ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ ἀγάπη τῶν παιδιῶν πρὸς τοὺς γονεῖς

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ ἀγάπη τῶν παιδιῶν πρὸς τοὺς γονεῖς




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

 Ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ ἀγάπη τῶν παιδιῶν πρὸς τοὺς γονεῖς

Σεβασμὸς τῶν παιδιῶν πρὸς τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς μεγαλυτέρους

Τὸ παιδί, ὅταν εἶναι μικρό, δὲν κάνει τίποτε, καὶ οἱ γονεῖς του τὸ φροντίζουν γιὰ τὸ φαγητό του, γιὰ τὸ ντύσιμό του κ.λπ. Τὸ βοηθοῦν ἀπὸ ἀγάπη, χωρὶς αὐτὸ νὰ κοπιάζη. Αὐτὸ μόνον καμμιὰ δουλίτσα κάνει. Καὶ μήπως ἔτσι ξεπληρώνει τὸν κόπο ἢ τὰ ἔξοδα ποὺ κάνουν  οἱ  γονεῖς γι᾿  αὐτό;  Ἀλλά,  ὅταν  τὸ  παιδὶ  μεγαλώση καὶ  δὲν καταλαβαίνη τί τοῦ πρόσφεραν οἱ γονεῖς του, αὐτὸ εἶναι πολὺ βαρύ!
Παλιὰ  οἱ  γονεῖς  ἔδερναν  τὸ  παιδὶ  καὶ  ἐκεῖνο  τὸ  δεχόταν  χωρὶς  λογισμούς.
Πολλὲς φορὲς οὔτε καταλάβαινε γιατί τὸ ἔδερναν. Σήμερα τὰ παιδιὰ εἶναι ὅλο «γιατί καὶ γιατί;» καὶ ἀντιλογία. Δὲν ἔχουν ἁπλότητα. Ὅλα τὰ περνᾶνε ἀπὸ τὸ κόσκινο. Δὲν ἔρχεται ὅμως ἔτσι ἡ θεία Χάρις. Ὅταν τὸ παιδὶ δὲν νιώθη τὸν πατέρα του ὡς πατέρα καὶ δὲν δέχεται τὴν παιδαγωγία τοῦ πατέρα, εἶναι νόθο παιδί. Μερικὰ παιδιά, ἂν τοὺς κάνουν οἱ γονεῖς μιὰ μικρὴ παρατήρηση, «θὰ κόψω τὶς φλέβες», λένε ἀμέσως. Τί νὰ τὰ κάνουν τότε καὶ οἱ γονεῖς; Ὑποχωροῦν, καὶ τελικὰ τὰ παιδιὰ καταστρέφονται.
Τὸ  παιδὶ  πρέπει  νὰ  καταλάβη  ὅτι,  ἐὰν  οἱ  γονεῖς  καμμιὰ  φορὰ  τοῦ  δίνουν κανένα σκαμπίλι, δὲν τὸ κάνουν ἀπὸ κακότητα, ἀλλὰ ἀπὸ ἀγάπη, γιὰ νὰ διορθωθῆ, νὰ γίνη καλύτερο καὶ νὰ χαίρεται ἀργότερα. Ἐμεῖς, ὅταν ἤμασταν μικρά, εἴτε μᾶς χάιδευαν οἱ γονεῖς μας, εἴτε μᾶς ἔδερναν, εἴτε μᾶς φιλοῦσαν, ὅλα τὰ δεχόμασταν. Καταλαβαίναμε ὅτι ὅλα τὰ ἔκαναν γιὰ τὸ καλό μας. Εἴχαμε μεγάλη ἐμπιστοσύνη. Μερικὲς φορὲς μάλιστα ἡ μητέρα μου ἄλλο παιδὶ ἔφταιγε καὶ ἄλλο μάλωνε, γιατὶ δὲν προλάβαινε νὰ κάνη ...δικαστήριο. Ὁ ἔνοχος ὅμως, ὅταν ἔβλεπε ὅτι μάλωσε τὸν ἄλλον ποὺ δὲν ἔφταιγε, ἐπειδὴ τὸν πείραζε ἡ συνείδηση, ἔλεγε «ἐγὼ ἔφταιγα», καὶ ὁ ἄλλος δικαιωνόταν.
Στὴν οἰκογένεια οἱ μικροὶ πρέπει νὰ ἔχουν σεβασμὸ καὶ πρὸς τοὺς γονεῖς καὶ
πρὸς τοὺς μεγαλυτέρους. Νὰ αἰσθάνωνται ὡς ἀνάγκη τὸν σεβασμό, τὴν ὑποταγὴ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν μεγάλο. Οἱ μεγαλύτεροι πάλι νὰ ἔχουν ἀγάπη πρὸς τοὺς μικρούς, νὰ τοὺς βοηθοῦν καὶ νὰ τοὺς προστατεύουν. Ὅταν ὁ μικρὸς σέβεται τὸν μεγάλο καὶ ὁ μεγάλος ἀγαπάη τὸν μικρό, δημιουργεῖται μιὰ ὄμορφη οἰκογενειακὴ ἀτμόσφαιρα.    πατέρας  μου  ἔλεγε:  «Ὑπακοὴ  στὸν  μεγάλο  ἀδελφό  σας».  Ἐμεῖς ξέραμε ὅτι ὁ πατέρας μᾶς ἀγαπάει ὅλους καὶ εἴχαμε πιὸ πολὺ θάρρος στὸν πατέρα. Στὸν μεγάλο ἀδελφό, ποὺ δὲν βρίσκαμε τὴν ἀγάπη τοῦ πατέρα, κάναμε μεγαλύτερη ὑπακοή1.
Ὅταν οἱ σύζυγοι ἔχουν σεβασμὸ μεταξύ τους καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν σεβασμὸ πρὸς τοὺς γονεῖς, ἡ ζωὴ στὴν οἰκογένεια εἶναι εἰρηνική, πάει ρολόι. Ποτὲ σὲ μιὰ τέτοια οἰκογένεια ὁ μεγάλος γιὸς δὲν λέει στὴν μητέρα του «κοίταξε ἐδῶ, μάνα, αὐτὸ μὴν τὸ ξανακάνης» ἢ «γιατί τὸ ἔκανες αὐτὸ ἔτσι καὶ ἐκεῖνο ἀλλιῶς;», ἀλλὰ οὔτε ὁ πατέρας στὴν μάνα μιλάει μὲ τέτοιον τρόπο. Ὁ μεγάλος μπορεῖ νὰ ἀστειεύεται μὲ τὸν μικρό, γιὰ νὰ τὸν κάνη νὰ χαρῆ, ἀλλὰ ὁ μικρὸς δὲν πρέπει νὰ ἀποκτήση παρρησία μὲ τὴν χαρὰ ποὺ νιώθει ἀπὸ τὰ πειράγματα τοῦ μεγάλου. Ὅταν ἤμουν στὴν Μονὴ Στομίου καὶ κατέβαινα καμμιὰ φορὰ νὰ ψωνίσω διάφορα ὑλικά, ἕνα παιδάκι, ποὺ τὸ σπίτι του ἦταν πάνω στὸν δρόμο, μόλις μὲ ἔβλεπε, ἐρχόταν κοντά μου καὶ ἐγὼ τοῦ φιλοῦσα τὸ χέρι. Ὕστερα συνήθισε καὶ ἔτρεχε καὶ μοῦ ἔδινε μόνο του τὸ χέρι του νὰ τὸ φιλήσω!
Ἐγὼ πάλι τοῦ τὸ φιλοῦσα. Μετὰ μοῦ εἶπαν οἱ γονεῖς του: «Μὴν τοῦ φιλᾶς, Πάτερ, τὸ
χέρι, γιατὶ τρέχει στοὺς παπάδες καὶ δίνει τὸ χεράκι του νὰ τὸ φιλήσουν καί, ἅμα δὲν τὸ φιλήσουν, βάζει τὰ κλάματα».


Ἡ ἀγάπη τῶν παιδιῶν πρὸς τοὺς γονεῖς μετὰ τὸν γάμο τους


Ὁ Καλὸς Θεὸς οἰκονόμησε, ὥστε τὸ ἀνδρόγυνο νὰ συνδέεται μὲ τέτοιου εἴδους ἀγάπη,  ποὺ  νὰ  ἐγκαταλείπουν  ἀκόμη  καὶ  τοὺς  γονεῖς  τους  καὶ    ἄνδρας  καὶ  ἡ γυναίκα. Ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ ἀγάπη, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν δική τους οἰκογένεια. Ὁ σκοπὸς τῶν γονέων λήγει μετὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν παιδιῶν. Στὴν συνέχεια τὰ παιδιὰ τοὺς ὀφείλουν μόνον πολὺ σεβασμὸ καὶ τόση ἀγάπη, ὅση χρειάζεται πρὸς τοὺς γονεῖς. Δὲν θέλω νὰ πῶ μὲ αὐτὸ νὰ μὴν ἀγαποῦν τοὺς γονεῖς τους, ἀλλὰ νὰ ἔχουν πρῶτα ἀγάπη μεγάλη μεταξύ τους καὶ μετὰ νὰ ἀγαποῦν τοὺς γονεῖς τους. Νὰ εἶναι τόσο ἀγαπημένοι, ὥστε ἀπὸ τὴν ἄφθονη ἀγάπη ποὺ θὰ ἔχουν, νὰ δίνουν καὶ στοὺς γονεῖς τους τὴν ὑπερχείλιση τῆς ἀγάπης τους καὶ ὅλον τὸν σεβασμό τους καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη τους. Ἡ ἀγάπη τους νὰ εἶναι ἀρχοντική, γιὰ νὰ φροντίζη ὁ ἕνας γιὰ τοὺς γονεῖς τοῦ ἄλλου, ὅσο μπορεῖ περισσότερο.
Πολὺ βοηθάει στὴν ὁμόνοια τῆς οἰκογενείας, ὁ ἄνδρας νὰ ἀγαπάη τὴν γυναίκα του περισσότερο ἀπὸ τὴν μητέρα του καὶ ἀπὸ κάθε ἀγαπητὸ καὶ συγγενικό του πρόσωπο. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τοὺς γονεῖς του νὰ διοχετεύεται διὰ μέσου τῆς γυναίκας του. Τὸ ἴδιο φυσικὰ πρέπει νὰ κάνη καὶ ἡ γυναίκα.
Γνωρίζω ἀνδρόγυνα ποὺ στὶς ἀρχὲς ἔχουν προβλήματα μεταξύ τους, ἐπειδὴ ἡ γυναίκα ἢ ὁ ἄνδρας ἀγαπάει τὴν μάνα του μὲ ὑπερβολικὴ ἀγάπη. Αὐτὸ ξεκινάει ἀπὸ τὸ φιλότιμο ποὺ ἔχουν· νιώθουν μεγάλη εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴν μάνα τους. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως, ὅταν συνδεθοῦν μεταξύ τους, δὲν θὰ ὑπάρχη πρόβλημα. Δὲν θὰ ἦταν φυσιολογικό, ἂν ἀγαποῦσαν ἀμέσως ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ τέτοια ἀγάπη ποὺ θὰ ἀναπλήρωνε τὴν ἀγάπη τῆς μάνας.
Ὅταν ὁ σύζυγος σέβεται τοὺς γονεῖς του, αὐτὸ εἶναι τιμή του, ὅπως καὶ γιὰ τὴν νύφη τιμὴ εἶναι νὰ σέβεται καὶ νὰ ἀγαπᾶ τὴν πεθερά της, γιατὶ γέννησε τὸν ἄνδρα της, τὸν μεγάλωσε, καὶ τώρα μεγάλον τὸν χαίρεται αὐτή. Ὅλα αὐτὰ μιλοῦν ἀθόρυβα στὶς ψυχὲς τῶν παιδιῶν τους.
   μάνα,   ὅταν   παντρέψη   τὸν   γιό   της,   ἐπειδὴ   πρῶτα   ἔβρισκε   μεγάλη ἀνακούφιση ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ τῆς ἔδειχνε – καὶ οἱ γέροι γίνονται ξανὰ σὰν μωρά –, νιώθει, ὅπως νιώθει τὸ μεγαλύτερο παιδί, ὅταν δῆ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας ἄλλο μωρό.  Βλέπεις,  ἂν  δὲν  κόψη  κανεὶς  τὰ  πάθη,  ὅταν  εἶναι  νέος,  ὅσο  μεγαλώνει, ἐξασθενεῖ ἡ θέληση καὶ τὰ πάθη αὐξάνουν περισσότερο. Ἡ νύφη ὅμως δὲν πρέπει νὰ τὸ παρεξηγήση αὐτό. Ἂν μάλιστα φροντίζη τὴν ἡλικιωμένη πεθερά της, ἂς κάνη λίγη ὑπομονή, γιὰ νὰ μὴ χάση τὸν μισθὸ ποὺ ἀποταμιεύει  ἀπὸ τὴν  φροντίδα ποὺ τῆς προσφέρει. Ἂν τώρα ὑπηρετῆ μὲ ὑπομονὴ τὴν πεθερά της, ἀργότερα, ὅταν περάση ἡ ταλαιπωρία, θὰ χαίρεται γιὰ τὸ καλὸ ποὺ τῆς πρόσφερε.
Φυσικὰ καὶ ἡ πεθερὰ πρέπει νὰ ἀγαπάη τὶς νύφες της σὰν κόρες της. Ἡ γιαγιά
μου – ἡ μητέρα τοῦ πατέρα μου – ἀγαποῦσε τὴν μητέρα μου πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸν πατέρα μου. Ὅταν παντρεύτηκαν τὰ ἀδέλφια μου, ἔλεγαν οἱ γειτόνισσες: «Τώρα ποὺ θὰ ἔρθουν οἱ  νυφάδες...».  Καὶ  ἡ μητέρα μου  τὶς  ἔλεγε: «Γιατί  τὸ  λέτε αὐτό;  Ἐμένα ἡ
πεθερά μου μὲ ἀγαπάει πιὸ πολὺ καὶ ἀπὸ τὴν κόρη της. Γιατί κι ἐγὼ νὰ μὴν ἀγαπάω
ἔτσι τὶς νύφες μου;». Καὶ πράγματι τὶς ἀγαποῦσε κι ἐκείνη σὰν κόρες της.


Τὰ γεράματα ταπεινώνουν τὸν ἄνθρωπο


Πόσο ταπεινώνεται ὁ ἄνθρωπος στὰ γεράματα! Οἱ γέροι σιγὰ-σιγὰ χάνουν τὶς δυνάμεις τους καὶ μοιάζουν σὰν τὸ γερασμένο γεράκι. Ὅταν γεράση τὸ γεράκι, πέφτουν τὰ φτερά του καὶ οἱ φτεροῦγες του μετὰ εἶναι σὰν σπασμένες τσατσάρες. Θυμᾶμαι, στὴν Μονὴ Φιλοθέου2 ἦταν ἕνας Προϊστάμενος3 ποὺ εἶχε πάει τὸ 1914 ἐθελοντὴς ἀπὸ τὴν Σμύρνη στὴν Ἀλβανία, γιὰ νὰ ἐκδικηθῆ τοὺς Τούρκους, ποὺ εἶχαν σφάξει  τὸν  πατέρα  του.  Μιὰ  φορὰ  ἔπιασε  ἕναν  Τοῦρκο  καὶ  πῆγε  νὰ  τὸν  σφάξη. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Ἡ δική μας θρησκεία εἶναι ἄχαρη. Μᾶς λέει καὶ νὰ σφάζουμε καὶ νὰ σκοτώνουμε. Ἡ δική σας ὅμως δὲν εἶναι τέτοια. Ὁ Χριστὸς σᾶς λέει νὰ μὴ σκοτώνετε». Μόλις τὸ ἄκουσε αὐτό, τόσο συγκινήθηκε, ποὺ πέταξε τὸ ντουφέκι καὶ σηκώθηκε καὶ πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, γιὰ νὰ γίνη καλόγερος. Ἔγινε καλόγερος, ἔγινε καὶ Προϊστάμενος, ἀλλὰ τὸ ἀντάρτικο δὲν τοῦ ἔφυγε. Εἶχε ὅλα τὰ διακονήματα καὶ ὅλα τὰ κλειδιὰ ἀπὸ τὶς ἀποθῆκες τὰ εἶχε κρεμασμένα στὴν ζώνη του. Κανεὶς δὲν τολμοῦσε νὰ τοῦ μιλήση. Ἂν ξεχνοῦσε κανένας Πατέρας νὰ τὸν φωνάξη μὲ τὸν τίτλο του, «Γέροντα Σπυρίδων», γινόταν θηρίο. Μιὰ Μεγάλη Σαρακοστὴ πῆγαν στὸ μοναστήρι συμμορίτες καὶ τοὺς ζήτησαν τυριά. «Βρὲ γουρούνια, τοὺς λέει αὐτός, τὴν Σαρακοστὴ ζητᾶτε τυριά;». Τοὺς πέταξε ἔξω. Μιὰ ἄλλη φορὰ οἱ Πατέρες εἶχαν λύσει τοὺς πολυελαίους, γιὰ νὰ τοὺς καθαρίσουν. Εἶδαν οἱ συμμορίτες τὰ διάφορα ἐξαρτήματα ποὺ γυάλιζαν καὶ νόμιζαν ὅτι εἶναι χρυσά. Πῆγαν, τὰ ἔβαλαν σὲ τσουβάλια καὶ μάζεψαν τὰ ζῶα τῆς περιοχῆς, γιὰ νὰ τὰ μεταφέρουν. Μόλις τοὺς εἶδε αὐτός, τοὺς πιάνει καὶ παίρνει καὶ τὰ ἀδειάζει ἀπὸ τὰ τσουβάλια. «Βρὲ σαβοῦρες, τοὺς λέει, μπροῦντζα εἶναι αὐτά, μπροῦντζα σὰν ἐσᾶς!». Καθόλου δὲν δείλιαζε. Στὰ γεράματά του ὅμως  εἶχε ἀρρωστήσει  καὶ  εἶχε ταπεινωθῆ.  Μὲ  εἶχαν  βάλει  νὰ τὸν βοηθῶ λιγάκι. Μιὰ φορὰ μοῦ εἶπε: «Κάνε προσευχή, Ἀβέρκιε4, δὲν νιώθω καλά». Σηκώθηκα  καὶ  ἄρχισα  νὰ  κάνω  κομποσχοίνι:  «Κύριε  Ἰησοῦ  Χριστέ,  ἐλέησον  τὸν δοῦλον Σου, τὸν Γέροντα Σπυρίδωνα». «Μωρέ, "τὸν Σπύρο", πές!», μοῦ λέει. Πόσο τὸν εἶχαν ταπεινώσει ἡ ἀρρώστια καὶ τὰ γεράματα! Πρῶτα ποῦ νὰ τολμοῦσες νὰ μὴν τὸν πῆς «Γέροντα Σπυρίδωνα»!
Νά, καὶ ὁ πατέρας μου στὰ γεράματά του ἀπὸ μιὰ μύγα ταπεινώθηκε. Μιὰ μέρα τὸν βρῆκε ἡ ἀδελφή μου νὰ κλαίη. «Τί ἔπαθες, πατέρα; τὸν ρωτάει. Μήπως κανένα ἐγγονάκι σὲ πείραξε;». «Ὄχι, ὄχι, τῆς λέει. Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος! Προσπαθοῦσα νὰ σκοτώσω μιὰ μύγα μὲ τὴν μυγοσκοτώστρα καὶ δὲν μποροῦσα. Ἔκανα ἔτσι νὰ τὴν χτυπήσω, ἔφευγε ἀπὸ ἐδῶ· ἔκανα ἔτσι, ἔφευγε ἀπὸ ἐκεῖ. Ἐγώ, ὅταν ἤμουν νέος, εἶχα τέτοιο σημάδι ποὺ τοὺς Τσέτες5 δὲν τοὺς σκότωνα· τοὺς σημάδευα γύρω-γύρω καὶ τοὺς ἀνάγκαζα νὰ παραδοθοῦν. Δεκαέξι χρονῶν σημάδεψα ἕνα λιοντάρι, τὸ πλήγωσα καὶ πάλεψα μὲ τὸ λαβωμένο λιοντάρι, καὶ τώρα μιὰ μύγα νὰ μὴν μπορῶ νὰ σκοτώσω! Ἄ, τίποτε δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος». Ἔνιωθε ὁ καημένος ἕνα τίποτε, σὰν νὰ μὴν εἶχε κάνει
τίποτε στὴν ζωή του.
Καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὰ γηροκομεῖα τῶν  Μονῶν, πόσο ταπεινώνονται τὰ γεροντάκια! Περνοῦν καὶ δεύτερη... κουρά! Τοὺς κόβουν τὰ μαλλιά, γιὰ νὰ μὴν ἔχουν πολλὰ καὶ δυσκολεύονται νὰ τὰ λούζουν. Τοὺς κόβουν καὶ τὰ γένια, γιατὶ τρέχουν τὰ σάλια, τὰ φαγητά,  καὶ  πῶς νὰ τὰ καθαρίσουν;  Αὐτὴ εἶναι  ἡ τελευταία κουρά.  Ἡ ταπεινὴ κουρά!


Ὁ μισθὸς ἀπὸ τὴν γηροκόμηση


Πῶς κατήντησε ὁ κόσμος! Καὶ στὰ Φάρασα καὶ στὴν Ἤπειρο γηροκομοῦσαν ἀκόμη καὶ τὰ ζῶα. Καλὰ τὰ μουλάρια, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ζῶα ποὺ τὸ κρέας τους τρωγόταν δὲν τὰ ἔσφαζαν. Τὰ γέρικα βόδια λ.χ. μὲ τὰ ὁποῖα ὄργωναν, τὰ σέβονταν, τὰ  περιποιοῦνταν,  τὰ  γηροκομοῦσαν,  γιατὶ  ἔλεγαν:  «Φάγαμε  ψωμὶ  ἀπὸ  αὐτά». Δηλαδὴ τὰ ζῶα ποὺ ἦταν ἐργατικὰ καὶ δούλευαν στὸ χωράφι εἶχαν καὶ καλὰ γεράματα. Καὶ τότε οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶχαν τὰ μέσα ποὺ ἔχουν σήμερα. Ἔπρεπε μὲ τὸν χειρόμυλο νὰ ἀλέθουν τὸ ρόβι, νὰ τὸ κάνουν ψιλό, γιὰ νὰ μπορῆ τὸ καημένο τὸ γέρικο βόδι νὰ τὸ φάη. Ὁ σημερινὸς ὅμως κόσμος ξέφυγε· ἀνθρώπους δὲν γηροκομοῦν, ποῦ νὰ γηροκομήσουν τὰ ζῶα!
Ἐγὼ ποτὲ στὴν ζωή μου δὲν αἰσθάνθηκα τόσο καλά, ὅσο ἐκεῖνες τὶς λίγες
μέρες  ποὺ  μοῦ  εἶπαν  νὰ  γηροκομήσω  ἕναν  Γέροντα.    γηροκόμηση  ἔχει  μεγάλο μισθό. Θυμᾶμαι ποὺ ἔλεγαν καὶ γιὰ ἕναν δόκιμο στὸ Ἅγιον Ὄρος ποὺ εἶχε φοβερὸ δαιμόνιο καὶ τὸν ἔβαλαν νὰ γηροκομήση ἕξι γεροντάκια στὸ γηροκομεῖο τῆς Μονῆς. Τὰ  χρόνια  ἐκεῖνα  ἦταν  δύσκολα·  δὲν  εἶχαν  εὐκολίες.  Φορτωνόταν    καημένος  τὰ ροῦχα στὴν πλάτη του μὲ ἕνα ξύλο καὶ τὰ πήγαινε μακριὰ σὲ μιὰ γούρνα, γιὰ νὰ τὰ πλύνη, ἔβαζε ἀλισίβα... Ἔπειτα ἀπὸ λίγο καιρὸ ἀπαλλάχτηκε ἀπὸ τὸ δαιμόνιο καὶ ἔγινε μοναχός. Γιατί, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ ἴδιος γινόταν θυσία, ἀλλὰ καὶ τὰ γεροντάκια τοῦ ἔδιναν εὐχές.
Πολλὰ ἀνδρόγυνα δυσανασχετοῦν γιὰ τὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετωπίζουν στὴν οἰκογένειά τους ἀπὸ τὶς ἰδιοτροπίες καὶ τὴν γκρίνια τῶν παππούδων ποὺ γηροκομοῦν. Ξεχνοῦν τὶς ἀταξίες ποὺ ἔκαναν οἱ ἴδιοι ἢ τὴν γκρίνια καὶ τὶς παραξενιὲς ποὺ εἶχαν, ὅταν ἦταν παιδιά. Δὲν θυμοῦνται ποὺ δὲν ἄφηναν τοὺς γονεῖς τους νὰ ἡσυχάσουν μὲ τὰ κλάματα καὶ τὰ καμώματά τους. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ συναντοῦν αὐτὲς τὶς δυσκολίες, γιὰ νὰ ξεπληρώσουν κάπως τὶς δικές τους ἀταξίες. Τώρα εἶναι ἡ σειρά τους νὰ συμπαρασταθοῦν καὶ νὰ φροντίσουν τοὺς γέρους γονεῖς τους μὲ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὶς θυσίες ποὺ ἔκαναν ἐκεῖνοι γι᾿ αὐτούς, ὅταν ἦταν παιδιά. Ὅσοι δὲν νιώθουν αὐτὸ τὸ χρέος πρὸς τοὺς γονεῖς τους, θὰ κριθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς ἄδικοι καὶ ἀχάριστοι.
Καὶ   βλέπω   ὅτι   τὰ   βάσανα   ποὺ   ἔχουν   πολλοὶ   κοσμικοὶ   μερικὲς   φορὲς
ὀφείλονται καὶ στὸ ὅτι οἱ γονεῖς τους εἶναι πικραμένοι μαζί τους. Ταλαιπωροῦνται οἱ οἰκογένειες, γιατὶ δὲν φροντίζουν τοὺς παπποῦδες. Ὅταν τὴν φουκαριάρα τὴν γριὰ ἢ τὸν καημένο τὸν γέρο τοὺς πᾶνε καὶ τοὺς ἐγκαταλείπουν σὲ ἕνα γηροκομεῖο, τοὺς παίρνουν καὶ τὴν περιουσία, καὶ δὲν χαίρονται τὰ ἐγγονάκια τους, ἀλλὰ πεθαίνουν μὲ καημό, τί εὐλογία θὰ ἔχουν μετὰ τὰ παιδιά; Μοῦ ἔλεγε σήμερα μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα ὅτι ἔχει τέσσερα ἀγόρια παντρεμένα ποὺ μένουν στὸ ἴδιο τετράγωνο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ δῆ, γιατὶ συμβούλεψε μιὰ φορὰ τὶς νυφάδες: «Νὰ ἔχετε ἀγάπη μεταξύ  σας, νὰ ἐκκλησιάζεσθε»! Οὔ, ἔγιναν θηρία! «Νὰ μὴν ξαναπατήσης, τῆς εἶπαν, στὰ
σπίτια μας». Πέντε χρόνια εἶχε νὰ δῆ τὰ παιδιά της καὶ ἔκλαιγε ἡ καημένη. «Κάνε
προσευχή, Πάτερ μου, μοῦ εἶπε, ἔχω καὶ ἐγγονάκια· τοὐλάχιστον νὰ τὰ δῶ στὸν ὕπνο μου». Ἔ, τί προκοπὴ θὰ ἔχουν μετὰ τὰ παιδιά της;
Κι ἐνῶ ἡ γιαγιὰ στὴν οἰκογένεια εἶναι μεγάλη εὐλογία, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν τὸ καταλαβαίνουν αὐτό. Συνήθως ὁ ἄνδρας πέφτει πιὸ γρήγορα καὶ τὸν ὑπηρετεῖ ἡ γυναίκα  του.  Ὅταν  πεθάνη    ἄνδρας,  τότε,  γιὰ  νὰ  μὴν  αἰσθάνεται  ἄχρηστη  ἡ γυναίκα, ἂν τὴν παίρνουν τὰ παιδιὰ στὸ σπίτι τους καὶ φυλάη τὰ ἐγγόνια, αὐτὸ εἶναι πολὺ καλό. Ἔτσι καὶ αὐτὴ ἀναπαύεται καὶ τὸ ζευγάρι οἰκονομεῖται. Γιατὶ ἡ μάνα δὲν προφταίνει  μὲ  τὶς  δουλειές  της  νὰ  δώση  στὰ  παιδιὰ  τὴν  ἀπαραίτητη  στοργὴ  καὶ ἀγάπη. Τὴν δίνει λοιπὸν ἡ γιαγιά, γιατὶ ἡ ἡλικία αὐτὴ εἶναι ἡ ἡλικία τῆς ἀγάπης καὶ τῆς στοργῆς. Βλέπεις, ὅταν τὸ παιδὶ κάνη ἀταξίες, ἡ γιαγιὰ τὸ χαϊδεύει, ἐνῶ ἡ μάνα τὸ μαλώνει. Μὲ τὴν φροντίδα τῆς γιαγιᾶς καὶ ἡ μάνα κάνει τὶς δουλειές της, καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν τὰ χάδια καὶ τὴν ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ ἡ γιαγιὰ ἀναπαύεται μὲ τὴν ἀγάπη τῶν ἐγγονῶν.
Ἔχει μεγάλη εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅποιος κοιτάζει τοὺς γονεῖς του. Μοῦ εἶπε
μιὰ μέρα ἕνας νεαρὸς οἰκογενειάρχης: «Γέροντα, σκέφτομαι στὸ σπίτι ποὺ θὰ χτίσω, νὰ κάνω στὸν κάτω ὄροφο δύο διαμερισματάκια γιὰ τοὺς γονεῖς καὶ τὰ πεθερικά μου». Πόσο μὲ συγκίνησε! Πόσες εὐχὲς τοῦ ἔδωσα! Ἀπορῶ, πῶς δὲν τὸ καταλαβαίνουν αὐτὸ τὰ ἀνδρόγυνα! Πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες ἦρθε μιὰ γυναίκα καὶ μοῦ εἶπε: «Ἡ μάνα μου, Πάτερ, ἔχει ἡμιπληγία. Βαρέθηκα ὀκτὼ χρόνια νὰ τὴν γυρίζω ἀπὸ ἐδῶ, ἀπὸ ἐκεῖ». Ἀκοῦς; Κόρη νὰ μιλάη ἔτσι γιὰ τὴν μάνα της! «Ἄ, τῆς λέω, εἶναι πολὺ ἁπλό! Τώρα θὰ κάνω προσευχὴ νὰ πέσης ἐσὺ ὀκτὼ χρόνια ἀπὸ ἡμιπληγία καὶ νὰ γίνη καλὰ ἡ μάνα σου, γιὰ νὰ σὲ περιποιῆται». «Ὄχι, ὄχι, Πάτερ!», φώναζε. «Τέσσερα χρόνια τοὐλάχιστον, τῆς λέω, τέσσερα χρόνια! Βρέ, δὲν ντρέπεσαι; Ποιό εἶναι προτιμότερο; Νὰ ἔχη κανεὶς τὴν ὑγεία του, νὰ μὴν πονάη καὶ νὰ ὑπηρετῆ ἕναν ἄρρωστο, νὰ ἔχη καὶ μισθὸ ἀπὸ τὸν Θεό, ἢ νὰ ὑποφέρη, νὰ μὴν μπορῆ νὰ γυρίση τὸ πόδι του, νὰ ταπεινώνεται καὶ νὰ παρακαλάη: "φέρε τὴν πάπια, γύρνα με ἀπὸ ἐδῶ, γύρνα με ἀπὸ ἐκεῖ";». Ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτά, συμμαζεύτηκε λίγο.
Ἂν ἔρθουν τὰ παιδιὰ στὴν θέση τῶν γονέων τους ποὺ γέρασαν ἢ ἂν ἔρθη ἡ
νύφη στὴν θέση τῆς πεθερᾶς της καὶ σκεφθῆ: «κι ἐγὼ θὰ γεράσω καὶ θὰ γίνω μιὰ μέρα πεθερά· θὰ ἤθελα νὰ μὴ μοῦ δίνη σημασία ἡ νύφη μου;», τότε δὲν θὰ ὑπάρχουν τέτοια προβλήματα.


Ἡ εὐχὴ τῶν γονέων


Ἡ εὐχὴ τῶν γονέων εἶναι ἡ μεγαλύτερη κληρονομιὰ γιὰ τὰ παιδιά. Γι᾿ αὐτὸ νὰ φροντίζουν νὰ ἔχουν τὴν εὐχὴ τῶν γονέων. Δὲν εἶδες ὁ Ἰακώβ, μέχρι ποῦ ἔφθασε, γιὰ νὰ πάρη τὴν εὐλογία τοῦ πατέρα του; Καὶ προβιὰ φόρεσε6!
Εἰδικὰ ἡ εὐχὴ τῆς μητέρας εἶναι μεγάλο πράγμα! Κάποιος ἔλεγε: «Κάθε λόγος
τῆς μητέρας μου εἶναι καὶ μιὰ λίρα χρυσή». Νά, καὶ πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ πόση ἐντύπωση μοῦ ἔκανε κάποιος ἀπὸ τὸ Γιοχάνεσμπουργκ! Ἦρθε στὸ Καλύβι τὸ φθινόπωρο. «Γέροντα, ἡ μάνα μου ἀδιαθέτησε, μοῦ λέει, καὶ ἦρθα νὰ τὴν δῶ». Τρεῖς
μῆνες  δὲν  πέρασαν,  τὰ  Χριστούγεννα  ξαναῆρθε.  «Πῶς  πάλι  ἐδῶ;»,  τὸν  ρωτάω.
«Ἔμαθα, μοῦ λέει, πὼς πάλι ἀδιαθέτησε ἡ μάνα μου καὶ ἦρθα νὰ φιλήσω τὸ χέρι της,
γιατὶ εἶναι ἡλικιωμένη καὶ μπορεῖ νὰ πεθάνη. Γιὰ μένα ἡ μεγαλύτερη περιουσία εἶναι ἡ εὐχὴ τῆς μάνας μου». Ἑξῆντα χρονῶν ἄνθρωπος ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Γιοχάνεσμπουργκ καὶ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ φιλήση τὸ χέρι τῆς μάνας του! Καὶ τώρα τέτοια εὐλογία ἔχει, ποὺ σκέφτεται νὰ κάνη ἕνα γηροκομεῖο μεγάλο γιὰ τοὺς κληρικοὺς καὶ νὰ τὸ χαρίση στὴν Ἐκκλησία. Δηλαδὴ τὶς εὐλογίες δὲν ἔχει ποῦ νὰ τὶς βάλη κατὰ κάποιον τρόπο. Γιὰ μένα εἶναι φάρμακο μιὰ τέτοια ψυχή. Εἶναι σὰν νὰ εἶμαι στὴν ἔρημο Σαχάρα καὶ νὰ βρίσκω ξαφνικὰ λίγο νερό. Αὐτὰ χάνονται σιγὰ-σιγά.
Ἕνας ἄλλος ἦρθε μιὰ μέρα μὲ κλάματα στὸ Καλύβι. «Πάτερ, μὲ καταράστηκε ἡ
μάνα μου. Στὸ σπίτι ἔχουμε ὅλο ἀρρώστιες, στενοχώριες, ἡ δουλειά μου δὲν πάει καλά», μοῦ εἶπε. «Κι ἐσὺ δὲν θὰ ἤσουν ἐντάξει, τοῦ λέω. Δὲν μπορεῖ ἡ μάνα σου ἄδικα νὰ  σὲ  καταράστηκε».  «Ναί,  μοῦ  λέει,  ἤμουν  κι  ἐγώ...».  «Νὰ  πᾶς  νὰ  ζητήσης συγχώρηση ἀπὸ τὴν μάνα σου», τοῦ λέω. «Θὰ πάω, Πάτερ, μοῦ λέει. Δῶσε μου τὴν εὐχή σου». «Τὴν εὐχή μου τὴν ἔχεις, τοῦ εἶπα, ἀλλὰ νὰ πάρης καὶ τὴν εὐχὴ τῆς μάνας σου». «Δύσκολο νὰ μοῦ δώση τὴν εὐχή της», μοῦ λέει. «Νὰ πᾶς, κι ἂν δὲν σοῦ τὴν δώση, νὰ τῆς πῆς: "μοῦ εἶπε ἕνας Γέροντας πὼς κι ἐσὺ θὰ παραδώσης ψυχή"». Πῆγε, καὶ ἡ μάνα του τοῦ εὐχήθηκε: «Παιδί μου, νὰ ἔχης τὴν εὐλογία τοῦ Ἀβραάμ!». Ἦρθε μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ στὸ Ὄρος μὲ βυσσινάδες, μὲ λουκούμια. Ἦταν γεμάτος χαρά. Τὰ παιδιά του ἦταν καλά, ἡ δουλειά του πήγαινε καλά. Συνέχεια βούρκωνε καὶ ἔλεγε
«δόξα τῷ Θεῷ». Ἄλλαξε ὅλη ἡ ζωή του καὶ μιλοῦσε ὅλο πνευματικά. Πόσο μᾶλλον ὅταν κανεὶς ἔχη ἐξ ἀρχῆς σεβασμὸ πρὸς τοὺς γονεῖς! Πῶς νὰ μὴν ἔχη τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ;

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ


1 Ὁ Γέροντας εἶχε ἑπτὰ ἀδέλφια.
2 Ἡ  Ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου ἦταν τότε Ἰδιόρρυθμη.
3 Τὶς Ἰδιόρρυθμες Μονὲς διοικεῖ τὸ συμβούλιο τῶν Προϊσταμένων ποὺ εἶναι ἰσόβιοι.
4 Τὸ ὄνομα ποὺ ἔλαβε ὁ Γέροντας ὡς ρασοφόρος μοναχός.
5 Ἀντάρτες Τοῦρκοι.
6 Βλ. Γέν. κεφ. 27.




Εισαγωγή στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο απο το Βιβλίο :

ΛΟΓΟΙ Δ΄ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ ΓΕΡΟΝΤΟΣ  ΠΑΪΣΙΟΥ  ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

© Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Μοναζουσῶν

«Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος»



Η ηλεκτρονική επεξεργασία  μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο , για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο


©ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


 http://www.alavastron.net/



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |