ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 6. Ή ευλογημένη ακολουθία τού παπακαλόγερου Πλανά

Σάββατο 20 Αυγούστου 2016

6. Ή ευλογημένη ακολουθία τού παπακαλόγερου Πλανά



PLANAS

ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ στό τέλος τοΰ δέκατου ένατου καί στις άρχές-άρχές τοΰ εικοστού αιώνα. Ή ασυλλόγιστη περιπέτεια τοΰ πολέμου τής Ελλάδας μέ τούς Τορκους στά 1897 πού έφερε τή γελοιοποίηση καί τή συμφορά, είχε ταράξει συθέμελα τό Έθνος. Καί ή γενική ηττοπάθεια στίς καρδιές των Ελλήνων είχε προστεθεί ώς συνέχεια στή θλίψη καί ατόν άβάσταχτο πόνο άπό τό θάνατο τοΰ Χαρίλαου Τρικούπη πού συνέβηκε εύτύς.
Βαθιά πικραμένος τότε καί σέ μιά έξαρση πατριωτισμού καί άγάπης, άνάμεσα στ’ άλλα ό Παπαδιαμάντης έγραψε:
«Πώς κατεβλήθη εις έδαφος ή δρΰς ή γιγαντόσωμος, ής ή κορυφή ύπερεΐχεν όλων των δένδρων τοΰ δάσους καί ής οί κλάδοι παρεΐχον σκιάν καί καταφύγιον είς χιλιάδας άνδρών; Πώς έντός μιας έβδομάδος άνηρπάγη άφ’ ημών άνήρ, όμοιον τοΰ οποίου πρό πολλών αιώνων δέν είχεν παραγάγει ή Ελλάς;».
Καί ώς νά μήν έφταναν όλα αύτά, τό Φεβρουάριο τοΰ επόμενου χρόνου, στά 1898 ήρθε καί ή άπόπειρα δολοφονίας έναντίον τοΰ βασιλια Γεωργίου τοΰ Α' στή Λεωφόρο Συγγροΰ, γιά ν’ αύξηθεϊ, έτσι, άκόμα περισσότερο ή επικίνδυνη άτμόσφαιρα καί ή δυσαρέσκεια τοΰ λαοΰ στίς μέρες έκείνες.


Εξάλλου τό Νοέμβρη τοΰ 1901 έγινε καί ή φοιτητική εξέγερση μέ αιματηρές συνέπειες γιά τή μετάφραση σέ απλή γλώσσα τοΰ Ευαγγελίου άπό τήν ιδιαίτερη γραμματέα τής βασίλισσας Όλγας, Ιουλία Ν. Καρόλου, τά γνωστά «Ευαγγελικά». Ένώ σέ δυο χρόνια, τό Νοέμβρη τοΰ 1903, έπακολούθησαν τά «Όρεστειακά», πού τάραξαν καί πάλι τήν Αθήνα έξαιτίας τοΰ έργου Όρέστεια τοΰ Αισχύλου πού ήθελαν νά άνεβάσουν στό Εθνικό Θέατρο μεταφρασμένη κι αύτή στή δημοτική άπό τόν Γ. Σωτηριάδη καί οί φοιτητές άντέδρασαν καί διαμαρτυρήθηκαν έντονα
Σ’ όλα αύτά τά γεγονότα όπου επικρατούσε ή άμυαλοσύνη καί ή προχειρότητα, κάποιοι άνθρωποι συνετοί καί μετρημένοι δέν τά έχασαν Δέν παρασύρθηκαν άπ’ αύτή τήν όχλαλοή, άλλά προσπάθησαν μέ τά λόγια, μέ τήν στάση τους, άκόμα καί μέ τή σιωπή τους νά ήρεμήσουνε τά πράγματα. Ή καί νά υποδείξουν ότι τό παν δέν χάθηκε... Καί ότι πάντοτε υπάρχει ή έλπίδα, όσο μεγάλη κι αν είναι ή συμφορά. Αρκεί νά ρίξουμε τό βάρος τής ματιάς μας μέσα μας. Νά δοΰμε στό βάθος τοΰ έαυτοΰ μας πρώτα τί συμβαίνει κι ύστερα ν’ άποφασίσουμε. Αύτό δηλαδή πού σέ παρόμοιες περιπτώσεις έκανε πάντοτε κι ό παπα-Νικόλας Ζώντας δηλαδή άπό πολύ κοντά καί μέ άμεσότητα όλα τά ιστορικά περιστατικά καί τις συγκρούσεις πού άναστάτωναν τήν Αθήνα, δέν παρασυρόταν σέ άσκοπες κινήσεις. Ούτε προσποιόταν τόν ύποστηριχτή τοΰ λαοΰ ή κάποιας μερίδας του. Ούτε κάν διαμαρτυρόταν γιά τά όσα γίνονταν γύρω του. Αλλά προσπαθούσε νυχτοήμερα νά έπουλώνει πληγές. Νά καθοδηγεί πλανεμένους. Νά συγχωρεΐ τούς κριματισμένους καί νά λέει πώς γιά όλα έδώ είναι ή Εκκλησία. Καί ότι μέσα σ’ αύτή άδιέξοδα δέν υπάρχουν.
Έτσι πέρασε κι αύτή ή άνοιξη. Ή άθηναϊκή γή όλάνθησε καί πάλι. Τό τραγούδι τής ζωής δέν μποροΰσε νά σταματήσει, όσες δυσκολίες κι άν είχαν οί άνθρωποι μεταξύ τους.

Καί ξανά, στις αρχές τοΰ Ίούνη, ό παπα-Νικόλας άποφάσισε νά λειτουργήσει άνήμερα τής γιορτής τοΰ Αγίου Θεοδώρου, στό όμώνυμο έκκλησάκι πού βρισκόταν στούς έρημοτοπους τής Καλλιθέας στην περιοχή Ανάλατος. Γιόρταζε στις  8 τοΰ μήνα τήν Ανακομιδή των Λειψάνων τοΰ Μεγαλομάρτυρα.
Τό άπόμερο αυτό έκκλησάκι είναι συνδεδεμένο μέ σημαντικές ιστορικές περιόδους τής Αθήνας.
Στό σημείο έκεΐνο κατά τήν άρχαιότητα υπήρχαν διάφορα άναθήματα, νεκροταφείο, μαρμάρινα άνάγλυφα, ιερά «σεβάσμια», βωμοί, καθώς κι ένα όνομαστό πηγάδι. Όταν μάλιστα ό Απόστολος Παΰλος άπό τούς Τρεις Πύργους (Παλαιό Φάληρο), όπου άποβιβάστηκε, κατευθύνθηκε πρός τό Αστυ, σ’ αύτό τό πηγάδι στάθηκε νά ξεκουραστεί καί νά πιει νερό. Καί κεΐ άνακάλυψε τό βωμό, τόν άφιερωμένο στόν «Άγνωστο Θεό», τόν όποιο μνημόνευσε άργότερα στήν ομιλία του πρός τούς Αθηναίους άπό τήν Πνύκα.
Εξάλλου στά νεότερα χρόνια τό έκκλησάκι συνδέθηκε καί μέ τή μάχη τοΰ Ανάλατου πού έγινε στά 1827 άνάμεσα στούς Τούρκους καί τούς Γραικούς γιά τήν άπελευθέρωση τής Ακρόπολης. Μετά τήν τραγική άποτυχία τής σύγκρουσης όπου χάθηκαν άναίτια πάνω άπό χίλια πεντακόσια παλικάρια μαζί καί ό Γεώργιος Καραϊσκάκης, οί τραυματισμένοι συγκεντρώθηκαν σέ κείνο τό πηγάδι γιά νά πλύνουν τις πληγές τους καί ν’ άνασάνουν άπό τόν ορυμαγδό τής καταστροφής. Γι’ αύτό μάλιστα τό πηγάδι, τό όποιο βρίσκεται ώς τίς μέρες μας, ό Δημήτρης Καμπούρογλου έγραψε:
«Όταν άπό τάς Αθήνας πηγαίνει κανείς εις τό Παλαιόν Φάληρον καί πρωτοανακρύση τήν θάλασσαν, άς παραμερίση άριστερά, καί άς άκολουθήση ένα παλαιό δρόμο, τότε θά φθάση εις τόν ιστορικόν Άνάλατον πού τόν προστατεύει ό Άγιος Θεόδωρος ό Στρατηλάτης, καί τόν δροσίζει ένα μεγάλο πηγάδι. Τό πηγάδι αύτό πιστεύουν πώς συγκοινωνεί μέ ένα άλλο ξεροπήγαδο τώρα πιά, πού είναι ολίγον πριν φθάσουμε έκεΐ μέσα στά χωράφια. Θάρθη καιρός, πού ό πολιτισμός θά βάλη εις τό πηγάδι αυτό, τήν έπιγραφήν: “Τό πηγάδι τών στεναγμών”, άπ’ όπου άκούγονταν οι φοβερές σκηνές τής μάχης. Σ’ αυτό έσφαξαν καί τό άρχοντόπουλο, τόν Ί. Νοταρά».
Τό παλαιό τοπωνύμιο τής περιοχής Ανάλατος καλύπτει τή Νέα Σμύρνη καί τόν Αι-Σώστη. Καί ή παράδοση συντηρεί τήν άποψη ότι προήλθε άπό τό άνάλατο (γλυφό) νερό τού πηγαδιού τού Αγίου Θεοδώρου. Ή άπό τό φυτό νωτόβαση ή συριακή, τό λεγόμενο δηλαδή γαϊδουράγκαθο πού εύκολα έβγαινε σέ κείνους τούς ερημότοπους μέ τά βράχια, τις ρεματιές, τις μυγδαλιές κι άργότερα τά περιβόλια καί τά διάσπαρτα βουστάσια.
Τήν περιοχή τού Αγίου Θεοόώρου, πού λεγόταν Λέδες καί είχε σχέση μέ τή μεγάλη Βρύση, τά Μποστάνια καί τ’ Αράπικα (Τζιτζιφιές) τήν κατείχαν τσιφλικάδες Αθηναίοι Πλακιώτες, όπως ό Τατάκης, ό Τοτόμης καί άλλοι. Καί συχνά στό έκκλησάκι γινόντουσαν τοπικές συνάξεις τών λίγων, διάσπαρτων κατοίκων, γιά νά βαφτίσουν, νά στεφανιοσουν ή νά πανηγυρίσουν κάποιο μεγάλο γεγονός τής φαμίλιας τους.
«Ό Ανάλατος τή χρονική περίοδο 1885-1925 υπαγόταν στό προάστειο “Καλλιθέα” ήταν δέ σχεδόν άκατοίκητος. Τό 1885 είχε μόνον τέσσερις κατοίκους, τό 1896 έξι καί τό 1920 σαράντα έξι» (Σταματίνα Μαυρίκου).
Ή ίδρυση τής έκκλησιάς τού Αγίου Θεοδώρου ορίζεται πριν άπό τό 1870. Καί είναι μιά ξυλόστεγη, μονόκλιτη βασιλική, πού έχει στήν τοιχοδομία της ενσωματωμένα άρκετά μέλη άπό τά άρχαιοελληνικά καί παλαιοχριστιανικά άνάγλυφα τής γύρω περιοχής.
«Ενδιαφέροντα κατάλοιπα τής άρχαιότητας υπάρχουν εις τό περιβάλλον τής Εκκλησίας, άλλά καί εις αύτό τούτο τό κτίριόν της έντοιχισμένα: λαξευτοί ογκόλιθοι άρχαίου τείχους, άλλοι κατά χώραν καί άλλοι μετατοπισμένοι, πλάκες μαρμάριναι, έκ των όποίιον μία ενεπίγραφος, θραύσμα άναγλύφου καί άλλα, μαρτυροΰντα ότι υπήρχαν εκεί κατά τούς άρχαίους χρόνους “σεβάσματα” διά τούς οδοιπόρους - ιερόν καί βωμοί. Ένα θωράκιον δε, έντοιχιομένον εις τήν δυτικήν όψιν τής έκκλησίας, μαρτυρεί ότι αΰτη έχει διαδεχθή εις τήν ιδίαν θέσιν άλλην, παλαιοχριστιανικήν, ή όποια πιθανότατα ήτο κτισμένη έπάνω είς τά θεμέλια προϋπάρχοντος άρχαίου ιερού» (Κ.Η. Μπίρης).
Σ’ αυτό τό ιστορικό καί έρημικό έκκλησάκι θά λειτουργούσε καί πάλι ό παπα-Νικόλας. Θά πήγαινε μάλιστα άπό τήν προηγούμενη μέρα νά διανυκτερεύσει κάπου έκεΐ κοντά, σ’ ένα φιλικό σπίτι  τό συνήθιζε πάντοτε ώστε νά βρίσκεται έτοιμος στή θέση του, τήν άλλη μέρα τό πρωί.
Νωρίς λοιπόν τό δειλινό τής παραμονής τού Άγιου Θεοδώρου, μαζί μέ τή μόνιμη ψάλτρια του τή Βικτωρία, μιά εξαγνισμένη μοναχή, έφτασε στό σπίτι τής εύγενικής οικογένειας, κάπου στήν Καλλιθέα, όπου θά τόν φιλοξενούσαν.
Τότε όλη εκείνη ή περιοχή είχε δέν είχε πεντακόσιους κατοίκους.
Ή χαρά των νοικοκυραίων ήταν άπερίγραπτη καθώς είδαν τούς δύο επισκέπτες κοντά τους. Οι άλλοι πιστοί τής άκολουθίας τού παπα-Νικόλα άντρες καί πιότερο παιδιά καί γυναίκες, πού συχνά τόν συνόδευαν, θά πήγαιναν άπευθείας στό έκκλησάκι τά χαράματα τής άλλης μέρας.
Μετά τις άπαραίτητες φιλοφρονήσεις οί δύο φιλοξενούμενοι άποσύρθηκαν ν’ άναπαυθοΰν γιατί θά ήταν κουραστική ή άλλη μέρα. Καί τότε ή νοικοκυρά τού σπιτιού βάλθηκε νά προετοιμάζεται καί νά μαγειρεύει καί γιά τήν άλλη μέρα ώστε νά μπορέσει καί κείνη νά παραβρεθεΐ στήν πανηγυρική λειτουργία. Θά τοίμαζε πολλές μερίδες φαγί, έπειδή είχε σκοπό νά φιλοξενήσει στό τραπέζι της άπολείτουργα έξόν άπό τόν παπα-Νικόλα κι άρκετά μέλη τής συνοδείας του κι άλλους πανηγυριστές.

Εκεί όμως όπου μέσα στήν ήσυχη καλοκαιρινή βραδιά έκανε τίς δουλειές της, βλέπει ξαφνικά άπό τ’ άνοιχτό παράθυρο ένα παράξενο φώς νά μπαίνει στό σπίτι της. Μιά φωτεινή γραμμή δίχως άρχή καί δίχως τέλος νά διασχίζει έντονο τό πυκνό σκοτάδι καί νά στέκεται αίωρούμενο πότε πάνω άπό τό κεφάλι τοΰ παπα-Νικόλα καί πότε πάνω άπό τό παράθυρο τής μοναχής Βικτωρίας, καθώς κοιμόντουσαν.
Ή Βικτωρία (πρώην Βασιλική) ήταν ό άχώριστος σύντροφος σ’ όλους τούς κόπους τής άσκητικής καί φιλανθρωπικής ζωής τού παπα-Νικόλα. Αν δέν είχε κοντά του αύτή τήν άφοσιωμένη γυναίκα, θά ήταν δύσκολο νά ολοκληρώσει τό έργο πού είχε άναλάβει Ήταν έξαιρετικής άντοχής ύπαρξη. Τόν συνόδευε πάντοτε καί παντού. Τοΰ διάβαζε τίς άκολουθίες, τούς βίους τών Αγίων. Καί στις άγρυπνίες, καθώς στις νηστείες, στήν προσευχή καί στις οδοιπορίες ήταν πλάι του μέ υπομονή καί κουράγιο.
«Πιστός συνοδός ήτο ή γερόντισσα Βασιλική (Βικτωρία όνόματι ώς υποτακτική αύτοϋ), ήτις έβοήθει αύτόν καθ’ δλας τάς ίεράς άκολουθίας, τάς Λειτουργίας κ.λπ. ψάλλουσα κατανυκτικώτατα καί άναγινώσκουσα εύκρινώς καί μετά πολλής κατανύξεως. Αύτήν κυρίως ένθυμοΰμαι μέ τήν βακτηρίαν εις χεϊρας ώς καί τήν μοναχήν Μάρθαν, άμφότεραι πισταί καί άφοσιωμέναι εις τόν Πνευματικόν ήμών Πατέρα μαθήτριαι. Έκεΐναι έσχον τήν εξαιρετικήν εύλογίαν νά ϊδωσι τά περισσότερα σημεία τής χάριτος τοΰ Θεοΰ, διακονοΰσαι αύτώ» ( Μητροπολίτης Τίτος).
Ή καλόκαρδη καί φιλόξενη γυναίκα τής Καλλιθέας, ώς άντίκρισε τό λαμπερό φαινόμενο έμεινε εκστατική. Σταυροκοπήθηκε καί λές τρομαγμένη κάλεσε εύτύς τόν άντρα της νά δει καί κείνος τό παράξενο φαινόμενο
-Φώτη, Φώτη έλα νά δεις
-Τί τρέχει βρέ γυναίκα;

-Έλα νά δεις σοΰ λέω. Καί κείνος βρέθηκε κοντά της. Καί είδε πραγματικά τά όσα έβλεπε ή σύνευνή του. Τό φως πάνω άπό τό κεφάλι τοΰ παπα-Νικόλα νά πηγαινοέρχεται αίωρούμενο στό δωμάτιο, καθώς έκεϊνος κοιμόταν. Κοιτάχτηκαν στά μάτια άπορημένοι. Στ’ άλήθεια έβλεπαν ένα «σημείο» ύπερφυσικό πού τούς βεβαίωνε γιά τό ποιόν τοΰ άγαθοΰ ιερέα πού φιλοξενούσαν σπίτι τους. Ένιωσαν τρόμο, μαζί καί χαρά, άλλά καί περηφάνεια κι ήθελαν νά βγούνε κείνη τήν ώρα μέσα στή νύχτα καί νά ξεφωνήσουν... Νά διαλαλήσουν σ’ όλους τούς άνθρώπους τό ξεχωριστό περιστατικό. Νά πούν γιά τήν όσιότητα τού άγαθοΰ ιερέα πού εκείνοι φιλοξενούσαν σπίτι τους.
Τίποτα ώστόσο δέν έκαναν. Άλλά παρευτύς, ως καλοί χριστιανοί κι έτσι βουβοί καί έκστασιασμένοι καθώς ήταν, γονάτισαν μπροστά στό εικονοστάσι μέ τό άναμμένο καντηλάκι καί προσευχήθηκαν. Τούς έφτανε ότι παραβρίσκονταν ώς μάρτυρες μιας σπουδαίας στιγμής τοΰ παπα-Νικόλα πού μόνο κείνοι είχαν δει μέ τά μάτια τους. Τί προνόμιο.. Ή γυναίκα τής Καλλιθέας μάλιστα, καθώς ύστερα συνέχισε τό μαγείρεμά της, έφερε στή μνήμη της μιά παρόμοια περίπτωση πού τής είχε διηγηθεΐ ή μοναχή Βικτωρία καί είχε σχέση μέ τήν όσιότητα τοΰ παπα-Νικόλα Πλανά.
Κάποτε μιά κυρία γνωστή είχε μαζέψει στό σπίτι της ένα γεροντάκι έρημο, φτωχό καί άρρωστο καί τό περιποιόταν σ’ ένα ειδικό χώρο τοΰ σπιτιού της. Αύτό τό γεροντάκι τό επισκεπτόταν τουλάχιστον δυό φορές τή βδομάδα ό παπα-Νικόλας καί τού πρόσφερνε δλα τά άπαραίτητα γιά νά ζήσει καί νά γιατρευτεί.
Μιά μέρα, όταν έδυσε ό ήλιος καί ή κόρη τής οικογένειας καθόταν στό μπαλκονάκι τοΰ σπιτιού, είδε άπό μακριά μέσα στά χωράφια ένα φως νά ’ρχεται καταπάνω της, πρός τό μέρος της. Δέν ξεχώρισε καλά τί ήταν. Μά ύπέθεσε βάσιμα πώς ήταν τό φανάρι κάποιας άμαξας Όμως τό φως πλησίαζε καί δέν ξεχώριζε κάτι τέτοιο. Έτσι νόμισε πώς θά ήταν λαδοφάναρο πού κατά τή συνήθειά του κρατούσε ό παπα-Νικόλας όταν ερχόταν βράδυ νά έπισκεφτεϊ τόν άρρωστο γεροντάκο.
Τότε ή κόρη σκέφτηκε νά πάρει τή σβηστή άκόμα λάμπα της καί νά βγει στην αυλή καί κει, άφοϋ υποδεχτεί τόν παπούλη, νά τήν ανάψει. Κι έτσι έκανε. Κι όταν πλησίασε στήν αυλή ό παπα-Νικόλας τοϋ,φώναξε:
-Μή σβήσεις τό φανάρι σου παπούλη. Κατεβαίνω ν’ άνάψω τή λάμπα μου. Κι έτρεξε μεμιάς πρός τό μέρος του βλέποντας συνέχεια τό φως πού κρατούσε ό παπα-Νικόλας. Όταν πλησίασε όμως, ό γέροντας τή ρώτησε:
-Γιά ποιό φανάρι μοϋ μιλούσες, κόρη μου;
-Γι’ αύτό πού κρατούσες στά χέρια σου πρίν λίγο Πού είναι το;
-Μά δέν κρατώ κανένα φανάρι. Τί λές; Νά, τό ραβδί μου μόνο έχω, τίποτ’ άλλο..
-Τίποτ’ άλλο; άπόρησε ή κόρη.
Ό παπα-Νικόλας όμως κατάλαβε τήν άγνότητα κείνης τής κορασίδας πού άργότερα μάλιστα έγινε ομόζυγος τού γιοΰ του Γιάννη καί άφοΰ τής χάιδεψε τά μαλλιά τήν πήρε άπό τό χέρι καί τής είπε:
-Έλα Μαριγώ μου, βοήθησέ με τώρα ν’ άνεβοΰμε τά σκαλιά. Είναι πολύ σκοτεινά δωχάμου.
Τήν άλλη μέρα τού Αγίου Θεοδώρου, στή λειτουργία βρέθηκε πολύς κόσμος. Καί ψιθυριστά, άπό στόμα σέ στόμα έμαθαν όλοι τό τί είχε συντρέξει άποβραδίς στό φιλικό σπίτι τής γυναίκας τής Καλλιθέας. Κι έτσι ή λειτουργία καί ή όλη τελετή κύλησαν σ’ ένα κλίμα θρησκευτικής έκστασης καί ενθουσιασμού, μέχρι άργά τό μεσημέρι πού τέλειωσε.
Ό παπα-Νικόλας δέν γνώριζε τί θά πει πρωινό ρόφημα ή συνεχής βαθύς ύπνος. Καί είχε τό Ιερό συνήθειο νά μνημονεύει μέ τις ώρες τά ονόματα των νεκρών πρώτα καί ύστερα των ζωντανών. Τις ώρες αυτές βρισκόταν πάντα όρθιος, συχνά νηστικός ή νήστευε άπό μέρες κι ήταν έξαντλημένος.
Κατά τό συνήθειό του αυτό έμνημόνευε πρώτα τούς Πατριάρχες, Μητροπολίτες, Ιερείς, Διακόνους Ναξιώτες καί Αθηναίους καί στή συνέχεια διάβαζε τά έκατοντάδες χαρτάκια πού τοϋ είχαν δώσει καί κουβαλούσε μόνιμα πάνω του. Τά είχε τοποθετήσει σέ δύο μεγάλες μαντήλες καί άφοΰ τίς έδενε σταυρωτά τίς φύλαγε στόν κόρφο του. Στή μιά μαντήλα είχε τά έκατοντάδες ονόματα μέ τούς νεκρούς. Καί στήν άλλη τούς ζωντανούς. Τόν ρώτησαν κάποτε:
-Τί είναι αύτά τά μποξαδάκια πού φυλάγεις στόν κόρφο σου παπούλη; Καί κείνος άποκρίθηκε:
-Τά γραμμάτιά μου είναι καί τά συμβόλαια. Αύτά έχω ’γώ γιά περιουσία.
-Καί στήν εκκλησία, γιατί βρίσκεσαι συνέχεια;
-Κι έλόγου σου κυρ-Σπύρο μου όταν άνοίγεις τό κατάστημά σου στήν Έρμου, γιατί μένεις μέ τίς ώρες κειδά;
-Τό ίδιο πράμα είναι παπα-Νικόλα;
-Έτσά κι άκόμα πιό άναγκαϊο Γιά μένα ή έκκλησιά είναι τό σπίτι μου καί οι άκολουθίες ή θροφή μου. Πές τό πρωινό, τό μεσημεριανό καί τό βραδινό μου
Κι άληθινά. Ό παπα-Νικόλας ζοΰσε μιά ενότητα βίου προσωπικού καί τοϋ κόσμου. Αισθανόταν βαθιά τέρψη όταν μνημόνευε νεκρούς καί ζωντανούς ώρες ολόκληρες καί ζοΰσε ό ίδιος τήν άλήθεια καί τή βιωματικότητα αύτοΰ τοϋ τρόπου ζωής.
Ωστόσο, παρά τήν ιδιορρυθμία του καί τίς άτέλειωτες ώρες τών άκολουθιών πού έκανε, υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος πού στεκόταν πάντοτε κοντά του. Σέ κάθε σύναξη, άγρυπνία, άκολουθία ή μυστήριο, άνθρωποι ταπεινοί, λαχανιασμένοι άπό τή ζήση καί τίς δυσκολίες της, άλλά καί άλλοι πού είχαν τόν τρόπο τους συμμερίζονταν τό έργο του. Εκδήλωναν τήν τιμή τους μέ χίλιους δυό τρόπους. Ή καί τόν ύπηρετοϋσαν αγόγγυστα άπό κοντά όπου κι αν πήγαινε, ό,τι κι αν έκανε.
Τό πλήθος αυτών των άνθρώπων ήταν ένα θεοφοβούμενο σμάρι άπό γνωστές καί άγνωστες γυναίκες τής Αθήνας, τής Νάξου κι άλλων περιοχών. Θεία πλάσματα. Ψυχές δικασμένες πού άναζητοΰσαν έλεος καί προστασία.
Ξεχωριστά ο'ι γυναίκες πού τού παραστέκονταν μόνιμα ήταν φτωχές κι απλοϊκές υπάρξεις. Μά μέ πλούσια αισθήματα άλληλεγγύης καί σύμπνοιας. Μαγεμένες άπό τήν άδολη ψυχή τοϋ απλοϊκού λευΐτη. "Ετοιμες νά κάμουν τό κάθε τι στις έντολές του άπό σεβασμό καί άναγνώριση. Πρόθυμες νά τρέξουν καί μέσα στή νύχτα τής Αθήνας γιά νέχ προσφέρουν κι αύτή τή ζωή τους άν χρειαζόταν γιά χάρη του. Σκλάβες τής άγάπης καί τών αισθημάτων πού πλημμύριζαν τήν καρδιά τους ώς μητέρες, ώς σύζυγοι, ώς άδελφές, ώς ταπεινά πρόβατα τοΰ Θεού.
Μιά όσμή εύωδίας πνευματικής. 'Ένα άρωμα άγνότητας ξεχυνόταν άπό τις συνάξεις αύτές τών γυναικών πού συχνά πραγματοποιούνταν σέ κάποιο καμαράκι, σ’ ένα χαγιάτι, ατό γυναικωνίτη μιας έκκλησιάς, σέ ένα απομακρυσμένο κελάκι. Ήταν γυναίκες πού άγνοοΰσαν τούς «θησαυρούς» τοϋ κόσμου καί άναζητοΰσαν τήν άληθινή ζωή στήν αύθεντικότητα αύτοΰ τοΰ γνήσιου παπά. Αύτός καθημερινά τούς άνοιγε τό σεντούκι τοΰ βίου του καί τούς χάριζε άληθινό χρυσάφι χαράς καί εύλογίας.
Αλλά καί ό πασίγνωστος ψάλτης του στόν Αγιο Έλισσαΐο, ό παπάς δίχως ράσο, ό Παπαδιαμάντης, όλημερίς καί όλονυχτίς μ’ αύτές, τίς άγιες μορφές τών γυναικών δέν συναναστρεφόταν; Όλοένα καί κείνος μέ τίς γυναίκες τοΰ νησιοΰ του τό Ζερμπινιώ, τό Μπραϊνάκι, τό Ξενιώ, τό Κουμπώ, τά μικρά κορίτσια καί τίς σεβάσμιες γριές καί τίς μαυροφόρες χήρες δέ συνομιλούσε κι έγραφε τά βάσανα καί τίς χαρές τους;

"Ολες αυτές τις ευαίσθητες υπάρξεις τίς ζωγράφιζε ό Παπαδιαμάντης καί εισχωρούσε βαθιά στά άδυτα τής ψυχής τους. Καί μέ τή γραφίδα του φώτιζε τόν άπέραντο κι άνεξε ρεΰνητο κόσμο τους.
Μά ό παπα-Νικόλας τίς ήξερε καί τίς ζοΰσε καθημερινά κοντά του. Δεν μιλούσε γι’ αυτές ούτε άνάλυε τό χαρακτήρα τους. Γνώριζε τό κάθε τι άπό τή ζήση τους καί βοηθούσε νά σηκώσουν τό βάρος τους. Ένίσχυε τό κουράγιο τους καί κατεύθυνε τό πνεύμα τους. Άνοιγε τήν αυλαία γιά νά βλέπουν τά θαυμάσια μυστήρια τής λειτουργικής ζωής τής Εκκλησίας. Κι έτσι στήριζε ουσιαστικά αύτόν τόν θεσπέσιο λαϊκό κόσμο πού άποτελούσε τήν άλήθεια, τή ζεστασιά, τήν ποίηση των καθημερινών πράξεων καί των κατορθωμάτων τού άνθρώπου.
Ό παπα-Νικόλας θά μπορούσε καί παράδες νά κάνει καί άποταμΐευση νά έχει κι άλλα υλικά οφέλη ν’ άποκτήσει Ωστόσο, όλα του τά έσοδα, άκόμα κι ένα δίλεπτο πού σύναζε τά πρόσφερνε στή συγκεκριμένη φιλανθριυπία πού άσκούσε καί διαμέσου τής γυναικείας συντροφιάς πού τόν συνόδευε. Τά έδινε άγόγγυστα στούς φτωχούς καί στούς άρρωστους τής Αθήνας, μή κρατώντας καμιά φορά ούτε λίγες δεκάρες γιά τό παιδί του...
Σάμπως καί τήν προσωπική περιουσία πού άπόκτησε στή Νάξο άπό τόν πατέρα καί τή μητέρα του δέν τήν παραχώρησε; Έτσι άκριβώς όπιυς έκανε παλιότερα καί ό συγχωριανός καί γείτονάς του Νικόλας Καλλιβούρτζης (Νικόδημος ό Αγιορείτης).
Πάμπολλες είναι οί μαρτυρίες γιά τό ότι ό παπα-Νικόλας έδινε τούς παράδες του γιά νά παντρέψει ορφανά κορίτσια. Νά βοηθήσει φτωχούς σπουδαστές. Νά πληρώνει δίδακτρα καί βιβλία στούς άπορους μαθητές. Κι έτρεχε νά κάνει γάμους, βαφτίσια καί κηδείες όχι γιά νά πάρει φιλοδώρημα. Αλλά νά δώσει κιόλας όταν συναντούσε άνθρώπους πού δεν είχαν ούτε τό καθημερινό τους ψωμί. Ακόμα καί γιά αγιο-γραφήσεις, αγορά εικόνων καί σκευών τής Εκκλησίας πρόσφερνε μέ απλοχεριά τούς παράδες του, γιατί πίστευε άπόλυτα στόν ευαγγελικό λόγο πού λέει ότι τά πετεινά τ’ ουρανού «ού σπείρουσιν ούδέ Θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις άποθήκας, καί ό πατήρ ήμών ό ουράνιος τρέφει αυτά».
Γιά έναν έξίσου ίδιόρυθμο παπά, τόν «Παπά Τρέχα» ό όποιος ήταν έφημέριος στή Βολισσό τής Χίου, ό Αδαμάντιος Κοραής γύρω στά 1820 έγραψε:
«Γέλα, φίλε, όσον θέλης, άλλά πρόσεχε μή καταφρονήσης διά τούτο τόν σεβάσμιον Παπά Τρέχαν. Ναι σεβάσμιος άληθώς είναι, ώς σέ τό λέγω. Μ’ όλην ταύτην τήν άπλότητα, δέν έμπορεΐς νά στοχασθής πόσον είναι φιλάνθρωπος ό καλός ούτος ιερεύς, πόσον φροντίζει διά τήν χρηστοήθειαν τού μικρού του ποιμνίου, μέ ποιαν ψυχής διάθεσιν παρηγορεΐ τούς ένορίτας εις τάς δυστυχίας αύτών, καί τούς συμβουλεύει, όταν εύτυχώσι, νά έχωσι πρόνοιαν των δυστυχούντων.
Ή άρετή δέν είναι εις αύτόν γέννημα παιδείας, έπειδή παιδείαν δέν έλαβε· δέν είναι καρπός τής άσκήσεως, έπειδή κανένα κόπο δέν δοκιμάζεις εις τήν γύμνασιν αύτής· άλλ’ έφυτεύθη ούρανοκατέβατος εις τήν ψυχήν του».
Άλλά καί γιά τόν παπα-Νικόλα Πλανά υπάρχουν πάρα πολλοί άγνωστοι άνθρωποι καί γνωστοί οπήν κοινωνία τής Αθήνας, μορφωμένοι κι άγράμματοι πού μιλούν γιά τά σπάνια χαρίσματά του. Κι άνάμεσά τους βέβαια, αύτόπτες μάρτυρες μέ γνώση καί κύρος, όπως ή μοναχή Μάρθα (Ούρανία Παπαδοπούλου), ό παπα-Γιάννης Άδαμόπουλος, ή ήγουμένη Παρθενία Μάνδηλα, ό κυρός Μητροπολίτης Τίτος Ματθαιά- κης, ό ηγούμενος Φιλόθεος Ζερβάκος, ό Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ό Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος καί άλλοι. Μιά άπ’ αύτές τίς μαρτυρίες λέει χαρακτηριστικά: ·
«Ό πάτερ Πλανάς ούδέποτε κρατούσε χρήματα. 'Ό,τι τού έδιναν, τά διέθετεν άμέσως. Μέ τό ένα χέρι τά έπαιρνε καί μέ τό άλλο τά έδιδε σέ πτωχούς, χήρας καί ορφανά. Είσέπραττε τό πριυί; Τό μεσημέρι δέν είχε πεντάρα. Είσέπραττε τό άπόγευμα; Τό βράδυ έκοιμάτο άπένταρος.
»’Άκακος καί άχολος, μή γνωρίζωντήν άρνησιν, έδιδε εις πάντας τούς ζητούντας. Καί πολλάκις, όπως μοϋ έλεγε ό πάτερ Λαμπρόπουλος, έπιπτε θύμα εκμεταλλευτών, οί όποιοι έπήγαιναν καί τού έλεγαν ότι ήσαν πτωχοί, ότι έπεινοΰσαν καί ύπόφεραν καί τούς έδιδε καί τήν τελευταίαν δεκάρα.
»Όπως ήτο έπόμενον, ήτο άδύνατον ό άγιος άνθρωπος νά έχη έχθρούς. Καί νά τόν ύβριζον άκόμη καί νά τόν έκλεπτον φανερά, αύτός μέ τό μειδίαμα τής καλοσύνης είς τά χείλη τούς συνεχώρει καί τούς ηύλόγει».
-'Αλέκο ήσυχα, ήσυχα. "Ησυχα σοΰ λέγω γιατί μάς βλέπουνε
-Καλά, καλά παπούλη. Μή σκιάζεσαι.
-Δέ θά μοϋ άφήκεις ούτε δεκάρα Άλέκο
Έτσι μιλούσε ό παπα-Νικόλας σ’ έναν προσωρινό ψάλτη, τόν Άλέκο, πού έκμεταλλευόμενος τήν πραότητα καί τήν άγα- θότητα τού άγιου ποιμένα τολμούσε συχνά κι έβαζε τό χέρι του μέσα στις τσέπες του καί τοϋ άφαιροϋσε τις οικονομίες.
Ό Άλέκος συνόδευε τόν παπα-Νικόλα στις άγρυπνίες καί τοϋ έκανε τόν ψάλτη. Μά ήταν μέθυσος, άνθρωπος άστόχαστος καί ρέμπελος. Συνήθιζε άκόμα νά κάνει καί πολλές παγαποντιές, προκειμένου νά βρει παράδες γιά νά πιει τό κρασί του. Ό Παπαδιαμάντης μάλιστα χαριτολογώντας έλεγε γι’ αύτό τόν άνθρωπο:
-Ό Άλέκος άπόψε έχει κρασοκατάνυξη.
Συχνά δημιουργούσε καί φασαρίες στόν παπα-Νικόλα δίχως λόγο. Καί τότε όλοι τοϋ συνιστοϋσαν, γιά χιλιοστή φοά, νά τόν άπομακρύνει άπό κοντά του. Μά κείνος άποκρινόταν μέ καλοσύνη:
Καλός, καλός ό Άλέκος. Έχει κατάνυξη όταν ψέλνει, έχει φόβο Θεοΰ.

-Μά, παπούλη μου, γίνεται άφορμή γιά σκάνδαλα μέσα στην Εκκλησία καί παίρνει θάρρητα έκεϊ πού δέν τού τά δίνουν.
-Ό Άλέκος είναι καλός. Αγαπάει την Εκκλησία καί ψέλνει καλά σάς λέγω. Νά τόν άφήκετε..
Κι ενώ ό παπα-Νικόλας έδειχνε όλη τήν καλοσύνη καί άνεκτικότητά του πρός τόν Άλέκο, αύτός ό άθεόφοβος έμπαινε άργότερα καί μέσα στό Ιερό καί άπό κεΐ άρπαζε, έκτος άπό τούς παράδες πού έβρισκε καί δ,τι άλλο χρήσιμο βρισκόταν άκόμα καί πάνω στήν Αγία Τράπεζα.
Κάποια μέρα ό παπούλης βιαστικός καθιός ήταν έφυγε άπό τήν άγρυπνία τού Αγίου Έλισσαίου γιά νά πάει στήν ενορία του, τόν Αι-Γιάννη τού Αγρού. Χρειάστηκε όμως νά πάρει άμάξι ίσαμε κεΐ γιά νά προλάβει τή λειτουργία. Μά ώς έφτασε στόν προορισμό του καί τοιμάστηκε νά πληρώσει διαπίστωσε ότι ό Άλέκος δέν τού είχε άφήσει στήν τσέπη του ούτε μιά δεκάρα. 'Οπόταν μουδιασμένος καί ντροπιασμένος άναγκάστηκε νά ζητήσει συγνώμη άπό τόν αμαξά καί νά δικαιολογηθεί:
-Γιέ μου, δέν έχω πάνω μου παράδες. Θά σου τό πληρώσω όμως τό άγώγι μιά άλλη φορά.
-Παπούλη μου νά τ’ άφήσεις αύτά Τώρα θά μοΰ δώκεις τούς παράδες μου.
-Μά σοΰ λέγω τήν άλήθεια. Κάτι μοΰ συνέβηκε φαίνεται καί τωραδά δέν κρατώ πάνω μου τίποτις.
-Δέν ξέρω γώ άπό δαΰτα. Νά μήν έπαιρνες τότες άμάξι. Κι άν δέ μέ πλερώσεις θά σοΰ πάρω τό ράσο.
-Μά βρέ γιέ μου...
-Δέν ξέρω τίποτις σοΰ λέγω. Τό ράσο σου γρήγορα.
-Νά τό πάρεις, άφοΰ δέ μέ πιστεύεις...
-Άκοΰς εκεί παπάς νά θέλει νά μέ ξεγελάσει
-Όχι, όχι παιδάκι μου... νά σέ χαρώ.
-Κάνε γρήγορα σοΰ λέγω.

 
Τό Μετόχι τής Μονής  Πεντέλης στην Αθήνα, ή Αγία Δύναμη, άπό όπου συχνά περνούσε ό παπα-Νικόλας Πλανάς, καί κάποτε λειτουργούσε Κατά την Επανάσταση τής Αθήνας τό 1821 διεδραμάτισε πολύ σημαντικό έθνικό ρόλο.

Κι ό παπα-Νικόλας εύτύς έβγαλε κι έδωσε στόν άμαξα τό τιμημένο ρασάκι του γιά νά τό πουλήσει καί νά είσπράξει τό άντίτιμο τής μεταφοράς πού έκανε. Καί χωρίς καμιά άλλη διαμαρτυρία, μπήκε στην εκκλησία του κι έβαλε τά άμφιά του γιά νά λειτουργήσει.
Δέν πέρασαν δμως ούτε πέντε λεπτά καί ό άμαξάς γύρισε στόν 'Άι-Γιάννη κι έξαλλος άρχισε νά φωνάζει:
-Παπα-Νικόλα, παπα-Νικόλα έλα πάρε τό ράσο σου. Πάρε τό ράσο σου πίσω καί παράδες δέν θέλω. Άκοϋς; Δέν θέλω παράδες άπό σένα. Κάλλιο νά μή σοΰ τό είχα πάρει... Κάλλιο νά μοΰ κόβονταν τά χέρια...


Εισαγωγή κειμένων σε πρώτη αποκλειστική δημοσίευση  στό Ορθόδοξο Διαδίκτυο από το Βιβλίο :
ΠΑΠΑΚΑΛΟΓΕΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΕ ΠΛΑΝΑΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ
ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΕΡΟΥΣΗ
Αφηγηματική βιογραφία

Η ηλεκτρονική επεξεργασία αναρτήσων κειμένων, τίτλων  και εικόνων έγινε από τον N.B.B
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια, αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

© ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ





Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |