ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 4. Οι περιπέτειες ενός Προσκυνητή

Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

4. Οι περιπέτειες ενός Προσκυνητή



μονη

Διάβαζα την Αγία Γραφή και την Φιλοκαλία κάθε βράδυ, μερικοί δε βλέποντάς με, με παρεκάλεσαν να διαβάζω δυνατά για ν' ακούνε.
Έπειτα   από   καιρό,   παρατήρησα   ότι   μια   χωριατοπούλα   ερχόταν   συχνά   στο   παρεκκλήσι   και προσευχόταν πολλή ώρα. Παρακολουθώντας το ψιθύρισμά της, κατάλαβα ότι τα λόγια που έλεγε σαν προσευχόταν, ήσαν παράξενα και οι προσευχές της διαφορετικές από τις συνηθισμένες. Την ερώτησα που τα έμαθε αυτά τα πράγματα και μου είπε ότι της τα δίδαξε η μητέρα της, που ήταν εκκλησιαστική γυναίκα. Μου είπε ακόμη, ότι ο πατέρας της ανήκε σε μιαν αίρεση, που δεν παραδεχόταν την ιεροσύνη.
Την λυπήθηκα και αισθάνθηκα καθήκον μου να την συμβουλεύσω να λέγει τις προσευχές με τον ορθό τρόπο και σύμφωνα με την παράδοση της ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Έπειτα της δίδαξα την πραγματική  σειρά  του  «Πάτερ  ημών»  και  των  «Χαιρετισμών»  της  Θεοτόκου,  και  τελικά  την παρότρυνα να λέγει την Προσευχή του Ιησού Χριστού όσο πιο συχνά μπορούσε, επειδή αυτή φέρνει τον άνθρωπο κοντά στο Θεό περισσότερο από κάθε άλλη προσευχή. Η κοπέλα εύκολα τα αφομοίωσε. Συνέβη δε ύστερα από λίγο χρονικό διάστημα να συνηθίσει τόσο πολύ την «Προσευχή», ώστε, όπως η ίδια μου είπε, την αισθανόταν ότι την προσείλκυε συνεχώς, ότι την ευχαριστούσε να την λέγει όσο συχνότερα μπορούσε, και ότι αργότερα γέμιζε από αγαλλίαση την καρδιά της, οπότε ξανάρχιζε να την επαναλαμβάνει ακούραστα και πάλι.

Χάρηκα εξαιρετικά από όλα όσα άκουσα και την παρότρυνα να προχωρήσει περισσότερο στην χρησιμοποίηση της «Προσευχής».

Το καλοκαίρι πλησίαζε και πάλι. Πολλοί επισκέπτες έρχονταν στο παρεκκλήσι για να ιδούνε κι εμένα, όχι μόνο για να τους διαβάσω και να πάρουν τη συμβουλή μου, αλλά και για να μου προξενούν ένα σωρό φασαρίες, ζητώντας τη βοήθειά μου για πράγματα που είχαν χάσει και για' υποθέσεις στις οποίες είχαν αποτύχει.

Μερικοί απ' αυτούς νόμιζαν πώς ήμουν μάγος. Το κορίτσι για το οποίο μίλησα πάρα πάνω, ήλθε μια μέρα σε μια κατάσταση μεγάλης λύπης και αμηχανίας, μη ξέροντας τι να κάνει.

Ο πατέρας της ήθελε να την παντρέψει με έναν άνδρα της αιρέσεώς του και θα γινόταν ο γάμος χωρίς τις ευλογίες του ιερέως, με μόνη μια ιεροτελεστία που θα έκανε ένας χωρικός που ανήκε στην ίδια αίρεση. «Πώς είναι δυνατόν ένας τέτοιος γάμος να είναι κανονικός και νόμιμος; Δεν θα είναι μια παράνομη και αμαρτωλή συμβίωση;» έλεγε η χωριατοπούλα κλαίγοντας κι αποφασισμένη να φύγει από το σπίτι της με πρώτη ευκαιρία.

«Μα που θα πας»; της είπα εγώ. «Θα σε βρούνε οπωσδήποτε, θα ψάξουν και πουθενά δεν θα μπορέσεις να κρυφθείς. Καλύτερα να προσευχηθείς με θέρμη στον Θεό, να εμποδίσει τον πατέρα σου από του να σε παντρέψει έτσι όπως θέλει, και να φυλάξει την ψυχή σου από την αίρεση.

»Αυτό είναι το καλύτερο που έχεις να κάνεις και όχι να φύγεις απ' το σπίτι σου».

Έτσι με την πάροδο του χρόνου, όλος αυτός ο θόρυβος και η φασαρία άρχισαν να αυξάνουν περισσότερο από ό,τι μπορούσα να βαστάξω, τέλος δε με την πάροδο του καλοκαιριού απεφάσισα να φύγω και να εξακολουθήσω τις προσκυνηματικές πορείες μου όπως πρώτα. Συνομίλησα με τον παπά γι'  αυτές  τις  αποφάσεις  μου,  λέγοντας:  «Πάτερ  μου,  σεις ξέρετε  τα  σχέδιά  μου.  Πρέπει  να  έχω εξασφαλισμένο ένα ήσυχο μέρος για την προσευχή, εδώ δε, μ' όλο που υπάρχει μεγάλη ησυχία, πέρασα ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Δώστε μου τώρα την άδεια να φύγω και την ευχή σας να εξακολουθήσω τα ταξίδια μου».

Ο ιερεύς όμως δεν ήθελε να μ' αφήσει να φύγω, και φρόντισε να με πείσει λέγοντάς μου: «Τι σε εμποδίζει από την προσευχή σου; Δεν είσαι υποχρεωμένος να μιλάς σε κανένα, αν δεν θέλεις συ ο ίδιος. Έχεις το καθημερινό σου φαγητό εδώ. Λέγε τις προσευχές μέρα-νύκτα όπως επιθυμείς και ζήσε όπως θέλεις με τα καθήκοντά σου με τον Θεό. Είσαι χρήσιμος εδώ. Μη συναναστρέφεσαι με κανένα που έχει όρεξη για φλυαρία. Η παρουσία σου είναι πολύ επωφελής για τον Ναό μας. Αυτή η υπηρεσία σου είναι πιο αξιόλογη στα μάτια του Θεού, παρά οι προσευχές σου. Γιατί επιθυμείς να είσαι συνεχώς μόνος σου; Η κοινή προσευχή είναι πιο ευχάριστη. Ο Θεός δεν έπλασε τον άνθρωπο για να σκέπτεται μόνο για τον εαυτό του, αλλά για να βοηθά ο ένας τον άλλον στο μονοπάτι της σωτήριας, ο κάθε ένας ανάλογα με την δύναμή του. Έτσι έκαμαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Πάλευαν μέρα-νύκτα, φρόντιζαν για τις ανάγκες του ποιμνίου, κήρυσσαν παντού και δεν παρέμεναν μόνοι σ ένα μέρος, φροντίζοντας να κρυφθούν από τον κόσμο».

«Ο κάθε ένας έχει το δώρο του από τον Θεό» του απήντησα.

»Όπως υπήρξαν πολλοί ιεροκήρυκες πατέρες, έτσι υπήρξαν και πολλοί ερημίτες. Ο κάθε ένας κάνει ό,τι μπορεί, και παρακολουθεί την δική του τη γραμμή, με την σκέψη ότι ο ίδιος ο Θεός δείχνει και σ' αυτόν, όπως και στον καθένα, το δρόμο της σωτήριας του. Πώς σου φαίνεται το γεγονός ότι πολλοί από τους αγίους παραιτήθηκαν από τις επισκοπές τους ή τις ενορίες τους, και άλλοι άφησαν το μοναστήρι για να πάνε στην έρημο και να αποφύγουν την φασαρία που προέρχεται από το συγχρωτισμό με άλλους ανθρώπους; Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος π.χ. έφυγε από το ποίμνιό του, που ποίμαινε ως επίσκοπος, και ο άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης άφησε τη Μεγίστη Λαύρα, ακριβώς διότι σε  τέτοιους  ανθρώπους τα  μέρη που  ζούσαν  και εργάζονταν,  ήσαν  γεμάτα από πειρασμούς και επίστευαν όλοι  αυτοί  ειλικρινά  στα  λόγια του Κυρίου μας, "τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ" (Μάρκ. 8, 36).

«Ναι, αλλά αυτοί ήσαν άγιοι», είπε ο παπάς.

«Εάν, όμως», απήντησα, «αυτοί που ήσαν άγιοι έλαβαν μέτρα να προφυλαχθούν από τους κινδύνους της αναμίξεώς των με τους ανθρώπους, τι καλύτερο, σας παρακαλώ, ένας αδύνατος αμαρτωλός μπορεί να κάνει;"

Έτσι στο τέλος αποχαιρέτησα τον καλόν ιερέα κι αυτός με την καρδιά του με κατευόδωσε.

Σε απόσταση δέκα χιλιομέτρων πιο πέρα σταμάτησα για μια νύχτα σ' ένα χωριό. Εις το πανδοχείο βρήκα ένα χωρικό απελπιστικά άρρωστο και συμβούλευσα τους δικούς του να φροντίσουν να τον μεταλάβουν.

Συμφωνήσανε και το επόμενο πρωί έστειλαν να φέρουν τον παπά της ενορίας. Έμεινα κι εγώ, επειδή ήθελα να προσκυνήσω τα άχραντα μυστήρια και να προσευχηθώ, όταν αυτά θα βρίσκονταν μέσα στο σπίτι. Βγήκα έξω και εκάθησα στο πεζούλι περιμένοντας τον παπά.

Προς μεγάλη μου έκπληξη, όμως, είδα να τρέχει προς το μέρος μου από την πίσω αυλή, η χωριατοπούλα που συνήθιζε να προσεύχεται στο παρεκκλήσι.

«Πώς ήλθες εδώ»; την ερώτησα.

«Όρισαν, αλλοίμονο, και την ημέρα των αρραβώνων με τον άνθρωπο που σας είπα κι έτσι έφυγα», μου απήντησε και γονατίζοντας μπροστά μου εξακολούθησε λέγοντας:

«Λυπήσου με, πάρε με μαζί σου για να με βάλεις σ' ένα μοναστήρι, ή αλλού πουθενά. Δεν θέλω να παντρευτώ, θέλω να ζήσω σε μοναστήρι για να αφοσιωθώ στον Θεό, στην αρετή και την προσευχή. Εσένα θα σε ακούσουν και θα με δεχθούν σε μοναστήρι».

«Θεέ μου»! είπα έκπληκτος· «πού μπορώ εγώ να σε πάγω; Δεν ξέρω ούτε ένα μοναστήρι σ' αυτήν εδώ την περιοχή. Εκτός τούτου δεν ημπορώ να σε πάρω πουθενά χωρίς διαβατήριο. Πρώτον, δεν θα σε


δεχθούνε πουθενά και δεύτερον, είναι αδύνατον στην σημερινή εποχή να κρυφτείς. Θα σε πιάσουν, θα σε στείλουν στο σπίτι σου και θα σε τιμωρήσουν.

»Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να γυρίσεις στο σπίτι σου και να λες τις προσευχές σου εκεί, κι αν δεν θέλεις να παντρευτείς, να προφασιστείς ότι είσαι άρρωστη. Η αγία μήτηρ Κλημεντίνη έκανε το ίδιο, καθώς και η οσία Μαρίνα, προφασίσθηκε ότι ήταν άνδρας, όταν κατέφυγε σ' ένα ανδρικό μοναστήρι.   Υπάρχουν   πολλά   περιστατικά   παρόμοια,   και   η   πράξη   αυτή   ονομάζεται   σωστική πρόφαση».

Όταν συνέβαιναν όλα αυτά και καθόμαστε κουβεντιάζοντας, είδαμε τέσσαρες άνδρες να έρχονται καλπάζοντας καταπάνω μας, μέσα σ' ένα αμάξι με δυο άλογα. Έπιασαν την κοπέλα και την έβαλαν μέσα στο αμάξι κι ο ένας από αυτούς έφυγε μαζί της, ενώ οι άλλοι τρεις μου έδεσαν τα χέρια και με οδήγησαν πίσω στο χωριό, που είχα περάσει το καλοκαίρι. Η μόνη τους απάντηση σε κάθε τι που έλεγα ήταν, «θα σε μάθουμε εμείς ψευτο-άγιε να αποπλανάς τις νέες κοπέλες».

Την ίδια βραδιά με έφεραν μπροστά στο δικαστήριο του χωριού, έβαλαν τα πόδια μου στα σίδερα και μ' έβαλαν μέσα στη φυλακή για να γίνει την άλλη ημέρα η δίκη μου. Ο παπάς άκουσε ότι ήμουν στη φυλακή και ήλθε για να με δει. Μούφερε και λίγο φαγητό και με παρηγόρησε λέγοντάς μου ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε για μένα και ότι θα βεβαίωνε σαν πνευματικός, ότι δεν ήμουν άνθρωπος όπως με φαντάζονταν. Κάθισε κάμποσο μαζί μου κι έπειτα έφυγε.

Ο δικαστής ήλθε αργά το βράδυ και σταμάτησε στο σπίτι του αντιπροσώπου του, όπου έμαθε το κάθε τι που είχε συμβεί. Διέταξε τους χωρικούς να έλθουν όλοι μαζί στο σπίτι που με μετέφεραν και που εχρησιμοποιείτο για δικαστήριο. Μπήκαμε μέσα και περιμέναμε. Ήλθε τέλος και ο δικαστής, μπήκε μέσα και κάθισε στην έδρα του, φορώντας το καπέλο στο κεφάλι του. «Λοιπόν, Επιφάνιε», εφώναξε,
«επήρε τίποτα μαζί της η κόρη σου φεύγοντας από το σπίτι»; «Όχι, κύριε δικαστά, δεν επήρε τίποτα» ήταν η απάντηση. «Έκανε κανένα κακό μόνη της ή μαζί μ' αυτόν εδώ τον ανόητο, αφ' ότου απέδρασε από το σπίτι»; «Τίποτα». «Τότε, λοιπόν, η απόφασή μου η δικαστική πάνω σ' αυτό το ζήτημα είναι η εξής: Κάνε εσύ τους λογαριασμούς σου με την κόρη σου, και ως προς τον φίλο μας εδώ, εγώ θα του διδάξω αύριο το μάθημα που του χρειάζεται και θα τον διώξω από το χωριό με αυστηρή διαταγή να μην ξαναεμφανιστεί στα όριά του. Αυτό είναι που εγώ από μέρος μου θα πράξω».

Λέγοντας αυτά, κατέβηκε κάτω από την έδρα κι επήγε να κοιμηθεί, ενώ εμένα με κλείδωσαν στη φυλακή.  Ενωρίς το  πρωί δυο  χωροφύλακες με ξυλοκόπησαν και  με  έβγαλαν  έξω  από το  χωριό. Δοξολόγησα τον Θεό γιατί αξίωσε εμένα τον ανάξιο, να υποφέρω άδικα για το όνομά του. Αυτό με παρηγόρησε κι έδωσε περισσότερη θερμότητα και δύναμη, στην ακατάπαυστη νοερά προσευχή μου. Τίποτ'  από  όλα  όσα  έπαθα  δεν  στάθηκε  ικανό  να  με  κάνει  να  αισθανθώ  ότι  ήμουν  ένας παραπεταμένος άνθρωπος. Μου φαίνονταν όλα αυτά σαν να συνέβαιναν σε κάποιον άλλον και πως εγώ απλώς τα παρατηρούσα. Ακόμη και το μαστίγωμα, το υπέφερα χωρίς κόπο.

Η «Προσευχή» έφερνε γλυκύτητα στην καρδιά μου και μ' έκανε αδιάφορο για ο,τιδήποτε μου συνέβαινε.

Δυο - τρία χιλιόμετρα πιο πέρα συνάντησα τη μητέρα της κοπέλας που ερχόταν από ένα παζάρι φορτωμένη με ψώνια. Βλέποντάς με, μου είπε, ότι ο υποψήφιος γαμβρός της απέσυρε την μήνυση εναντίον μου. «Βλέπεις ανησύχησε επειδή έφυγε η Όλγα», προσέθεσε, και μούδωσε λίγο ψωμί και μερικά γλυκά, φεύγοντας. Ο καιρός ήταν καλός και ξηρός και δεν επιθυμούσα να περάσω την νύχτα σε χωριό. Έτσι, λοιπόν, προχώρησα μέσα στο δάσος, όπου βρήκα μια κατάλληλη γωνιά σ' ένα ψηλό αχυρένιο φράχτη και κοιμήθηκα το βράδυ αυτό. Την νύχτα ονειρεύτηκα, ότι βάδιζα διαβάζοντας το κεφάλαιο, του αγίου Αντωνίου του Μεγάλου, απ' την Φιλοκαλία.




Ξαφνικά ο Πνευματικός μου οδηγός μ' έφθασε και μου είπε, «μη διαβάζεις εκείνο αλλά αυτό εδώ» και μούδειξε το 35ον κεφάλαιο του αγίου Ιωάννου του Καρπαθίου. «Ο αληθινός διδάσκαλος υποτάσσεται πολλές φορές στην χλεύη και υφίσταται ταλαιπωρίες προς χάριν των πνευματικών του παιδιών». Μετά μου σημείωσε στο 41ον κεφάλαιο τα λόγια, «αυτοί που δίνουν τον εαυτόν τους εντελώς ιδιαίτερα στην προσευχή, γίνονται πολλές φορές ο στόχος σφοδρών και τρομερών πειρασμών». Έπειτα, μου είπε: «Έχε θάρρος και μην απογοητεύεσαι. Θυμήσου του Αποστόλου τα λόγια "μείζων εστί ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω." Τώρα έχεις αποκτήσει την πείρα της αληθείας. Κανένας πειρασμός δεν είναι μεγαλύτερος από τη δύναμη του ανθρώπου, και ο Θεός χορηγεί επί πλέον λύτρωσι από τους κινδύνους των πειρασμών.

»Η πεποίθηση σ’ αυτή την θεία βοήθεια έχει δυναμώσει αγίους ανθρώπους αφοσιωμένους στην "Προσευχή" και τους έχει κάνει να αποκτήσουν μεγαλύτερο ζήλο και θερμότερη δραστηριότητα, για να αφιερώσουν όχι μόνον την ζωή τους στην αδιάλειπτη προσευχή, αλλά επίσης, με αγάπη από μέσα από την καρδιά τους, να την αποκαλύψουν και να την διδάξουν και στους άλλους, ανάλογα με τις διάφορες περιστάσεις.

»Ο άγιος Γρηγόριος Θεσσαλονίκης, ομιλεί σχετικά και λέγει, ότι "δεν οφείλουμε μόνον, σύμφωνα με την βουλή του Θεού να προσευχόμαστε ακατάπαυστα στο όνομα του Ιησού Χριστού, αλλ' ότι έχουμε υποχρέωση να την φανερώνουμε και να την διδάσκουμε στους συνανθρώπους μας, στον κάθε ένα, είτε ρασοφόρος είναι αυτός, είτε κοσμικός, μορφωμένος ή απλός, άνδρας ή γυναίκα. Ακόμη και σε παιδιά πρέπει να την διδάσκουμε και να εμπνέουμε σ' όλους ζήλο γι' αυτού του είδους την Προσευχή. Με τον ίδιο τρόπο ο πατήρ Κάλλιστος Τηλικούδης ομιλεί γράφοντας, ότι ο κάθε ένας, δεν φθάνει μόνον να κατευθύνει τις σκέψεις του προς τον Θεό με την εσωτερική προσευχή και με την θεωρία και να κατευθύνει την ψυχή του προς τα ύψη μόνο για τον εαυτόν του, αλλά χρειάζεται να σημειώνει το κάθε τι για να χρησιμοποιηθεί έτσι αυτό κι από τους άλλους, όπως και η Γραφή λέγει: "Αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά." Εξαιρετικά σ' αυτή την περίσταση, περισσότερο από κάθε άλλη, είναι απαραίτητο να αποφύγει κανείς τους αυτοεπαίνους έχοντας υπ' όψιν του, ότι ο σπόρος της θείας διδασκαλίας δεν σπέρνεται ποτέ επάνω στον άνεμο".»

Ξύπνησα μ' ένα συναίσθημα μεγάλης χαράς στην καρδιά μου και με δύναμη στην ψυχή μου και εξακολούθησα έτσι τον δρόμο μου. Κάμποσο καιρό ύστερα, κάτι άλλο μου συνέβη και θα σας το διηγηθώ, αν θέλετε.

Μια μέρα, ήταν η 24η Μαρτίου, για να είμαι ακριβής, και αισθάνθηκα επιτακτική την ανάγκη να κοινωνήσω την επομένη, εορτή του Ευαγγελισμού.

Ερώτησα αν η εκκλησία ήταν μακριά και έμαθα πως ήταν σε τριάντα χιλιόμετρα απόσταση. Περπάτησα, λοιπόν, το υπόλοιπο της ημέρας και όλη τη νύκτα που ακολούθησε, με το σκοπό να φθάσω εγκαίρως για τον όρθρο. Ο καιρός ήτο όσο χειρότερος μπορούσε να γίνει, χιόνιζε κι έβρεχε και ο δυνατός αέρας ήταν παγωμένος. Έπρεπε να περάσω κι ένα ποτάμι, μόλις δε έφθασα στο μέσον του, έσπασε ο πάγος κάτω από τα πόδια μου και βυθίστηκα μέχρι τη μέση στο νερό. Έφθασα βρεγμένος όπως ήμουν, πρόφθασα στον όρθρο, στάθηκα μέχρι το τέλος της λειτουργίας και με τη χάρη του Θεού κοινώνησα. Θέλοντας να περάσω την ημέρα με ησυχία, και χωρίς να χαλάσω την πνευματική μου αυτή ευτυχία, παρεκάλεσα τον νεωκόρο να μου επιτρέψει να μείνω στο δωματιάκι του μέχρι το άλλο πρωί. Δεν ημπορώ να εκφράσω πόσο ευτυχισμένος ήμουν αυτή την ημέρα και πόση ήταν η πλημμύρα της χαράς της καρδιάς μου. Έπεσα στο σανιδένιο κρεβάτι του ψυχρού αυτού δωματίου, και νόμιζα πως ευρισκόμουν στους κόλπους του Αβραάμ.

Η «Προσευχή» ήταν πολύ ενεργητική. Η αγάπη του Ιησού Χριστού και της Παναγίας φαινόταν σαν να πλημμύριζε την καρδιά μου, με κύματα γλυκύτητας και σαν να γέμιζε την ψυχή μου με παρηγοριά και θρίαμβο συγχρόνως.

Εις το διάστημα της νύκτας πιάσανε φοβεροί ρευματικοί πόνοι τα πόδια μου και αυτό με έκανε να θυμηθώ σοβαρά ότι ήταν μουσκεμένα από την προηγούμενη μέρα. Δεν έδωσα σημασία στο πράγμα, μόνον όσο δυνατότερο πόνο αισθανόμουν, τόσο περισσότερο έλεγα την «Προσευχή», στην καρδιά μου μέσα. Το πρωί όταν, θέλησα να σηκωθώ, αντιλήφθηκα ότι δεν ημπορούσα να κουνήσω τα πόδια μου καθόλου. Είχανε εντελώς παραλύσει και τα αισθανόμουν αδύνατα σαν κλωστές. Ο νεωκόρος με έσυρε από το κρεβάτι με δύναμη, για να με ξαπλώσει κατά γης, όπου έμεινα ακίνητος για δυο ημέρες. Την τρίτη μέρα ο νεωκόρος μ' έβγαλε έξω κι από το δωμάτιο, λέγοντάς μου: «Υπόθεσε πως πεθαίνεις εδώ, τι φασαρία έχει να γίνει»! Με πολύ μεγάλη δυσκολία σύρθηκα σιγά - σιγά χρησιμοποιώντας χέρια και πόδια και έφθασα μέχρι τα σκαλιά της εκκλησίας. Εξάπλωσα εκεί σε μιαν άκρη και έμεινα δυο μέρες. Οι άνθρωποι που πηγαινοέρχονταν δεν έδιναν καμιά σημασία ούτε σ' εμένα ούτε στις ικεσίες μου. Εις το τέλος ένας χωρικός με πλησίασε, κάθισε κοντά μου και μου μίλησε. Έπειτα από λίγο, στην συνομιλία, με ερώτησε: «Τι θα μου δώσεις για να σε θεραπεύσω; και εγώ κάποτε είχα την ίδια ακριβώς αρρώστια με σένα, γι' αυτό ξέρω και την θεραπεύω».

«Δεν έχω τίποτα να σου δώσω», απήντησα.

«Μα τι έχεις στο σακίδιό σου»;

«Λίγο παξιμάδι και μερικά βιβλία».

«Ωραία! Τι θάλεγες να εργαστείς για μένα ένα καλοκαίρι και να σε θεραπεύσω»;

«Όπως βλέπεις δεν ημπορώ να εργασθώ μ' ένα χέρι, όπως είμαι, επειδή το άλλο μου χέρι είναι παράλυτο».

«Τι, λοιπόν, μπορείς να κάνεις»;

«Δυστυχώς, τίποτα, έκτος από το να διαβάζω και να γράφω».

«Α! ώστε γράφεις; Τότε να διδάξεις γραφή στο παιδάκι μου. Ξέρει και διαβάζει λίγο, αλλά θέλω να μάθει να γράφει· κοστίζουν όμως πολύ τα μαθήματα και δυστυχώς για να μάθει να γράφει πρέπει να πληρώσω είκοσι ρούβλια, ποσόν που είναι βαρύ για μένα».

Συμφώνησα κι εγώ, με τη βοήθεια δε του νεωκόρου με μετέφερε στο μέρος που κατοικούσε και με τοποθέτησε σ' ένα μικρό δωματιάκι στην πίσω αυλή του σπιτιού του.

Έπειτα άρχισε την θεραπεία με την εξής μέθοδο: Μάζεψε από τα διαμερίσματα, απ' τις αυλές και απ' όπου αλλού μπορούσε και γέμισε ένα κουβά από κάθε είδους μισοφαγωμένα κόκαλα ζώων, πουλιών, και άλλα. Τα έπλυνε, τα κομμάτιασε με μια πέτρα και τα έβαλε σ' ένα πήλινο δοχείο. Τα σκέπασε μ' ένα σκέπασμα που είχε μια τρυπούλα στο πάνω μέρος, αναποδογύρισε το δοχείο και το έβαλε σ ένα άλλο δοχείο θαμμένο στο έδαφος. Σκέπασε με λάσπη το επάνω μέρος του δοχείου, που ήταν βυθισμένο  μεσ'  στη  γη  και  βάζοντας  ένα  σωρό  ξύλα  από  πάνω,  έβαλε  φωτιά  και  την  κράτησε αναμμένη επί είκοσι τέσσερεις ώρες, λέγοντας: «Θα πάρουμε μερικά υπολείμματα σαν απόσταγμα από τα κόκαλα». Την άλλην ημέρα όταν έβγαλε από το χώμα το ένα δοχείο, μέσα του είχε κατασταλάξει, εκατό δράμια περίπου, πυκνόρευστο υγρό που είχε μείνει από όσον είχε εξατμισθεί σιγά-σιγά από την τρύπα του σκεπάσματος του άλλου δοχείου.

Το υγρό αυτό ήταν σαν κόκκινο λάδι και μύριζε δυνατά σαν ωμό κρέας. Ως προς τα κόκαλα μέσα στο δοχείο, είχαν γίνει κάτασπρα, καθαρά και διαφανή σαν σιντέφι.

Άλειφα με αυτή την ύλη τα πόδια μου και τα έδενα, πέντε φορές την ημέρα.



Και ω του θαύματος! Ύστερα από 24 ώρες μπορούσα να κουνώ τα δάχτυλα, μετά δε από μια μέρα ακόμη,  μπορούσα  και  τα πόδια  μου  να  μετακινώ. Την  πέμπτη  ημέρα  στάθηκα  ορθός  και  με  τη βοήθεια ενός μπαστουνιού περπάτησα ένα μέτρο. Με δυο λόγια σε διάστημα μιας εβδομάδος τα πόδια μου έγιναν γερά όπως πρώτα. Ευχαρίστησα τον Θεό, και σκέφθηκα πολύ για την μυστηριώδη δύναμη που δίνει πολλές φορές σε παραπεταμένα πράγματα. Ξερά και μισοφαγωμένα κόκαλα, λίγο πριν γίνουν στάχτη, είχαν τόση ζωτική δύναμη, χρώμα, μυρουδιά και ευεργετική ενέργεια σε ανθρώπινο σώμα, ώστε έδωσαν και στο δικό μου σώμα ζωή, που ήταν μισοπεθαμένο.

Αυτό μοιάζει σαν μια υποθήκη της μελλοντικής αναστάσεως των σωμάτων. Πόσο θα ήθελα να πω, αυτό που έπαθα και είδα, σ' αυτόν τον δασοφύλακα που συνάντησα άλλοτε και που είχε αμφιβολίες για την ανάσταση όλων των νεκρών.

Αφού καλυτέρευσα αρκετά από την αρρώστια μου, άρχισα να διδάσκω το παιδί. Αντί για τη συνηθισμένη αντιγραφή τον έβαλα και έγραφε την «Προσευχή του Ιησού» στην αρχή. Όπως την αντέγραφε πολλές φορές τον δίδαξα πώς να την γράφει καλλιγραφικά. Το παιδί ήταν πολύ απασχολημένο  στο  διάστημα  της  ημέρας  επειδή  εργαζότανε  σ'  ένα  μεγάλο  κτήμα  εκεί  κοντά, μπορούσε δε να έρχεται σ' εμένα μόνον όταν ο επιστάτης του κτήματος κοιμότανε, δηλαδή, από τα βαθειά χαράματα μέχρι τη Λειτουργία. Ήταν ένα έξυπνο παιδί και άρχισε να μαθαίνει πολύ καλό γράψιμο. Ο μισθωτής του τον είδε που έγραφε και τον ερώτησε ποιος τον δίδαξε. «Ένας προσκυνητής με ένα χέρι, που μένει σ' ένα μικρό σπιτάκι μας», είπε το παιδί.

Ο  επιστάτης,  που  ήταν  Πολωνός,  ενδιαφέρθηκε  και  ήλθε  να  μου  ρίξει  μια  ματιά.  Με  βρήκε  να διαβάζω την Φιλοκαλία και άρχισε να με ρωτά τι ήταν αυτό που διάβαζα. «Α!» είπε, «αυτό είναι η Φιλοκαλία, το έχω ξαναδεί αυτό το βιβλίο στο σπίτι των εφημερίων μας όταν ήμουν στην Βίλνα. Πάντως  μου  είπαν  ότι  γράφει  παράξενα  πράγματα,  σχήματα  και  σοφίσματα,  σχετικά  με  την προσευχή, γραμμένα από Έλληνας μοναχούς. Είναι σαν αυτά που γράφουν οι φανατικοί στις Ινδίες και στην Μποχάρα, που κάθονται κάτω και κάνουν εκπνοή κατά ένα ιδιότυπο τρόπο, προσπαθώντας να δημιουργήσουν κάτι σαν γαργάλισμα στην καρδιά τους και με ηλιθιότητα πιστεύουν ότι αυτό το σωματικό αίσθημα είναι προσευχή, το θεωρούν δε δώρο του Θεού. Αυτό που είναι αναγκαίο είναι ο κάθε άνθρωπος να εκπληρώνει το καθήκον της προσευχής προς τον Θεό απλά, να λέγει δηλαδή ορθός το "Πάτερ ημών", όπως μας το δίδαξε ο Χριστός.

»Αυτό είναι αρκετό για όλη την ημέρα και όχι η επανάληψή του κάδε λίγο και λιγάκι. Η επανάληψις αυτή, πολλές φορές κάνει τον άνθρωπο τρελό, εκτός που προξενεί και καρδιακές παθήσεις».

«Μη σκέπτεσαι έτσι γι' αυτό το άγιο βιβλίο, αγαπητέ μου», του απήντησα. «Δεν είναι γραμμένο από απλούς Έλληνας καλόγηρους, αλλά από μεγάλους και αγίους ανθρώπους, παλαιών χρόνων, τους οποίους τιμά για αγίους και η δική σας, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αυτοί είναι: ο άγιος Αντώνιος ο Μέγας, ο άγιος Μακάριος ο Μέγας, ο Μάρκος ο πνευματικός αθλητής, ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος και πολλοί άλλοι. Απ' αυτούς οι μοναχοί των Ινδιών και της Μποχάρα έμαθαν την μέθοδο "της καρδιάς", την εσωτερική δηλαδή προσευχή, με την διαφορά ότι διέστρεψαν πολλά, κατά την εφαρμογή αυτών  που  διδάχθηκαν,  όπως  και ο  Γέροντάς  μου μου  εξήγησε. Εις  την  Φιλοκαλία  η διδασκαλία για την εφαρμογή της προσευχής της καρδιάς, είναι παρμένη από τον Λόγο του Θεού, από την Αγία Γραφή στην οποίαν ο Χριστός μας πρόσταξε να λέμε το "Πάτερ ημών", όπως μας δίδαξε επίσης και την ασίγαστη προσευχή της καρδιάς.

»Αυτός είπε, "Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου", "Γρηγορείτε και προσεύχεστε", "Μείνατε εν εμοί κάγώ εν υμίν". Έτσι οι άγιοι Πατέρες αποδεικνύοντας με την ζωή τους τα λόγια του Προφητάνακτος και ψαλμωδού Δαυίδ "Γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος", μας τα εξηγούν συγχρόνως ως εξής: Ο χριστιανός οφείλει να χρησιμοποιεί κάθε δυνατή ευκαιρία ώστε να ζητεί και να ευρίσκει απόλαυση στην προσευχή και χωρίς διακοπή να φροντίζει να βρίσκει παρηγοριά σ' αυτήν, επίσης δε να μην αναπαύεται λέγοντας απλώς το "Πάτερ ημών" μια φορά την ημέρα.

»Άκουσε να σου διαβάσω πώς αυτοί οι Άγιοι επιτιμούν αυτούς, που δεν προσπαθούν να φθάσουν και ν' ανεβούν τα σκαλοπάτια της προσευχής της καρδιάς. Γράφουν, ότι για τρεις λόγους αυτό είναι κακό, πρώτον, γιατί αυτοί που πιστεύουν έτσι, είναι αντίθετοι με την θεόπνευστον Αγία Γραφή, δεύτερον, διότι δεν θέτουν εμπρός τους μίαν υψηλότερη και τελειότερη κατάσταση της ψυχής που αποκτάται με  τον  χρόνο  και  με  προσπάθεια,  αλλ'  ικανοποιούνται  με  μόνη  την  εξωτερική  αρετή,  χωρίς  να μπορούν να αισθανθούν την πείνα και την δίψα για την αλήθεια και έτσι χάνουν την μεγάλη ευλογία και την χαρά του Κυρίου, και τρίτον, διότι αφήνοντας το μυαλό τους να ασχολείται με τον εαυτόν τους και τις καθημερινές εξωτερικές αρετές, συχνά κινδυνεύουν από τον πειρασμό της υπερηφάνειας, που όταν απατηλά τους νικήσει, χάνουν τα πάντα».

«Είναι περίφημο αυτό που μου διάβασες», είπε ο επιστάτης, «αλλά νομίζω και δύσκολο για μας τους μικρούς και κοινούς λαϊκούς σαν και μένα». Λοιπόν, θα σου διαβάσω κάτι απλούστερο που λέγει, πως, άνθρωποι με καλή διάθεση παρ' ότι ζουν μέσα στον κόσμο, μπορούν να μάθουν τον τρόπο να προσεύχονται χωρίς διακοπή».

Βρήκα και του διάβασα από την Φιλοκαλία τον λόγο του Συμεών του Νέου Θεολόγου προς Γεώργιο τον Νέον, αυτό δε τον ευχαρίστησε πολύ και μου είπε: «Δώσε μου το βιβλίο αυτό να του ρίξω μια ματιά την ώρα της αναπαύσεώς μου, μέχρις ότου βρω ευκαιρία και το διαβάσω με προσοχή». «Θα σου το δώσω ευχαρίστως για 24 ώρες», απήντησα, «αλλά όχι για περισσότερο, γιατί το διαβάζω κάθε μέρα και δεν ημπορώ να ζήσω χωρίς αυτό».

«Καλά, λοιπόν, τότε αντίγραψέ μου αυτό το κομμάτι που μου διάβασες και εγώ θα σε πληρώσω για τον κόπο σου». «Δεν θέλω πληρωμή», είπα, «θα το γράψω αυτό για σένα και για την αγάπη του Χριστού, με την ελπίδα ότι ο Θεός θα σου δώσει την επιθυμία για νοερά Προσευχή».

Αμέσως και με ευχαρίστηση, αντέγραψα το κομμάτι από τον Λόγο που είχα διαβάσει. Το διάβασε και στην σύζυγό του και ευχαριστήθηκαν και οι δυο πολύ. Τέλος αποφασίσαμε να στέλνουν όταν θέλουν να με καλούν να πηγαίνω και να τους διαβάζω από την Φιλοκαλία, τις ώρες που αναπαύονταν και έπιναν τσάι. Μια φορά με κράτησαν σε γεύμα. Η γυναίκα του επιστάτη, μια πολύ καλή μεσόκοπη κυρία, καθόταν μαζί μας στο τραπέζι τρώγοντας τηγανισμένο ψάρι, όταν, δυστυχώς, ένα κόκαλο κάθισε μέσα στον λαιμό της. Δεν ημπορούσαμε με τίποτε να την ανακουφίσουμε και στάθηκε αδύνατον να την απαλλάξουμε από το κόκαλο. Πονούσε τόσο πολύ ο λαιμός της ώστε μετά από δυο ώρες αναγκάστηκε να πέσει στο κρεβάτι. Έστειλαν να φωνάξουν τον γιατρό που έμενε τριάντα πέντε χιλιόμετρα μακριά απ' εκεί, αλλ' επειδή άρχιζε να βραδιάζει, εγώ απεχώρησα, στο καλύβι μου, πολύ λυπημένος για την κυρία. Την νύκτα, ενώ κοιμόμουν μάλλον ελαφρά, άκουσα του Πνευματικού μου οδηγού τη φωνή. Δεν είδα τίποτε, μόνον άκουσα που μου έλεγε: «Ο άνθρωπος, στο μέρος του οποίου ζεις, σε θεράπευσε, γιατί όμως εσύ δεν βοηθάς την σύζυγό του; Ο Θεός έδωσε εντολή να αγαπάμε τον πλησίον μας».

«Να την βοηθήσω με ευχαρίστηση, αλλά πώς»; απήντησα, «δεν ξέρω κανένα τρόπο».

«Λοιπόν αυτό που πρέπει να κάνεις είναι το εξής: η γυναίκα αυτή από μικρό κοριτσάκι απεχθάνεται το λάδι. Όχι μόνον η γεύση του την ενοχλεί, αλλά και η μυρωδιά του ακόμη την αρρωσταίνει. Δώσε της να πιει μια κουταλιά και θα της προξενήσει εμετό. Η βία του εμετού θα βγάλει το κόκαλο, το λάδι θα μαλακώσει την πληγή στον λαιμό κι έτσι όλα θα περάσουν».

«Και πώς θα μπορέσω να της δώσω το λάδι, αφού τόσο πολύ το απεχθάνεται; Τι να κάνω αν δεν θελήσει να το πιει»;



«Πες στον σύζυγό της να της κρατήσει το κεφάλι και να της ρίξεις ξαφνικά το λάδι μέσα στο στόμα της, εν ανάγκη δε χρησιμοποίησε και βία».

Σηκώθηκα κι επήγα στον επιστάτη λέγοντάς του, το κάθε τι όπως μου συνέβη.

«Τι μπορεί να κάνει το λάδι τώρα; είπε. Αυτή είναι σε κακή κατάσταση, παραμιλάει και ο λαιμός της είναι πρησμένος».

«Καλά, ας δοκιμάσουμε», είπα, «πάντως και αν δεν έχει κανένα αποτέλεσμα το λάδι, δεν θα βλάψει όμως και σε τίποτα».

Έριξε λίγο, μέσα σ' ένα ποτήρι του κρασιού και κατόρθωσε με διάφορα μέσα να την κάνει να το καταπιεί. Αμέσως ενοχλήθηκε και σε λίγα λεπτά με εμετό βγήκε το κόκαλο μαζί με λίγο αίμα. Απαλλάχθηκε έτσι από το βάρος και έπεσε σε βαθύ ύπνο. Το πρωί που επήγα να ρωτήσω πώς πάει, την βρήκα να πίνει το τσάι της ήσυχα. Και αυτή και ο άνδρας της ήσαν γεμάτοι ενθουσιασμό για τον τρόπο της θεραπείας, και περισσότερο, γεμάτοι από έκπληξη που η απέχθειά της για το λάδι μου είχε ανακοινωθεί σε όνειρο, επειδή κανείς άλλος, εκτός απ' αυτούς, γνώριζε αυτήν την λεπτομέρεια. Ακριβώς την ώρα αυτήν έφθασε κι ο γιατρός και ο επιστάτης του είπε όλα τα συμβάντα, καθώς και εγώ, για τον τρόπο της θεραπείας των ποδιών μου. Ο γιατρός τα άκουσε όλα και έπειτα είπε: «Ούτε η μια περίπτωση ούτε η άλλη είναι τόσο σπουδαίες, ώστε να θαυμάζει κανείς, επειδή η ίδια φυσική δύναμις ενήργησε και τις δυο φορές. Πάντως όμως θα το σημειώσω αυτό», προσέθεσε κι έβγαλε το μολύβι και έγραψε κάτι σχετικό στο σημειωματάριό του. Ύστερα απ' αυτά, διαδόθηκε το γεγονός γρήγορα και με θεωρούσαν σ' όλη την γύρω περιοχή πως ήμουν, άλλοι, προφήτης, άλλοι γιατρός και άλλοι, μάγος. Άρχισε έτσι μια ατελείωτη ουρά από επισκέπτες από όλα τα γύρω μέρη, που έρχονταν να μου πουν όλες τις υποθέσεις τους και τις διάφορες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν. Μου έφερναν δώρα, μου συμπεριφέρονταν με σεβασμό και φρόντιζαν για την καλή διαβίωσή μου. Υπέφερα όλα αυτά για μια εβδομάδα και έπειτα, από το φόβο μήπως πέσω στην παγίδα της κενοδοξίας και από τον φόβο άλλων κινδύνων, εγκατέλειψα το μέρος αυτό, κρυφά την νύκτα.

Ακόμη μια φορά, λοιπόν, ξεκίνησα από την μοναχική διαμονή μου, αλλά αισθανόμουν ελεύθερος σαν να είχε φύγει από επάνω μου ένα μεγάλο βάρος. Η προσευχή με ανακούφιζε όλο και περισσότερο και μερικές φορές η καρδιά μου γέμιζε με άπειρη αγάπη για τον Χριστό, με την απόλαυση δε της Προσευχής, αισθανόμουν ρεύματα ανακουφίσεως και αγάπης να διατρέχουν όλη μου την ύπαρξη. Το όνομα του Ιησού Χριστού ήτο τόσο πολύ τυπωμένο μεσ' στο μυαλό μου ώστε όπως διάβαζα το Ευαγγέλιο, νόμιζα πως τα διάφορα γεγονότα που εξιστορούσε, εκτυλίσσονταν εμπρός στα ίδια μου τα μάτια. Με έπιαναν δάκρυα χαράς και μερικές φορές η ευτυχία μου ήταν τόσο μεγάλη ώστε ήταν αδύνατο να την εκφράσω με λόγια.

Πολλές φορές συνέβαινε ώστε, για δυο - τρεις ημέρες συνέχεια, να μην συναντώ ούτε σπίτι ούτε άνθρωπο και έχοντας στην ψυχή μου το αίσθημα της μονώσεως, νόμιζα πως ήμουν στην γη επάνω μόνος και ταλαίπωρος αμαρτωλός, μπροστά στον Θεό που τόσον αγαπά τους ανθρώπους.

Αυτό το αίσθημα της μοναξιάς με γέμιζε παρηγοριά και με έκανε να αισθάνομαι την απόλαυση της
Προσευχής πολύ βαθύτερη, παρ' ό,τι εάν θα ήμουν μαζί με άλλους ανθρώπους.

Τέλος έφθασα στο Ιρκούτσκ. Μετά την προσευχή μου μπροστά στα λείψανα του αγίου Ιννοκεντίου, άρχισα να συλλογίζομαι για ποιο άλλο προσκύνημα έπρεπε τώρα να ξαναρχίσω. Δεν ήθελα να μείνω εκεί για πολύ, επειδή η πόλις ήταν αρκετά μεγάλη και θορυβώδης. Περπατούσα σκεπτικός σε έναν από τους δρόμους της πόλεως όταν συναντήθηκα τυχαίως με ένα ντόπιο έμπορο.

«Είσαι προσκυνητής»; με ερώτησε, και προσθέτοντας, «γιατί δεν έρχεσαι σπίτι μου»; μ' επήρε μαζί  του στην πλούσια κατοικία του και άρχισε να μ' ερωτά για την ζωή και τα σχέδιά μου. Του διηγήθηκα για τα ταξίδια μου και όταν τελείωσα μου είπε: «Πρέπει να μην παραλείψεις ένα ταξίδι στην Ιερουσαλήμ, όπου υπάρχουν τόσα προσκυνήματα ιερά και μοναδικά στον κόσμο».

«Θα ήμουν εξαιρετικά ευτυχής αν μπορούσα να πάγω, αλλά με τι χρήματα»; απήντησα. «Μπορώ να περπατώ όσο ευρίσκομαι στην στεριά αλλά όταν φθάσω σε θάλασσα πρέπει να πληρώσω, γιατί ταξίδι με πλοίο δεν γίνεται χωρίς λεφτά».

«Θα ήθελες να σου εξοικονομήσω εγώ χρήματα για ένα τέτοιο ταξίδι; Πέρσι μόλις, φρόντισα και έστειλα έναν άλλο προσκυνητή σαν και σένα στα Ιεροσόλυμα», μου είπε ο έμπορος.

Έπεσα στα πόδια του, ενώ εκείνος προχώρησε λέγοντας: «Θα σου δώσω ένα γράμμα για τον γιο μου που μένει στην Οδησσό. Έχει εμπορικές συναλλαγές με την Κωνσταντινούπολη και θα βρει οπωσδήποτε πλοίο για κει. Έπειτα απ' εκεί, διάφοροι γνωστοί του πράκτορες θα σε βάλουν σε άλλο πλοίο για την Παλαιστίνη».

Με κατέλαβε άπλετη χαρά στο άκουσμα αυτών των λόγων και ευχαρίστησα τον καλό μου φίλο για την τόση του καλοσύνη. Ακόμη περισσότερο, ευχαρίστησα τον Θεό για την τόσο πλούσια πατρική του αγάπη και την φροντίδα του για μένα, έναν ταλαίπωρο αμαρτωλό, ένα πλάσμα που δεν είναι ικανό να κάνει καλό, ούτε στον εαυτόν του ούτε σε άλλον και που τρώει ανάξια το ψωμί του, ζητώντας το απ' τους άλλους.

Έμεινα τρεις ημέρες στο σπίτι του ευγενικού αυτού εμπόρου.

Όπως μου είχε υποσχεθεί, έγραψε το γράμμα για το παιδί του και εγώ το επήρα με πρόθεση ν' αρχίσω το ταξίδι μου για την Οδησσό, που θα ήταν η αφετηρία για την Ιερουσαλήμ. Αλλά δεν ήξερα αν μέχρι τέλους θα εγίνετο ίλεως ο Κύριος και αν θα με αξίωνε να προσκυνήσω τον ζωοποιό Του Τάφο.



Γ'

Λίγο προτού αφήσω το Ιρκούτσκ πήγα να δω τον πνευματικό μου πατέρα, με τον οποίο πολλάκις είχα συζητήσει, για να του πω αυτή τη φορά:

«Πηγαίνω στην Ιερουσαλήμ, και ήλθα να σε ευχαριστήσω για την χριστιανική σου αγάπη προς εμένα, ένα φτωχό προσκυνητή».

«Ο Θεός να ευλογήσει το ταξίδι σου», απήντησε. «Πώς, όμως, συνέβη, ώστε ποτέ να μη μου πεις τίποτε για τον εαυτό σου, ποιος είσαι και από που έρχεσαι; Έχω ακούσει ένα σωρό για τα ταξίδια σου, αλλά θάθελα να γνωρίζω κάτι και για το μέρος που γεννήθηκες καθώς και για την ζωή σου προτού γίνεις προσκυνητής».

«Γιατί όχι; Με μεγάλη ευχαρίστηση», απήντησα, «θα σου πω το κάθε τι, άλλως τε δεν είναι ζήτημα που θα μας απασχολήσει πολλή ώρα. Γεννήθηκα σ' ένα χωριό της περιοχής της διοικήσεως του Ορέλ. Μετά τον θάνατο των γονέων μας μείναμε μόνοι εγώ και ο αδελφός μου, αυτός δέκα χρόνων κι εγώ δύο.  Μας  ανέθρεψε ο  παππούς μας,  που  ήταν  ένας  καλός  και  πλούσιος γέρος,  ιδιοκτήτης ενός πανδοχείου στα μισά ενός δρόμου. Χάρις στην καλή καρδιά του παππού μου, πολλοί ταξιδιώτες τον προτιμούσαν και σταματούσαν εκεί. Ο αδελφός μου, που ήταν πολύ παλιόπαιδο, περνούσε τον περισσότερο καιρό γυρίζοντας εδώ και εκεί στο χωριό, αλλά εμένα μου άρεσε καλύτερα να μένω κοντά στον παππού μου. Τις Κυριακές και τις γιορτές πηγαίναμε μαζί στην εκκλησία. Εις το σπίτι ο παππούς συνήθιζε να διαβάζει την Αγία Γραφή, αυτή την ίδια που έχω εγώ τώρα. Όταν ο αδελφός μου μεγάλωσε, άρχισε να πίνει. Μια φορά όταν ήμουν επτά χρόνων και είμαστε οι δυο ξαπλωμένοι κοντά στη θερμάστρα, μ' έσπρωξε τόσο πολύ, ώστε κατρακύλησα και πέφτοντας κτύπησα το αριστερό μου μπράτσο στις σκάλες, τόσον, ώστε πια δεν κατέστη δυνατόν να το χρησιμοποιήσω, επειδή από τότε στην πραγματικότητα το χέρι μου παρέλυσε. Ο παππούς μου βλέποντας ότι ύστερα από αυτό, ποτέ δεν θα μπορούσα να εργασθώ στην γη, με έμαθε να διαβάζω. Μη έχοντας άλλο βιβλίο για αναγνωστικό χρησιμοποιούσε την Αγία Γραφή. Με δίδαξε το αλφάβητο, με έμαθε να φτιάχνω λέξεις και να διακρίνω τα διάφορα γράμματα, όταν τα έβλεπα. Χωρίς να καταλάβω επαναλαμβάνοντας συνεχώς  ό,τι  διάβαζε  αυτός,  έμαθα  σιγά  -  σιγά  και  ύστερα  από  κάμποσο  χρονικό  διάστημα, μπορούσα να διαβάζω ελεύθερα. Αργότερα, όταν το φως του παππού μου άρχισε να ελαττώνεται, με έβαζε συχνά να του διαβάζω δυνατά από την Αγία Γραφή και με διόρθωνε όταν έκανα λάθη. Την εποχή αυτή, συνήθιζε και ένας κύριος γραμματισμένος, να έρχεται συχνά στο πανδοχείο μας. Έγραφε πολύ ωραία γράμματα και μου άρεσε να τον βλέπω όταν καλλιγραφούσε. Αντέγραφα το γράψιμό του και αυτός άρχισε να με διδάσκει. Μου έδωσε χαρτί και μελάνη, μου έφτιαξε πέννες από φτερά κι έτσι έμαθα να γράφω πολύ καλά. Ο παππούς μου ήταν πολύ ευχαριστημένος και μια μέρα μου είπε τα εξής: «Ο Θεός σού έδωσε το χάρισμα της μαθήσεως που θα σε κάνει άνθρωπο. Να δοξάζης, λοιπόν, το όνομά Του και να προσεύχεσαι συχνά». Συνηθίζαμε να πηγαίνουμε σ' όλες τις ακολουθίες της εκκλησίας, συχνά δε κάναμε προσευχές και στο σπίτι. Εμένα μούπεφτε πάντοτε στη σειρά μου να διαβάζω τον πεντηκοστό ψαλμό, την ώρα που ο παππούς μου και η γιαγιά μου έκαναν μετάνοιες και γονάτιζαν. Όταν ήμουν δέκα επτά ετών η γιαγιά μου πέθανε. Ο παππούς έπειτα από αυτό, μου είπε: "Το  σπίτι  μας  δεν  έχει  πια  οικοδέσποινα  και  αυτό  είναι  άσχημο  πράγμα.  Ο  αδελφός  σου  είναι ελεεινός. Φροντίζω, λοιπόν, να σου βρω μια γυναίκα να παντρευτείς". Εγώ ήμουν αντίθετος στην σκέψη του αυτή, λέγοντάς του ότι ήμουν ένας ανάπηρος, αλλά ο παππούς μου δεν υποχωρούσε. Βρήκε μια καλή κοπέλα είκοσι χρόνων, και παντρευτήκαμε. Έπειτα από ένα χρόνο ο παππούς μου αρρώστησε βαριά. Γνωρίζοντας ότι ο θάνατός του ήταν κοντά, με κάλεσε και με αποχαιρέτησε, λέγοντας: "Σου αφήνω το σπίτι μου με όλα όσα έχει. Να είσαι τίμιος, ευσυνείδητος, να μην απατήσεις ποτέ άνθρωπο και πάνω απ' όλα να προσεύχεσαι τακτικά, για το κάθε τι, για όλα που ο Θεός μας δίνει. Μόνον σ' αυτόν να εμπιστεύεσαι τα πάντα συ και η γυναίκα σου· να πηγαίνετε τακτικά στην εκκλησία, να διαβάζετε την Αγία Γραφή και να θυμάστε την γιαγιά σας κι εμένα στις προσευχές σας. Να και τα χρήματά μου. Είναι χίλια ρούβλια χρυσά και σου τα χαρίζω. Φρόντισε να μην ξοδέψεις άσκοπα  ούτε  ένα  από  αυτά,  φρόντισε  να μη σου κυριεύσουν  την  ψυχή και δώσε μερικά  στους φτωχούς και στην Εκκλησία». Μετά λίγες ημέρες απέθανε και τον κηδεύσαμε σεμνά.

Αλλ' ο αδελφός μου, με φθόνησε φοβερά επειδή όλη η περιουσία έγινε δική μου. Ο θυμός του εναντίον μου μεγάλωνε συνεχώς και ο Σατανάς τον παρότρυνε τόσο στο μίσος του εναντίον μου, ώστε σχεδίαζε να με σκοτώσει. Τελικά δεν με σκότωσε αλλά έκανε το εξής: Μια νύχτα ενώ κοιμόμαστε, μη έχοντας πελάτες στο πανδοχείο, διέρρηξε το δωμάτιο μέσα στο οποίο είχαμε τα λεφτά, τα επήρε από το μπαούλο κι έπειτα έβαλε φωτιά. Η φωτιά ξαπλώθηκε σ' όλο το σπίτι χωρίς να το καταλάβουμε, μόλις δε κατορθώσαμε εγώ κι η γυναίκα μου να γλυτώσουμε, πηδώντας μέσα στις φλόγες από ένα παράθυρο, φορώντας μόνο τα ρούχα του ύπνου. Η Αγία Γραφή ήταν κάτω από το μαξιλάρι μας, μα με όλη την παραζάλη κατόρθωσα να την πάρω μαζί μου. Καθώς βλέπαμε το σπίτι μας να καίγεται, είπαμε ο ένας στον άλλο. «Δόξα τω Θεώ που σώσαμε τη ζωή μας και την Αγία Γραφή, για να την έχουμε παρηγοριά, στις συμφορές που μας βρήκαν». Έτσι ό,τι είχαμε και δεν είχαμε το χάσαμε και ο αδελφός μου εξαφανίστηκε χωρίς ν' αφήσει κανένα ίχνος. Αργότερα μάθαμε ότι μεθυσμένος κάποτε κόμπαζε, λέγοντας με τι τρόπο πήρε τα χρήματα και έκαψε το σπίτι.

Μείναμε γυμνοί και κατεστραμμένοι, σχεδόν ζητιάνοι. Δανειστήκαμε μερικά χρήματα, φτιάξαμε μια μικρή καλύβα και αρχίσαμε να ζούμε όπως οι ακτήμονες χωρικοί. Η γυναίκα μου ήταν προκομμένη κι άρχισε να πλέκει, να υφαίνει και να ράβει. Είχε πολλή δουλειά κι έτσι συντηρούσε υποφερτά τον εαυτό της κι εμένα. Εγώ με την πάθηση του χεριού μου δεν ημπορούσα ούτε σκέτα ξυλοπάπουτσα να φτιάχνω. Έτσι καθόμουνα δίπλα της όταν δούλευε και της διάβαζα κομμάτια από την Αγία Γραφή. Άκουγε πάντα με προσοχή και ευλάβεια και μερικές φορές έκλαιγε. Όταν ερωτούσα γιατί έκλεγε, λέγοντάς  της,  ότι  ο  Θεός  μας  χάρισε  το  πολυτιμότερο  αγαθό,  τη  ζωή,  αυτή  μου  απαντούσε:
«Συγκινούμαι τόσο πολύ από την ανάγνωση της Αγ. Γραφής»! Εκτελούσαμε όσα ο παππούς μας, μας είχε παραγγείλει, νηστεύαμε συχνά, κάθε πρωί λέγαμε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και την νύκτα κάναμε εκατό μετάνοιες ο καθένας, για να αποφύγουμε το πέσιμό μας σε πειρασμό. Έτσι ζήσαμε ήρεμα  δυο ολόκληρα  χρόνια.  Αλλά αυτό που είναι  εκπληκτικό, είναι το γεγονός, ότι αν  και  δεν καταλαβαίναμε, επειδή δεν είχαμε ακούσει τίποτε για την εσωτερική προσευχή της καρδιάς, παρά προσευχόμασταν με το στόμα μόνον και με τις μετάνοιες χωρίς βαθύτερη σκέψη, σαν κούκλες που κάνουν παιγνίδια, παρ' όλα αυτά, η επιθυμία για γνήσια προσευχή υπήρχε μέσα μας και οι μακρές προσευχές που τις λέγαμε χωρίς να τις καταλαβαίνουμε, δεν μας κούραζαν, αλλά πραγματικά μας άρεσαν. Η καθαρή αλήθεια είναι, όπως ένας διδάσκαλος μου είπε κάποτε, ότι η μυστική Προσευχή πάντοτε κρύβεται μέσα στην ανθρώπινη καρδιά. Ο άνθρωπος τις περισσότερες φορές δεν το γνωρίζει αυτό, αλλ' αυτή εργάζεται κατά τρόπο μυστηριώδη μέσα στην ψυχή και προτρέπει σε εκδήλωση, ανάλογα με του κάθε ανθρώπου την γνώση και την δύναμη.

Ύστερα από δύο χρόνια που ζήσαμε έτσι, η σύζυγός μου αρρώστησε με υψηλό πυρετό. Την κοινωνήσαμε και την ενάτη ημέρα της αρρώστιας απέθανε. Τώρα ήμουν ολομόναχος στον κόσμο. Δεν ημπορούσα να κάμω καμιά εργασία κι έπρεπε συγχρόνως να ζήσω· μα και η ζητιανιά μου φαινόταν ασυνείδητο πράγμα. Έκτος αυτού είχα τόση λύπη για το θάνατο της γυναίκας μου, ώστε δεν ήξερα τι να κάμω. Όταν πήγαινα μέσα στην καλύβα κι έβλεπα τα ρούχα της, πνιγόμουνα στα δάκρυα τόσο, που δυο - τρεις φορές, έπεσα κάτω αναίσθητος. Κατάλαβα, λοιπόν, ότι δεν ημπορούσα πια να ζήσω στο μέρος αυτό. Πούλησα την καλύβα μου για είκοσι ρούβλια και έδωσα τα λίγα ρούχα της γυναίκας μου στους φτωχούς. Επειδή ήμουν ανάπηρος, οι αρχές του τόπου μου δώσανε ένα διαβατήριο, το οποίον με ελευθέρωνε από κάθε δημόσια υποχρέωση και έτσι παίρνοντας μαζί μου την Αγία Γραφή άρχισα τα ταξίδια χωρίς να ενδιαφέρομαι πού πηγαίνω.

Έπειτα από λίγο καιρό άρχισα να σκέπτομαι που θα μπορούσα να πάγω και είπα με τον εαυτόν μου: Πρώτα απ' όλα θα πάγω στο Κίεβο, θα προσκυνήσω εκεί τα μέρη αυτών που ευαρεστήσανε το Θεό και θα τους παρακαλέσω να με βοηθήσουν στα βάσανά μου.


Κάνοντας  τις  σκέψεις  αυτές,  άρχισα  να  αισθάνομαι  καλύτερα  και  γέμισε  η  ψυχή  μου  από ανακούφιση,  αρχίζοντας  το  ταξίδι  μου  για  το  Κίεβο.  Από  τότε,  δέκα  τρία  ολόκληρα  χρόνια  έχω περάσει ταξιδεύοντας από τόπο σε τόπο, κι έχω προσκυνήσει σε πάμπολλες εκκλησίες και σε μοναστήρια, αλλά τον τελευταίο καιρό έχω περπατήσει περισσότερο μέσα σε λιβάδια και στέπες. Δεν ξέρω αν ο Θεός θα ευδοκήσει να πάω στην Ιερουσαλήμ. Εάν αυτό είναι η θέλησή Του, τα αμαρτωλά μου κόκαλα θα αναπαυθούν εκεί.

«Και πόσων χρονών είσαι τώρα»;

«Τριάντα τριών».

«Ώστε, αγαπητέ μου αδελφέ, έχεις φθάσει την ηλικία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού»!



Δ'

«Εμοί δε τω προσκολλάσθαι τω Θεώ αγαθόν εστι τίθεσθαι εν τω Κυρίω την ελπίδα μου».

Η ρωσική παροιμία που λέγει: «Ο άνθρωπος καταθέτει και ο Θεός διαθέτει» αληθεύει, είπα, όταν γύρισα πίσω στον πνευματικό μου. Σκεπτόμουν ότι τώρα, ασφαλώς, θα είχα αρχίσει τον δρόμο μου για την Ιερουσαλήμ, αλλά κοίταξε πόσο αντίθετα εξελίχθησαν τα πράγματα. Κάτι εντελώς αναπάντεχο συνέβη και με κράτησε στο ίδιο μέρος για άλλες τρεις ημέρες. Δεν ημπορούσα δε να μην έλθω να σου πω και να σε συμβουλευθώ, προτού τελικά αποφασίσω για ο,τιδήποτε.

Συνέβη, λοιπόν, το εξής: Τους είχα αποχαιρετήσει όλους και με τη βοήθεια του Θεού άρχισα τον δρόμο μου. Είχα φθάσει στα κράσπεδα της πόλεως όταν είδα ένα γνωστό μου άνδρα να κάθεται στην πόρτα του τελευταίου σπιτιού. Ήταν κι αυτός κάποτε προσκυνητής σαν κι εμένα, αλλά δεν τον είχα δει τρία ολόκληρα χρόνια. Χαιρετισθήκαμε και μ' ερώτησε που πήγαινα.

«Αν ο Θεός θέλει, απήντησα, σκοπεύω να πάω στα Ιεροσόλυμα».

«Δόξα τω Θεώ! Υπάρχει ένας πολύ καλός συνταξιδιώτης για σένα», είπε.

«Ο Θεός να ευλογεί και σένα και αυτόν, είπα, αλλά ασφαλώς γνωρίζεις ότι ποτέ δεν ταξιδεύω με παρέα. Συνηθίζω πάντα να περιπλανιέμαι μόνος μου».

«Ναι, μα άκουσε πρώτα, γιατί νομίζω ότι αυτός που σου λέω είναι συνταξιδιώτης όπως θα τον ήθελες. Θα σου ταιριάζει πραγματικά, σαν κοστούμι. Άκουσε, λοιπόν: Ο πατέρας του κατόχου αυτού του σπιτιού εδώ που υπηρετώ, έχει τάξει να προσκυνήσει στην Ιερουσαλήμ. Είναι πολύ καλός άνθρωπος, αλλά είναι εντελώς κουφός. Οσοδήποτε κι αν φωνάζεις δεν ακούει ούτε λέξι. Όταν χρειάζεται να του πεις κάτι, πρέπει να του το γράψεις. Βλέπεις, λοιπόν, δεν θα σε στενοχωρήσει καθόλου στο δρόμο και ούτε θα σου μιλά, γιατί κι εδώ στο σπίτι κάθε μέρα γίνεται και πιο σιωπηλός. Από μέρους σου, εσύ θα του είσαι βοηθός στο ταξίδι. Ο γιός του θα του παραχωρήσει ένα αμάξι με άλογα που θα σας πάει μέχρι την Οδησσό κι από εκεί θα τα πουλήσετε και τα δυο. Ο γέρος θα προτιμούσε να πεζοπορήσει, αλλά δεν ημπορεί γιατί έχει αποσκευές μαζί του και μερικά πράγματα που θέλει να φέρει στον Τάφο του Κυρίου. Θα βάλεις κι εσύ το σακίδιό σου μέσα στο αμάξι.

»Τώρα σκέψου, πώς είναι δυνατόν ν' αφήσουμε ένα γέρο άνθρωπο και κουφό, να φύγει μόνος του μ' ένα αμάξι για ένα τόσο μεγάλο ταξίδι; Έχουμε ερευνήσει, έχουμε ψάξει παντού να βρούμε κάποιον για συνοδό, αλλά όλοι τους ζητούν πολλά λεφτά και εκτός απ' αυτό, είναι δυνατόν να μπλέξουμε με κανέναν απατεώνα, που μπορεί να του κλέψει και τα χρήματα που θα έχει μαζί του και να τον εγκαταλείψει. Πες μου το ναι, αδελφέ μου, και όλα θα πάνε καλά. Κάνε την απόφαση για την δόξα του Θεού και την αγάπη του πλησίον. Θα χαρούνε πάρα πολύ οι δικοί του, που είναι καλοί άνθρωποι και μου έχουν δείξει τόση αγάπη, δυο χρόνια τώρα που εργάζομαι κοντά τους».

Όλη αυτή η συνομιλία έγινε στην πόρτα και έπειτα μ' επήρε μέσα στο σπίτι. Ο νοικοκύρης ήταν εκεί και αμέσως κατάλαβα καθαρά ότι ήταν πλούσιοι και ευγενείς άνθρωποι. Τέλος συμφώνησα με το σχέδιό τους. Κανονίσαμε να αρχίσουμε το ταξίδι μας, με την ευλογία του Θεού, δυο μέρες μετά την Λειτουργία των Χριστουγέννων. Αλλά πόσα απροσδόκητα πράγματα συναντά κανείς στο δρόμο τούτο της ζωής του! Εις όλο αυτό το διάστημα, η θεία Πρόνοια καθοδήγησε τις πράξεις μας και κυβέρνησε τα σχέδιά μας σύμφωνα με το γραμμένο: «ὁ Θεὸς ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν». (Φιλιπ. 2, 13)

Ακούγοντας όλα αυτά ο εξομολόγος μου, μου είπε: «Χαίρω με όλη μου την καρδιά, επειδή ο Θεός επέτρεψε να σε δω και πάλιν, έτσι ανεπάντεχα και γρήγορα. Τώρα που έχεις, λοιπόν, καιρό διαθέσιμο μένοντας με αγάπη κοντά μου, θα μου πεις περισσότερα από τη διδακτική πείρα που πήρες από τόσα και τόσα προσκυνηματικά ταξίδια. Το ενδιαφέρον μου ν' ακούσω, γεννήθηκε όταν σε πρωτοάκουσα να μου διηγείσαι για όλα αυτά που έχεις δει. Είμαι, λοιπόν, έτοιμος να ξανακούσω την συνέχεια με μεγάλη ευχαρίστηση και ενδιαφέρον».

«Και εγώ είμαι έτοιμος και ευτυχής να σου διηγηθώ περισσότερα», απήντησα, και άρχισα ως εξής:

«Πολλά μου έχουν συμβεί άλλα καλά και άλλα άσχημα. Για να σου τα διηγηθώ όμως όλα, πρέπει να έχω πάρα πολύ χρόνο στην διάθεσή μου, αλλά επίσης έχω ξεχάσει και μερικά εν τω μεταξύ, επειδή μόνη μου προσπάθεια ήταν πάντα να μη λησμονήσω εκείνα τα περιστατικά που με βοηθούσαν και οδηγούσαν την αμελή ψυχή μου στην Προσευχή. Όλα τα υπόλοιπα μόλις τα θυμούμαι ή μάλλον φρόντισα να τα ξεχάσω, σύμφωνα και με την εντολή του Αποστόλου Παύλου που λέγει: "τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ." (Φιλιπ. 3, 14)

»Ο μακαρίτης ο Πνευματικός μου οδηγός συνήθιζε επίσης να λέγει, ότι οι δυνάμεις οι αντίθετες στην προσευχή της καρδιάς, μας επιτίθενται από δυο μεριές, από αριστερά και από δεξιά. Δηλαδή όταν ο εχθρός δεν ημπορεί να μας εμποδίσει από την προσευχή με τις μάταιες και τις αμαρτωλές σκέψεις, φέρνει στο μυαλό μας καλές διδασκαλίες και όμορφες ιδέες, ώστε να μας παγιδεύσει ή με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο και να ματαιώσει την Προσευχή που δεν ημπορεί με κανέναν τρόπο να την ανεχθεί και να την βαστάζει. Ονομάζεται "κλέπτης εκ δεξιών, και αν ο άνθρωπος απατηθεί, εγκαταλείπει την συνομιλία με τον Θεό, για να συνομιλεί με τον εαυτό του ή με άλλους. Έτσι με δίδαξε να μην επιτρέπω καμιάν άλλη, έστω και την πιο ωραία, απασχόληση στο μυαλό μου την ώρα της προσευχής και πολλές φορές όταν ξόδευα την ημέρα, περισσότερο χρόνο σε σκέψεις ή συνομιλίες, αντί για την νοερά Προσευχή, πίστευα ότι κάτι επήγε χαμένο, ενώ άλλοτε κατελάμβανε την ψυχή μου ένα είδος πνευματικής δίψας. Είναι αλήθεια, μου είπε ακόμη, ότι οι αρχάριοι, ειδικότερα, επειδή έχουν ανάγκη να αφιερώνουν πολύ χρόνο στην προσευχή, πρέπει το περισσότερο μέρος της ημέρας να προτιμούν να το αφιερώσουν σ’ αυτήν, παρά σε οποιαδήποτε άλλη πνευματική απασχόληση. Αλλά ο άνθρωπος δεν ημπορεί να ξεχάσει, όλα όσα του συνέβησαν, έστω και αν πολλές φορές για πολύν καιρό δεν τα επανέφερε στην μνήμη του.

»Θυμάμαι, λοιπόν, πως όταν ήμουν στην περιοχή του Τομπόλσκ, συνέβη να περάσω από μιαν επαρχιακή πόλη. Τα παξιμάδια μου κόντευαν να τελειώσουν, γι' αυτό αναγκάσθηκα να μπω σ' ένα σπίτι και να ζητήσω λίγα. Μόλις άνοιξαν την πόρτα, ο οικοδεσπότης μου είπε: "Έρχεσαι ακριβώς την πιο κατάλληλη στιγμή. Η σύζυγός μου μόλις τώρα ξεφούρνισε. Πάρε, λοιπόν, ένα μεγάλο και ζεστό καρβέλι, για να μάς θυμάσαι στις προσευχές σου". Τον ευχαρίστησα και όπως έβαζα το καρβέλι μέσα στο σακίδιό μου η νοικοκυρά βλέποντάς το μου είπε: "Πολύ τρίφτηκε αυτό το σακίδιό σου, έχω όμως εγώ ένα καινούργιο και θα σου το δώσω". Μου έδωσε, λοιπόν, ένα καινούργιο και γερό σακίδιο και εγώ αφού τους ευχαρίστησα και πάλι θερμά, εκίνησα για να φύγω. Βγαίνοντας από την πόλη, χρειάσθηκα λίγο αλάτι, κι εζήτησα από ένα σπίτι, όπου οι καλοί άνθρωποι εκεί, μου έδωσαν άφθονο. Αγαλλίασε πραγματικά η καρδιά μου και ευχαρίστησα τον Θεό που με οδήγησε σε τόσο καλούς ανθρώπους. "Τώρα, είπα με τον εαυτόν μου, μη έχοντας να φροντίσω για τροφή, θα ευφρανθώ ψυχικά για μιαν ολόκληρη εβδομάδα. Ευλογημένο το όνομα του Κυρίου".

»Πέντε χιλιόμετρα από εκεί, περνώντας μέσα από ένα φτωχικό χωριό, είδα μια μικρή ξύλινη εκκλησία, κομψή και όμορφα χρωματισμένη απ' έξω. Όπως περνούσα δίπλα, αισθάνθηκα την ανάγκη να προσευχηθώ λιγάκι μέσα εκεί και μπήκα στον πρόναο. Εις την πρασινάδα της αυλής της εκκλησίας έπαιζαν δυο παιδάκια πέντε ως έξι χρόνων. Ήσαν καλοντυμένα και τα πήρα πως ήσαν τα παιδιά του παπά. Τελείωσα την προσευχή μου και προχώρησα στο δρόμο μου, αλλά δεν είχα κάνει δέκα - δώδεκα βήματα όταν άκουσα να με φωνάζουν: "Ζητιανάκο, ζητιανάκο, στάσου". Τα δυο μικρά που είχα δει, ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι, με φώναζαν κι έτρεχαν πίσω μου. Σταμάτησα, και αυτά μ'  επήραν από το χέρι λέγοντας: "Έλα από το σπίτι, η μητέρα μας έχει συμπάθεια στους ζητιάνους". "Δεν είμαι ζητιάνος, είπα, είμαι ένας περαστικός άνθρωπος".
"Γιατί τότε έχεις σακούλα";

"Την έχω για το ψωμί που τρώγω στον δρόμο.

"Το ίδιο κάνει· έλα, η μητέρα μας θα σου δώσει χρήματα για το ταξίδι σου". "Μα που είναι η μητέρα σας"; ρώτησα.
"Κάτω εκεί, πίσω από την εκκλησία, μέσα σ' αυτό το μικρό πάρκο".

»Με οδήγησαν σε ένα όμορφο κήπο που στη μέση του ήταν ένα μεγάλο επαρχιακό σπίτι. Εμπήκαμε μέσα. Πόσο όμορφα και καθαρά ήσαν όλα εκεί. Η οικοδέσποινα έτρεξε να μας πει: "καλώς ορίσατε! καλώς ορίσατε! Ο Θεός σας έστειλε· καθίστε, σας παρακαλώ". Με τα ίδια της τα χέρια επήρε το σακίδιό μου και το έβαλε επάνω σ' ένα τραπέζι και εμένα με κάθισε σε μια μαλακή και αναπαυτική πολυθρόνα.

"Μήπως θέλετε να φάτε κάτι; Μήπως θέλετε τσάι; Ο,τι χρειάζεστε υπάρχει εδώ".

"Σας ευχαριστώ, απήντησα, μα έχω ένα σακίδιο γεμάτο παξιμάδια. Είναι αλήθεια πως δεν απεχθάνομαι το τσάι, αλλά, σαν χωρικός που είμαι, δεν το έχω πολυσυνηθίσει. Με ευχαριστεί και με υποχρεώνει το εγκάρδιό σας καλωσόρισμα, τόσο, που δεν θέλω τίποτε άλλο. Θα προσευχηθώ να σας ευλογεί ο Θεός, που δείχνετε στους ξένους τόσην αγάπη, ποτισμένη με το πνεύμα του Ευαγγελίου".

»Ενώ μιλούσα, ένα ισχυρό συναίσθημα με κατέλαβε σπρώχνοντάς με να μείνω μόνος. Η Προσευχή μού αναστάτωνε την καρδιά και είχα ανάγκη από σιωπή και ηρεμία, ν' αφήσω ελεύθερο αυτό το ξύπνημα που μου έφερνε της Προσευχής η φλόγα, καθώς επίσης να κρύψω από τους άλλους τα εξωτερικά σημάδια που το ακολουθούν, όπως τα δάκρυα, οι αναστεναγμοί και οι συσπάσεις στο πρόσωπο και στα χείλη που λέγονται "αλλοίωσις", και σηκώθηκα λέγοντας:

"Να με συγχωρείτε, αλλά πρέπει να φύγω τώρα. Ο Χριστός να είναι μαζί σας, και μαζί με τ' αγαπημένα σας παιδάκια".

"Ω, όχι! Θεός φυλάξοι· δεν θα φύγετε! Δεν σας αφήνω. Ο άνδρας μου, που είναι δικαστής, θα γυρίσει απ' την πόλη απόψε, κι αλήθεια πόσο θα ευχαριστηθεί να σας συναντήσει! Θεωρεί τους προσκυνητές αγγελιαφόρους του Θεού. Εάν φύγετε, θα λυπηθεί πολύ, που δεν θα σας δει. Εκτός αυτού αύριο είναι Κυριακή· θα προσευχηθείτε, λοιπόν, μαζί μας στην εκκλησία, και το μεσημέρι θα φάτε εδώ, ό,τι ο Θεός μας δώσει. Εις τις γιορτές πάντοτε έχουμε καμιά τριανταριά επισκέπτες, όλους πτωχούς αδελφούς μας. Ελάτε τώρα, γιατί δεν μου είπατε ακόμη τίποτε για τα ταξίδια σας; Πού πήγατε και που θα πάτε να προσκυνήσετε; Μιλήστε μου μου αρέσει τόσο πολύ να συνομιλώ με αφοσιωμένους στον Θεό ανθρώπους. Παιδιά, παιδιά! Πάρετε το σακίδιο του προσκυνητή και φυλάξτε το μέσα, γιατί θα μείνει απόψε εδώ".

»Η έκπληξή μου ήτο τόσο μεγάλη και όπως άκουγα αυτά που έλεγε ερώτησα τον εαυτόν μου, εάν μιλούσα με άνθρωπο ή με κάποιο είδος επιγείου αγγέλου!

»Έμεινα, λοιπόν, και περίμενα τον σύζυγό της. Της διηγήθηκα με συντομία για τα ταξίδια μου και της είπα ότι πήγαινα στο Ιρκούτσκ.

"Τότε, λοιπόν, θα περάσετε από το Τομπόλσκ. είπε η κυρία, εκεί είναι η μητέρα μου, καλογριά σ' ένα μοναστήρι. Είναι μεγαλόσχημη τώρα. Θα σας δώσουμε ένα γράμμα γι' αυτήν και θα χαρεί πάρα πολύ να σας δει. Πολύς, πάρα πολύς κόσμος πηγαίνει να την συμβουλευτεί για πνευματικά ζητήματα. Θα σας παρακαλέσουμε να της δώσετε ένα βιβλίο του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, που μας έγραψε και το παραγγείλαμε στην Μόσχα".

»Είχε φθάσει εν τω μεταξύ η ώρα του φαγητού και καθίσαμε στο τραπέζι. Τέσσερεις άλλες κυρίες κάθισαν μαζί μ' εμάς. Όταν το πρώτο πιάτο τελείωσε, μια απ' αυτές σηκώθηκε, υποκλίθηκε στην εικόνα και σ' εμάς, επήγε και έφερε το δεύτερο πιάτο και κάθισε πάλι. Έπειτα με την σειρά άλλη μια από τις κυρίες σηκώθηκε κι έφερε το τρίτο πιάτο. Όταν είδα αυτά, είπα προς την οικοδέσποινα: "Θα ήθελα, αλλά δεν ξέρω αν πρέπει να τολμήσω, να σας ερωτήσω, εάν οι κυρίες αυτές είναι συγγενείς σας".

"Μάλιστα! Είναι σαν αδελφές μου. Αυτή εδώ είναι η μαγείρισσα και η άλλη είναι η σύζυγος του αμαξά. Η τρίτη κρατάει όλα τα κλειδιά και η τετάρτη είναι η βοηθός μου. Είναι όλες παντρεμένες. Σε όλη την υπηρεσία μου δεν έχω καμίαν ανύπανδρη κοπέλα".

»Όσο περισσότερο έβλεπα και άκουγα αυτά, τόσο και πιο πολύ με κατελάμβανε έκπληξη και δόξαζα τον Θεό που παρεχώρησε να γνωρίσω τόσον ευσεβείς ανθρώπους. Άρχισα, όμως, να αισθάνομαι την επιθυμία για προσευχή να αναταράζει την καρδιά μου και επιθυμούσα να μείνω μόνος όσο πιο γρήγορα μπορούσα, επειδή δεν άντεχα να αναβάλω την Προσευχή περισσότερο. Είπα, λοιπόν, στην κυρία μόλις σηκωθήκαμε απ' το τραπέζι: "Δεν αμφιβάλλω ότι θα αναπαυθείτε τώρα μετά το φαγητό. Εγώ όμως επειδή είμαι πολύ συνηθισμένος να περπατώ, θα κάμω μια βόλτα μέσα στον κήπο".

"A, όχι! δεν αναπαυόμεθα, απήντησε η οικοδέσποινα, θα έλθω και εγώ στον κήπο μαζί σας, και θα συνομιλήσουμε για κάτι εποικοδομητικό. Εάν πάτε μόνος σας τα παιδιά θα σας διαταράξουν την γαλήνη, γιατί μόλις σας δουν θα έλθουν κοντά σας, επειδή αγαπούν πολύ τους προσκυνητές και τους ξένους".

»Δεν έμενε, λοιπόν, τίποτε άλλο παρά να υποχωρήσω στα όσα είπε. Θέλοντας ν' αποφύγω να μιλώ όλο εγώ, όταν φθάσαμε στον κήπο, υποκλίθηκα μπροστά της και της είπα: Σας παρακαλώ πάρα πολύ, πέστε μου, πόσον καιρό περνάτε την ζωή σας με αυτόν τον τρόπον της αφοσιώσεως στον Χριστό και τον πλησίον και ποια ήταν η αιτία που σας οδήγησε σε μια τέτοια ευλογημένη διαβίωση";

"Θα σας διηγηθώ όλη την ιστορία, αν το θέλετε", ήταν η απάντηση.

"Η μητέρα μου ήταν δισέγγονη του αγίου Ιωάσαφ, του οποίου τα λείψανα ευρίσκονται στο Μπυελκορόδ. Είχαμε ένα μεγάλο σπίτι, κι ένα διαμέρισμά του το είχαμε ενοικιάσει σε ένα κύριο που ήταν πολύ καλός, αλλ' όχι πλούσιος. Σε λίγο καιρό όμως ο ατυχής απέθανε και η σύζυγός του, που ήταν έγκυος, απέθανε κι αυτή στον τοκετό.

"Το μωρό, ένα αγοράκι, έμεινε πεντάρφανο και πάμπτωχο, η δε μητέρα μου το ευσπλαγχνίσθηκε και το ανέλαβε να το αναθρέψει. Εγώ γεννήθηκα ένα χρόνο αργότερα. Μεγαλώσαμε μαζί, επήγαμε στο σχολείο μαζί, είχαμε τους ίδιους διδασκάλους, τους ίδιους παιδαγωγούς και είχαμε συνηθίσει τόσο πολύ ο ένας τον άλλο, που δεν ξεχωρίζαμε από πραγματικά αδέλφια. Αργότερα ο πατέρας μου απέθανε και η μητέρα μου μας επήρε και ήλθαμε σ’ αυτό εδώ το κτήμα.

"Όταν μεγαλώσαμε μας πάντρεψε, μας δώρισε το κτήμα τούτο και το σπίτι κι εκείνη απεχώρησε σε μοναστήρι, όπου είχε κτίσει από πριν, ένα κελί δικό της. Μας έδωσε την μητρική της ευλογία, σαν υποθήκη δε, την επιθυμία της να ζούμε ζωή καλών χριστιανών, να προσευχόμαστε θερμά και να εφαρμόζουμε  την  εντολή  της  αγάπης  δείχνοντάς  την  με  έργα  προς  τον  πλησίον,  τρέφοντας  και  βοηθώντας τους πτωχούς με απλότητα και ταπείνωση, για να τους διδάσκουμε με τα έργα μας αυτά, τον φόβο του Θεού..

"Μας δίδαξε ακόμη να συμπεριφερόμαστε προς τους υπηρέτες μας σαν να είναι αδελφοί μας. Έτσι λοιπόν, από τότε ζούμε συνεχώς σύμφωνα με τις υποθήκες της, προσπαθώντας να τις εφαρμόζουμε όσο καλύτερα μπορούμε.

"Έχουμε ένα ξενώνα για τους περαστικούς και τους δυστυχισμένους, αυτή δε την στιγμή υπάρχουν μέσα σ' αυτόν περισσότεροι από δέκα δυστυχισμένοι και ανάπηροι. Αν θέλεις μπορούμε να τους ιδούμε αύριο".

»Όταν τελείωσε, δίδοντάς μου όλες αυτές τις πληροφορίες, την ερώτησα αν μπορούσα να ιδώ αυτό το βιβλίο της Κλίμακος του αγίου Ιωάννου, που ήθελε να το στείλει στην μητέρα της. Ελάτε μέσα, μου είπε, και θα το βρω αμέσως".

»Μόλις είχαμε καθίσει για να διαβάσουμε, ήλθε ο σύζυγός της και βλέποντάς με με καλωσόρισε θερμά. Ασπασθήκαμε ο ένας τον άλλον σαν αδελφοί, με πήρε δε στο δωμάτιό του λέγοντας: "Έλα, αγαπητέ μου αδελφέ, ας περάσουμε στο γραφείο μου. Η γυναίκα μου θα σε ζάλισε τόση ώρα. Μόλις βλέπει κανένα προσκυνητή ή κανένα ανάπηρο ζητιάνο, δεν τους αφήνει με την κουβέντα και τις ερωτήσεις να ησυχάσουν ούτε μέρα ούτε νύκτα. Αυτό κάνει για χρόνια και χρόνια τώρα".

»Μπήκαμε στο  γραφείο. Αλήθεια  πόσα βιβλία  υπήρχαν  μέσα εκεί!  Τι ωραίες  εικόνες,  τι ωραίος Εσταυρωμένος σε φυσικό μέγεθος, τι όμορφο Τετραβάγγελο! Απήγγειλα μια προσευχή και έπειτα είπα: "Ζήτε πραγματικά σ' έναν Παράδεισο του Θεού. Εκεί είναι ο Χριστός, η αγία του Μητέρα και οι Άγιοι, εδώ δε είναι η θεία διδασκαλία, τα ζωντανά και αιώνια λόγια της ζωής. Είμαι βέβαιος πως πολύ συχνά απολαμβάνετε την θεία τροφή που παρέχουν".

"Αλήθεια! Παραδέχομαι πως είμαι πολύ φίλος της μελέτης" απήντησε. "Τι είδους βιβλία έχετε στην βιβλιοθήκη σας"; ερώτησα.
"Έχω μεγάλο αριθμό θρησκευτικών βιβλίων", ήταν η απάντηση.

"Εδώ είναι οι βίοι των Αγίων όλου του έτους, τα έργα του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, και πολλών άλλων θεολόγων και Φιλοσόφων. Έχω αρκετούς τόμους κηρυγμάτων, γραμμένους από σπουδαίους συγχρόνους ιεροκήρυκας. Η αξία της βιβλιοθήκης μου είναι πάνω από εκατό χρυσές λίρες"

"Έχετε τίποτε που να γράφει για την Προσευχή";

"Βεβαίως,  γιατί  μου  αρέσει  πάρα  πολύ  να  διαβάζω  για  την  προσευχή.  Εδώ  είναι  μια  τελευταία εργασία για την προσευχή, γραμμένη από έναν ιερέα απ' την Πετρούπολη". Κατέβασε ένα βιβλίο που έγραφε για την Κυριακή προσευχή και αρχίσαμε να το διαβάζουμε με αγαλλίαση. Έπειτα από λίγο ήλθε η κυρία φέρνοντας τσάι. Την ακολουθούσαν τα παιδάκια κρατώντας και τα δύο μαζί ένα μεγάλο ασημένιο δίσκο, γεμάτο από μπισκότα και γλυκά τόσο ωραία, που ποτέ προηγουμένως δεν είχα παρόμοια γευθεί. Έπειτα ο κύριος πήρε από τα χέρια μου το βιβλίο και το έδωσε στην σύζυγό του λέγοντας: "Τώρα θα μας διαβάσει η κυρία. Διαβάζει πάρα πολύ όμορφα κι εμείς θα ζεσταθούμε με το καλοφτιαγμένο τσάι". Έτσι άρχισε να διαβάζει κι εμείς ακούγαμε. Αλλ' όπως παρακολουθούσα, αισθάνθηκα την ενέργεια της Προσευχής να αναδεύει την καρδιά μου και όσο προχωρούσε το διάβασμα, τόσο η ενέργεια αυτή μεγάλωνε, γεμίζοντάς με από ευφροσύνη.




»Ξαφνικά είδα κάτι λαμπερό να περνά αστραπιαία στον αέρα εμπρός από τα μάτια μου, κάτι σαν τη φυσιογνωμία του μακαρίτη του Πνευματικού μου οδηγού. Θέλοντας να κρύψω όλο αυτό που μου συνέβαινε, είπα: "Να με συγχωρείτε, αλλά πρέπει να κοιμηθώ έστω κι ελάχιστα". Έπειτα αισθάνθηκα σαν να με φώτιζε η ψυχή του Πνευματικού μου οδηγού και ο φωτισμός αυτός ήλθε μέσα στο μυαλό μου, σαν ένα είδος διαφόρων ιδεών για την Προσευχή. Έκανα το σταυρό μου και όπως άρχισα να τακτοποιώ τις ιδέες αυτές στον νου μου, η κυρία είχε φθάσει διαβάζοντας στο τέλος του βιβλίου, ο δε σύζυγός της με ρώτησε αν μου άρεσε. Έτσι, λοιπόν, η συζήτησή μας ξανάρχισε πάλι. "Πάρα πολύ", απάντησα. "Το Πάτερ ημών, είναι η υψηλότερη και η πιο πολύτιμη απ' όλες τις προσευχές για μας τους χριστιανούς, επειδή προέρχεται από το ίδιο το στόμα του Χριστού. Η εξήγηση που διαβάσαμε μόλις, ήταν πολύ καλή, μόνο που το περισσότερό της μέρος, πραγματεύεται για την πρακτική πλευρά της πνευματικής ζωής, ενώ εγώ διαβάζοντας τους αγίους Πατέρας, συνάντησα περισσότερο την θεωρητική και μυστικιστική εξήγηση της Προσευχής· της λεγομένης Καρδιακής Προσευχής".

"Σε ποιους από τους Πατέρας το διαβάσατε αυτό";

"Στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή επί παραδείγματι, και στον ιερομάρτυρα Πέτρο τον Δαμασκηνό, στην Φιλοκαλία".

"Θυμάστε τίποτε από αυτά; Πέστε και σε μας κάτι, σας παρακαλούμε".

"Βεβαιότατα. Οι πρώτες λέξεις της Προσευχής —Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς— ερμηνεύονται στο βιβλίο σας σαν μια κλήση για αδελφική αγάπη για τον πλησίον, εφ' όσον όλοι μας είμεθα παιδιά του ενός Πατέρα· αυτό δε είναι αλήθεια. Αλλά στους Αγίους Πατέρας η ερμηνεία πηγαίνει βαθύτερα και είναι πιο πνευματική, επειδή εκείνοι λένε ότι όταν χρησιμοποιούμε αυτές τις λέξεις πρέπει να υψώνουμε τον νου μας στον ουρανό, προς τον ουράνιο μας Πατέρα και να θυμώμεθα κάθε στιγμή, ότι οπουδήποτε και αν ευρισκόμεθα είμεθα μπροστά στο Θεό.

"Τα λόγια ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου στο βιβλίο που διαβάσαμε εξηγούνται, ότι πρέπει να είναι φροντίδα μας να μη πιάνουμε για το τίποτα στο στόμα μας το όνομα του Θεού, να μη παίρνουμε ψεύτικους όρκους και με μια λέξι, να προφέρουμε με σεβασμό πάντοτε το θείον όνομα και να μη το "λαμβάνωμεν επί ματαίω". Αλλά οι μυστικιστές συγγραφείς διαβλέπουν εδώ μια σαφή κλήση για την εσωτερική Προσευχή της καρδιάς, που σύμφωνα μ' αυτή το άγιο όνομα του Θεού τυπώνεται εσωτερικά  επάνω  στην  καρδιά  του  ανθρώπου  και  εξαγιάζεται  από  αυτενεργούσα  Προσευχή  και αγιάζει όλα τα συναισθήματα και τις δυνάμεις της ψυχής.

"Τα λόγια ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου οι Πατέρες τα εξηγούν: είθε η εσωτερική ειρήνη και γαλήνη και πνευματική αγαλλίαση να έλθουν μέσα στις καρδιές μας. Στο βιβλίο σας πάλι, τα λόγια τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον, θεωρούνται ότι είναι παρακλητικά για τις καθημερινές ανάγκες της ζωής της ιδικής μας και του πλησίον μας. Αλλ' ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αντιλαμβάνεται τὸν ἄρτον τὸν ἐπιούσιον σαν τροφή της ψυχής με ουράνιον άρτον που είναι ο Λόγος του Θεού και σαν ένωση της ψυχής με Εκείνον που γίνεται με την εγκατοίκησή της σ’ Αυτόν, με τη σκέψη και την ασίγαστη εσωτερική Προσευχή της καρδιάς".

"Ναι, αλλά η απόκτηση της εσωτερικής Προσευχής είναι δύσκολο πράγμα και σχεδόν αδύνατο για όσους δεν είναι μοναχοί ή ιερωμένοι, μου είπε ο κύριος που με φιλοξενούσε, κι εμείς είμαστε τυχεροί που μπορούμε να λέμε τις τακτικές καθημερινές προσευχές μας χωρίς οκνηρία".

"Μην τα σκέπτεσθαι έτσι τα πράγματα, απήντησα. Εάν ήταν κάτι δύσκολο και ακατόρθωτο να το εκπληρώσουμε, ο Θεός δεν θα το απαιτούσε από μας. Η δύναμή του εν ασθενεία τελειούται". Οι Πατέρες  που  ομιλούν  από  την  δική  τους  πείρα,  μας  παρέχουν  τον  τρόπο  και  το  σύστημα  να κερδίσουμε  ευκολότερα  την  Προσευχή της  καρδιάς.  Φυσικά  για τους  ασκητές  και  τους  ερημίτες


προσφέρουν ειδικές μεθόδους υψηλές, αλλά και γι' αυτούς που ζουν στον κόσμο, τα συγγράμματά τους δείχνουν τρόπους που οδηγούν με ασφάλεια στην γνώση και την εφαρμογή της εσωτερικής Προσευχής".

"Θέλεις να σου διαβάσω σχετικά μ' αυτό, κάτι απ τη Φιλοκαλία"; τον ερώτησα, βγάζοντας το βιβλίο απ' το σακίδιό μου. Βρήκα ένα κεφάλαιο του αγίου Πέτρου του Δαμασκηνού, στο τρίτο μέρος του βιβλίου, και διάβασα τα ακόλουθα: Πρέπει κανείς να μάθει να επικαλείται το όνομα του Θεού συχνότερα και από την αναπνοή του, πάντοτε, παντού και οποιαδήποτε κι αν είναι η εργασία του. Ο απόστολος είπε, «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», με αυτό δε, διδάσκει τους ανθρώπους να έχουν τη σκέψη τους στο Θεό, σε κάθε στιγμή, σε κάθε τόπο, σε οποιαδήποτε περίσταση.

"Όταν πρόκειται να κάνει ο άνθρωπος κάτι, φέρνει στο μυαλό του τον Δημιουργό των όλων. Όταν βλέπει το συνηθισμένο φως, θυμάται τον φωτοδότη Χριστό. Όταν ρίχνει τα μάτια του στον ουρανό ή την γη, την θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν στην φύση, θαυμάζει με την ψυχή του και υμνεί τον πάνσοφο Καλλιτέχνη. Όταν φορεί τα ρούχα του, σκέπτεται τίνος δώρα είναι αυτά, και δοξάζει τον Προνοητή που προνοεί και για το πιο άσημο πλάσμα της γης αυτής, γενικά δε ο άνθρωπος φροντίζει ώστε κάθε πράξη του να γίνει αιτία να θυμάται και να δοξολογεί το όνομα του Θεού, οπότε πραγματοποιεί την ασίγαστη προσευχή, ενώ η ψυχή του γεμίζει από εσωτερική πνευματική ευτυχία και γαλήνη".

"Είναι, λοιπόν, όπως αντιλαμβάνεσαι, αυτός ο τρόπος της αδιάλειπτης προσευχής, εύκολος και κατορθωτός από τον κάθε ένα που έχει φόβο Θεού και ομαλά τα ανθρώπινα συναισθήματα".

»Και οι δυο τους ευχαριστήθηκαν εξαιρετικά απ' αυτό που τους διάβασα, ο άνδρας δε αφού μου έσφιξε το χέρι, πήρε στα χέρια του την Φιλοκαλία και την περιεργάστηκε, λέγοντας: "Πρέπει κι εγώ να πάρω ένα αντίτυπο της Φιλοκαλίας και θα το παραγγείλω αμέσως στην Πετρούπολη, αλλά προς το παρόν και για να θυμάμαι τη στιγμή αυτή, θα αντιγράψω αυτό το κομμάτι που μου διάβασες".

»Αντέγραψε, λοιπόν, το χωρίον αυτό καλλιγραφικά και μόλις το τελείωσε στάθηκε για μια στιγμή με έκπληξη και είπε: "Ω, Θεέ μου! Έχω την εικόνα του αγίου Πέτρου του Δαμασκηνού. Είναι αυτή επάνω εκεί στο εικονοστάσι". Έβαλε έπειτα αυτό που έγραψε σε μια κορνίζα με τζάμι και το κρέμασε κάτω από την εικόνα. "Τώρα θα είναι, προσέθεσε, τα ζωντανά λόγια του Αγίου κάτω απ' την εικόνα του για να μου θυμίζουν να τα εφαρμόζω τέλεια στη ζωή μου".

»Έπειτα πήγαμε για το δείπνο. Όπως και κατά το γεύμα, έτσι και τώρα όλο το προσωπικό κάθισε στο ίδιο τραπέζι μ' εμάς. Πόσο ήσυχο και επιβλητικό ήταν το δείπνο αυτό! Μόλις τελειώσαμε, όλοι μαζί και  τα  παιδάκια,  κάναμε  προσευχή.  Με  παρεκάλεσαν  να  διαβάσω  τον  ικετήριο  κανόνα  στον γλυκύτατο Ιησού. Μετά από αυτό οι υπηρέτες και τα παιδιά επήγαν να κοιμηθούν και μείναμε οι τρεις εμείς πάλι μόνοι. Αμέσως τότε η κυρία μου έφερε ένα άσπρο πουκάμισο και ένα ζευγάρι κάλτσες. Υποκλίθηκα ευχαριστώντας, αλλά της είπα ότι δεν θα πάρω τις κάλτσες, επειδή ποτέ στην ζωή μου δεν είχα φορέσει, εκτός από τις συνηθισμένες πάνινες ρωσικές μπότες που τύλιγα τα πόδια μου. Επήρε έτσι τότε τις κάλτσες κι έφερε απ' την προίκα της ένα κίτρινο μάλλινο ύφασμα απ' όπου μου έκοψε ένα ζευγάρι περίφημες μπότες, λέγοντας συγχρόνως στον άνδρα της: "Τα παπούτσια του αγαπητού μας φίλου είναι λειωμένα, φέρε, λοιπόν, ένα καινούργιο ζευγάρι καλά στιβάλια δικά σου, να  του  δώσουμε".  Με  πήραν  έπειτα  σ'  ένα  διπλανό  δωμάτιο  για  να  φορέσω  το  καινούργιο πουκάμισο. Όταν ήλθα κοντά τους πάλι, με κάθισαν σε μια καρέκλα, όπου μου φόρεσαν οι ίδιοι τα καινούρια στιβάλια που μου χαρίσανε. Εις την αρχή δεν ήθελα να τους αφήσω, αλλά αυτοί επέμεναν λέγοντάς μου ότι και ο Χριστός ένιψε τα πόδια των μαθητών του. Υπάκουσα έπειτα από όλα αυτά και δάκρυσα από ευτυχία, μόλις δε με είδαν δάκρυσαν και αυτοί. Ύστερα από την ένδειξη της αγάπης αυτής η κυρία επήγε να κοιμηθεί, ενώ ο σύζυγός της και εγώ προχωρήσαμε σ' ένα καλοκαιρινό σπιτάκι στον κήπο. Ο φίλος μου άρχισε πρώτος:


"Τώρα, χωρίς περιστροφές, σε παρακαλώ, πες μου, στη συνείδησή σου, πες μου την αλήθεια. Ποιος είσαι; Φαίνεσαι να κατάγεσαι από οικογένεια ευγενών και προφασίζεσαι τον άσημο, μεταμφιεσμένος σε απλό χωρικό. Εσύ γράφεις και διαβάζεις τόσο καλά και για να είμαι πιο σαφής, είσαι ικανός να συζητείς τόσα πράγματα, που είναι αφύσικο και πολύ δύσκολο σε χωρικούς να το κατορθώσουν".

"Είπα  την  καθαρή  αλήθεια  στην  γυναίκα  σας  και  σε  σας  τον  ίδιο,  όταν  σας  διηγήθηκα  για  την καταγωγή μου, ποτέ δε, δεν σκέφτηκα να σας πω ψέματα ή να σας γελάσω. Για ποιο λόγο, άλλως τε, θα το έκανα αυτό; Όσο για αυτά που σας είπα, δεν είναι δικά μου, επειδή τα έμαθα από τον μακαρίτη τον Πνευματικό μου οδηγό, που ήταν γεμάτος από θεία σοφία, ή τα διάβασα προσεκτικά στα συγγράμματα των Αγίων Πατέρων.

"Αλλά περισσότερο η αγραμματοσύνη μου εξαλείφτηκε, από τη γνώση της εσωτερικής Προσευχής, που δεν την κατόρθωσα μόνος μου, παρά μου την χάρισε το έλεος του Θεού και η φροντίδα του Πνευματικού μου οδηγού. Την εσωτερική αυτή Προσευχή μπορεί ο καθένας να την αποκτήσει. Δεν στοιχίζει τίποτε, παρά την προσπάθεια της βυθίσεως στην σιωπή και στα βάθη της καρδιάς, καθώς και την πρόνοια για την επίκληση, όσο το δυνατόν περισσότερο του γλυκύτατου ονόματος του Ιησού Χριστού, που γεμίζει τον άνθρωπο με αγαλλίαση.

"Ο κάθε ένας που κάνει την προσπάθεια αυτή, αισθάνεται αμέσως εσωτερικά, κατανόηση για όλα τα πράγματα και αντιλαμβάνεται μερικά από τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού, με την δύναμη του φωτός της γνώσεως αυτής.

"Καταλαβαίνει ακόμη πόσο βάθος και πόσο φως, υπάρχει μέσα στο μυστήριο του ανθρώπου, όταν γνωρίσει τον τρόπο και αποκτήσει την δύναμη να βυθίζεται στον εαυτόν του για να τον δει από μέσα, να  βρει  την  ευφροσύνη  της  αυτογνωσίας,  να  λυπηθεί  για  τα  σφάλματά  του  και  να  χύσει ανακουφιστικά δάκρυα για τις πτώσεις του και τις αδυναμίες της θελήσεώς του.

"Να δείξει κανείς καλή διάθεση για το κάθε τι, και να συνομιλεί με όλους δεν είναι δύσκολο και ο κάθε ένας ημπορεί αυτό να το κάνει, επειδή ο νους και η καρδιά διατίθενται ευνοϊκά χωρίς δυσκολία σ' αυτό. Όταν ο νους διατίθεται ευχάριστα για κάτι, η εργασία, είτε πρακτική, είτε επιστημονική είναι, προοδεύει με επιτυχία, αλλ' όταν δεν έχει διάθεση, και η πιο εύκολη και η πιο ευχάριστη εργασία, χωλαίνει. Το δυστύχημα είναι ότι ζούμε έξω από τον εαυτόν μας και δεν επιθυμούμε να γυρίσουμε μέσα στον πλούτο του.

"Αλήθεια! Πάντα τρέχουμε μακριά από αυτό που είναι τόσο κοντά μας και αποφεύγουμε να έλθουμε κοντά, πρόσωπο προς πρόσωπο με τους πραγματικούς εαυτούς μας, ανταλλάσσουμε δε την αλήθεια με μηδαμινά πράγματα.

"Λέμε συνήθως: Θα ήθελα να αρχίσω να ενδιαφέρομαι για τα πνευματικά πράγματα και να προσεύχομαι θερμά, αλλά που να βρω καιρό για όλα αυτά, με τις δουλειές μου και τις φασαρίες μου;

"Ποιο όμως έχει μεγαλύτερη αξία στην ζωή, η αρετή και η σωτηρία της ψυχής ή ο ασταθής αυτός βίος και το φθαρτό σώμα, για το οποίο τόσο κοπιάζουμε; Αυτά όλα λέγω πάντοτε όταν συζητώ και άλλοι μεν διδάσκονται, άλλοι όμως δεν δίνουν καμιά σημασία .

"Συγχώρησέ με, αδελφέ μου, δεν σ' ερώτησα από απλή περιέργεια, αλλά από αγάπη και χριστιανικό ενδιαφέρον και ακόμη, επειδή δυο χρόνια πριν, συνάντησα κάποιον άνθρωπο που με έκανε από τότε, να υποβάλλω πάντοτε τις ερωτήσεις αυτές. Συνέβη, λοιπόν, το εξής: Ήλθε σαν ζητιάνος κάποτε εδώ στο σπίτι μας ένας άνθρωπος, αυτός που ανέφερα, έχοντας ένα διαβατήριο απομαχικό, του στρατού. Ήταν γέρος και καταβεβλημένος, τόσο δε πτωχός που τα ρούχα του σχεδόν είχαν πέσει από πάνω του. Μιλούσε  πολύ  λίγο  και  με  τόσο  απλό  τρόπο  ώστε  δεν  σου  έμενε  αμφιβολία  ότι  ήταν  χωρικός, μεγαλωμένος στις στέπες. Τον επήραμε στον ξενώνα, αλλά ύστερα από πέντε ημέρες έπεσε βαριά άρρωστος. Τον μεταφέραμε σ’ αυτό εδώ το σπιτάκι για να έχει ησυχία, και τον φροντίζαμε, η δε γυναίκα μου τον περιποιόταν μόνη της. Ύστερα από λίγες ημέρες ήταν φανερό ότι πλησίαζε προς το τέλος του. Αρχίσαμε, λοιπόν, να τον προπαρασκευάζουμε. Καλέσαμε τον εφημέριο, για το Ευχέλαιο, την Εξομολόγηση και την Αγία Κοινωνία. Την παραμονή του θανάτου του, ανασηκώθηκε κάπως, μου εζήτησε λίγο χαρτί και μελάνι και με παρεκάλεσε να μη μπει άλλος στο δωμάτιο, για να γράψει την τελευταία του θέληση, την οποία μου ανέθεσε να την στείλω, μόλις θα έκλεινε τα μάτια του, στον γιο του, στην Πετρούπολη.

Έμεινα  έκπληκτος  όταν  είδα  πως  ήξερε  να  γράφει  και  μάλιστα  ωραιότατα.  Η  σύνθεση  των γραφομένων του ήταν επίσης υπέροχη, αλάνθαστη και έδειχνε πολύ καλλιεργημένο συναίσθημα. Θα σου την διαβάσω από ένα αντίγραφο που έχω κρατήσει και θα δεις και συ ο ίδιος με τα μάτια σου, αυτά που σου λέγω. Όλα εκείνα, εκτός από την έκπληξη, μου γέννησαν και την περιέργεια να τον ερωτήσω ποιος ήταν, ποια ήταν η καταγωγή του και ποιο το νόημα της ζωής του.

"Αφού πήρε την υπόσχεσή μου ότι δεν θα απεκάλυπτα, πριν από το θάνατό του, τίποτε απ' όσα θα μου 'λεγε, μου διηγήθηκε προς δόξα Θεού, της ζωής του την ιστορία".

"Είμαι Πρίγκιπας. Το όνομά μου είναι... Μετά τον θάνατο της συζύγου μου, ζούσα με το γιό μου, που ήταν λοχαγός της ανακτορικής φρουράς. Μια μέρα ενώ ετοιμαζόμουν να πάω σ’ ένα χορό στο σπίτι ενός σπουδαίου προσώπου, θύμωσα πολύ με τον υπηρέτη μου και αφού τον κτύπησα άσχημα στο κεφάλι, διέταξα να τον στείλουν στο χωριό του. Αυτά έγιναν από βραδύς, αλλά τα ξημερώματα ο υπηρέτης απέθανε από το κτύπημα που του είχα δώσει. Το γεγονός αυτό δεν με συγκίνησε και πολύ. Μετάνιωσα φυσικά για την παραφορά μου και το κακό που του έκανα, αλλά σε λίγο ξέχασα όλο το συμβάν. Έξι βδομάδες μετά από το ατύχημα, άρχισα να βλέπω τον υπηρέτη μου να παρουσιάζεται στον ύπνο μου και να με επιπλήττει κάθε νύκτα, επαναλαμβάνοντας αδιάκοπα τις λέξεις: Ασυνείδητε άνθρωπε! Είσαι ένας φονιάς! Όσο περνούσε ο καιρός, άρχισα να τον βλέπω και όταν ήμουν ξύπνιος και οι εμφανίσεις του γίνονταν με τον καιρό όλο και πυκνότερες, μέχρις ότου η ταραχή που μου προξενούσαν έγινε κατάσταση στην ψυχή μου. Εις το τέλος το θύμα μου αυτό, παρουσιαζόταν μαζί με άλλους ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, που είχα διαφθείρει ή είχα βλάψει και αδικήσει. Τώρα με απόπαιρναν όλοι μαζί, χωρίς να σταματούν, ώστε έχασα την ηρεμία μου εντελώς και μαζί μ' αυτή και τον ύπνο μου και τα πάντα. Άρχισα να αδυνατίζω τόσο, που κόλλησε το δέρμα μου στα κόκαλά μου. Οι  γιατροί  δεν  ημπορούσαν  να  μου  προσφέρουν  τίποτε.  Επήγα  στο  εξωτερικό  για  να  βρω  τη θεραπεία,  αλλά  πέρασαν  έξι  ολόκληροι  μήνες  και  η  κατάστασή  μου  δεν  σημείωσε  ούτε  την παραμικρή βελτίωση. Τουναντίον δε οι ψυχές, τα πνεύματα, που με ταλαιπωρούσαν, βασάνιζαν την ψυχή μου σταθερά, όλο και περισσότερο. Μ' έφεραν σπίτι μου πίσω, περισσότερο νεκρό παρά ζωντανό.

"Η ύπαρξή μου βάδιζε μέσα από τρόμους κι απ' τα βασανιστήρια της πιο φρικτής κολάσεως.

"Έτσι πείσθηκα αποδεικτικά για την πραγματική της Κολάσεως ύπαρξη, αφού ο ίδιος την ζούσα από ζωντανός.

"Ενώ βρισκόμουν σ’ αυτήν την κατάσταση, ανεγνώρισα στο βάθος τους, όλες τις αμαρτωλές μου πράξεις. Μετανόησα και εξομολογήθηκα με πλήρη συντριβή. Ελευθέρωσα όλους τους υπηρέτες και τους σκλάβους μου, έταξα δε να συνθλίψω τον εαυτόν μου για όλο το υπόλοιπο της ζωής μου, με όσο περισσότερο βασανισμένη ζωή και αν μπορούσα να μεταμορφώσω τον εαυτόν μου σε ζητιάνο. Επιθύμησα, για τις πολλές μου αμαρτίες, να γίνω ο ταπεινότερος δούλος των συνανθρώπων μου και να ζήσω του πρόσκαιρου τούτου βίου, την πιο άσημη μορφή. Μόλις έλαβα τις αποφάσεις αυτές, οι φρικτές οράσεις εξαφανίσθηκαν και αισθάνθηκα ανακούφιση και ευτυχία ανείπωτη, επειδή γέμισε την ψυχή μου η πληροφορία, ότι ειρήνευσα με τον Δίκαιο Κριτή.



"Έτσι στ' αλήθεια μου φάνηκε ότι πέρασα από την Κόλαση στον Παράδεισο και ότι η Βασιλεία του Θεού μου είχε αποκαλυφθεί κι ακόμη κατάλαβα, πώς αποκαλύπτεται απ' τη μια στιγμή στην άλλη η Βασιλεία του Θεού, στους ανθρώπους. Αμέσως η υγεία μου άρχισε να αναλαμβάνει και σε λίγο ήμουν έτοιμος να πραγματοποιήσω το τάξιμό μου.

"Εγκατέλειψα κρυφά την γενέτειρά μου, με μόνο εφόδιο αυτό το διαβατήριο της αποστρατείας μου και επί δεκαπέντε χρόνια τώρα, έχω σχεδόν γυρίσει όλη την Σιβηρία.

"Πολλές φορές δούλεψα εργάτης στα χωράφια των χωρικών. Άλλοτε συντηρήθηκα από τη ζητιανιά, χορταίνοντας περισσότερο από την ταπείνωση, παρά από τα ξεροκόμματα που μάζευα.

"Πόσο μεγάλη ήταν η χαρά και η ευλογία που αισθανόμουν, πόσο δε ανέκφραστη η ειρήνη στο μυαλό και την καρδιά μου, από όλες αυτές τις θεληματικές στερήσεις, μόνον όποιος πέρασε απ' την Κόλαση στον Παράδεισο με το έλεος του Μεγάλου Πρεσβευτού, του Ιησού Χριστού, μπορεί να το καταλάβει".

"Όταν τελείωσε την ιστορία του αυτή, μου έδωσε τη γραμμένη τελευταία του θέληση για να τη στείλω στο γιό του, και την άλλη μέρα έκλεισε τα μάτια του για πάντα".

"Το αντίγραφό της το έχω μέσα σ' ένα πορτοφόλι εκεί πάνω, δίπλα στην Αγία Γραφή. Εάν θέλεις μπορείς να το δεις".

»Το άνοιξα κι άρχισα να διαβάζω:

"Εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος".

«Αγαπητό μου παιδί.

»Έχουν περάσει δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια αφ' ότου δεν είδες τον πατέρα σου. Αλλ' αν εσύ δεν είχες νέα του, αυτός εύρισκε κάθε τόσο ευκαιρίες να μαθαίνει ειδήσεις για σένα και να αισθάνεται την αγάπη του πατέρα για το παιδί του.

»Η ίδια αγάπη τον κάνει να σου στείλει, απ' το κρεβάτι που κείτεται ετοιμοθάνατος, τις λίγες αυτές γραμμές. Είθε να αποτελέσουν για σένα δίδαγμα σ' όλη σου τη ζωή!

»Γνωρίζεις πόσο υπέφερα από την αμελή και ασύνετη ζωή μου, αλλά δεν ξέρεις πόση ευλογία πήρα από το άγνωστο σε όλους προσκύνημά μου και με πόση χαρά γέμισαν την ψυχή μου οι καρποί της μετανοίας.

»Πεθαίνω ειρηνικά στο σπίτι ενός, που δείχθηκε καλός σ' εμένα και σε σένα, γιατί η καλοσύνη του προς τον πατέρα σου, πρέπει να συγκινεί ένα γιο στου οποίου την καρδιά υπάρχει της ευγνωμοσύνης το συναίσθημα. Δείξε σ' αυτόν την ευγνωμοσύνη με όποιον τρόπο μπορείς.

»Δίδοντάς σου την πατρική ευχή μου σε εξορκίζω, να θυμάσαι πάντα τον Θεό, και να προσέχεις την συνείδησή σου. Να είσαι συνετός, καλός και λογικός. Να μεταχειρίζεσαι τους κατωτέρους σου φιλικά και με όση περισσότερη καλοκαγαθία μπορείς. Να μη περιφρονείς τους ζητιάνους και τους προσκυνητές, αλλά να θυμάσαι ότι στην ζητιανιά και στα προσκυνήματα, ο πατέρας σου, που πεθαίνει τη στιγμή αυτή, βρήκε ειρήνη και η μαρτυρικά βασανισμένη ψυχή του, βρήκε τη γαλήνη της εμπράκτου μετανοίας.

»Ικετεύω του Θεού την ευλογία για σένα και κλείνω ήρεμα τα μάτια μου, με την ελπίδα της αιωνίου ζωής, που θα μου χαρίσει το έλεος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του Σωτήρος των ανθρώπων.

Ο πατέρας σου».

»Όπως καθόμαστε επάνω στον καναπέ και κουβεντιάζαμε, ερώτησα με την σειρά μου: "Φαντάζομαι πως ο ξενώνας που διατηρείτε θα σας παρέχει κι ένα σωρό φασαρίες. Δεν είναι έτσι";

"Βεβαίως,  επειδή  υπάρχουν  πολλοί  άνθρωποι  που  γίνονται  προσκυνητές,  γιατί  δεν  έχουν  τι  να κάνουν, ή επειδή είναι τεμπέληδες, μερικοί δε απ' αυτούς κάποτε, κάνουν και καμιά κλεψιά στο δρόμο όταν μπορέσουν. Έχω δει αρκετούς τέτοιους με τα ίδια μου τα μάτια".

"Δεν είναι μεγάλος ο αριθμός των προσκυνητών αυτού του είδους, ήταν η απάντηση. Οι περισσότεροι που συνάντησα ήσαν καλοί προσκυνητές. Αλλά εμείς καλοδεχόμαστε και τους κακούς με χαρά, με την ελπίδα ότι στην συναναστροφή με τους καλούς στον ξενώνα μας, να δοθεί η ευκαιρία ν' αλλάξουν τον χαρακτήρα τους και να γίνουν καλοί, έτσι δε το καλό γίνεται διπλό. Ένα σχετικό γεγονός συνέβη λίγο καιρό πριν. Ήταν ένας άνθρωπος που ανήκε στην κατώτερη μέση τάξη της πόλεώς μας εδώ και είχε καταντήσει τόσον ελεεινός ώστε όπου παρουσιαζόταν τον έδιωχναν, χωρίς να του δίνουν ούτε ένα ξεροκόμματο. Έπινε και μάλωνε με όλους, το χειρότερο δε έκλεβε ό,τι εύρισκε.

"Μια μέρα ήλθε στον ξενώνα μας άθλιος και πεινασμένος ζητώντας λίγο ψωμί και κρασί επειδή το κρασί πολύ το αγαπούσε. Τον δεχθήκαμε φιλικά και του είπαμε, μείνε εδώ μαζί μας και να σου δίνουμε όσο κρασί θέλεις, με την συμφωνία, όμως, ότι θα πηγαίνεις κατ' ευθείαν να πέφτεις στο κρεβάτι σου μόλις πίνεις. Εάν δεν συμμορφωθείς εντελώς με αυτό και αρχίσεις τις φασαρίες και τις ανοησίες, όχι μόνον θα σε διώξουμε, αλλά θα σε αναφέρουμε στην αστυνομία για να σε στείλει στο άσυλο που κλείνουν τους απατεώνες. Συμφώνησε απόλυτα κι έτσι έμεινε κοντά μας.

"Για μιαν ολόκληρη εβδομάδα, στην αρχή, έπινε όσο ήθελε η ψυχή του. Αλλ' επειδή είχε δώσει τις υποσχέσεις  που  είπαμε  και  φοβόταν  μήπως  τον  διώξουμε  και  χάσει  το  κρασί,  που  το  λάτρευε, πήγαινε πράγματι και έπεφτε στο κρεβάτι, όταν δε βαριόταν το κρεβάτι, πήγαινε στον μικρό κήπο έξω από την κουζίνα και ξάπλωνε στο χορτάρι, αρκετά ήσυχος. Όταν ήταν νηστικός οι αδελφοί στον ξενώνα προσπαθούσαν να τον πείσουν να συνηθίσει να επιβάλλεται στον εαυτόν του σιγά - σιγά, κάνοντας αρχή κάποτε, επί τέλους.

"Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να μετριάζει το ποτό και στο τέλος, πέντε μήνες αργότερα, νίκησε εντελώς το πάθος κι έγινε νηφάλιος. Έπιασε δουλειά και εργάζεται τώρα, χωρίς να γίνεται βάρος και να εξαρτάται από την ελεημοσύνη των άλλων. Προχθές ακριβώς ήλθε να με δει και να με ευχαριστήσει ακόμη μια φορά".

»Τι τέλεια σοφία, σκέφθηκα, προπαρασκευάζει η αγάπη! Και είπα: Ευλογημένο το όνομα του Θεού που πλουτίζει με τόση χαρά το έργο του ξενώνα σας". Έπειτα απ' αυτή την συνομιλία κοιμηθήκαμε μια έως μιάμιση ώρα και ξυπνήσαμε με τις καμπάνες της εκκλησίας. Ετοιμασθήκαμε και ξεκινήσαμε για την εκκλησία. Μπαίνοντας μέσα, είδαμε ότι η κυρία με τα παιδάκια της ήταν κιόλας εκεί. Σταθήκαμε κοντά όλοι και παρακολουθήσαμε τον Όρθρο. Εις την Λειτουργία ο οικοδεσπότης με το αγοράκι του προχώρησε μέσα στο ιερό, ενώ η κυρία με το κοριτσάκι πλησίασαν στην αριστερή Πύλη για να μπορέσουν να δουν την ύψωση των Τιμίων Δώρων. Τους έβλεπα γονατισμένους που προσεύχονταν θερμά και δάκρυσα απ' αυτό και από την χάρη του Θεού, που διέκρινα ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Όταν τελείωσε η εκκλησία, το εκκλησίασμα, ο παπάς, οι ψάλτες, ο νεωκόρος, οι ζητιάνοι, όλοι, επήγαμε μαζί στην τραπεζαρία. Επάνω από σαράντα μαζεύτηκαν όλοι, με τους αναπήρους και τα παιδιά. Κάθισαν χωρίς εξαίρεση στο τραπέζι, θαύμασα δε την ησυχία που επεκράτησε. Ζύγωσα τον οικοδεσπότη και του ψιθύρισα: "Εις τα μοναστήρια διαβάζουν τους βίους των αγίων την ώρα του φαγητού στην τράπεζα, γι' αυτό δεν θάταν άσχημο, νομίζω, να κάνατε και σεις το ίδιο, αφού μάλιστα έχετε τα βιβλία στην βιβλιοθήκη σας".

"Τι λες, Μαρία, να το εφαρμόσουμε; είπε, γυρίζοντας προς την σύζυγό του. Θα είναι πολύ εποικοδομητικό.   Θα   αρχίσω   από   το   βράδυ   να   διαβάσω   πρώτος,   έπειτα   εσύ,   έπειτα   θα παρακαλέσουμε τον παπά, και μετά, με τη σειρά, θα διαβάζουν όλοι οι αδελφοί που γνωρίζουν ανάγνωση".

»Ο παπάς άρχισε, ενώ έτρωγε, να κουβεντιάζει συγχρόνως. "Μου αρέσει να ακούω, αλλ' ως προς το διάβασμα, με όλη την αγάπη που σάς έχω, θα σάς παρακαλέσω να μη με υπολογίζετε. Δεν έχετε ιδέα σε τι δίνη βρίσκομαι όταν είμαι στο σπίτι, πόσες φασαρίες και δουλειές έχω, την μια συνέχεια της άλλης. Όλη μέρα δεν στέκομαι καθόλου. Πάει καιρός τώρα που έχω ξεχάσει όλα όσα έμαθα στην ιερατική σχολή".

»Σαν να κρύωσα όταν άκουσα αυτά, αλλά την ίδια στιγμή η οικοδέσποινα, που καθόταν δίπλα μου, με σκούντησε και μου είπε: "Ο παππούλης τα λέγει αυτά από ταπείνωση. Συνηθίζει να τα λέγει αλλ' στην πραγματικότητα είναι πολύ τακτικός και ενάρετος. Η πρεσβυτέρα του είναι τώρα είκοσι χρόνια πεθαμένη κι αυτός έχει στη ράχη του μια μεγάλη οικογένεια παιδιών και εγγόνων. Παρ' όλα αυτά, λειτουργεί πολύ συχνά".

»Όταν τα άκουσα αυτά, ήλθε στο νου μου αυτό που γράφει ο Νικήτας ο Στηθάτος στην Φιλοκαλία. "Η φύσις  των  πραγμάτων  κρίνεται  με  την  εσωτερική  διάθεση  της  ψυχής",  δηλαδή,  ο  άνθρωπος σχηματίζει γνώμη για το ποιόν του γείτονά του, από το ποιον του εαυτού του. Έπειτα προχωρεί ο όσιος, λέγοντας: "Αυτός που κατόρθωσε την πραγματική προσευχή και απέκτησε την αγάπη, δεν διακρίνει τις διαφορές μεταξύ των πραγμάτων. Δεν διακρίνει τον δίκαιο από τον αμαρτωλό, αλλά αγαπά με τον ίδιο τρόπο όλους τους ανθρώπους και δεν κατακρίνει κανένα, όπως ο Θεές ανατέλλει τον ήλιο επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους".

»Σιωπήσαμε πάλι. Απέναντί μου καθόταν ένας από τους ζητιάνους του ξενώνα που ήταν εντελώς τυφλός. Ο οικοδεσπότης τον περιποιείτο μόνος του, του έκοβε το ψωμί, του έδινε νερό και του καθάριζε το ψάρι απ' τα κόκαλα.

»Παρατηρούσα τον ζητιάνο αυτό με προσοχή και είδα ότι κρατούσε το στόμα του ανοιχτό κάπως, ενώ η γλώσσα του μέσα, συνεχώς κινείτο σαν να έτρεμε. Σίγουρα, σκέφθηκα, θα προσεύχεται και εξακολούθησα να τον κοιτάζω. Ακριβώς στο τέλος του φαγητού μια γυναίκα αρρώστησε ξαφνικά και άρχισε το βογγητό. Το ανδρόγυνο την έβαλαν στο δικό τους το κρεβάτι και η κυρία την φρόντιζε η ίδια ενώ ο κύριος έστειλε το αμάξι του στην πόλη να φέρει γρήγορα τον γιατρό. Ο παπάς έφερε τα Άχραντα Μυστήρια και εμείς όλοι επήγαμε να ησυχάσουμε.

»Αισθανόμουν μια δίψα να προσευχηθώ, μιαν επιτακτική ανάγκη να αφήσω την ψυχή μου να αναλυθεί σε προσευχή, επειδή δεν είχα μείνει μόνος για 48 ολόκληρες ώρες. Αισθάνθηκα σαν να υπήρχε μέσα στην καρδιά μου ένα κύμα αίματος που προσπαθούσε να ξεσπάσει και να ξεχυθεί σε όλα μου τα μέλη. Προσπαθώντας να το κρατήσω, μου προξενούσε έναν ισχυρό πόνο στην καρδιά, ένα πόνο που για να γλυκαθεί χρειαζόταν ησυχία, σιωπή και προσευχή. Τότε, λοιπόν, κατάλαβα γιατί αυτοί που εφαρμόζουν την εσωτερική αυτενεργούσα προσευχή αποφεύγουν την επικοινωνία με τους ανθρώπους και πηγαίνουν σε μοναχικά μέρη. Κατενόησα ακόμη γιατί στην κατάσταση της ιεράς ησυχίας και η πιο επωφελής πνευματική συζήτησις ονομάζεται ανώφελη, εάν είναι μεγάλη, ακριβώς όπως ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος λέγει: "Η καλή συνομιλία είναι ασήμι, αλλ' η σιωπή είναι χρυσάφι".

»Όπως τα σκεπτόμουν όλα αυτά, προχώρησα προς τον ξενώνα. Όλοι μετά το γεύμα αναπαύονταν. Ανέβηκα κι εγώ επάνω στη σοφίτα, όπου ξεκουράστηκα και προσευχήθηκα.

»Όταν ξύπνησαν αυτοί στον ξενώνα, βρήκα τον τυφλό τον επήρα και πήγαμε στον κήπο της κουζίνας, όπου καθίσαμε κι αρχίσαμε την κουβέντα.

"Πες μου, σε παρακαλώ, του είπα, χρησιμοποιείς την Προσευχή του Ιησού Χριστού, για την ψυχή σου;"

"Είναι τώρα πολύς καιρός που την λέγω, χωρίς ούτε στιγμή να σταματήσω". "Μπορείς να μου πεις ποιο είναι άραγε το κυριότερο αίσθημα που σου αφήνει"; "Το αίσθημα ότι δεν ημπορώ να ζω χωρίς να την λέγω μέρα και νύκτα".
"Πώς το φανέρωσε αυτό σε σένα ο Θεός; Πες μου, πες μου, το κάθε τι, αγαπητέ μου αδελφέ".

"Λοιπόν, συνέβη ως εξής: Εις αυτήν εδώ την περιοχή που ανήκω, είχα το επάγγελμα του ράπτη και ζούσα απ' αυτό. Πήγαινα σε διάφορα χωριά και έραβα ρούχα για τους χωρικούς. Κάποτε συνέβη να μείνω κάπου για αρκετό διάστημα, για να ράψω σε μιαν οικογένεια σ' ένα χωριό. Κάποια μέρα, μιαν αγία ημέρα, είδα πως στο εικονοστάσι του σπιτιού μαζί με τις εικόνες υπήρχαν και τρία βιβλία. Ερώτησα, φυσικά, ποιος στο σπίτι γνώριζε ανάγνωση. Κανένας, μου απήντησαν, αυτά τα βιβλία, μας τα άφησε ένας θείος μας, που ήξερε να γράφει και να διαβάζει. Επήρα ένα απ' αυτά τα βιβλία, το άνοιξα αμέσως, θυμάμαι δε σαν να είναι τώρα, διάβασα πάνω - κάτω τα ακόλουθα: Αδιάλειπτη προσευχή είναι η επίκληση του ονόματος του Θεού πάντοτε κι όταν κανείς κάθεται κι όταν συνομιλεί κι όταν περπατά κι όταν τρώγει, όταν, ο,τιδήποτε κι αν κάνει, παντού και πάντοτε, προφέρει με τα χείλη του ή νοερά, του Θεού το όνομα.

"Όπως διάβασα το κομμάτι αυτό άρχισα να σκέπτομαι πόσο απλό και εύκολο θα ήταν για μένα να το εφαρμόσω και άρχισα το είδος αυτό της προσευχής σαν ένα ψίθυρο την ώρα που έραβα. Μου άρεσε αληθινά! Διάφοροι συνάδελφοί μου που το αντελήφθησαν άρχισαν να με κοροϊδεύουν. Είσαι μάγος και ψιθυρίζεις συνεχώς, κι όλο μουρμουρίζεις; μου έλεγαν. Έτσι για να αποφεύγω τα σχόλια, σταμάτησα να προφέρω του Θεού το όνομα με τα χείλη και το έλεγα με τη γλώσσα ασίγαστα ημέρα και νύκτα, επειδή με πλημμύριζε με αγαλλίαση. Έπειτα είχα το ατύχημα να χάσω το φως μου από γλαύκωμα, αρρώστια κληρονομική της οικογενείας μου κι επειδή ήμουν πολύ πτωχός με έβαλαν σε ένα άσυλο στο Τομπόλσκ, την πρωτεύουσα της περιοχής αυτής. Εκεί πηγαίνω τώρα. Από εδώ είμαι περαστικός, περιμένοντας να μου δώσει ο φιλόξενος οικοδεσπότης που γνωρίσατε, ένα αμάξι για να ταξιδεύσω άνετα".

"Ποιο ήταν το όνομα του Βιβλίου; Μήπως το θυμάσαι; Μήπως ήταν η Φιλοκαλία";

"Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω. Δυστυχώς δεν κοίταξα καθόλου να ιδώ τον τίτλο του".

»Έφερα την Φιλοκαλία, άνοιξα στο κεφάλαιο, "Περί Προσευχής" και διάβασα απ' αυτό ένα κομμάτι, γραμμένο απ' τον αγιότατο Κάλλιστο, τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

"Αυτά είναι! Τα ίδια λόγια! φώναξε ο τυφλός. Διάβασε, εξακολούθησε το διάβασμα, αδελφέ μου".

»Όταν έφτασα σ' ένα σημείο που έγραφε "ο καθένας οφείλει να προσεύχεται με την καρδιά του" ο τυφλός άρχισε τις ερωτήσεις τι σημαίνει αυτό; πώς κατορθώνεται εκείνο"; και άλλα.

»Του εξήγησα ότι όλη η διδασκαλία για την Προσευχή της καρδιάς παρέχεται από το βιβλίο της Φιλοκαλίας,   αυτός   δε   με   παρεκάλεσε   θερμά   να   του   διαβάσω   απ'   αυτό   όλα   εκείνα   που πραγματεύονται για το εξαίρετο είδος αυτής της Προσευχής.


"Θα σου διαβάσω κάθε τι που έχει σχέση μ' αυτή, του υποσχέθηκα. Πότε, όμως, φεύγεις για το
Τομπόλσκ";

"Ακριβώς αύριο", απήντησε.

"Πολύ ωραία, λοιπόν, αύριο αναχωρώ και εγώ. Θα φύγουμε μαζί και στον δρόμο θα σου διαβάσω για την προσευχή της καρδιάς, θα σου δείξω δε και τον τρόπο για να την αποκτήσεις".

"Ναι, αλλά το αμάξι; ερώτησε.

"Τι πειράζει; Το Τομπόλσκ από εδώ είναι 160 χιλιόμετρα, θα βαδίσουμε σιγά - σιγά οι δυο μας μόνοι και  θα  διαβάζουμε  ή  θα  συζητούμε  γι'  αυτό  που  επιθυμείς  να  μάθεις".  Συμφωνήσαμε,  λοιπόν, εντελώς.

»Το βράδυ ήλθε ο ίδιος ο κύριος του ξενώνα και μας κάλεσε να προσέλθουμε για το δείπνο, μετά δε ταύτα εγώ του ανακοίνωσα την απόφασή μας να αναχωρήσουμε μαζί με τον τυφλό, για να εντρυφήσουμε στην Προσευχή και την Φιλοκαλία.

»Ακούγοντας αυτά ο οικοδεσπότης είπε: "Και εμένα μου αρέσει πάρα πολύ η Φιλοκαλία. Έγραψα δε ήδη κι έδωσα και τα χρήματα να μου στείλουν ένα αντίτυπο απ' την Πετρούπολη. Ελπίζω πως αύριο θα το λάβω στο γραφείο μου".

»Ξεκινήσαμε, λοιπόν, το πρωί, όπως είχαμε σχεδιάσει, αφού ευχαριστήσαμε για την τόσο στοργική περίθαλψη, αυτούς που μας φιλοξένησαν.

»Μας συνόδευσαν και οι δύο, ένα χιλιόμετρο απόσταση περίπου και μας κατευόδωσαν από εκεί κι ο δικαστής και η κυρία του.



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |