ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 5. Στιγμές του Αθωνικού βίου

Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

5. Στιγμές του Αθωνικού βίου



theologos


Αθανάσιος Α. Χύτας

Άγιον Όρος, η χερσόνησος του Άθω, το Περιβόλι της Παναγίας. Λέξεις ανυπότακτες σε ορισμούς, ωστόσο ενδεικτικές ενός τόπου και τρόπου ζωής.

Το ταξίδι ενός προσκυνητή ή απλώς ενός περίεργου διαβάτη παίρνει διαστάσεις συχνά ανύποπτες, καθώς το απρόσμενα θεϊκό συναπαντάται στις απροσδιόριστες ατραπούς του Πνεύματος που με ανεκλάλητους στεναγμούς επιθυμεί να μας γνωρίσει την αγάπη του Πατρός.

Το πλοιάριο σαλπάρει από την Ουρανούπολη, από την πλευρά του Σιγγιτικού και παραπλέει την όχθη της χερσονήσου. Αρσανάδες και μοναστήρια φαίνονται από την πλώρη. Δοχειαρίου, Ξενοφώντος, Παντελεήμονος, Ξηροποτάμου∙ αποβίβαση στη Δάφνη. Ο εκεί χώρος είναι η πρώτη αίσθηση της ειρήνης του αναχωρητή και της βοής του κοσμικού
σε μια συμπλοκή κίνησης εισόδου και εξόδου.

Ο ταξιδιώτης επιλέγει τον τόπο μετάβασής του είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους πλησιάζει την αθωνική πολιτεία, αναζητά κάτι διαφορετικό, και αυτή του το προσφέρει. Στο διάβα του ο ξένος αρχίζει να αισθάνεται οικείος με το απόμακρο και άγνωστο του τόπου και του τρόπου του βίου. Θα βρει φιλοξενία  στο αρχονταρίκι (η αίθουσα υποδοχής και γενικότερα ο χώρος φιλοξενίας των προσκυνητών), θα ακούσει λόγο παρακλήσεως.


Ο καφές με το ρακί και το λουκούμι εδώ και χρόνια ξεκουράζουν τον προσκυνητή. Αισθάνεσαι ότι αυτή η προσφορά είναι μίμημα της δωρεάς και θυσιαστικής αγάπης του Τριαδικού Θεού. Από την άλλη, η ομορφιά του φυσικού τοπίου, το πράσινο, το ερημικό και βραχώδες, το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας συνδυάζονται αξιοθαύμαστα με τα ακίνητα μνημεία που η ιστορία τους χάνεται πολλούς αιώνες πίσω.

Μυστικοί ήχοι μας γυρίζουν στην εποχή του Φωκά και του Τσιμισκή, στις Σταυροφορίες, τη διαμάχη ενωτικών και ανθενωτικών, στους Καταλανούς και Σαρακηνούς πειρατές, στο ζυγό των Τούρκων. Μέσα σε αταλάντευτη ησυχία ήχοι του παρελθόντος δένουν με τη συνέχεια της λατρευτικής παράδοσης, του τυπικού, της Βυζαντινής ψαλμωδίας.

Ο τόπος, συστατικό της κτιστής μας ύπαρξης, εδώ αναδίνει κάτι ξεχωριστό. Από τα κελλιά στο ναό, από εκεί στην τράπεζα, έπειτα στα διακονήματα, κάπουκάπου και λίγη ξεκούραση της χοϊκής μας φύσης. Γεύεσαι την ποικιλία του περιβόλου με τα υψωμένα τείχη, το στενόχωρο του κελλιού, τη μόνωση του ησυχαστηρίου, την τραχύτητα του σπηλαίου∙ από τη Μεγίστη Λαύρα στη Σιμωνόπετρα, στην Ξηροποτάμου, τη Νέα Σκήτη, το κελλί του μακαριστού Γέροντος Παϊσίου, μέχρι τα Κατουνάκια και τα Καυσοκαλύβια. Ο κάθε χώρος είναι ξεχωριστά χαριτωμένος. Όλα μαζί πάλι αφήνουν την ίδια ευφραντική οσμή, τα συγκροτεί η μία επιστήμη του μοναχισμού, η μία δύναμη του Αγίου Πνεύματος.

Η ποικιλία και η ελευθερία υπάρχει σε σχέση ενότητας. Η ενότητα και η ομοιομορφία, εκεί, ελευθερώνει. Παρθενία, ακτημοσύνη, υπακοή. Οι τρεις μοναχικές αρετές. Η μία υποστηρίζει την άλλη και σαν αρμοί δένουν ένα καλοφτιαγμένο κτίριο. Το Ιουλιανό ημερολόγιο, η Βυζαντινή ώρα εφάπτονται στα ξεβαμμένα και φθαρμένα κτήρια, στις απαλές αποχρώσεις του καστανοκίτρινου και ερυθρόλευκου, του συνεσταλμένου πορφυρού.

Έρχεται η ώρα για τον εσπερινό, ακολουθεί τράπεζα με λακωνικές κουβέντες, διδακτικές και θεοπρεπείς, μαζί και οι περισταλμένες φιγούρες των μοναχών και το λιτοδίαιτο γεύμα. Προτού χωνέψεις, το τάλαντο μας συνάζει για το απόδειπνο. Ακολουθεί η ανάπαυση ως προοίμιο της ενεργητικότητας της επόμενης ημέρας. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ο ηγούμενος, ο εκκλησιάρχης (μοναχός που φροντίζει για την ευπρέπεια του Καθολικού), οι ψάλτες, ο παπάς, ο διάκος, ο κανονάρχης (μοναχός που υπηχεί κατά φράσεις ένα τροπάριο πριν τη μουσική του εκτέλεση από τον ψάλτη) όλοι στη θέση τους. Οι κινήσεις απροσποίητες, μια ανέκφραστη δραματουργία. Μετάνοιες, σταυροκοπήματα, ασπασμός των εικόνων, των αγίων λειψάνων.

Όψεις μιας ζωής που μαζί με άλλες αποτελούν την καθημερινότητα του εκεί βίου. Η κοινότητα του βίου συντελεί αποτελεσματικά στην κοινωνία της εν Χριστώ ζωής. Μια ποικιλομορφία διακονημάτων συστήνει την πρακτική πλευρά της μοναχικής πολιτείας. Σαν ένα σώμα, ο μάγειρας, ο δοχειάρης (ο υπεύθυνος μοναχός για την αποθήκη τροφίμων της μονής), ο τραπεζάρης, ο βουρδουνάρης (μοναχός που φροντίζει τους σταύλους της μονής), ο κηπουρός συλλειτουργούν. Όμως σʹ ένα ζωντανό από το Πνεύμα οργανισμό η καθημερινότητα δεν είναι ρουτίνα που προκαλεί μονοτονία ή ανία. Απεναντίας, είναι αφορμή προσευχής, μετάνοιας, ταπείνωσης του φρονήματος της σαρκός που ρέπει στην αυτονόμηση, ζητά την αυτοθέωση. Αυτό το φρόνημα λησμονεί και πληγώνει την αγάπη του Θεού και Πατρός.


Ο μοναχός ως επίγειος άγγελος και ουράνιος άνθρωπος επιλέγει τη σιγή από τη φλυαρία.
Γνωρίζει από την αψευδή μαρτυρία των προγενεστέρων του ότι η σιωπή είναι η γλώσσα  του μέλλοντος. Γνωρίζει, επίσης, ότι η ταπείνωση δώρο και τούτο της χάρης του Θεού
είναι το ένδυμα της θεότητας. Τα μάτια της ψυχής του μοναχού έχουν στηλωθεί στο όραμα της βασιλείας του Θεού. Οι σχέσεις του με το φυσικό κόσμο, τους ανθρώπους, δεν είναι δουλικές αλλά μεταποιημένες από την άκτιστη χάρη του Θεού.

Το κοινό όραμα της βασιλείας του Θεού φανερώνει την οικουμενικότητα του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας. Αλλόφυλλοι και αλλόγλωσσοι δεν είναι απειλή, αλλά εν Χριστώ αδελφοί, προσδοκούν την κοινή ανάσταση, αγωνίζονται σιωπηρά για τον ίδιο σκοπό. Ο τρόπος της ζωής του μοναχού γίνεται αισθητός ως μια θαυμαστή ανάκραση χαράς και λύπης. Ζήση φωρτωμένη με σταυρούς που βλέπει πέρα από το φθαρτό της ιστορίας, στην αθανασία της βασιλείας, στο ανέσπερο φως της αναστάσεως. Σʹ αυτό το πλαίσιο ο πόνος και τα δάκρυα δεν είναι φορείς ψυχολογικής λύπης ή κακομοιριάς αλλά πνοή αρχοντιάς. Ο άνθρωπος βιώνοντας καθημερινά τη θεία λειτουργία, σε χρόνο αχνοφέγγοντος ηλίου, μαθαίνει να ζει με απεριόριστες προοπτικές, με το όραμα της εκκλησιοποίησης ολάκερου του κόσμου.

Η προσευχή, η νηστεία, οι εκούσιες στερήσεις ρίχνουν τον άνθρωπο σʹ έναν ορίζοντα που βρίσκεται ακόμη μπροστά μας, περιμένουμε να ρθεί, του νεκρώνουν το ατομικό θέλημα
και έτσι μπορεί να προκόψει αληθινά με το να προχωρήσει σε τόπο ολόφωτο, σε δίχως όρια απλωχωριά. Το σεμνό χαμόγελο, το αγέρωχο και ειρηνικό βλέμμα, η απορροφημένη από
το Πνεύμα του Θεού όψη, όλα γίνονται δείκτες μιας άλλης βιοτής, μήνυμα και μαρτυρία, εικόνα της μελλοντικής κατάστασης αυτού που πίστεψε και βαπτίστηκε σε τίποτε λιγότερο από τη ζωή της Αγίας Τριάδος. Η ακατάσκευη και απλή ζωή του ευαγγελίου είναι η ζωή ου Χριστιανού∙ o μοναχός, είναι η εικαστικότερη και καλλιτεχνικότερη έκφρασή της.


Στο Άγιον Όρος μαθαίνει κανείς πως τα πάντα συλλειτουργούν δοξάζοντας τον Τριαδικό Θεό και την Κυρία Θεοτόκο. Εκεί, η ποικιλία των μορφών της μοναχικής ζωής, η πλούσια βλάστηση, η ετερότητα του κάθε μοναχού, το μέγεθος της ιστορικής κληρονομιάς που φυλάγεται, όλα κατορθώνουν και συνυπάρχουν αρμονικά. Η ετερότητα και διαφορά δεν συνιστούν διαίρεση, φθορά και αποτυχία της ζωής ως κοινωνίας. Γιʹ αυτό μπορεί να έχεις μια βασιλική του 10ου αιώνα με τοιχογραφίες του 14ου από τους μαΐστορες της Μακεδονικής σχολής, και φορητές εικόνες του 16ου αιώνα από τους μαστόρους της Κρητικής σχολής, και όλα να δενουν. Και αυτό γιατί λένε το ίδιο πράγμα, ακούμε την ίδια ομολογία.

Ο μοναχός γεννιέται μέσα από μια περίοδο σκληρής και ευλογημένης δοκιμασίας. Φτάνει στην κουρά του και λαμβάνει το αγγελικό σχήμα. Έτσι απλά μαυροντυμένος και θα θαφτεί. Στο διακόνημα ή στο εργόχειρό του αν είναι ασκητής, ή κελλιώτης μόνος με τον Θεό, προσεύχεται ακατάπαυστα. Έχει αποταχθεί, έχει λησμονήσει τον κόσμο και έχει λησμονηθεί από αυτόν. Αρκείται και χαίρεται με το να υπάρχει στη μνήμη του Θεού. Γνωρίζει ότι η ανθρώπινη μνήμη είναι υπόθεση ψυχολογικών διαδικασιών μιας ανθρώπινης ικανότητας φευγαλέας, και τελικά ανίκανης να τον στηρίξει στη ζωή, να απαθανατίσει την ύπαρξή του. Η μνήμη του Θεού αναδεικνύεται το σταθερό έδαφος για την ανθρώπινη ύπαρξη, σε έναν αιώνα που σαλεύεται και φεύγει βιαστικά.

Στον Άθω η προσευχή είναι ένας αδιάλειπτος αγώνας στο ναό, στον κήπο, στο διακόνημα, στο φαγητό, ακόμη και στον ύπνο. Ο αγιορείτης μνημονεύει τον Θεό ή μάλλον μνημονεύεται απʹ Αυτόν με το να υπάρχει εν Χριστώ. Η αγρυπνία γίνεται το κατεξοχήν έργο του. Μαθαίνει να συνομιλεί με το Θεό, σιγάσιγά γνωρίζει τα χούγια του, ψήνεται στη σχάρα της άσκησης και γίνεται αναλώσιμος ευαρεστώντας το Θεό, τους αγγέλους, τον Γέροντά του, καταπώς υποσχέθηκε. Ο μοναχός κρατάει το νου του στον άδη, αγγίζει την εσχατιά του σκότους της ύπαρξής του, και μόλις το Πνεύμα του Θεού πνεύσει ως ειρήνη  που μένει σʹ όλα τα μέλη του σώματος και τα μέρη της ψυχής του, τότε αυτό το ένα Πνεύμα ως φως οδηγεί την ισχνή, εύθραυστη ύπαρξή του σε προκοπή, μεγάλωμα, ανάβαση από δόξα σε δόξα.

Για όλο τον κόσμο αλλά ιδιαίτερα για την Ελλάδα, σήμερα για μια ακόμη φορά ακούγεται σωστά ο στίχος του ποιητή: «Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο, και σε λένε Άθω» (Οδ. Ελύτης).


Μοναχική Μύηση (Κουρά)


Ο μοναχός όπως και κάθε πλάσμα του Θεού γεννιέται και πεθαίνει. Όμως η γέννηση του μοναχού δεν ταυτίζεται με τη βιολογική του γέννηση αλλά με μια νέα ταυτότητα που αποκτά κατόπιν μακροχρόνιας και έντονης μύησης και δοκιμασίας. Τα θέσμια του Ορθόδοξου μοναχισμού και κατεξοχήν του Αγίου Όρους προϋποθέτουν μια τέτοια πορεία.

Ο υποψήφιος αρχικά εντάσσεται δοκιμαστικά σε μια αδελφότητα. Εκεί, υπό την καθοδήγηση του Γέροντα Ηγουμένου ακολουθεί ένα πρόγραμμα προσευχής και
διακονίας και συνυφασμένης κατήχησης που τηρείται για ένα χρόνο ή και περισσότερο. Ως
δόκιμος, συνήθως ο υποψήφιος δε φέρει παρά μόνο «σκουφάκι» κατόπιν ευχής που του διαβάζεται.

Ύστερα από απόφαση του ηγουμενοσυμβουλίου ορίζεται η στιγμή της κουράς του υποψήφιου μοναχού. Την ιεροτελεστία θα τελέσει κάποιος ιερομόναχος ενώ ο ηγούμενος θα παραστέκεται στον προσερχόμενο μοναχό ως ανάδοχός του.

Ο υποψήφιος φορώντας συνήθως λευκές κάλτσες και λευκή φανέλλα, μετά την είσοδο του ευαγγελίου στη Θεία Λειτουργία, οδηγούμενος υπό του ηγουμένου φέρεται από τη θύρα του ναού κάτω από τον πολυέλεο. Εκεί, αφού βάλει μετάνοια προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, προχωρεί και βάζει τρεις μετάνοιες στις εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου και του αγίου που τιμάται το Καθολικό. Έπειτα βάζει μετάνοια, παίρνει την ευχή του Ηγουμένου και στέκεται στα αριστερά του με σταυρωμένα τα χέρια.


Μετά την ψαλμωδία των διατεταγμένων απολυτικίων, ο ιερέας κατηχεί τον μέλλοντα μοναχό διαβάζοντας την ευχή «Άνοιξον τα της καρδίας σου ώτα, Αδελφέ,...». Ακολουθούν ερωταποκρίσεις ανάμεσα στον ιερέα και τον υποψήφιο που βεβαιώνουν την εκούσια προσέλευσή του στη μοναχική πολιτεία. Σʹ όσες ερωτήσεις απαντά θετικά ακούμε την ευλογημένη απόκριση «Ναι, του Θεού συνεργούντος μοι, τίμιε Πάτερ». Αμέσως μετά τις ερωταποκρίσεις συνεχίζεται η κατήχηση υπό του ιερέως. Νέα στιχομυθία έπεται. Μετά και το πέρας αυτής της στιχομυθίας, ο ιερέας απευθύνει ευχή ζητώντας τη βοήθεια του Θεού για τον κειρόμενο μοναχό. Ακολουθεί η εκφώνηση του ονόματος του μοναχού. Ο ιερέας τότε τρεις φορές θα δώσει στον κειρόμενο μοναχό το ψαλίδι της κουράς του και ο μοναχός άλλες τρεις αντίστοιχα θα αντιδώσει το ψαλίδι διαμέσου του Ηγουμένου στον ιερέα. Ο ιερέας κείρει την κόμη του γονυκλινή υποψήφιου στο όνομα της Αγίας Τριάδος, ενώ οι χοροί ψάλλουν τρεις φορές το «Κύριε Ελέησον».

Ο τυπικάρης (μοναχός υπεύθυνος για την τήρηση του τυπικού) στη συνέχεια φέρνει τα μοναχικά ενδύματα από το Ιερό Βήμα και τα επιδίδει στον ιερέα. Αυτός, αφού τα ευλογήσει τα παραδίδει στον Ηγούμενο, ο οποίος και ντύνει το νέο μοναχό. Έτσι με τη σειρά του φορά το ζωστικό, το αγγελικό σχήμα, το πολυσταύρι, τη ζώνη, το ράσο, τα υποδήματα, το καλυμμαύχι, το κουκούλι και τέλος τον μανδύα. Συνεχίζεται η Θεία Λειτουργία ψαλλομένου του «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε..». Θα ακολουθήσουν τα αναγνώσματα και ο ιερέας θα δώσει στο νέο μοναχό σταυρό, κομποσχοίνι και λαμπάδα αναμμένη. Ο νέος μοναχός θα μεταλάβει πρώτος χωρίς να βγάλει το κουκούλι του. Αφού μοιραστεί τοαντίδωρο οι άλλοι μοναχοί με τη σειρά πηγαίνουν στο νέο αδελφό που στέκεται σε στασίδι, ασπάζονται το σταυρό που κρατά και του εύχονται «καλό παράδεισο» ή άλλες αρμόζουσες ευχές. Ακολουθεί η τράπεζα, όπου ο νεοκαρείς μοναχός κάθεται πλησίον του ηγουμένου.

Τα μοναχικά ενδύματα είναι μαύρα. Το μεγάλο σχήμα που μοιάζει με πετραχήλι είναι μαύρο κεντημένο με κόκκινο ή άσπρες και χρωματιστές κλωστές. Πάνω του αναπαρασταίνονται ο σταυρός του Κυρίου με τη λόγχη και τον σπόγγο εκατέρωθεν και από κάτω μια νεκροκεφαλή. Αριστερά και δεξιά έχει σε συντομογραφίες τις επιγραφές:

ΜΙΧΑΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙ ΚΑ
Τούτο το Σχήμα δαίμονες φρίτουσσι

Θεού θέα Θείον Θαύμα

Χριστός Χριστιανοίς χαράν χαρίζει

Φως Χριστού φαίνει πάσι

Τόπος Κρανίου Παράδεισος γέγονε

Αδάμ


Ο Λειτουργικός Κύκλος μιας Ημέρας στο Άγιον Όρος


Η νύχτα και ο έναστρος ουρανός κρατύνουν πάνω από τα κτίσματα του μοναστηριού. Είναι ώρα προσευχής, εγρήγορσης και ανάτασης της ψυχής προς τις θείες διακοσμήσεις.

Στις 7:30΄ με τη Βυζαντινή ώρα, ο εκκλησιαστικός θα σημάνει το πρώτο τάλαντο, θα ανάψει τις κανδήλες, τις λουσέρνες, τα φανάρια και τους φανούς του Καθολικού. Στις 7:45΄ σημαίνει το δεύτερο τάλαντο και στις 8:00΄ το τρίτο. Ο εφημέριος βάζει το πετραχήλι και το Μεσονυκτικό αρχίζει. Τούτη η ακολουθία φέρνει εγρήγορση στην ανύστακτη ψυχή που προσμένει στο μεσονύκτιο το Νυμφίο Χριστό. Αποτελεί σημείο διαχωριστικό του σκότους της πλάνης που ο χριστιανός και ειδικά ο μοναχός άφησε πίσω του και της ζωής του φωτός που αναμένεται να ανατείλει την επόμενη ημέρα. Καθώς αρχίζει ο «Άμωμος» ο εκκλησιαστικός βάζει μετάνοια στον Ηγούμενο και χτυπά με την σειρά τον κόπανο και το καθημερινό σιδεράκι.

Μετά το τρίτο κατανυκτικό τροπάριο ο εκκλησιαστικός ανοίγει τη Βασιλική Πύλη. Ο ιερέας εισέρχεται στον κυρίως ναό και ποιεί «Ευλογητόν» ιστάμενος έμπροσθεν του τέμπλου. Κατά τη διάρκεια ανάγνωσης του «Επακούσαι σου..» θα θυμιατίσει το ναό. Ο «Εξάψαλμος» θα διαβαστεί από τον Ηγούμενο.

Με το πέρας της έκτης Ωδής διαβάζεται το Συναξάρι της ημέρας και ο εκκλησιαστικός και πάλι θα χτυπήσει το σιδεράκι. Στην εννάτη Ωδή, «Την Τιμιωτέραν», ο ιερέας θυμιάζει το ναό, ενώ οι μοναχοί αποκουκουλίζονται και κατεβαίνουν από τα στασίδια τους. Μια στάση που εύγλωττα φανερώνει την ξεχωριστή τιμή που οι μοναχοί αποτίουν στην Κυρία Θεοτόκο.

Προς το τέλος του Όρθρου σημαίνει ένα τάλαντο σε τρεις στάσεις κύκλω του ναού. Γίνεται απόλυση και μεταβαίνουν στο παρεκκλήσι που θα τελεσθεί η Θεία Λειτουργία. Εκεί πρωτίστως αναγινώσκεται η τρίτη και έκτη Ώρα. Στο «Δόξα» της έκτης Ώρας ο εκκλησιαστικός σημαίνει το σιδεράκι. Τότε περίπου θα σημάνει και ο ιερέας τον κωδωνίσκο της προθέσεως και οι πατέρες αποκουκουλισμένοι και έχοντας κατεβεί από τα στασίδια  τους μνημονεύουν μυστικά τα ονόματα που ο καθείς φέρει στη μνήμη του, ζώντων και κεκοιμημένων.

Σε λίγο ο εκκλησιαστικός ανάβει τα δρακόντια από το τέμπλο του παρεκκλησιού και ακολουθεί η Θεία Λειτουργία. Τα βημόθυρα παραμένουν κλειστά για να ανοίξουν μόνο στις δύο εισόδους και την ώρα της Θείας Μετάληψης.

Στο τρίτο αντίφωνο γίνεται η μικρή είσοδος υπό του ιερέως φέροντος το ευαγγέλιο και προηγούντος του εκκλησιαστικού με αναμμένο εισοδικό. Ακολουθούν τα αναγνώσματα, ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο. Λίγο μετά ψάλλεται ο χερουβικός ύμνος, γίνεται η μεγάλη είσοδος όπου τα Τίμια Δώρα διακομίζονται από την Πρόθεση στην Αγία Τράπεζα. Τα Λειτουργικά και οι αιτήσεις του ιερέως δημιουργούν θεία ένταση φτάνοντας ως την Κυριακή προσευχή. Προ της Μεταλήψεως οι μοναχοί χαιρετούν τις εικόνες. Ακολουθεί η κοινωνία του Σώματος και Αίματος του Χριστού, το κέντρο της ζωής του μοναχού και κάθε χριστιανού.

Έπεται η απόλυση. Διανέμεται το αντίδωρο και κατά την έξοδο λαμβάνεται και ο αγιασμός που φυλάγεται σε ειδικό σκεύος στη λιτή.

Στη συνέχεια, αν δεν είναι μέρα νηστείας κατά την οποία απουσιάζει το πρωινό γεύμα, εισέρχονται στην Τράπεζα. Αρχίζει προσευχή, και ενώ οι παρευρισκόμενοι τρώνε ο αναγνώστης διαβάζει αποσπάσματα από πατερικά κείμενα ή βίους αγίων. Ο εφημέριος, αν απουσιάζει ο ηγούμενος, δια ξυλίνου σφυρίδος σημαίνει το τέλος του φαγητού και ευλογεί τα περισεύματα ευχαριστώντας τον Θεό. Στην έξοδο της τράπεζας ο ιερέας ευλογεί τους εξερχόμενους και οι διακονητές κάμπτοντες την οσφύ ζητούν συγχώρεση από τους αδελφούς για τυχόν λάθη και παραλλείψεις. Δίωρη ή τρίωρη ξεκούραση προηγείται της επιστροφής των μοναχών στο διατεταγμένο για τον καθένα διακόνημα.

Όπως μια μικρή κοινότητα για να ζήσει χρειάζεται σωστή κατανομή εργασιών έτσι και ένα κοινόβιο μοναστήρι, ή σκήτη, ή κελλί επιβιώνει και προοδεύει και εκπληρώνει τη σωστική αποστολή του με την ανάθεση των διαφόρων διακονημάτων στους εκεί εγκαταβιούντας μοναχούς.

Ο αρχοντάρης περιμένει να προσφέρει ξεκούραση στους νεοφερμένους προσκυνητές, να τους σερβίρει τον κλασικό δίσκο με το νερό, το ρακί και το λουκούμι, και να τους τακτοποιήσει στα δωμάτιά τους. Άλλοι αδελφοί ασχολούνται με τους λαικούς εργάτες που δουλεύουν εκεί, φροντίζουν τους γεροντότερους, επιμελούνται τα ζώα, φτιάχνουν ψωμί και ετοιμάζουν το φαγητό στο μαγειρείο. Ο εκκλησιάρχης ευτρεπίζει το ναό, ενώ άλλοι έχουν για εργόχειρο το πλέξιμο κομποσχινιών, την αγιογραφία, την ξυλογλυπτική και την αργυροχοία, την παρασκευή θυμιάματος και σπάνια την ιεροραπτική και τη βιβλιοδεσία.

Οι γεροντότεροι που προσμένουν τη μετάβασή τους στην αγήρω μακαριότητα σμίγουν σε κουβέντες πνευματικές, στρέφονται σε μνήμες του παρελθόντος και του μέλλοντος, ενώ ο τριγύρω χώρος εμμένει να διαιωνίζει μια ειρήνη αταλάντευτη που περιαυγάζει τους τρούλλους, τους σταυρούς, τη φιάλη και την κρήνη που κοσμούν το φυσικό περίγυρο.

Στις 8:30΄ κατά τη Βυζαντινή Ώρα ο εκκλησιαστικός θα σημάνει το πρώτο τάλαντο, στις
8:45΄ το δεύτερο και στις 9:00΄ το τρίτο. Τότε στο χώρο της λιτής αρχίζει η εννάτη Ώρα. Στο
«Δόξα» της εννάτης ο εκκλησιαστικός θα βγει από το ναό για να κρούσει τον κόπανο και
κατόπιν το σιδεράκι. Με το τέλος της εννάτης Ώρας ο ιερέας ιστάμενος έμπροσθεν του Ιερού Βήματος αρχίζει τον Εσπερινό. Η ακολουθία αυτή κατά αρχαία χριστιανική συνήθεια έχοντας ιουδαικές καταβολές αποτελεί το προοίμιο της επόμενης ημέρας. Τον «Προοιμιακό» θα διαβάσει ο πρώτος στην τάξη μοναχός. Στο «Κύριε εκέκραξα..» ο ιερέας  θυμιάζει το ναό. Τις ψιλές καθημερινές δεν έχει είδοδο. Μετά το «Νυν απολύεις...» ο εκκλησιαστικός σβύνει τα λαδοκέρια και λίγο μετά ακολουθεί η απόλυση.

Οι μοναχοί εξέρχονται του ναού κατευθυνόμενοι προς την Τράπεζα. Και πάλι λόγοι προσευχητικοί και διδακτικοί ανακρώνται με το φαγητό. Στις 12:00΄ ο εκκλησιαστικός θα κρούσει το σιδεράκι για το Απόδειπνο που λαμβάνει χώρα στη λιτή. Είναι ώρα για προσευχή και δέηση προς το Θεό να τηρήσει όσους πάνε να κοιμηθούν ασφαλείς υπό τη σκέπη Του. Μετά το «Σύμβολο της Πίστεως» ανάβεται το λαδοκέρι της εικόνας της Θεοτόκου και ένας μοναχός ασκεπής απαγγέλει τους «Χαιρετισμούς». Στη διάρκεια του Αποδείπνου, ή αμέσως μετά, οι προσκηνυτές έχουν την ευλογία να χαιρετίσουν τα άγια λείψανα στον κυρίως ναό. Πρό του τέλους του αποδείπνου μοναχοί και προσκηνυτές ασπάζονται τις εικόνες και παίρνουν την ευχή του ηγουμένου ή του ιερέως και γίνεται απόλυση.

Ύστερα άλλοι θα προτιμήσουν μια διδακτική συζήτηση, άλλοι την ανάγνωση και άλλοι την ξεκούραση. Τέλος όλοι θα πάνε στα κελλιά τους. Οι μοναχοί από νωρίς, μετά τα μεσάνυχτα, πριν προσέλθουν στο ναό θα ξυπνήσουν για την επιτέλεση του προσωπικού τους κανόνα που περιλαμβάνει συνήθως μετάνοιες, προσευχή με κομποσχοίνι και ανάγνωση ψυχοφελών βιβλίων.

Κατʹ αυτόν τον τρόπο αρχίζει και κλείνει μια ημέρα, η καθημερινότητα του μοναχικού βίου στον Άθω, εδώ και χίλια χρόνια. Και έχεις την έντονη εντύπωση πως η νύχτα που εξουσιάζει και στην έναρξη και στη λήξη δεν είναι ο ζόφος που συρρικνώνει και συστέλλει τη ζωή αλλά η φερέλπιδη ησυχία που βιώνει τη ζωηφόρο νέκρωση, η ταφή που κυοφορεί σαν το σπόρο τη ζωή και η νύχτα με το σκοτάδι που θα δώσει τόπο στην πληρότητα του φωτός της Τρισηλίου Θεότητος.

Bιβλιογραφία

1) Αγιορειτικόν Τυπικό της Εκκλησιαστικής Ακολουθίας, Ιερόν Κελλίον Ευαγγελισμού
Καρυαί/Άγιον Όρος, εκδ. Καστανιώτη, 1995.

2) Παρακλητική, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1984


Κηδεία Μοναχού


«Όταν επισυμβεί να κοιμηθεί ένα γεροντάκι ή οποιοσδήποτε μοναχός (συνήθως φθάνουν σε μεγάλη ηλικία, γιατί δεν κάνουν καταχρήσεις και τρώνε υγιεινές τροφές), δεν του κάνουν λουτρό, αλλά τον σφουγγίζουν με χλιαρό νερό σταυροειδώς στο μέτωπο, το στήθος, τα χέρια, τα γόνατα και τα πόδια »...». Χωρίς να τον δει γυμνό ο μοναχός που θα τον ντύσει, τον αλλάζει, του φοράει κάλτσες καθαρές, εσώβρακο μακρύ, φανέλλα, το σχήμα, το πολυσταύρι, του σταυρώνει τα χέρια και τα δένει με επίδεσμο. Του περνάει μετά ένα κομποσχοινάκι σʹ αυτό, του βάζει σκούφο και του σκεπάζει με το κουκούλι, που του βάζει, το πρόσωπο σχηματίζοντας σταυρό. Τον τοποθετεί στο σάγισμα (τρίχινο ή ψαθί),
αφού τον περιζώσει με το λουρί και του φορέσει καινούργια υποδήματα. Μετά ρίχνει πάνω του το ράσο με σχιστά τα μανίκια, που τα τοποθετεί διαγωνίως και το ράβει όλο, ώστε να περιλάβει μέσα όλο το λείψανο, με μαύρη κλωστή. Με άσπρη κάνει τρεις σταυρούς στο κεφάλι, το στήθος και τα πόδια. Αν έχει κοιμηθεί στο Νοσοκομείο ή το Γηροκομείο, έρχεται ένας ιερέας και κάνει τρισάγιο. Αν ο ίδιος ο νεκρός είναι ιερομόναχος, του βάζουν από πάνω ένα πετραχήλι. Αν είναι ηγούμενος δεν του σκεπάζουν το κεφάλι. Με ξύλινο φορείο (νεκροκράβατο) μεταφέρεται στο νάρθηκα. Όσον καιρό μένει εκεί, καίει λαμπάδα και αδελφοί εναλλάξ διαβάζουν το ψαλτήρι. Η νεκρώσιμη (εξοδιαστική) ακολουθία ιερομονάχου ψάλλεται στο μέσο του καθολικού, ενώ απλού μοναχού στο μέσο της λιτής.

«Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας όλοι οι αδελφοί κρατούν αναμμένα κεριά. Πάνω στο στήθος του νεκρού υπάρχει η τρίμορφη εικόνα. Η ακολουθία είναι πολύ μεγαλύτερη από τη συνήθη.

«Αμέσως μετά, ενώ ψέλνεται το Τρισάγιο, το λείψανο μεταφέρεται στο κοιμητήρι. Μπρος πηγαίνουν οι εκκλησιαστικοί κρατώντας φανάρια, ακολουθούν οι χοροί των ψαλτών, των ιερέων και των άλλων αδελφών και καθʹ οδόν γίνονται στάσεις, για νʹ αναπεμφθούν αιτήσεις. Αφού τοποθετηθεί το λείψανο χωρίς το σάγισμα στο μνήμα, ο ιερέας ρίχνει σταυροειδώς χώμα και λάδι απʹ το καντήλι του Χριστού (στο Κοιμητήρι)...Μετά οι αδελφοί κάνουν κομποσχοίνι 100άρι υπέρ αναπαύσεως...Ύστερα γίνεται το Τρισάγιο...και ο Ηγούμενος εκφωνεί λόγο εξαίροντας την αρετή και τους πνευματικούς αγώνες του μοναχού που κοιμήθηκε.

«Επί 40 μέρες οι αδελφοί του μοναστηριού κάνουν στον κανόνα τους κομποσχοίνι «υπέρ αναπαύσεως» του αδελφού που κοιμήθηκε. Ο νεκρός μνημονεύεται επί 40 μέρες μετά την ταφή του κατά τη μεγάλη είσοδο. Αν είναι Ηγούμενος, πολύ περισσότερο χρόνο. Αναγράφεται στα δίπτυχα (ο κάθε μοναχός που απήλθε) και μνημονεύεται καθημερινά στην προσκομιδή κατά τη Θεία Λειτουργία (καθολικό, παρεκκλήσια).ʺ

Βιβλιογραφία

Ι. Μ. Χατζηφώτη, Η Καθημερινή Ζωή στο Άγιον Όρος, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1995, σσ. 261
264.

 



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |