ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 11.Τό προσκυνητάρι τής Αγίας Άννας

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

11.Τό προσκυνητάρι τής Αγίας Άννας



ntikon

Στο δρόμο μεταξύ τής Σκήτης τής Μεγάλης καί τής Μικρής Άγιας ’Άννης. κάτω άπό βράχο πού σχηματίζει σπηλιά, υπάρχει ένα άλλο Προσκυνητάρι μέ ιερές εικόνες καί καντήλι, τό όποιο οί διερχόμενοι πατέρες διατηρούν αναμμένο καί ό λόγος είναι ότι  στο σημείο αύτό έχουν γίνει κατά καιρούς πολλές σατανικές ενέργειες, τις όποίες  καί παραθέτουμε, όπως μάς τις άφηγήθηκαν σεβάσμιοι πατέρες καί αδελφοί:
α) Μία απ’ αύτές, πιο γνωστή καί σέ μάς είναι ότι ό μοναχός Αρσένιος, ύποτακτικός τού γέροντα Αυξεντίου άπό την Καλύβη τού Αγίου Γεωργίου πού τώρα είναι έρειπωμένη, έφυγε άπό την Καλύβη τους χωρίς την άδεια τού Γέροντά του, τον όποίον άφησε πολύ στενοχωρημένο, αλλά κι ό ίδιος συγχυσμένος έφτασε στό δρόμο πού πηγαίνει γιά τη Μικρή Άγιάννα. Άκούμπησε στον κορμό ένός δέντρου, έκεί πού μέχρι σήμερα βρίσκεται καρφωμένος ένας ξύλινος σταυρός, τον όποιο μέ εύλάβεια προσκυνούν μοναχοί καί διερχόμενοι προσκυνητές. Κάθισε λίγο στό σημείο καί συλλογιζόταν πώς αυτό πού κάνει δέν είναι καλό. Είπε προς στιγμήν νά γυρίσει πίσω στον Γέροντά του, αλλά νίκησε ό έγωισμός καί προχώρησε.
Όταν όμως έφτασε μπροστά στή σπηλιά πού βρίσκεται σήμερα τό Προσκυνητάρι. ακούσε μεγάλη όχλοβοή καί τόση άναταραχή, πού νόμισε πώς τον κυνηγούσαν δαίμονες. Άπό τό φόβο του γύρισε αμέσως πίσω καί τότε ακούσε φωνές στον αέρα νά τού λένε: «Τί νά σού κάνουμε; Έχε χάρη στον Γέροντά σου». Άπό τόν τρόμο πού πήρε ό μοναχός Αρσένιος, δέν κατάλαβε πώς καί πότε έφτασε πίσω στήν Καλύβη του καί βρήκε τόν Γέροντά του νά προσεύχεται μέ δάκρυα στά μάτια καί νά παρακαλεΐ τόν Θεό. Τού έβαλε μετάνοια καί έλαβε συγχώρεση. Όπως μάς βεβαίωνε δέ ό ίδιος, μέχρι πού πέθανε. μέ πολύ φόβο καί τρόμο περνούσε άπό τό μέρος έκείνο. Αύτός δέ έβαλε καί στον κορμό τού δέντρου τό Σταυρό.
β) Ό γέροΓεράσιμος Μικραγιαννανίτης μάς διηγήθηκε πώς, όταν ήταν νέος, περνούσε ξημερώματα από έκεί μέ τον νυν Πνευματικό παπαΔιονύσιο, δόκιμο Θεοδόσιο τότε, πηγαίνοντας γιά τήν Άγιάννα. Μπροστά από τη Σπηλιά είδαν νά κάθονται τρεις τράγοι, ένας μεγάλος καί δύο μικρότεροι.
Οί δύο μοναχοί είχαν ξεκινήσει άπό τήν Καλύβη τους μέ τό κομποσχοίνι στό χέρι καί έλεγαν τούς Χαιρετισμούς τής Παναγίας. Όταν έφτασαν μπροστά στη σπηλιά, οί τράγοι τούς κοίταξαν μέ άγριο βλέμμα καί δέν κινήθηκαν καθόλου άπό τη θέση τους. Οί μοναχοί έκαμαν τό σταυρό τους μπροστά στό Προσκυνητάρι κι όταν έκαμαν λίγα βήματα πιο πέρα, οί τράγοι έγιναν άφαντοι. Είναι φανερό πώς έπρόκειτο γιά δαίμονες σέ σχήμα τράγων, πού θά είχαν σίγουρα τήν πρόθεση νά βλάψουν τούς μοναχούς, άλλ’ επειδή εκείνοι έλεγαν τούς Χαιρετισμούς τής Παναγίας, δέν τόλμησαν νά τούς πειράξουν.
γ) Άλλοτε, ό μοναχός Μελέτιος τών Δανιηλαίων διηγήθηκε στον γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη ότι  μία μέρα μετέφερε λεμόνια στόν τορβά του άπό τήν Άγιάννα κι όταν περνούσε άπό τή Σπηλιά έγινε τέτοια σύγχυση καί ταραχή άπό τούς δαίμονες, πού άπό τό φόβο του παραπάτησε, έπεσε καί χύθηκαν όλα τά λεμόνια, άλλά αύτός, επειδή είχε στό χέρι τό κομποσχοίνι κι έλεγε άκατάπαυστα τήν ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ τού Θεού, έλέησόν με δέν τον πείραξαν άλλο οί δαίμονες, οί όποίοι , καθώς ομολογούν οί πατέρες έκεί, δημιουργούσαν συνέχεια επεισόδια άπό τήν ακόλουθη αιτία:
δ) Στήν αρχή τής Σκήτης τής λεγάμενης Μικρής Άγιάννας, έπάνω στό λοφίσκο, υπάρχει μία άσκητική Καλύβη μέ έκκλησάκι τής Άναστάσεως τού Κυρίου. Σ’ αύτήν. πριν άπό πολλά χρόνια, διέπρεψε ασκητικά ό ξακουστός καί περίφημος Πνευματικός παπα-Σάββας, γιά τόν όποιο λέγουν πώς ήταν σπουδαίος εργάτης τής αρετής καί διακριτικός πνευματικός έξομολόγος. Σ’ αυτόν έξομολαγήθηκε κάποτε ένας μάγος άπό τά χωριά τής Χαλκιδικής, ό όποίος, άφού μετανόησε είλικρινά καί άποφάσισε ν’ αλλάξει ζωή καί νά γίνει καλός καί πιστός χριστιανός, παρέδωσε στόν Πνευματικό παπα-Σάββα ένα μαγικό βιβλίο πού τό λένε «Σολομωνική», μέ τό όποιο έκανε τις διάφορες μαγείες καί γοητείες. Ό Πνευματικός παπα-Σάββας δεν δέχθηκε νά πάρει τό βιβλίο αότό. άλλα είπε στον μετανοήσαντα μάγο  Ιλαρίωνα ότι  τό βιβλίο είναι δαιμονικό καί θά πρέπει νά τό κάψει. Έτσι, μάζεψε φρύγανα καί ξύλα, έβαλε φωτιά, πέταξε μέσα τό βιβλίο καί, όπως είπε ό ίδιος στόν Πνευματικό καί τούς πατέρες, από τις πολύχρωμες φλόγες έβγαιναν άναρθρες φωνές, σάν νά κλαίγανε χιλιάδες παιδιά μικρά καί μεγάλα.
Άπό τότε άρχισαν στο σημείο αότό οί δαιμονικές ένέργειες καί γι’ αυτό οί πατέρες έκαμαν Αγιασμό μέ άγια Λείψανα, έφτιαξαν τό Προσκυνητάρι μέ τό άκοίμητο σχεδόν καντήλι καί τότε μόνο έπαψαν οί σατανικές ένέργειες καί εξουδετερώθηκε ή δύναμη τού εχθρού.


Ή γερόντισσα Όλυμπία



Ένας σεβάσμιος Πνευματικός, ό παπαΧαράλαμπος, άπό την Καλύβη «Άγιος Χαράλαμπος καί Άγιος Μόδεστος», μοϋ διηγήθηκε την έξης πραγματική ιστορία, πού είχε ακούσει ό ίδιος άπό τό στόμα μιας ένάρετης καλόγριας.
Στά μέρη τού Πύργου τής Ηλείας ζούσε μιά μοναχή, όνόματι Όλυμπία, ή όποια είχε προκόψει πολύ στην άρετή καί στό φόβο τού Θεού.
Όταν σάν πνευματικός έξομολόγος έπισκέφθηκα τά μέρη έκείνα, σέ ένα άπό τά γυναικεία μοναστήρια γνώρισα μιά ευλαβέστατη Γερόντισσα, ή οποία μέ έντυπωσίασε μέ τό ταπεινό ύφος της, την άδολη εύσέβεια. την όποια διέκρινε ό φόβος τού Θεού καί ή βαθειά πίστη στόν Θεό. στην κρίση καί ανταπόδοση τής αιώνιας ζωής καί αιώνιας Κολάσεως.
Μέ διάκριση καί σεβασμό ρώτησα τη γερόντισσα Όλυμπία πώς αποφάσισε καί ποιά ήταν ή αιτία πού την έπεισαν νά γίνει μοναχή.
Ή γερόντισσα Όλυμπία μέ παιδική άπλότητα είπε: «Άγιε Γέροντα, όταν ήμουνα μικρό παιδί είχα ένα φρόνιμο καί άγιο πατέρα, ό όποίος τόν περισσότερο καιρό καί χρόνο τής ζωής του ήταν άρρωστος καί δέν είχε καμμιά προκοπή ούτε ύλική ούτε πνευματική. Τό μόνο καλό πού είχε ήταν ότι δέν γόγγυζε ούτε άγανακτούσε γιά κανένα πρόβλημα τής ζωής του. αλλά έκανε μεγάλη ύπομονή.
Σ’ όλη του τή ζωή ύπέφερε καί τήν ήμέρα τού θανάτου του ξέσπασε μιά φοβερή νεροποντή μέ βροντές καί άστραπές, τόσο, που νόμιζες
πώς θά χαλάσει ό κόσμος. Στην καρδιά τού καλοκαιριού έγινε τέτοιος κατακλυσμός, πού τρία μερόνυχτα τον κρατούσαμε στο σπίτι νεκρό κι άταφο στο δωμάτιό του.
Αλλά γιά νά μην αρχίσει ή άποσύνθεση μέσα στο σπίτι οπότε δέν θά μπορούσαμε νά σταθούμε, την τρίτη μέρα, καίτοι εξακολουθούσε νά πέφτει καταρρακτώδης βροχή, τον σηκώσαμε καί με πολλή δυσκολία κατορθώσαμε νά τον θάψουμε. Ό κόσμος όλος αγανάκτησε βλέποντας αύτά τά σημεία, τόσο πού λέγανε ότι ό άνθρωπος αυτός, γιά νά κάνει τώρα τό καλοκαίρι τόσο κακό καιρό ό Θεός, πού νά μη μπορούμε νά τον θάψουμε, φαίνεται ότι θά ήταν πολύ κακός άνθρωπος καί θά είχε κάνει πολλές άμαρτίες καί άδικίες. ενώ αυτός ήταν ένα άθώο καί άκακο πρόβατο τού Χριστού καί πολύ πιστός χριστιανός.
Είχα έπίσης καί μιά μητέρα, ή όποια ήταν όλως διόλου τό άντίθετο άπό εκείνο πού ήταν ό πατέρας μου. Δηλαδή ήταν πολύλογη, γκρινιάρα καί φιλονικούσε μέ τόν πατέρα μου καί μ’ όλο τόν κόσμο. ’Έλεγε πολλά ψέματα, πολλά βρωμόλογα καί πολύ συχνά έκανε παρέα μέ ακόλαστους καί άσεβείς ανθρώπους. ’Έπινε κρασί καί διάφορα ποτά, τόσο πού πολλές φορές έρχόταν στο σπίτι μεθυσμένη, καί κατ’ αύτόν τόν τρόπο τό σπίτι μας ήταν ακυβέρνητο.
Μ’ όλα ταύτα, ή μητέρα μου ζούσε μιά ζωή χαρούμενη, ποτέ δέν άρρώστησε καί ήταν πολύ γερή καί υγιέστατη, χωρίς νά γνωρίσει καμμιά ταλαιπωρία ή τήν παραμικρή στενοχώρια νά νιώσει. Δέν τήν ένοιαζε τί λέει Γι’ αύτήν ό κόσμος, αύτή καλοπερνούσε σ’ όλη της τή ζωή.
'Τστερα άπό πολλά χρόνια, αδιαθέτησε λίγο καί χωρίς πόνο καί βάσανα πέθανε κι αύτή καί τής έγινε τέτοια καί τόσο ωραία κηδεία, που θά τήν ζήλευαν όλοι εκείνοι που τή συνόδευαν στόν τάφο.
Νόμιζε κανείς πώς όλα. κι αύτά τά στοιχεία τής φύσεως ακόμη, συνεργήσανε νά γίνει μιά μεγαλόπρεπη κηδεία. Σέ καιρό χειμώνα ή ατμόσφαιρα ήταν ζεστή καί εύχάριστη. Ό ήλιος έλαμπε άπό καθαρότητα καί όλα ήταν τόσο χαρούμενα πού μαρτυρούσαν πώς κάποια μεγάλη άγια γυναίκα κοιμήθηκε τόν αιώνιο ύπνο.
Τέλος, όταν μεγάλωσα καί έγινα κοπέλλα. άρχισα νά σκέπτομαι, καί διάφορες Ιδέες γύριζαν μέσα στό μυαλό μου. Βρέθηκα σέ πραγματικό δίλημμα, ποιά ζωή νά διαλέξω καί ποιο δρόμο νά άκολουθήσω; Τί νά προτιμήσω και τί νά υποτιμήσω; Τή ζωή τού πατέρα μου νά ακολουθήσω, πού ήταν όλο μιζέρια. αρρώστια, στενοχώρια κα'ι κακομοιριά ή τή ζωή τής μάνας μου, που ήταν όλο διασκέδαση, χαρά, γλέντι, κέφι και απόλαυση, χωρίς αρρώστιες, δίχως θλίψεις καί στενοχώριες;
Σκεφτόμουν, λοιπόν, ότι , γιά νά ακολουθήσω τή ζωή τού πατέρα μου, θά πρέπει νά είμαι φρόνιμη, ένάρετη, προσεκτική, χωρίς παρέες καί διασκεδάσεις, δίχως γλέντια καί χαρές, άλλά όλη ή ζωή μου θά είναι νηστείες, προσευχές, έκκλησίες, λειτουργίες καί θά ζώ με κάθε περιορισμό. Καί ποιο θά είναι, παρακαλώ, τό κέρδος; Τί θά με ωφελήσει ή ζωή τού πατέρα μου; Ό πατέρας μου με τή ζωή πού έκανε, δχι μόνον δεν χάρηκε τίποτε στον κόσμο τούτον, άλλά άπεναντίας βασανίστηκε πολύ άπό τις άρρώστιες καί τίς στερήσεις καί τέλος πέθανε καί δέν μπορούσαμε νά τόν θάψουμε άπό τήν κακοκαιρία, τόσο πού έδωκε τήν έντύπωση σέ όλους  ότι  κι ό Θεός άκόμη τόν είχε καταραστεί. Άραγε κι ό Θεός δέν τήν ήθελε τή ζωή πού έκανε ό πατέρας μου; Διότι καί στό θάνατό του άκόμη άφησε νά ύποφέρει κι αύτός καί όλοι εμείς πού τόν κηδέψαμε!
Άλλη σκέψη μού έλεγε, αν ή ζωή τού πατέρα μου ήταν αρεστή στόν Θεό, γιατί τόν άφησε τόσο νά βασανιστεί καί νά δοκιμάσει τόσες πίκρες καί τόσα κακά καί νά μή δείξει ένα σημείο ευχάριστο έστω καί κατά τήν ώρα τού θανάτου του άκόμη;
Άπό τήν άλλη μεριά, σκεφτόμουν τή ζωή πού έκανε ή μητέρα μου. πού δέν ήταν άφοσιωμένη στόν Θεό, άλλά είχε δοθεί στήν καλοπέραση. στή διασκέδαση, στούς χορούς καί στά τραγούδια. Πέρασε μιά ζωή ξέγνοιαστη, χαρούμενη, χωρίς πίκρες καί φαρμάκια, δίχως πόνους καί αρρώστιες, άλλά είχε όλα τα αγαθά τού κόσμου τούτου κι όλες τίς απολαύσεις, νοστιμιές τής ζωής καί ήδυπάθειες! Γιατί λοιπόν κι έγώ νά μήν προτιμήσω τή ζωή αύτή καί νά μήν ακολουθήσω τά ίχνη πού άφησε στή ζωή της ή μάνα μου; Μιά ζωή χαρισάμενη, πού ήταν ευκολότερη καί καλύτερη άπό τή ζωή πού έκανε ό πατέρας μου; Έτσι, μέ τίς σκέψεις αύτές μέ πήρε ό ύπνος.


Ή άποκάλυψη τής άληθινής ζωής



Στόν ύπνο μου βλέπω νά στέκεται πάνω άπό τό κεφάλι μου ένας μεγαλόσωμος καί πολύ φοβερός στήν όψι άνδρας, ό όποίος μέ κοίταζε μέ πολύ αγριεμένο βλέμμα καί μέ κάπως βραχνή φωνή μέ ρώτησε: «Δεν μού λές, κοπέλλα μου. τί συλλογιζόσουν; Τί σκέψεις καί λογισμούς έχεις μέσα στήν καρδιά σου;»
Έγώ πολύ φοβήθηκα καί δεν είχα το θάρρος ούτε να τον κοιτάξω. Τότε εκείνος μέ ξαναρώτησε μέ τήν ίδια βραχνή φωνή; «Εμπρός πές μου, ποιά είναι ή απόφαση πού πήρες; Ποιά ζωή θ’ ακολουθήσεις; Τού πατέρα σου ή τής μητέρας σου; Καί όταν είδε ότι έγώ είχα παραλύσει άπό τό φόβο μου καί άπό τή σαστιμάρα σταμάτησε τό μυαλό μου, άρχισε τότε εκείνος να μού λέει όλα έκείνα πού έγώ είχα βάλει στο μυαλό μου καί στή σκέψη μου.
Τότε κι έγώ πήρα λίγο θάρρος κι άρχισα νά τόν παρακαλώ νά μέ συγχωρέσει καί νά μή μέ συνερισθεί για τις σκέψεις μου αυτές πού είχα κάνει!

Τά άγαθά τού παραδείσου



Εκείνος μέ πήρε άπό τό χέρι καί μοϋ είπε: «’Έλα μαζί μου νά δεις μέ τά μάτια σου πού είναι καί πώς βρίσκεται ό πατέρας σου καί υστέρα θά σοϋ δείξω πού βρίσκεται ή μητέρα σου καί τότε μόνη σου θά διαλέξεις τίνος ζωή άπό τούς δύο θά προτιμήσεις.
Μέ πήρε, λοιπόν, καί πήγαμε σε μια μεγάλη πεδιάδα ή οποία έμοιαζε μέ παράδεισο καί είχε διάφορα είδη δένδρων καί λουλουδιών πού ή ομορφιά τους ήτανε απερίγραπτη. Τά δε δένδρα ήταν φορτωμένα μέ ώραίους καρπούς.
Εκεί πού γυρίζαμε καί περιεργαζόμασταν αύτά τά ωραία πράγματα. πού δέν χόρταιναν τά μάτια μας νά τά βλέπουν, παρουσιάστηκε μπροστά ό πατέρας μου, μέ αγκάλιασε, μέ φιλούσε αδιάκοπα καί έλεγε: «Αγαπημένο μου παιδί, εύλογημένο κοριτσάκι μου». Έγώ έπεσα στήν αγκαλιά του καί τόν παρακαλούσα νά μέ αφήσει νά μείνω έκεί κοντά του. Αύτός μού είπε: «Αυτό πού ζητάς, παιδί μου, δέν μπορεί νά γίνει τώρα. ’Αν όμως θελήσεις νά ακολουθήσεις τό παράδειγμα καί ύπόδειγμα τής δικής μου ζωής, τήν οποία είχα στον κόσμο, τότε ύστερα άπό λίγο καιρό καί πολύν αγώνα, θά έρθεις καί σύ έδώ, νά είμαστε μαζί μέ τόν Θεό αιώνια, νά χαιρόμαστε στή Βασιλεία τών Ουρανών μέ τούς Αγγέλους καί όλους τούς Αγίους αιώνια».


Τά δεινά τής κολάσεως



Αμέσως εκείνος που μέ συνόδευε με πήρε από τό χέρι καί μοϋ είπε: «’Έλα τώρα νά σε πάω να δεις καί τή μητέρα σου πού έχει πάει, καί μετά κρίνε μόνη σου κι αποφάσισε ποιο δρόμο θά πρέπει νά ακολουθήσεις στην πρόσκαιρη αύτή ζωή σου».
Πήραμε τότε ένα μεγάλο κατήφορο καί σταματήσαμε μπροστά σε ένα σπίτι πού ήτανε γεμάτο από πυκνό σκοτάδι. Μέσα γινόταν μεγάλη άναταραχή, άκούγονταν βοητά, κλαυθμοί, άναστεναγμοί, βρισιές, βλαστήμιες καί πολλά άλλα.
Μού έδειξε ένα μεγάλο καί απέραντο καμίνι, οί φλόγες τού οποίου ανέβαιναν πολύ ψηλά, ως τόν ουρανό· μέσα στό καμίνι έβραζαν καί μέ τό βρασμό άνεβοκατέβαιναν άνθρωποι, άντρες καί γυναίκες. Άκούγονταν τέτοιοι όδυρμοί, που σέ καταλάμβανε φόβος καί τρόμος μόνον νά άκούς καί νά βλέπεις αυτά τά πράγματα.
Τό καμίνι αύτό φρουρούσαν απαίσια οντα, που μόνον ή μορφή τους σέ τρόμαζε: «Αύτά που βλέπεις, μοϋ είπε ό συνοδός μου, είναι οί δαίμονες, ποό τυραννοϋν τούς κολασμένους».
Έριξα μέ προσοχή μιά ματιά στό καμίνι αύτό καί τότε διέκρινα τή μητέρα μου, ή οποία ήταν βυθισμένη μέσα στη φωτιά ως τό λαιμό καί γύρωγόρω υπήρχαν αμέτρητα σκουλίκια καί φίδια, τά όποια τή δάγκωναν συνέχεια καί τήν έκαναν νά φωνάζει σπαρακτικά από τους πόνους που δοκίμαζε, τά δόντια της έτριζαν κι όλο τό κορμί της έτρεμε.
Μόλις μ’ άντίκρυσε ή μητέρα μου, ξέσπασε σέ κλάμα καί μέ φωνές σπαρακτικές μοϋ έλεγε: «Παιδί μου, γλυκό μου κοριτσάκι, φριχτοί καί άνυπόφοροι είναι οί πόνοι μου καί ατέλειωτο είναι τό φριχτό μαρτύριό μου εδώ μέσα. Γιά μιά τιποτένια, στιγμιαία απόλαυση τής αμαρτίας καί τής ψεύτικης ήδονής, προξένησα εγώ ή ίδια, μέ τήν ήδονή τού κορμιού, μιά ατέλειωτη καί φριχτή κόλαση ποό τώρα υποφέρω καί πάσχω. Μέ τήν άθλια καί έλεεινή ζωή που έκανα στόν κόσμο, γιά λίγη ψεύτικη χαρά καί δηλητηριασμένη ήδονή, βρίσκομαι τώρα έδώ μέσα στό καμίνι τής φωτιάς, μακριά από τό αιώνιο αγαθό, πού είναι ό Θεός, καί θεληματικά μου τώρα κατοικώ καί καίγομαι αιώνια μέ τους φριχτούς αυτούς δαίμονες.
«Σπλαγχνίσου με, παιδί μου, τή μητέρα σου, συμπόνεσέ με τήν αμαρτωλή καί άπλωσε τό χέρι σου νά μέ βγάλεις άπό τούτη τή φριχτή κόλαση, που μέ τρώνε τά σκοολίκια και τά φίδια και μέ κατακαΐνε οί φλόγες τού καμινιού τούτου».
Έγώ τή συμπόνεσα καί άρχισα να κλαίω καί άπλωσα τό χέρι μου, γιά να τή βγάλω από ’κεί μέσα, άλλα μόλις άγγιξα τή φοβερή έκείνη φωτιά, πόνεσα τόσο πολύ, που άρχισα νά φωνάζω καί νά ουρλιάζω, πολύ δυνατά, τόσο που από τις φωνές καί τά ξεφωνητά μου ξύπνησαν όλοι οί δικοί μου μέσα στο σπίτι, στο όποιο έμενα μέ τούς συγγενείς μου. Αμέσως άναψαν τις λάμπες, έτρεξαν όλοι κοντά μου καί ρωτούσαν νά μάθουν τήν αιτία των κραυγών καί τού κλαυθμού μου.
Σέ λίγο πού συνήλθα, έτρεμα ολόκληρη άπό τό φόβο καί τόν τρόμο που είχα πάρει καί διηγήθηκα έκείνα τά ωραία πράγματα πού είδα νά άπολαμβάνει ό πατέρας μου καί τή φριχτή κόλαση πού είχε πάει καί καιγόταν ή μητέρα μου. Άπ’ έκείνη τή στιγμή έκανα τήν έκλογή καί διάλεξα οριστικά τό δρόμο πού έπρεπε νά άκολουθήσω, γιά νά φτάσω μέ τή χάρη τού Θεού καί τή βοήθεια τής Παναγίας καί όλων τών Αγίων κοντά στό άκρο άγαθό. τήν αιώνια άπόλαυση στή Βασιλεία τών Ούρανών, εκεί που ή χαρά είναι άπαλλαγμένη άπό τή λύπη. Νά είμαι μέ τούς Αγγέλους τού Θεού καί όλους τους Αγίους κοντά στον Θεό. Στόν Πατέρα, στον Υιό καί στό 'Άγιον Πνεύμα καί νά παρακαλώ τήν εύσπλαγχνία καί τό έλεος τού Κυρίου καί Θεού καί Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, μέ τό Τίμιο καί Πανάγιο Αίμα Του πού έχυσε επάνω στό Σταυρό, νά ελεήσει καί συγχωρέσει καί τήν ψυχή τής άθλιας μητέρας μου.
«Έτσι, τίμιε πάτερ καί σεβαστέ μου Πνευματικέ, άποφάσισα νά γίνω μοναχή, έπειδή στόν Μοναχισμό θεώρησα τόν πιο καλό καί σίγουρο τρόπο ζωής, γιά νά μπορέσω, μέ τή βοήθεια καί πρεσβεία τής Κυρίας Θεοτόκου, νά φτάσω πιο κοντά στόν Δημιουργό καί Πλάστη μας Θεό, στόν 'Οποίο πρέπει πάσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις εις τους αιώνας». Καί τελευταία είπε στόν Πνευματικό: «Κάνε, σεβαστέ πάτερ, καί γιά μένα τήν άμαρτωλή μιά θερμή προσευχή νά μέ άξιώσει ό Θεός νά τύχω τού θείου ελέους, διότι αν δέν προσέξει ό μοναχός ή ή μοναχή, μπορεί εύκολώτερα άπό τή ζωή αυτή ό διάβολος νά έξαπατήσει τόν άνθρωπο».

Ή ξεροκαλύβα του «Πεύκου»


Στη Σκήτη τής Αγίας Άννης, πρδς τδ βόρειο καί έπάνω μέρος αύτής. από άρχαιοτάτων χρόνων φύτρωσε καί αναπτύχθηκε σέ βραχώδη τοποθεσία ένα καί μόνο πεύκο.
Τδ πεύκο αύτδ ήταν τόσο πολύ άνεπτυγμένο, πού με τα σανίδια του οί παλαιοί γέροι πάτωσαν τδ δάπεδο τής εκκλησίας «Κοίμησις τής Θεοτόκου» τού γέροντος Άγαθαγγέλου, έπειδή τά σανίδια τού πεύκου έχουν ρετσίνι καί όντας άσηπτα αντέχουν περισσότερο από κάθε άλλο ξύλο.
Μετά από τριάντα περίπου χρόνια στδ ίδιο ακριβώς μέρος φύτρωσαν, ώς έκ θαύματος, άλλα δύο πευκάκια, τά όποια μέχρι σήμερα φανερώνουν τδ θαύμα αύτδ πού έγινε. Είναι αρκετά άνεπτυγμένα καί αύτά καί παρόλο πού τδ μέρος είναι ξερό καί άνυδρο, αύτά είναι πολύ λοχερά καί δροσάτα.


Ό γερο-Πανάρετος



Τί είχε συμβεί καί πώς βρέθηκε εκεί το πεύκο αότό, είχε την καλοσύνη καί την προθυμία νά μάς περιγράφει μέ κάθε λεπτομέρεια ό σεβαστός καί πολύ αγαπητός μου έν Χριστώ αδελφός γερο-Άχίλλιος από την Καλύβη «Υπαπαντή τού Κυρίου» ώς ακολούθως:
Τδ σωτήριον έ'τος 1800 στην άνυδρη καί πετρώδη περιοχή πού μετά φύτρωσε τδ δέντρο πήγε καί κατοίκησε ένας μεγάλος αγωνιστής μέ τδ όνομα Πανάρετος, πού καταγόταν από τά μέρη τής Μακεδονίας. Επειδή τδ μέρος ήταν γυμνό από δέντρα καί τδ χειμώνα τδ πάγωνε τδ κρύο, ένώ τδ καλοκαίρι τδ έψηνε ή ζέστη, οικονόμησε ό Θεός νά φυτρώσει καί σέ μικρό χρονικό διάστημα νά μεγαλώσει καί νά γίνει πελώριο ένα πεύκο, ή σκιά τού οποίου ήταν τόσο μεγάλη, ώστε κάλυπτε όλο έκεΐνο τδ μέρος καί προστάτευε τον μοναχό Πανάρετο από τδ κρύο τδ χειμώνα καί από τή ζέστη τδ καλοκαίρι.
Το θαύμα αύτό έχει ομοιότητα μέ τδ θαύμα τής «κολοκύνθης» τού Προφήτου Ιωνά, πού άναφέρει ή Αγία Γραφή, μέ τή διαφορά ότι έκείνη βάστηξε ένα εικοσιτετράωρο, ένώ το πεύκο κρατήθηκε στή ζωή περισσότερο άπο έκατό χρόνια. Καί τά άλλα δύο μικρότερα πού φύτρωσαν στδ ίδιο μέρος μαρτυρούν γιά τή συνέχεια τού θαύματος.
Εκεί λοιπόν κάτω άπό τό πεύκο ό γερο-Πανάρετος έκτισε μόνος του με πέτρες μία μικρή Καλύβη καί έμενε σ’ αυτή άγωνιζόμενος με ορατούς καί αόρατους δαίμονες.
Ό π. Αχίλλειος, όπως μού διηγήθηκε, δεν πρόλαβε στή ζωή τόν γερο-Πανάρετο, άλλα καθώς ακούσε από τους γέροντες καί άπό τόν γερο-Άρσένιο τόν Τσουραπά (τα παρονόματα εδώ πολλοί μοναχοί τα παίρνουν άπό τό εργόχειρο πού φτιάχνουν, έτσι ό π. Αρσένιος έπλεκε τσουράπια (κάλτσες) καί τόν λέγανε «τσουραπα», άλλος έφτιαχνε ζωνάρια καί τόν λέγανε «ζωναρά», άλλος έπλεκε σκούφους καί τόν λέγανε «σκουφά» κ.λπ.). Ό γερο-Πανάρετος κατασκεύαζε μικρά ξύλινα, απέριττα καί κακότεχνα σταυρουδάκια, άπό τα όποια έπαιρνε κανένα γρόσι (τουρκικό νόμισμα) καί άπ’ αύτά αγόραζε λίγο ρύζι καί μπλιγούρι (τριμμένο σιτάρι), τα όποια μαζί μέ χορταρικά αποτελούσαν τήν κύρια τροφή του. Λάδι μόνο τις Δεσποτικές καί Θεομητορικές έορτές έβανε στο φαγητό του κι αυτό ελάχιστο, μέ τό φτερό πού λέμε, καί τούτο τό λίγο λάδι τό έβανε γιά να ταπεινώνει τό λογισμό, ότι καταλύει, καί σέ ένδειξη σεβασμού γιά τήν έορταστική εκείνη μέρα.
Στο στόμα του δέν μπήκε ποτέ ζωική τροφή, κρέας, ψάρι, αύγά, τυρί, γάλα κ.λπ. Πολλές φορές έγκρατευόταν καί τό νερό, διότι έπρεπε, γιά νά πιει λίγο νερό, νά καίγεται κυριολεκτικά άπό δίψα, αλλά καί πάλι δέν έπινε χορταστικά. Έτσι τυραννούσε καί βασάνιζε τόν εαυτό του σ’ όλη του τή ζωή.
Γύρω άπό τήν Καλύβη του έκτιζε μέ πέτρες μικρά πεζούλια, τά όποια σώζονται μέχρι σήμερα. Τούτο έκανε γιά νά κουράζει τό σώμα του καί νά άγρυπνεί τό πνεύμα του κατά τών πονηρών λογισμών.
Ό γερο-Άρσένιος έλεγε γιά τόν γερο-Πανάρετο ότι τά μάτια του ήταν πάντα κόκκινα σάν ματωμένα άπό τις συνεχείς άγρυπνίες καί τά ματοτσίνουρά του ήσαν καμένα άπό τή συνεχή καί άείρροη, δίκην βρύσης κίνηση τών δακρύων του, διότι τά δυό του μάτια μέρανύχτα τρέχανε δάκρυα άσταμάτητα.
Τό κομποσχοίνι άπό τό χέρι, ή εύχή άπό τό στόμα, τό «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ τού θεού, έλέησόν με» καί ό νούς άπό τήν καρδιά μέρανύχτα δέν έλειπαν καί ούτε σταμάτησαν ποτέ, Γι’ αύτό καί τό δάκρυ έτρεχε σάν βρύση.
Ό όνομα καί πράγμα Πανάρετος ήταν τέλειος ησυχαστής, θεωρία καί πράξη, καί κατόρθωσε μέ τον πρακτικό αυτό άλλα κοπιώδη και έπίπονο τρόπο, να φτάσει από τήν πράξη στη θεωρία τής νοεράς προσευχής, κι άπό τη θεωρία τής αδιάκοπης ευχής στην πράξη καί εφαρμογή τής άρετής, γνώρισμα τής όποιας είναι ή αυτογνωσία καί άκρα ταπείνωση απέναντι στους άλλους μοναχούς καί τούς κοσμικούς ανθρώπους.
Γι’ αυτό, λένε οί πατέρες, πώς, αν καμμιά φορά έβλεπε ψηλά άπό τα πεζούλια πού είχε φτιάξει κανέναν άδελφό νά άνηφορίζει καί νά πηγαίνει σ’ αυτόν νά τον έπισκεφθεΐ, άμέσως έφευγε καί κρυβότανε μέσα στα εκεί γύρω άπότομα καί δαιδαλώδη δρομάκια, πού έπίτηδες είχε φτιάξει στα βράχια, για τό σκοπό αυτό.

Διδαχές



"Αν καμμιά φορά τον προλάβαινε κανένας μοναχός στην Καλύβη του μέσα, τότε, όπως μάς διηγήθηκαν, δεν μπορούσαν νά τόν δουν στα μάτια, έπειδή ήταν πάντοτε γεμάτα δάκρυα. Γι’ αύτό έκρυβε τό πρόσωπό του καί κοίταζε πάντα κάτω στή γή.
Τά λόγια του ήταν μετρημένα, πάντα λίγα καί σοφά. Δέν πήγαινε στόν κόσμο νά έμφανίζεται καί νά άνεβαίνει στις έδρες, όπως κάνουμε έμείς σήμερα, άλλα έλεγε μέσα άπό την Καλύβη του: «Αδελφέ μου, τί γυρεύεις άπό μένα τόν άμαρτωλό νά μάθεις; Τί ήλθες νά δεις; Ένα συχαμένο άνθρωπο, πού έχει τη μορφή άνθρώπου άλλα είναι θηρίο άνήμερο; Άν είσαι ύποτακτικός, άρκέσου στήν ύπακοή, στήν προσευχή καί πάντα ξευτέλιζε τόν έαυτό σου, γιά νά βρεις ήσυχία στούς λογισμούς, γαλήνη στήν καρδιά σου καί νά άποκτήσεις ταπείνωση, χωρίς τήν όποία κανένας δέν θά σωθεί, όπως λέγει καί ό άγιος Ιωάννης τής Κλίμακος: «ής άνευ ούδεΐς όψεται τόν Κύριον» (Λόγος περί ύπακοής). Καί τώρα, άδελφέ μου. λέγε άκατάπαυστα τήν ευχή, τό «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ τού Θεού, έλέησόν με τόν άμαρτωλόν» «καί σωθήση καί κατάπαυε τόν λόγον».
Σέ άλλον πάλι έλεγε; «Άν είσαι γέροντας καί ήσυχαστής, άγωνίζου μέρα-νύχτα καί πάλευε σκληρά νά νικήσεις τόν έαυτό σου, νά σβήσεις τις επιθυμίες σου. Φρόντιζε έκείνο τό καλό πού κάνεις νά τό βλέπει μόνο ό Κύριος καί ό,τι κακό σκέπτεσαι καί κάνεις νά τό ξέρουν οί άνθρωποι. Προσπάθησε νά δένεις τό νού σου μέ τήν εύχή καί μέ την καρδιά σου. Έργάζου γενναία καί μέ την εύλογία τού Πνευματικοϋ σου κάνε μετάνοιες, στίς όποίες  να μετέχει ό νους καί ή καρδιά σου. Ό Πνευματικός σου σαν οδηγός θά πρέπει να είναι δόκιμος καί μέ τήν πράξη Θά πρέπει να γνωρίζει εκείνα που λέγει, άλλιώς Θά πέσετε καί οί δύο στήν πλάνη τοϋ σατανά, όπως καί ό Κύριός μας λέγει: «μήτι δύναται τυφλός τυφλόν όδηγείν, ούχί άμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται;» (Λουκ. σχ' 39). Καί πάντοτε μέ λίγα λόγια έδινε στόν καθένα τήν πρέπουσα συμβουλή, αλλά καχά κανόνα, γιά νά φυλάξει τή σιωπή του άπέφευγε τίς συναντήσεις μέ τή φυγή.
Τά ρούχα πού φορούσε ήχαν μέν καθαρά, αλλά χόσο παλιά πού δέν μπορούσες νά καχαλάβεις από τί είδος ήταν τό ύφασμα.
Ό γερο-Πανάρετος σ’ αύτούς πού τόν ρωτούσαν πώς αίσθάνεχαι καί γιατί κλαίει συνέχεια, άπαντούσε ώς έξης: «Αδελφοί μου, τί νά αισθάνομαι; Είμαι ένας ταλαίπωρος καί δέν μπόρεσα ουτε μία άρετή, ούτε ένα καλό νά κάνω. Δέν μπορώ νά εΰχαριστήσω τόν Κύριο καί πώς είναι δυνατό νά μέ έλεήσει, πού είμαι φίλος τής άμαρτίας καί τοϋ κακού, όπως λέγει καί ή ιερά υμνολογία τής Εκκλησίας μας «φιλαμαρτήμων υπάρχων». ’Έχσι θεωρώ πώς δωρεάν καί χωρίς καρπόν άρετής χάνονται οί ημέρες τής ζωής μου. Συγχωρέστε με, αδελφοί».
Σχήν Καλύβη που είχε ένα πήλινο δοχείο (σκαμνί) πού χώραγε είκοσι οκάδες· μέ αύτό μετέφερε νερό καί μέ τό νερό αύτό έξυπηρεχούσε μέ μεγάλη οικονομία όλες του τίς άνάγκες.
Στά πόδια φορούσε χειμώνα καλοκαίρι γιά ύποδήματα τσαρούχια άπό δέρμα χοίρου, τά λεγόμενα γουρνοτσάρουχα. Είχε τέλεια αύταπάρνηση καί παντού τυραννούσε καί βασάνιζε τόν έαυτό του μέ τήν αύστηρή νηστεία καί τή ζωή πού έκανε.
’Έτσι ό γερο-Πανάρεχος κοιμήθηκε σέ ήλικία όγδόνχα χρόνων περίπου, μέ όσιακό καί μακάριο χέλος καί, όπως είπε ό π. Αρσένιος σχόν γερο-Άχίλλιο όχι ακούσε άπό χοός μοναχούς πού τόν διαδέχθηκαν στήν Καλύβη αύχή, πριν κοιμηθεί ό γερο-Πανάρετος, προείπε τό θάνατό του πολλές ημέρες πρίν. Κι όταν κοιμήθηκε, έλαμψε τό πρόσωπό του καί μέ πολλή χαρά παρέδωκε τό πνεύμα του στόν Κύριο τής δόξης καί Θεό ήμών.


Ό Μετρών Δωρόθεος



Λίγα χρόνια μετά την κοίμηση του γερο-Πανάρετου, τό 1905, ήλθε στην 'Αγιάννα ό Δεσπότης Μετρών Δωρόθεος, ό όποίος ακούσε για την ένάρετη ζωή τού γερο-Πανάρετου καί τό ότι τού άρεσε να μένει στο ξεροκάλυβό του, που τό βρήκε κατάλληλο γιά ήσυχαστική καλογερική ζωή.
Στό ξεροκάλυβο αυτό ό Δεσπότης έκτισε μικρό έκκλησάκι στο όνομα τού άγιου Μεγαλομάρτυρος Εύσταθίου τού Πλακίδα, αλλά ευλαβούμενος τήν αρετή τού γέρου άσκητού, τιμούσε περισσότερο τον άγιο γέροντα Πανάρετο.
Τον αρχιερέα Δωρόθεο ακολούθησαν δυο νέοι, τούς όποιους υστέρα άπό κανονική δοκιμή έκαρε μοναχούς, τόν έναν γιά τή μνήμη τής άρετής τού γερο-Πανάρετου ονόμασε Πανάρετο, γιά νά τόν μιμηθει καί νά κληρονομήσει μαζί με τό όνομα καί τήν αρετή του, καί τόν άλλο όνόμασε Ευστάθιο, γιά νά τιμήσει τόν προστάτη τους άγιο Εύστάθιο.
Πότε κοιμήθηκε ό Δεσπότης αύτός Μέτρων Δωρόθεος δεν γνωρίζουμε, άλλά ό γερο-Άχίλλιος πού μάς διηγήθηκε αυτά, όταν πήγε στή Σκήτη τής Αγίας ’Άννης γιά νά μονάσει τό 1928, πρόλαβε καί γνώρισε πολύ καλά τόν ύποτακτικό του Πανάρετο τόν νεώτερο. άπό τόν όποιο έμαθε τά όσα είπε καί γράψαμε γιά τήν ξεροκαλύβα τού «πεύκου» καί γιά τόν Γέροντά του Αρχιερέα Μέτρων.
Ό νεώτερος μοναχός Πανάρετος ήταν κι αύτός αγωνιστής, εγκρατής καί ένάρετος, προικισμένος μέ πολλή υπομονή, όπακοή καί ταπείνωση, όπως καί ό πνευματικός του άδελφός Ευστάθιος. Καί οί δυό τους ήσαν πραγματικοί εργάτες τής άρετής καί άνεδείχθησαν πνευματικά αναστήματα των άγιορειτών πατέρων καί μοναχών έκείνων τών πρώτων αιώνων.
Άπό τόν μοναχό αυτόν ό π. Αχίλλειος έμαθε ότι ή κάρα τού γερο-Πανάρετου βρισκόταν στό Ησυχαστήριο τού Αγίου Εύσταθίου, τά δέ όστά του είναι στό Κοιμητήρι τής Σκήτης μαζί μέ τών άλλων κεκοιμημένων πατέρων τής Σκήτης.
Ό Γέροντας τού π. Άχιλλίου είπε γιά τόν γερο-Πανάρετο ότι δεν άσχολήθηκε ποτέ μέ καμμιά ύπόθεση τής Σκήτης, δέν άναμείχθηκε ποτέ στά διάφορα σκάνδαλα, ούδέποτε έκρινε ή κατέκρινε ή απλώς κατηγόρησε ή θέλησε ποτέ νά μιλήσει ή νά έκφέρει γνώμη γιά κανέναν αδελφό ή νά κακίσει όποιαδήποτε πράξη ανθρώπου. Καί τούτο διότι, όπως συνήθιζε νά λέγει, δεν τού έμενε καιρός, ούτε ώρα, ούτε λεπτό καί δευτερόλεπτο ακόμη, για νά ασχοληθεί μέ άλλο πράγμα ή άλλη σκέψη νά τόν απασχολήσει έκτος από τις τακτικές προσευχές τού μεσονυκτικού καί τού όθρρου, τις ώρες, τά μεσώρια, τά τυπικά, τόν Απόστολο καί τό ιερό Ευαγγέλιο τής ημέρας, τη Θεία Λειτουργία, τόν Εσπερινό καί τό Απόδειπνο. Τόν καιρό που τού έμενε τόν κάλυπτε μέ τή συνεχή καί άδιάλειπτη ευχή, τό «Κύριε Ίησοϋ Χριστέ, Υίέ τού Θεού, έλέησόν με», «'ΐπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς καί όλον τον κόσμο», «Αγία Άννα, άγιοι Πατέρες Αγιορείτες καί άγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε ύπέρ έμοϋ, να με ελεήσει ό Κύριος τον αχάριστο έναντι τών δωρεών τού Θεού, που κάθε στιγμή άπολαμβάνω καί τίποτε καλό δεν μπορώ νά άνταποδώσω».
Ό γέροΠανάρετος στά περισσότερα άπό τά εξήντα χρόνια που έζησε έκεί, ποτέ δεν άναψε φωτιά σε τζάκι τό χειμώνα καί με κάθε τρόπο βίαζε τή φύση του πάντοτε σ’ όλα τά πράγματα, γιά ν’ άνταποκριθεί έτσι σ’ αύτό που λέγει ό άγιος Ιωάννης τής Κλίμακος γιά τον μοναχό, ότι «μοναχός έστι βία φύσως διηνεκής». Γι’ αύτό πάντα έγκρατευόταν όχι μόνο άπό τις τροφές, άλλά καί άπό τό νερό άκόμη, που ούτε καί αύτό τό χόρταινε.
Ό π. Άχίλλιος μάς βεβαίωσε ότι, μετά την κοίμηση τού νεώτερου Πανάρετου μοναχού καί την έρήμωση τής Ξεροκαλύβης αύτής, πήρε καί μετέφερε στη δική του Καλύβη τή στάμνα με τήν όποια μετέφερε νερό ό γερο-Πανάρετος.
Επίσης μάς είπε ότι άπό τόν π. Αρσένιο τόν Τσουραπά κληρονόμησε μια φωτογραφία τού γερο-Πανάρετου, πού ήταν κάπως σκοτεινή. διότι ήταν βγαλμένη με τά πρωτόγονα μέσα τής φωτογραφικής τέχνης. Σ’ αύτή τή φωτογραφία, επειδή τά μάτια άπό τή νηστεία καί τά δάκρυα είχαν βαθουλώσει τόσο πού δέν διακρίνονταν, όπως καί όλο τό πρόσωπο καί ή όψη του, δέν διέφερε άπό ένα γυμνό κρανίο πεθαμένου άνθρώπου, πού ούτε φρύδια ούτε μαλλιά ή γένεια διακρίνονται. Άλλά δυστυχώς πρίν άπό δέκα χρόνια έχασε τή φωτογραφία αύτή, ή όποια μαρτυρούσε έντονα τήν άσκητική μορφή τού μεγάλου αύτού άγωνιστή.
Έτσι, μ’ αύτά τά λόγια μάς σκιαγράφησε ό π. Άχίλλιος τή ζωή καί τό μακάριο τέλος τού ήσυχαστή, έρημίτη καί μεγάλου άσκητή γέροντα Πανάρετου καί τής ιστορικής ήσυχαστικής αύτής Καλύβης τού «Πεύκου», τήν οποία σήμερα κατέχει ό παπαΠαΰλος άπό τόν Άγιοβασίλη.

Εισαγωγή  σε πρώτη αποκλειστική δημοσίευση  στό Ορθόδοξο Διαδίκτυο από το Βιβλίο :
ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ
ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Η ηλεκτρονική επεξεργασία αναρτήσων κειμένων, τίτλων  και εικόνων έγινε από τον N.B.B

Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια, αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

© ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ





Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |