ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 110. Απολιναρισταί

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

110. Απολιναρισταί



Επώνυμοι
Η διδασκαλία τοΰ Άπολιναρίου Λαοδικείας ειλκυσε στον συρια κό κυρίως χώρο πολλούς όπαδούς, πού έγιναν περισσότεροι όταν, μέ την χειροτονία (τό 376) τού Βιταλίου ώς επισκόπου Αντιόχειας, έμφανίστηκε ό άπολιναρισμός ώς ιδιαίτερη εκκλησιαστική ομάδα ή έκκλησία. Μερικοί από αύτούς πρίν καί μετά τό γεγονός τούτο έλαβαν ενεργό μέρος στίς θεολογικές συζητήσεις, γράφοντας καί αύ τοΐ σχετικά μέ τό θέμα τής ένανθρωπήσεως τού θείου Λόγου. "Ετσι, στις δύο τελευταίες δεκαετίες τού Δ' αί., προήλθε μικρή άπολιναρι στική γραμματεία, τής οποίας έχουμε μόνο άποσπάσματα, πού οί πηγές τά άποδΐδουν στούς Τιμόθεο, Βιτάλιο, Πολέμωνα, Ίουλιανό, Εύνόμιο, Ίόβιο καί Ούαλεντΐνο. Οί γνωστοί επώνυμοι άπολίναριστές δέν τήρησαν ενιαία στάση, άλλά διακρΐθηκαν  βάσει των αποσπασμάτων σέ τρεις όμάδες ή τάσεις:
α. Τιμόθεος Βηρυτον Βιτάλιος Άντιοχείας Ίόβιος Επίσκοπος
Καί οί τρεις θέλουν νά μένουν πιστοί στήν διδασκαλία τοΰ άρχηγοΰ τους Απολιναρίου, άλλά ό Τιμόθεος κατανοούσε καλύτερα τήν χριστολογία των Καππαδοκών καί ίσως γι’ αύτό δέν δυσκολεύτηκε νά υπογράψει τίς άπο φάσεις τής Β' Οίκουμ. Συνόδου (381), στήν όποια καταδικάζεται καί ό ά πολιναρισμός. Τού Τιμοθέου σώζονται δύο άκέραιες Επιστολές, Πρός
Όμόνιον έπίσκοπον καί Πρός Προσδόκιον (Η. Lietzmann, Apollinaris von Laodicea und seine Schule, Tubingen 1904, σσ. 27-78, 283-286, PG 8, 954959), απόσπασμα «Κατηχήσεως» (αύτόθι, σσ. 278279) καί ή όμολογία πίστεως, την όποια έστειλε ό Μ. ’Αθανάσιος στόν αύτοκράτορα Ίοβιανό καί την όποια ό Τιμόθεος είχε καταχωρήσει με παραλλαγές γλωσσικές επουσιώδεις σέ έργο του μέ τίτλο «'Εκκλησιαστική ιστορία», γιά την όποια δέν γνωρίζουμε τίποτα (αύτόθι, σσ. 279-285. Βλ. καί PG 26, 813-820).
Τοϋ Βιταλίου σώζεται άπόσπασμα άπό έργο του Περί πίστεως (Η. Lietzmann, σ. 273).
Τοϋ Ίοβίου σώζεται 'Ομολογία (Η. Lietzmann, σσ. 286-287), στην όποια μιλάει γιά «ύπόστασιν μίαν σύνθετον καί πρόσωπον έν αδιαίρετον» τοϋ Χρίστου, ένώ διευκρινίζει περιέργως ότι ή ένωμένη σάρκα στόν Λόγο είναι ό μοούσια μέ τόν Λόγο, άλλά όχι καί μέ τόν Πατέρα.
β. Πολέμων (ή Πολέμιος), Εύνόμιος Βέροιας, Ιουλιανός
Εμφανίστηκαν ώς ακραιφνείς ή άκραΐοι άπολιναριστές κι έπέμεναν στην μία φύση τοϋ Χρίστου καί στην ένότητα των θελήσεων καί ενεργειών του.
Τοϋ Πολέμωνα σώζονται άποσπάσματα άπό τόν ’Αντιρρητικόν (Η. Lietzmann, σ. 274), άπό τό «Κατά Τιμοθέου» Βηρυττοϋ (αύτόθι, σσ. 274-275) καί άπό τίς Επιστολές του Πρός Τιμόθεον (αύτόθι, σ. 275) καί Πρός 7ου λιανόν (αύτόθι, σσ. 275-276). Γνωρίζει τήν θεολογία των Καππαδοκών, τούς όποιους θεωρεί δυοφυσίτες, καί περιφρονεΐ τούς μετριοπαθείς άπολιναρι στές καί δή τόν Τιμόθεο, διότι έπηρεάζονται άπό τούς Καππαδόκες καί τόν ’Αθανάσιο.
Τοϋ Εύνομίου, πού ήταν έπίσκοπος Βέροιας (τής Θράκης;), σώζονται δύο άποσπάσματα τής Επιστολής του Πρός Ζώσιμον (Η. Lietzmann, σσ. 276-277. ΒΕΠ 38, 120).
Τοϋ Ίουλιανοϋ σώζεται άπόσπασμα έπιστολής Πρός Πολέμωνα (Η. Lietzmann, σ. 277), στό όποιο μάλιστα διακρίνει στήν μία σύνθετη φύση τοϋ Χριστοϋ «κινητικόν καί άκίνητον» ή «ένεργητικόν καί παθητικόν». Μέ τό κινητικό ή ενεργητικό ό Χριστός ένεργεΐ.
γ. Ούαλεντΐνος
"Αγνωστος άλλοθεν, έπιθυμεΐ νά είναι ό γνήσιος άπολιναριστής καί κατηγορεί τούς έπικεφαλής των δύο προηγούμενων τάσεων, δηλαδή τούς Τιμόθεο καί Πολέμωνα, ότι φαλκίδευσαν τήν διδασκαλία τοϋ κοινοϋ δασκάλου τους. Τόν Πολέμωνα άναφέρει ώς Πολέμιον καί τόν θεωρεί δάσκαλο τοϋ Τιμοθέου. Κινείται μεταξύ των ύύο καί προσπαθεί νά δείξει ότι τό σώμα δέν έγινε όμοούσιο τοϋ Λόγου, γιά τόν όποιο ύπήρξε μόνο ένδυμα.
Τοϋ Ούαλεντίνου σώζονται «Κεφάλαια άπολογίας πρός τούς λέγοντας φά σκειν ήμάς όμοούσιον τό σώμα τφ Θεώ» (Η. Lietzmann, σσ. 287-291).
Ανώνυμα
Στό τέλος τοϋ Δ' αι. τοποθετείται γενικά καί αριθμός σύντομων κειμένων, πού προέρχονται από κύκλους άπολιναριστικούς καί πού παραδΐδονται άνώνυμα:
Εγκύκλιον: PL 8, 876. Η. Lietzmann, Apollinaris von Laodicea und seine Schule (TU 1), Tubingen 1904, σσ. 29-23. Μετάφραση άκέραιη στην συριακή.
”Εκθεσις περί πίστεως: Η. Lietzmann, σσ. 2934. Μετάφραση συριακή καί αρμένική (CPG II 37-36).
"Οτι εις ό Χριστός: PG 28, 121-132. Η. Lietzmann, σσ. 294302. Μετάφραση συριακή καί άρμενική (CPG II 37-37).
Περί σαρκώσεως τοϋ Θεού Λόγου: PG 28, 89-96. Η. Lietzmann, σσ. 303-307.
Επιστολή τρίτη. Σώθηκε στήν συριακή καί τήν άρμενική: J. FlemmingH. Lietzmann, Apollinaristische Schriften. Syrisch mit den griechischen Texten, Berlin 1904, σσ. 49-51 (έπιχειρεΐται καί ή μεταφορά του στήν έλληνική). Ό Η. Lietzmann, (μν. έργ., σσ. 307-310), δίνει μετάφραση στήν γερμανική. Μεταφράσεις στήν άρμενική: CPG II 37-39.
Περί πίστεως. Φέρει μεταγενέστερες προσθήκες ή διορθώσεις καί σώθηκε μόνο στήν συριακή, άπό τήν όποια μεταφέρεται στήν έλληνική: J. FlemmingH. Lietzmann, μν. έργ., σσ. 5154. Ό Η. Lietzmman τό μεταφέρει στήν γερμανική (μν. έργ., σσ. 310318).
’Αποσπάσματα: 'Ένα στήν έλληνική (Η. Lietzmann, σ. 318), δύο στήν συριακή (J. FlemmingH. Lietzmann, σσ. 5456 καί Η. Lietzmann, σσ. 318, 319-320: γερμανική μετάφραση) καί τέσσερα στήν άραβική (Η. Lietzmann, σσ. 321-322: λατινική μετάφραση).



111.     Μακάριος Ο Αιγύπτιος (+ 390)
Γενικά
Ό Μακάριος ύπήρξε μεγάλη μορφή του αιγυπτιακού μοναχισμού. Γεννήθηκε περί τό 300 στό χωριό Jijber, νοτιοδυτικά τοϋ Δέλτα τού Νείλου, κοντά στήν έρημο Vadi Natrun, όπου περί τό 330 άρχισε τόν άσκητικό του βίο. Τελικά έγκαταστάθηκε στό άνατολικότερο μέρος τής περιοχής, πού όνομάστηκε Σκήτις ή Σκήτη. Γρήγορα αύτή κα τοικήθηκε άπό πολλούς ερημίτες, ένεκα τής μεγάλης φήμης τοϋ ασκητή Μακαρίου, πού μέ τήν σειρά του έπηρεάστηκε άπό τόν Μέγα ’Αντώνιο, τόν όποιο έπισκέφτηκε τουλάχιστον δύο φορές. Μέ προσευχή καί αυστηρή άσκηση ό ιδρυτής τής Σκήτης Μακάριος απέκτησε πολλά πνευματικά χαρίσματα όπως τό προορατικό καί μάλιστα τής διακρίσεως των πνευμάτων. Τό 340 χειροτονήθηκε Ιερέας καί τό 374 έξορίστηκε άπό τούς άρειανούς γιά μερικούς μήνες.
Οί άσκητικοί αγώνες του, τά χαρίσματα καί οί συμβουλευτικοί του λόγοι, έγιναν γρήγορα ιερές διηγήσεις καί αποφθέγματα, πού αύτούσια ή έπεξεργασμένα κυκλοφορούσαν ατούς μοναστικούς κύκλους. Οί σωζόμενες συλλογές 5Αποφθεγμάτων άποδΐδουν στόν Μακάριο 41 αποφθέγματα, μερικά των όποιων άνήκουν στόν Μακάριο τόν Α λεξανδρέα ( + 393/394), διότι συχνά οί πηγές συγχέουν τά έργα καί τούς λόγους των δύο τούτων σύγχρονων άσκητών.
Μέ τό όνομα τού Μακαρίου τού Αιγυπτίου (ή τού Μεγάλου) παραδόθηκαν έκτεταμένες καί πολυσήμαντες συλλογές 'Ομιλιών καί Λόχων, πού ασφαλώς δέν συντάχτηκαν άπό αύτόν καί πού εξετάζουμε στό κεφάλαιο μέ τίτλο Μακαριανικά έργα. ’Ίσως όμως νά όφεΐλε ται στόν Μακάριο Επιστολή Ad filios Dei (Πρός τούς υιούς τού Θεού), πού σώζεται στήν λατινική, τήν συριακή καί τήν αρμένική καί παρουσιάζει άπλοϊκά τόν τρόπο καί τούς άγώνες τού ασκητικού βίου. Μέ τήν ’Επιστολή αύτή σχετίζεται ανέκδοτο άκόμη έλληνικό κείμενο, πού έπισημάνθηκε σέ χειρόγραφο τού Κιέβου (Κ. Treu, Studien zum Neuen Testament und Patristik [TU 77], Berlin 1961, σ. 297). Επίσης αποδίδονται (PG 34, 445-448) στόν Μακάριο οί εύχές «Ό Θεός ίλάσθητί μοι τώ άμαρτωλώ...» καί «"Αγιε άγγελε, ό έφεστώς τής άθλιας μου ψυχής...» (τέλος Μικρού ’Αποδείπνου), πού τουλάχιστον στήν σημερινή τους μορφή είναι άδύνατο νά προέρχονται άπό τόν χωρίς παιδεία Μακάριο.
Αποφθέγματα: PG 34, 236-261 καί 65, 257281. ΒΕΠ 42, 255-269. (Ό Α. Guillaumont προσπάθησε νά διακρίνει ποια άπό τά άποφθέγματα άνήκουν στόν Μακάριο Αιγύπτιο καί ποια στόν Μακάριο Άλεξανδρέα: Irenikon 48 [1975] 4159). Τό Γεροντικόν..., ’Αθήνα 1970 (έκδ. «Άστέρος»), σσ. 63-71.
Ad filios Dei (καί τό άνέκδοτο έλλ. κείμενο: Περί τον ότι χρή τόν άνθρωπον ποιήσαι άποχήν). Στήν λατινική: PG 34, 405410. A. Wilmart: RAM 1 (1920) 58-83. Vitae Patrum 11, Venetiis 18-55, σσ. 563569 (άρμενικά).
Επιστολή. Στήν λατινική σώζεται κείμενο (PG 34, 441-444) μέ τό όνομα τοϋ Μακαρίου, ένω πρόκειται γιά άποσπάσματα άπό τόν ψευδοΝεΐλο (PG 79, 1145-1153). A. Wilmart, La fausse lettre latine de Macaire: RAM 3 (1922) 411-419. Τού άποδίδεται καί άλλη ’Επιστολή στά λατινικά , πού συνθέτει κείμενα τών δύο προηγούμενων έπιστολών.
Σχόλια.

Σέ Σειρές έχουμε λίγα σχόλια μέ τό όνομα τοϋ Μακαρίου στά Εύαγγέλια τοϋ Ματθαίου, τοϋ Λουκά καί τοϋ Ιωάννη (CPG II 24-18). Δέν έχουν σχέση μέ τόν Μακάριο.
Ή χλιαρότητα στην πίστη κάποιων βορειαφρικανών έπισκόπων καί προβλήματα εκκλησιαστικής εύταξίας όδήγησαν τόν Γενέθλιο Καρθαγένης στην σύγκληση συνόδου τό 390 (16 Ιουνίου). Προήδρευσε ό ίδιος κι έλαβαν μέρος λίγοι έπίσκοποι, άπό τούς οποίους μνημονεύονται μόνο έξη. Οί συνεδρίες έγιναν στην Βασιλική τής Perpetua Restituta καί διασώθηκαν τά πρακτικά τους (πλήν των υπογραφών) σέ δύο άποκλίνουσες μορφές. Μέ προτάσεις τού Γενεθλίου καί άλλων έπισκόπων συζητήθηκαν καί κυρώθηκαν 12 κανόνες. Μέ τόν πρώτο δηλώνεται ή έμμονή στό Σύμβολο Νίκαιας καί μέ τούς λοιπούς αντιμετωπίζονται ζητήματα έκκλησιαστικής δικαιοσύνης, εύταξίας καί ήθικής τών κληρικών.
Ή παρούσα σύνοδος καί δύο έπόμενες, Ίππώνας (393) καί Καρθαγένης (397), βεβαίωσαν μέ τούς κανόνες τους τήν παραδοσιακή τακτική τής βο ρειοαφρικανικής Εκκλησίας νά κρίνει αύτή συνοδικά σέ δεύτερο βαθμό τίς ένστάσεις έπισκόπων χωρίς τήν άνάμιξη τής ρωμαϊκής Εκκλησίας. Τιμούσε τήν τελευταία καί δεχόταν ενίοτε τίς συμβουλές της, άλλά δέν τής αναγνώριζε τό δικαίωμα νά δέχεται προσφυγές (έκκλητο) έπισκόπων.

113. Σίβυλλαι
Ή μακρά παράδοση των εθνικών σιβυλλικών άποκαλυπτικοπροφητικών κειμένων συνεχίστηκε στόν Δ' αι., όπότεέπίσηςέμφανίστηκαν περιθωριακοί χριστιανοί, πού επεξεργάζονταν, όπως είχαν κάνει αυτό Ιουδαίοι λόγιοι παλαιότερα, ύπάρχον ύλικό ή πού έπινοοϋσαν νέο. Σκοπός τους ήταν νά ένισχύσουν την θέση των χριστιανών στους κόλπους τής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καί νά εκφοβίσουν τούς άρχοντες της γιά τούς διωγμούς κατά τής Εκκλησίας. "Ετσι έχουμε δύο σύντομα σιβυλλικά ποιητικά κείμενα χριστιανικής προελεύσεως:
α. Σίβυλλα Tiburtina. Παλαιότερα ήταν γνωστή μόνο σέ λατινική μετάφραση τοϋ Δ' αι. Πρόσφατα βρέθηκε έλληνικό της κείμενο τού ΣΤ' αί., πού όμως προέρχεται άπό κείμενο δυνάμενο νά τοποθετηθεί μεταξύ 378 καί 390. Γράφηκε άρχικά στην έλληνική καί μεταξύ άλλων φανταστικοαφελών επεισοδίων περιγράφει κοινό όνειρο 100 ρωμαίων συγκλητικών, πού την ίδια νύχτα είδαν έννέα ήλιους. Ή χριστιανική παρεμβολή έγκειται στήν έρ μηνεία, πού καλείται νά δώσει στό όνειρο ή Σίβυλλα Tiburtina, έμφανιζόμενη ως κόρη τού ομηρικού ήρωα βασιλιά Πριάμου καί φέρουσα τό όνομα Albunea. Κατά την προφητική λοιπόν ερμηνεία οί έννέα ήλιοι αποτελούν σειρά έννέα έποχών, στήν τέταρτη τών οποίων θά γεννηθεί ό Χριστός.
Μεταφράστηκε σέ ανατολικές γλώσσες (αίθιοπική, άραβική κ.ά.).
β. Σίβυλλα Maga (μάγισσα). "Εχουμε μόνο λατινικό της κείμενο, πού μάλλον είναι καί τό άρχικό. Πρόκειται γιά έξάμετρους μέ χωρίς συνέπεια μετρική στίχους, πού τοποθετούνται στόν Δ' ή καί τόν Ε' αί. Ή προφήτιδα έδώ χαρακτηρίζεται μάγισσα καί προλέγει γιά τόν Υιό τού Θεού, την παρθενογέννηση κ.ά.

114. Φιλάστριος Βρέσκιας ( + 390/1)
Ό Φιλάστριος (Filastrius ή Filaster ή Philastrius), άγνωστο πόθεν καταγόμενος, άφιέρωσε την ζωή του στην καταπολέμηση των έθνι κών, των Ιουδαίων, των αιρέσεων καί δη του αρειανισμού. "Εδρασε στην Ρώμη, στό Μιλάνο καί άλλου ώς πρεσβύτερος καί άμύντορας τής ορθοδοξίας πολύ πρίν από τό 381, οπότε υπογράφει ώς επίσκοπος Brescia (’Ιταλία) στην σύνοδο τής Άκυληίας. Πέθανε μάλλον περί τό 390/1 καί τιμάται στήν Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ώς άγιος (18 Ιουλίου). Στό Μιλάνο, στήν μητρόπολη τού όποιου υπαγόταν ή έπισκοπή Brescia, γνώρισε καλά τόν ’Αμβρόσιο καί μάλιστα συναντήθηκε μέ τόν Αύγουστΐνο, μεταξύ 384 καί 387.
Ό Φιλάστριος ύπήρξε συντάκτης ένός αντιρρητικού έργου μέ τίτλο Diversarum haereseon Liber (Βιβλίο περί διαφόρων αιρέσεων), πού όμως δέν έχει τίποτα από τήν μεγαλοσύνη καί τήν όξύνοια των ’Αμβροσίου καί Αυγουστίνου. Ό τελευταίος περιγράφει άλλα δέν έκτιμά τό έργο τούτο (Epist. 222). Παρά τό έγκώμιο πού πλέκει στόν Φιλάστριο ό Γαυδέντιος (PL 20, 9971002), διάδοχός του στόν θρόνο τής Brescia, τό αντιρρητικό αυτό έργο προϋποθέτει συγγραφέα ζηλωτή μέ κατάρτιση έπκρανειακή καί χωρίς ικανότητες. Γράφηκε μεταξύ 380 καί 390, έχει ώς κύρια πηγή του τόν Έπιφά νιο Σαλαμίνας Κύπρου («Πανάριον») άλλα καί τόν Ειρηναίο καί διαιρείται σέ 156 παραγράφους, στις όποιες καταπολεμούνται ισάριθμοι αίρεσιάρχες ή κακόδοξες άντιλήψεις ή καί λανθασμένες έρμηνεΐες βιβλικών κειμένων. Οί 28 από τίς «αιρέσεις» άνήκουν στους παλαιοδιαθηκικούς χρόνους. Ό Φιλάστριος, μή όντας θεολόγος, άδυνατοϋσε νά διακρίνει σαφώς μεταξύ αίρέσεως, σχίσματος καί παρερμηνείας, καί γι αύτό ηϋξανε τόν άριθμό των αιρέσεων, επινοώντας νέες ή διχοτομώντας αυτές (= τίς 80) πού περιγράφει ό Έπιφάνιος. "Ετσι διογκώνει μέ πολλές έπαναλήψεις τό κείμενό του κι έχει άντιφάσεις καί ιστορικά σφάλματα. Τό έργο, παρά τήν πρόθεση τού συντάκτη καί τίς άνάγκες τής έποχής, δέν βοήθησε θεολογικά τούς χριστιανούς καί δέν αποτελεί αξιόπιστη πηγή. 
Γενικά
Ό Πακιανός (Pacianus) έδρασε κατά τό β' ήμισυ του Δ' αί. στην 'Ισπανία καί δή στήν παραλιακή Βαρκελώνη, τής όποιας έγινε έπΐ σκοπος μετά τό 343. ΤΗταν έγγαμος καί στόν γιό του Dexter, έπαρχο του πραιτωρΐου, ό 'Ιερώνυμος άφιέρωσε τό De viris illustribus, ατό όποιο βρίσκουμε σύντομη σημείωση γιά τόν Πακιανό (106). Πέθανε μεταξύ 380 καί 392. Είχε αξιόλογη λατινική παιδεία καί άναπτυγμέ νο γλωσσικό αισθητήριο. Δεν φαίνεται νά άναμίχτηκε στις θεολογι κές διαμάχες τής έποχής του, τίς σχετικές μέ τόν αρειανισμό καί τόν πρισκιλλιανισμό. ’Ασχολήθηκε όμως μέ τήν κατήχηση καί τήν οικοδομή των πιστών καί ιδιαίτερα μέ τήν καταπολέμηση τής πα λαιάς κακοδοξίας των νοουατιανών, oi όποιοι στήν περιοχή του είχαν όργάνωση εκκλησιαστική.
“Ετσι έγραψε: α) Τό χαμένο έργο του Cervulus (μικρά έλαφος) ή Cervus, γιά νά στηλιτεύσει τήν συμμετοχή των πιστών σέ είδωλολα τρικές έορτές (τής 1ης του έτους), οπότε συνέβαιναν ποικίλες ηθικές άσχημίες. β) Δύο έργίδια προτρεπτικά σέ μετάνοια καί στό βάπτισμα. γ) Τρεις επιστολικές διατριβές πρός τόν νοουατιανό συμπολίτη του Συμπρονιανό, τού όποιου κατέρριψε τά επιχειρήματα, σύμφωνα μέ τά όποια ή Εκκλησία δεν μπορεί νά συγχωρεΐ τά μετά τό βάπτισμα αμαρτήματα. Ό Πακιανός δείχνει τήν ασυνέπεια στήν πράξη καί τήν θεωρία τού Νοουατιανοΰ καί παρουσιάζει τήν άμαρτία ώς άναπόφευκτη γιά τόν άνθρωπο καί τήν συγχώρηση δυνατή στήν Εκκλησία. Τά αμαρτήματα ό Πακιανός διακρίνει σέ peccata, δηλαδή συνήθη σφάλματα, καί σέ crimina, δηλαδή θανάσιμα, πού συγχωροΰν ται μέ δημόσια έξομολόγηση. Τά crimina είναι τρία: ειδωλολατρία, φόνος καί μοιχεία.
Ενδιαφέρουσα είναι ή προσπάθεια τού Πακιανοΰ νά έξηγήσει τήν καθολικότητα τής Εκκλησίας. Ή καθολικότητα διακρίνει τόν αληθή χριστιανό από τόν κακόδοξο, ό όποίος παίρνει τό όνομα εκείνου πού δημιούργησε τήν κακοδοξΐα (νοουατιανός, μαρκιωνίτης κ.λπ.). Γιά νά συνδέσει απόλυτα τήν καθολικότητα μέ τήν άληθή Έκ κλησΐα, τονίζει έπιγραμματικά: “Christianus mihi nomen est, catholicus vero cognomen” (= τό δνομά μου είναι χριστιανός καί τό αληθινό μου έπώνυμο καθολικός).
Ό χριστιανικός λαός είναι αποτέλεσμα τής ένανθρωπήσεως τοϋ Χρίστου, πού νίκησε τόν θάνατο καί νυμφεύτηκε τήν Εκκλησία, καί τής δικής μας γεννήσεως στήν Εκκλησία, δηλαδή τής καθάρσεώς μας από τό προπατορικό άμάρτημα καί τής ένώσεώς μας μέ τόν Χριστό καί τό άγιο Πνεύμα, κάτι πού συντελεΐται μέ τό Βάπτισμα καί τό Χρίσμα. Ή ανάλυση τής καταστάσεως τού ανθρώπου μετά τό προπατορικό άμάρτημα είναι από τίς αρχαιότερες στήν δυτική θεολογία.
’Από τήν μικρή συγγραφική δραστηριότητα τού Πακιανοϋ έχουμε τρεις έπιστολές καί δύο παραινετικούς λόγους. Τά κείμενα έχουν οξύτητα καί λεπτή ειρωνεία, ένώ παρουσιάζουν άξιόλογη ποιητική διάθεση καί χρήση λατίνων κλασικών ποιητών καί ρητόρων (Βιργίλιο, ’Οβίδιο, Όράτιο, Κι κέρωνα).
Epistulae iii ad Sympronianum (κατά νοουατιανών).
Paraenesis sive exhortatorius libellus ad paenitentiam (Παραίνεσις καί προτροπής βιβλίον πρός μετάνοιαν).
Sermo de baptismo (Λόγος περί βαπτίσματος). ’Έντονη προτροπή γιά τό βάπτισμα καί ανάλυσή του.
Ή προσπάθεια τοϋ Dorn Morin ν’ αποδώσει στον Πακιανό τά έργίδια Liber ad Justinum manicbaeum (αποδιδόμενο καί στόν Βικτωρΐνο Πεταβίου δεν θεωρήθηκε θεμελιωμένη.


116.     Διόδωρος Ταρσού (+ 392)

Θεμελιωτής τής άντιοχειανής ερμηνευτικής
Γενική Θεώρηση
Σπουδαίος ερευνητής των Γραφών, θεμελιωτής τής άντιοχειανής ερμηνευτικής μεθόδου καί συντάκτης πλήθους διατριβών, πού εξέταζαν θέματα θεολογίας, φυσιολογίας, κοσμολογίας, φιλοσοφίας καί άστρονομίας. Οί διατριβές του στρέφονταν κατά Ιουδαίων, εθνικών φιλοσόφων καί χριστιανών αιρετικών. Τόν άπασχόλησε εύρύ φάσμα προβλημάτων καί θεμάτων, γεγονός πού υπογραμμίζει τήν πολυμά θειά του, άλλά καί πού τόν εμπόδιζε νά έρευνα σέ βάθος. "Εζησε κι έδρασε (τουλάχιστον μέχρι τό 378) στόν άντιοχειανό χώρο, τόν όποιο συγκλόνιζε φοβερό σχίσμα ήδη άπό τήν έκθρόνιση του Ευσταθίου "Αντιόχειας (330) καί στόν όποιο έπικρατοΰσε τό πολιτικό καί τό εκκλησιαστικό παρασκήνιο εις βάρος τής θεολογικής διεργασίας. Ή ’Αντιόχεια στίς κρίσιμες δεκαετίες του άρειανισμοϋ δέν έδωσε μεγάλους θεολόγους, άν καί υπήρξε κέντρο σχετικών εξελίξεων.
Φιλοσοφικοθεολογικές μελέτες
Ή μαθητεία του νεαρού Διόδωρου στόν Σιλουανό Ταρσού καί τόν Ευσέβιο Έμέσης τόν προσανατόλισε στήν θεολογία καί δή τήν έρ μηνεία τών Γ ραφών. Ή σπουδή έπειτα τής ελληνικής φιλοσοφίας στήν ’Αθήνα του έδωσε νέο στόχο πολεμικής καί την άναγκαία συγκρότηση γιά τά έρμηνευτικά καί τά πολεμικά του έργα. Έπιστρέφον τας άπό την ’Αθήνα στήν ’Αντιόχεια έζησε πολύ ασκητικά μέ αύστηρή νηστεία κι έπιδόθηκε άρχικά στόν έλεγχο φιλοσοφικών θεωριών, όπως τοϋ Πλάτωνα, τοΰ ’Αριστοτέλη, τοΰ Πορφυρίου, καί τήν καταπολέμηση κοσμολογικών άντιλήψεων.
Δυστυχώς άπό τήν δραστηριότητά του αυτή δέν σώζεται σχεδόν τίποτα. Στήν φιλεργία όμως τοΰ Φωτίου (Βιβλιοθήκη 223) οφείλουμε σημαντικό τμήμα τοΰ έργου του «Κατά αστρονόμων καί άστρολό γων καί ειμαρμένης». Έκεΐ ό Διόδωρος οργανώνει τά παλαιά κι επινοεί νέα επιχειρήματα κατά τών άνατολικής προελεύσεως άντιλή ψεων περί ειμαρμένης καί τύχης, περί έπιδράσεως τών αστέρων στούς άνθρώπους καί περί τής δήθεν ζωής στούς αστέρες. Η πολεμική αυτή συνδυάζεται μέ τήν απόρριψη τών διδασκαλιών τοΰ Βαρδεσάνη καί τοΰ Μάνη καί μέ αξιόλογες τότε παρατηρήσεις γιά τό στερέωμα. Τίς κάθε είδους προβλέψεις καί προρρήσεις πού βασίζονται στίς κινήσεις άστρικών σωμάτων άποδίδει στούς δαίμονες. Τά στοιχεία καί τά έπιχειρήματα τοΰ έργου αύτοΰ χρησιμοποίησαν εύρύτατα oi Βυζαντινοί στά σχετικά έργα τους.

Θεμελιώνει τήν άντιοχειανή έρμηνεντική χάριν τής ήθικής
Πολύ περισσότερο άπασχόλησε τόν Διόδωρο ή ερμηνεία τών Γραφών καί ή καταπολέμηση τοΰ άρειανισμοΰ. ’Ιδιαίτερα πρός τό τέλος τής δεκαετίας τοΰ 350, ήδη λαϊκός, οργάνωσε τόν άντιαρειανικό άγώνα καί τήν θεολογική κατάρτιση τών ελληνόφωνων σύρων σέ Ιδιωτική σχολή, πού λειτουργούσε πλησίον τής ’Αντιόχειας καί όνο μαζόταν όχι τυχαία «Άσκητήριον». Ή σχολή αυτή, τήν όποια ό Διόδωρος ίδρυσε μέ κάποιον Καρτέριο, ήταν είδος εσωτερικού σχολείου μέ κοινοβιακό χαρακτήρα καί αύστηρή άσκηση. Τό τελούμενο στούς κόλπους του έργο είχε τεράστια σημασία, διότι ένίσχυε τούς λίγους ορθοδόξους κατά τών άρειανών μέ στοιχειώδη θεολογική κατήχηση καί διότι κύριο μέρος τοΰ προγράμματος αποτελούσε ή ερμηνεία τών Γ ραφών. Στό πλαίσιο τοΰτο συγκεκριμενοποίησε ό Διόδωρος τις έρμηνευτικές τάσεις πού ήταν γνωστές άπό τόν μάρτυρα Λουκιανό ( + 312) κι έδωσε μέ δικές του προσθήκες τόν χαρακτήρα στήν έρμηνευτική τών άντιοχειανών. Έτσι, ένώ στό πρόσωπο τοΰ Λουκιανού έχουμε τόν εισηγητή τής έρμηνευτικής τών άντιοχειανών, στό πρόσωπο τοΰ Διοδώρου άναγνωρίζουμε τόν θεμελιωτή. Βέβαια ή συμβολή του αυτή έγκλείει πολλά προβλήματα, διότι άπό τά σχετικά του κείμενα σώζονται μόνο άποσπάσματα, πού δέν παρέχουν εικόνα πλήρη τής έρμηνευτικής του μεθόδου. Είναι όμως θεμιτό νά προσγράψουμε στόν δάσκαλο άντιλήψεις τοΰ μαθητή. Καί ό συνεπέστερος μαθητής του Διοδώρου υπήρξε ό Θεόδωρος Μοψουεστίας ( + 428), πού έγινε σπουδαίος έρμηνευτής. ’Αλλά μαθητής τοΰ Διο δώρουύπήρξε καί ό Ιωάννης Χρυσόστομος, πού καί αυτός έγινε έρμηνευτής καί μάλιστα, παρακάμπτοντας τήν θεολογική σκέψη τοΰ Διοδώρου, άπέβη μεγάλος όρθόδοξος θεολόγος.
Ό Θεόδωρος Μοψουεστίας έγραψε υπόμνημα στους Ψαλμούς, στό όποιο συναντάμε πολλά στοιχεία, πού υπάρχουν καί σέ ανάλογο ύ πόμνημα μέ τήν επιγραφή «άπό φωνής ’Αναστασίου μητροπολίτου Νίκαιας», τό όποιο σύγχρονοι έρευνητές (L. Maries κ.ά.) αποδίδουν στόν Διόδωρο. Τά έπιχειρήματα δέν φαίνονται πειστικά, αλλά είναι τουλάχιστον βέβαιο ότι τό έργο τοΰτο γράφηκε μέ τήν επήρεια τής ερμηνευτικής τοΰ Διοδώρου.
Στήν ερμηνευτική τοΰ Διοδώρου κυριαρχούσε απόλυτα ή ίστορι κογραμματική έρευνα, πού ήταν ευρύτατα γνωστή κι επικρατούσε ατούς έθνικούς ερμηνευτές, οί οποίοι τήν ονόμαζαν «ύπόθεσιν». Σύμφωνα μέ αυτήν μελετάται ευρύτατα τό ιστορικό πλαίσιο καί οί ά φορμές τοΰ βιβλικού κειμένου, όπως έπίσης αναλύεται μέ τρόπο εξονυχιστικό ή φιλολογική μορφή καί δομή του. Είναι οί απαραίτητοι όροι γιά νά φθάσει ό έρμηνευτής στήν «διάνοια» ή τήν «θεωρία» τοΰ ιερού συγγραφέα, παλαιοδιαθηκικοΰ ή καινοδιαθηκικοΰ. Τήν διεργασία αυτή ό Διόδωρος έπιτελεΐ μέ τήν βοήθεια τής έρμηνευτικής των εθνικών καί δή των ήθικολογούντων σοφιστών, τούς όποιους γνώριζε καλά.
’Απώτερος σκοπός γνώσεως τής «διάνοιας» τών ιερών συγγραφέων είναι ή ήθική διαπαιδαγώγηση. Ό Διόδωρος δέν αγνοεί τήν θεολογία τών έρμηνευόμενων κειμένων, άλλά δείχνει άποστροφή πρός κάθε αύστηρή θεολογική θεωρητική συζήτηση. Αυτό κατανοεΐταί σέ συνδυασμό μέ τήν άποστροφή του πρός τήν αλληγορία. ’Έτσι διατύπωσε τήν άρχή ότι «τοΰ άλληγορικοΰ τό ιστορικόν πλεΐστον όσον προτιμώμεν» (Εις τήν Γένεσιν 49: PG 33, 1580-Α). Ή άρχή αύτή έγινε καίριο σύνθημα καί γνώρισμα τής άντιοχειανής έρμηνευτικής. Ενδεικτικό άλλωστε τών ενδιαφερόντων του είναι χαμένο έργο του πού είχε ώς τίτλο «Τίς διαφορά θεωρίας καί αλληγορίας». Ή άποστροφή του αύτή τόν έκαμε φειδωλό καί στήν καλλιέργεια τής τυπολογίας, ' μολονότι κατανοεί όρθά τήν σχέση Παλαιας καί Καινής Διαθήκης. Πρόσωπα Ιστορικά, λέξεις καί πράγματα τής/ΙΔ έχουν άπό τόν έμπνευσμένο συγγραφέα τους άναφορά σέ πρόσωπα καί γεγονότα τήςΚΔ. Μέ τήν έννοια αύτή στήν ΠΔ έχουμε τύπους, πού συνιστοΰν προφητεία, εφόσον έκπληρώνονται καί νοηματοδοτοΰνται στήν ΚΔ.
"Ενα βήμα περισσότερο: ό Χριστός είναι παρών «θεωρηματικώς» έκεΐ όπου παρουσιάζονται «ίστορικώς» πρόσωπα τής ΠΔ (όπως π.χ. ό Δαβίδ, οί Μακκαβαΐοι, ό Σολομών: Ψαλμ. 2Γ 68’ 71).
Χριστολογία: οί δύο υιοί καί ή ένοίκηση τον Υίον τού Θεοϋ στόν υιό τής Μαρίας
Ό Άπολινάριος, πού γιά μεγάλα διαστήματα δροΰσε στην ’Αντιόχεια, έθεσε οριστικά τό χριστολογικό πρόβλημα καί προσπαθούσε νά δείξει τό πώς έγινε ή μίξη θείου καί ανθρωπίνου κατά την ένανθρώπηση. Ό Διόδωρος, πού ασφαλώς ακούσε καί γνώρισε τόν Άπολινάριο, έγραψε μετά τό 375 εναντίον του, γιά νά δείξει πώς δεν έγινε μίξη θείου καί άνθρωπίνου. Ό πρώτος άντιδρούσε στά περί δύο υιών ασαφώς λεχθέντα του άντιοχειανού Παύλου Σαμοσατέα, ό δεύτερος επηρεαζόταν από αυτά.
'Η ανάμιξη τού Διοδώρου μέ συγγραφή στις χριστολογικές συζητήσεις ύπήρξε περιστασιακή, μέ τήν έννοια ότι είχε άφορμή τά εναντίον του δύο έργα τού Άπολιναρίου («Λόγος συλλογιστικός κατά Διοδώρου πρός Ηράκλειον» καί «Πρός Διόδωρον ή τό κατά κεφά λαιον βιβλίον»). "Οσο καί νά ήταν όμως περιστασιακή, δεν πρέπει νά θεωρηθεί έπιφανειακή, διότι, άν ό Διόδωρος δεν μιλούσε συχνά γιά τό χριστολογικό θέμα, δέν θά έγραφε ό Άπολινάριος δύο έργα εναντίον του. Τό αποσπασματικά σωζόμενο έργο τού Διοδώρου «Κατά συνουσιαστών» άπευθύνεται κυρίως κατά τών άπολιναριστών καί αντανακλά τίς σχετικές συζητήσεις, πού είχαν τίς έξης προϋποθέσεις από πλευράς Διοδώρου:
α) Οι φύσεις τού Χριστού διατηρούνται κατά τήν ένανθρώπηση.
β) Η τέλεια ένωση δύο φύσεων σημαίνει τροπήμεταβολή καί άρα ύποβάθμιση τής φύσεως τού Λόγου τού Θεού. Ή προσπάθειά του λοιπόν εστιάζεται στήν γεφύρωση δύο αντίθετων δεδομένων: στήν διατήρηση τών φύσεων καί τήν μή τροπή αύτών κατά τήν ένωση. 'Η γεφύρωση έγινε εις βάρος τής ένώσεως, τήν όποια μετέβαλε σέ μή πραγματική, διαστρέφοντας τήν θεία οικονομία. ’Έτσι τίς βιβλικο θεολογικές φράσεις «ό λόγος σάρξ έγένετο» καί «ένηνθρώπησε» κατανοούσε ώς άπλή ένοίκηση τού Υιού τού Θεού σέ άλλον υίό, στόν υιό δηλαδή τής Μαρίας (Abramowski, σ. 33: Fragment 15 καί 42). Καί πρέπει νά λέμε γιά τόν Υίό τού Θεού «όχι έγινε άνθρωπος, άλλά σάν άνθρωπος» (Abram., σ. 33: Fragm. 14). Ή Ιδέα τήςένοικήσεως χρειάζεται δύο υιούς, τελείως διακρίνόμενους μεταξύ τους: ό ένας θείας φύσεως καί άτρεπτος, ό άλλος ανθρώπινης καί τρεπτός ό ένας έκ τού Θεού, ό άλλος έκ σπέρματος Δαβίδ, δηλαδή έκ τής Μαρίας. Ένώ ή Γραφή καί ή Παράδοση γνωρίζουν έναν Υίό, πού ώς θείος Λόγος «έσκήνωσε» στήν Παρθένο Μαρία, ώστε νά γεννηθεί ό Θεάνθρωπος
Χριστός, ό Διόδωρος επιμένει ότι ό Υιός τοϋ Θεοϋ ένοίκησε σε άλλον υιό καί μάλιστα εξηγεί ότι κάθε φύση μένει στά όριά της: «τά θνητά (= ή Μαρία) θνητόν γεννά» υιόν (Abram., σ. 40: Fragm. 22a) καί ό άκτιστος Θεός γεννά τόν άκτιστο Υιό του. Γι’ αυτό καί ή Μαρία δέν μπορούσε νά γεννήσει Χριστό. Διαφορετικά θά είχαμε τροπή τής κάθε μιάς φύσεως πρός εκείνο πού είναι ή άλλη. Θεωρεί τήν τέλεια ένωση των φύσεων τροπή καί σύγχυση των φύσεων:
«Ούκέτι μένει τά ίδια του Θεοϋ καί τά ίδια τής σαρκός έάν ένωσις ή, άλλά λύεσθαι τήν άκραν ένωσιν έάν κατά σάρκα τήν άκραν έ νωσιν όμολογώμεν τήν έκ Δαβίδ» (Abram., σ. 61: Fragm. 14D). «πώς σπέρμα τού Δαβίδ τό έκ τής θεϊκής ουσίας;... πώς τό κτιστόν άκτιστον... πώς δημιουργός τής κτίσεως ό καρπός τής Δαβίδ κοιλίας»; (Abram., σ. 61: Fragm. 143).
Συνέπεια τής θέσεως αύτής είναι καί ή διδασκαλία του ότι ή Μαρία ως άνθρωπος δέν είναι Θεοτόκος άλλ’ άνθρωποτόκος. Θεοτόκος μπορεί νά καλείται μόνο καταχρηστικά, επειδή στόν υιό της κατοίκησε ό Υιός τού Θεοϋ. Ό Διόδωρος ανατρέπει τήν όλη θεία οικονομία, έφόσον αντί γιά ένανθρώπηση, δηλαδή γέννηση άπό τήν Θεοτόκο, μιλάει γιά ένωση δύο υιών στό πρόσωπο τοϋ Χριστοϋ. Ή πραγματική ένανθρώπηση  ένσάρκωση σημαίνει γιά τόν Διόδωρο τροπή καί πάθος τής θείας φύσεως.
Οί αντιλήψεις αυτές όδηγοϋν αναγκαστικά στήν άποδοχή δύο υιών, όπως όρθά άντιπαρατήρησαν οί άπολιναρίστές. Τό δίλημμα προσπάθησε νά ξεπεράσει ό Διόδωρος μέ σοφιστική εξήγηση: ύπάρχουν δύο υιοί, ό έκ τοϋ Θεοϋ καί ό έκ τοϋ Δαβίδ (τής Μαρίας), άλλά ό Χριστός τόν όποιο προσκυνάμε είναι ένας (Abram., σ. 62: Fragm. VI).
Ό Υιός τοϋ Θεοϋ είναι ό κατεξοχήν Υίός, διότι «φύσει», δηλαδή κυριολεκτικά, υίός είναι μόνο ό τοϋ Θεοϋ. ’Αντίθετα ό τοϋ άνθρώ που είναι «χάριτι» υίός, δηλαδή άπό μόνος του δέν έχει υίότητα, τήν έχει μόνο επειδή ένοίκησε σ’ αύτόν ό Υίός τοϋ Θεοϋ. ’Άρα κάτι λείπει άπό τό είναι τοϋ υίοϋ τής Μαρίας καί ή έλλειψη αύτή κάνει δυνατή τήν εμφάνιση τών δύο υιών σ’ έναν Χριστό. Οί ερευνητές τονίζουν πάντα τήν φράση τοϋ χωρίου τούτου «δύο υίούς ού λέγω», γιά νά δείξουν ότι τελικά ό Διόδωρος μιλούσε γιά έναν υίό. Δέν πρόσεξαν όμως, ότι ό Διόδωρος άπλώς βεβαιώνει ότι δέν ύπάρχουν δύο υιοί τοϋ Δαβίδ (άνθρωποι) ή δύο υϊοΐ άπό τήν ούσία τοϋ Θεοϋ άλλά ύπάρχει πάντα ό ένας υίός καί ό άλλος υίός. Μόνο ό Χριστός είναι ένας «τέλειος πρό αιώνων ό υίός, τέλειον τόν έκ Δαβίδ άνείληφεν, υίός Θεοϋ υίόν Δαβίδ. Έρεΐς μοι, δύο ούν υίούς κηρύττεις; δύο υίούς τοϋ Δαβίδ ού λέγω, μή γάρ εϊπον τόν Θεόν Λόγον υίόν Δαβίδ· άλλ’ ούδέ δύο υίούς τοϋ Θεοϋ κατ’ ούσίαν λέγω μή γάρ δύο φημί έκ τής τοϋ Θεοϋ ούσίας, τόν πρό αιώνων Θεόν Λόγον λέγων κατφκηκέ ναι έν τφ έκ σπέρματος Δαβίδ» (Abram., σ. 56: Fragm. 42).
«Χάριτι υίός ό έκ Μαρίας άνθρωπος, φύσει δέ ό Θεός Λόγος· τό μέν χάριτι καί ού φύσει, τό δέ φύσει καί ού χάριτι»
 «ό Υίός του Θεού δι ούδένα φύσει γάρ ό Υιός ή δέ σαρξ υίός διά τόν υίόν..»
Οί δύο λοιπόν αντίπαλοι, Άπολινάριος καί Διόδωρος, έφθαναν στην ένότητα του προσώπου του Χριστού μέ τεχνητή μή ρεαλιστική επινόηση: ό ένας αποκλείοντας τόν ανθρώπινο νού από τόν Χριστό, ό άλλος θεωρώντας τόν υίό τής Μαρίας μόνο κατά χάριν υιό. Γι’ αυτό ό ένας όδήγησε στόν μονοφυσιτισμό καί ό άλλος άνοιξε τήν όδό πρός τόν νεστοριανισμό (δυοφυσιτισμό). Παρατηρούμε μάλιστα ότι οί δύο αυτοί θεολόγοι, έδωσαν διαφορετική λύση στό χριστολογικό πρόβλημα καί θεολόγησαν όπως θεολόγησαν, διότι δεν μπόρεσαν νά ύπερβοΰν τήν αριστοτελική αρχή, ότι δύο τέλεια («έντελή») δέν γίνονται ένα (βλ. Μεταφυσικά 1039α 910). Καί άκόμα διότι δέν είχαν έγκολπωθεΐ καί αφομοιώσει τήν θεολογία τής διακρΐσεως (ρύσεως καί ύποστάσεως των καππαδοκών Πατέρων, ώστε νά κατανοήσουν τήν «καθ’ ύπόστασιν» ένωση στόν Χριστό.
Ή θέση τον Διοδώρου στήν Εκκλησία
Τήν διδασκαλία τού Διοδώρου παρέλαβε καί διασάφησε ό μαθητής του Θεόδωρος Μοψουεστΐας ( + 428), στόν όποϊο στηρίχτηκε ό Νεστόριος ( + 450/2) καί γενικά οί ανατολικοί, πού απέκλειαν τήν πραγματική ένωση των φύσεων τού Χριστού.
Οί άντιλήψεις τού Διοδώρου δέν προσέχτηκαν έγκαιρα καί άν προσέχτηκαν άφέθηκαν νά λησμονηθούν, διότι άρχικά δέν δημιούργησαν όμάδα, ή όποια νά τίς προβάλλει, όπως έγινε μέ τίς αντιλήψεις τού Άπολιναρίου. "Αλλωστε ή θεμελιωμένη ορθόδοξη απάντηση των καππαδοκών στόν Άπολινάριο δόθηκε άπό τό 382 καί μετά, κάτι πού σημαίνει ότι άργησε ό Διόδωρος νά έχει στήν διάθεσή του όρθό δοξα χριστολογικό κείμενα. Άκόμα, ή διαμάχη μεταξύ Διοδώρου καί Άπολιναρίου διατυπώθηκε γραπτά ίσως μετά τό 381. "Ετσι στήν συνείδηση τής Εκκλησίας μέχρι τό τέλος τού Δ' αί. ό Διόδωρος ήταν ένθερμος ύποστηρικτής των άποφάσεων τής Νίκαιας (325) καί συνεργάτης καί φίλος επιφανών όρθοδόξων (Μελετίου Αντιόχειας, Μεγάλου Βασιλείου κ.ά.), λόγοι γιά τούς όποιους διώχτηκε συχνά κι έγινε ομολογητής τής πίστεως. Ενδεικτικό τού κλίματος αυτού είναι ότι σέ διάταγμα τού Μ. Θεοδοσίου (30.7.381) ορίζεται ότι όρθή πίστη στήν Ανατολή έχουν όσοι κοινωνοΰν (αναγνωρίζουν) μέ τόν Διόδωρο καί τόν Πελάγιο Λαοδικείας. Αλλά καί ό ’Ιωάννης Χρυσόστομος έγκωμιάζει μέ θέρμη τόν παλαιό του δάσκαλο, τόν όποιο άποκαλεΐ σοφό πατέρα καί «ζώντα μάρτυρα» γιά όσα ύπέφερε χάριν τής πίστεως (PG 52, 761 έξ.).
Τό κλίμα όμως άλλαξε τόν Ε' αιώνα, μάλιστα άπό τό 429, όταν συνειδητοποιήθηκε ή κακοδοξΐα τοϋ Νεστορίου καί όταν ό Κύριλλος ’Αλεξάνδρειάς έγραψε (438) κατά τής χριστολογίας τοϋ Διόδωρου, νομίζοντας μάλιστα σέ μία περίπτωση ότι καταπολεμεί άπόψεις τοϋ Θεοδώρου Μοψουεστίας. ’Έκτοτε οί ορθόδοξοι τόν θεωροϋσαν πρόδρομο τοϋ Νεστορίου ή τηρούσαν έναντι του στάση εφεκτική, ένώ οί νεστοριανοί τόν τιμούσαν ώς έναν των τριών πατέρων τής διδασκαλίας τους. Τελικά καταδικάστηκε συνοδικά τό 499 στήν Κωνσταντινούπολη καί τό 508 καί 509 στήν ’Αντιόχεια. Παρατηρούμε ότι άν ό Θεόδωρος Μοψουεστίας δέν τόνιζε τίς απόψεις τοϋ Διοδώ ρου καί άν δέν είχε εμφανιστεί ό νεστοριανισμός, οί παρεκκλίσεις τοϋ Διοδώρου θά είχαν λησμονηθεί.
Βίος
Ό Διόδωρος γεννήθηκε άπό γονείς επιφανείς κατά την β' ή τήν γ' δεκαετία τοΰ Δ' αιώνα μάλλον στήν ’Αντιόχεια, όπου έλαβε τήν εγκύκλια μόρφωση. ’Ανώτερη παιδεία έλαβε στήν ’Αθήνα, όπου απέκτησε εύρεία γνώση τής έθνικής σοφίας καί δή τής ρητορικής τέχνης, τήν όποια τοΰ αναγνώριζε καί αύτός ό Ίουλιανός ('Επιστολή 90Β τοΰ έτους 363). Ό τελευταίος συγχρόνως τόν ονείδιζε γιά τήν ώχρότητα καί τήν άσθενικότητά του, όφειλόμενη στήν αυστηρή άσκηση πού ό Διόδωρος επέβαλλε στόν έαυτό του καί στούς μαθητές του αργότερα. Στά θεολογικά γράμματα τόν εΐσήγαγαν ό Σιλουα νός Ταρσού καί ό Ευσέβιος Έμέσης (+ 359). ’Έζησε κι έδρασε στίς δεκαετίες τοΰ άντιοχειανοΰ σχίσματος (330  τέλος σχεδόν τοΰ Δ' αί.) καί τής έπικρατήσεως των άρειανών, εναντίον των όποιων καί των άλλων αιρετικών άγωνιζόταν συνεχώς. Μάλλον λίγο πρίν ή περί τό 360 ίδρυσε μέ τόν Καρτέριο έξω άπό τήν ’Αντιόχεια τό περίφημο Άσκητήριον, είδος έρμη νευτικής καί κατηχητικής σχολής, ή όποια έγινε τό κέντρο άντιστάσεως κατά τοΰ άρειανισμοΰ καί δή ό τόπος όπου άποσαφηνίστηκαν οί έρμηνευ τικές τάσεις τών άντιοχειανών. Έκεΐ τόν παρακολούθησαν πολλοί μαθητές μεταξύ τών όποιων ό ’Ιωάννης Χρυσόστομος καί ό Θεόδωρος Μοψουεστίας.
Περί τό 360 μέ τόν Φλαβιανό εΐσήγαγε στήν έλληνόφωνη συριακή Εκκλησία τήν άντιφωνική ψαλμωδία, τήν οποία ήδη χρησιμοποιούσε ή συρό φωνη Εκκλησία καί δή οί άρειανικοί κύκλοι. Τό 362/3 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος άπό τόν ορθόδοξο έπίσκοπο ’Αντιόχειας Μελέτιο (360-381), τίς ποιμαντικές ευθύνες τοΰ όποιου άνέλαβε στήν πόλη, όταν ό τελευταίος εξορίστηκε άπό τόν Ούάλη (μέχρι τό 378). ’Αλλά καί ό ίδιος ό Διόδωρος άναγκαζόταν νά ποιμαίνει τούς όρθοδόξους τής ’Αντιόχειας κρυπτόμενος έξω τής πόλεως, ένώ γιά κάποια διαστήματα έξορίστηκε έπίσημα, όπως τό 372. Τότε, στά Γήτασα τής Μικρής ’Αρμενίας, όπου ζοϋσε ό Μελέτιος, γνώρισε ό Διόδωρος τόν Μ. Βασίλειο (Έπιστ. 99, 3 135), μέ τόν όποιο είχε αλληλογραφία καί τοϋ οποίου ζητούσε την γνώμη γιά δύο διατριβές του. Νωρίτερα ό Ίουλιανός (361-363) λοιδόρησε τόν Διόδωρο, Αναγνωρίζοντας τά προσόντα του καί υποσχόμενος νά γράψει εναντίον του ειδικό έργο, πού δέν πρόλαβε όμως νά συντάξει.
Τό 378, όταν  μέ τόν θάνατο τοΰ Ούάλη έπανήλθαν οί όρθόδοξοι έξόρι στοι έπίσκοποι στίςέπισκοπές τους, ό Μελέτιος χειροτόνησε τόν Διόδωρο έπίσκοπο Ταρσού τής Κιλικίας. Τό 381 συνοδέυσε τόν Μελέτιο στην Β' Οικουμενική Σύνοδο τής Κωνσταντινουπόλεως. Μνημονεύεται σέ πηγές γιά τελευταία φορά τό 391, ενώ τό 393 ό 'Ιερώνυμος στό De virisillustribus (119) δέν τόν μνημονεύει ως ζώντα καί τό 394 στην Ταρσό έπίσκοπος ήταν κάποιος Φαλέριος ή Βαλέριος. ’Άρα ό Διόδωρος πέθανε περί τό 392.
ΕΡΓΑ
'Η συγγραφική δραστηριότητα τοΰ Διοδώρου ήταν εξαιρετικά ποικίλη καί σχεδόν πληθωρική: διατριβές φιλοσοφικές, κοσμολογίας, φυσικής καί Αστρονομίας σχόλια καί υπομνήματα ερμηνευτικά· μελέτες Αντιαιρετικές καί γενικά θεολογικές. Ό σύρος Barhadbesaba’ Arbaya άνεβάζει τόν αριθμό τών έργων τοΰ Διοδώρου. Σαφή όμως εικόνα τής συγγραφικής δράσεως τοΰ Διοδώρου παρέχει τό λεξικό Σουΐδα, στό όποιο δίδεται κατάλογος 35 περίπου έργων, τά όποια σημείωνε ό Θεόδωρος Αναγνώστης σέ χαμένο έργο του:
«Έρμηνείαι  εις τήν παλαιάν πάσαν Γένεσιν, "Εξοδον καί έφεξής. 

Είς Ψαλμούς. 
Εις τάς δ' Βασιλείας. 
ΕΙς τά ζητούμενα τών Παραλειπομένων.
 Εις τάς Παροιμίας. 
Τίς διαφορά θεωρίας καί Αλληγορίας.
 Είς τόν ’Εκκλησιαστήν. 
Είς τό Ασμα τών Ασμάτων.
Είς τούς Προφήτας. 
Χρονικόν διηγού μενον τό σφάλμα Ευσεβίου τοϋ Παμφίλου περί τών χρόνων. 
Είς τά δ' Εύαγγέλια. 
Είς τάς Πράξεις τών ’Αποστόλων.
 Εις τήν έπιστολήν Ίωάν νου τοΰ Εύαγγελιστοϋ.
Περί τοϋ είς Θεός έν Τριάδι. 
Κατά Μελχισεδέκ
Κατά ’Ιουδαίων.
Περί νεκρών άναστάσεως.
Περί ψυχής, κατά διαφόρων περί αύτής αιρέσεων.
 Πρός Γρατιανόν κεφάλαια. 
Κατά Αστρονόμων καί Αστρολόγων καί ειμαρμένης. 
Περί σφαίρας καί τών ζ' ζωνών καί τής έναντίας τών Αστέρων πορείας. 
Περί τής Ιππάρχου σφαίρας. Περί προνοίας. Κατά Πλάτωνος περί Θεοϋ καί θεών. Περί φύσεως καί Ολης, έν φ τί τό δίκαιόν έστι. 
Περί Θεοϋ καί όλης έλληνικής πεπλασμένης. "Οτι αί Αόρατοι φύσεις ούκ έκ τών στοιχείων, Αλλ’ έκ μηδενός μετά τών στοιχείων έδημιουργήθησαν. Πρός Εύφρόνιον φιλόσοφον, κατά πεΰσιν καί α πόκρισιν. Κατά Άριστοτέλους περί σώματος οΰρανίου. Πώς θερμός ό ήλιος. Κατά τών λεγόντων ζώον τόν ούρανόν. Περί τοϋ πώς Αεί μέν ό δημιουργός, ούκ Αεί δέ τά δημιουργήματα. Πώς τό θέλειν καί τό μή θέλειν έπί Θεοϋ Αιδίου όντος. Κατά Πορφυρίου περί ζώων καί θυσιών» (Suidae Lexicon, έκδ. A. Adler, II, Leipzig 1931, σ. 103).


Δυστυχώς τά έργα του καταλόγου αύτοϋ χάθηκαν πλήν αρκετών έρμη νευτικών άποσπασμάτων καί του «Κατά ειμαρμένης». Πάντως ό κατάλογος δείχνει τό ευρύ φάσμα τών ενδιαφερόντων τοΰ Διοδώρου, άκόμη καί άν οΐ τίτλοι προϋποθέτουν πολύ σύντομες διατριβές ή κεφάλαια μόνο βιβλίων. Περιέργως δέν μνημονεύεται ή χριστολογική κατά τοϋ άπολιναρι σμοϋ μελέτη τοϋ Διοδώρου «Κατά συνονσιαστών», τής όποιας όμως άντι αιρετικοί συγγραφείς εύτυχώς διέσωσαν άποσπάσματα. ’Από τά σωζόμε να κείμενά του ό Διόδωρος άποδεικνύεται καλός χειριστής τοϋ λόγου, σαφής κι έπιγραμματικός, αλλά όχι πολύ ικανός γιά θεολογικές τομές καί βαθιές άναλύσεις.
Κατά ειμαρμένης. Ό Φώτιος διέσωσε τό μεγαλύτερο καί τό σπουδαιότερο μέρος τοϋ έργου αύτοϋ, πού είναι άπό τίς πρώτες καί σημαντικότερες διατριβές τοϋ Διοδώρου (Βιβλιοθήκη 223).
Απόσπασμα έργου κατά άστρολόγων ή αστρονόμων.
Εις τήν Όκτάτευχον. Άποσπάσματα. Στίς Σειρές έπισημάνθηκαν 91 σχόλια μέ τό όνομα τοϋ Διοδώρου, άλλά ό Deconinck έδειξε ότι άπό αύτά τά 910, 12, 75, 82α, 83, 88 καί 90 είναι τοϋ Θεοδωρήτου Κύρου καί τά 84 καί 87 τοϋ Εύσεβίου Έμέσης. Ό Devreesse έξέδωσε καί άλλα σχόλια άπό τόν κώδικα Coislin. 113. Φαίνεται ότι άνήκαν όλα σέ έργο τοϋ τύπου «Προβλήματα καί λύσεις» καί όχι σέ κανονικό ύπόμνημα στήν ’Οκτάτευχο.
Εις Βασιλειών Α'Β', άποσπάσματα.
Εις τήν "Εξοδον. Άποσπάσματα, σώζονται στήν λατινική.
Εις τήν πρός Ρωμαίους. Άποσπάσματα άπό ύπόμνημα στήν έπιστολή αύτή.
Κ. STAAB, Pauluskommentare aus der griechischen Kirche, Munster 1933, σσ. 83-112.
Κατά συνουσιαστών. Άποσπάσματα. Πρόκειται γιά τό κυρίως θεολογι κό του έργο, γραμμένο μάλλον μετά τό 375, πρός άντιμετώπιση τών κακό δοξιών τοϋ Άπολιναρίου, ό όποίος ιδιαίτερα άπό τήν εποχή αυτή καί μετά έκανε πολύ αισθητή τήν παρουσία του στήν Αντιόχεια. Σ’ αυτό βρίσκουμε τίς χριστολογικές αντιλήψεις καί παρεκκλίσεις του, πού έντυπωσιακά λείπουν άπό τά έρμηνευτικά του άποσπάσματα. ’Αποσπάσματα τοϋ έργου σώζονται καί στήν συριακή (CPG II 3820).
’Αμφιβαλλόμενο.
Υπόμνημα εις τούς Ψαλμούς. Σημαντικό δείγμα τής άντιοχειανής έρμη νευτικής. Στόν κώδικα Coisl. 275 τό κείμενο τούτο έχει τήν ένδειξη «Ώς άπό φωνής 'Αναστασίου Μητροπολίτου Νίκαιας». Σύγχρονοι ερευνητές (L. Maries, Μ. Rondeau, J.M. Olivier) άποδίδουν τό έργο στόν Διόδωρο Ταρσού, ενώ άλλοι αμφιβάλλουν ή άρνοϋνται τήν άποψη αύτή (Μ. Richard, R. Devreesse κ.ά.). Πάντως είναι σαφές ότι τό υπόμνημα τοϋτο έχει πολλή σχέση μέ τήν ερμηνευτική τοϋ Διοδώρου, όπως έδειξε σύγκρισή του μέ τά σω ζόμενα έρμηνευτικά σχόλια τοϋ Διοδώρου, καί χρησιμοποιήθηκε άπό τόν Θεόδωρο Μοψουεστίας στό άνάλογο ύπόμνημά του.
Νόθα
5Αποσπάσματα υπομνημάτων εις τούς Κριτάς, A' Βασιλειών καί είς τούς Ψαλμούς (PG 33, 1587-1616) ανήκουν στόν Δίδυμο Τυφλό. Κείμενα επιστολικά μέ τό όνομα τοϋ Διοδώρου είχε κάποιος κυκλοφορήσει ήδη περί τό 373. Βλ. ’Επιστολή 160, 1 τοϋ Μ. Βασιλείου.




Πρώτη αποκλειστική  εισαγωγή και δημοσίευση  κειμένων  στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο απο το Βιβλίο :
ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ Β'
+ΣΤΥΛ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Η ηλεκτρονική επεξεργασία  μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο , για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο

©ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
 http://www.alavastron.net/






















Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |