ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Ἡ ἀρρώστια

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Ἡ ἀρρώστια




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Ἡ ἀρρώστια

Οἱ ἀρρώστιες βοηθοῦν τοὺς ἀνθρώπους


– Τί θὰ πῆ, Γέροντα, «Καλὸ Παράδεισο»;
– Μὲ τὸ καλὸ νὰ πᾶς στὸν Παράδεισο.
– Μπορεῖ, Γέροντα, νὰ ἐννοῆ: «Νὰ πᾶς στὸν καλὸ Παράδεισο»;
  Ἄκουσες  ἐσὺ  ποτὲ  νὰ  μιλοῦν  γιὰ  κακὸ  Παράδεισο;  Πάντως,  γιὰ  νὰ  πάη
κανεὶς στὸν γλυκὸ Παράδεισο, πρέπει νὰ φάη πολλὰ πικρὰ ἐδῶ, νὰ ἔχη τὸ διαβατήριο τῶν  δοκιμασιῶν στὸ  χέρι.  Τί  γίνεται  στὰ  νοσοκομεῖα! Τί  δράματα!  Τί  πόνο  ἔχει  ὁ κόσμος! Πόσες μητέρες, οἱ καημένες, κάνουν ἐπεμβάσεις, σκέφτονται τὰ παιδάκια τους  καὶ  ἔχουν  τὴν  ἀγωνία  ὅλης  τῆς  οἰκογένειας!  Πόσοι  οἰκογενειάρχες  ἔχουν καρκίνο, κάνουν ἀκτινοβολίες καὶ τί βάσανο ἔχουν! Νὰ μὴν μποροῦν νὰ δουλέψουν, νὰ πρέπη νὰ πληρώσουν νοίκια, νὰ ἔχουν ἕνα σωρὸ ἔξοδα! Ἐδῶ ἄλλοι ἔχουν τὴν ὑγεία τους καὶ πάλι δὲν μποροῦν νὰ τὰ βγάλουν πέρα, πόσο μᾶλλον νὰ μὴν ἔχη κανεὶς τὴν ὑγεία του καὶ νὰ ζορίζεται νὰ δουλέψη, γιὰ νὰ ἀνταποκριθῆ λίγο στὶς ὑποχρεώσεις του! Πολὺ μὲ ἔχουν καταβάλει τὰ προβλήματα τῶν ἀνθρώπων. Πόσα ἀκούω κάθε μέρα! Συνέχεια βάσανα, δυσκολίες!... Πίκρα ὅλη μέρα τὸ στόμα καὶ τὸ βράδυ νὰ πέφτω νηστικὸς λίγο νὰ ξεκουραστῶ. Νιώθω πολλὴ σωματικὴ κούραση, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικὴ ξεκούραση.

– Γέροντα, πάντα ὠφελεῖ ἡ ἀρρώστια;
  Ναί,  πάντα  πολὺ  ὠφελεῖ.  Οἱ  ἀρρώστιες  βοηθοῦν  τοὺς  ἀνθρώπους  νὰ
«ἐξιλεωθοῦν»1, ὅταν δὲν ἔχουν ἀρετές. Μεγάλο πράγμα ἡ ὑγεία, ἀλλὰ καὶ τὸ καλὸ ποὺ προσφέρει ἡ ἀρρώστια, ἡ ὑγεία δὲν μπορεῖ νὰ τὸ δώση! Πνευματικὸ καλό! Εἶναι πολὺ μεγάλη εὐεργεσία, πολὺ μεγάλη! Καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ μερικὲς  φορὲς  τοῦ  ἐξασφαλίζει  καὶ  μισθό.    ψυχὴ  τοῦ  ἀνθρώπου  εἶναι  σὰν  τὸ χρυσάφι  καὶ    ἀρρώστια  εἶναι  σὰν  τὴν  φωτιὰ  ποὺ  τὴν  καθαρίζει.  Βλέπεις,  καὶ  ὁ Χριστὸς εἶπε στὸν Ἀπόστολο Παῦλο: «Ἡ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται»2. Ὅσο περισσότερο ταλαιπωρηθῆ μὲ κάποια ἀρρώστια ὁ ἄνθρωπος, τόσο περισσότερο ἐξαγνίζεται καὶ ἁγιάζεται, ἀρκεῖ νὰ κάνη ὑπομονὴ καὶ νὰ τὴν δέχεται μὲ χαρά.
Μερικὲς ἀρρώστιες θέλουν μόνο λίγη ὑπομονή, καὶ τὶς ἐπιτρέπει ὁ Θεός, γιὰ νὰ πάρη ὁ ἄνθρωπος λίγο μισθὸ καὶ νὰ τοῦ ἀφαιρέση ὁ Θεὸς μερικὰ κουσούρια. Γιατὶ ἡ σωματικὴ ἀρρώστια βοηθάει στὴν θεραπεία τῆς πνευματικῆς ἀρρώστιας. Τὴν ἐξουδετερώνει μὲ τὴν ταπείνωση ποὺ φέρνει. Ὁ Θεὸς ὅλα τὰ ἀξιοποιεῖ γιὰ τὸ καλό! Ὅ,τι ἐπιτρέπει εἶναι γιὰ τὸ πνευματικό μας συμφέρον. Ξέρει τί χρειάζεται ὁ καθένας μας καὶ μᾶς δίνει κάποια ἀρρώστια, εἴτε γιὰ νὰ ἀνταμειφθοῦμε, εἴτε γιὰ νὰ ἐξοφλήσουμε ἁμαρτίες.


Ὁ οὐράνιος μισθὸς ἀπὸ τὴν ἀρρώστια





– Τί κάνει ἡ μητέρα σου;
– Δὲν εἶναι καλά, Γέροντα. Ἀνεβάζει κατὰ διαστήματα ψηλὸ πυρετὸ καὶ τότε
χάνεται. Τὸ δέρμα της γεμίζει πληγὲς καὶ τὶς νύχτες πονάει.
– Ξέρεις; Αὐτοὶ εἶναι μάρτυρες· ἂν δὲν εἶναι ὁλόκληροι μάρτυρες, εἶναι μισοί.
– Καὶ ὅλη ἡ ζωή της, Γέροντα, ἦταν μιὰ ταλαιπωρία.
– Ἑπομένως ὁ μισθός της θὰ εἶναι διπλός. Πόσα ἔχει νὰ λάβη! Τὸν Παράδεισο
τὸν ἔχει ἐξασφαλισμένο. Ὅταν ὁ Χριστὸς βλέπη ὅτι κάποιος ἀντέχει μιὰ βαρειὰ ἀρρώστια, τοῦ τὴν δίνει, ὥστε μὲ τὴν λίγη ταλαιπωρία στὴν ἐπίγεια ζωὴ νὰ ἀνταμειφθῆ   πολὺ   στὴν   οὐράνια,   τὴν   αἰώνια,   ζωή.   Ὑποφέρει   ἐδῶ,   ἀλλὰ   θὰ ἀνταμειφθῆ ἐκεῖ, στὴν ἄλλη ζωή, γιατὶ ὑπάρχει Παράδεισος, ὑπάρχει καὶ ἀνταμοιβή.
Σήμερα  μοῦ  εἶπε  μιὰ  νεφροπαθὴς  ποὺ  χρόνια  τώρα  κάνει  αἱμοκάθαρση:
«Παππούλη, σταυρῶστε, σᾶς παρακαλῶ, τὸ χέρι μου. Οἱ φλέβες εἶναι ὅλο πληγὲς καὶ
δὲν μπορῶ νὰ κάνω αἱμοκάθαρση». «Αὐτὲς οἱ πληγές, τῆς εἶπα, στὴν ἄλλη ζωὴ θὰ εἶναι διαμάντια μεγαλύτερης ἀξίας ἀπὸ τὰ διαμάντια αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Πόσα χρόνια κάνεις αἱμοκάθαρση;». «Δώδεκα», μοῦ λέει. «Δηλαδὴ δικαιοῦσαι ἕνα "ἐφάπαξ" καὶ μία σύνταξη μειωμένη», τῆς εἶπα. Μετὰ μοῦ δείχνει μιὰ πληγὴ στὸ ἄλλο χέρι καὶ μοῦ λέει:
«Παππούλη, αὐτὴ ἡ πληγὴ δὲν κλείνει· φαίνεται τὸ κόκκαλο». «Ναί, ἀλλὰ ἀπὸ ἐκεῖ μέσα φαίνεται ὁ Οὐρανός, τῆς λέω. Ἄντε, καλὴ ὑπομονή. Εὔχομαι ὁ Χριστὸς νὰ σοῦ αὐξάνη τὴν ἀγάπη Του, γιὰ νὰ ξεχνιέται ὁ πόνος σου. Φυσικὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη εὐχή, νὰ ἐξαλειφθοῦν οἱ πόνοι, ἀλλὰ τότε ἐξαλείφεται καὶ ὁ πολὺς μισθός. Ἑπομένως, ἡ προηγούμενη εὐχὴ εἶναι καλύτερη». Παρηγορήθηκε ἡ καημένη.
Ὅταν τὸ σῶμα δοκιμάζεται, τότε ἡ ψυχή ἁγιάζεται. Μὲ τὴν ἀρρώστια πονάει τὸ
σῶμα μας, τὸ χωματόκτιστο αὐτὸ σπίτι μας, ἀλλὰ ἔτσι θὰ ἀγάλλεται αἰώνια ὁ νοικοκύρης του, ἡ ψυχή μας, στὸ οὐράνιο παλατάκι ποὺ μᾶς ἑτοιμάζει ὁ Χριστός. Μὲ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ λογική, ποὺ εἶναι παράλογη γιὰ τοὺς κοσμικούς, χαίρομαι καὶ ἐγὼ καὶ καμαρώνω γιὰ τὶς σωματικὲς βλάβες ποὺ ἔχω. Τὸ μόνο ποὺ δὲν σκέφτομαι εἶναι ὅτι θὰ ἔχω οὐράνια ἀνταμοιβή. Καταλαβαίνω ὅτι ἐξοφλῶ τὴν ἀχαριστία μου στὸν Θεό, ἀφοῦ δὲν ἔχω ἀνταποκριθῆ στὶς μεγάλες Του δωρεὲς καὶ εὐεργεσίες. Γιατὶ στὴν ζωή μου ὅλα γλέντι εἶναι· καὶ ἡ καλογερικὴ καὶ οἱ ἀρρώστιες ποὺ περνῶ. Ὅλο φιλανθρωπίες μοῦ κάνει ὁ Θεὸς καὶ ὅλο οἰκονομίες. Εὐχηθῆτε ὅμως νὰ μὴ μὲ ξοφλάη μὲ αὐτὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν ζωή, γιατὶ τότε ἀλλοίμονό μου! Μεγάλη τιμὴ θὰ μοῦ ἔκανε ὁ Χριστὸς νὰ ὑπέφερα ἀκόμη περισσότερο γιὰ τὴν ἀγάπη Του, ἀρκεῖ νὰ μὲ ἐνίσχυε, ὥστε νὰ ἀντέχω, καὶ μισθὸ δὲν θέλω.
  ἄνθρωπος,  ὅταν  εἶναι  τελείως  καλὰ  στὴν  ὑγεία  του,  δὲν  εἶναι  καλά.
Καλύτερα νὰ ἔχη κάτι. Ἐγώ, ὅσο  ὠφελήθηκα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, δὲν ὠφελήθηκα ἀπὸ ὅλη τὴν ἄσκηση ποὺ εἶχα κάνει μέχρι τότε. Γι᾿ αὐτὸ λέω, ἂν δὲν ἔχη κανεὶς ὑποχρεώσεις, νὰ προτιμᾶ ἀρρώστιες παρὰ ὑγεία. Ἀπὸ τὴν ὑγεία του εἶναι χρεώστης, ἐνῶ ἀπὸ  τὴν  ἀρρώστια,  ὅταν  τὴν  ἀντιμετωπίζη μὲ ὑπομονή,  ἔχει  νὰ λάβη.  Ὅταν ἤμουν στὸ Κοινόβιο3, εἶχε ἔρθει μιὰ φορὰ ἕνας ἅγιος Ἐπίσκοπος, πολὺ γέρος, ὀνόματι Ἱερόθεος, ποὺ ἀσκήτευε στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης. Τὴν ὥρα ποὺ ἔφευγε, ὅπως πῆγε νὰ ἀνεβῆ στὸ ζῶο, τραβήχτηκε τὸ παντελόνι του καὶ φάνηκαν τὰ πρησμένα του πόδια. Οἱ Πατέρες ποὺ πῆγαν νὰ τὸν βοηθήσουν, τὰ εἶδαν καὶ τρόμαξαν. Ἐκεῖνος τὸ



κατάλαβε καὶ τοὺς εἶπε: «Αὐτὰ εἶναι τὰ καλύτερα δῶρα ποὺ μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός. Τὸν
παρακαλῶ νὰ μὴ μοῦ τὰ πάρη».


Ἡ ὑπομονὴ στοὺς πόνους


Ὅταν μᾶς βρίσκη μιὰ ἀρρώστια, καλὰ εἶναι νὰ ἀφηνώμαστε στὸν Χριστὸ ἐν λευκῷ. Νὰ σκεφτώμαστε ὅτι ἡ ψυχή μας ἔχει μεγαλύτερη ἀνάγκη ἀπὸ ὑπομονὴ καὶ δοξολογία  στοὺς  πόνους  παρὰ  ἀπὸ  ἀτσαλένιο  σῶμα  μὲ  τὸ  ὁποῖο  μποροῦμε  νὰ κάνουμε μεγάλους σωματικοὺς ἀγῶνες, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἴσως μᾶς κάνουν νὰ καυχηθοῦμε, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε, γιατὶ θὰ νομίσουμε ὅτι μὲ τὸ σπαθί μας θὰ κερδίσουμε τὸν Παράδεισο.
Ξέρετε πόσα χρόνια ἔχω ἄλλοτε ὑποφερτὸ πόνο καὶ ἄλλοτε ἀνυπόφορο; Ὁ
ὑποφερτὸς εἶναι μιὰ μόνιμη κατάσταση. Πόσα τράβηξα πρῶτα ἀπὸ τὴν βρογχεκτασία καὶ ἔπειτα μὲ τὴν ἐγχείρηση ποὺ ἔκανα! Ἔπειτα ἄρχισαν ἱστορίες μὲ τὰ ἔντερα. Ὕστερα, μισὴ χρονιὰ τὴν πέρασα μὲ τὴν δισκοπάθεια· πονοῦσα πολύ. Δὲν μποροῦσα νὰ κάνω οὔτε τὶς μετάνοιες ποὺ ἔκανα, ἀλλὰ δυσκολευόμουν καὶ νὰ ἐξυπηρετηθῶ, ἐνῶ χρειαζόταν νὰ ὑπηρετήσω καὶ τὸν κόσμο ποὺ ἐρχόταν. Στὴν συνέχεια μοῦ παρουσιάστηκε   κάτι   σκληρὸ   στὴν   κοιλιά·   μοῦ   εἶπαν   ὅτι   ἦταν   κήλη.   Ὅταν κουραζόμουν, πονοῦσε καὶ πρηζόταν πολύ. Μιὰ μέρα, παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ἦταν  πρησμένο καὶ πονοῦσα. Ἔπρεπε ὅμως νὰ πάω στὴν Σκήτη, στὴν ὁλονυκτία. Εἶπα: «θὰ πάω καὶ ὅ,τι θέλει ἂς γίνη», γιατὶ ἔπρεπε νὰ πάω. Στὴν διάρκεια τῆς ἀγρυπνίας σκέφθηκα νὰ καθήσω λίγο, ἀλλὰ εἶπα «ἂν κατεβάσω ἐγὼ τὸ στασίδι, γιὰ νὰ καθήσω, θὰ τὸ κατεβάσουν ὅλοι», ὁπότε προτίμησα νὰ μὴν καθήσω καθόλου. Μετὰ ἀπὸ δώδεκα ὧρες ποὺ κράτησε ἡ ἀγρυπνία ὑπέθεσα ὅτι θὰ χειροτερέψη πολύ. Ὅταν ἐπέστρεψα στὸ Κελλί μου, δὲν πρόλαβα καλὰ-καλὰ νὰ μπῶ μέσα,  χτύπησε  τὸ  καμπανάκι.  «Ἔ,  Πάτερ,  ἄνοιξε!»,  ἀκούω  κάποιον  νὰ  φωνάζη. Ἔβαλα τὰ γέλια. «Ἐντάξει, εἶπα, τώρα θὰ πᾶμε συνέχεια». Καὶ πράγματι σὲ λίγο ἦρθαν καὶ ἄλλοι καὶ ἄλλοι. Τὸ βράδυ ποὺ τελείωσα μὲ τὸν κόσμο, εἶδα ὅτι εἶχε ἐξαφανισθῆ τελείως! Τὴν ἄλλη ἡμέρα, ἐνῶ εἶχα ξεκουραστῆ, πάλι παρουσιάστηκε! Ἔπειτα μὲ ἐμπόδιζε καὶ μὲ πονοῦσε, ἀλλὰ καὶ τὸ καμάρωνα κιόλας. Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς τὸ ἤξερε, ἤξερε καὶ ὅτι μὲ βοηθάει, γι᾿ αὐτὸ τὸ ἄφηνε. Πέντε χρόνια κράτησε αὐτό. Ξέρεις τί δυσκολία;
– Καὶ τότε, Γέροντα, ποὺ εἴχατε πρόβλημα μὲ τὰ πόδια σας;
– Ἐκεῖνο ἦταν ἄλλο. Δὲν μποροῦσα νὰ σταθῶ ὄρθιος. Ὅταν ἐρχόταν κόσμος,
ζοριζόμουν. Πέρασε ἐκεῖνο, μετὰ ἄρχισε ἡ αἱμορραγία. «Ἑλκώδη κολίτιδα», μοῦ εἶπαν. Ἄλλη ἱστορία... Πᾶνε ἑπτὰ χρόνια μὲ αἱμορραγίες, μὲ πόνους...    Ἀλλὰ μὴ στενοχωριέσθε· μόνο νὰ εὔχεσθε γιὰ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς μου. Ἐγὼ χαίρομαι ποὺ μὲ τίμησε ὁ Θεὸς καὶ μοῦ ἔδωσε αὐτὸ τὸ δῶρο καὶ δὲν θέλω νὰ μοῦ τὸ στερήση. Δόξα τῷ Θεῷ· ὁ Θεὸς τὸ ἐπιτρέπει, γιὰ νὰ βοηθηθῶ κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ἔτσι δίνουμε ἐξετάσεις στὴν ὑπομονή. Τώρα αὐτό, ὕστερα τὸ ἄλλο... «Ὑπομονῆς χρείαν ἔχομεν»4. Γιατί, ἂν ἐμεῖς ποὺ ἔχουμε λίγο φόβο Θεοῦ, δὲν κάνουμε ὑπομονή, τί θὰ κάνουν οἱ κοσμικοί; Ἂν καὶ βλέπω ὅτι πολλοὶ λαϊκοὶ μᾶς ξεπερνοῦν στὴν ἀρετή. Μοῦ ἔλεγαν οἱ γονεῖς  μου  ὅτι   οἱ  Φαρασιῶτες,   ὅταν   ἀρρώσταιναν,   δὲν  ἔτρεχαν   ἀμέσως  στὸν
Χατζεφεντῆ5   νὰ  τοὺς  θεραπεύση.  Ὑπέμεναν  πρῶτα  τοὺς  πόνους,  ὅσο  μποροῦσαν,
ἀνάλογα  μὲ  τὸ  φιλότιμο  καὶ  τὴν  ὑπομονή  τους,  διότι  θεωροῦσαν  εὐλογία  νὰ
ὑποφέρουν. «Ἂς βασανίσω κι ἐγώ, ἔλεγαν, λίγο τὴν ψυχή μου γιὰ τὸν Χριστό, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς βασανίστηκε πολύ, γιὰ νὰ μὲ σώση». Καί, ὅταν πιὰ ἔβλεπαν ὅτι πήγαιναν πίσω οἱ δουλειές τους καὶ ταλαιπωροῦνταν ἡ οἰκογένειά τους, τότε πήγαιναν στὸν Χατζεφεντῆ νὰ τοὺς θεραπεύση. Βλέπεις τί φιλότιμο εἶχαν! Ὅταν ἐκεῖνοι, ποὺ ἦταν λαϊκοί, σκέφτονταν ἔτσι καὶ ἔκαναν ὑπομονή, ἐγὼ σὰν καλόγερος πῶς πρέπει νὰ σκέφτωμαι;    Χριστὸς  εἶπε:  «Ἐν  τῇ  ὑπομονῇ  ὑμῶν  κτήσασθε  τὰς  ψυχὰς  ὑμῶν»6. Βλέπετε, ὁ Θεὸς δὲν εὐχαριστήθηκε τόσο ἀπὸ τὶς ἐλεημοσύνες τοῦ Ἰώβ, ὅταν εἶχε ὅλα τὰ ἀγαθά, ὅσο ἀπὸ τὴν ὑπομονή του τὸν καιρὸ τῆς δοκιμασίας7.
– Γέροντα, ὅταν λέτε ὅτι ἕνας ἄρρωστος κάνει ὑπομονὴ στοὺς πόνους, ἐννοεῖτε ὅτι δὲν δείχνει καθόλου ὅτι πονάει;
– Στὴν ἐσχάτη ἀνάγκη μπορεῖ νὰ ἀφήση νὰ γίνη στοὺς ἄλλους λίγο ἀντιληπτό. Μπορεῖ νὰ πῆ ὅτι πονάει, ἀλλὰ ὄχι σὲ τί βαθμό. Γιατί, ἂν δὲν τὸ κάνη καθόλου γνωστὸ στοὺς ἄλλους, οἱ ἄλλοι μπορεῖ νὰ σκανδαλίζωνται ἀπὸ κάποια συμπεριφορά του. Ἂν λ.χ. ἕνας μοναχὸς ὑποφέρη ἀπὸ κάτι καὶ δὲν μπορῆ νὰ πάη στὴν Ἀκολουθία, ἴσως νὰ βλαφτῆ κάποιος ποὺ δὲν ἔχει καλοὺς λογισμούς.


Ἀντιμετώπιση τοῦ πόνου


– Γέροντα, ποιόν πόνο λέτε ἀνυπόφορο;
– Τὸν πόνο ποὺ κάνει νὰ τρέχουν δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια! Αὐτὰ τὰ δάκρυα δὲν
εἶναι οὔτε μετανοίας οὔτε ἀγαλλιάσεως· ποῦ ὑπάγονται; τί λέτε;
– Μαρτύριο δὲν εἶναι, Γέροντα;
– Ἔμ, μαρτύριο εἶναι!
– Γέροντα, ὅταν ἔχω δυνατὸ πόνο, δυσκολεύομαι νὰ πῶ «δόξα Σοι ὁ Θεός».
– Γιατί δυσκολεύεσαι; Νὰ σκέφτεσαι τί τράβηξε ὁ Χριστός. Ξύλο, ὀνειδισμούς, φραγγέλωμα, σταύρωση8! Καὶ ὅλα τὰ ὑπέμεινε, «ἀναμάρτητος ὤν»9, γιὰ τὴν σωτηρία μας. Καὶ ἐσύ, ὅταν πονᾶς, νὰ λές: «Γιὰ τὴν ἀγάπη Σου, Χριστέ μου, θὰ ὑπομείνω».
– Γέροντα, τί χρειάζεται γιὰ νὰ ξεπεράσης τὸν πόνο;
– Παλληκαριά, βία χρειάζεται.
– Καὶ τὸν ἀνυπόφορο πόνο πῶς τὸν ἀντιμετωπίζει κανείς;
– Ἂν εἶναι κοσμικός, μὲ τὸ τραγούδι, ἂν εἶναι πνευματικὸς ἄνθρωπος, μὲ τὴν ψαλμωδία... Ὁ πατέρας μου μιὰ φορὰ εἶχε πυρετὸ καὶ πολὺ πονοκέφαλο. Τί κάνει λοιπόν; Παίρνει καὶ τρώει μιὰ ἁλμυρὴ σαρδέλα, πίνει καὶ ἕνα ποτήρι κρασὶ καὶ ἄρχισε νὰ τραγουδάη τὸ «Ξύπνα, καημένε μου ραγιᾶ» καὶ ἄλλα τραγούδια τῆς κλεφτουριᾶς καὶ ἔγινε καλά! Ἔτσι καὶ ἐμεῖς νὰ ψέλνουμε, γιὰ νὰ διασκεδάζεται ὁ πόνος! Κι ἐγὼ μιὰ μέρα κρύωσα καὶ  εἶχα ἕναν  πονοκέφαλο,  ποὺ πήγαινε  νὰ  σπάση τὸ  κεφάλι  μου. Ἄρχισα λοιπὸν μιὰ πολὺ ὡραία ψαλμωδία καὶ μοῦ ἔφυγε ὁ πονοκέφαλος. Πράγματι ἡ



ψαλμωδία μαζὶ μὲ εὐχὴ πολὺ βοηθάει σ᾿ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις· ἁπαλαίνει τὴν
ψυχή, τὴν γλυκαίνει, γιατὶ οἱ συνεχεῖς θλίψεις καὶ οἱ πόνοι τὴν καταβάλλουν καὶ τῆς
δημιουργοῦν ψύξη. Καὶ χθὲς βράδυ δὲν μποροῦσα νὰ κοιμηθῶ ἀπὸ τὸν πόνο. Εἶπα πώς, ἂν δὲν ξημερώσω καὶ πεθάνω, τότε θὰ ἔχω ...μεγάλη μέρα. Στὴν ἄλλη ζωὴ δὲν θὰ βραδιάζη ποτέ, οὔτε θὰ ξημερώνη... Ἔπειτα πῆρα ἕνα... χάπι· ἔψαλα «Τὰς ἀλγηδόνας τῶν Ἁγίων...»10. Αὐτὸ τὸ ...χάπι διαρκεῖ ὅλη τὴν νύχτα! Ἔχουν τέτοιο χάπι ἐδῶ οἱ γιατροί;
– Γέροντα, λένε ὅτι τὴν νύχτα οἱ πόνοι δυναμώνουν.
– Ναί, βαραίνει τὴν νύχτα ὁ ἄνθρωπος. Ὕστερα τὴν ἡμέρα οἱ ἄρρωστοι, ἐπειδὴ ἔχουν συντροφιά, συζητοῦν κ.λπ., ξεχνοῦν τὸν πόνο. Τὸ βράδυ ποὺ εἶναι μόνοι τους, πάει ὁ νοῦς τους στὸν πόνο καὶ νομίζουν ὅτι πονοῦν περισσότερο. Στὴν ἀρρώστια πόνοι θὰ ὑπάρχουν, ἀλλὰ σκοπὸς εἶναι νὰ γυρίζουμε τὸ κουμπὶ σὲ ἄλλη συχνότητα, γιὰ νὰ ξεχνιοῦνται. Γιατί, ἂν δὲν ἀντιμετωπίζης σωστὰ τὸν πόνο, θὰ πονᾶς δυὸ φορές. Ἂν σκέφτεσαι τὸν πόνο, θὰ διπλασιάζεται ὁ πόνος. Ἐνῶ μὲ ἕναν καλὸ λογισμό, ἂν λ.χ. θυμᾶσαι αὐτοὺς ποὺ πονοῦν πιὸ πολὺ ἀπὸ σένα ἢ ἂν ψάλης λίγο, ὁ πόνος ξεχνιέται.
– Γέροντα, ὁ πόνος συνήθως σὲ προειδοποιεῖ ὅτι κάτι συμβαίνει στὸν ὀργανισμό. Στὴν συνέχεια πόση προσοχὴ πρέπει νὰ τοῦ δίνης;
– Πρέπει νὰ δοκιμάζη κανεὶς τὴν ἀντοχή του καὶ ἀνάλογα νὰ προσέχη. Ἰδίως, ὅταν περάση ἡ ἡλικία, χρειάζεται προσοχή, γιατὶ ἕνα παλιὸ αὐτοκίνητο, ἂν συνεχίση νὰ τρέχη μὲ τὴν ἴδια ταχύτητα ποὺ ἔτρεχε, ὅταν ἦταν καινούργιο, θὰ φύγουν οἱ ρόδες ἀπὸ ᾿δῶ, τὸ καρμπιρατὲρ ἀπὸ ᾿κεῖ... Τὸ διάστημα ποὺ μοῦ πονοῦσε ἡ μέση, δὲν μποροῦσα νὰ κάνω κομποσχοίνι ὄρθιος. Ὅταν εἶδα ὅτι λιγάκι βελτιώθηκε, σηκώθηκα καὶ ἔκανα τὰ κομποσχοίνια ὄρθιος καὶ μεγάλες μετάνοιες, ὁπότε μὲ ξαναπόνεσε. Κάθησα λίγο. Μετὰ εἶπα: «Ἄντε νὰ ξαναδοκιμάσω». Πάλι τὰ ἴδια· πονοῦσα. Ὕστερα δὲν συνέχισα, ἀλλὰ εἶχα ἀναπαυμένο τὸν λογισμό μου.
– Ἕνας πόνος, Γέροντα, ποὺ ξέρω ὅτι δὲν ἔχει ἄλλη ἐπίπτωση στὸν ὀργανισμό, δὲν μὲ ἀνησυχεῖ. Ὅταν ὅμως δείχνη ὅτι ὑπάρχει μιὰ σοβαρὴ βλάβη, μὲ ἀνησυχεῖ.
– Κοίταξε, ὁ πόνος λ.χ. τῆς μέσης μπορεῖ νὰ μὴν ἔχη καμμιὰ ἐπίπτωση στὸν ὀργανισμό, ἀλλὰ καθηλώνει τὸ σῶμα, ἐνῶ τοὺς ἄλλους πόνους τοὺς ὑποφέρει τὸ σῶμα.
– Γέροντα, ὅταν ὑποφέρη τὸ σῶμα, ὑποφέρει συγχρόνως καὶ ἡ ψυχή;
– Ὅταν ὁ ὁδηγὸς εἶναι ἄρρωστος, δὲν μπορεῖ νὰ τρέξη τὸ αὐτοκίνητο. Ἡ ψυχὴ ὑποφέρει, ὅταν πονάη τὸ σῶμα. Κατάλαβες; Τῆς λείπει ἡ διάθεση ποὺ ἔχει, ὅταν τὸ σῶμα εἶναι καλά. Ἀδιαθετεῖ καὶ ἡ ψυχὴ κατὰ κάποιον τρόπο.
– Γέροντα, ὁ πόνος ἀγριεύει τὸν ἄνθρωπο;
– Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀντιμετωπίση πνευματικὰ τὸν πόνο, μπορεῖ νὰ ἀγριέψη. Ὅταν ὅμως τὸν ἀντιμετωπίση πνευματικά, ἠρεμεῖ καὶ παρηγοριέται θεϊκά. Εἶναι πανηγύρι μετὰ ἡ ἀρρώστια. Χαίρεται, γιατὶ θὰ πάη μὲ τοὺς Ὁμολογητὲς καὶ τοὺς Μάρτυρες. Οἱ ἅγιοι Μάρτυρες ξεχνοῦσαν  τὸν πόνο, γιατὶ ἡ ἀγάπη τους πρὸς τὸν Χριστὸ ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὸν ἐξουδετέρωνε.

   Αὐτὸς  ποὺ  πονάει   καὶ   δὲν  ἀντιμετωπίζει   πνευματικὰ  τὸν   πόνο,   δὲν
ἐξαγνίζεται;
– Ὁ κοσμικὸς ἐξαγνίζεται, ὄχι ὅμως καὶ ὁ μοναχός.


  συμμετοχὴ στὸν πόνο τῶν ἄλλων


Ὅταν    ἄνθρωπος  πονάη  γιὰ  τὸν  συνάνθρωπό  του,    Θεὸς  κατὰ  κάποιον τρόπο συγκινεῖται, χαίρεται, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μὲ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει, συγγενεύει  μαζί  Του,  καὶ  τοῦ  δίνει  θεία  παρηγοριά.  Ἀλλιῶς  δὲν  θὰ  μποροῦσε  νὰ ἀντέξη τὸν πόνο γιὰ τὸν συνάνθρωπό του.
– Γέροντα, πῶς μπορεῖς νὰ νιώσης τὸν πόνο τῶν ἄλλων;
– Ὅταν ἔχης κι ἐσὺ κάποιον πόνο, σκέφτεσαι τὸν πόνο τοῦ ἄλλου, ἔρχεσαι
στὴν  θέση  του  καὶ  πονᾶς  πιὸ  πολὺ  γιὰ  ᾿κεῖνον.    πόνος    δικός  σου  δηλαδὴ  σὲ βοηθάει νὰ καταλάβης τὸν πόνο τῶν ἄλλων. Καὶ ὅταν δέχεσαι μὲ χαρὰ τὸν δικό σου πόνο, δίνεις στοὺς πονεμένους παρηγοριά.
Πάντως ἄλλο εἶναι νὰ μαθαίνης ὅτι ἀρρώστησε κάποιος καὶ ἄλλο εἶναι νὰ
ἀρρωσταίνης ὁ ἴδιος. Τότε καταλαβαίνεις τὸν ἄρρωστο. «χημειοθεραπεῖες» καὶ νόμιζα ὅτι εἶναι «χυμοθεραπεῖες», δηλαδὴ ὅτι κάνουν στοὺς καρκινοπαθεῖς θεραπεία μὲ χυμούς, μὲ φυσικὲς τροφές! Ποῦ νὰ ξέρω; Τώρα ὅμως κατάλαβα τί ταλαιπωρία εἶναι.
– Οἱ χημειοθεραπεῖες, Γέροντα, εἶναι πιὸ δύσκολες ἀπὸ τὶς ἀκτινοβολίες;
– Πιὸ δύσκολες; Ὅλα, καὶ οἱ ἀκτινοβολίες καὶ οἱ χημειοθεραπεῖες εἶναι... Τὸ
χειρότερο εἶναι ποὺ σοῦ κόβουν τὴν ὄρεξη· ἐνῶ πρέπει νὰ φᾶς καλά, δὲν μπορεῖς νὰ φᾶς καθόλου. Καὶ οἱ γιατροὶ σοῦ λένε: «Πρέπει νὰ τρῶς». Ἔμ, πῶς νὰ φᾶς, ἀφοῦ ὅλα αὐτὰ σοῦ κόβουν τὴν ὄρεξη καὶ σὲ κάνουν πτῶμα! Ὅταν ἔκανα ἀκτινοβολίες, ἐνῶ καιγόμουν, δὲν μποροῦσα νὰ πιῶ καθόλου νερό. Μοῦ ἐρχόταν νὰ κάνω ἐμετό, αἰσθανόμουν ἀπέχθεια ἀκόμη καὶ γιὰ τὸ νερό11.
– Γέροντα, ἂν κάνατε λίγο νωρίτερα τὴν ἐγχείρηση...
– Τί νωρίτερα; Ἐγὼ δὲν κάνω προσευχὴ νὰ περάση, γιατὶ ἔτσι συμπάσχω μὲ τὸν κόσμο ποὺ ὑποφέρει. Καταλαβαίνω πιὸ πολὺ τοὺς πονεμένους καὶ συμμετέχω στὸν πόνο τους. Ἄλλωστε καὶ ἐμένα μὲ ὠφελεῖ πνευματικά. Ζητάω μόνο νὰ μπορῶ λίγο νὰ ἐξυπηρετοῦμαι καὶ νὰ ἐξυπηρετῶ. Ὅ,τι θέλει ὅμως ὁ Θεός.
Ὅταν ἔχης κάποιο πρόβλημα στὴν ὑγεία σου καὶ δὲν σὲ ἀπασχολῆ αὐτό, τότε ἔχεις κατὰ κάποιον τρόπο τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλῆς τὸν Θεὸ νὰ βελτιώση τὴν κατάσταση τῆς ὑγείας τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ καὶ ὅποιος δὲν ἔχει δικό του πόνο, ἂς πονάη τοὐλάχιστον γι᾿ αὐτοὺς ποὺ πονοῦν. «Νὰ πάρω τὸν γαταδόκκο σου», ἔλεγαν οἱ Φαρασιῶτες, δηλαδὴ τὸν πόνο σου, τὸ βάσανό σου, τὸ φαρμάκι σου.
– Γέροντα, μὲ τί τρόπο τὸν ἔπαιρναν;
– Μὲ τὴν ἀγάπη. Ὅταν μὲ ἀγάπη λέη κανεὶς «νὰ πάρω τὸν πόνο σου», τὸν παίρνει. Ἀλλά, ἂν τὸν πάρη, μετὰ θέλει πολλὴ ὑπομονή, πολλὴ παλληκαριά, πολλὴ δύναμη, γιὰ νὰ τὸν ἀντιμετωπίση. Ἔρχονται μερικοὶ καὶ μοῦ λένε: «Γέροντα, θέλω νὰ


11  Εἰπώθηκαν τὸν Ἰούνιο τοῦ 1994, ἕναν μήνα πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Γέροντα, μετὰ ἀπὸ τὴν ὀκτάμηνη ταλαιπωρία ἀπὸ τὸν καρκίνο.  πάρω τὸν πόνο σου». Μερικοὶ τὸ λένε ἀπὸ παλληκαριά, μερικοὶ ὅμως φοβητσιάρηδες δὲν  ξέρουν  τί  λένε.  Αὐτοὶ  μὲ  τὸ  παραμικρὸ  τρέχουν  στὸν  γιατρὸ  καὶ  εὔκολα ἀπογοητεύονται. Τὸν λίγο πόνο τὸν δικό τους δὲν μποροῦν νὰ σηκώσουν καὶ λένε νὰ πάρουν τὸν δικό μου πόνο! Καλύτερα νὰ κάνουν ὑπομονὴ στὸν δικό τους πόνο, νὰ δέχωνται μὲ χαρὰ ὅ,τι ἐπιτρέπει γι᾿ αὐτοὺς ὁ Θεὸς καὶ νὰ μὴ ζητοῦν δῆθεν ἀπὸ ἀγάπη νὰ πάρουν τὴν ἀρρώστια τοῦ ἄλλου. Γιατί, ἂν τυχὸν ὁ Θεὸς ἐκπληρώση τὸ αἴτημά τους καὶ ξεχάσουν ὅτι οἱ ἴδιοι τὸ ζήτησαν, θὰ γογγύσουν καὶ μπορεῖ νὰ τὰ βάλουν καὶ μὲ τὸν Θεό.


Διακονία ἀρρώστων


Χθὲς βράδυ, τὴν ὥρα ποὺ πήγαινα στὸν ναὸ γιὰ τὴν ἀγρυπνία, εἶδα σὲ μιὰ ἄκρη ἕναν πατέρα μὲ ἕνα παιδάκι σὲ ἀναπηρικὸ καροτσάκι. Πλησίασα, ἀγκάλιασα τὸν μικρὸ καὶ τὸν φίλησα. «Εἶσαι ἕνας ἄγγελος, τοῦ εἶπα, τὸ ξέρεις;». Καὶ στὸν πατέρα του εἶπα: «Μεγάλη τιμὴ γιὰ σένα νὰ ὑπηρετῆς ἕναν ἄγγελο. Νὰ χαίρεστε, γιατὶ θὰ πᾶτε  καὶ  οἱ  δύο  στὸν  Παράδεισο».  Ἔλαμψαν  ἀπὸ  χαρὰ  τὰ  πρόσωπά  τους,  γιατὶ ἔνιωσαν τὴν θεϊκὴ παρηγοριά.
Αὐτοὶ ποὺ διακονοῦν ἀρρώστους, ἀναπήρους κ.λπ. μὲ ἀγάπη καὶ ὑπομονή, ἂν
ἔχουν ἁμαρτίες, σβήνουν τὶς ἁμαρτίες τους μὲ τὴν θυσία ποὺ κάνουν· ἂν δὲν ἔχουν ἁμαρτίες, ἁγιάζονται. Κάποτε μιὰ γυναίκα μοῦ διηγήθηκε μερικὰ γεγονότα ἀπὸ τὴν ζωή της πολὺ θαυμαστά. Ἀπόρησα, γιατὶ ἦταν καταστάσεις ποὺ συναντοῦμε στοὺς βίους τῶν Ἁγίων καὶ αὐτὴ ἦταν μιὰ ἁπλὴ γυναίκα. Ὅταν μοῦ εἶπε πῶς εἶχε περάσει τὰ περισσότερα χρόνια τῆς ζωῆς της, εἶδα ὅτι ὅλη ἡ ζωή της ἦταν μιὰ θυσία. Ἀπὸ νέα ἀκόμη ὑπηρετοῦσε ἀρρώστους, γιατὶ στὸ πατρικό της σπίτι εἶχαν καὶ τὸν παπποῦ καὶ τὴν γιαγιά, ποὺ ἦταν ἄρρωστοι. Ὅταν παντρεύτηκε, ἔμενε μὲ τὸν πεθερὸ καὶ τὴν πεθερά της, ποὺ ἦταν ἐπίσης ἄρρωστοι. Μετὰ ἀρρώστησε ὁ ἄνδρας της, ἔμεινε κατάκοιτος καὶ τὸν ὑπηρετοῦσε. Ὅλη τὴν ζωή της δηλαδὴ αὐτὴ ἡ γυναίκα τὴν πέρασε διακονώντας  ἀρρώστους.  Διψοῦσε  ὅλα  αὐτὰ  τὰ  χρόνια  νὰ  μελετήση,  νὰ  πάη  σὲ κάποια ἀγρυπνία, ἀλλὰ δὲν εἶχε χρόνο. Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν δικαιολογημένη, ὁ Θεὸς στὸ τέλος τῆς ἔδωσε μαζεμένη τὴν Χάρη Του.
– Γέροντα, μερικοὶ ἄνθρωποι, ὅταν ἀρρωσταίνουν, ἀποκτοῦν πολλὲς παραξενιές.
– Ναί, αὐτὸ συμβαίνει, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑγιεῖς πρέπει νὰ δικαιολογοῦν λίγο τὴν ἀνησυχία, τὴν γκρίνια ἢ τὴν ἰδιοτροπία τῶν ἀρρώστων, γιατὶ αὐτὰ εἶναι φυσικὰ στοὺς ἀρρώστους.  Εἰδικά,  ὅποιος  δὲν  ἔχει  ἀρρωστήσει,  δὲν  μπορεῖ  νὰ  καταλάβη  τὸν ἄρρωστο, γιατὶ δὲν ἔχει πονέσει καὶ ἡ καρδιά του εἶναι λίγο σκληρή.
Ὅσοι   ὑπηρετοῦν   ἕναν   ἄρρωστο,   ἕναν   κατάκοιτο,   χρειάζεται   πολὺ   νὰ προσέξουν νὰ μὴν τὸν κάνουν νὰ γογγύση. Μπορεῖ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν γιὰ χρόνια, ἂν ὅμως μιὰ φορὰ στὸ τέλος τὸν κάνουν νὰ γογγύση, τὰ χάνουν ὅλα. Εἶναι βαρὺ νὰ φύγη ἡ ψυχὴ   μὲ γογγυσμὸ ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ἀλλὰ καὶ ἐκείνους μετὰ ὁ πονηρὸς θὰ τοὺς βασανίζη, λεπταίνοντας δῆθεν τὴν συνείδησή τους.
– Γέροντα, ὅταν ὑπηρετῆς ἕναν ἄρρωστο, δὲν σὲ καταβάλλει μόνον ἡ κούραση,
ἀλλὰ καὶ ἡ στενοχώρια, γιατὶ βλέπεις ἕναν δικό σου ἄνθρωπο σιγὰ-σιγὰ νὰ σβήνη.
– Ναί, ἀλλὰ καὶ ὁ Θεὸς ὅλους τοὺς οἰκονομάει! Βλέπεις, ὅταν ἀρρωσταίνη ἕνα
μέλος ἀπὸ τὴν οἰκογένεια, ὅλη ἡ οἰκογένεια πονάει. Καὶ ἂν τυχὸν εἶναι ὁ πατέρας καὶ
δὲν μπορῆ νὰ ἐργαστῆ, ὁλόκληρη ἡ οἰκογένεια καὶ πονάει καὶ δυστυχεῖ. Ἔχει τὴν
ἀγωνία, «θὰ ζήση ὁ πατέρας, δὲν θὰ ζήση;». Βασανίζεται αὐτός, βασανίζονται καὶ οἱ
ἄλλοι. Σβήνει αὐτός, σβήνουν καὶ οἱ γύρω του. Καὶ ἡ μητέρα τότε πρέπει νὰ δουλέψη περισσότερο. Νὰ φροντίση τὰ παιδιά, νὰ πάη καὶ στὸ νοσοκομεῖο, γιὰ νὰ κοιτάξη τὸν ἄρρωστο. Θέλω νὰ πῶ, ὅταν κάποιος ἀρρωστήση ἀπὸ μιὰ βαρειὰ ἀρρώστια, καὶ ὁ ἴδιος ὑποφέρει, κουράζεται καὶ θέλει νὰ πεθάνη, ἀλλὰ καὶ οἱ δικοί του ποὺ τὸν ὑπηρετοῦν, στενοχωριοῦνται, ταλαιπωροῦνται καὶ κουράζονται. Καὶ ὅσο περισσότερο δεμένοι καὶ ἀγαπημένοι εἶναι, ἐπιτρέπει στὸ τέλος ὁ Θεός, καὶ ὁ ἄρρωστος καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν ὑπηρετοῦν νὰ ταλαιπωροῦνται πιὸ πολύ, νὰ πονοῦν πιὸ πολύ, μέχρι νὰ φθάσουν νὰ ποῦν: «ἂς τὸν πάρη ὁ Θεός, γιὰ νὰ ξεκουρασθῆ» – ἀλλὰ γιὰ νὰ ξεκουρασθοῦν καὶ αὐτοί. Βλέπετε, ὅταν μιὰ οἰκογένεια εἶναι πολὺ ἀγαπημένη, καὶ οἱ γονεῖς πεθαίνουν στὰ καλὰ καθούμενα, χωρὶς νὰ ἀρρωστήσουν, καὶ δὲν ταλαιπωροῦνται οὔτε αὐτοὶ οὔτε τὰ παιδιά τους, γιατὶ χρειάσθηκε νὰ τοὺς ὑπηρετήσουν, ὁ πόνος τοῦ χωρισμοῦ γιὰ τὰ παιδιὰ εἶναι πολὺ ὀδυνηρός.
– Γέροντα, ὁ ψυχικὸς παράγων πόσο μπορεῖ νὰ ἐπηρεάση τὴν σωματικὴ ὑγεία;
– Ὅταν κανεὶς εἶναι ψυχικὰ καλά, ὁ σωματικὸς πόνος ἐλαφρώνει. Ὅταν δὲν
εἶναι καλὰ ψυχικά, ἡ ἄσχημη ψυχικὴ κατάσταση ἐπιδεινώνει τὴν ὑγεία του. Πάρε ἕναν καρκινοπαθῆ ποὺ τὸν ἔχουν ξεγραμμένο οἱ γιατροί. Ἂν πιστεύη στὸν Θεὸ καὶ βρεθῆ σὲ μιὰ χαρούμενη πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα, μπορεῖ νὰ ζήση περισσότερο, ἐνῶ διαφορετικὰ μπορεῖ νὰ λειώση ἀπὸ τὴν στενοχώρια του καὶ νὰ σβήση μέσα σὲ λίγες ἑβδομάδες. Καμμιὰ φορὰ μπορεῖ κάποιος ἀπὸ ἰατρικῆς πλευρᾶς νὰ εἶναι ὑγιής, οἱ ἐξετάσεις νὰ μὴ δείχνουν τίποτε, ἀλλά, ἂν ἔχη κάτι ποὺ τὸν σακατεύει ψυχικά, τότε νὰ μὴν εἶναι πραγματικὰ καλά. Γιατὶ οἱ περισσότερες ἀρρώστιες ἀπὸ τὴν στενοχώρια ξεκινοῦν. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν κάποιο εὐαίσθητο σημεῖο. Μιὰ στενοχώρια ἄλλον θὰ τὸν χτυπήση στὸ στομάχι, ἄλλον στὸ κεφάλι.
Τὸ  καλύτερο  φάρμακο  γιὰ  μιὰ  ἀρρώστια  εἶναι    πνευματικὴ  χαρά,  γιατὶ
σκορπάει  τὴν  θεία  Χάρη  στὴν  ψυχή.    πνευματικὴ  χαρὰ  ἔχει  τὴν  μεγαλύτερη ἰαματικὴ δύναμη γιὰ ὅλες τὶς ἀρρώστιες. Εἶναι ἡ θεϊκὴ ἀλοιφὴ ποὺ ἐπουλώνει τὶς πληγές, ἐνῶ ἡ στενοχώρια τὶς ἐρεθίζει.


  ταλαιπωρία τοῦ ἀρρώστου καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ


– Γέροντα, ἂν κάποιος ἔχη μιὰ βαρειὰ ἀρρώστια καὶ ἀποφασίση νὰ ἀφεθῆ στὸν
Θεό, θὰ κάνη καλά;
– Ἅμα δὲν ἔχη ὑποχρεώσεις, ὅ,τι θέλει κάνει. Ἅμα  ὅμως ἔχη ὑποχρεώσεις, αὐτὸ θὰ ἐξαρτηθῆ καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Καὶ ἐγὼ πῆγα στὸν γιατρὸ «ἄκων καὶ μὴ βουλόμενος»... Ἂν δὲν πήγαινα γιὰ ἐκείνη τὴν «ἁπλὴ ἐξέταση» ποὺ εἶπε ὁ γιατρός, θὰ ἔκλεινε τελείως τὸ ἔντερο. Ὁπότε θὰ ἔπινα μόνο λίγα ὑγρὰ καὶ μετὰ πάει, θὰ τελείωναν ὅλα. «Μιὰ ἁπλὴ ἐξέταση», μοῦ εἶπε, καὶ μπῆκα σὲ ἕναν τέτοιο κύκλο... Ἀξονικὲς ἀπὸ ἐδῶ, καρδιολόγος ἀπὸ ἐκεῖ, τώρα τὰ λευκὰ αἱμοσφαίρια κατέβηκαν, τώρα ἀνέβηκαν, κοψίματα, μπαλώματα... Καὶ τελικὰ τί βγῆκε; Ὅπως πάω, θὰ καθήσω ἐδῶ...
Συνήθως λέμε: «Οἱ  ἄρρωστοι  πρῶτα  νὰ φροντίσουν νὰ  βοηθηθοῦν ἀνθρωπίνως καὶ σὲ ὅ,τι δὲν μποροῦν νὰ βοηθηθοῦν ἀνθρωπίνως θὰ βοηθήση ὁ Θεός». Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν ἀνθρωπίνως οἱ ἄνθρωποι ποὺ  πάσχουν  ἀπὸ  κάποια  βαρειὰ  ἀρρώστια,  περνοῦν  μεγάλη  ταλαιπωρία,  ὁλόκληρο μαρτύριο.   Πρέπει   νὰ   κάνουν   ἕνα   σωρὸ   ἐξετάσεις,   ἐγχειρήσεις,   μεταγγίσεις,χημειοθεραπεῖες, ἀκτινοβολίες. Τρυπήματα γιὰ τὶς μεταγγίσεις, τρυπήματα γιὰ τοὺς ὀρούς...   Νὰ σπάζουν οἱ φλέβες, νὰ τοὺς βάζουν τὴν τροφὴ ἀπὸ τὴν μύτη, νὰ μὴν μποροῦν νὰ κοιμηθοῦν... Καὶ ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ γίνη αὐτὸ ποὺ γίνεται ἀνθρωπίνως. Κατάλαβες; Δὲν εἶναι κάτι ἁπλό, πρόκειται λ.χ. γιὰ μιὰ πληγὴ  ποὺ μάζεψε πύον καὶ πρέπει νὰ σπάση, γιὰ νὰ βγῆ τὸ πύον, καὶ μετὰ θὰ γίνουν καλά. Ἐδῶ τοῦτα εἶναι ὁλόκληρη διαδικασία. Γι᾿ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναπαυώμαστε καὶ νὰ λέμε «ἐντάξει, αὐτὸς ὁ ἄρρωστος ἔπεσε σὲ καλοὺς γιατρούς», ἀλλὰ νὰ ἔχουμε ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι, γιὰ νὰ βοηθηθῆ ὁ ἄρρωστος ἰατρικά, πρέπει νὰ περάση μιὰ ὁλόκληρη ταλαιπωρία καὶ νὰ προσευχώμαστε μὲ πόνο νὰ τοῦ δίνη ὁ Χριστὸς ὑπομονή. Νὰ φωτίζη τοὺς γιατρούς, γιατὶ οἱ γιατροὶ μπορεῖ νὰ κάνουν λάθη, ἰδίως ἂν δὲν ἔχουν ταπείνωση.
Βλέπεις, ὅταν χαλάση τὸ σπίτι, ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ δὲν μπορεῖ νὰ σταθῆ. Ἔτσι καὶ ὁ νοικοκύρης τοῦ σώματος, ἡ ψυχή, δὲν μπορεῖ νὰ σταθῆ, ἂν χαλάση τὸ σπίτι της, τὸ σῶμα. Καὶ τώρα προσπαθοῦν νὰ κρατήσουν τὸν νοικοκύρη μέσα στὸ σπίτι μὲ τὸ  σίδηρο,  μὲ  τὸ  ...ἀτσάλι,  μὲ  βιταμίνες  Α,  Β,  C...,  νὰ  βοηθήσουν  δηλαδὴ  τοὺς ἀρρώστους μὲ τὴν ἐπιστήμη, ἀλλὰ δὲν βοηθιοῦνται ὅλοι καί, μὲ τὴν βοήθεια ποὺ τοὺς προσφέρουν, ἁπλῶς παρατείνεται ἡ ζωή τους μὲ πόνο, παρατείνεται μᾶλλον ὁ πόνος. Γιατὶ δὲν φθάνει μόνον ἡ ἐπιστήμη. Χρειάζεται καὶ πίστη καὶ προσευχή. Καμμιὰ φορὰ βλέπω καὶ ἐδῶ στὸ μοναστήρι τὶς ἀδελφὲς ποὺ εἶναι γιατροὶ νὰ θέλουν περισσότερο μὲ τὴν ἐπιστήμη τους νὰ βοηθήσουν τὸν ἄρρωστο παρὰ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ  μὲ  τὴν  προσευχή.    καρδιακὴ  ὅμως  προσευχὴ  θὰ  τὶς  δώση  ἀνώτερο  ἰατρικὸ πτυχίο, διότι θὰ σταματοῦν τὴν ἀνθρώπινη ἐπιστήμη. Ὅταν καλλιεργηθῆ ἡ ἀγάπη μὲ τὸν πόνο γενικὰ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τότε ἐνεργοῦν οἱ θεῖες δυνάμεις, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχη βαθειὰ ταπείνωση στὴν ψυχή, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανευθῆ καὶ ἀδικήση τὸν Θεὸ νομίζοντας ὅτι εἶναι δικές της αὐτὲς οἱ δυνάμεις.
Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι ὁ Χριστὸς μπορεῖ ἀκόμη καὶ αὐτὰ ποὺ δὲν θεραπεύονται  ἀπὸ  γιατροὺς  νὰ  τὰ  θεραπεύση,  ἀλλὰ  πρέπει  νὰ  ὑπάρχη  σοβαρὸς λόγος καὶ ὁ πιστὸς νὰ εἶναι πολὺ πιστὸς καὶ πολὺ δοσμένος στὸν Χριστό.
  Δηλαδή,  Γέροντα,  ὅταν  οἱ  ἄνθρωποι  ὑποφέρουν,  νὰ  μὴ  ζητοῦν  ἰατρικὴ
βοήθεια;
– Δὲν ἐννοῶ αὐτό, βρὲ παιδί! Δὲν λέω «μὴν τοῦ βάζης λ.χ. ὀξυγόνο», γιὰ νὰ
σκάση      ἄνθρωπος.   Θέλω   νὰ   πῶ,   τί   τραβάει      ἄρρωστος,   γιὰ   νὰ   βοηθηθῆ ἀνθρωπίνως, καὶ ὅτι πρέπει νὰ κάνουμε προσευχὴ νὰ βοηθάη ὁ Χριστὸς τοὺς ἀρρώστους, γιὰ νὰ μὴν ταλαιπωροῦνται. Ἂν κάτι εἶναι σοβαρό, νὰ παρακαλοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ τὸ πάρη μὲ ἕνα χάδι Του. Γιατὶ ὁ Χριστός, λίγο ἂν χαϊδέψη τοὺς ἀρρώστους στὸ χέρι, φεύγουν ὅλα καὶ γίνονται καλά! Οὔτε φάρμακα χρειάζονται μετὰ οὔτε φαρμάκια. Κι ἂν τοὺς χαϊδέψη στὸ πρόσωπο, εἶναι ἀκόμη καλύτερα. Ἂν τοὺς ἀγκαλιάση κιόλας, θὰ μαλακώση καὶ ἡ καρδιά τους! Καταλάβατε; Χρειάζεται ὅμως μεγάλη πίστη. Ἂν δὲν ἔχη πίστη ὁ ἴδιος ὁ ἄρρωστος, δὲν γίνεται καλά.


Ἄρρωστα παιδάκια


– Γέροντα, αὐτὸ τὸ ἄρρωστο παιδάκι, ποὺ ἔφεραν σήμερα οἱ γονεῖς του, πολὺ ταλαιπωρεῖται.

  Ἔ,  σιγὰ-σιγὰ  θὰ  ξεπεράση  τὴν  ἀρρώστια  του,  ἀλλὰ  θὰ  τοῦ  μείνη  μιὰ
εὐαισθησία, γιὰ νὰ θυμᾶται τὴν ἀρρώστια του, καὶ αὐτὴ ἡ εὐαισθησία θὰ τὸ βοηθάη
πνευματικά.
– Καὶ τὰ παιδάκια, Γέροντα, ποὺ ἔχουν λευχαιμία πολὺ ὑποφέρουν.
– Αὐτὰ πολὺ τὰ βοηθάει ἡ Θεία Κοινωνία. Πολλὰ παιδάκια ξεπέρασαν τὴν ἀρρώστια τους μὲ τὴν Θεία Κοινωνία. Ὅταν διαβάζουμε τὸν 145ο Ψαλμό12, μὲ τὸν ὁποῖο παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ σταματήσουν οἱ αἱμορραγίες, νὰ προσευχώμασε νὰ βοηθήση ὁ Θεὸς τὰ παιδάκια ποὺ ἔχουν λευχαιμία, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπάρχη αἷμα στὰ νοσοκομεῖα γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ ἔχουν μεσογειακὴ ἀναιμία. Τὰ παιδιὰ αὐτὰ περνοῦν μαρτύριο μεγαλύτερο καὶ ἀπὸ τὸ μαρτύριο τῶν παιδιῶν ποὺ ἔσφαξε ὁ Ἡρώδης13. Τὰ παιδάκια ἔχουν καθαρὸ μισθὸ ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία τῆς ἀρρώστιας, γιατὶ δὲν ἔχουν ἁμαρτίες.  Πόσα  μικρούτσικα  παιδιὰ  θὰ  δοῦμε  στὴν  ἄλλη  ζωὴ  νὰ  εἶναι  μὲ  τὸ μαρτυρικό, τὸ ἀγγελικό, τάγμα ἐκείνων τῶν νηπίων! Μωρὰ δύο μηνῶν, νὰ τὰ ἐγχειρίζουν, νὰ τοὺς βάζουν ἐνέσεις, ὀρούς! Ποῦ νὰ βροῦν φλέβα στὰ καημένα! Τὰ τρυποῦν ἀπὸ ᾿δῶ-ἀπὸ ᾿κεῖ... Νὰ βλέπης παιδάκι νὰ ἔχη ὄγκο στὸ κεφάλι καὶ νὰ τοῦ κάνουν ἀκτίνες, νὰ βάζουν κάτι καλώδια σὲ ἕνα τόσο δὰ κεφαλάκι. Ἐδῶ ἕνας μεγάλος δὲν μπορεῖ νὰ ἀντέξη, ποῦ νὰ ἀντέξουν τὰ παιδάκια!
– Αὐτὰ τὰ παιδάκια, Γέροντα, τελικὰ θεραπεύονται ἢ πεθαίνουν;
– Ἔ, πολλὰ φυσικὰ πεθαίνουν, ἀλλὰ καὶ οἱ γονεῖς πῶς νὰ τὰ ἀφήσουν;
– Γέροντα, ἀξίζει τὸν κόπο οἱ παιδίατροι νὰ προσπαθοῦν νὰ διατηρήσουν στὴν
ζωὴ τὰ πρόωρα βρέφη;
– Οἱ γιατροὶ πρέπει νὰ κάνουν ὅ,τι μποροῦν καὶ παράλληλα νὰ προσεύχωνται
γι᾿ αὐτά. «Θεέ μου, νὰ λένε, ἂν εἶναι αὐτὸ τὸ παιδὶ νὰ ζήση καὶ νὰ ὑποφέρη σὲ ὅλη του τὴν ζωή, τότε, Σὲ παρακαλῶ, νὰ τὸ πάρης». Νὰ φροντίζουν ὅμως νὰ βαπτίζωνται τὰ βρέφη, καὶ τότε θὰ τοὺς προϋπαντήσουν στὸν Παράδεισο μὲ ἀναμμένη λαμπάδα.
Καὶ ὅταν εἶναι μεγαλύτερα τὰ παιδιά, πρέπει οἱ γιατροὶ πολὺ νὰ προσέξουν
πῶς  θὰ  ποῦν  τὴν  διάγνωση.  Ὀκτὼ  χρονῶν  παιδάκι  τοῦ  εἶπε    γιατρός:  «Θὰ τυφλωθῆς». Ἔρχεται καὶ μοῦ λέει καὶ ὁ πατέρας μπροστὰ στὸ παιδί: «Τὸ πήγαμε στὸ ἐξωτερικὸ γιὰ ἐξετάσεις καὶ μᾶς εἶπαν ὅτι θὰ τυφλωθῆ». Καὶ καλὰ νὰ εἶναι τὸ παιδί, ἡ στενοχώρια μπορεῖ νὰ τὸ χτυπήση ὅπου ἔχει εὐαισθησία, πόσο μᾶλλον ἂν εἶναι ἄρρωστο!


Ἡ θυσία γιὰ τὸ καλὸ τοῦ ἀρρώστου


Ἂν ζητοῦμε κάτι ἀπὸ τὸν Θεό, χωρὶς νὰ θυσιάζουμε καὶ κάτι, δὲν ἔχει ἀξία. Ἂν κάθωμαι καὶ λέω: «Θεέ μου, Σὲ παρακαλῶ, κάνε καλὰ τὸν τάδε ἄρρωστο», χωρὶς νὰ κάνω κάποια θυσία, εἶναι σὰν νὰ λέω ἁπλῶς καλὰ λόγια. Ὁ Χριστὸς θὰ δῆ τὴν ἀγάπη μου, τὴν θυσία μου, καὶ τότε θὰ ἐκπληρώση τὸ αἴτημά μου, ἂν βέβαια αὐτὸ εἶναι γιὰ τὸ πνευματικὸ καλὸ τοῦ ἄλλου. Γι᾿ αὐτό, ὅταν οἱ ἄνθρωποι σᾶς ζητοῦν νὰ προσευχηθῆτε γιὰ κάποιον ἄρρωστο, νὰ τοὺς λέτε νὰ προσευχηθοῦν καὶ αὐτοὶ ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἀγωνισθοῦν νὰ κόψουν τὰ κουσούρια τους.


Μερικοὶ ἄνθρωποι ἔρχονται καὶ μοῦ λένε: «Κάνε με καλά· ἔμαθα ὅτι μπορεῖς
νὰ μὲ βοηθήσης». Θέλουν ὅμως νὰ βοηθηθοῦν, χωρὶς οἱ ἴδιοι νὰ καταβάλουν καθόλου
προσπάθεια. Λὲς λ.χ. στὸν ἄλλον: «μὴν τρῶς γλυκά, κάνε αὐτὴν τὴν θυσία, γιὰ νὰ σὲ βοηθήση ὁ Θεός», καὶ σοῦ λένε: «Γιατί; δὲν μπορεῖ νὰ μὲ κάνη καλὰ ὁ Θεός;». Δὲν κάνουν μιὰ θυσία γιὰ τὸν ἑαυτό τους, πόσο μᾶλλον νὰ θυσιασθοῦν γιὰ τὸν ἄλλον. Ἄλλος δὲν τρώει γλυκά, γιὰ νὰ βοηθήση ὁ Χριστὸς ὅσους πάσχουν ἀπὸ ζάχαρο, ἢ δὲν κοιμᾶται, γιὰ νὰ δώση λίγο ὕπνο ὁ Χριστὸς σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πάσχουν ἀπὸ ἀϋπνίες. Ἔτσι συγγενεύει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεό. Τότε ὁ Θεὸς δίνει τὴν Χάρη Του.
Ἐγώ, ὅταν μοῦ λέη κάποιος πὼς δὲν μπορεῖ νὰ προσευχηθῆ γιὰ κάποιον δικό του ποὺ εἶναι ἄρρωστος, τοῦ λέω νὰ κάνη καὶ αὐτὸς μιὰ θυσία γιὰ τὸν ἄρρωστο. Συνήθως τοῦ λέω νὰ κάνη κάτι ποὺ θὰ εἶναι καλὸ καὶ γιὰ τὴν δική του ὑγεία.
Ἦρθε κάποτε ἀπὸ τὴν Γερμανία στὸ Καλύβι ἕνας πατέρας, ποὺ τὸ κοριτσάκι
του εἶχε ἀρχίσει νὰ παραλύη. Οἱ γιατροὶ τὸ εἶχαν ξεγράψει. Ἦταν ὁ καημένος τελείως ἀπελπισμένος. «Κάνε κι ἐσὺ μιὰ θυσία, τοῦ εἶπα, γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ παιδιοῦ σου. Νὰ
κάνης μετάνοιες, δὲν μπορεῖς· νὰ προσευχηθῆς, δὲν μπορεῖς, ἐντάξει. Πόσα τσιγάρα καπνίζεις τὴν ἡμέρα;». «Τεσσεράμισι κουτιά», μοῦ λέει. «Νὰ καπνίζης ἕνα κουτί, τοῦ λέω, καὶ τὰ χρήματα ποὺ θὰ ἔδινες γιὰ τὰ ὑπόλοιπα νὰ τὰ δίνης σὲ κανέναν φτωχό».
«Νὰ γίνη, Πάτερ, καλὰ τὸ παιδί, μοῦ λέει, καὶ ἐγὼ θὰ τὸ κόψω τὸ τσιγάρο». «Ἔ, τότε
δὲν θὰ ἔχη ἀξία· τώρα πρέπει νὰ τὸ κόψης· πέταξε τὸ τσιγάρο, τοῦ λέω. Δὲν ἀγαπᾶς τὸ παιδί σου;». «Ἐγὼ δὲν ἀγαπῶ τὸ παιδί μου; Ἀπὸ τὸν πέμπτο ὄροφο πετιέμαι κάτω γιὰ τὴν  ἀγάπη  τοῦ  παιδιοῦ  μου»,  μοῦ  λέει.  «Ἐγὼ  δὲν  σοῦ  λέω  νὰ  πεταχτῆς  ἀπὸ  τὸν πέμπτο ὄροφο κάτω, ἀλλὰ νὰ πετάξης τὸ τσιγάρο. Ἂν κάνης μιὰ παλαβωμάρα καὶ πεταχτῆς ἀπὸ τὸν πέμπτο ὄροφο κάτω, θὰ ἀφήσης τὸ παιδί σου στὸν δρόμο κι ἐσὺ θὰ χάσης τὴν ψυχή σου. Ἐγὼ σοῦ λέω νὰ κάνης κάτι εὔκολο. Νά, πέταξε τώρα τὰ τσιγάρα!». Μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἤθελε νὰ τὰ πετάξη. Καὶ τελικὰ ἔφυγε ἔτσι καὶ ἔκλαιγε! Πῶς νὰ βοηθηθῆ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Ἐνῶ ὅσοι ἀκοῦν βοηθιοῦνται.
Μιὰ ἄλλη μέρα ἦρθε ἕνας ποὺ ἀγκομαχοῦσε ἀπὸ τὴν πεζοπορία. Κατάλαβα ὅτι κάπνιζε πολὺ καὶ τοῦ εἶπα: «Βρὲ εὐλογημένε, γιατί καπνίζεις τόσο; Θὰ πάθης κακό». Μόλις ξελαχάνιασε καὶ μπόρεσε νὰ μιλήση, μοῦ εἶπε: «Ἡ γυναίκα μου εἶναι πολὺ ἄρρωστη καὶ κινδυνεύει νὰ πεθάνη. Σὲ παρακαλῶ, κάνε μιὰ προσευχὴ νὰ γίνη κανένα θαῦμα. Οἱ γιατροὶ σήκωσαν τὰ χέρια». «Τὴν ἀγαπᾶς τὴν γυναίκα σου;», τὸν ρωτάω. «Τὴν ἀγαπῶ», μοῦ λέει. «Τότε γιατί δὲν κάνεις κι ἐσὺ κάτι, γιὰ νὰ τὴν βοηθήσης; Αὐτὴ ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε, οἱ γιατροὶ ἔκαναν ὅ,τι μποροῦσαν, καὶ τώρα ἔρχεσαι ἐδῶ, γιὰ νὰ μοῦ πῆς νὰ κάνω κάτι καὶ ἐγώ, νὰ προσευχηθῶ, γιὰ νὰ βοηθήση ὁ Θεός. Ἐσὺ ὅμως τί ἔκανες, γιὰ νὰ βοηθηθῆ ἡ γυναίκα σου;». «Τί μπορῶ νὰ κάνω ἐγώ, Γέροντα;», μὲ ρωτάει. «Ἂν σταματήσης τὸ κάπνισμα, τοῦ λέω, ἡ γυναίκα σου θὰ γίνη καλά». Σκέφθηκα ὅτι, ἂν ὁ Θεὸς δῆ ὅτι δὲν συμφέρει πνευματικὰ στὴν γυναίκα του νὰ γίνη καλά, τοὐλάχιστον θὰ γλιτώση αὐτὸς ἀπὸ τὸ κακὸ ποὺ κάνει τὸ τσιγάρο. Ὕστερα ἀπὸ ἕναν μήνα ἦρθε χαρούμενος νὰ μὲ εὐχαριστήση. «Γέροντα, σταμάτησα τὸ κάπνισμα,  μοῦ  εἶπε,  καὶ    γυναίκα  μου  ἔγινε  καλά».  Μετὰ  ἀπὸ  ἕνα  διάστημα ξαναῆρθε ἀναστατωμένος νὰ μοῦ πῆ ὅτι ξανάρχισε κρυφὰ νὰ καπνίζη καὶ ἡ γυναίκα του ἔπεσε πάλι βαριὰ ἄρρωστη. «Τὸ φάρμακο τώρα τὸ ξέρεις, τοῦ εἶπα. Κόψε τὸ τσιγάρο».


  προσευχὴ γιὰ τοὺς ἀρρώστους



– Γέροντα, παρακάλεσαν νὰ σᾶς ποῦμε νὰ προσευχηθῆτε γιὰ ἕνα ἄρρωστο
παιδάκι καὶ ρωτοῦν ἂν θὰ γίνη καλά. Τί νὰ τοὺς ποῦμε;
– Πέστε τους: «Ὁ Γέροντας θὰ προσευχηθῆ. Ὁ Χριστὸς ἀγαπάει τὸ παιδὶ καὶ θὰ
κάνη ὅ,τι εἶναι γιὰ τὸ καλό του. Ἂν δῆ ὅτι τὸ παιδί, ὅταν μεγαλώση, θὰ γίνη καλύτερο, θὰ ἀκούση τὴν προσευχή του. Ἂν δῆ ὅμως ὅτι ἀργότερα δὲν θὰ εἶναι σὲ καλὴ πνευματικὴ κατάσταση, τότε, ἐπειδὴ τὸ ἀγαπάει, θὰ τὸ πάρη». «Ζήτησε, λέει, καὶ θὰ σοῦ δώσω»14. Ἀλλὰ θὰ μοῦ τὸ δώση ὁ Θεός, ἂν ἐγὼ εἶμαι δοσμένος στὸν Θεό· ἀλλιῶς, τί νὰ μοῦ δώση τὴν ζωή, γιὰ νὰ ξεφύγω; Ἐγὼ χαίρομαι, εἴτε γίνη καλὰ εἴτε πεθάνη ἕνας ἄρρωστος γιὰ τὸν ὁποῖο προσεύχομαι.
– Γέροντα, εἶναι καλὸ νὰ προσευχώμαστε γιὰ τὴν ὑγεία μας;
– Καλύτερα εἶναι νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη
μας. Νὰ ζητοῦμε δηλαδὴ πρῶτα τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἂν παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς  κάνη  καλά,  τρῶμε  τὴν  οὐράνια  περιουσία.  Ὅταν  ὅμως  δὲν  ἀντέχουμε  τοὺς πόνους τῆς ἀρρώστιας, τότε νὰ παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς θεραπεύση, καὶ Ἐκεῖνος θὰ ἐνεργήση ἀνάλογα.
– Γέροντα, τὸ ἂν βοηθηθῆ ἕνας ἄρρωστος ἀπὸ τὴν προσευχὴ ποὺ κάνουμε, ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὸ τί ζητάει καὶ ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸν Θεό;
– Ὁ ἄρρωστος, ἂν ζητάη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ γίνη καλὰ μόνον ἐκεῖνος καὶ δὲν προσεύχεται νὰ γίνουν καλὰ καὶ οἱ ἄλλοι ἄρρωστοι, δὲν κάνει καλά. Ἐσύ, ἀδελφή, ὅταν ἤσουν στὸν κόσμο καὶ ἐργαζόσουν στὸ νοσοκομεῖο, τί ἔκανες, ὅταν ὁ ἄρρωστος δὲν μποροῦσε νὰ λέη τὴν εὐχή;
– Τὴν ἔλεγα ἐγώ, Γέροντα.
– Καλὰ ἐσύ, ἀλλὰ καὶ ὁ ἄρρωστος ἔπρεπε νὰ λέη κάποια προσευχή.
  Ἔλεγε  καὶ  ἐκεῖνος  «Παναγία  μου»    «Παναγία  μου,  σῶσε  με».  Ἀλλά, Γέροντα, καὶ ἡ ὑπομονὴ στὸν πόνο δὲν εἶναι προσευχή;
– Ναί, μπράβο! Εἶναι καὶ αὐτό! Ἐσεῖς, ὅταν σᾶς ζητάη κάποιος νὰ κάνετε προσευχή, γιατὶ τὴν τάδε ἡμέρα θὰ μπῆ στὸ χειρουργεῖο, νὰ προσεύχεσθε ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ σᾶς τὸ ζητάει. Νὰ μὴν περιμένετε τὴν ὥρα ποὺ θὰ μπῆ στὸ χειρουργεῖο νὰ προσευχηθῆτε. Καὶ στὶς ἀκολουθίες, ὅταν λέη ὁ ἱερέας «ὑπὲρ τῶν ἐν ἀσθενείαις κατακειμένων»15, νὰ λέτε μὲ πόνο τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Ἂν κάνετε μὲ τὸ διαπασῶν
«βού...», γιὰ νὰ πῆτε «Κύριε, ἐλέησον» μουσικό, ὁ νοῦς σας θὰ εἶναι στὸ «βού...» καὶ
στὸν χαβᾶ, καὶ οἱ ἄρρωστοι οἱ καημένοι ποὺ ὑποφέρουν θὰ περιμένουν ἀπὸ σᾶς λίγη βοήθεια! Ἐκεῖνοι ἔχουν τὸν πόνο τους. Ἐσύ, ποὺ δὲν ἔχεις πόνο, προσευχήσου γιὰ ἐκείνους, νὰ βοηθηθοῦν. Ἀφοῦ δὲν ἀναστενάζεις στὸ κρεββάτι, ἀναστέναξε τοὐλάχιστον στὴν προσευχὴ γιὰ τοὺς ἀρρώστους. Ἂν οἱ ὑγιεῖς δὲν κάνουν λίγη προσευχὴ γιὰ τοὺς ἀρρώστους, θὰ τοὺς πῆ μεθαύριο ὁ Χριστός: «Εἴχατε τὴν ὑγεία σας καὶ δὲν κάνατε προσευχὴ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ὑπέφεραν; "Οὐκ οἶδα ὑμᾶς..."16».


Ἂν γιὰ ἕναν ἄρρωστο δὲν κάνουμε προσευχή, ἡ ἀρρώστια θὰ ἀκολουθήση τὴν
φυσική της πορεία. Ἐνῶ, ἂν κάνουμε προσευχή, μπορεῖ νὰ ἀλλάξη δρόμο. Γι᾿ αὐτὸ
πάντα νὰ κάνετε προσευχὴ γιὰ τοὺς ἀρρώστους.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ


1  Ἡ ἔννοια τῆς «ἐξιλεώσεως» στὴν ὀρθόδοξη Θεολογία δὲν ἔχει τὸν νομικὸ χαρακτήρα
τῆς  δυτικῆς  Θεολογίας,  ἀλλὰ  ἐκφράζει  τὴν  φιλάνθρωπη  παιδαγωγία  τοῦ  Θεοῦ  γιὰ  τὸν
ἁμαρτάνοντα ἄνθρωπο μὲ σκοπὸ τὴν σωτηρία του.
2 Β´ Κορ. 12, 9.
3 Ὁ Γέροντας μόνασε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἐσφιγμένου τὰ χρόνια 1953-1955.
4   Βλ. Ἑβρ. 10, 36.
5 Ἔτσι ἀποκαλοῦσαν οἱ Φαρασιῶτες τὸν Ἅγιο Ἀρσένιο τὸν Καππαδόκη.
6 Λουκ. 21, 19.
7 Βλ. Παλαιὰ Διαθήκη, Ἰώβ.
8 Βλ. Ματθ. 27, 26-44· Μάρκ. 15, 15-32· Λουκ. 23, 23-43 καὶ Ἰω. 19, 1-23.
9 Βλ. Ἠσ. 53, 9.
10   Ἀπολυτίκιο τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Ἡ   μνήμη τους τιμᾶται στὶς 9
Μαρτίου.
11  Εἰπώθηκαν τὸν Ἰούνιο τοῦ 1994, ἕναν μήνα πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Γέροντα, μετὰ
ἀπὸ τὴν ὀκτάμηνη ταλαιπωρία ἀπὸ τὸν καρκίνο.
12 Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης διάβαζε τὸν 145ο  Ψαλμὸ γι᾿ αὐτὴν τὴν περίπτωση.
13 Βλ. Ματθ. 2, 16.
14 Βλ. Ματθ. 7, 7· Μάρκ. 11, 24· Λουκ. 11, 10 καὶ Ἰω. 16, 24.
15 Βλ. Ὡρολόγιον τὸ Μέγα, Ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ, Μικρὰν Ἀπόλυσιν, σ. 24.
16 Ματθ. 25, 12.


Εισαγωγή στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο απο το Βιβλίο :

ΛΟΓΟΙ Δ΄ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ ΓΕΡΟΝΤΟΣ  ΠΑΪΣΙΟΥ  ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

© Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Μοναζουσῶν

«Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος»



Η ηλεκτρονική επεξεργασία  μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο , για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο


©ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


 http://www.alavastron.net/










Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |