ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Τό Αγριολούλουδο - Β΄

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Τό Αγριολούλουδο - Β΄




Παύλος Νιρβάνας
Τό Αγριολούλουδο


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'


Το ζήτημα, που είχε απασχολήσει το οικογενειακό συμβούλιο στη βεράντα της κ. Κράλη, ήταν ένα επεισόδιο της ζωής του ανιψιού της, που η αγαπητή του θεία το είχε χαρακτηρίσει με μια συνηθισμένη λέξη, που έπαιρνε όμως στα χείλη της μια εξαιρετική έκφραση φρίκης μαζί και αηδίας.
— Θλιβερό! Πολύ θλιβερό επεισόδιο!
Το θλιβερό αυτό επεισόδιο ήτανε το έξης:
Ο Άλκης είχε γυρίσει, εδώ και λίγους μήνες, από τη Βιέννη, όπου είχε κάμει λαμπρές σπουδές στην ιατρική, για πολλά χρόνια. Ανεξάρτητος υλικώς, με ασφαλισμένη πλουσιοπάροχα τη ζωή του, δε βιαζότανε ν’ αρχίσει το επάγγελμά του. Η ιατρική μάλιστα, ως επάγγελμα, δεν τον τραβούσε πολύ και την έβρισκε κάπως ασυμβίβαστη με τον χαρακτήρα του. Αγαπούσε την επιστήμη του για ό,τι είχε να του προσφέρει ως βαθύτερο αντίκρισμα της ζωής, στα πιο απόκρυφα μυστικά της και στις πιο ανεξήγητες δυσαρμονίες της. Και, αν είχε αποφασίσει να ξαναγυρίσει στην Αθήνα, ήτανε η επιμονή της θείας του — δεν είχε κανέναν άλλο πλησιέστερο συγγενή — που τον έπεισε.
Η κ. Κράλη είχε κάποιες ανώτερες φιλοδοξίες για τον ανιψιό της. Και μια έδρα στο Πανεπιστήμιο ήτανε το ιδανικό της για τον Άλκη, που με την ανώτερη και γενική του μόρφωση, θα μπορούσε να την τιμήσει μέσα σε τόσους άλλους ανάξιους και τιποτένιους. Η στιγμή, κατά την αντίληψή της, ήτανε πολύ κατάλληλη για να γίνει η σχετική ενέργεια, με πολλές ελπίδες επιτυχίας.
Η κυρία Κράλη είχε πολλές και εκλεκτές σχέσεις με πολιτευόμενα πρόσωπα και άλλους ισχυρούς της ημέρας, όπως έλεγαν τότε στην Αθήνα. Το κόμμα της είχε έλθει στα πράματα τις ημέρες εκείνες, ύστερ’ από μια καταπληκτική εκλογική νίκη.



Οι περισσότεροι υπουργοί ήσαν άνθρωποι του σαλονιού της. Ο υπουργός της Παιδείας γευμάτιζε κάθε Κυριακή στο σπίτι της. Και, κοντά σε όλα αυτά τα τρομερά μέσα, είχε και το μεγαλύτερο ατού για την περίσταση. Ο καθηγητής της Εσωτερικής Παθολογίας κ. Σταυρίδης, που είχε το μεγαλύτερο κόμμα στην Ιατρική Σχολή κι έσερνε τους περισσότερους συναδέλφους του από τη μύτη, ήτανε ένας παλιός θαυμαστής της. Λίγο γελοίος στην ερωτική του αφοσίωση, ενοχλούσε εξαιρετικά την αισθητική της, άλλα δεν τον άφησε ποτέ να χάσει τις ελπίδες του. Η πρακτική γυναίκα είχε πάντοτε στο νου της, ότι θα έφθανε μια στιγμή, που ο θαυμαστής της θα της χρησίμευε ως το σπουδαιό-τερο ατού της. Και χωρίς να θυσιάσει τίποτε από την υπερηφάνεια της, τον είχε αφήσει πάντα να ελπίζει, ότι θα έλθει μια ημέρα, η ημέρα, που τόσο δεν κουράζονται να την περιμένουν οι άνδρες, όσο περισσότερο απελπιστική είναι η ερωτική τους υπόθεση.
Όλα λοιπόν ήσαν ευνοϊκά τη στιγμή αυτή, για να επιτύχει το φιλόδοξο σχέδιο της η κ. Κράλη. Έγραφε αμέσως στον ανιψιό της και τον παρακίνησε να κατεβεί στην Ελλάδα, χωρίς αναβολή. Η ευκαιρία δεν έπρεπε να χαθεί. Και ο Άλκης, που μια έδρα στην Ιατρική Σχολή ήτανε γι’ αυτόν πάντα μια φιλοδοξία καθαρά επιστημονική, δέχτηκε να επιστρέψει στην Αθήνα.
Είχε φθάσει στην καρδιά του χειμώνα — που ήτανε εξαιρε τικά άγριος εκείνη τη χρονιά — και, κλεισμένος στο δωμάτιό του, είχε αφιερωθεί σε μια επιστημονική εργασία, που ετοίμαζε να παρουσιάσει στην Ιατρική Σχολή για την υποψηφιότητά του, μολονότι η θεία του επίμενε, πως όλα αυτά είναι χαμένος κόπος και πως ήταν αρκετά για την επιτυχία του σκοπού του τα ισχυρά πολιτικά μέσα, που είχε εκείνη, και η εξασφαλισμένη υποστήριξη του κ. Σταυρίδη. Ο Άλκης όμως είχε πέσει στη δουλειά με τα μούτρα. Δε σύχναζε πουθενά και δεν έβλεπε σχεδόν κανένα εκτός από τη θεία του, που στο σπίτι της γευμάτιζε τα βράδια, και τον Κώστα Καλή, δημοσιογράφο και ποιητή, παλιό του συμμαθητή και φίλο από τον καιρό, που κι οι δυο γράφανε ποιήματα. Όλες του τις άλλες ώρες τις μοίραζε μεταξύ του γρα  φείου του και της Εθνικής Βιβλιοθήκης, που πήγαινε ζητώντας να συμβουλευθεί αρχαία κείμενα, σχετικά με την εργασία του.
Ένα απόγεμα ο Καλής είχε περάσει να τον πάρει μαζί του ως το Φάληρο, όπου κατέβαιναν πότε πότε, τις ωραίες, ηλιόλουστες χειμωνιάτικες ημέρες, να χαρούν το θείο φως, που τόσο είχε νοσταλγήσει ο Άλκης κάτω από τους βόρειους ουρανούς. Ο Άλκης είχε φέρει μαζί του από τα ξένα τη γλυκιά μελαγχολία ενός μοιραίου χωρισμού, που του γινότανε αληθινός πόνος μπροστά σε κάθε φυσική ομορφιά, καθώς δε μπορούσε ν’ αρμονισθεί με τη συννεφιασμένη ψυχή του.
— Πάμε ως την εξέδρα! του είπε ο Κώστας, όταν βγήκανε από το τραμ. Το κύμα σήμερα έχει ανοιξιάτικα ρίγη.
Ήτανε, αλήθεια, στην καρδιά του Γενάρη, μια ανοιξιάτικη ημέρα. Ο Υμηττός είχε φορέσει τη μενεξεδένια του πορφύρα, και λίγα χιόνια στην κορυφή του Πάρνη, που άστραφταν από τα φιλιά του Ηλίου, φαίνονταν σαν ξεχασμένα εκεί από κάποια λευκή χειμωνιάτικη γιορτή. Ο Κώστας, καθώς προχωρούσε προς την εξέδρα, ψιθύρισε τους στίχους του Παλαμά:

Το χιόνι είναι σαν άνθισμα στον Πάρνηθα κι αυτό,
χαϊδεύει τον Κορυδαλλό δείλη χλωράδα ονείρου,
του θείου του Βράχου του γελά η Πεντέλη κι ο Υμηττός
ακούει γυρτός το ερωτικό τραγούδι του Φαλήρου.

Η ομορφιά των στίχων που είχε ενωθεί αρμονικά με τις φυσικές ομορφιές, έκαναν μελαγχολικότερο τον Άλκη. Προχωρούσε αμίλητος, με βήματα υπνοβάτη σα σε όνειρο.
— Έλα να σε παρουσιάσω σ’ ένα όμορφο κορίτσι! του είπε άξαφνα ο Κώστας.
— Για όνομα του θεού! μουρμούρισε ο Άλκης. Ας λείψουνε τα παρουσιάσματα.
Πριν προφτάσει όμως να επιμείνει περισσότερο, τρεις γυναίκες, που βημάτιζαν στην εξέδρα από την αντίθετη διεύθυνση, χαιρέτισαν από μακριά τον Καλή με φιλικά χαμόγελα και προχώρησαν καταπάνω τους. Είχαν τόσον καιρό να τον δουν και του ’καναν, πριν πλησιάσουν ακόμα, όλες μαζί, τα παράπονά τους, που δεν τον είχαν δει στο σπίτι τους μήνες και μήνες.
Ο Κώστας, ύστερ’ από μερικές, τυπικές δικαιολογίες, έκαμε την παρουσίαση του φίλου του και πρόσθεσε.
— Η κυρία Αυλίδη, οι δεσποινίδες Αυλίδη...
Ο Άλκης χαιρέτισε ψυχρά και τυπικά.
Προχώρησαν όλοι μαζί κι έκαμαν μερικούς γύρους στην εξέδρα. Οι κυρίες έκαμαν πολλές ερωτήσεις στον Άλκη για τη ζωή της Βιέννης κι έδειξαν πολύ ενδιαφέρον για τον ερχομό του στην Αθήνα και για το κενό που ερχότανε να πληρώσει — δεν είχαν καμιά αμφιβολία για τη μεγάλη του αξία — με την ειδικότητά του. Όλα αυτά θα είχαν ενοχλήσει τρομερά τον Άλκη, στη ψυχική κατάσταση που βρισκότανε, αν δεν του είχε κάνει εντύπωση το γλυκό πρόσωπο και το αγαθό χαμόγελο της μικρότερης κόρης του «όμορφου κοριτσιού», όπως το είχε χαρακτηρίσει λίγο πρωτύτερα ο φίλος του. Καμιά ομορφιά δεν θα ήτανε ικανή, στη διάθεση που βρισκότανε ο Άλκης, να τον αποσπάσει από τους θλιβερούς του λογισμούς. Αλλά το πράο εκείνο πρόσωπο έκανε στην ψυχή του την ίδια εντύπωση, που του έκαναν το αγαθό και θερμό φως του χειμωνιάτικου ήλιου και το αναπαυτικό χρώμα του πελάγου και του ουρανού. Μια δίψα καλοσύνης βασάνιζε την ψυχή του και η Στέλλα — τυχαία άκουσε το όνομά της, που του φάνηκε τόσο ταιριασμένο με το πρόσωπό της — του φάνηκε, για μια στιγμή, σαν ένα από τα πλάσματα, που είναι προορισμένα, θαρρείς, να παρηγορούν και να δίνουν θάρρος. Και είχε σκεφθεί πολλές φορές, πως υπάρχουν πράγματι γυναικεία πλάσματα, που έρχονται στον κόσμο αποκλειστικά με την αποστολή αυτή, ένα είδος ψυχικές αδελφές του ελέους, Και θυμότανε πάντα σε κάποια νευρολογική κλινική έναν τέτοιο τύπο γυναίκας, που ο δάσκαλός του ο Κραφτ Έμπιγκ έλεγε, πως, απλή νοσοκόμα, έκανε για τους αρρώστους του πολύ περισσότερα με το χαμόγελό της, απ’ όσα μπορούσε να κάνει ο σοφός ψυχίατρος με την επιστήμη του και τα φάρμακά του.
— Δεν πάμε να καθίσουμε λιγάκι στην πλατεία; πρότεινε ο Καλής. Εκεί στη γωνιά του ζαχαροπλαστείου είναι απάγκιο και ο ήλιος λούζει ευεργετικά το μέρος.
Κανείς δεν είχε αντίρρηση και ούτε ο Άλκης τώρα. Προχώρησαν προς την πλατεία, ο Κώστας μπροστά με τη μεγαλύτερη κόρη, τρομερά άσχημη, και ο Άλκης πίσω, μαζί με τη Στέλλα και τη μητέρα της. Η γριά είχε αρπάξει την περίσταση να ζητήσει τις συμβουλές του Άλκη για κάτι νευρικούς πονο-κεφάλους, που τη βασάνιζαν από τα νιάτα της, και δεν έλειψε να ψάλει τον εξάψαλμο, μπροστά στον νεοφερμένο γιατρό, για όλους τους ξυλοσχίστες συναδέλφους του, που δεν μπόρεσαν ως τώρα να κάνουν διάγνωση της αρρώστιας της.
— Καλέ, αφήστε, μαμά, την αρρώστια σας! της είπε μια στιγμή η Στέλλα. Ο γιατρός ήρθε ν’ ανασάνει λιγάκι στο Φάληρο κι εσείς τον σκοτίζετε με την επιστήμη του.
Ο Άλκης, που είχε ενοχληθεί πράγματι από τη φλυαρία της γριάς, είδε στα λόγια αυτά της νέας κόρης μια απόδειξη ακόμα της καλοσύνης της και μια συμπαθητική προσπάθεια για τον εαυτό του. Και, ενώ μουρμούριζε μερικά τυπικά λόγια διαμαρτυρίας για την επέμβαση της Στέλλας, της έριξε ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης, που ήτανε σαν να της έλεγε: Ευχαριστώ, καλό μου κορίτσι, ευχαριστώ, γλυκιά μου αδερφούλα. Το βλέμμα αυτό είχε γλιστρήσει ως τα βάθη της ψυχής της Στέλλας. Οι δυο νέοι είχαν αισθανθεί, ότι κάτι τους είχε ενώσει από τη στιγμή αυτή. Και, όταν σε λίγο, αφού κάθισαν όλοι μαζί στην ηλιόλουστη γωνιά του ζαχαροπλαστείου χωρίσθηκαν, ο Άλκης ένιωθε, ότι το κενό που είχε στην ψυχή του, από τον καιρό ενός σκληρού χωρισμού, δεν υπήρχε πια. Είχε γεμίσει άξαφνα από κάτι τι, που δεν ήξερε ο ίδιος, αν ήτανε νέα αγάπη ή λήθη μιας παλιάς αγάπης. Δεν είπε όμως τίποτε στο φίλο του.

Η συνέχεια του απογευματινού αυτού στο Νέο Φάληρο είναι, ότι σε δύο μήνες ο Άλκης είχε δώσει το λόγο του στη Στέλλα και ότι σύντομα επρόκειτο να γίνουν οι γάμοι τους. Η είδηση αυτή αναστάτωσε τη θεία του. Εκείνη, μαζί με την έδρα του Πανεπιστημίου, προετοίμαζε για τον ανιψιό της και μια λαμπρή αποκατάσταση. Και όλα τα φιλόδοξα σχέδιά της τα ’βλεπε να γκρεμίζονται τώρα, σαν πύργος ενός παιδιάτικου παιγνιδιού. Έτρεξε αμέσως στο γιατρό του σπιτιού, τον κ. Νικολαΐδη, έναν καλό φίλο, με επιβολή απάνω στον Άλκη, κατόρθωσε να συγκινήσει τον αδερφό της, φώναξε τον ανιψιό της στην εξοχή της, τον κράτησε αιχμάλωτο εκεί τρεις μέρες, για να τον απομακρύνει από τη μοιραία γυναίκα, που τον είχε ξελογιάσει, και είχε προ-ετοιμάσει το οικογενειακό συμβούλιο, που είδαμε να συνεδριάζει στα σκοτεινά, στη βεράντα της βίλλας της, το ανοιξιάτικο εκείνο βράδυ. Και η δυνατή εκείνη γυναίκα είχε προετοιμάσει με τόση σοφία και με τόση τέχνη τη σκηνοθεσία του συμβουλίου αυτού, μολονότι η ίδια φαινότανε ξένη και αδιάφορη, για ν’ αφήσει στον εαυτό της την τελευταία και τη μεγάλη λέξη, ώστε είχε όλη τη βεβαιότητα, ότι το θλιβερό επεισόδιο δεν μπορούσε να λυθεί παρά σύμφωνα με την επιθυμία της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ  Γ΄

Ύστερ’ από το φοβερό συμβούλιο της βεράντας, που του έδωκαν μιαν αδιάφορη συνέχεια η παρουσία της Καίτης και τα ορεκτικά, σαν να μην έτρεχε τίποτε εξαιρετικό στη βίλλα της κ. Κράλη, πέρασαν στο γεύμα. Το πρόγραμμα εξακολούθησε, όπως το είχε κανονίσει, σε όλες του τις λεπτομέρειες, η Καίτη. Καμιά ομιλία δεν έγινε στο γεύμα για το θλιβερό επεισόδιο. Έκαμαν πολιτική, φιλολογία, κοινωνιολογία, τα πάντα έξω από κάθε τι, που μπορούσε να έχει σχέση με τον έρωτα. Ο γιατρός του σπιτιού είχε επιφορτισθεί ν’ απασχολήσει τον Άλκη με ζητήματα της επιστήμης των. Ο Άλκης, που είχε λάβει ανόρεκτα και σχεδόν από κοινωνική υποχρέωση μέρος στις άλλες ομιλίες, κατόρθωσε να ξεχάσει λίγο τον εαυτό του απάνω στην επιστημονική συζήτηση. Έδωκε στο συνάδελφό του τις πληροφορίες, που του ζητούσε εκείνος, για τα νέα ιατρικά προβλήματα, και μίλησε ακόμη για τη μελέτη του, που ετοίμαζε να υποβάλει στην Ιατρική Σχολή.
Το θέμα του ήτο μάλλον ιατροφιλολογικό.
— Πάρα πολύ ενδιαφέρον, γιατρέ! είπε η Καίτη στο φίλο της. Έχω κάποια ιδέα...
Ο Άλκης έδωκε μερικές εξηγήσεις. Ο τίτλος της μελέτης του ήτανε: Η Νευρολογία και η Ψυχιατρική παρ’ Ομήρω και τοις Έλλησι τραγικοίς. Ο τίτλος έκαμε εξαιρετική εντύπωση στο γιατρό.
— Ξέρω, είπε, πως έγιναν μελέτες για τη Βοτανική του Όμηρου, για τη Ζωολογία, για την Αστρονομία, για τη Γιατρική του και για πολλά άλλα ακόμα κεφάλαια του ανθρώπινου επιστητού, που είναι θησαυρισμένα στον ωκεανό αυτό της ποιήσεως και της σοφίας, που είναι ο γερο-Όμηρος και οι ποιητές που απορρέουν απ’ αυτόν. Δεν φανταζόμουνα όμως ποτέ, ότι και ο κλάδος του Σαρκώ είχε τις απαρχές του στη μακρινή αυτή πηγή.
— Είναι, βλέπετε — εξήγησε ο Άλκης — το μεγάλο δώρο του παρατηρητικού, που είχαν οι αρχαίοι και πρώτος απ’ όλους ο μεγάλος αυτός τυφλός. Όλα τα είχαν παρατηρήσει και πρώτα απ’ όλα τον άνθρωπο. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο αν βρίσκονται μέσα στα έργα τους και κλινικές παρατηρήσεις, που θα τις ζήλευε ένας σημερινός κλινικός. Τα ψυχολογικά και νευρολογικά φαινόμενα είναι πολύ φυσικό να έχουν ιδιαίτερη θέση στην ποίησή τους, μια φορά που η Ποίηση ως κυριότερο θέμα της έχει τα αισθήματα και τα πάθη του ανθρώπου, από τα πιο φυσιολογικά τους φανερώματα ως τα πιο παθολογικά.
Μίλησε έπειτα για τη μανία του Αίαντα και για τον υστερισμό της Κασσάνδρας, δυο από τα καλύτερα παρατηρημένα κλινικά περιστατικά της αρχαίας τέχνης.
— Μια υστερική λοιπόν η περίφημη Κασσάνδρα; είπε χαιρέκακα η κ. Κράλη.
— Χωρίς άλλο! βεβαίωσε ο Άλκης.
Η κ. Κράλη είχε λόγους να μη συμπαθεί πολύ την αρχαία μάντισσα.
— Αφού γέλασε τον Απόλλωνα, είπε, και καταδικάσθηκε να μην πιστεύει κανείς τις μαντείες της, ξελόγιασε και το γερο-Αγαμέμνονα, για να βάλει τη φωτιά στο σπίτι του και να τον καταστρέψει και τον ίδιο!
Κατά τη γνώμη της, αν η Κλυταιμνήστρα κρεούργησε τον άνδρα της μέσα στο λουτρό του, κινήθηκε στο έγκλημά της από καθαρή ζήλεια. Δεν μπορούσε να δεχτεί — και πολύ φυσικά — από τον άνδρα της, που τον περίμενε πιστή τόσα χρόνια, να της φέρει μέσα στο παλάτι της μια ξένη γυναίκα, που, όσο κι αν ήθελε να την περάσει για τυχαία σκλάβα, ήτανε σκλάβος της ο ίδιος. Η θεωρία του υστερισμού της Κασσάνδρας την έκαμε να προχωρήσει και περισσότερο.
— Δε μου μένει αμφιβολία, πρόσθεσε, ότι η φήμη της απιστίας της Κλυταιμνήστρας είναι μια καθαρή συκοφαντία, που την εφευρήκε η υστερική αυτή ψεύτρα.
Με τα τελευταία λόγια της ο γιατρός, μολονότι είχε σοβαρές αντιλογίες ν’ αντιτάξει, κοίταξε ανήσυχα το ωρολόγι του. Έπρεπε να ιδεί κάποιον άρρωστό του και ήτανε καθυστερημένος μάλιστα. Ο αδελφός της κ. Κράλη, υποτακτικός πάντα στην αδερφή του, άρχισε να χασμουριέται κι αυτός. Ο πρώτος ζήτησε την άδεια ν’ αφήσει, με λύπη του, την καλή συντροφιά κι έφυγε βιαστικός. Ο δεύτερος σε λιγάκι σηκώθηκε και, με την πρόφαση πως ήτανε εξαιρετικά κουρασμένος εκείνο το βράδυ, καληνύχτισε και τράβηξε ήσυχα στο δωμάτιό του. Ο Άλκης σε όλα αυτά έβλεπε τη συνέχεια ενός προγράμματος, σοφά καταρτισμένου από τη θεία του, αλλά δε φανέρωσε καμιά αμφιβολία για τη φυσικότητα όλων αυτών των σκηνών του θεάτρου, όπου έβλεπε να παίζεται το ίδιο του δράμα.
— Άλκη, δε θέλεις να πας κι εσύ ν’ αναπαυθείς; του είπε αγαθότατα η θεία του. Αν κάθεσαι για να μου κρατήσεις συντροφιά, θα ήτανε ανοησία σου. Εγώ είμαι συνηθισμένη να μένω μόνη. Έπειτα έχω εδώ ένα βιβλίο...
— Σου ορκίζομαι, Καίτη, — την έλεγε πάντα με το μικρό της όνομα — είπε ο Άλκης, ότι δεν έχω καμιά, μα καμιά διάθεση να κοιμηθώ. Αν με προτιμάς από το βιβλίο σου, θα μείνω πολύ ευχαρίστως μαζί σου...
— Χωρίς να σε κολακέψω και χωρίς να προσβάλω το βιβλίο μου, σε προτιμώ ορισμένως. Θέλεις λοιπόν ειλικρινώς να κάνουμε το αποβέγγερό μας;
— Ειλικρινώς, Καίτη.
Η Καίτη τοποθετήθηκε αναπαυτικότερα στο ντιβάνι της, αγκάλιασε με χάρη ένα μαξιλάρι και ακούμπησε το κεφάλι της σ’ ένα άλλο. Θα ’λεγε κανείς πως έπαιρνε μια πόζα ερωτευμένης, που ήθελε να σαγηνέψει, με τις σοφές πλαστικότητες του κορμιού της, έναν άνδρα που αγαπούσε να βασανίζει. Η περίσταση δεν ήτανε βέβαια αυτή τώρα. Αλλά η μεγάλη αυτή φιλάρεσκη γνώριζε καλά, ότι τα όπλα του έρωτα και της πειθούς είναι τα ίδια για μια γυναίκα, όταν το θύμα είναι ο άνδρας. Και ήθελε να εξασφαλίσει τελειωτικά το έργο της.
— Έλα, κάτσε εδώ κοντά μου! του είπε. Είσαι τόσο άβολα σ’ αυτήν την καρέκλα εκεί.
Και του ’δειξε μια χαμηλή πολυθρόνα κοντά της, όπου σε λίγο ο Άλκης είχε πάρει τη μοιραία θέση του κατάδικου, που περιμένει την εκτέλεσή του.
Πέρασαν λίγες στιγμές σιωπής.
— Κάποιος ηλίθιος γεννιέται αυτή τη στιγμή! είπε η Καίτη, που είχε θυμηθεί τη Γαλλική παροιμία, για να λύσει τη σιωπή, μ’ έναν εύθυμο τρόπο.
Ο Άλκης κατάλαβε πως η θεία του ήταν ανυπόμονη να μπει στο θέμα. Και τη βοήθησε, ανυπόμονος κι ο ίδιος ν’ ακούσει τις ιδέες της για το ζήτημά του.
— Αν δεν είχα γεννηθεί προ είκοσι πέντε ετών, είπε, θα έλεγε κανείς πως το νεογέννητο είμαι εγώ.
— Ψαρεύεις κομπλιμέντα, Άλκη;
— Καθόλου, Καίτη! Αλλά υπάρχει μεγαλύτερη ηλιθιότης από το να ερωτεύεται κανείς στον αιώνα μας, όπως ερωτεύοντο στην εποχή των αγαθών αυτών ανθρώπων;
Κι έδειξε απάνω στον τοίχο το ζευγάρι των προπατόρων, που γλυκοκοιτάζονταν έναν αιώνα τώρα μέσα από τα πλαίσια τους, τοποθετημένοι θα ’λεγε κανείς επίτηδες, ο ένας αντίκρυ στον άλλο, από μια ευλαβητική καλοσύνη των απογόνων των. Η Καίτη έριξε ένα γλήγορο βλέμμα στις παλιές ελαιογραφίες των ευγενών της προγόνων, από τις οποίες αντλούσε πάντα τη δύναμη όλων των αξιοπρεπειών της ζωής της, και είπε με ύφος αυστηρά ακαδημαϊκό προς τον Άλκη.
— Όχι, Άλκη! Δεν είναι ηλιθιότης να ερωτεύεται κανείς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Σχολές δεν υπάρχουν στον έρωτα. Φθάνει να ερωτεύεται πάντοτε με το σεβασμό εκείνο προς τον εαυτό του, που δεν είναι άλλο τίποτε παρά ο σεβασμός προς τον ίδιο τον έρωτα.
— Ρίχνεις μια πέτρα στον κήπο μου, Καίτη;
— Ίσως... Δε θέλω να σε αδικήσω όμως. Ερωτεύεται κανείς κάποτε, όταν έχει μάλιστα την ηλικία σου και την ιδιοσυγκρασία σου, χωρίς να γνωρίζει πού ρίχνει τα μαργαριτάρια του έρωτά του.
— Θέλεις να πεις, ότι τα ’ριξα στους χοίρους;
— Δε σκέφθηκα την ευαγγελική παραβολή, Άλκη. Σου ορκίζομαι, θέλω να πω απλώς, ότι η γυναίκα αυτή είναι ανάξια για έναν Κράλη.
Ο Άλκης αισθάνθηκε την ανάγκη να υπερασπισθεί τη γυναίκα... που όσο κι αν ήταν αποφασισμένος πια, από την πίεση των συγγενών του, να διακόψει κάθε σχέση μαζί της, εξακολουθούσε να την εκτιμά και να την αγαπά, που είναι το ίδιο πράγμα σ’ έναν νέον έρωτα.
— Γιατί είναι φτωχή, είπε.
— Η φτώχεια δεν έχει καμιά σημασία! διαμαρτυρήθηκε η Καίτη. Εγώ δεν είμαι πλούσια, ούτ’ εσύ εκατομμυριούχος. Φαντάζομαι όμως, ότι κάτι θα σου είπαν πρωτύτερα ο γιατρός και ο αδελφός μου, για τα περασμένα της γυναίκας αυτής.
Ο Άλκης έκαμε ένα πικρό χαμόγελο.
— Για τα περασμένα Ναι!... μουρμούρισε, καρφώνοντας θλιβερά τα μάτια του στο αραβούργημα ενός μαξιλαριού, που ήτανε πεσμένο μπροστά στα πόδια του. Οι ιστοριογράφοι όμως των φτωχών κοριτσιών, σου ορκίζομαι, πως δεν μου εμπνέουν μεγάλη εμπιστοσύνη. Γράφουν κι αυτοί την ιστορία τους, όπως γράφονται όλες οι ιστορίες. Έπειτα...
— Έπειτα; είπε μ’ ένα νευρικό κίνημα η Καίτη.
— Έπειτα, τα περασμένα μιας γυναίκας — εξακολούθησε ο Άλκης — δεν νομίζεις πως της ανήκουν; Τι δικαίωμα έχομε να μπούμε μέσα σ’ αυτά; Μήπως μπορούμε ν’ απαιτήσουμε από μια γυναίκα να περιμένει διαρκώς την εμφάνισή μας, που δεν της την έχομε αναγγείλει με κανένα τρόπο; Εκείνος που ήρθε πριν από μας, ήρθε όπως ερχόμαστε εμείς σήμερα, όπως θα έρθει ένας άλλος αύριο, αν λιποτακτήσουμε κι εμείς όπως ελιποτάχτησ’ εκείνος. Η αναδρομική ζήλεια ίσως να είναι κάτι τι φυσικό. Είναι πάντα όμως μια αδικία απέναντι της γυναίκας κι ένας εγωισμός βάρβαρος.
Η Καίτη άρχισε να βλέπει, ότι η οπλοθήκη της είχε χάσει ένα από τα δυνατότερα όπλα της. Είχε όμως και άλλα όπλα, που ήτανε έτοιμη να τα χρησιμοποιήσει με τη σειρά τους.
— Δεν έχω αντίρρηση! είπε. Αλλά δεν νομίζεις, Άλκη, ότι το εχτές έχει πάντα μέσα του τα στοιχεία του αύριο;
— Δεν το νομίζω! είπε κατηγορηματικά ο Άλκης. Τουλάχιστον στην ειδική αυτήν περίπτωση. Έχουμε τόσα παραδείγματα! Τα μερικά περιστατικά έχουν τόση σημασία στα πράγματα του έρωτα! Δεν είναι πάντα η ιδιοσυγκρασία και ο χαρακτήρας, που κανονίζουν την ερωτική διαγωγή στη γυναίκα. Και είναι πλάσματα προικισμένα με ανώτερο ηθικό φόντο, που έτυχε να γλιστρήσουν στη λάσπη, για να σηκωθούν αμέσως, με την πρώτη βοήθεια, που τους δόθηκε, χωρίς ν’ απομείνει στην ψυχή τους καμιά νοσταλγία της λάσπης και ίσως καμιά κηλίδα απ’ αυτήν.
Η Καίτη προσπάθησε να δώσει πάλι ένα ευθυμότερο τόνο στην ομιλία.
— Καημένο παιδί! είπε, απλώνοντας το ωραίο της χέρι με καλοσύνη και πιάνοντας το δικό του. Τι ερωτευμένος που φαίνεσαι! Εσύ έχεις πυρετό! Και να συλλογίζομαι...
Σταμάτησε μια στιγμή σαν να είχε ξεχάσει τι ήθελε να πει.
— Τι συλλογίζεσαι, Καίτη; ρώτησε ο Άλκης, σηκώνοντας τώρα μόλις τα μάτια του από το αραβούργημα του μαξιλαριού και κοιτάζοντας την κατάματα.
— Τίποτα! είπε εκείνη. Μια κοινοτοπία, που διάβασα κάποτε στην Παλαιά Διαθήκη.
— Δηλαδή;
— Κάτι τι που έπρεπε να το σκεφθώ πρωτύτερα. Ότι δηλαδή «ύδατα πολλά δεν μπορούν να σβήσουν την αγάπη».
— Είναι λοιπόν τόσο μεγάλη ανάγκη να σβήσει αυτή η αγάπη; είπε με συγκρατημένο πόνο ο Άλκης. Αλλά τότε ας αδειάσουμε όλους τους καταρράχτες της γης απάνω της.
— Ανάγκη; έκαμε αδιάφορα η Καίτη, αποφασισμένη να μεταχειρισθεί και το τελευταίο όπλο της οπλοθήκης της. Καμιά ανάγκη δεν υπάρχει για όποιον δεν την έχει αισθανθεί μοναχός του.
— Μπορείς λοιπόν να με κάνεις να την αισθανθώ και δεν το κάνεις;
— Δεν θα ήθελα να σου πω κάτι τι που θα μπορούσε να σου κάνει κακό, φτωχό μου παιδί.
— Νομίζω πως πρέπει να μου το πεις.
Η Καίτη ύψωσε τα μάτια της προς τις εικόνες των ευγενικών προγόνων, σαν να ζητούσε πάλι απ’ αυτούς μια τελευταία συνδρομή στον αγώνα της.
— Η γυναίκα αυτή, Άλκη, είπε αυστηρά, δεν είναι απλώς μία γυναίκα με ιστορία. Αν ήτανε μονάχα αυτό, δε θα μ’ έβλεπες τόσο ανήσυχη για την ευτυχία σου. Είναι πρόστυχη!
Στη λέξη αυτή, ο Άλκης, που στο βάθος της ψυχής του η ευγένεια του γένους του είχε στημένον πάντα έναν υπερήφανο βωμό, τινάχθηκε από τη θέση του.
— Τι θέλεις να πεις;
— Θέλω να πω, ότι μια γυναίκα, που δέχεται από έναν εραστή της να της πληρώσει το λογαριασμό του μπακάλη της, δεν είναι γυναίκα για έναν Κράλη.
Ο Άλκης έκαμε ένα μορφασμό βαθύτατου πόνου.
— Είναι βέβαιο αυτό που μου λες;
— Μπορώ να σου το αποδείξω όταν το θελήσεις. Δεν ξαναμίλησαν πια εκείνο το βράδυ.



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |