ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Γιὰ τοὺς δαιμονισμένους

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Γιὰ τοὺς δαιμονισμένους




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Γιὰ τοὺς δαιμονισμένους

 Γέροντα, στὸν δαιμονισμένο τῶν Γαδαρηνῶν1 πόσοι δαίμονες κατοικοῦσαν;
– «Δαιμόνια πολλά»2, γράφει τὸ Εὐαγγέλιο. Γι᾿ αὐτὸ εἶπε ὁ δαιμονισμένος ὅτι τὸ ὄνομά του ἦταν «λεγεών»3. Καὶ βλέπετε, ὅπως σὲ ἕναν δαιμονισμένο μπορεῖ νὰ κατοικοῦν ἕνα σωρὸ δαίμονες, ἔτσι καὶ στὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ μπορεῖ νὰ χωρέσουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι. Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς χωράει, πόσο μᾶλλον οἱ Ἅγιοι! Μεγάλα μυστήρια! Μιὰ φορά, ὅταν ἤμουν στὸ Καλύβι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, χτύπησε κάποιος τὸ καμπανάκι. Κοίταξα ἀπὸ  τὸ  παράθυρο,  καὶ  τί  νὰ δῶ!  Ἕναν  ἄνδρα ποὺ  τὸν  ἀκολουθοῦσε μιὰ ὁλόκληρη φάλαγγα δαιμόνων, ἕνα μαῦρο σμῆνος! Πρώτη φορὰ εἶδα νὰ ἐξουσιάζουν ἕναν ἄνθρωπο τόσοι δαίμονες. Αὐτὸς ἦταν μέντιουμ· εἶχε ἀνακατέψει εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας μὲ ἐπικλήσεις δαιμόνων, χριστιανικὰ βιβλία μὲ μαγικά, καὶ μετὰ τὸν ἐξουσίαζαν οἱ δαίμονες. Φοβερό! Πολὺ στενοχωρέθηκα.

Μερικοὶ ψυχίατροι καὶ τοὺς δαιμονισμένους τοὺς θεωροῦν ψυχοπαθεῖς. Μερικοὶ
ἱερεῖς πάλι κάποιους ψυχοπαθεῖς τοὺς βγάζουν δαιμονισμένους. Ἐνῶ, ἕνας ψυχοπαθής, γιὰ νὰ βοηθηθῆ, πρέπει νὰ πάη ἀλλοῦ, ἕνας δαιμονισμένος ἀλλοῦ. Ὁ ψυχίατρος πῶς μπορεῖ νὰ βοηθήση τὸν δαιμονισμένο4;
– Γέροντα, ἕνας δαιμονισμένος εἶναι σὲ θέση νὰ καταλάβη σὲ τί ἔφταιξε καὶ
δαιμονίσθηκε;
– Ναί, μπορεῖ νὰ τὸ καταλάβη, ἐκτὸς ἂν ἔχη πάθει καὶ τὸ μυαλό του, ὁπότε
εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ βοηθηθῆ. Ἂν εἶναι μόνο δαιμονισμένος, μπορεῖς πιὸ εὔκολα νὰ συνεννοηθῆς μαζί του καὶ νὰ τὸν βοηθήσης, ἀλλὰ πρέπει νὰ κάνη ὑπακοή. Ἀλλιῶς πῶς νὰ βοηθηθῆ;
Μιὰ φορὰ ἦρθε στὸ Καλύβι ἕνας ἀπὸ τὴν νότια Ἑλλάδα, ποὺ εἶχε πάει στοὺς
Ἰνδούς, καὶ εἶχε δαιμονισθῆ. Ἔλεγε κάτι βρισιὲς καὶ ἔβγαζε ἀπὸ τὸ στόμα του ἀφρούς. Τὰ μάτια του ἦταν ὀρθάνοιχτα, ἄγρια. Τοῦ ἔλεγα: «μὴ λὲς αὐτὲς τὶς βλασφημίες, γιατὶ ἔτσι καλεῖς τὰ δαιμόνια», δὲν ἄκουγε. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ζητοῦσε νὰ τὸν βοηθήσω.
«Βοήθησέ με, ἔλεγε, μόνον ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ βοηθήσης». «Ἔμ, πῶς νὰ σὲ βοηθήσω;
τοῦ λέω. Θέλεις νὰ προσευχηθῶ, γιὰ νὰ λυτρωθῆς μὲ τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ, κι ἐσὺ καλεῖς τὰ δαιμόνια. Πήγαινε νὰ ἐξομολογηθῆς, νὰ σοῦ διαβάσουν ἐξορκισμοὺς καὶ ἔλα μετὰ νὰ συζητήσουμε». «Δὲν πηγαίνω», μοῦ λέει. «Ἔλα μέσα νὰ σοῦ βάλω λαδάκι ἀπὸ τὸ κανδήλι», τοῦ λέω. «Δὲν θέλω. Θέλω νὰ μὲ βοηθήσης». Πῆγε μετὰ πιὸ πέρα καὶ κουβέντιαζε μὲ κάποιον. Κάποια στιγμὴ ποὺ ἔλεγα σὲ μιὰ συντροφιὰ ὅτι ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τὶς δοκιμασίες γιὰ τὴν σωτηρία μας, φώναξε ἀπὸ πέρα: «Ρὲ σύ, γιατί λὲς πῶς  ἐργάζεται    Θεός,  γιὰ  νὰ  σωθοῦν  οἱ  ἄνθρωποι;  Ἔχουμε    ἕναν  πατέρα  στὸν





οὐρανὸ   καὶ   ἕναν   στὴν   γῆ   καὶ   πιὸ   πάνω   εἶναι   ἕνας   ἄρχοντας5».   «Πάψε   τὶς
δαιμονολογίες», τοῦ λέω, καὶ ἔλεγα τὴν εὐχή. «Τώρα μὲ μπέρδεψες», μοῦ λέει. «Φύγε»,
τοῦ εἶπα καὶ τὸν τίναξα πέρα. Ἔγινε κουβάρι. «Ἐσὺ μὲ ποιόν εἶσαι;», μὲ ρωτάει. «Μὲ τὸν Χριστό», τοῦ λέω. «Ψέματα λές, μοῦ λέει, δὲν εἶσαι μὲ τὸν Χριστό, ἀφοῦ ἐγὼ εἶμαι ὁ Χριστὸς κι ἐσὺ μὲ χτυπᾶς». Τοῦ τὰ παρουσιάζει ἀνάποδα ὁ διάβολος.
– Αὐτὰ τὰ λέει ὁ διάβολος;
– Ναί, ὁ διάβολος, ἀλλά, βλέπεις, ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τὸ κουράγιο νὰ ἔρθη μέχρι τὸ Ἅγιον Ὄρος. Γιὰ νὰ ξεκινήση ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη τῆς Ἑλλάδος νὰ ἔρθη στὸ Ὄρος σὲ τέτοια κατάσταση, εἶναι μεγάλο πράγμα! Ἀλλὰ δὲν ἀκούει καὶ γίνεται χειρότερα. Ἂν ἔκανε ὑπακοή, θὰ βοηθιόταν.


Μὲ τὴν ἑωσφορικὴ ὑπερηφάνεια μπορεῖ νὰ δαιμονισθῆ ὁ ἄνθρωπος


Ὅποιος ἔχει πολλὴ ὑπερηφάνεια εἶναι σκοτισμένος. Τὸ μυαλό του εἶναι ἀνταριασμένο, εἶναι σὰν νὰ ἔχη καυσαέρια. Κάνει χοντρὰ σφάλματα καὶ δὲν τὸ καταλαβαίνει.  «Ἐγώ,  μοῦ  εἶπε  κάποιος,  ὅλους  τοὺς  ἀγαπῶ·  καὶ  τὸν  διάβολο  τὸν ἀγαπῶ· δὲν εἶναι κακός...». «Τί λές, βρέ; τοῦ λέω. Ἂν ὁ Θεὸς ἄφηνε τελείως ἐλεύθερο τὸν διάβολο, θὰ μᾶς εἶχε ξεκάνει ὅλους. Ποιός εἶδε χαΐρι ἀπὸ τὸν διάβολο, γιὰ νὰ δῆς κι ἐσύ;». Ἔχει φθάσει ὅμως σὲ τέτοια σκότιση, πού, ὅ,τι κι ἂν τοῦ πῆς γιὰ νὰ τὸν βοηθήσης, δὲν καταλαβαίνει. Λέει ὅτι τὸν καταπιέζεις! Καταπίεση εἶναι αὐτή; Ἄντε τώρα νὰ τοῦ βγάλης αὐτὸν  τὸν λογισμό... Δὲν εἶναι  τρελλός, ἀφοῦ τὸ μυαλό  του δουλεύει. Πρέπει νὰ καταλάβη ὅτι εἶναι ἄρνηση, εἶναι βλασφημία αὐτὸ ποὺ λέει.
Ἔτσι φθάνουν σιγὰ-σιγὰ στὴν σατανολατρία. Ἂν δῆς σατανολάτρες, φαίνονται ὅτι εἶναι κυριευμένοι ἀπὸ τὸν διάβολο. Βλέπεις ἕναν δαιμονισμὸ ἐπάνω τους. Καὶ τὰ καημένα τὰ παιδιὰ τὰ κατευθύνουν ἐκεῖ ποὺ θέλουν αὐτοὶ μὲ σατανικὲς μουσικές. Φθάνουν νὰ ἐπικαλοῦνται τὸν σατανᾶ. Ἔχω ἀκούσει ὅτι μερικοὺς δίσκους «ρόκ», ἂν τοὺς γυρίσης ἀνάποδα6, θὰ ἀκούσης τραγούδια μὲ τὰ ὁποῖα ἐπικαλοῦνται τὸν σατανᾶ. Ἔχουν μέχρι καὶ δοξολογία στὸν σατανᾶ: «Σ᾿ ἐσένα ἀφιερώνομαι, σατανᾶ». Φοβερό!
– Δηλαδή, Γέροντα, μπορεῖ ἡ ὑπερηφάνεια νὰ ὁδηγήση στὸν δαιμονισμό;
– Ναί. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι κάποιος κάνει ἕνα σφάλμα καὶ δικαιολογεῖ τὸν ἑαυτό
του. Ἂν τοῦ ποῦν οἱ ἄλλοι μιὰ κουβέντα, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν, λέει ὅτι τὸν ἀδικοῦν, πιστεύει ὅτι εἶναι καλύτερος ἀπὸ ἐκείνους καὶ τοὺς κατακρίνει. Ὕστερα ἀρχίζει σιγὰ- σιγὰ νὰ κρίνη τοὺς Ἁγίους. Πρῶτα τοὺς νεώτερους, μετὰ τοὺς παλαιότερους: «Ἐκεῖνος δὲν ἔκανε θαύματα, ὁ ἄλλος ἔκανε ἐκεῖνο...». Ἔπειτα ἀπὸ λίγο προχωρεῖ καὶ ἀρχίζει νὰ κρίνη τὶς Συνόδους: «καὶ οἱ Σύνοδοι μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀποφάσιζαν...», ἑπομένως καὶ οἱ Σύνοδοι κατὰ τὴν γνώμη του δὲν ἔχουν ἀκρίβεια. Καὶ τελικὰ φθάνει νὰ λέη:
«Καὶ ὁ Θεὸς γιατί νὰ τὸ κάνη ἐκεῖνο ἔτσι;». Ἔ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος φθάνη σὲ τέτοιο σημεῖο, δὲν τρελλαίνεται· δαιμονίζεται.
Εἶχε ἔρθει στὸ Καλύβι μὲ τὸν πατέρα του ἕνας δαιμονισμένος ποὺ ἔλεγε ὅτι εἶναι  θεός.  Εἶχε  πάει  σὲ  ἕναν  πνευματικὸ  ἔξω  στὸν  κόσμο,  κι  ἐκεῖνος,  ἐπειδὴ



φοβήθηκε μήπως ὁ διάβολος τοῦ ὁρμήση, τοῦ εἶπε: «Εὐλόγησέ με»! Τί νὰ πῆς; Τέλος
πάντων! Ἔλεγε μετὰ στὸν πατέρα του: «Νὰ δῆς, καὶ ὁ πατὴρ Παΐσιος θὰ παραδεχθῆ
ὅτι εἶμαι θεός». Βάζει στοίχημα μὲ τὸν πατέρα του σὲ ὅσα χρήματα εἶχαν μαζί τους ὅτι θὰ τὸν παραδεχθῶ γιὰ θεό. Μόλις ἄρχισα νὰ κάνω κομποσχοίνι, τινάχθηκε ὄρθιος.
«Τί κάνεις ἐσὺ μ᾿ αὐτό; φώναξε. Ἐγὼ ἔχω κάνει ὅλες τὶς ἁμαρτίες. Ἔχω κάνει κι ἐκείνη κι ἐκείνη τὴν ἁμαρτία... Ἔχω τὸν διάβολο μέσα μου καὶ ἔχω θεοποιηθῆ. Πρέπει νὰ παραδεχθῆς ὅτι εἶμαι θεός. Ἐσύ, βρέ, τίποτε δὲν ἔκανες, μοῦ λέει. Κάνεις συνέχεια βοὺρ-βοὺρ μ᾿ αὐτό!». Ἔλεγε κάτι βαρειὲς κουβέντες! Εἶχα ἀγανακτήσει. «Ἄντε, φύγε ἀπὸ ᾿δῶ, χαμένε», τοῦ λέω. Τοῦ ἔδωσα ἕνα ξεσκόνισμα γερό. Ἀγρίεψε, ἔγινε θηρίο. Βγάζει τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν τσέπη του, τὰ πετάει στὸν πατέρα του: «Πάρ᾿ τα, λέει, ἔχασα τὸ στοίχημα».


Οἱ δαιμονισμένοι ἀντιδροῦν σὲ ὁτιδήποτε ἱερὸ


– Γέροντα, πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ καταλάβη ἂν κάποιος εἶναι δαιμονισμένος καὶ ὄχι ψυχοπαθής;
– Αὐτὸ καὶ ἕνας ἁπλὸς γιατρός, εὐλαβής, μπορεῖ νὰ τὸ καταλάβη. Ὅσοι πάσχουν ἀπὸ δαιμόνιο, ὅταν πλησιάσουν σὲ κάτι ἱερό, τινάζονται. Ἔτσι φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι ἔχουν δαιμόνιο. Λίγο ἁγιασμὸ ἂν τοὺς δώσης ἢ μὲ ἅγιο Λείψανο ἂν τοὺς σταυρώσης, ἀντιδροῦν, ἐπειδὴ στρυμώχνονται μέσα τους τὰ δαιμόνια, ἐνῶ, ἂν ἔχουν ψυχοπάθεια, δὲν ἀντιδροῦν καθόλου. Ἀκόμη καὶ ἐπάνω σου ἂν ἔχης ἕναν σταυρὸ καὶ τοὺς πλησιάσης, ἀνησυχοῦν, ταράζονται. Κάποτε σὲ μιὰ ἀγρυπνία στὸ Ἅγιον Ὄρος μοῦ εἶπαν οἱ πατέρες ὅτι ἔχουν τὸν λογισμὸ πὼς κάποιος λαϊκὸς ποὺ ἦταν ἐκεῖ εἶχε δαιμόνιο. Κάθησα στὸ διπλανὸ στασίδι καὶ ἀκούμπησα ἐπάνω του τὸν σταυρό μου ποὺ ἔχει Τίμιο Ξύλο. Τινάχθηκε ἐπάνω· σηκώθηκε καὶ πῆγε στὴν ἄλλη μεριά. Ὅταν ἔφυγε λίγο ὁ κόσμος, πῆγα μὲ τρόπο δίπλα του. Πάλι τὰ ἴδια. Κατάλαβα ὅτι πράγματι εἶχε δαιμόνιο.
Ὅταν μοῦ φέρνουν στὸ Καλύβι παιδάκια καὶ μοῦ λένε ὅτι ἔχουν δαιμόνιο, γιὰ
νὰ διαπιστώσω ἂν εἶναι δαιμονισμένα, μερικὲς φορὲς παίρνω ἕνα τεμάχιο ἁγίου Λειψάνου τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου καὶ τὸ κρύβω στὴν χούφτα μου. Καὶ νὰ δῆτε, ἐνῶ ἔχω κλειστὰ καὶ τὰ δυὸ χέρια μου, τὸ παιδάκι, ἂν ἔχη δαιμόνιο, κοιτάζει φοβισμένο τὸ χέρι μὲ τὸ ὁποῖο κρατῶ τὸ ἅγιο Λείψανο. Ἂν ὅμως δὲν ἔχη δαιμόνιο, ἀλλὰ λ.χ. κάποια ἀρρώστια ἐγκεφαλική, δὲν ἀντιδρᾶ καθόλου. Ἄλλοτε πάλι τοὺς δίνω νερὸ στὸ ὁποῖο προηγουμένως ἔχω βουτήξει τεμάχιο ἁγίου Λειψάνου, ἀλλά, ἂν ἔχουν δαιμόνιο, δὲν τὸ πίνουν· ἀπομακρύνονται. Σὲ ἕνα δαιμονισμένο παιδάκι ἔδωσα μιὰ φορὰ νὰ φάη πρῶτα γλυκά, γιὰ νὰ διψάση πολύ, καὶ μετὰ τοῦ ἔφερα ἀπὸ αὐτὸ τὸ νερό. «Στὸν Γιαννάκη, εἶπα, θὰ δώσω πιὸ καλὸ νερό». Μόλις ἤπιε λίγο, ἄρχισε νὰ φωνάζη: «Αὐτὸ τὸ νερὸ μὲ καίει. Τί ἔχει μέσα;». «Τίποτε», τοῦ λέω. «Τί μὲ κάνεις; μὲ καίει», φώναζε.
«Δὲν καίει ἐσένα· κάποιον ἄλλον καίει», τοῦ λέω. Τὸ σταύρωνα στὸ κεφάλι, καὶ τινάζονταν τὰ χέρια, τὰ πόδια του... Ἔπαθε δαιμονικὴ κρίση. Τὸ δαιμόνιο τὸ ἔκανε ἕνα κουβάρι.
Θυμᾶστε κι ἐκεῖνον τὸν φοιτητὴ ποὺ εἶχε ἔρθει ἐδῶ παλιά; «Ἔχω μέσα μου
δαιμόνιο, μοῦ ἔλεγε, καὶ μὲ τυραννάει πολύ. Περνάω μαρτύριο ἀπὸ τὸν δαίμονα, γιατὶ μὲ ἀναγκάζει νὰ λέω καὶ αἰσχρά. Ἔχω φθάσει σὲ ἀπελπισία. Αἰσθάνομαι νὰ μὲ πιέζη μέσα μου, νὰ μὲ σφίγγη πότε ἐδῶ, πότε ἐκεῖ», καὶ ὁ καημένος ἔδειχνε τὴν κοιλιά του,

τὸ  στῆθος,  τὰ  πλευρά,  τὰ  χέρια.  Ἐπειδὴ  ἦταν  πολὺ  εὐαίσθητος,  γιὰ  νὰ  μὴν  τὸν
πληγώσω  καὶ  γιὰ  νὰ  τὸν  παρηγορήσω,  τοῦ  εἶπα:  «Κοίταξε,  δὲν  ἔχεις  μέσα  σου
δαιμόνιο· μιὰ ἐξωτερικὴ δαιμονικὴ ἐπίδραση εἶναι ἐπάνω σου». Ὅταν πήγαμε στὴν ἐκκλησία, εἶπα στὶς  ἀδελφὲς ποὺ ἦταν ἐκεῖ νὰ κάνουν εὐχὴ γιὰ τὸ δυστυχισμένο πλάσμα τοῦ Θεοῦ, κι ἐγὼ πῆρα ἀπὸ τὸ Ἱερὸ ἕνα τεμάχιο ἁγίου Λειψάνου τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, τὸν πλησίασα καὶ τὸν ξαναρώτησα: «Σὲ ποιό σημεῖο σὲ πιέζει καὶ σὲ βασανίζει ὁ δαίμονας; Ποῦ νομίζεις ὅτι βρίσκεται;». Μοῦ ἔδειξε τότε τὰ πλευρά του.
«Ποῦ, ἐδῶ;», τὸν ρώτησα καὶ ἀκούμπησα ἐπάνω τὴν χούφτα μου μὲ τὸ ἅγιο Λείψανο.
Βγάζει ἀμέσως ἕνα οὐρλιαχτό! «Μ᾿ ἔκαψες, μ᾿ ἔκαψες! Δὲν φεύγω...ω...ω! Δὲν φεύγω!». Φώναζε, ἔβριζε, ἔλεγε αἰσχρά. Τότε ἄρχισα μέσα μου νὰ λέω: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, διῶξε τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα ἀπὸ τὸ πλάσμα Σου» καὶ νὰ τὸν σταυρώνω μὲ τὸ ἱερὸ Λείψανο. Αὐτὸ γινόταν ἐπὶ εἴκοσι λεπτά. Ὕστερα ὁ δαίμονας τὸν σπάραξε, τὸν ἔρριξε κάτω. Ἔκανε τοῦμπες. Τὸ κουστούμι του ἔγινε μέσ᾿ στὶς σκόνες. Τὸν σηκώσαμε ὄρθιο. Ἔτρεμε ὁλόκληρος καὶ ἔκανε ἔντονες σπασμωδικὲς κινήσεις. Πιάσθηκε ἀπὸ τὸ τέμπλο, γιὰ νὰ στηριχθῆ. Ἀπὸ τὰ χέρια του ἔτρεχε κρύος ἱδρώτας, ὅπως εἶναι ἡ δροσιὰ στὰ χορτάρια. Σὲ λίγο ἔφυγε ὁ δαίμονας καὶ ἠρέμησε. Ἔγινε καλὰ καὶ τώρα εἶναι μιὰ χαρά.


Μὴ δίνετε σημασία στὰ λόγια τοῦ δαιμονισμένου


– Γέροντα, τί πρέπει νὰ προσέχη κανείς, ὅταν συζητᾶ μὲ ἕναν δαιμονισμένο;
– Νὰ λέη τὴν εὐχὴ καὶ νὰ τοῦ φέρεται μὲ καλωσύνη.
– Γέροντα, θυμοῦνται οἱ δαιμονισμένοι τί λένε πάνω στὴν κρίση τους;
– Ἄλλα τὰ θυμοῦνται καὶ ἄλλα δὲν τὰ θυμοῦνται. Δὲν ξέρουμε πῶς ἐργάζεται
ὁ Θεός. Μερικὲς φορὲς ἐπιτρέπει νὰ τὰ θυμοῦνται, γιὰ νὰ ταπεινωθοῦν καὶ νὰ μετανοήσουν.
Καὶ ὅταν ζητάη κάτι ὁ δαιμονισμένος, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ καταλάβη κανεὶς πότε αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ πότε τὸ ἔχει ἀνάγκη ὁ ἴδιος. Εἶχα συναντήσει κάπου μιὰ δαιμονισμένη κοπέλα. Αὐτὴ εἶχε διαβάσει Καζαντζάκη καὶ πίστευε κάτι βλάσφημα πράγματα μὲ ἀποτέλεσμα νὰ δαιμονισθῆ. Ξαφνικὰ τὴν ἔπιασε τὸ δαιμόνιο καὶ ἔβαλε κάτι φωνές! «Καίγομαι, καίγομαι!». Οἱ δικοί της τὴν κρατοῦσαν, γιὰ νὰ τὴν σταυρώσω. Μετὰ φώναζε: «Νερό, νερό!». Λέω: «Φέρτε της νερό». «Ὄχι, ὄχι, μοῦ λένε, γιατὶ  μᾶς  εἶπε  κάποιος  νὰ  μὴν  κάνουμε  ὑπακοὴ  στὸν  διάβολο».  «Τώρα,  λέω,  ἡ καημένη διψάει. Φέρτε νερό». Καταλάβαινα πότε ἦταν τὸ κάψιμο ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ πότε ἦταν ἀπὸ δίψα. Ἤπιε ἡ καημένη κανα–δυὸ ποτήρια νερό. «Κάρβουνα, ἔλεγε, ἔχω μέσα μου, τόσο κάψιμο νιώθω. Καὶ ἕναν κουβᾶ νερὸ νὰ ἔπινα, δὲν θὰ ἔσβηνε μέσα μου ἡ φωτιά». Τέτοιο κάψιμο ἔνιωθε!
  Ὅταν,  Γέροντα,  φωνάζη  ἕνας  δαιμονισμένος,  πῶς  καταλαβαίνουμε  πότε
μιλάει ὁ διάβολος μέσῳ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πότε ὁ ἄνθρωπος;
– Ὅταν μιλάη ὁ διάβολος, τὰ χείλη δὲν κινοῦνται κανονικά· κινοῦνται σὰν
μηχανή. Ἐνῶ, ὅταν μιλάη ὁ ἄνθρωπος, κινοῦνται φυσιολογικά. Ὅταν φωνάζη ἕνας δαιμονισμένος,  τὴν  ὥρα  ποὺ  τοῦ  διαβάζουν  ἐξορκισμοὺς    οἱ  ἄλλοι  εὔχονται  γι᾿ αὐτόν, ἄλλοτε ἡ ἴδια ἡ ψυχὴ βασανίζεται καὶ λέει λ.χ. στὸν διάβολο: «φύγε, τί κάθεσαι;» καὶ ἄλλοτε ὁ διάβολος βρίζει τὸν ἄνθρωπο ἢ τὸν ἱερέα ἢ βλασφημάει τὸν Χριστό, τὴν Παναγία, τοὺς Ἁγίους. Ἄλλοτε λέει ψέματα ἢ ἄλλοτε πιέζεται ἀπὸ τὴν

δύναμη  τοῦ  ὀνόματος  τοῦ  Χριστοῦ  νὰ  πῆ  τὴν  ἀλήθεια.  Μερικὲς  φορὲς  πάλι 
δαιμονισμένος λέει δικά του ἀπὸ τὰ πνευματικὰ ποὺ ἔχει διαβάσει κ.λπ. Τί νὰ πῶ;
Μπερδεμένα πράγματα. Γι᾿ αὐτό, ὅταν συζητᾶτε μαζί του, νὰ προσέχετε πολύ. Μὴ δίνετε σημασία στὰ λόγια του. Μπορεῖ νὰ λέη λ.χ. «μὲ καῖς». Ἂν πράγματι τὸν καῖς καὶ πῆς «τὸν καίω», κάηκες. Ἂν δὲν τὸν καῖς καὶ πιστέψης ὅτι τὸν καῖς, κάηκες δυὸ φορές. Ἢ μπορεῖ νὰ φωνάζη «βρωμιάρες» καὶ σὲ μιὰ νὰ πῆ: «Ἐσὺ εἶσαι καθαρή». Ἂν ἐκείνη τὸ πιστέψη, πάει, χάθηκε. Γι᾿ αὐτὸ μὴν κάνετε πειράματα μὲ τὸν διάβολο.
Σὲ  ἕνα  μοναστήρι  πῆγαν  ἕναν  δαιμονισμένο  καὶ    ἡγούμενος  εἶπε  στοὺς
πατέρες νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία νὰ κάνουν κομποσχοίνι. Εἶχαν ἐκεῖ καὶ τὴν κάρα τοῦ Ἁγίου Παρθενίου7, ἐπισκόπου Λαμψάκου, καὶ τὸ δαιμόνιο στρυμώχθηκε πολύ. Συγχρόνως, ὁ ἡγούμενος ἀνέθεσε καὶ σὲ ἕναν ἱερομόναχο νὰ διαβάση στὸν δαιμονισμένο ἐξορκισμούς. Ὁ ἱερομόναχος αὐτὸς ἦταν εὐλαβὴς μὲν ἐξωτερικά, ἀλλὰ ἐσωτερικὰ   εἶχε   κρυφὴ   ὑπερηφάνεια.   Ἦταν   ἀγωνιστὴς   καὶ   τυπικὸς   σὲ   ὅλα. Νουθετοῦσε πνευματικὰ τοὺς ἄλλους, γιατὶ ἦταν καὶ λόγιος. Ὁ ἴδιος ὅμως δὲν βοηθιόταν ἀπὸ κανέναν, γιατὶ οἱ ἄλλοι, ἀπὸ σεβασμό, ὅταν τὸν ἔβλεπαν νὰ κάνη κάτι στραβό, δίσταζαν νὰ τοῦ τὸ ποῦν. Εἶχε δημιουργήσει ψευδαισθήσεις στὸν ἑαυτό του ὅτι εἶναι ὁ πιὸ ἐνάρετος τῆς μονῆς κ.λπ. Ὁ πονηρὸς βρῆκε εὐκαιρία ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ τοῦ κάνη κακό. Ἔβαλε τὴν πονηριά του, γιὰ νὰ τοῦ δώση τὴν ἐντύπωση ὅτι αὐτὸς διώχνει τὸ δαιμόνιο ἀπὸ τὸν δαιμονισμένο. Μόλις λοιπὸν ἄρχισε νὰ διαβάζη τοὺς ἐξορκισμούς, ἄρχισε τὸ δαιμόνιο νὰ φωνάζη: «καίγομαι! ποῦ μὲ διώχνεις, ἄσπλαχνε;», ὁπότε νόμισε ὅτι καίγεται ἀπὸ τὸν δικό του ἐξορκισμὸ – ἐνῶ ὁ δαίμονας ζοριζόταν, γιατὶ προσεύχονταν καὶ οἱ ἄλλοι πατέρες –, καὶ ἀπάντησε στὸν δαίμονα: «Νὰ ἔρθης σ᾿ ἐμένα». Τὸ εἶχε πεῖ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Παρθένιος σὲ ἕνα δαιμόνιο, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἦταν ἅγιος. Μιὰ φορὰ δηλαδὴ ποὺ ἕνα δαιμόνιο φώναζε: «καίγομαι, καίγομαι, ποῦ νὰ πάω;», ὁ Ἅγιος τοῦ εἶπε: «Ἔλα σ᾿ ἐμένα». Τότε τὸ δαιμόνιο εἶπε στὸν Ἅγιο: «καὶ μόνον τὸ ὄνομά σου μὲ καίει, Παρθένιε!», καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὸν δαιμονισμένο ποὺ ταλαιπωροῦσε. Πῆγε καὶ αὐτὸς νὰ κάνη τὸν Ἅγιο Παρθένιο καὶ δαιμονίσθηκε. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ τὸν ἐξουσίαζε πιὰ ὁ δαίμονας. Χρόνια ὁλόκληρα βασανιζόταν καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ἀναπαυθῆ πουθενά. Συνέχεια γύριζε, πότε ἔξω στὸν κόσμο καὶ πότε μέσα στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τί τράβηξε ὁ καημένος! Τοῦ εἶχε δημιουργήσει αὐτὴ ἡ κατάσταση ψυχικὴ κούραση καὶ σωματικὴ κόπωση μὲ τρεμούλα. Καὶ νὰ δῆτε, ἐνῶ ἦταν καλὸς παπᾶς, δὲν μποροῦσε μετὰ νὰ λειτουργήση8. Βλέπετε τί κάνει ὁ διάβολος;
– Γέροντα, ἔχει κάποια σχέση ὁ καφὲς μὲ τὶς ἀντιδράσεις ἑνὸς δαιμονισμένου;
– Ὅταν τὸ νευρικὸ σύστημα εἶναι ταραγμένο καὶ πιῆ κανεὶς πολλοὺς καφέδες,
κλονίζονται τὰ νεῦρα καὶ τὸ ταγκαλάκι ἐκμεταλλεύεται αὐτὴν τὴν κατάσταση. Δὲν εἶναι ὅτι ὁ καφὲς εἶναι κάτι δαιμονικό. Χρησιμοποιεῖ τὸ ταγκαλάκι τὴν ἐπίδρασή του στὰ νεῦρα, καὶ ὁ δαιμονισμένος ἀντιδράει χειρότερα.


Βοήθεια στοὺς δαιμονισμένους






   Γέροντα,   κάπου   γράφει   ὅτι      διάβολος   ἐμφωλεύει   στὴν   καρδιὰ   τοῦ
δαιμονισμένου,  ἀλλὰ  δὲν  θέλει  νὰ  τὸ  ξέρη  αὐτὸ    ἄνθρωπος,  γιὰ  νὰ  μὴν  τὸν
πολεμήση μὲ τὴν εὐχή. Ἔτσι εἶναι;
– Ναί, γιατὶ τὸ δαιμόνιο ἔχει δικαίωμα νὰ καθήση μέσα στὸν δαιμονισμένο ἕνα
διάστημα καὶ μπορεῖ νὰ λουφάζη, ἐνῶ μὲ τὴν εὐχὴ ζορίζεται, ἐπαναστατεῖ καὶ μπορεῖ νὰ φύγη. Ἡ εὐχὴ εἶναι βαρὺ πυροβολικὸ γιὰ τὸν διάβολο. Μοῦ εἶχαν φέρει στὸ Καλύβι ἕνα παλληκάρι  δαιμονισμένο  ποὺ ἔλεγε συνέχεια  τὴν  εὐχή.    πατέρας  του  ἦταν μοναχός, ἀλλὰ πέταξε τὰ ράσα καὶ παντρεύτηκε, καὶ τὸ καημένο γεννήθηκε μὲ δαιμόνιο. Ἔτσι τὰ οἰκονόμησε ὁ Θεός, γιὰ νὰ πάρη μισθὸ τὸ παιδί, νὰ σωθῆ καὶ ὁ πατέρας, νὰ ἔχουμε κι ἐμεῖς οἱ μοναχοὶ ὡς φρένο παραδείγματα ἀπὸ μοναχοὺς ποὺ πέταξαν  τὰ  ράσα  καὶ  τώρα  ταλαιπωροῦνται.  Κάποια  στιγμὴ  ποὺ  τὸ  ἔπιασε  τὸ δαιμόνιο, φώναζε σὰν τὴν κότα πολὺ δυνατά: «Κά, κά, κά...». «Τί ἔπαθες;», τοῦ λέω, ἐνῶ μὲ τὸν  νοῦ μου  ἔλεγα:  «Ἐν  τῷ  ὀνόματι  τοῦ  Ἰησοῦ  Χριστοῦ  ἔξελθε, ἀκάθαρτον πνεῦμα, ἀπὸ τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ». «Κι ἐγὼ θέλω νὰ φύγω, φώναζε τὸ δαιμόνιο, ἐπειδὴ πολὺ μὲ βασανίζει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, γιατὶ συνέχεια λέει τὴν εὐχή. Θέλω νὰ πάω στὸ Πακιστάν, νὰ βρῶ λίγη ἀνάπαυση!».
– Γέροντα, γιατί δὲν ἔφευγε τὸ δαιμόνιο, ἀφοῦ τὸ παιδὶ ἔλεγε τὴν εὐχή;
– Φαίνεται ὅτι καὶ τὸ παιδὶ εἶχε δώσει κάποια δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ τὸ δαιμόνιο
εἶχε τὸ ἀφεντικό του καὶ ἔπαιρνε ἀπὸ αὐτὸ ἐντολές.
– Γέροντα, ὅταν προσεύχεται κανεὶς γιὰ ἕναν δαιμονισμένο, τί πρέπει νὰ λέη;
– Κατ᾿ ἀρχὴν νὰ δοξολογήση τὸν Θεό: «Σὲ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, νὰ πῆ, ποὺ μὲ βοήθησες καὶ βρίσκομαι σ᾿ αὐτὴν τὴν κατάσταση, ἐνῶ κι ἐγὼ μποροῦσα νὰ ἤμουν στὴν θέση του καὶ νὰ εἶχα ὄχι πέντε-ἕξι δαιμόνια ἀλλὰ χιλιάδες. Σὲ παρακαλῶ, βοήθησε τὸν δοῦλο Σου ποὺ ταλαιπωρεῖται τόσο πολύ». Νὰ κάνη δηλαδὴ πρῶτα καρδιακὴ  προσευχὴ  καὶ  ὕστερα  νὰ  συνεχίση  μὲ  τὴν  εὐχή:  «Κύριε  Ἰησοῦ  Χριστέ, ἐλέησον τὸν δοῦλόν Σου».
Μερικὲς φορὲς ἐμεῖς ποὺ προσευχόμαστε, γινόμαστε αἰτία νὰ μὴ φεύγη τὸ δαιμόνιο ἀπὸ τὸν δαιμονισμένο, γιατὶ προσευχόμαστε μὲ ὑπερηφάνεια. Ἕναν λογισμὸ ὑπερήφανο ἂν φέρουμε, λ.χ. «νά, ἐγὼ μὲ τὴν προσευχή μου θὰ βοηθήσω νὰ φύγη τὸ δαιμόνιο»,   ἀμέσως   ἐμποδίζεται      θεία   βοήθεια   καὶ   βοηθᾶμε   τὸν   διάβολο   νὰ παραμένη.
Νὰ εὐχώμαστε γιὰ τοὺς δαιμονισμένους  πάντα  μὲ ταπείνωση,  μὲ πόνο  καὶ
ἀγάπη. Μιὰ δαιμονισμένη πολὺ τὴν πόνεσε ἡ ψυχή μου. Ἔκανε μιὰ συγκατάβαση ἡ καημένη, εἶπε ἕνα «ναὶ» στὸν διάβολο, καὶ τὴν ταλαιπωρεῖ φοβερὰ τὸ δαιμόνιο χρόνια ὁλόκληρα. Καίει τὶς σάρκες της. Γυρίζουν μὲ τὸν ἄνδρα της στὰ μοναστήρια καὶ κουβαλοῦν μαζί τους καὶ τὸ δεκαεξάχρονο κορίτσι τους. Κάθονται ὅλη νύχτα στὴν ἐκκλησία καὶ κάνουν ἀγρυπνία. Ἂν ἦταν ἄνδρας, θὰ τὸν ἔσφιγγα στὴν ἀγκαλιά μου. Τὸ δαιμόνιο πολὺ ὑποφέρει, ὅταν σφίξης τὸν δαιμονισμένο μὲ θεϊκὴ ἀγάπη.
Ὅταν δὲν ἐρεθίζης τὸν δαιμονισμένο καὶ δὲν τοῦ πᾶς κόντρα, ἀλλὰ τὸν πονᾶς, φεύγει τὸ δαιμόνιο γιὰ λίγο ἢ γιὰ πολύ. Ἡ ταπείνωση εἶναι τὸ ἰσχυρότερο «σὸκ» γιὰ τὸν διάβολο. Σὲ ἕνα μοναστήρι, τὴν ὥρα ποὺ οἱ προσκυνητὲς προσκυνοῦσαν τὰ ἅγια Λείψανα, πετάχθηκε ξαφνικὰ ἕνας ποὺ εἶχε δαιμόνιο καὶ εἶπε στὸν ἡγούμενο ἄγρια:
«Μὲ τὸ ζόρι πρέπει νὰ πᾶμε;». Ὁ ἡγούμενος ταπεινὰ καὶ μὲ καλωσύνη τοῦ εἶπε: «Ὄχι μὲ τὸ ζόρι, μὲ τὴν θέλησή σας». Τότε ἐκεῖνος φώναξε: «ἐγὼ μὲ τὸ ζόρι θὰ πάω» καὶ

ὅρμησε στὰ ἅγια Λείψανα καὶ προσκύνησε. Εἴδατε, πιέστηκε  ὁ δαίμονας ἀπὸ τὴν
ταπείνωση καὶ τὴν καλωσύνη τοῦ ἡγουμένου. Αὐτὸ φοβοῦνται οἱ δαίμονες.
– Γέροντα, βοηθιοῦνται οἱ δαιμονισμένοι ἀπὸ τὴν χάρη τῶν Ἁγίων, ὅταν πηγαίνουν προσκύνημα τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τους;
– Καλύτερα δαιμονισμένοι νὰ μὴν πηγαίνουν στὰ πανηγύρια, γιατὶ ἀποσποῦν τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν προσευχή. Γίνεται ἀταξία. Ἂς πᾶνε ἄλλη μέρα νὰ προσκυνήσουν. Καὶ ἂν ἀκόμη ξέρουν οἱ δικοί του ὅτι ὑπάρχει ἐκεῖ κάποιος ἄνθρωπος ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήση, ἂς μὴν τὸν πᾶνε ἐκείνη τὴν ἡμέρα μέσα στὸν κόσμο. Διαφημίσεις θὰ κάνουμε;
Οὔτε εἶναι σωστό,  ὅταν  φωνάζη ἕνας δαιμονισμένος, νὰ μαζεύεται  κόσμος.
Ἕνα παιδάκι δαιμονισμένο, τὸ καημένο, μοῦ εἶπε προχθές: «Ἔχω γίνει ρεζίλι». Εἶχαν μαζευτῆ ὅλοι γύρω του σὰν τοὺς γλάρους. «Φύγετε, τοὺς λέω. Τσίρκο ἔχουμε;». Τίποτε αὐτοί. Δὲν καταλαβαίνουν ὅτι, ὅταν κάποιος ἔχη ἕνα κουσούρι καὶ ἐκδηλώνεται μπροστὰ στὸν κόσμο, ρεζιλεύεται.
– Γέροντα, ἡ θεία Κοινωνία βοηθάει τοὺς δαιμονισμένους;
– Γιὰ ὅσους γεννήθηκαν δαιμονισμένοι, ἐπειδὴ δὲν ἔφταιξαν οἱ ἴδιοι, ἡ συχνὴ
θεία Κοινωνία εἶναι τὸ δραστικώτερο φάρμακο. Αὐτοὶ ἔχουν πολὺ μεγάλο μισθό, ὅταν δὲν γογγύζουν, μέχρι νὰ ἐλευθερωθοῦν μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι μάρτυρες, ἂν ὑπομένουν, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπιβάλλεται νὰ κοινωνοῦν συχνά. Ἕνας ὅμως ποὺ δαιμονίσθηκε ἀπὸ δική του ἀπροσεξία, πρέπει νὰ μετανοήση, νὰ ἐξομολογηθῆ, καὶ νὰ ἀγωνίζεται, γιὰ νὰ θεραπευθῆ, καὶ θὰ κοινωνήση, μὲ τὴν ἄδεια τοῦ πνευματικοῦ, ὅταν πρέπη. Ἂν κοινωνήση, χωρὶς νὰ μετανοήση καὶ χωρὶς νὰ ἐξομολογηθῆ, θὰ δαιμονισθῆ χειρότερα. Ἕνας δαιμονισμένος, ὅταν τὸν πῆγαν νὰ κοινωνήση, ἔφτυνε τὴν θεία Κοινωνία. Ὁ Χριστὸς θυσιάσθηκε, καταδέχθηκε νὰ τοῦ δώση τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, καὶ αὐτὸς νὰ τὸ φτύνη! Φοβερό! Βλέπετε, ὁ διάβολος δὲν δέχεται βοήθεια.
  Γέροντα,  μποροῦμε  νὰ  δίνουμε  τὰ  ὀνόματά  τους  νὰ  διαβάζωνται  στὴν
Προσκομιδή;
– Ναί, βέβαια. Οἱ δαιμονισμένοι πολὺ βοηθιοῦνται, ὅταν οἱ ἱερεῖς διαβάζουν μὲ
πόνο τὰ ὀνόματά τους στὴν Προσκομιδή.
– Γέροντα, ὅταν κάποιος ποὺ εἶχε δαιμονισθῆ ἔχη μετανοήσει, ἐξομολογῆται,
κοινωνάη, καὶ ἡ δαιμονικὴ ἐπήρεια δὲν φεύγη, τί συμβαίνει;
– Δὲν φεύγει, γιατὶ ἀκόμη δὲν ἔχει σταθεροποιήσει πνευματικὴ κατάσταση. Ἂν
τὸν βοηθήση ἀμέσως ὁ Θεὸς νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ αὐτὴν τὴν δαιμονικὴ ἐπήρεια, ἀμέσως πάλι θὰ ξεφύγη. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἀπὸ πολλὴ ἀγάπη ἐπιτρέπει νὰ ὑποχωρῆ τὸ κακὸ σιγὰ-σιγά. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐξοφλάει καὶ σταθεροποιεῖ πνευματικὴ κατάσταση. Ὅσο ἐκεῖνος σταθεροποιεῖ κατάσταση πνευματική, τόσο ὑποχωρεῖ καὶ τὸ κακό. Ἀπὸ τὸν ἴδιο θὰ ἐξαρτηθῆ πόσο γρήγορα θὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὴν δαιμονικὴ ἐπήρεια. Μιὰ φορὰ μὲ ρώτησε ἕνας πατέρας ποὺ τὸ παιδί του εἶχε δαιμόνιο: «Πότε θὰ γίνη καλὰ τὸ παιδί  μου;».  «Ὅταν  ἐσὺ  σταθεροποιήσης  πνευματικὴ  κατάσταση,  τοῦ  λέω,  θὰ βοηθηθῆ καὶ αὐτό». Τὸ ταλαίπωρο, ἐνῶ ζοῦσε πνευματικά, ὁ πατέρας του ἀντιδροῦσε καὶ τοῦ ἔλεγε ὅτι θὰ τρελλαθῆ, ἂν δὲν ἀλλάξη ζωή. Ἄρχισε νὰ τὸ πηγαίνη ὁ ἴδιος σὲ οἶκο ἀνοχῆς, ὁπότε τὸ  παιδὶ  παρασύρθηκε  καὶ  δαιμονίσθηκε. Ὅταν  τὸ  κυρίευε  τὸ δαιμόνιο, ὁρμοῦσε πάνω στὴν μάνα του μὲ ἄσχημες διαθέσεις. Ἡ καημένη ἡ μάνα του ἀναγκάσθηκε νὰ φύγη σ᾿ ἕνα νησί, γιὰ νὰ γλυτώση. Ὁ πατέρας εἶχε μετανοιώσει καὶ προσπαθοῦσε νὰ ζῆ πνευματικά, ἀλλὰ τὸ παιδὶ δὲν γινόταν καλά. Ὅταν γύρισε μὲ τὸ

παιδί   του   ὅλα   τὰ   προσκυνήματα,   ἔμαθε   ὅλα   τὰ   Συναξάρια   τῶν   Ἁγίων   καὶ
σταθεροποίησε κατάσταση, τότε ἔγινε καλὰ τὸ παιδί.


Γιὰ τοὺς ἐξορκισμοὺς


– Γέροντα, σήμερα ἔφεραν μία δαιμονισμένη καὶ παρακάλεσαν νὰ ποῦμε στὸν ἱερέα νὰ τῆς διαβάση ἐξορκισμούς. Τί νὰ κάναμε;
– Σ᾿ αὐτὴν τὴν περίπτωση καλύτερα νὰ λέγατε νὰ τὸ κανονίση ὁ πνευματικός
της. Γιὰ νὰ εἶναι ὁ διαβολος μέσα της, θὰ πῆ ὅτι ἢ αὐτὴ ἔκανε κάποια σοβαρὴ ἁμαρτία ἢ οἱ γονεῖς της, καὶ ἔδωσαν δικαιώματα, γιατὶ ἡ ἁμαρτία φέρνει τὸν διάβολο. Ἄν δὲν μετανοήσουν καὶ δὲν ἐξομολογηθοῦν, δὲν φεύγει ἡ ἁμαρτία, ἑπομένως δὲν φεύγει καὶ ὁ διάβολος. Ἢ μπορεῖ καὶ γιὰ κάποιον ἄλλον λόγο νὰ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ δαιμονισθῆ.
– Βοηθιοῦνται, Γέροντα, οἱ δαιμονισμένοι μὲ τοὺς ἐξορκισμούς;
   Ἀνάλογα.   Οἱ   ἐξορκισμοὶ   βοηθοῦν,   ὅταν   διαβάζωνται   σὲ   ἕνα   παιδάκι
δαιμονισμένο ποὺ δὲν ἔδωσε δικαιώματα καὶ δὲν ξέρει ἀπὸ ἐξομολόγηση ἢ σὲ ἕναν μεγάλο  ποὺ  ἔχασε  τὰ  λογικά  του  καὶ  δὲν  μπορεῖ  νὰ  ἐξομολογηθῆ.  Ὅταν  ἔχη  τὰ λογικά του ὁ δαιμονισμένος, πρέπει πρῶτα νὰ βοηθηθῆ νὰ βρῆ σὲ τί ἔφταιξε καὶ δαιμονίσθηκε, νὰ μετανοήση, νὰ ἐξομολογηθῆ καὶ μετά, ἂν χρειασθῆ, νὰ τοῦ διαβάσουν ἐξορκισμούς. Γιατὶ καὶ μόνο μὲ τὴν συγχωρητικὴ εὐχή, μπορεῖ νὰ φύγη τὸ δαιμόνιο.
Μερικοὶ ἱερεῖς μαζεύουν καὶ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν δαιμόνιο καὶ ἄλλους ποὺ ἔχουν κάποια ἀρρώστια καὶ τοὺς διαβάζουν ὅλους μαζὶ ἐξορκισμούς. Ἕνας εἶχε πάρκινσον καὶ τοῦ διάβαζαν ἐξορκισμούς. Νά, καὶ σήμερα, ἔφεραν ἕναν ἡλικιωμένο ποὺ ἔλεγαν ὅτι  εἶναι  δαιμονισμένος.  Τὸ  ἀριστερό  του  χέρι  πάει  πέρα-δῶθε.  Τὸν  πιάνουν  καὶ κρίσεις.  «Ἀπὸ  πότε,  τὸν  ρωτάω,  εἶσαι  ἔτσι;».  «Ἀπὸ  μικρός»,  μοῦ  λέει.  Ἀπόρησα. Πρόσεξα μετὰ ὅτι τὸ κεφάλι του, στὸ ἀριστερὸ μέρος, ἦταν λίγο ζουληγμένο. Στὴν γέννα, φαίνεται, κάτι εἶχε πάθει καὶ ὕστερα εἶχε πρόβλημα. Νὰ ἔχη ὁ ἄλλος τὸν πόνο του καὶ νὰ τοῦ λένε πὼς ἔχει δαιμόνιο, νὰ τοῦ διαβάζουν ἐξορκισμούς, «ἔξελθε, ἀκάθαρτον πνεῦμα...», καὶ νὰ γίνεται ρεζίλι καὶ στὸν κόσμο! Δὲν κάνει! Πόσα παιδιὰ ποὺ τὰ θεωροῦν δαιμονισμένα, δὲν ἔχουν δαιμόνιο! Μοῦ ἔφεραν ἕνα παιδὶ εἴκοσι πέντε χρόνων ποὺ ἔλεγαν ὅτι εἶναι δαιμονισμένο. Τοῦ ἔδωσα νὰ πιῆ ἁγιασμὸ καὶ τὸ καημένο δὲν ἀντέδρασε καθόλου. «Τί κάνει τὸ παιδί; ρωτάω τὸν πατέρα του. Ἀπὸ πότε τὸ ἔπαθε;». «Ἀπὸ ἕξι χρόνων, μοῦ λέει. Τότε εἶχαν φέρει σκοτωμένο τὸν παπποῦ του στὸ μαγαζὶ καὶ τὸ παιδί, μόλις τὸν εἶδε, ἔπαθε». Εἶχε πάθει τὸ καημένο ἕναν νευρικὸ κλονισμό. Ἐδῶ, καὶ σὲ μεγάλον ἂν συμβῆ αὐτό, μπορεῖ νὰ πάθη, πόσο μᾶλλον ἕνα παιδάκι! Ἄντε, τώρα, νὰ τὸ ἔχουν γιὰ δαιμονισμένο!
– Γέροντα, οἱ ἐξορκισμοὶ διαβάζονται καὶ νοερῶς;
  Νοερῶς εἶναι  καλύτερα.  Βασικὰ  οἱ  ἐξορκισμοὶ  πρέπει  νὰ διαβάζωνται  μὲ
πόνο, μὲ ταπείνωση, ὄχι μὲ ὑπερηφάνεια. Ὅταν οἱ ἱερεῖς λένε δυνατὰ καὶ ὑπερήφανα τὸ «ἔξελθε, πνεῦμα ἀκάθαρτον», ἀγριεύει ὁ διάβολος, θυμώνει, ἐκμεταλλεύεται τὸν ἐγωισμὸ τοῦ δαιμονισμένου καὶ μπορεῖ νὰ τοῦ πῆ: «γιά δές, σὲ κάνει ρεζίλι στὸν κόσμο· κοπάνα τον αὐτὸν τὸν παπᾶ», ὁπότε ὁ δαιμονισμένος ἀρχίζει νὰ χτυπάη τὸν παπᾶ. Ἔτσι δὲν φεύγει τὸ δαιμόνιο, ἀλλὰ φεύγει ὁ παπᾶς μὲ τὸ εὐχολόγιό του... Μιὰ φορὰ ἕνας ἱερέας εἶπε σὲ ἕναν δαιμονισμένο: «Σὲ διατάζω, ἀκάθαρτο πνεῦμα, νὰ φύγης  ἀπὸ  αὐτὸν  τὸν  ἄνθρωπο!».  «Ἔ,  γι᾿  αὐτὸ  κι  ἐγὼ  δὲν  φεύγω...»,  τοῦ  λέει 

διάβολος μὲ τὸ στόμα τοῦ δαιμονισμένου. Γι᾿ αὐτὸ λέω στοὺς ἱερεῖς, ὅταν διαβάζουν
ἐξορκισμούς,  ποτὲ  νὰ  μὴ  φωνάζουν:  «ἔξελθε,  ἀκάθαρτον  πνεῦμα...»,  λὲς  καὶ  τὰ
δαιμόνια δὲν ἀκοῦν!
Ἀλλὰ καὶ οἱ συγγενεῖς τοῦ δαιμονισμένου δὲν χρειάζεται νὰ ποῦν σὲ ἄλλους ὅτι
θὰ καλέσουν τὸν παπᾶ νὰ διαβάση ἐξορκισμούς. Καλύτερα νὰ ποῦν ὅτι θὰ διαβάση μιὰ παράκληση, καὶ ἂς διαβάση τοὺς ἐξορκισμοὺς μὲ χαμηλὴ φωνή.


Μαρτύριο περνοῦν οἱ δαιμονισμένοι


Πάντως πολὺ ταλαιπωροῦνται ὅσοι ἔχουν δαιμόνιο, γιατὶ καὶ ταπεινώνονται, ἀλλὰ καὶ βασανίζονται ἀπὸ τὸν διάβολο! Μιὰ φορὰ εἶχα συναντήσει στὴν Μονὴ Σταυρονικήτα ἕνα παλληκάρι εἴκοσι τριῶν ἐτῶν ποὺ εἶχε δαιμόνιο. Ἦταν πετσὶ καὶ κόκκαλο. Ἔξω ἔκανε παγωνιά, στὸν ναὸ ἔκαιγε σόμπα, καὶ αὐτὸς φοροῦσε ἕνα λεπτὸ κοντομάνικο πουκάμισο καὶ καθόταν πίσω στὴν λιτή. Δὲν ἄντεξα, πάω, τοῦ δίνω ἕνα μάλλινο ροῦχο. «Φόρεσέ το αὐτό, τοῦ λέω. Δὲν κρυώνεις;». «Τί νὰ κρυώσω, πάτερ, μοῦ λέει, ἐγὼ καίγομαι». Ἒ νά, αὐτὸ εἶναι κόλαση.
Σὲ μερικοὺς μάλιστα δαιμονισμένους, ποὺ ἀπὸ τὴν φύση τους εἶναι εὐαίσθητοι, τὸ ταγκαλάκι τοὺς λέει ὅτι δὲν θὰ σωθοῦν καὶ τοὺς βάζει νὰ αὐτοκτονήσουν. Φοβερό! Δὲν εἶναι μικρὸ πράγμα! Ἤξερα κάποιον δαιμονισμένο ποὺ καὶ οἱ παπάδες τὸν εἶχαν βαρεθῆ τὸν καημένο. Πήγαινε νὰ τοῦ διαβάσουν ἐξορκισμοὺς καὶ τὸν ἔδιωχναν. Ὕστερα ὁ διάβολος τοῦ ἔλεγε καὶ γιὰ μένα: «μὴν πᾶς καὶ σ᾿ αὐτόν· οὔτε αὐτὸς θὰ σὲ δεχθῆ», καὶ τὸν εἶχε ρίξει στὴν ἀπελπισία. Ἕναν ἄλλον, ποὺ εἶχε γίνει καλὰ μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, τί τὸν ἔκανε ὁ διάβολος! Εἶχε ἔρθει ἐδῶ, γιὰ νὰ προσκυνήση τὰ   Λείψανα   τοῦ   Ἁγίου   Ἀρσενίου,   ἀλλὰ   ἦταν   κλειστὸ   τὸ   Μοναστήρι.   Τοῦ παρουσιάζεται λοιπὸν ὁ διάβολος μὲ τὴν μορφὴ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου κάτω στὴν πόρτα καὶ τοῦ λέει: «Νὰ μὴν ξαναπατήσης ἐδῶ οὔτε ἐγὼ σὲ θέλω οὔτε ὁ Παΐσιος». Τὸν ἔδιωξε. Κατάλαβες; Ἄρχισε μετὰ καὶ ἔβριζε τὸν Ἅγιο, ἔβριζε κι ἐμένα. Καλά, ἐγὼ εἶμαι γιὰ βρίσιμο, ἀλλὰ ὁ Ἅγιος!... Ὁπότε ὁ ταλαίπωρος δαιμονίσθηκε πάλι. Ἐδῶ, μόνο μὲ ἀναίδεια ἂν φερθῆ κανείς, ἀπομακρύνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, πόσο μᾶλλον νὰ βρίζη τοὺς Ἁγίους. Ἦρθε καὶ στὸ Καλύβι καὶ φώναζε: «Τί σοῦ ἔκανα καὶ δὲν μὲ θέλεις; Γιατί κι ἐσὺ δὲν μὲ βοηθᾶς; Θέλεις νὰ βασανίζωμαι;». Καὶ νὰ τοῦ λέω: «εὐλογημένε, ὁ διάβολος ἦταν αὐτὸς ποὺ σ᾿ ἔδιωξε· δὲν ἦταν ὁ Ἅγιος· ὁ Ἅγιος δὲν διώχνει», καὶ νὰ μὴν ἀκούη. Πίστευε στὸν λογισμό του. Ξέρετε τί ταλαιπωρία, τί μαρτύριο περνοῦν κάθε μέρα οἱ καημένοι;
Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ δαιμονισμένοι ταλαιπωροῦνται, γιὰ νὰ βάλουν μερικοὶ ἄλλοι μυαλό. Γιατί, ὅταν τοὺς βλέπουν πόσο βασανίζονται, προβληματίζονται, ἔρχονται σὲ συναίσθηση καὶ μετανοοῦν. Μὴ νομίζετε δηλαδὴ ὅτι ὅσοι δαιμονίζονται ἔχουν περισσότερες ἁμαρτίες. Ἐπιτρέπει ὅμως ὁ Θεὸς νὰ δαιμονίζωνται, ὁπότε ἐξευτελίζονται, ταπεινώνονται, ξοφλᾶνε ἁμαρτίες, παίρνουν αὐτοὶ μισθό, ἀλλὰ βοηθιοῦνται καὶ ὅσοι τοὺς βλέπουν νὰ ταλαιπωροῦνται.
Βέβαια θὰ πῆ κανεὶς ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ κάνουν ἕνα σωρὸ ἁμαρτίες καὶ δὲν δαιμονίζονται· πῶς γίνεται αὐτό; Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη φθάσει σὲ τελεία πώρωση, τότε δὲν προσβάλλεται ἀπὸ τὸν δαίμονα, γιατὶ βλέπει ὁ Θεὸς ὅτι δὲν θὰ βοηθηθῆ. Πρέπει νὰ ξέρουμε ὅτι καὶ ἡ προσβολὴ ἀπὸ δαιμονικὴ ἐνέργεια εἶναι, κατὰ

κάποιον τρόπο, δῶρο τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο, γιὰ νὰ ταπεινωθῆ, νὰ
μετανοήση καὶ νὰ σωθῆ.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1 Βλ. Λουκ.  8, 26 κ.ἑ.
2 Λουκ.  8, 30.
3 Ρωμαϊκὴ στρατιωτικὴ μονάδα ποὺ τὴν ἀπήρτιζαν τρεῖς ἕως ἕξι χιλιάδες στρατιῶτες.
4  Ὁ Γέροντας ἔλεγε ὅτι ὁ ψυχοπαθὴς χρειάζεται τὴν ἰατρικὴ βοήθεια καλοῦ καὶ πιστοῦ ψυχιάτρου καὶ τὴν πνευματικὴ βοήθεια τοῦ πνευματικοῦ, ἐνῶ ὁ δαιμονισμένος, ἐφόσον ἔχει τὰ λογικά του,  χρειάζεται  νὰ βρῆ  σὲ τί  ἔφταιξε καὶ  δαιμονίσθηκε,  νὰ μετανοήση  καὶ  νὰ ἐξομολογηθῆ, γιὰ νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὸ δαιμόνιο.
5 Ἐννοοῦσε τὸν διάβολο.
6     Γέροντας  ἐννοεῖ  τοὺς  δίσκους  ποὺ  ἔχουν  κρυμμένα  μηνύματα  σὲ «ἀνάστροφη
κάλυψη».
7 Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 7 Φεβρουαρίου.
8 Βλ. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα, σ. 96-97.

Εισαγωγή στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο απο το Βιβλίο :
ΛΟΓΟΙ Γ’ - ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ  ΠΑΪΣΙΟΥ  ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
© Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Μοναζουσῶν
«Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος»
Η ηλεκτρονική επεξεργασία  μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο , για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο
©ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
 http://www.alavastron.net/




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |