάλμα του νεωτέρου, πού δέν το έχει διορθώσει, δεν είναι ότι πρόσβαλε τον πατέρα του, αλλά ότι ξόδεψε χρήματα, κατέφαγε περιουσία. Και αυτός πρώτος και μόνος κατηγορεί τον αδελφό του ότι κατέφαγε την περιουσία «μετά πορνών».

Η πρώτη διόρθωση του Πατέρα γίνεται με την προσφώνηση: «Τέκνον». Εσύ δεν με καλείς πατέρα, εγώ σε θεωρώ και σε ονομάζω παιδί μου. Αυτό είναι το πρώτο. Δεν είσαι δούλος μου, ούτε καταδυναστευόμενός μου.

Στο αρνητικό επίρρημα ουδέποτε του πρεσβύτερου υιού ο πατέρας αντιπαραθέτει το θετικό πάντοτε: «Σύ πάντοτε μετʹ εμού εί». Είναι πάντοτε μαζί μου. Αυτός είναι ο παράδεισος, η ελευθερία, ο πλούτος του υιού, το ότι μένει εν τη οικία (Ιωάν.8,35), μένει με τον πατέρα
μαζί. «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί εστί».

Και στην αίτηση του ελαχίστου και μικρού εριφίου απαντά με το πάντα.

 «Πάντα τα εμά σά εστί».

Στην οργή και στο μίσος που τόν κατατρώει (ʺωργίσθη και ούκ ήθελεν εισελθείνʺ)
αντιπαραθέτει το «ευρανθήναι και χαρήναι έδει», γιατί ο αδελφός σου αναστήθηκε και σώθηκε.

Χαρακτηριστικά του νεώτερου υιού

Στον νεώτερο υιό εφαρμόζεται ο λόγος της Αποκαλύψεως: «Οφελον ψυχρός ης ή ζεστός» (Αποκ. 3.15).

Οταν έφυγε, ήταν απόλυτος αντάρτης: «συναγαγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χώραν μακράν». Επεσε με τα μούτρα στην αμαρτία. Τα έδωσε, τα έχασε όλα.

Οταν έφτασε στην έσχατη ανάγκη, «εκολλήθη ενί των πολιτών της χώρας εκείνης». Το εκολλήθη δείχνει την ολόψυχή του προσπάθεια να πιαστή από κάποια σανίδα σωτηρίας.

Οταν επέστρεφε, ήταν το ίδιο θερμός και απόλυτος: Ηρθε να ομολογήση απερίφραστα την ολική του αποτυχία και αμαρτία.

Τα χάνει όλα την πρώτη φορά. Προσφέρει τώρα όλο του τον εαυτό, έστω χαμένο και νεκρό
πάντως όλο στον πατέρα του χωρίς κανένα ενδοιασμό, χωρίς καμιά επιφύλαξη ή όρο.

Η φιλαυτία η αρρωστημένη προσκόλληση στο εγώ μας είναι ξένη προς την Αγάπη που μας έπλασε, προς την πνοή πού Αυτή μας φύσηξε στα σπλάχνα. Γιʹαυτό κάνοντας το θέλημά του αντάρτικα ο νεώτερος γιός, χάνει τον άξονα της ζωής του, αθετεί τη φύση του, καταστρέφει τον εαυτό του βρίσκεται εκτός εαυτού. Μόλις «έλθη εις εαυτόν», επιστρέφει στο σπίτι του. Βρίσκει τον πατέρα του, που είναι αγάπη, που δεν κλείνεται στον εαυτό του, αλλά «διʹ υπερβολήν της ερωτικής αγαθότητος έξω εαυτού γίνεται... και εν πάσι κατάγεται». Τον πατέρα που τρέχει έξω από το σπίτι, για να αγκαλιάση τον νεώτερο του γιό που επιστρέφει, και βγαίνει έξω από το σπίτι του, από την ίδια αγάπη κινούμενος, για να παρακαλέση τον πρεσβύτερο.

Η εκστατική αγάπη προσφορά στον Αλλον μας οδηγεί στον εαυτό μας. Βρίσκομε το
είναι μας και όλους τους άλλους. Αν αυτήν έχωμε όσο μακριά κι αν βρισκόμαστε θα μας φέρη στον παράδεισο. Αν δεν τήν έχωμε και στην πόρτα του παραδείσου να είμαστε η έλλειψη της αγάπης, το μίσος, δεν θα μας αφήση να μπούμε, αλλά θα μας πετάξη μακριά.


Χαρακτηριστικά του πρεσβύτερου υιού


Ο πρεσβύτερος νοσεί, έχει μέσα του κόλαση. Μόνο βάσανο και ταραχή του προκαλεί η αγάπη του πατέρα προς αυτόν, η αγάπη των ανθρώπων μεταξύ τους.

Δέν μπορεί να εφαρμοσθή εδώ η εντολή του μεγάλου Δειπνοκλήτορος: «ανάγκασον εισελθείν». Μιά τέτοια επιμονή για είσοδο στον παράδεισο σε άνθρωπο που ζηλοφθονεί, πολλαπλασιάζει τον δαιμονισμό. Τον βασανίζει περισσότερο. Του κάνει τη ζωή αβάσταχτη κόλαση.

Αυτός με σίγουρους συλλογισμούς και ατράνταχτα επιχειρήματα ανατρέπει όλα. Τα αποδεικνύει απαράδεκτα. Βρίσκει ένοχους και καταδικαστέους όσους συνέπραξαν γιά μιά τέτοια γιορτή για έναν παράδεισο, όπου ο άνθρωπος μπορεί να επιστρέψη, να σωθή, να ζήση για ένα πασχάλιο δείπνο, όπου «ο μόσχος πολύς» και ακούγεται η κλήση: «Πάντες απολαύσατε του συμποσίου της πίστεως, του πλούτου της χρηστότητος».(Κατηχητικός Λόγος Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου. Διαβάζεται την Κυριακή του Πάσχα) Δεν ανέχεται τέτοιες καινοτομίες. Δεν μπορεί να μπή σε τέτοιο κλίμα. Δεν υποφέρει «συμφωνίες και χορούς». Του είναι ξένο και απαράδεκτο το γεγονός, ο Θεός να αγκαλιάζη τον άσωτο που μετανοεί και να του χαρίζη «την στολήν την πρώτην». Δεν μπορεί να ανεχθή αυτή την αδικία, αυτή την προσβολή προς την «αλήθεια», τη «δικαιοσύνη».

Ο πατέρας μειλίχια τον προσκαλεί στη χαρά, στο ευχαριστιακό τραπέζι. Καί είναι σαν να του ζητά να μπη στην κόλαση. Φουντώνει μέσα του το μίσος και ακούει τη στοργική πρόσκληση του πατέρα σαν ωργισμένη αποπομπή.

Μήπως όλα αυτά λένε κάτι γιά το πως θα γίνη η τελική κρίση στη δευτέρα Παρουσία;

Μήπως η οργή (ʺωργίσθη και ούκ ήθελεν εισελθείνʺ) κάνει τη μοχθηρή καρδιά να βλέπη ωργισμένο και βλοσυρό το ιλαρό πρόσωπο του ελεήμονος Θεού; Και το μίσος, που δεν αφήνει τον άνθρωπο που το έχει να μπή στο κοινό πανηγύρι της χαράς, παραποιεί
γιʹαυτόν τον ίδιο την πρόσκληση, για τον παράδεισο σε αποπομπή πρός το πύρ το εξώτερο;
Μήπως το μίσος είναι κόλαση πού κατατρώει τα σωθικά μας; Καί η θεία αγάπη παράδεισος πού μας αναζωογονεί; Μήπως ή ίδια η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος για τους σωσμένους, υγιείς, που αγαπούν, που μετανοούν και έχουν νουν Χριστού; Καί η ίδια η αγάπη είναι κόλαση για τους αρρώστους, δηλαδή για κείνους που δεν αγαπούν, δεν μετανοούν, δεν έχουν νουν Χριστού;

Μήπως η μία κλήση της αγάπης του Θεού, ο οποίος «θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» θα ακουσθή από όσους δεν αγαπούν, λόγω της διαστροφής και της αμετανοησίας τους: «Πορεύεσθε απʹ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον» και απʹ αυτούς που αγαπούν: «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου...ʺ;

Μήπως από σήμερα δεν κρινόμαστε; Μήπως από σήμερα δεν ετοιμαζόμαστε για το ποιά θέση θα πάρωμε τότε μόνοι μας; Δεν ετοιμαζόμαστε για την κρίση της αγάπης; Δηλαδή για το αν δεχώμαστε, αν ζούμε την αγάπη ως παράδεισο ή ως κόλαση;


Αντιπαραβολή των δύο υιών



Ο νεώτερος υιός υπόδειγμα επιστροφής και φανέρωση του τί είναι εξομολόγηση: Καρπός μετανοίας, ομολογία των ουσιαστικών μου σφαλμάτων, εγκλημάτων. Συντριβή και εκζήτηση ελέους.

Ο πρεσβύτερος υιός υπόδειγμα μη επιτροφής και φανέρωση του τί δεν είναι εξομολόγηση: Αναφορά των δικών μου κατορθωμάτων και των εγκλημάτων των άλλων. Σκληροκαρδία και κατάκριση.

Μέ το πέρασμα του χρόνου και την οδυνηρή πείρα έφυγε από τον νεώτερο η ιδέα ότι κάτι μπορεί να βρη έξω από το σπίτι, χωρίς τον Πατέρα. Γνώρισε την κουφότητα της ζωής μακριά από την πηγή της.

Αντίθετα, όσο περνά ο καιρός, ο πρεσβύτερος δεν ωριμάζει πνευματικά, αλλά σκληραίνει τη στάση του. Συνεχώς και περισσότερο κατακρίνει τους άλλους και τον πατέρα του, μέσα σε μια ψευδαίσθηση ότι είναι «κάποιόν τι».

Ο νεώτερος υιός με τη συμπεριφορά του λέει τον λόγο της μετανοίας: «Σοί μόνω ήμαρτον».

Ο πρεσβύτερος αντιθέτως λέει: Εσύ είσαι ο μόνος φταίχτης.

Το ότι ο νεώτερος επαναστάτησε στην αρχή, πρίν περάσουν τα χρόνια, μπορεί κάπως να δικαιολογηθή.

Το να αντιδρά όμως ο πρεσβύτερος μετά «τοσαύτα έτη» και να μη θέλη να μπη στο σπίτι, την ώρα της μεγάλης χαράς, αλλά να ζητά ερίφι όχι αμνό για να ευφρανθή με τους φίλους του (οι φίλοι του ήσαν μεταξύ των ερίφων, των εξ ευωνύμων, όχι μεταξύ των ευλογημένων, των εκ δεξιών) αυτό είναι βαρύ και δύσκολα θεραπεύεται.

 Οταν έχης να κάμης με πατέρα ουράνιο, έχεις άλλες σχέσεις, μιλάς άλλη γλώσσα,
αναφέρεις άλλες απώλειες και κέρδη. Δεν αμύνεσαι, αλλά αυτοεξουθενώνεσαι, γιατί βρίσκεις τον εαυτό σου ένοχο τον μόνο ένοχο μπροστά σʹ ένα τέτοιο πατέρα, που όχι μόνο αγαπά, αλλά είναι η Αγάπη.

Οταν δεν θεωρής τον Θεό πατέρα που αγαπά, τότε η εξομολόγηση καταργείται, χάνει το νόημά της, δεν γίνεται. Ή όταν πάη να γίνη, ξεπέφτει σε μια νομική αντιδικία, όπου κατηγορείται ο αναίτιος, ο ευεργέτης. Οταν βλέπης μπροστά σου εργοδότη, που υπολογίζει τα δούναι και λαβείν, ετοιμάζεσαι για διαμάχη και αναμέτρηση οικονομική, δικανική τακτοποίηση να δούμε ποιός θα επιβληθή σε ποιόν.

Αν μπορούμε να αγαπάμε, θα γνωρίσωμε την αλήθεια του Θεού. Χωρίς αγάπη, υψώνοντας τη φωνή μας, αποκαλύπτομε το ψέμα της ζωής μας.


Χαρακτηριστικά του Πατέρα


Ο Πατέρας της παραβολής ξέρει πότε μιλά και πότε όχι. Πότε μοιράζει την περιουσία ολόκληρη, χωρίς να πη λέξη. Και πότε δεν δίδει ούτε ένα ερίφιο και επεξηγεί το γιατί. Πότε και ποιόν γιό του ασπάζεται, χωρίς άλλα σχόλια. Πότε και ποιόν γιό του δεν ασπάζεται, αλλά τον παρακαλεί και τον συμβουλεύει, πατρικά και βραχύλογα.

Δεν χρειάζονται πολλά λόγια και επεξηγήσεις. Απαιτείται χρόνος, προσωπική αυτοπαρακολούθηση και δοκιμασία, για να καταλάβωμε αν καταλάβωμε περί τίνος πρόκειται.

Εχει σημασία λοιπόν να ξέρη κανείς πότε θα πή σε κάποιον κάτι. Και μέχρι που θα προχωρήση. Στη συνέχεια σταματά την επεξήγηση, χωρίς να προσχωρή, ενώ το θέμα δεν λύθηκε, δεν τακτοποιήθηκε.

Δεν ρωτά τον νεώτερο γιό του τί σκέφτεται να κάμη και πότε. Γιʹαυτό τον αφήνει ελεύθερο να μείνη στο σπίτι όσες μέρες θέλει μετά τη μοιρασιά της περιουσίας (αυτός φεύγει «μετʹ ού πολλάς ημέραςʺ). Ούτε τον ερωτά που θα πάη αν σκέφτεται να πάη κοντά ή μακριά (ʺεις χώραν μακράνʺ) ή αν θα πάρη όλα τα πράγματά του ή τα μισά (ʺσυναγαγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησενʺ).

Ούτε τον πρεσβύτερο υιό ρώτησε τί αποφασίζει, αφού άκουσε όσα του είπε η πατρική Του αγάπη. Τον αφήνει ελεύθερο να αποφασίση όταν και όπως θέλει. Αφήνει το θέμα ανοιχτό. Απλώς περιορίζεται στο να του πη τί έπρεπε να κάμη: «Ευφρανθήναι και χαρήναι έδει, ότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ήν και ανέζησε, και απολωλώς ήν και ευρέθη».

Και η παράκληση, η προτροπή του Πατέρα, μένει αναπάντητη, το τέλος άγνωστο. Κόβεται η συζήτηση απότομα, σταματά, μένει ακέφαλη. Γιατί δεν τελειώνει; Γιατί δεν φτάνει σε τελεία και παύλα;

Ετσι γίνεται. Δεν βρίσκεται τέλος με συζητήσεις στα θέματα αυτά και με ανθρώπους που βρίσκονται σʹαυτή την κατάσταση. Δεν υπάρχει τέλος σε συζητήσεις για θέματα που η φύση τους ξεπερνά πάντα λόγον και αίσθησιν. Αλλωστε ούτε και το πρόβλημα, η αρρώστια του νεωτέρου τακτοποιήθηκε με συζητήσεις, αλλά με μιά φαινομενική
εγκατάλειψη, άφεση στο να μάθη δια του πάθους του. Ετσι είναι. Μόνον ο Θεός να κάμη το θαύμα Του.

Κουβέντες και προτροπές δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα σε ανθρώπους που έχουν καταπιεί το μίσος, τη λογική της αυτοδικαιώσεως, της καταδίκης όλων των άλλων. Μπορούν να σου αραδιάσουν ατελείωτα σε στιγμή χρόνουΧ να συσσωρεύουν αναρίθμητες δικές τους αρετές και εγκλήματα άλλων. Οσα δεν ελέχθησαν, δεν λέγονται, να τα εκστομίσουν, για να εξοντώσουν τον αδελφό τους και να δικαιώσουν τον εαυτό τους. Αλλά
δεν αλλάζουν γνώμη. Δεν μπορούν να μετανοήσουν. Δεν αγαπούν. Είναι ξένο προς τη φύση τους. Αυτή είναι η κόλασή τους.

Πώς μπορείς νʹαγαπάς αυτούς που δεν αγαπούν; Αυτό είναι ένας μεγάλος σταυρός. Σου αρνούνται την αγάπη είναι κόλαση γιʹαυτούς. Υποφέρουν, βασανίζονται. Αλλά πως μπορείς να τους συμπαρασταθής, να τους συνδράμης, χωρίς αγάπη; Αυτοί ζητούν όχι τη σωτηρία, αλλά την καταδίκη, την εξόντωση πάντων. Ετσι καταδικάζουν και τον εαυτό τους (Θεολογία και πολιτεία κολάσεως).

Ο Πατέρας παρατρέχει τα επιχειρήματα του πρεσβύτερου γιού. Δεν του κάνει καμιά κριτική: Ούτε τον ψέγει για κάποιο λάθος του, ούτε του αναφέρει κάτι καλό που έκαμε. Δεν χρειάζεται να καθυστερήση καθόλου μέσα στη λογική αυτή, που δεν οδηγεί πουθενά αλλού, εκτός από το αδιέξοδο της κολάσεως. Δεν μπορεί κανείς να του αρνηθή την κάποια καλή του προσπάθεια,αλλά το κακό ήταν ότι δεν είχε καταλάβει ότι και ο ίδιος ήταν άσωτος, δεν ήταν μόνον ο αδελφός του.


Η παραβολή και εμείς


Εχει άμεση σχέση η παραβολή αυτή με τον Θεό Πατέρα και την ιστορία της ανθρωπότητας,που χαρακτηριστικά χωρίζεται σε δύο μέρη, σε δύο γιούς.

Εμείς που βρισκόμαστε; Ποιόν αντιπροσωπεύομε;

Δεν είναι εύκολο να πούμε. Είναι επικίνδυνο βιαστικά να απαντήσωμεΧ αυτό μας διδάσκει η παραβολή.

Ο νεώτερος υιός από την αρχή που ζήτησε στανικά το επιβάλλον μέρος της ουσίας (και ποιός του είπε ότι είχε δικαίωμα να κάμη κάτι τέτοιο;), μέχρις ότου δαπανήση χώρα και πεθάνη της πείνας αυτός και οι πολίτες της χώρας εκείνης... Μέχρις ότου γίνουν όλα αυτά, ήταν ζαλισμένος, δεν ήταν στα καλά του, ήταν εκτός εαυτού. Δεν μπορούσε να διακρίνη, να καταλάβη τι έκανε. Μόνο μετά από όλα αυτά «ήλθεν εις εαυτόν».

Αρα αν βρισκώμαστε στην κατάσταση αυτή του νεώτερου γιού,πρίν έλθη εις εαυτόν, σημαίνει ότι είμαστε στην πραγματικότητα εκτός εαυτών και δεν ξέρομε που βρισκόμαστε, τί μας γίνεται, τί αντιπροσωπεύομε. Ή και αν νομίζωμε ότι ξέρομε πού συνήθως νομίζομε πέφτομε έξω. Και μόνο αν έλθωμε εις εαυτούς κάποτε, με τη βοήθεια του Θεού, θα ανακαλύψωμε τη φτώχεια και τη γυμνότητά μας.

Αλλά ο πρεσβύτερος υιός δεν είναι λιγότερο εκτός εαυτού. Ή καλύτερα αυτός δεν παρουσιάζεται ποτέ στην παραβολή να έρχεται εις εαυτόν, δηλαδή να έρχεται προς τον Πατέρα, να αισθάνεται και να ομολογή με τη ζωή και τη συμπεριφορά του την ανθρώπινη αδυναμία. Αλλά ψεύδεται και αλλοφρονεί: Κάνει πεισματικά το θέλημά του «ωργίσθη και ούκ ήθελεν εισελθείνʺ και νομίζει ότι έχει όλο το δίκιο με το μέρος του. Ενώ κρίσις δικαία είναι εκείνου που δεν κάνει το δικό του θέλημα, αλλά μόνο το θέλημα του ουρανίου Πατρός.

Αυτοδικαιώνεται με τα λόγια του και ταυτόχρονα αναιρείται με τη διαγωγή του,
αποδεικνυόμενος κενός οιηματίας, ξένος προς το ήθος του ουρανίου Πατρός.

«Τοσαύτα έτη δουλεύω σοιʺ: Υπολογίζει τον χρόνο, την κτίση όχι την αιωνιότητα, την άκτιστη χάρη, που μια ροπή κάνει θεολόγο τον ληστή που μετανοεί.

Κατηγορεί τον αδελφό του για ασωτεία και ανταρσία και ο ίδιος δεν υπακούει στον πατέρα του. Ενώ διαλαλεί την διαρκώς άψογη στάση του, «ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον», την ίδια στιγμή όχι εντολή αυστηρή για δουλειά αρνείται, αλλά παράκληση πατρική για
συμμετοχή σε οικογενειακή χαρά καταπατεί.

Αρα δεν είναι εύκολο μόνοι μας να πούμε που βρισκόμαστε, γιατί μπορεί να πέφτωμε έξω,
μπορεί να είμαστε εκτός εαυτών και να μην το ξέρωμε, να μην το αντιλαμβανώμαστε.

Τί φοβερό να είσαι τόσο μακριά, ενώ βρίσκεσαι μέσα στο σπίτι! Και το ακόμη φοβερότερο, να εφαρμόζης τις εντολές και να μην καταλήγης στη γεύση του μόσχου του σιτευτού, να μην γίνεσαι δαιτυμών λαμπρός του μεγάλου Συμποσίου που προσφέρεται «υπέρ της Οικουμένης».


Εμείς ως πατέρες πνευματικοί


Υπάρχει μιά ισορροπία στην όλη ιστορία, γιατί ο Πατέρας όλα τα ρυθμίζει θείως, όλα τα υποφέρει. Σηκώνει γαλήνια τον σταυρό της όλης περιπέτειας του σπιτιού. Και τα δύο παιδιά του είχαν προβλήματα βασανίστηκαν και Τον βασάνισαν. Αυτός όμως έπραξε άψογα, θεϊκά. Ούτε τον νεώτερο υιό χαρακτήρισε άσωτο ούτε τον πρεσβύτερο επέπληξε, επειδή του μίλησε άπρεπα. Η συμπεριφορά του φανερώνει απέραντη αγάπη και φέρνει παρηγοριά.

Εφʹόσον έχομε έναν τέτοιο Πατέρα, μπορούμε να ελπίζωμε. Μπορούμε να βρούμε τον δρόμο για το σπίτι, μπορούμε να βρούμε τον εαυτό μας.

Στη ζωή μας ως άνθρωποι είμαστε πάντοτε παιδιά του Θεού και υπόδειγμα για την επιστροφή προς τον ουράνιο Πατέρα είναι ο νεώτερος υιός. Βρισκόμαστε όμως και στη
θέση του πατρός ή του πνευματικού πατρός. Τότε πάλι το πως πρέπει να συμπεριφερθούμε προς τα τέκνα ή πνευματικά μας τέκνα μάς φανερώνει η συμπεριφορά του «ανθρώπου»
της παραβολής.

Αν βρισκώμαστε στην κατάσταση του νεωτέρου που επέστρεψε ή επιστρέφει, τότε μπορούμε να ανεχώμαστε τον άλλο, το παιδί μας. Τότε μπορούμε να νιώθουμε, και να το ομολογούμε, ότι είμαστε αδύναμοι, πολύ αδύνατοι, «χωρίς αυτού ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν», αλλά δεν πρέπει να απογοητευώμαστε, γιατί έχομε Πατέρα «δυνάμενον συμπαθήσαι ταίς ασθενείας ημών».

Αν βρισκώμαστε είτε στην κατάσταση του νεώτερου υιού σε χώρα μακρινή ζώντες ασώτως, είτε στην κατάσταση του πρεσβύτερου υιού, που δικαιώνει τον εαυτό του και καταδικάζει τους άλλους; Τότε οπωσδήποτε θα παραποιούμε τη διαγωγή του αληθινού Πατρός. Παρʹ όλη την πιθανώς καλή μας διάθεση, θα βασανιζώμαστε και πρό παντός θα βασανίζωμε.

Σύμφωνα μʹαυτά μπορούμε να διακρίνωμε δύο εκτροπές συμπεριφοράς πατρός ή πνευματικού πατρός:

Αʹ. Οι πρώτοι, κατά το παράδειγμα του νεωτέρου πρό της επιστροφής, παρουσιάζονται ως πολύ φιλελεύθεροι, συγκαταβατικοί και ανεκτικοί. Δεν κάνουν παρατηρήσεις. Δικαιολογούν τους νέους. Δεν τους θεραπεύουν αρρώστιες (δεν έχουν τέτοια ικανότητα). Οτιδήποτε κανουν τα παιδιά τους, τα θεωρούν φυσικά, δικαιολογημένα ή και τέλεια. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα αγάπης, αλλά συνέπεια αδιαφορίας και επιπολαιότητοςΧ προσπάθεια να αποκτήσουν την πρόσκαιρη φιλία των παιδιών. Αυτοί οι δάσκαλοι πατέρες καλύπτουν την ανικανότητα και άγνοιά τους με υποτιθέμενη φιλανθρωπία και κατανόηση, ενώ πρόκειται για πραγματική καταφρόνηση και εγκατάλειψη του ανθρώπου, ο οποίος έχει αναγκη από τα μέγιστα και τίμια.

Αυτούς τους οδηγούς ακολουθούν οι νέοι για λίγο, ξεγελασμένοι από την επίφαση της τόλμης τους και τον παραπλανητικό φιλελευθερισμό τους. Αλλά γρήγορα τους εγκαταλείπουν, αν έχουν γνήσιες απαιτήσεις κσι δυνατή πνευματική κράση, γιατί
αντιλαμβάνονται την επικίνδυνη κουφότητά τους. Αυτοί είναι αλλότριοι, ξένοι προς τη ζωή, τη φύση και βαθιά δίψα του ανθρώπου. «Και οι άνθρωποι αλλοτρίω ου μή ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απʹ αυτού, ότι ούκ οίδασι των αλλοτρίων την φωνήν».

Βʹ. Οι δεύτεροι μένουν φαινομενικά στο σπίτι του πατέρα παράδειγμα ο πρεσβύτερος υιός
ενώ βρίσκονται μακριά από το πνεύμα και το μεγαλείο της αγάπης του.

Αυτοχειροτονούνται πνευματικοί πατέρες, επειδή «τοσαύτα έτη» δουλεύουν. Και ενεργούν ως βάναυσοι επιτιμητές των άλλων. Ο προσωπικός τους αγώνας για μετάνοια και ταπείνωση, κατά τα λεγόμενά τους, έχει τελειώσει. Τώρα ασχολούνται με τα προβλήμαα των άλλων (και συνήθως αυτόκλητοι). Ό,τι κάνουν, δεν υπαγορεύεται από άδολη πατρική αγάπη τους είναι ξένη, αλλά από μια μοχθηρή καρδιά και αδικαιολόγητη για τα χρόνια τους ζηλοφθονία. Ετσι σύντομα γίνεται σʹ όλους έκδηλη η εσωτερική τους ακαταστασία και εκδικητική μανία. Η φωνή και η συμπεριφορά τους είναι ξένη προς τη φωνή του γνήσιου ποιμένα, που θυσιάζει την ψυχή του υπέρ των προβάτων και τα ίδια πρόβατα καλεί κατʹ όνομα και εξάγει αυτά.

Γιʹαυτό οι άνθρωποι τους εγκαταλείπουν. Και όσο απομακρύνονται και δικαιολογημένα τόσο αυτοί δαιμονίζονται, εκσφεδονίζοντας απειλές και κατάρες γιʹ αυτούς που δεν ζητούν τις συμβουλές τους.

Δεν μπορούμε, δεν μας είναι επιτρεπτό, να δείξωμε ούτε περισσότερη ούτε λιγότερη επιείκεια ή αυστηρότητα απʹ όση έδειξε ο ουράνιος Πατέρας. Ή διαφορετικά να πούμε και η επιείκεια και η αυστηρότητα μας είναι ανεπαρκείς και περιττές για τον άλλο. Αυτό που
χρειάζεται, είναι να παύσωμε, αν μπορούμε, να ζούμε τον κατά φαντασία βίο, και να ζούμε γα τον υπέρ ημών αποθανόντα και Αναστάντα. Ετσι θα ζούμε και για όλους. Και διʹημών θα φανερώνεται. Εκείνος, ο Αρχηγός της ζωής, και όχι οι σχετικές και άνευ αξίας δικές μας απόψεις και ενέργειες.

Αυτός που επέστρεψε ή επιστρέφει βλέπει μόνο την αναξιότητά του (ʺούκ ειμί άξιος κληθήναι υιός σουʺ). Γιʹαυτό διακρίνει και εκπλήσσεται από την αγάπη του Θεού. Βλέπει τον εαυτό του πρώτο των αμαρτωλών και τους άλλους καθαρούς. Αυτός ο άνθρωπος αγαπά «καθʹ ομοιότητα Θεού», αγαπά με την αγάπη του Θεού, πού σώζει και κρίνει. Διʹ αυτού αγαπά και φανερώνεται μόνον ο Θεός. Αυτός γίνεται Θεός κατά χάριν και όχι θεολόγος κατά φαντασίαν. Το πρώτο είναι δύσκολο και δυσεύρετο, το δεύτερο ευτελές και καθημερινό.

Οι αγιαζόμενοι, οι άγιοι, μας παρηγορούν, μας σώζουν. Αυτοί μπορούν να αναλάβουν το έργο του πατρός, γιατί λένε την αλήθεια με τον λόγο και τη ζωή τους. Παρουσιάζουν ότι ο αγώνας τους υπάρχει μέχρι τέλους. Μπορεί νʹ αλλάζη, αλλά δεν τελειώνει, μέχρι να μπη ο άνθρωπος στον τάφο. Το έργο της μετανοίας ακολουθεί όσο ζούμε. Η ημέρα της ταφής μας είναι η ώρα του σαββατισμού.

Και μείς, που είμαστε αδύνατοι, έχομε προβλήματα, τους ακούμε, τους εμπιστευόμαστε το είναι μας, τούς πλησιάζομε, θέλομε, όσο γίνεται περισσότερο, να μένωμε κοντά τους. Γιατί νιώθουμε ότι μας νιώθουν, μας ευεργετούν, μας θεραπεύουν, όσο σκληροί κι αν είναι όταν είναι. Η φιλανθρωπία τους είναι δραστική, σωτήρια, και η αυστηρότητά τους φιλάνθρωπη.

Χωρίς την αγάπη του Θεού Πατρός και την παρουσία των Αγίων, που κάνουν αισθητή τη στοργή και το φως Του, η ζωή στη γη σκοτεινιάζει και κρυώνει σαν κόλαση: Οι πολίτες της
«μακρινής χώρας» σε καταστρέφουν στέλνοντάς σε να βόσκης χοίρους, πάθη σαρκός. Και οι «δίκαιοι» τύπου πρεσβύτερου υιού σε καταδικάζουν δεν δέχονται τη μετάνοιά σου.
 
Υπάρχει όμως πάντοτε ο Πατέρας που σε γέννησε, σε πονά και σε σώζει.

Το σύμπαν είναι κατοικήσιμο, εφʹ όσον έχομε τον Θεό πατέρα και τον συνάνθρωπο αδελφό μας.


Αρχιμαδρίτης Βασίλειος

Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων


ΠΑΥΛΟΣ

Λόγιοι κι ενάρετοι Αγιορείτες των τελευταίων χρόνων



Το Άγιον Όρος στην υπερχιλιόχρονη ιστορία του υπήρξε πάντα το άοκνο εργαστήρι της σοφίας και της αρετής με εξέχουσες μορφές λογίων κι εναρέτων μοναχών.

Από τα μέσα του 18ου αιώνος παρατηρείται μία μεγάλη άνθηση στο Άγιον Όρος, που φθάνει μέχρι τις ημέρες μας. Οι όσιοι Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης (+ 1730), ο υπέρμετρος αυστηρός σπηλαιωτής ασκητής, ο μιμητής του οσίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη, Ιερόθεος ο Ιβηρίτης (+ 1745) ο σοφός διδάσκαλος, Άνθιμος ο Κουρούκλης (+ 1782) ο ιλαρός κήρυκας νήσων του Αιγαίου και του Ιονίου, Παΐσιος ο Βελιτσκόφκσυ (+ 1794) ο δημιουργός
«ασκητικοφιλολογικής» σχολής, Σωφρόνιος ο Αγιαννανίτης, Μακάριος ο Νοταράς (+ 1805)
ο ασκητής ιεράρχης, Γεώργιος της Τσερνίκα της Ρουμανίας (+ 1806), Νικόδημος ο Αγιορείτης (+ 1809) ο γνωστός σοφός συγγραφέας, Αθανάσιος ο Πάριος (+ 1813) ο διακεκριμένος διδάσκαλος, Σωφρόνιος Βράτσης της Βουλγαρίας (+ 1813), Αρσένιος ο εν Πάρω (+ 1877) ο διάσημος ασκητής, Αντύπας της Μολδαβίας (+ 1822), Σιλουανός ο Ρώσος ο Αθωνίτης (+ 1938) γνωστός από την ωραία βιογραφία του και Σάββας ο εν Καλύμνω (+
1948) ο Θαυματουργός αποτελούν σημαντικό πυρήνα φωτισμού, διδασκαλίας και προσφοράς.

Μαζί με τους παραπάνω συγκαταλέγονται και οι ένδοξοι Αγιορείτες νεόμαρτυρες, που στον 18ο και 19ο αιώνα φθάνουν τους εξήντα και μεταξύ αυτών διακρίνονται: Παχώμιος ο Νεοσκητιώτης (+ 1730), Κωνσταντίνος ο Ρώσος (+ 1742), Δαμασκηνός ο Θεσσαλός (+ 1771), Κοσμάς ο Αιτωλός (+ 1779) ο γνωστότατος διδάχος και ιδρυτής ναών και σχολείων, Λουκάς ο Σταυρονικητιανός (+ 1802), Γεράσιμος ο Κουτλουμουσιανοσκητιώτης (+ 1812), Ευθύμιος ο Ιβηροσκητιώτης (+ 1814), Γεδεών ο Καρακαλληνός (+ 1818), Αγαθάγγελος ο Εσφιγμενίτης (+
1819), Γρηγόριος ο Εʹ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+ 1821), Παύλος ο Κωνσταμονίτης
(+ 1824) και τελευταίος γνωστός Αθανάσιος ο Λήμνιος (+ 1846).

Η ίδρυση της Αθωνιάδος Ακαδημίας (1749) αποτελεί σταθμό της νεώτερης αγιορείτικης ανθήσεως. Αξιόλογοι διδάσκαλοι διδάσκουν σε αυτή όπως ο Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης, ο πρώτος σχολάρχης της, με διάδοχο τον Αρχιμανδρίτη Αγάπιο τον Αγιοταφίτη, που σφαγιάσθηκε έξω της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, Ευγένιος ο Βούλγαρις, ο χαρισματούχος διδάσκαλος, Νικόλαος Ζερτζούλης ο Μετσοβίτης, Παναγιώτης Παλαμάς, Αθανάσιος ο Πάριος και άλλοι. Έφοροι και προστάτες της Ακαδημίας αναδείχθηκαν οι άγιοι Γρηγόριος ο Ε΄, Νικόδημος ο Αγιορείτης και Μακάριος ο Νοταράς. Μαθητές της υπήρξαν οι νεομάρτυρες Κοσμάς ο Αιτωλός, Κωνσταντίνος ο Υδραίος και Αθανάσιος Κουλακιώτης όπως επίσης οι πνευματικοί άνδρες Ιώσηπος Μοισιάδαξ, Σέργιος Μακραίος και ο εθνομάρτυς Ρήγας Φεραίος. Είναι γεγονός πως για το τουρκοκρατούμενο Γένος η Αθωνιάδα Σχολή απέβη ένας ακόμη φάρος και μιά ελπίδα για την επιβίωσή του. Το τυπογραφείο επίσης που ιδρύεται στη Μ. Λαύρα από τον Κοσμά τον Επιδαύριο (1755) και η παρά τη μονή Βατοπαιδίου Σχολή συνδράμουν στην αφύπνιση του Γένους, αλλά δυστυχώς μετά καιρό παρακμάζουν.

Την ίδια εποχή ζουν κι εργάζονται επιφανείς λόγιοι όπως ο Παπα Ιωνάς Καυσοκαλυβίτης,
Διονύσιος Σιατιστέας, Νεόφυτος Σκουρτέος, Βαρθολομαίος Κουτλουμουσιανός, Παχώμιος  ο Τυρναβίτης, Διονύσιος ο εκ Φουρνά (+ 1745) ο Καρυώτης αγιογράφος και συγγραφεύς του
βιβλίου της τέχνης των ζωγράφων και ο Καισάριος Δαπόντες (+ 1784) ο Ξηροποταμηνός μοναχός και πολυταξιδεμένος συγγραφέας και ποιητής, Δωρόθεος (Ευελπίδης) Βατοπαιδινός, Νικηφόρος, Ιβηρίτης ο Χορτοφύλακας.


Στα μέσα του 18ου αιώνος αναπτύσσονται σε όλο το Άγιον Όρος σοβαρές θεολογικές συζητήσεις γύρω από τα ζητήματα της τελέσεως των μνημοσύνων των κεκοιμημένων, της συνεχούς θείας μεταλήψεως και άλλα σχετικά με την ακρίβεια της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Αφορμή των μακρών συζητήσεων απετέλεσε η ανοικοδόμηση του Κυριακού ναού της Ιεράς Σκήτης της Αγίας Άννης (1754). Τέθηκε το ζήτημα αν τα τελούμενα μνημόσυνα υπέρ των δωρητών και αφιερωτών θα πρέπει να γίνονται την ημέρα του Σαββάτου ή της Κυριακής. Επίσης ποια θα πρέπει να είναι η συχνότητα της προσελεύσεως των μοναχών στη Θεία Κοινωνία. Οι συζητήσεις δίχασαν τους μοναχούς και αυτούς που επέμεναν για την τέλεση των μνημοσύνων τα Σάββατα που αποκάλεσαν κοροιδευτικά
«κολλυβάδες». Αυτοί όμως φαίνεται πως ήταν, παρά την αυστηρή τους επιμονή, βαθείς
γνώστες της εκκλησιαστικής παραδόσεως κι αγωνίσθηκαν σθεναρά για τη γνησιότητα και την αποκάθαρση της παραδόσεως από πρόσθετες προσμήξεις. Ετσι η προσωνυμία
«κολλυβάς» απετέλεσε ευφημισμό και το κίνημα δημιούργησε χρήσιμη και αγαθή αναγέννηση κι ανακαίνηση. Μάλιστα οι πρωτοπόροι του φιλοκαλικού αυτού κινήματος είναι τρείς άγιοι: Μακάριος Νοταράς, Νικόδημος Αγιορείτης και Αθανάσιος Πάριος. Συνοιδοιπόροι τους και συνέκδημοι οι διαπρεποίς λόγιοι: Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης, Χριστόφορος ο Αρτηνός, Αγάπιος ο Κύπριος, Ιάκωβος ο Πλοποννήσιος, Παύλος ο ερημίτης, Θεοδώρητος ο Εσφιγμενίτης και αρκετοί άλλοι. Ορισμένοι ως αυτοεξόριστοι κατέφυγαν στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα και ίδρυσαν δεκάδες μονών, που αρκετές σώζονται μέχρι σήμερα, και στάθηκαν στηρίγματα του λαού στα δυτικότροπα ρεύματα. Έτσι βλέπουμε τον όσιο Μακάριο τον Νοταρά στη Χίο, τον Νήφωνα τον Χίο στη Σκιάθο, τον Διονύσιο τον Σκιαθίτη στη Σκύρο, τον Ιερόθεο στην Ύδρα με αρκετούς μαθητές και φίλους της αγιορείτικης μοναχοτρόφου και αγιοτρόφου παραδόσεως. Στις μονές που ιδρύουν παρατηρούμε πλούσια δράση και σημαντική προσφορά. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο με συνοδικές αποφάσεις δίνει τις τελικές λύσεις στο «κολλυβαδικό» ζήτημα. Τα μνημόσυνα μπορούσαν να τελούνται ανάλογα με τις περιστάσεις και η Θεία Μετάληψη με την κατάλληλη προετοιμασία μπορεί να γίνεται συχνά, δίχως να μένει κανείς στην ξηρότητα του τύπου αλλά στη ζωή της ουσίας.

Οι όσιοι Νικόδημος ο Αγιορείτης, Μακάριος ο Νοταράς και Αθανάσιος ο Πάριος είναι οι χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της αναγεννήσεως στο Άγιον Όρος και του πνεύματος που επικράτησε. Πρόκειται για συγγραφείς γνωστών βιβλίων που επέδρασαν στις ψυχές των υποδούλων και που συνεχίζουν μέχρι τις ημέρες μας τα πονήματά τους συνεχώς να επανεκδίδονται. Το αγιορείτικο θεολογικό πνεύμα σφραγίζεται με την έκδοση της «Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών» (1785), που αποτελεί εκδοτικό σταθμό στα θεολογικά γράμματα.

Το Άγιον Όρος σε μία δύσκολη εποχή όπως η Τουρκοκρατία διατήρησε τη φλόγα του πάντα άσβεστη και μάλιστα θέλησε συχνά να τη μεταλαμπαδεύσει στους λαούς των Βαλκανίων και του Βορρά. Έτσι η ανταλλαγή επισκέψεων και η παραμονή αρκετών ανδρών στον ιερό Άθωνα δημιούργησε μια αξιόλογη πνευματική και πολιτιστική κίνηση. Στην ησυχία του Αγίου Όρους ως σχολή ανώτερης φιλοσοφίας καλλιεργείτο όχι μόνο η άσκηση και η νήψη αλλά και η μελέτη στις πλούσιες βιβλιοθήκες, οι μεταφραστικές εργασίες σπάνιων κειμένων, η σπουδή στην τέχνη και η μεταφορά ενός πνεύματος προσφοράς και θυσίας. Μεγάλης πνοής είναι το έργο του στάρετς Παϊσιου Βελιτσκόφκσυ μετά την αναχώρησή του από τον Άθωνα. Υπήρξε αναμορφωτής του μοναχισμού στη Ρουμανία και Ρωσία.

ΜΟΝΗ


Παρόμοιο έργο επιτελεί ο μαθητής του όσιος Γεώργιος της Τσερνίκα (+ 1806) στις μονές της
Μολδαβίας, έχοντας υποτακτικούς εκατοντάδες μοναχούς, ο όσιος Σωφρόνιος Βράτσης (+
1813) στο Βουκουρέστι, ο όσιος Αντύπας (+ 1882) από τη Μολδαβία πηγαίνει στο Ιάσιο και καταλήγει στη μονή Βαλαάμ της Φιλανδίας και ο Ρώσος όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (+
1938) διδάσκει με την πολυμεταφρασμένη βιογραφία του του αρχιμ. Σωφρονίου (+ 1993) και μετά τη μακαρία τελευτή του. Για μια ακόμη φορά γίνεται φανερή η αίγλη της οικουμενικότητος του Αγίου Όρους.

Η αγιορείτικη μοναχική πολιτεία δεν φύλαξε ποτέ μόνο για τον εαυτό της την ευωδία του άνθους της αρετής της. Παρά τη σκληρότητα της τουρκικής σκλαβιάς, την πενία, τη δυσκολία των μετακινήσεων και τους πολλούς κινδύνους ο ταπεινός αγιορείτικος σκούφος ταξίδεψε σε όλο τον ελληνισμό, για να μεταφέρει το νηφάλιο κήρυγμα της σωτηρίας, της λυτρώσεως, της παραμυθίας, της ενισχύσεως και της ελπίδος. Φλογεροί ιεραπόστολοι όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, που στέφει το μακρύ κήρυγμα του με το μαρτύριο, ο όσιος Άνθιμος ο Κουρούκλης, που περιοδεύει τα νησιά και κτίζει ναούς και μονές, ο όσιος Μακάριος ο Νοταράς, που στα νησιά του Αιγαίου δημιουργεί εστίες ουσιαστικής αναψυχής και ανατάσεως το αυτό έργο πράτει και ο συνέκδημός του ο όσιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο Αρσένιος της Πάρου και ο Σάββας της Καλύμνου είναι λίγοι από τους πολλούς.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ο Ιερομάρτυς μαζί με τη χορεία των ενδόξων Αγιορειτών νεομαρτύρων διδάσκουν ακόμη πιο λαμπρά με τη μαρτυρική τους τελείωση και ενδυναμώνουν τον λαό.

Στον αιώνα μας συνεχίζει το Άγιον Όρος τη μυστική προσφορά του, που φανερώνει την υψηλή ορθόδοξη πνευματικότητα και ζωή και την ακτινοβολία του πέραν των ορίων του, με την ανάδειξη ασκητικών μορφών, πνευματικών φυσιογνωμιών και θεολογικών αναστημάτων. Σε ένα κόσμο που διψά και εναγώνια αναζητά τη γνησιότητα, την ακρίβεια
και την αλήθεια δίδεται η μαρτυρία του βιώματος της ορθοδόξου πνευματικής ζωής και της σωτηρίας της ψυχής. Οι πολλοί νέοι προσκυνητές σήμερα κυρίως αν δεν ενθουσιάζονται πάντως προβληματίζονται από τον τρόπο αυτής της ζωής της ασκήσεως, εγκρατείας, απλότητος και ησυχίας των μοναχών. Έτσι ώστε μερικές φορές να αποτελεί σταθμό στη ζωή τους ένα προσκύνημα στο Άγιον Όρος. Η ταπείνωση και η αγιότητα του Αγίου Όρους διαδραματίζει ένα ρόλο πνευματικής εγρηγόρσεως στην Εκκλησία και στον λαό.


Η πνευματική αγιορείτικη προσωπογραφία έχει να μνημονεύσει και στα χρόνια μας αρκετές μορφές ισάξιες παλαιοτέρων εποχών, των οποίων μεταφέρουν το πνεύμα και συνάμα αποτελούν αφορμή για να συνεχισθεί και η δική τους εργασία στο μέλλον. Γνωστοί για τη μεγάλη αγάπη τους στο Άγιον Όρος, στις μονές τους, στα πνευματικά τους τέκνα, στην Παναγία και τον Θεό, φιλάρετοι και φίλεργοι ηγούμενοι υπήρξαν οι κοιμηθέντες αρχιμανδρίτες: Συμεών Γρηγοριάτης (+ 1905), Νεόφυτος Σιμωνοπετρίτης (+1907), που υπήρξαν νέοι κτίτορες των μονών τους, Κοδράτος Καρακαλληνός (+ 1940), Αθανάσιος Γρηγοριάτης (+ 1953), Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης (+ 1957), Φιλάρετος Κωνσταμονίτης (+ 1963), που αναλώθηκαν στην υπηρεσία των μονών τους και των μοναχών τους, Σεραφείμ Αγιοπαυλίτης (+ 1960), Βησσαρίων Γρηγοριάτης (+ 1974), Γαβριήλ Διονυσιάτης (+ 1983), που συνεργάσθηκαν και για κοινές υποθέσεις του Αγίου Όρους με επιτυχία, Χαραλάμπης Σιμωνοπετρίτης (+ 1970), Εφραίμ Ξηροποταμινός (+ 1983) και άλλοι.

Ενάρετοι και διακριτικοί μακαριστοί πνευματικοί εξομολόγοι υπήρξαν εκτός των παραπάνω επιφανών στον αιώνα μας Σάββας (+ 1908) και Γρηγόριος ο Μικραγιαννανίτης, Ιγνάτιος Κουτουνακιώτης (+ 1927), Χαρίτων Καυσοκαλυβίτης, Καισάριος και Μιχαήλ ο αόματος (+ 1952) οι Αγιαννανίτες, Νεόφυτος, Γαβριήλ (+ 1967), Ευστάθιος (+ 1981) και Ελπίδιος (+ 1983), οι Κύπριοι και Σπυρίδων (+ 1990) οι Νεοσκητιώτες, Γρηγόριος Διονυσιάτης, Μάξιμος Καρακαλληνός, Νικόδημος Κρητικός Κουτλουμουσιανοσκητιώτης
και άλλοι.

Εγνωσμένης αρετής υπήρξαν οι αναπαυθέντες Γέροντες Χατζηγιώργης (+ 1886) ο περιβόητος και αυστηρός νηστευτής και Δανιήλ ο Ρουμάνος ο σπηλιώτης, οι Κερασιώτες, Αβιμέλεχ ο Κρητικός και Γεράσιμος (+ 1991) ο γνωστός υμνογράφος, οι Μικραγιαννανίτες, Καλλίνικος (+ 1930) ο νηπτικός και ησυχαστής και Δανιήλ (+ 1929) ο Σμυρναίος, οι Κατουνακιώτες, Γεράσιμος Μενάγιας (+ 1957) ο σοφός ερημίτης, Αββακούμ (+ 1978) ο ανυπόδητος Λαυριώτης, Ισαάκ (+ 1932) ο άριστος κοινοβιάτης και Λάζαρος (+ 1974) οι Διονυσιάτες, Ιωσήφ ο Σπηλιώτης (+ 1959) ο μεγάλος αγωνιστής και θεοφύλακτος (+ 1986) ο αγιόφιλος, οι Νεοσκητιώτες, Γερόντιος (+ 1958) ο Αγιοπαντελεημονίτης, Αθανάσιος ο ιβηρίτης (+ 1973) ο ταπεινόφρων και θεομητροφιλής, Ευλόγιος (+ 1948) ο μεγάλος νηστευτής και Ενώχ (+ 1978) ο χαριτωμένος Ρουμάνος παρά τις Καρυές, ΠαπαΤύχων (+ 1968) ο σπουδαίος Ρώσσος ασκητής της Καψάλας, Πορφύριος (+ 1991) ο προορατικός και διορατικός Καυσοκαλυβίτης Γέροντας, που μετέφερε την αγιορείτικη ευλογία επί δεκαετίες στην Αττική και Παΐσιος (+ 1994) ο Αγιορείτης, που ανέπαυσε πολλούς ανθρώπους που τον πλησίασαν με σεβασμό. Για όλους έγραψαν άξια πολλοί πολλά.

Οι δύο τελευταίοι που αναφέρθηκαν είναι ευρύτερα γνωστοί για τη χάρη τους. Ο Γέροντας Πορφύριος υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές μορφές των ημερών μας, είχε το κύρος της γνησιότητας, είχε την εμπειρία του Αγίου Πνεύματος, ήταν αληθινά ταπεινός, ατόφια απλός, είχε συνυφασμένη την παιδικότητα με την αγιότητα. Υπήρξε ψυχοανατόμος, παιδαγωγός και καθοδηγητής πολλών, που με συγκίνηση διηγούνται τις συναντήσεις μαζί του. Ο Γέροντας Παΐσιος υπήρξε κι αυτός έμπειρος, υπομονετικός κι επίμονος ιατρός ψυχών κι οδηγός ενός πυκνού πλήθους ανθρώπων με μεγάλες ανάγκες. Ο ιλαρός του
λόγος, το παράδειγμά του, οι συμβουλές του σε άγγιζαν, σου μετέδιδαν ειρήνη, τη χάρη της ευλογίας, τη δρόσο του πνεύματος.


Μεταξύ των λογίων συγκαταλέγονται ο ιερομόναχος Θεοδώρητος Λαυριώτης, Γεράσιμος Εσφιγμενίτης (Σμυρνάκης) για το περίφημο βιβλίο του για το Άγιον Όρος, ο ιεροδιάκονος Κοσμάς Αγιοπαυλίτης (Βλάχος) επίσης, ο ιερομόναχος Χριστόφορος Δοχειαρίτης (Κτενάς) για το πλήθος των εργασιών του περί του Αγίου Όρους, οι Λαυριώτες Γέροντες Παντελεήμων, Χρυσόστομος, Αλέξανδρος (Ευμορφόπουλος), Σπυρίδων (Καμπανάος) ιατρός, Παύλος (Παυλίδης) ιατρός, Αλέξανδρος (Λαζαρίδης), Ευλόγιος (Κουρίλας) ο μετέπειτα μητροπολίτης Κορυτσάς, Ιωακείμ Ιβηρίτης, Θεόφιλος, οι Νίκανδρος, Ιάκωβος και Αρκάδιος οι Βατοπαιδινοί και οι Ξηροποταμινοί Γέροντες Παύλος, Χρύσανθος και Ευδόκιμος, Αθανάσιος Παντοκρατορινός, Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, Νείλος (Μητρόπουλος) Σιμωνοπετρίτης, Σάββας Φιλοθεϊτης, Βαρλαάμ Γρηγοριάτης, Θεοδόσιος, Αγιοπαυλίτης, Ιωακείμ (Σπετσιέρης) Νεοσκητιώτης και άλλοι.

Το έργο των αγίων, των ηγουμένων, των πνευματικών, των Γερόντων και των λογίων του Αγίου Όρους, του χθες και του σήμερα, ακτινοβολεί και επιδρά ευεργετικά στον κόσμο. Γιατί το Άγιον Όρος πέρα από τα κειμήλια τα πολύτιμα φυλάγει θησαυρούς ζώσης αρετής, που αυτή κυρίως ενδιαφέρει περισσότερο, με την παροχή τρόπου ζωής προς αντιμετώπιση της καθημερινής σκληρότητος, μονοτονίας και μοναξιάς. Έτσι το Άγιον Όρος ονομάσθηκε δικαίως «σχολή πνευματικής πατρότητος και συμβουλευτικής» (καθηγητής Α. Σταυρόπουλος) και με το να φιλοξενεί πολλούς και με το να εξέρχονται οι δυνάμενοι προς εξομολόγηση, ομίλιες και ιεραποστολή. Των συμβουλών αυτών ακροατές είναι και αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί, μοναχές, καθηγητές, δάσκαλοι και οι «ελάχιστοι» των αδελφών. Οπως σωστά ειπώθηκε «στο πρόσωπο των λίγων αυτών ανθρώπων που μένουν απομονωμένοι στην καλύβα ή στη σπηλιά τους μπορεί να δει τους φρουρούς, τους θεματοφύλακες, τους «αθλητές» μιας σοφίας και μιας επιστήμης του ανθρώπου που  βιαζόμαστε να θαυμάσουμε όταν προέρχεται από τις Ινδίες ή από το Θιβέτ, αλλά την
αγνοούμε όταν ασκείται δίπλα μας» (J. Lacarriere).

Οι λόγοι του Γέροντος Παϊσιου για τον βιογραφούμενό του Χατζηγιώργη ταιριάζουν και στον ίδιο και σε αρκετούς από αυτούς που αναφέραμε και χαρακτηρίζουν την καλή τους αγωνία για την πορεία του κόσμου. «Συμβουλεύει ανάλογα τον καθένα, με διάκριση, και παρηγορεί τις ψυχές και βοηθάει με τις καρδιακές του προσευχές. Το πρόσωπό του ακτινοβολεί από την αγία του ζωή και σκορπάει θεία χάρη στις πονεμένες ψυχές. Η φήμη του έχει φτάσει παντού και τρέχουν από παντού οι άνθρωποι για να ωφεληθούν πνευματικά. Από το πρωϊ μέχρι το βράδυ, μαζεύει τον πόνο των πονεμένων και θερμαίνει τις καρδιές τους με την αγάπη του την πνευματική, που έμοιαζε με ανοιξιάτικη λιακάδα».

Ο Μικραγιαννανίτης Γέρων Αβιμέλεχ συνήθιζε να απαντά όταν τον ρωτούσαν τι κάνει
«Νούν τηρούμε». Ο Κατουνακιώτης Γέρων Λεόντιος τυφλός μονολογούσε «τώρα όλα τα βλέπω καλύτερα, όλα τα αισθάνομαι καλύτερα, ο Θεός μου έδωσε πιο δυνατό φως, από εκείνο που είχα όταν ήμουν υγιής». Ο Καυσοκαλυβίτης Γέρων Μιχαήλ με το αειθαλές του χαμόγελο συνομιλούσε με τους αγίους. Ο Κωνσταμονίτης βιβλιόφιλος Γέρων Μόδιστος έλεγε: «Αν δεν νοιώσουμε ότι οι όλοι οι αδελφοί είναι δικοί μας και ότι εμείς είμαστε δικοί τους, ποτέ δεν θα κατοικήσει το Άγιον Πνεύμα στην καρδιά μας. Τη στάση μας απέναντί τους δεν πρέπει να τη ρυθμίζει η πνευματική τους ποιότητα». Ο ασκητικώτατος Καρουλιώτης Γέρων Φιλάρετος έλεγε: «Αδελφοί μου, όλος ο κόσμος τρέχει και προσπαθεί για τη σωτηρία του, εκτός από μένα τον αμαρτωλό». Γέροντας χρόνια ασθενής της Σκήτης Κουτλουμουσίου έλεγε πως «θείο θέλημα είναι και συμφέρει πολλές φορές να είναι το σώμα άρρωστο για να σωθεί η ψυχή». Άλλος σύγχρονος σοφός Γέροντας συχνά τόνιζε : «Η φυσική ησυχία συντείνει στην εσωτερική ησυχία. Όμως αν δεν υπάρχει, πρέπει να υπομείνεις σʹ ότι βρίσκεις κι ο Θεός θα σου δώσει τα μεγαλύτερα». Και ψάξε να βρεις γιατί δεν έχεις ειρήνη». Και «Να θλίβεσαι για να χαίρεσαι» και «καλύτερα να ʹχεις δυσκολίες παρά να νομίζεις πως πας καλά, με τις δυσκολίες ωριμάζεις κι ομορφαίνεις...». Σʹ ένα βιβλίο του ο Γέροντας Μητροφάνης Χιλανδαρινός γράφει περί της μοναχικής προσφοράς πως είναι «η εγκαρδιότητα της προσευχής, η αγάπη που φθάνει μέχρι τη θυσία, η συγχωρητική ταπεινοφροσύνη και η ενθουσιώδης φιλανθρωπία».

Όταν η αγιότητα συμπίπτει με τη λογιότητα είναι κάτι θαυμαστό. Όταν στο Άγιον Όρος συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα τέτοιες μορφές είναι μια έκτακτη ευλογία για τον κόσμο.


Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης



Βιβλιογραφία

Αγαθαγγέλου ιερομ., Oι αναμνήσεις μου από τον ΠαπαΤύχωνα, Θεσσαλονίκη 1982.

Ανδρέου μοναχού, Γεροντικό του Αγίου Όρους, 12, Αθήναι 1979 1981.

Ανθίμου Αγιαννανίτου ιερομ., » Αγία Άννα» το Ιερό Βήμα του Άθωνα, Άγιον Όρος 1992.

Ασματική Ακολουθία των Οσίων και Θεοφόρων Πατέρων ημών των εν τω Αγιωνύμω Όρει του Άθω διαλαμψάντων, Άγιον Όρος 1986.

Γαβριήλ Διονυσιάτου αρχιμ., Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους, Βόλος 1953.

Δαυίδ ιερομονάχου, Ο Γέρων Ευλόγιος του Φανερωμένου, Θεσσαλονίκη 1984. Θεοκλήτου Διονυσιάτου μοναχού, Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Αθήναι 1959. του αυτού, Ιερομόναχος Αθανάσιος Ιβηρίτης, Θεσσαλονίκη1986.



του αυτού, Ο Γέροντας μου Γαβριήλ Διονυσιάτης, Αθήναι 1987.

Ιωαννίδη Κλείτου, Ο Γέρων Πορφύριος, Αθήνα 1993.

Ιωσήφ μοναχού, Ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Θεσσαλονίκη 1986.

του αυτού, Πατερικαί Μορφαί Νέας Σκήτης, Θεσσαλονίκη 1988.

Λαζάρου Διονυσιάτου μοναχού, Διονυσιάτικαι Διηγήσεις, Άγιον Όρος 1988. Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Ο Γέροντας Μιχαήλ ο αόμματος, Θεσσαλονίκη 1988. του αυτού, Αγιορείτικαι Διηγήσεις του Γέροντος Ιωακείμ, Θεσσαλονίκη 1989.
του αυτού, Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης ο Γέρων της Αναλήψεως, Άγιον Όρος 1991.

του αυτού, Ορθόδοξος Μοναχισμός, Αθήνα 1995.

Παϊσιου Αγιορείτου μοναχού, Ο Γέρων ΧατζηΓεώργης ο Αθωνίτης, Θεσσαλονίκη 1986.

του αυτού, Αγιορείται Πατέρες και αγιορείτικα, Θεσσαλονίκη 1994.

Παναγοπούλου Αλεξίου, Οσιακές μορφές Αγιορειτών του 19ου αιώνα, Αθήνα 1994. Σταυρόπουλου Μ. Α., Εισαγωγή στην ορθόδοξη συμβουλευτική ποιμαντική, Αθήνα 1985. Σωφρονίου αρχιμ., Ο Γέρων Σιλουανός, Θεσσαλονίκη
Τάτση Διονυσίου πρεσβ., Αθωνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα 1988.

του αυτού, Ο Γέροντας Παΐσιος, Κόνιτσα 1995.

Χατζηφώτη Μ. Ι., Η καθημερινή ζωή στο Άγιον Όρος, Αθήνα 1995.

Χερουβείμ αρχιμ., Σύγχρονες Αγιορείτικες μορφές, 110 Ωρωπός Αττικής 19801986.

του αυτού, Από το περιβόλι της Παναγίας, Ωρωπός Αττικής 1981.

Χριστοφόρου Κτενά αρχιμ., Άπαντα τα εν Αγίω Όρει ιερά καθιδρύματα εις 726 εν όλω ανερχόμενα και αι προς το δούλον Έθνος υπηρεσίαι αυτών, Αθήνα 1935.

ΘΕΟΥ





 


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |