ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 1. Πρόλογος

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

1. Πρόλογος



oros

Ό συγγραφέας, π. Άνδρέας Θεοφιλόπουλος

Ό π. Ανδρέας, κατά κόσμον Χαράλαμπος Θεοφιλόπουλος. τού Ίωάννου καί της Σταθούλας, γεννήθηκε στό χωριό Λογγανίκος τής Λακωνίας στις 16 Φεβρουάριου τού 1916.
Ό Γέροντας προσήλθε στό Άγιον Όρος τό 1933 (σέ ηλικία 17 έτών). Έκεΐ ήδη μόναζε ό κατά σάρκα άδελφός του μοναχός Παντελεήμων στην Κερασιά, περιοχή άνω των Κατουνακίων. όπου έκάρη μοναχός στό Κελλί τού Τιμίου Προδρόμου. Έκεί παρέμεινε περίπου δέκα χρόνια, μέχρι τό 1942. Αύτή τήν περίοδο έμπλοότισε τις γνώσεις του «παρά τους πόδας» τού Γέροντος Γερασίμου Μικραγιαννανίτου.

«Αργότερα  μόνασε με τον Γέροντα του Ιωακείμ (ό όποίος έκάρη μοναχός άπό τόν γερο-Όνούφριο τόν Διαβαστή στό γνωστό Κελλί της Παναγούδας) καί τόν παραδελφό του Θεόδωρο στό Ίβηρίτικο κελλί των Αγίων Θεοδώρων, πού άπέχει άπ τις Καρυές μια ώρα μέ τα πόδια (καταγκρεμισμένο δυστυχώς σήμερα). Πορίζονταν τά προς τό ζήν. όπως περίπου όλοι οί κελλιώτες. άπ' τήν κτηματοκαλλιεργητική παραγωγή καί άπ τό εργόχειρό τους, που ήταν ή κατασκευή ξύλινων γουδιών μέ χειροκίνητο τόρνο.


Παραλλήλως όμως μέ αυτά ό π. Άνδρέας σημείωνε επιτυχίες στήν καλλιγραφία ιερών Ακολουθιών, επιδιδόμενος δέ συστηματικώς στα τής θεωρίας καί πράξεως τής Βυζαντινής έκκλησιαστικής μουσικής, εφθασε στό σημείο νά είναι όχι μόνο λίαν επιθυμητός ώς εύάκουστος ψάλτης άλλα καί ώς ικανός προς διδασκαλία.
Τό ότι οί πατέρες. 'Άνθιμος Ίβηρίτης. πού αναγνωριζόταν άπ’ όλη την Ίβηρίτιχη αδελφότητα ώς λίαν έπιτυχώς πληρών τά μέτρα κα'ι τις ψαλτικές απαιτήσεις των αγρυπνιών στο Καθολικό, και ό στο Κουτλουμουσιανό χελλί τού άγιου Σπυρίδωνος (Κερχυραίων) μονάζων καί άπ' όλη την μεγάλη εκείνη κελλιογειτονιά καί δή καί πέραν αυτής θαυμαζόμενος γιά την χαλλιφωνία του διακοΣωφρόνιος, ήσαν μαθηταί του πατρός Άνδρέου, ούδενός άντιλέγοντος, τον διεφήμισε καί τον καθιέρωσε ώς μουσικοδιδάσκαλο σε όλη την έκεί περιοχή. Άφ ής στιγμής μάλιστα, άποφάσει τής Τέρας Κοινότητος. προσελήφθη ώς γραμματεύς της (1953-1966) καί έν συνεχεία ώς άριστερός ψάλτης στο Πρωτάτο των Καρύων, μέ δεξιό τον άπό δεκαετιών ήδη πασίγνωστο γιά την χαλλιφωνία Διακογιάννηάναγνωρίστηκε πλέον κι αυτός ώς τοιοϋτος εύρύτερον...». Μετέπειτα διετέλεσε καί γραμματεως τής 'Ι.Μ. Σιμωνόπετρας.

Νεώτατος διδάχθηκε την πατρώα βυζαντινή μουσική τέχνη άπό τους ιερομόναχο Ίωάσαφ καί πατέρες Ευγένιο Ροιλλίδη καί Μάξιμο. Έκτος άπό πάμπολλα πνευματικά βιβλία μέ τις πολλές έπανεκδόσεις. όπως α) ή «Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας», β) «'Άγιον Όρος» (Ιστορικός καί Προσκυνηματικός οδηγός (1969), γ) «Σύμβουλος τού Πνευματικού», δ) «Ή άλήθεια» (Σύμβουλος πνευματικού προσανατολισμού) (1991), ε) «Άλφαβητάριον Σοφίας» (1984), στ) «Ανθολογία ποιημάτων» (1980), ζ) «Συνομιλία μέ τό φως», η) «Ανέκδοτα διηγήματα», θ) «Ό Άπ. Πέτρος δέν πήγε ποτέ στή Ρώμη» κ.α„ συνέγραψε ή μάλλον μελοποίησε καί έξέδωσε πολλά μουσικά βιβλία όπως τή Συνοπτική Θεωρία (1969), Εγκόλπιο Εσπερινού, Εγκόλπιο Όρθρου (1973). Ιερά Άσματα τής Θείας Λειτουργίας (1992) (μέ πολλά δικά του μελουργήματα), Άναστασιματάριο Ίωάννου Πρωτοψάλτου (1983), 'Ιερόν Άνθολόγιον (1990), Μουσικόν Απάνθισμα κ.ά. Τό 1979 μάλιστα καταρτίζει τόν τρίτο τόμο τού «Ταμείου Ανθολογίας» που έκδίδεται άπό τόν εκδοτικό οίκο Βασιλείου Ρηγοπούλου στή Θεσσαλονίκη. Ήχσγράφησε έπίσης τις ασκήσεις καί τούς ύμνους άπό τά μουσικά του βιβλία σέ κασσέτες. Στους μαθητές του συγκαταλέγεται ό Απόστολος Παπαδόπουλος, νΰν πρωτοψάλτης τού Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών. Όλο τό έργο του βρίσκεται σήμερα στή συλλογή τού Μουσικού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Αρκετά μαθήματά του παραμένουν ανέκδοτα.

Στά τέλη τής ζωής του, τό 1995, χειροτονήθηκε διάκονος άπό τόν Μητροπολίτη Ν.Ίωνίας Κωνσταντίνο, στήν Αγία Ευθυμία Χαλκηδόνος, καί ίερεύς άργότερα, στον Άγιο Γεώργιο Ηρακλείου. Έλαβε δέ καί τό όφφίκιο τού Πνευματικού στήν Αγία Παρασκευή Ν.Ίωνίας. Ή κοίμησίς του άπό καρδιακή ανεπάρκεια στις 12 Μαρτίου τού 2004, τό μεσημέρι τής Παρασκευής των Β' Χαιρετισμών, γέμισε μέ θλίψη τις καρδιές μας, άλλα και ελπίδα τής παρά τον Κύριον άναπαύσεώς του. Ή κηδεία του έτελέσθη την έπόμενη μέρα στόν Προφήτη Ήλία Αττικής, προηγηθείσης Θείας Λειτουργίας.
Τό «Γεροντικό τού Αγίου Όρους» έκδόθηκε πρώτη φορά τό 1978 καί από τότε λόγω τής σπουδαιότητός του έγνώρισε τουλάχιστον έξι έκδόσεις έως αύτής τού 1998. Ή γνωριμία μου μέ τόν κληρονόμο τού έργου τού Γέροντα, κ. Αλέξανδρο Κ. Πανταζή, ό όποίος υπήρξε μαθητής του στην Άθωνιάδα άλλα είχε καί την ιδιαιτέρα ευλογία να τόν γηροκομήσει άπό τό 1991 έως τό 2004 πού έζησε κοντά του στο Ν. Ηράκλειο τής Αθήνας, υπήρξε ή άφορμή τής σκέψεως γιά έπανέκδοση τού έργου αϋτού, μέ νέα πλέον μορφή καί μέ τακτοποίηση τού ύλικού κατά σειρά των κυριάρχων είκοσι Μονών, των Σκητών καί τών έρημικών περιοχών. Μιά ελάχιστη άπλουστευση φράσεων καί γραμματικές διορθώσεις ήταν έπίσης «άναγκαϊες» γιά τόν σύγχρονο άναγνιόστη. καθώς καί κάποιες έκκαθαρίσεις έπαναλήψεων λόγω τής έως τώρα διχοτομίας τού έργου. Φυσικά δέν έγινε καμμία άλλαγή όσον αφορά σέ γεγονότα καθώς καί σέ πρόσωπα πού άναφέρονται στο βιβλίο όταν ήταν έν ζωή. Η νέα μας έκδοση έξετυπώθη σέ έναν τόμο καί τήν διανθίζουν, χωρίς νά ακολουθούν τή θεματογραφία όπου είναι τοποθετημένες, σπάνιες άσπρόμαυρες φωτογραφίες άπό τό Άγιον Όρος τών δεκαετιών 1950-1970, πού παραχωρήθηκαν ειδικά γιά τήν έκδοση αύτή άπό τό Ίβηριτικό Κελλί τής Αγίας Θεοπρομήτορος ’Άννης στις Καρυές. Θερμές εύχαριστίες οφείλω ατούς πατέρες του Κελλίου διά τού προσώπου τού λίαν σεβαστού μου ίερομονάχου π. Άντίπα.
Εύχομαι ή έν λόγω έκδοση, μέ τίς περιγραφές τών θαυμάτων, τα άσκητικά παλαίσματα τών πατέρων, τά άξιόλογα ιστορικά στοιχεία καί τίς κατο.νυκτικές διαδρομές του, νά συμβάλει στην αναζωογόνηση τών ψυχών μας καί στην ανάδειξη τής βαρύτιμης πνευματικής κληρονομιάς καί πολιτισμού τού πεφιλημένου Αγίου Όρους καί τού Έθνους μας. Αμήν!
Πρεσβύτερος Χρυσοβαλάντης Θεοδώρος Λακεδαίμων
Έγραφον τήν 15η του μηνός  Ιουνίου τού σωτηρίου έτους 2010 έν Άγ. Στεφάνω Άττικής
Είσελεύσομαι  εις τον Αγιον Οίκόν Σου


Εισαγωγή


Αφηγήσεις άπό τή ζωντανή παράδοση τής ερημικής ζωής


Οί πρώτοι μοναχοί, κάτοικοι καί έρημοπολΐτες του Ίερού ’Άθωνα, για σύνθημα καί σημάδι της ζωής τους, είχαν τό «λάθε βιώσας» (Επίκουρος άπ. 551.) τή μυστική, την κρυφή ζωή άπό τους ανθρώπους, αλλά φανερή καί καθαρή στά μάτια τού Θεού, στον άκοίμητο οφθαλμό, όπως έ'λεγαν καί οί άρχαΐοι Έλληνες: «’Έστι δίκης οφθαλμός ός τά πάνθ’ όρά» καί τούτο, διότι πίστευαν βαθιά στήν ύπαρξη, παρουσία καί κατοικία τού Θεού, ό όποίος δεν περιορίζεται σε τόπο καί χρόνο, άλλά είναι «πανταχού παρών καί τά πάντα πληρών» καί σαν έκλεκτή κατοικία Του διάλεξε τήν καρδιά τού άνθρώπου.

Ώς έκ τούτου άγάπησαν κι αυτοί νά είναι μόνοι, μπροστά στά μάτια τού ένός καί μόνου Τρισυπόστατου καί Τρισήλιου Θεού, τού Πατρός, τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος. Νά συνομιλούν, νά προσεύχονται παντού καί πάντοτε, νά αισθάνονται πολύ κοντά τους τή συντροφιά Του καί νά λένε μέ τόν Προφήτη Δαυίδ: «Εύλογήσω τόν Κύριον έν παντί καιρώ, διά παντός ή αϊνεσις αύτού έν τώ στόματί μου» (Ψαλμ. λγ' 13).
Ζούσαν στήν άφάνεια τού κόσμου, άπομακρυσμένοι άπ’ αύτόν καί τά ψεύτικα άγαθά του, τά όποια είναι: ματαιοδοξία ή άλαζονία τού βίου, φιλαργυρία καί φιληδονία. τά τρία αύτά μεγάλα κακά. Καί άντ’ αύτών. μέ τήν άκτημοσύνη, τήν ύπακοή καί τήν αγνότητα τού βίου, ζήτησαν νά βρούν τήν ήσυχία, τή γαλήνη καί τήν καθαρότητα τού νού, πού βρίσκεται μόνο κοντά στόν Θεό, άφού πρώτα λευτερώθηκαν από τις φροντίδες κα'ι τις μέριμνες, με τίς όποίες  είναι μπλεγμένη, συνυφασμένη καί επιφορτισμένη ή κοσμική ζωή.

Δόθηκαν εξ όλοκλήρου στην προσευχή, στη νηστεία καί την αγρυπνία. μέ τη δύναμη τών όποιων καθάρισαν την καρδιά τους κι έλαβαν άπό τον Πανάγαθο Θεό τή δωρεά καί τα χαρίσματα τής θείας έλλάμψεως, μετά τήν όποιαν έρχονται ή ένόραση, ή διόραση καί ή προόραση. που είναι όλα αυτά ό πνευματικός πλούτος τού μυστικού εσωτερικού φωτισμού τού νού καί τής καρδιάς κι έτσι αξιώθηκαν νά βλέπουν καί νά συνομιλούν μέ τόν Θεό. όπως ό Προφήτης Μωυσής. πρόσωπο μέ πρόσωπο, «ένώπιος ένωπίω», παρόμοια, όπως μιλάει φίλος προς φίλον.

Άπέφευγαν τόν κόσμο, γιά νά βρουν τόν Θεό πού διακαώς ποθούσαν καί πνευματικά έπιθυμούσαν. Απομακρύνθηκαν άπ’ τούς ανθρώπους, γιά νά μπορούν νά πλησιάσουν περισσότερο τους Αγγέλους. ’Άφησαν τά πρόσκαιρα άγαθά τής ζωής αυτής, γιά νά κερδίσουν τά άθάνατα καί αιώνια άγαθά τής μελλούσης ζωής, κατά τή φωνή τού Κυρίου πού λέγει: «Πας ός άφήκεν οικίας ή άδελφούς ή άδελφάς ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς ένεκεν τού όνόματός μου, έκατονταπλασίονα λήψεται καί ζωήν αιώνιον κληρονομήσει» (Ματθ. ιθ' 29).

Γιά νά γίνουν όμως όλα αύτά, ύπέφεραν μέ καρτερικότητα αφάνταστη τόν πόλεμο τής σάρκας καί τών παθών καί κατά τήν Αγία Γραφή «ένεκρώθησαν τώ κόσμω καί έζων έν τώ Χριστώ καί ό Χριστός έν αύτοϊς», όπως λέγει ό απόστολος Παύλος: «ζώ δέ ούκέτι εγώ ζή δέ έν έμοί Χριστός, ό δέ νύν ζώ έν σαρκί, έν πίστει ζώ τή τού υιού τού Θεού τού άγαπήσαντός με καί παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού» (Γαλ. β' 20), γιά νά μιμηθούν κι αύτοί κατά πάντα τούς Αγίους.

Πολεμούσαν μέ γενναιότητα καί άνεξάντλητη υπομονή τούς πειρασμούς τού σατανά. Πάλευαν πάντοτε μέ τά πνεύματα τής βλασφημίας, τά όποια κατετρόπωναν μέ τήν ημερονύκτια δοξολογία καί αντιμετώπιζαν νικηφόρα τόν «κοσμοκράτορα καί άρχοντα τού σκότους τού αίώνος τούτου» καί όλα τά πνεύματα τής πονηριάς, τών όποίων διέλυαν τις μηχανές μέ τή συνεχή καί αδιάλειπτη καρδιακή καί νοερά προσευχή, διότι άκατάπαυστα έλεγαν μέ τήν καρδιά, τό νού καί τά χείλη τή μονόλεκτη, άπλή καί θεολογική προσευχή, τό «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ τού Θεού, έλέησόν με» καί μ’ αύτή, όπως λέγει ό άγιος Ιωάννης τής Κλίμακος «Ιησού όνόματι πολεμίους μάστιζε», οί Έρημοπολίτες μάστιζαν τούς πολέμιους καί κοινούς εχθρούς τού ανθρώπινου γένους, τούς παμπόνηρους δαίμονες, επαναλαμβάνοντας συνεχώς τδ θειον δνομα τού Κυρίου καί Θεού καί Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Αυτός κατά βάσιν είναι ό αόρατος πόλεμος κάθε χριστιανού.
Οί κατά μόνας τελειώνοντες. μέσα σε σπηλιές, τη ζωή τους, άπεύφευγαν, όπως είπαμε, τη συναναστροφή τών άνθρώπων, όχι γιατί τούς μισούσαν, άλλα για να συνομιλούν με τούς άγιους Αγγέλους. Πίεζαν τον έαυτό τους μέ διάφορες στερήσεις καί κακουχίες καί δουλαγωγούσαν τό σώμα τους, για να τό ύποτάξουν στο πνεύμα καί όλα μαζί, σώμα καί πνεύμα, νά τά ύποτάξουν στο θέλημα τού Θεού, καθώς λέγει κι ό άπόστολος τών έθνών Παύλος: «Άλλ’ ύπωπιάζω μου τό σώμα καί δουλαγωγώ, μήπως άλλοις κηρύξας αυτός άδόκιμος γένωμαι» (Α' Κορ. θ' 27). "Ετσι καί αυτοί άρνήθηκαν κάθε επιθυμία καί θέλημα δικό τους, για νά υποταχθούν τέλεια στο θέλημα τού Θεού, κατά τό ιερό Ευαγγέλιο πού λέγει: «6ς γάρ άν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, άπολέσει αύτήν ός δ’ άν άπολέση τήν ψυχήν αύτού ένεκεν εμού, εύρήσει αυτήν τί γάρ ωφελείται άνθρωπος, έάν τόν κόσμον όλον κερδίση, τήν δε ψυχήν αύτού ζημιωθή;». Μεταφορικά έδώ. ψυχή λέγεται τό ίδιο θέλημα καί ή επιθυμία τού άνθρώπου, που ορθώνεται σαν τείχος μεταξύ Θεού καί άνθρώπου καί άποκλείει τήν ψυχική σωτηρία. Γι’ αύτό κι αυτοί οί έρημοπολϊτες. πιστοί στο λόγο τού Θεού, έ'δωκαν σώμα καί έ'λαβαν πνεύμα, έφυγαν τό θόρυβο, για νά βρούν ήσυχία, άπέφυγαν τή μανιασμένη θάλασσα μέ τά φουσκωμένα κύματα τής ζωής, για νά βρούν τή θεία γαλήνη καί τό λιμάνι τής σωτηρίας καί μέ τόν τρόπο αύτόν άνακάλυψαν καί βρήκαν τή μακάρια ζωή πού ζούσαν οί Πρωτόπλαστοι στόν κήπο τής Έδέμ, τόν Παράδεισο.
Τέτοιοι επίγειοι άγγελοι καί ούράνιοι άνθρωποι έζησαν στόν ιερό Άθωνα, τό Άγιώνυμο Όρος, τό περιβόλι τής Παναγίας, τήν κρυφή «έν Χριστώ» ζωή. Προσέφεραν καί προσφέρουν θυσία τόν έαυτό τους, όχι μόνο για νά ώφεληθούν αύτοί, άλλα μέ τήν καθημερινή προσευχή προσφέρουν πάντοτε δεήσεις καί ικεσίες για τό συνάνθρωπό τους, για όλον τόν κόσμο, γιά τήν ειρήνη τού σύμπαντος κόσμου καί τήν ψυχική σωτηρία όλων τών άνθρώπων μέ δάκρυα καυτά, πράγμα πού κανένας δέν κάνει στόν κόσμο χωρίς νά εχει συμφέρον, όπως λέγει καί τό άπολυτίκιο τού πρώτου έρημίτη άγιου Αντωνίου: «Τόν ζηλωτήν Ήλίαν τοίς τρόποις μιμούμενος, τώ Βαπτιστή εύθείαις ταίς τρίβοις έπόμενος. πάτερ Αντώνιε, τής έρημου γέγονας οικιστής, καί την οικουμένην έστήριξας εύχαϊς σου...».
Οί άνθρωποι αυτοί μίσησαν τόν κόσμο, για να αποκτήσουν φίλο τον Θεό, τούς Αγγέλους καί όλους τούς, άπό την αρχή της συστάσεως του κόσμου, Δικαίους καί Όσιους, οί όποίοι  μέ τήν ένάρετη ζωή τους έγιναν ευάρεστοι στόν Θεό. Μέ τη λέξη «κόσμο» έδώ δεν έννοούμε τους ανθρώπους, άλλα τόν ψεύτικο διάκοσμο τού σύμπαντος που θά καταργηθεί μιά μέρα, δηλαδή τά πρόσθετα στολίδια, τήν έπιτηδευμένη έμφάνιση μέ διάφορα «ψιμίθια», τήν έξαλλη ένδυμασία, που όλ’ αύτά όδηγούν στήν άσωτη ζωή, στήν κτηνωδία, σέ βάρος τής ψυχικής σωτηρίας καί προξενούν τήν αιώνια καταστροφή τού ανθρώπου.
Κατά καιρούς σέ διάφορα μέρη τού Αγίου Όρους έζησαν άνθρωποι μέ ύπεράνθρωπη θέληση καί αύταπάρνηση, πού τή ζωή τους αυτή φανέρωσε μετά θάνατον ό Πανάγαθος Θεός, μέ θαυμάσιο τρόπο.
Άπό έκεινα, πού κατά καιρούς μάς διηγήθηκαν σεβάσμιοι πατέρες καί ένάρετοι μοναχοί τού Αγίου Όρους, μέρος άπό τή ζωή τών όποιων αξιωθήκαμε νά γνωρίσουμε καί νά γευθούμε, θά προσπαθήσουμε, μέ τή θεία βοήθεια καί μέ τις άγιες εύχές τών ευλογημένων αύτών μοναχών, μερικοί άπό τούς οποίους, όντας σέ μεγάλη ηλικία, βρίσκονται ακόμη στόν ιερό αγώνα τής ζωής αυτής, νά σάς διηγηθούμε καί νά περιγράψουμε ό,τι καλό καί ωφέλιμο, αλλά καί χρήσιμο γιά τούς νεώτερους μοναχούς, άκούσαμε άπό τό άγιο στόμα τους, πού αποτελεί τή ζωντανή παράδοση τών μοναχών τού Αγίου Όρους.


Άφιξη στο Άγιον Όρος



Όταν Απρίλης τού 1933. όταν ξεκίνησα άπό τό λιμάνι τής Καλαμάτας, μέ τό καράβιάτμόπλοιο «Ναυκρατούσα», γιά τό Άγιον Όρος, προκειμένου νά ίδώ τόν κατά τρία χρόνια μεγαλύτερό μου άδελφό Θεοφίλη, μοναδικό κατά σάρκα άδελφό.
Άφού περάσαμε μέ τρικυμία τόν ΚάβοΜαλέα, φτάσαμε στό Γύθειο, όπου μείναμε λίγες ώρες νά ξεφορτώσει τό καράβι.
Σέ τρία μερόνυχτα φτάσαμε στόν Πειραιά. Εκεί μείναμε έξι ώρες. Γιά πρώτη φορά μπήκα στόν ήλεκτρικό σιδηρόδρομο κι έπισκέφθηκα τήν Αθήνα· ήμουν 16 προς τά 17 μου χρόνια. Ή Αθήνα δέν μού άρεσε.
Γύρισα στόν Πειραιά και τό βραδάκι φύγαμε για τή Χαλκίδα. Έκεί περιμέναμε έξι ώρες να επιστρέφει ή παλίρροια των ύδάτων και νά μάς ανοίξουν τή γέφυρα γιά νά περάσουμε. Απ’ έκεΐ μπήκαμε υστέρα στόν Παγασητικό κόλπο καί φτάσαμε στόν Βόλο, όπου μείναμε μισή μέρα.

Θυμάμαι, είχαν πιάσει πολλά ψάρια, είχε πλημμυρίσει ή παραλία άπό λαχταριστές παλαμίδες. Πρώτη φορά έ'βλεπα τόσα πολλά ψάρια. Τό πλήρωμα τού πλοίου, καπεταναϊοι καί ναύτες, τις αγόραζαν καί τις έκαναν ψητές ή τηγανητές καί έπιναν άφθονο κρασί.
"Ενας άπό τους βαθμοφόρους τού πληρώματος, άφού είδε πώς ήμουνα απομονωμένος στην καμπίνα μου καί δέν είχα καμμιά συναναστροφή, ήρθε καί μοϋ είπε:
— Θέλεις, παιδί μου, να σού κάμω τό τραπέζι, να φάμε ώραΐα φρέσκα ψάρια καί να πιούμε γλυκό κρασί;
Οί δικοί μου συγγενείς, που μέ είχαν ξεπροβοδίσει στό λιμάνι της Καλαμάτας καί μ’ έβαλαν στό πλοίο, μού είχαν δώσει τροφές καί εφόδια για όλο τό ταξίδι, για νά μή βγαίνω στα διάφορα λιμάνια έξω άπό τό πλοίο καί χαθώ σαν άβγαλτο χωριατάκι. άλλα καί ρητή έντολή νά προσέχω. Καί μέσα στό καράβι νά μην επιτρέπω σέ κανένα νά μπει στήν καμπίνα μου, γιατί μέ τα καράβια ταξιδεύει πολύς καί διάφορος κόσμος καί υπάρχει μεγάλος κίνδυνος κακής συναναστροφής καί Γι’ αύτόν τό λόγο δέν έλεγα σέ κανέναν τον τόπο που πήγαινα καί τό σκοπό που ταξίδευα. Κι έτσι, δέν δέχθηκα τήν πρόσκληση τού ναυτικού για νά φάμε μαζί.
Όταν φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, τό καράβι ήταν τόσο... καινούργιο. πού έπρεπε νά κάνει έπισκευή στις μηχανές του καί για τό σκοπό αύτό μείναμε στη νύμφη τού Θερμαϊκού δυό μέρες καί δυό νύχτες.
Ό κόσμος πού ταξίδευε, έβγαινε κι έμπαινε στό καράβι, εγώ είχα μείνει στήν καμπίνα μου καί δέν έλεγα νά τό κουνήσω ρούπι. Μελετούσα ένα βιβλίο καί σκεπτόμουν πότε θά φτάσει τό καράβι στή Δάφνη (τό κεντρικό λιμάνι τού Αγίου Όρους), για νά ίδώ τον άδελφό μου καί τον ξάδερφο τού πατέρα μου που ήταν κι αυτός μαζί μέ τον άδελφό μου, τον ιερομόναχο Όνούφριο Μουστάκη, ό όποίος βρίσκεται ακόμη έν ζωή καί είναι τώρα πνευματικός έξομολόγος στόν "Αγιο Κωνσταντίνο τού Πανάγιου Τάφου στα Ιεροσόλυμα.
Τότε μέ πλησίασε πάλι ό ίδιος ναυτικός, Παναγιώτης τ’ όνομά του, καί μου πρότεινε νά βγούμε έξω στή Θεσσαλονίκη νά ίδούμε τήν πόλη καί νά πιούμε κανένα ούζάκι. Έγώ βρήκα τήν ευκαιρία καί τον ρώτησα πότε θά φύγουμε άπό τή Θεσσαλονίκη καί πότε θά φθάσουμε στή Δάφνη τού Αγίου Όρους. Αφού μού προσδιόρισε τήν ημέρα καί τήν ώρα περίπου, βγήκα άπό τό πλοίο καί έγραψα τηλεγράφημα στόν άδελφό μου, ότι τό άπόγευμα τής επόμενης ήμέρας θά φτάναμε στή Δάφνη.
'Η Θεσσαλονίκη μού άρεσε σαν πολιτεία, μέ τις πολλές καί άρχαίες βυζαντινές έκκλησίες της, «Τής τού Θεού Σοφίας», τής «Άχειροποιήτου», τού «Αγίου Δημητρίου», τής «Αγίας Αικατερίνης» καί πολλές άλλες πανάρχαιες έκκλησίες, με τα Κάστρα της, τον Λευκό Πύργο καί άλλα Ιστορικά μνημεία, όπως είναι ή Πύλη τού Γαλερίου στην Καμάρα, τα μέγαρά του στον Ιππόδρομο κ.λπ.
Το ατμόπλοιό μας, σαραβαλάκι, μετά από τό βασανιστικό ταξίδι, έκαμε έφτά μέρες για να φτάσει στό λιμάνι τής Δάφνης.
Στή Δάφνη μέ περίμενε ό Γέροντας τού αδελφού μου Ιωακείμ μοναχός, που μέ υποδέχθηκε μέ πολλή χαρά. Αφήσαμε τα πράγματα στα καταστήματα τής Δάφνης καί πήγαμε πεζοί στην πρωτεύουσα τού Αγίου Όρους, τις Καρυές, γιά να τακτοποιήσουμε τα απαραίτητα διαπιστευτήρια.
Μετά άπό δυόμισυ ώρες οδοιπορίας φτάσαμε στό σπίτικελλί τού πνευματικού Γέροντα, όπου μέ περίμενε ό αδελφός μου. 'Ύστερα άπό τρία χρόνια πού είχα νά τον ίδώ, μοϋ φάνηκε ψηλός, τυλιγμένος καθώς ήταν στά ράσα. Μέ τά λίγα του μαϋρα γένεια. στά είκοσι ένα χρόνια τής ήλικίας του, είχε μορφή γλυκειά καί τόσο ώραία, πού νόμισα πώς έβλεπα τό πρόσωπο τού Δεσπότη Χριστού, νόμισα πώς έβλεπα Άγγελο καί όχι άνθρωπο, ήταν πολύ χαριτωμένος.
Παραμείναμε τρεις μέρες ώσπου νά τακτοποιηθούν τά χαρτιά μου καί νά ξεκουραστώ άπό τό πολυήμερο ταξίδι.
Ό Γέροντας τού άδελφοϋ μου, Ιωακείμ, ήταν ένας μοναχός μελαχροινός, σοβαρός, μέ όψη άγριωπή, αλλά γαλήνιος, χαρούμενος, μειλίχιος καί γλυκός στους τρόπους, γεμάτος καλοσύνη καί τά λόγια του ήταν γεμάτα σοφία καί διδαχή (μιλούσε συχνά μέ παραβολές), τόσο, πού σέ συνέπαιρνε, σέ εντυπώσιαζε καί σέ αιχμαλώτιζε ή πνευματική ακτινοβολία τής ψυχής του (τό κοσμικό του όνομα ήταν Ιωάννης Μπαλάσης καί κατήγετο άπό τή Δάφνη τών Καλαβρύτων).
Στό κελλί «Γέννησις τής Θεοτόκου», όπου μείναμε τρεις ημέρες, γνώρισα τόν Γέροντα τού π. Ιωακείμ, τό μοναχό Όνούφριο, πού επί πολλά χρόνια διετέλεσε Τυπικάρης καί Διαβαστής στον πανάρχαιο Ναό τού Πρωτάτου. Όταν γεμάτος καλοσύνη καί είχε φωνή γλυκειά, στεντόρια καί πολύ μελωδική, μέ ευκολία διακινούμενη στά ύψη καί τά βάθη τής μουσικής κλίμακας. Γνώρισα έπίσης καί τους παραδελφούς, πνευματικούς αδελφούς δηλαδή, τού πατρός Ιωακείμ, τόν γέροντα Άνδρέα, τόν γέροντα Διονύσιο καθώς καί τόν π. Κοσμά, όλοι γέροντες άσπρογένηδες, σεβάσμιοι στην δψη και καλοσυνάτοι στους τρόπους, οί όποίοι  με δέχθηκαν μέ χαρά.

Την τρίτη μέρα, μαζί μέ τόν γέροντα Ιωακείμ καί τον αδελφό μου Θεοφίλη Παντελεήμονα μοναχό, έπιστρέψαμε στο λιμάνι τής Δάφνης, για να πάμε στο κελλί που μένανε, τό όποιο βρισκόταν στο ερημικότερο μέρος τού ’Άθω, μπροστά στην Κορφή που βρίσκονται τά κελλιά τής Κερασιάς.
Στη Δάφνη δεν υπήρχε τακτική συγκοινωνία. Βρήκαμε ένα βαρκάρη, «Μπαρμπαγεωργάκη» τόν λέγανε, που προθυμοποιήθηκε νά μάς πάει μέ τή βάρκα του μέχρι τή Νέα Σκήτη, μέ τή συμφωνία νά τού δώσουμε γιά ναϋλα 25 δραχμές.
Ή θάλασσα, εύτυχώς, ήταν ήσυχη καί μέ τά κουπιά σιγάσιγά υστέρα άπό έξι ώρες φτάσαμε μέ τόν Μπαρμπαγεωργάκη στή Νέα Σκήτη.
Από τή θάλασσα παρατηρούσα τά βράχια, που μοϋ φαίνονταν σάν νά τάχε σκαλίσει θείκό χέρι, έβλεπα τό θεόρατο βουνό τού ’Άθωνα νά υψώνεται άπότομα άπό τή θάλασσα καί νά φθάνει μέχρι τόν ούρανό. "Εβλεπα τά τεράστια κτήρια τών μοναστηριών πούναι κτισμένα πάνω στά βράχια καί κοντά στή θάλασσα καί μέ καταλάμβανε φόβος, σεβασμός καί δέος. Άναλογιζόμουν πώς αύτά δέν μπορεί νά τάφτιαξε άνθρώπινο χέρι μόνο, αλλά πώς θά πρέπει νά έγιναν μέ θείκή δύναμη καί βοήθεια. "Εβλεπα τά διάφορα Καλυβάκια άπό τή Δάφνη ίσαμε τή Σιμωνόπετρα καί θαύμαζα πώς μένουν άνθρωποι έκεί στά μέρη εκείνα, τά έρημα καί άνυδρα, πού μοιάζουν πάνω στά βράχια σάν άϊτοφωλιές!
Όταν όμως περνάγαμε κάτω άπό τή Σιμωνόπετρα, ό θαυμασμός μου κορυφώθηκε, σάν είδα αύτό τό πελώριο μοναστήρι χτισμένο πάνω στον άπότομο έκεΐνο βράχο νά μοιάζει μέ φρούριο καί πορθμείο μεταξύ ούρανού καί γής. γιά νά μεταφέρει τις ψυχές άπό τή γή στον ούρανό, γιατί ή κορυφή τού μοναστηριού αύτού, κάτω άπό τή θάλασσα μού φάνηκε νά φτάνει μέχρι τά σύννεφα, ένα πράγμα θαυμάσιο, υπέροχο άλλά καί τρομακτικό.
Λίγο πιο πέρα άντικρίσαμε τό Μοναστήρι τού Αγίου Γρηγορίου, κτισμένο κι αύτό πάνω σέ ριζιμιό βράχο, πού τόν θαλασσοδέρνουν μέρανύχτα τ’ άφρισμένα κύματα τού Αιγαίου πελάγους. Μεγάλο, ύποβλητικό καί θαυμαστό κτήριο στήν άκρη τού γιαλού. σάν φάρος πού προφυλάει άπό συντριμμό τά πλοία, έτσι καί τό μοναστήρι αύτό φυλάει τις ψυχές, νά μή τις συντρίψει ό σατανάς μέ την άνθρωποκτόνο μανία του.
Προχωρώντας σιγάσιγά ή βάρκα μας, παρουσιάζονταν τά τοπία που σχημάτιζαν τά παραλιακά βράχια, τό ένα καλύτερο άπ’ τ’ άλλο.
Μισή ώρα μέ τη βαρκούλα άπό τού Γρηγορίου. βρεθήκαμε μπροστά σε άλλο μεγαθήριο Μοναστήρι, τού Αγίου Διονυσίου. Θαρρείς κι είναι κι αύτό φυτρωμένο άπό τά βράχια, μέ την άπότομη καί πανύψηλη όψη πού παρουσιάζει κάτω άπό τη θάλασσα, μέ τά ωραία κηπάκια του, σάν νά είναι όλα ζωγραφιστά καί ψεύτικα, σκαρφαλωμένα πάνω στά βράχια.
Μετά άπό τό Μοναστήρι τού Διονυσίου είδαμε στο βάθος, μακριά άπό τη θάλασσα, ίσαμε δυο χιλιόμετρα στά ριζιμιά τών βράχων καί κάτω άπό τίς χιονοστιβάδες τού ’Άθωνα, σάν διαμάντι θεόρατο, νά άστραφτοκοπάει τό μαρμαρόκτιστο Μοναστήρι τού Αγίου Παύλου, μέ τούς πολλούς καί μεγάλους κήπους του, τίς έλιές του καί τις άμπελικές έκτάσεις σέ μιά ατέλειωτη πλαγιά.
Μεγάλο έργαστήρι της αρετής καί της αγιότητας· οί ψυχές πού μπαίνουν μέσα χαλκεύονται καί σφυροκοπούνται μέ τή σφύρα τής ύπακοής καί τόν άκμωνα τής υπομονής, γιά νά βγουν ολόλευκες καί ολόχρυσες καί νά ανεβαίνουν, όσες άπ’ αυτές αξιώνονται νά τελειώνουν τό βίο τους έκεΐ. προς τήν κορυφή τού Άθω καί ευκολότερα άπ’ έκεί στά ούράνια.
Μακάριοι οί κατοικοϋντες είς τόν οίκον τού Κυρίου καί τά Σκηνώματα Αύτού τά αγαπητά!
Σέ λίγο άντικρίσαμε τή Νέα Σκήτη. Ήταν τόσο ώραία, πού μοϋ φάνηκε πώς μπήκαμε στον Παράδεισο, μέ τά ώραία ασκητικά καλύβια πού είχε τό καθένα τήν εκκλησία του, τίς έλιές του, τά όπωροφόρα δέντρα, τά λουλούδια, τίς πρασινάδες καί φυσικές καλλονές. Πλησιάσαμε στήν προβλήτα, δώσαμε στον Μπαρμπαγιωργάκη τά συμφωνηθέντα 25 φράγκα καί κάτι παραπάνω, πού μάς μετέφερε μέ τή βάρκα του άπό τή Δάφνη μέχρι τή Νέα Σκήτη. Σ’ όλο αύτό τό διάστημα δέν έβγαλε μιλιά ό Μπαρμπαγιώργης άπό τό στόμα του, φαίνεται πώς έλεγε τήν προσευχή, τό «Κύριε Ιησού Χριστέ. Υιέ τού Θεού, έλέησόν μέ». Τούτο τό συμπέρανα, διότι καμμιά φορά τού ξέφευγε κι άκουγότανε ή εύχή αύτή, πού τήν έλεγε μέσα του.
Θαύμαζα την απλότητα τού ανθρώπου αύτού, γιατί, όταν πήρε τά χρήματα, έβαλε μετάνοια στόν Γέροντα κι άφού μάς είπε χίλιες φορές ευχαριστώ, τον ακούσαμε να λέγει άπομακρυνόμενος: «Δόξα σοι ό Θεός, δόξα σοι ό Θεός, δόξα σοι ό Θεός. Βρε Γιωργάκη. έβγαλες σήμερα μεροδούλι γενναίο, πήρες τριάντα δραχμές, τί άλλο θέλεις; Βρε Γιωργάκη, νάσαι εύχαριστημένος, θά φάνε τά παιδιά σου σήμερα πλούσια, δόξα σοι ό Θεός!». Τούτο μοϋ έκανε εντύπωση μεγάλη! Τότε μείς πήραμε τά πράγματα, τούς ντορβάδες μας στόν ώμο καί άνηφορίσαμε προς τή Σκήτη τής Αγίας ’Άννης.
Μέ τό ηλιοβασίλεμα είχαμε φτάσει σέ μιά άσκητική Καλύβη «ό Ευαγγελισμός τής Θεοτόκου», πού βρίσκεται στο ψηλότερο μέρος τής Σκήτης αυτής.
Πέτρες λειτουργημένες οάν τά λείφανα των άγιων, που ενώ θυμίζουν θάνατο, μυρίζουν Ανάσταση.
Εκεί, ένας άσπρογένης Γέροντας, μιά βιβλική μορφή, πού άστραφτε τό πρόσωπό του καί όλόκληρος άπό χαρά καί καθαρότητα, ό γερο-Γαβριήλ, έμοιαζε με πατριάρχη κα'ι με άγγελο περισσότερο, παρά με άνθρωπο. Ό γερο-Γαβριήλ ήταν αδελφικός φίλος τού Γέροντα μας Ιωακείμ καί μάς δέχτηκε μέ πολλή καλοσύνη. Σαν τον Πατριάρχη Αβραάμ, μάς παρεκάλεσε νά μείνουμε στη φτωχική, άλλα πλούσια σέ φιλοξενία καλύβη του. Άλλα τί καλύβη; Δέν λές καλύτερα τριώροφη πολυκατοικία; Άλλά τά σπίτια στις Σκήτες, όσο μεγάλα κι άν είναι, τά λένε «Καλύβες».
Στην φιλόξενη αυτήν Καλύβη μείναμε τό βράδυ έκείνο, όπου για πρώτη φορά άκουσα πνευματικές συμβουλές καί αφηγήσεις για προκοπές καί προόδους άλλων μοναχών καί πατέρων της Σκήτης της Άγιάννας.
Τήν άλλη μέρα ξεκινήσαμε τήν άνωφερική πορεία μας πρός τήν κορυφή τού ’Άθωνα, όπου μετά άπό μιάμιση ώρα φτάσαμε στό ζυγό τού υψώματος, που βρίσκεται ή κορυφή τού Καρμήλιου Όρους. Στήν τοποθεσία αυτή είναι καί τό σταυροδρόμι, γιατί συναντιώνται οί δρόμοι πρός τήν κορυφή τού ’Άθωνα πρός τά επάνω αριστερά καί πρός τά κάτω πηγαίνει γιά τήν παλιά Σκήτη Αγίου Βασιλείου, καί λίγο δεξιότερα πηγαίνει στά Κατουνάκια, στά Καρούλια καί τή Μικρή Άγιάννα. Σ’ όλες αυτές τις τοποθεσίες είναι σκορπισμένα, μακριά τό ένα άπό τ’ άλλο, τά ήσυχαστήρια, οί καλύβες καί οί σπηλιές των «εν έρημία» διαβιούντων ησυχαστών πνευματικών αδελφών.
Εμείς, στό σημείο αύτό, αφού προσκυνήσαμε ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό, που έχουν τοποθετήσει έκεί οί πατέρες, κατηφορήσαμε σέ έπικλινές έδαφος, όπου βρίσκονται διασκορπισμένα έννιά Κελλιά μέ έκκλησίες καί καλλιεργημένη περιοχή άπό κτήματα, κήπους, αμπέλια, ελιές καί διάφορα όπωροφόρα δέντρα καί στήν άκρη κάπου χαμηλά είναι τρεις ησυχαστικές Καλύβες πού μοιάζουν μέ σπηλιές.
Αύτή είναι, μοϋ είπαν, ή «Κερασιά», ή όποια βρίσκεται μεταξύ φυσικών οχυρών, ανατολικά έχει τήν όροσειρά που λέγεται «Σιδηρόκαστρο», βορειοδυτικά τήν κορυφή τού ’Άθω καί δυτικομεσημβρινά τό όρος Κάρμηλος καί τή θάλασσα, πού παλαιότερα ήταν τό έπίνειο τής Κερασιάς. Ή Κερασιά τότε (1933) άριθμούσε περί τούς πενήντα μοναχούς.
Στήν περιφέρεια αύτή. πού «κυριαρχικώ δικαιώματι» ανήκει στή Μεγίστη Ααύρα, ζήσαμε μέ τό γέροντά μου Ιωακείμ περισσότερα άπό 10 χρόνια καί μετά φύγαμε μαζί καί πήγαμε στις Καρυές. κατά την περίοδο τής Γερμανικής Κατοχής.
Στην Κερασιά γνώρισα άπό κοντά όλες τις γύρω Σκήτες, άπό τή Νέα Σκήτη τού Αγίου Παύλου μέχρι τή Μεγίστη Λαύρα, την περιοχή αυτή τού Αγίου ’Όρους πού, κατά κοινή ομολογία όλων των έπισκεπτομένων καί τών διαβιούντων εις αυτήν, αποτελεί τό πνευματικότερο μέρος ολοκλήρου τού Αγίου Όρους καί σ’ αυτήν έχουν διαδραματιστεί τά σπουδαιότερα πνευματικά γεγονότα καί ιερές άποκαλύψεις. ’Άν δε μεταφορικώς εξομοιώσουμε τό Άγιον Όρος μέ μιά ολοκληρωμένη εκκλησία, τότε ή περιοχή αύτή αποτελεί τό πνευματικό ιερό τής εκκλησίας αυτής τού ’Άθωνα.
Σ’ όλη αύτή τήν περιοχή γνώρισα σεβάσμιους καί πνευματικούς πατέρες, ποϋ μόνο τήν όψη τους νά ’βλεπες σού προκαλοϋσαν τό δέος καί τό σεβασμό καί ’λεγες πότε νά ύποκλιθείς. νά άσπασθείς τό χέρι καί νά πάρεις τήν εύχή καί τήν εύλογία τους.


Προσφορά τού Αγίου Όρους στην Όρθοδοξία



Τό Άγιον Όρος, τόπος έξαιρετικά πνευματικός καί άγιος, άπό τότε πού κατοικήθηκε άπό ίδεολόγους μοναχούς, γεμάτους πίστη καί άγάπη στον Θεό καί στον πλησίον, δέχθηκε καί φιλοξένησε στους κόλπους του, κατά τήν ύπερχιλιόχρονη ζωή, πορεία καί δράση του, άνδρες λόγιους καί κατά πάντα σοφούς.
Οί πιστοί αυτοί χριστιανοί, σάν άπλοι μοναχοί, διάκονοι, πρεσβύτεροι. ήγούμενοι, πνευματικοί, έξομολόγοι. αρχιερείς καί πατριάρχες ακόμη, μέ τή θερμή πίστη, τήν παιδεία, τήν ένθεη σοφία καί μόρφωσή τους, μέ τήν ταπείνωση, τήν ένάρετη καί άγνή πολιτεία τους καί γενικά τό ύπόδειγμα τής άγίας ζωής τους, βοήθησαν πολύ τή Μητέρα Εκκλησία. Πρόσφεραν πολλά σ' αυτήν καί μέ τή χάρη τού Θεού διετήρησαν, διέσωσαν καί παρέδωκαν τίς ιερές Παραδόσεις, τήν όμολογία τής "Ορθόδοξης Πίστεώς μας καί διεφύλαξαν τό κΰρος τής Μίας, Άγίας. Καθολικής καί Άποστολικής Εκκλησίας τού Χριστού, όπως τή σύστησαν οί άγιοι Απόστολοι καί τήν παρέδωκαν οί διάδοχοι εκείνων.
Γιά νά πετύχουν όμως αυτά, πρόβαλλαν μέ αυταπάρνηση καί αυτοθυσία τον εαυτό τους, στόν κατάλληλο καιρό, έναντίον τών διαφόρων εχθρών τής Όρθόδοξης Πίστεως, όρατών καί αοράτων, άθέων ύλιστών και κακοδόξων αιρετικών, ο'ι όποίοι  κατά καιρούς φύτρωναν μέσα στην Εκκλησία σαν δηλητηριώδη μανιτάρια.
Στην άγια Εκκλησία μας, έκτός άπό τά ίερά συγγράμματα τους, τα ποιήματα, τις ιερές Ακολουθίες, τίς βιογραφίες Αγίων και διάφορα άλλα ηθικοπλαστικά βιβλία, πρόσφεραν τούς ίδιους τούς εαυτούς των σάν ολοκαυτώματα καί θεληματικά ίερά θύματα τού Κυρίου καί Θεού καί Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, τού όποιου τό βίο καί τη ζωή αντέγραψαν καί προσπάθησαν, κατά τό δυνατόν, νά μιμηθούν, καί μέ τη χάρη τού Θεού έπλήρωσαν τά λόγια τής Αγίας Γραφής καί τών Προφητών, όπως λέγει κι ό απόστολος τών εθνών Παύλος: «Τά πάντα ως σκύβαλα ήγήσαντο, ίνα Χριστόν κερδήσωσιν» (πρβλ. Φιλιππ. γ' 8).
Εισαγωγή  σε πρώτη αποκλειστική δημοσίευση  στό Ορθόδοξο Διαδίκτυο από το Βιβλίο :
ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ
ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Η ηλεκτρονική επεξεργασία αναρτήσων κειμένων, τίτλων  και εικόνων έγινε από τον N.B.B

Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια, αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

© ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ






Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |