ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Ακτημοσύνη

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

Ακτημοσύνη



Σταλαγματιές απο τήν Πατερική Σοφία
Τό Γεροντικόν
Κεφάλαιον Η΄
Ακτημοσύνη

Σ' ΕΝΑ νέο, πού είχε άποφασίσει νά μονάση σέ Κοινόβιο, ό Άββάς Ποιμήν έδωσε τήν ακόλουθη συμβουλή:
 ‘Αν θέλης. αδελφέ, νά γίνης καλός μοναχός καί μάλιστα κοινοβιάτης, κράτησε καλά στό νοΰ σου αυτά τά δύο: Πρώτον, άπόφευγε τις περιττές κουβέντες, καί, δεύτερον, μήν άποκτήσης ποτέ δικό σου πράγμα, ούτε μικρό λαγήνι γιά νερό, καί θά είσαι σ όλη σου τή ζωή αναπαυμένος.
·ΕΝΑΣ άπό τούς παλαιότερους Πατέρας συνήθιζε νά λέγη πώς πολλοί άπό τούς Μοναχούς μοίρασαν τά υπάρχοντά τους στούς φτωχούς, άφησαν γονείς καί φίλους καί κλείστηκαν στά Μοναστήρια γιά τήν άγάπη τού Χριστού. Κατώρθωσαν τά πιό μεγάλα, μά νικήθηκαν στά μικροπράγματα Κι΄ έγιναν παιγνίδι στά χέρια τού διαβόλου. ΚΙ΄ όλα αύτά συνέβησαν, γιατί καταπάτησαν τήν ύπόσχεσι τής άκτημοσύνης, κρατώντας στό κελλί τους σακκούλια μέ ξηρούς καρπούς, καλαθάκια μέ όπωρικά. βελόνες, ψαλίδια ή ζώνες. Δέν καταλαβαίνουν oi δυστυχείς πώς μ’ αυτόν τόν τρόπο άκολουθοϋν τόν Άνανία καί τή Σαπφείρα τών Πράξεων.
·

Ο ΠΑΪΣΙΟΣ. ό νεώτερος αδελφός τού Άββά Ποιμένος.βρήκε τυχαίως μιά μέρα στήν έρημο ένα μικρό δοχείο μέ χρυσά νομίσματα. Σάν γύρισε στήν καλύβα τους, πήρε παράμερα τόν μεγαλύτερο άπό τούς άδελφούς του. τόν Άββά Άνούβ, καί τοΟ είπε έμπιστευτικά:
Δέ βλέπεις πόσο σκληρός είναι γιά όλους μας ό Ποιμήν καί διαρκώς θέλει άπό μάς αυστηρή άσκησι. "Ας τόν άφήσωμε έδώ μόνο Κι΄ άς πάμε έμείς οί άλλοι νά φτιάξωμε δικό μας Μοναστήρι καί νά ζήσωμε ήσυχοι.
Καί πού θά βρούμε χρήματα; ρώτησε ξαφνιασμένος ό Άββάς Άνούβ.
Μέ τρόπο ό Παΐσιος τού έδειξε τό θησαυρό του. Βλέποντας τόσα χρήματα στά χέρια τού νέου ό φρόνιμος Άββάς λυπήθηκε γιά τή ζημία τής ψυχής του. μά δέν τού τό έδειξε.
Πάμε πέρα άπό τόν ποταμό νά βρούμε κατάλληλο τόπο, τού όποκρίθηκε.
Τού πήρε όμως τά νομίσματα καί τά έκρυψε στό σκούφο του. Μά καθώς περνούσαν τό ποτάμι, έκανε δήθεν μιά άπότομη κίνησι ό Άββάς Άνούβ καί πέσανε όλα στό νερό. "Υστερα προσποιήθηκε πώς λυπόταν.
Μ ή στενοχωριέσαι, τού είπε ό Παίσιος. πού, χάνοντας τά χρήματα, τού έφυγε Κι΄ ή έπιθυμία μαζί νά ζήση άνεξάρτητος. Αφού δέν έχομε πιά χρήματα, άς γυρίσωμε πίσω στόν άδελφό μας.
Έτσι γύρισαν στήν καλύβα τους Κι΄ έζησαν μέ είρήνη ώς τό τέλος τής ζωής τους.
ΕΝΑΣ νέος Μοναχός ρώτησε μιά μέρα τόν Γέροντά του:
Μέ ζημιώνει τάχα. Άββά. τό ν' άποκτήσω δύο χιτώνας;
Απόκτησε δύο χιτώνας, άποκρίθηκε ό διακριτικός Γέροντας, καί μήν άποκτάς κακίες. Ή ψυχή δέν έχει ανάγκη άπό τίς κακίες, ένώ τό σώμα έχει άνάγκη άπό τά ένδύματα. Άλλ' όταν έχης τ’ άπαραίτητα, μάθε ν' άρκήσαι σ’ αυτά, όπως συμβουλεύει ό Μέγας Απόστολος, καί μή ζητάς παραπανίσια.
ΑΓΑΠΑ, όδελφέ. τά φτωχικά ένδύματα. άν θέλης νά δίωξης άπό τήν καρδιά που τήν ύψηλοφροσύνη. Όποιος άγαπά τήν πολυτέλεια, είναι όδύνατο νά άποκτήση ταπεινοσύνη. Είναι φυσικό νά διαμορφώνεται ό έσωτερικός άνθρωπος σύμφωνα μέ τόν έξωτερικό.
Ο ΑΒΒΑΣ Παμβώ θέλει τόν μοναχό ντυμένο μέ τέτοια ρούχα, πού. άν τά πετάξη στό δρόμο, νά μή καταδεχτούν οϋτε oi ζητιάνοι νά τά πάρουν.
·
ΚΑΠΟΙΟΣ πλούσιος χριστιανός έπισκέφτηκε κάποτε έναν Ερημίτη καί. φεύγοντας, toO πρόσφερε ένα γερό φιλοδώρημα. Έκεϊνος όμως  μέ κανένα τρόπο δέν ήθελε νά τό δεχτή.
Πάρε το, Άββά, τόν παρακαλούσε ό έπισκέπτης. καί μοίρασέ το στους φτωχούς.
Αυτό είναι διπλή ντροπή γιά μένα, τέκνον μου, τού άποκρίθηκε ό Γέροντας, νά παίρνω χωρίς νά έχω άνάγκη καί νά κενοδοξώ μοιράζοντας τά ξένα έλεημοσύνη.
···
ΑΝ ΔΩΣΗΣ έλεημοσύνη. λέγει άλλος Γέροντας, Κι΄ ό λογισμός σέ θλίβει πώς έδωσες πολύ, μή δίνης προσοχή σ' αυτόν, γιατί είναι σατανικός. Καλλίτερα όμως  γιά σένα είναι νά ζής μέ τόση άκτημοσύνη. πού νά έχης άνάγκη άπό τούς άλλους νά σ' έλεούν. Εκείνος πού δίνει, έχει τήν ίκανοποίησι πώς κάνει κάτι καλό. Άλλ' δποιος στερείται καί δέν έχει ποτέ νά δώση κάτι, όποκτά ταπεινοσύνη μέ τή σκέψι πώς ποτέ δέν κάνει τίποτε καλό. "Ετσι έζησαν οί Πατέρες μας. Μ’ αυτόν τόν τρόπο βρήκε τόν θεό ό Μέγας 'Αρσένιος.

ΕΠΑΙΝΟΥΣΑΝ οί Πατέρες τήν άκτημοσύνη καί τήν άφιλοχρηματία τού Άββά Άγάθωνος καί τού υποτακτικού του. Όταν κατέβαιναν στήν άγορά νά πουλήσουν τό έργόχειρό τους, Ελεγαν μιά φορά τήν τιμή στόν όγοραστή. Άν έκεϊνος άρχιζε τά παζαρέματα, αυτοί σώπαιναν καί τόν άφηναν νά τούς δώση όσα ήθελε. Άν πάλι είχαν άνάγκη οί Ιδιοι ν’ άγοράσουν κάτι, έδιναν αμέσως τά χρήματο πού τούς ζητούσαν, χωρίς νά βγάλουν λέξι άπό τό στόμα τους.
ΣΤΗΝ άρχή τής άσκητικής του ζωής, τόν πολέμησε μέ πολλή μανία ό διάβολος τόν Όσιο Αντώνιο. Όταν, πολύ νέος άκόμη, ξεκίνησε γιά τήν έρημο, τού έρριψε έμπρός στά πόδια του ένα άσημένιο δίσκο. Βλέποντάς τον ό Αντώνιος, συλλογίστηκε:
Πώς είναι δυνατόν νά βρεΟή τέτοιο πράγμα σέ τούτο τόν άβατο τόπο; Τέχνασμα δικό σου είναι, διάβολε, γιά νά μέ ρίξης στή φιλαργυρία. Μά δέν πρόκειται μέ τέτοια νά έμποδίσης τήν προθυμία μου.
Καθώς έλεγε αυτά, ό δίσκος έγινε άφαντος άπό τά μάτια του.
Άλλη φορά πάλι βρήκε πραγματικό χρυσό στήν έρημο, τόν περιφρόνησε όμως Κι΄ ούτε γύρισε νά τόν κυττάξη.
·
Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ένός πλουσίου μοναστηριού ρώτησε κάποτε τόν Άββά Ποιμένα, μέ τί τρόπο μπορούσε ν' άποκτήση φόβο θεού.
Ό άσκητής χαμογέλασε.
Ό φόβος τού θεού, άδελφέ. τού είπε, δέν άποκτάται μέ άποΟήκες γεμάτες όλων τών ειδών τά τρόφιμα, μέ βαρέλια τυριά καί παστά άκόμη.
ΚΑΠΟΙΟΣ Άγιος Ερημίτης έκανε μέ τήν προσευχή του καλά ένα δαιμονισμένο. Ό άνθρωπος άπό. ευγνωμοσύνη πήγε δώρο στόν Γέροντα ένα σακκούλι χρυσάφι. Εκείνος όμως δέν ήθελε μέ κανένα τρόπο νά τό δεχτή. Σάν είδε πώς ό άνθρωπος στενοχωρεΐτο. τόν συμβούλεψε νά μοιράση τό χρυσάφι στους φτωχούς Κι΄ έκεϊνος κράτησε μόνο τό σακκούλι πού ήταν τρίχινο. Μ' αυτό ό ‘Ερημίτης έφτιαξε ένα πουκάμισο καί τό φορούσε κατάσαρκα γιά νά βασανίζη τό γέρικο κορμί του.
ΑΡΡΩΣΤΗΣΕ κάποτε βαρειά ό “Οσιος Αρσένιος καί δέ βρέθηκε στό κελλί του ένα λυχνάρι πού τό είχε άπόλυτη άνάγκη. ‘Επειδή ούτε χρήματα ν' άγοράση δέν είχε, άναγκάστηκε νά ζητήση έλεημοσύνη. "Υστερα μέ συγκίνησι ευχαριστούσε τόν Θεό. πού τόν άξίωσε νά γυρέψη έλεημοσύνη γιά τήν άγάπη του.
ΕΙΝΑΙ τάχα ώφέλιμο γιά τήν ψυχή του. νά μήν έχη ό μοναχός τήν παραμικρή άνεσι; ρώτησε τόν Μέγα ‘Αρσένιο ό Άββάς Μάρκος. Είδα πρό ημερών κάποιον άδελφό νά ξερριζώνη καί τά λίγα λάχανα ακόμη, πού είχε στόν μικρό του κήπο.
— ‘Ωφέλιμο είναι, άποκρίθηκε ό διακριτικός Γέροντας, άλλά ή τελεία άκτημοσύνη πρέπει νά συμβαδίζη μέ τήν προκοπή τού μοναχού σ’ όλες τίς άλλες άρετές. Γιατί, άν κάθε μέρα πού περνά δέν προοδεύη πνευματικώς. πολύ γρήγορα θά φυτέψη άλλα.
ΠΟΛΥ καιρό κόπιασε ό Άββάς Άγάθων, Κι΄ οΐ μαθηταί του νά κτίσουν ένα μικρό μοναστηράκι γιά νά ζήσουν ήσυχα έκεϊ. Όταν πιά τό τελείωσαν καί πήγαν εύχαριστημένοι νά έγκατασταθούν. άντελήφθηκε ό Γέροντας πράγμα έπιζήμιο σ' έκεΤνον τόν τόπο. Τότε πρόσταξε τούς μαθητές του. χωρίς δισταγμό:
‘Ελάτε γρήγορα νά φύγωμε άπό δώ.
Στό άκουσμα αυτό έκεΐνοι αναστατώθηκαν.
Άν είχες στό νοΰ σου. Άββά. τού είπαν, νά μή μείνωμε σέ τούτον τόν τόπο, γιατί νά κοπιάσωμε τόσο νά χτίσωμε κελλιά; Θά μάς κοροϊδεύουν oι άνθρωποι, σάν μάς ίδούν. «Νά, φεύγουν πάλι oι άκάθαρτοι», θά λένε.
 Oι απερίσκεπτοι μπορεί νά μάς γελάσουν, άποκρίθηκε ο "Οσιος, μά oi φρόνιμοι θά συμφωνήσουν μαζί μας, πού γιά τήν άγάπη τού θεού καί γιά τής ψυχής μας τήν ώφέλεια περιφρονήσαμε τούς κόπους. Όμως δέν βιάζω κανένα, άς μέ άκολουθήση όποιος θέλει.
Μπροστά στή σταθερή άπόφασι τού άγιου Γέροντος, υποχώρησαν καί τόν ακολούθησαν όλοι oι μαθηταί.
···
ΘΕΛΟΝΤΑΣ ό Αββάς Εύτρόπιος νά δείξη σ' ένα νέο μοναχό πώς δέν έπρεπε νά έχη προσκόλλησι στά γήινα, αλλά νά τά θεωρή πρόσκαιρα καί νά τά περιφρονή, τού έδωσε αυτή τή συμβουλή:
 Χόρτο φάγε, χόρτο φόρεσε, σέ χόρτο κοιμήσου.
ΤΟΣΟ άκτήμων ήταν ό Άββάς Μεγέθιος. πού όταν έβγαινε άπό τό κελλί του νά περπατήση στήν έρημο καί τού έλεγε ό λογισμός του νά πάη νά μείνη σ' άλλον τόπο, έφευγε άμέσως καί δέν γύριζε σ' αυτόν, γιατί δέν είχε τίποτε νά πάρη μαζί του. Τή βελόνα, πού τού χρειαζόταν γιά τό έργόχειρό του. τήν είχε πάντα στήν τσέπη του.
ΜΙΑ φορά ό Ζαχαρίας, ό μαθητής τού Άββά Σιλουανού. χωρίς νά ρωτήση τόν Γέροντα, πήρε τούς άλλους άδελφούς κιέρριξαν κάτω τόν φράκτη γιά νά μεγαλώσουν τό μικρό τους κήπο. Σάν τό είδε ό Άββάς Σιλουανός, χωρίς νά τούς πή λέξι. φόρεσε τό μανδύα του καί τούς όποχαιρέτησε:
 Εϋχεσθε γιά μένα, αδελφοί, ήταν τά μοναδικά λόγια, πού έβγαλε άπό τό στόμα του. καθώς έφευγε.
Εκείνοι σάστισαν πού τόν είδαν τόσο ξαφνικά νά φεύγη.
Πού πάς, Άββά; τόν ρώτησαν. Τί σοΰ συμβαίνει;
Δέ μπαίνω μέσα σέ τοϋτο τό κελλί, ούτε τό μανδύα βγάζω άπό πάνω μου, τούς είπε τότε ό Γέροντας, άν δέν φέρετε τόν φράχτη στην πρωτινή του θέσι.
ΕΝΑΣ πλούσιος άρχοντας πήγε νά έπισκεφθή τη σκήτη τών Πατέρων. Μαζί του είχε πολλά χρήματα γιά νά τούς φιλοδωρήση καί τά έδινε στόν Πρεσβύτερο νά τά μοιράση, άνάλογα μέ τις ανάγκες τού καθενός.
Οί Γέροντες δέν χρειάζονται χρήματα. του είπε ό Πρεσβύτερος.
’Επειδή όμως έπέμενε ό άρχοντας, τά έβαλε σ' ένα σακκούλι καί τό κρέμασε στήν πόρτα τής έκκλησίας. Τήν Κυριακή πού πήγαν οί Πατέρες νά λειτουργηθούν, ό Πρεσβύτερος τούς είπε:
Όποιος χρειάζεται χρήματα, άς πάρη άπό κείνο τό σακκούλι.
Κανένας όμως  δέν πλησίασε νά πάρη. Οί πιό πολλοί μάλιστα δέ γύρισαν κάν νά κυττάξουν πρός τά έκεΐ. Γύρισε τότε ό Πρεσβύτερος καί είπε στόν άρχοντα, πού στεκόταν παράμερα καί παρακολουθούσε:
Βλέπεις πώς οί μοναχοί άποστρέφονται τά χρήματα. Πάρε τα λοιπόν καί μοίρασέ τα στούς φτωχούς. Ό θεός δέχτηκε τήν καλή σου προαίρεσι.
Ό άρχοντας έφυγε, θαυμάζοντας τήν άφιλοχρηματία τών Πατέρων.
ΕΝΑΣ άδελφός πήγε νά συμβουλευτή κάποιο Γέροντα:
Είναι σωστό. Άββά. νά φυλάξω δυό χρυσά νομίσματα, πού μοϋ περίσσεψαν άπό τό έργόχειρό μου. γιά νά τά έχω στά γεράματά μου ή όταν μού συμβή αρρώστια:
"Οχι, τού άποκρίθηκε ό Γέροντας, δέν είναι καθόλου σωστό νά τά κρατήσης, γιατί έτσι μαθαίνεις νά στηρίζης τις έλπιδες σου σ’ αυτά καί παύεις νά έχης τήν προστασία τού Θεοΰ.
·
Ο ΑΜΕΡΙΜΝΟΣ μοναχός πού έχει γευτή τή γλύκα τής ώκτημοσύνης, λέγει κάποιος Πατήρ, νοιώθη σάν βάρος περιττό καί τό ράσο άκόμη πού φορεί καί τό λαγήνι τού νερού πού έχει στό κελλί του, γιατί Κι΄ αύτά καμμιά φορά τού απασχολούν τό νοΰ του.
ΑΛΛΟΣ Γέροντας πνευματικός δίνει τις παρακάτω συμβουλές στούς Μοναχούς:
Μή θέλης νά έχης κρεμασμένο στήν πόρτα τού κελλιοΰ σου άλλο ρούχο, άπό κείνο πού φορείς. Πολλοί καλλίτεροι σου τρέμουν άπό τό κρύο. Πώς έσύ ό άμαρτωλός τολμάς νά έχης περισσά;
Μή γυρεύης νά κρύβης παράμερα σκεύος άμεταχείριστο, γιατί Οά πάψη νά έχη τή φροντίδα σου ό θεός. Ούτε χρήματα μή συνηθίζης νά κρατής. ’Αγόρασε μ' αύτά τά απολύτως άναγκαϊα καί τά υπόλοιπα δόσε τα έλεημοσύνη. προτού βραδυάση. γιατί δέν ξέρεις άν ξημερωθής.
"Αν τό κελλί σου χωρή μόνο τήν κεφαλή σου, μή θέλης ν’ άποκτήσης πιό ευρύχωρο.
·
ΕΝΑΣ πλούσιος είδωλολάτρης ώδηγήθηκε στό Χριστό άπό ένα χριστιανό Ιερέα. Λίγο πριν λάβη τό άγιον Βάπτισμα. είπε στόν Ιερέα πώς έπιθυμούσε νά μοιράση έλεημοσύνη στούς φτωχούς. Ό Ίερεύς τόν πήρε μαζί του νά έπισκεφθούν τις πιό φτωχικές συνοικίες τής πόλεως, γιά νά ίδή ό πλούσιος μέ τά μάτια του τή δυστυχία. Χτύπησαν τήν πόρτα μιάς έτοιμόρροπης καλύβας. Μιά γλυκειά φωνή τούς κάλεσε νά μπούν. Βρήκαν ένα νέο παράλυτο Κι΄ άπό τά δυό του πόδια, καθισμένο πάνω σ’ ένα άχυρένιο στρώμα νά πλέκη μέ πολύ κόπο ψαθί. Το πρόσωπό του όμως έλαμπε άπό μιά εσωτερική χαρά, που τοϋ προξενοϋσε ή έγκαρτέρησι στή βασανιστική αρρώστια. Στήν καλύβα δέ βρισκόταν άλλο τίποτε άπό τό άχυρένιο στρώμα.
'Ανατρίχιασε ό πλούσιος άπό τή φτώχεια, πού όπλωνόταν μπροστά του, Κι΄ άνοιξε τό πουγγί του νά δώση γενναίο φιλοδώρημα στόν άρρωστο. Ικανό νά τοϋ έξασφαλίση γιά πολύ καιρό μιά άνετη ζωή. “Εκείνος, όμως, με πολλή εύγένεια. άρνήθηκε:
Ό Θεός νά σέ άνταμείβη γιά τήν άγάπη σου, άδελφέ. τοϋ είπε, άλλα, όπως βλέπεις, έχω όσα μοϋ χρειάζονται. "Ας είναι δοξασμένο τό όνομά Του πού μοϋ στέλνει τοΰτα τά βάγια νά βγάζω μέ τόν κόπο μου τό καθημερινό μου ψωμί. Τά παραπανίσια. δίχως άλλο. Οά μέ βλάψουνε.
Γεμάτος θαυμασμό γιά τήν άρετή τοϋ νέου ό άρχοντας Κι΄ ό Ίερεύς, δέ θεώρησαν σωστό νά έπιμείνουν. "Εφυγαν μακριά. Βρήκαν ένα μικρό κορίτσι ώς δέκα χρόνων, ντυμένο μέ κουρέλια, πού μόλις μπορούσαν νά κρύψουν τή γύμνια του. Τούς είπε πώς ήταν όρφανή άπό πατέρα καί ζοϋσε μέ τή μητέρα της. 'Ο πλούσιος έβγαλε νά τής δώση έλεημοσύνη, μά ή μικρή κόρη άρνήθηκε:
Ή μητέρα βρήκε σήμερα δουλειά καί θά φέρη ψωμί νά φάμε.
Τήν ρώτησαν γιά τήν έργασία τής μητέρας της καί είπε πώς ξενόπλενε. Δέν άργησε ώς τόσο νά φανή Κι΄ ή βασανισμένη χήρα, κατάκοπη άπό τή σκληρή δουλειά
Ό άρχοντας τήν παρακάλεσε νά δεχτή τήν προσφορά του. Η χήρα όμως δέν ήθελε ούτε νά τ’ άκούση:
Ό Θεός φροντίζει κάθε μέρα γιά μάς, άρχοντά μου, τοϋ είπε. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν νά τόν άντικαταστήσης τώρα έσύ;
Έφυγε Κι΄ άπό κεΐ ό πλούσιος, παίρνοντας μεγάλο δίδαγμα άπό τήν άφιλοχρηματία τών πτωχών καί τήν άπόλυτη εμπιστοσύνη τους στό Θεό.
ΑΝΕΒΗΚΕ κάποτε στή Ραϊθώ Ενας πλούσιος χριστιανός Κι΄ έμοίρασε στους άσκητάς άπό ένα χρυσό νόμισμα. Τήν Ιδια νύχτα, ένας άπ αυτούς είδε στόν ύπνο του πώς βρέθηκε σ' ένα απέραντο χωράφι γεμάτο άγκάΟια. Κάποιος άξιωματικός, πού στεκόταν παράμερα, τόν πρόσταζε:
Πάρε τούτο τό δρεπάνι, Αββά, καί θέρισε τό χωράφι τού πλουσίου, πού σέ πλήρωσε σήμερα.
Μόλις ξημέρωσε, πήρε τό νόμισμα ό άσκητής καί τό πήγε στό δωρητή:
Πάρε τά λεπτά σου, άδελφέ, τού είπε, γιατί δέν ευκαιρώ νά θερίζω ξένα άγκάθια. Είθε νά προλάβω νά ξερριζώσω τά δικά μου.
ΟΙ ΤΕΛΕΙΟΙ Μοναχοί, λέγει ένας άπό τούς Γέροντας, δέ δέχονται πράγμα άπό κανένα. ΟΙ μέσοι δέ ζητούν μόνοι τους, άλλ’ άν τούς δώση κανείς άπό δική του προαίρεσι, δέν άρνοΰνται. Οί ασθενείς, όμως . πού δέν μπορούν νά έργάζωνται. άς ζητούν τά πολύ αναγκαία, μέ μεγάλη ταπείνωσι, κατηγορώντας διαρκώς γΓ αυτό τόν έαυτό τους.
ΑΝ ΕΧΩ έξασφαλίσει τό ψωμί τής ήμέρας, έλεγε ό Όσιος Μακάριος, καί μοΰ φέρη κανείς καί μάλιστα κοσμικός Κι΄ άλλα τρόφιμα, καταλαβαίνω, πώς άπό τόν πειρασμό γίνεται τούτο, πού θέλει νά μέ ρίξη στήν άπληστία, καί δέν τά δέχομαι. ‘Αν καμμιά φορά βρίσκωμαι σέ πραγματική άνάγκη, ό θεός μοΰ στέλνει, μέ κάποιον καλό άνθρωπο, έκεϊνα πού χρειάζομαι, όπως έστειλε στό Δανιήλ, στό λάκκο τών λεόντων, τροφή μέ τόν προφήτη Άββακούμ. Όταν έχω χρήματα καί τά κρατώ, ένώ περιμένω νά μέ συντηρούν oi άλλοι, μοιάζω μέ τόν 'Ιούδα τόν Ίσκαριώτη. πού περιφρόνησε τή Χάρι τού Χριστού, γιά τήν άγάπη τών χρημάτων.
ΛΕΝΕ γιά κάποιο πολύ φτωχό Ερημίτη πώς, σάν τού πήγαινε κανένας αδελφός λίγο φαί καί τύχαινε νά τού πάη Κι΄ άλλος τήν ίδια μέρα, δέν κρατούσε τό δεύτερο, λέγοντας:
Μ' έθρεψε σήμερα ό Κύριός μου. Μού αρκεί αΰτό.
ΑΝ Ο Κύριός μου θέλη νά ζώ. συνήθιζε νά λέγη ό Άββάς Φορτάς, πού ήταν χρόνια κατάδικος άπό βασανιστική άρρώστια. ξέρει πώς νά μέ οίκονομή. Άν πάλι δέ Οέλη, μοϋ είναι περιττή ή ζωή. ‘Ετσι ζούσε μέ μεγάλη στέρησι καί δέν έπαιρνε άπό κανένα έλεημοσύνη.
Όταν κάποιος μού κάνη μιά δωρεά, έλεγε άλλη φορά, όχι γιά τήν άγάπη τού Θεού, άλλά άπό καθήκον, άν τήν πάρω, άδικώ τόν δωρητή, γιατί ούτε έγώ μπορώ νά τήν ανταποδώσω, ούτε άπό τόν θεόν έχει άμοιβή.
ΚΑΘΩΣ περπατούσε στήν έρημο ένας νέος υποτακτικός, βρήκε ένα ξύλο, πού πριν άπό λίγο είχε πέσει άπό μιά φορτωμένη καμήλα. Τό σήκωσε καί τό πήγε στήν καλύβα του.
Πού τό βρήκες; τόν ρώτησε ό Γέροντάς του.
Στό δρόμο, άποκρίθηκε ό νέος.
"Αν τό έφερε μπροστά στά πόδια σου τυχαία ό άνεμος, έχει καλώς, τού είπε ό Γέροντας. "Αν όμως  τό έχασε κανένας άνθρωπος, πήγαινε νά τό ρίξης έκεϊ πού τό βρήκες, γιά νά μή καταδικαστής μέ τούς άδικους.
"Ετσι ό νέος τό πήγε πίσω στή θέσι πού τό είχε βρή.
ΕΝΑΣ άδελφός άπό τήν έρημο πήγε στήν πόλι νά πουλήση τά καλάθια του. Πλησιάζοντας στήν άγορά, είδε πεσμένο κάτω ένα σακκούλι. Τό σήκωσε καί κατάλαβε πώς είχε μέσα πάνω άπό χίλια χρυσά νομίσματα, γιατί ήταν πολύ βαρύ. Δέν τό πείραξε όμως . περίμενε έκεί άκίνητος. μέ τήν σκέψι, πώς θα έλθη νά τό άναζηχήση έκεϊνος πού τό έχασε.
Σέ λίγο φάνηκε ένας άνθρωπος καταστενοχωρημένος καί γύρευε τό σακκούλι, πού τού είχε πέσει άπό τή ζώνη του.
Ό άδελφός τού τό παρέδωσε αμέσως. Συγκινημένος ό άνθρωπος άπό τήν καλωσύνη τού Μοναχού, έβγαλε άπό τό σακκούλι μιά χούφτα χρυσά νομίσματα γιά νά τόν άνταμείψη.
Δέν θέλω, φίλε μου, άνταμοιβή, τού είπε ό άδελφός. γι' αύτό πού ήταν καθήκον μου νά κάνω.
Έκπληκτος άπό τήν άφιλοχρηματία του ό άνθρωπος, άρχισε νά φωνάζη στούς διαβάτες:
Τρέξτε νά ίδήτε αληθινά τού θεού άνθρωπο.
Στό μεταξύ όμως χάθηκε ό άδελφός άνάμεσα στό πλήθος, αφήνοντας καί τά καλάθια του στή μέση, γιά νά άποφύγη τόν έπαινο.
ΚΑΘΩΣ γύριζαν μιά μέρα στό κελλί τους, ό Άββάς ΆγάΟων μέ τόν υποτακτικό του, ό νέος βρήκε στό δρόμο ένα φρέσκο φασόλι.
Νά τό πάρω. Άββα: ρώτησε τόν Γέροντα.
Εκείνος τού έρριξε ένα βλέμμα αυστηρό Κι΄ ύστερα του είπε:
Μήπως τό έβαλες τού λόγου σου έκεΐ;
"Οχι, Αββά.
Αϊ, τότε πώς σοΰ πέρασε άπό τό νού πώς μπορείς νά τό πάρης:

ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ κάποτε τήν έρημο τού Ίορδάνου, κάθησε κατάκοπος νά ξεκουραστή κάτω άπό μιά συκιά, ό Άββάς Ζήνων. Πεινασμένος καθώς ήταν, τού έλεγε ό λογισμός του πώς δέν ήταν σπουδαίο πράγμα νά κόψη ένα σύκο γιά νά φάη.
Οί κλέφτες πάνε στήν κόλασι, άποκρίθηκε σ' αυτόν ό Γέροντας. Δοκίμασε, λοιπόν, άν τήν ύπομένης, Κι΄ ύστερα κόβεις.
Πήρε τό ραβδί του Κι΄ άρχισε"νά κτυπά τόν έαυτό του άλύπητα.
"Αν δέν ύποφέρης τήν τιμωρία, ταπεινέ, μή τολμάς νά κλέβης, είπε μόνος του Κι΄ άπέφυγε τόν πειρασμό.
···
ΕΛΕΓΑΝ μέ θαυμασμό οΐ Γέροντες γιά τόν Άββά ’Ιωάννη τόν Πέρση, πώς άπό την πολλή του καλοσύνη έφτασε σέ τελεία άκακία. Μιά φορά δανείστηκε άπό κάποιον άδελφό ένα χρυσό νόμισμα, γιά ν' άγοράση λινάρι νά κάνη έργόχειρο. Μόλις τό προμηθεύτηκε, τού ζήτησε λίγο ό γείτονάς του νά φτιάξη μιά ποδιά καί ό Άββάς Ιωάννης τού έδωσε μέ πολλή προθυμία. Τήν άλλη μέρα πέρασε άπό τό κελλί του άλλος άδελφός, είδε τό λινάρι καί γύρεψε Κι΄ αυτός γιά ένα πουκάμισο. Έδωσε καί σ’ αυτόν ό άκακος ‘Ιωάννης καί σέ δυό τρεϊς άλλους, πού έτυχε νά τού ζητήσουν, ώσπου τό μοίρασε όλο, χωρίς νά κρατήση τίποτε γιά τόν έαυτό του.
"Υστερα άπό μερικές ήμέρες πήγε ό δανειστής καί τοϋ γύρεψε τό νόμισμα.
Πήγαινε, άδελφέ μου, τοϋ είπε ό Άββάς, καί θά σοϋ τό φέρω στό κελλί σου.
Μά. σάν δέν είχε νά τό έπιστρέψη. σηκώθηκε νά πάη στόν Άββά Ιάκωβο, τόν Οίκονόμο τής σκήτης, νά τοϋ ζητήση ένα νόμισμα. Στό δρόμο, καθώς πήγαινε, βρήκε ένα φλουρί, μά δέν τό πήρε. "Εκανε προσευχή καί γύρισε στό κελλί του. Ούτε στόν Οικονόμο δέ θέλησε νά πάη.
Τήν άλλη μέρα πήγε πάλι ό άδελφός καί γύρευε τά δανεικά. Βγήκε πάλι ό Άββάς ’Ιωάννης νά πάη στόν Άββά ’Ιάκωβο. Είδε τό φλουρί στήν Ιδια Οέσι καί δέν τό σήκωσε, άλλά γύρισε άμέσως στό κελλί του.
Τήν τρίτη μέρα πήγε θυμωμένος ό δανειστής Κι΄ άπαιτοϋσε τό νόμισμά του.
Ησύχασε, άδελφέ μου, τοϋ είπε μέ πραότητα ό άκακος Άββάς. σήμερα θά σοϋ τό φέρω.
Ξεκίνησε εύθύς γιά τόν Οικονόμο καί βρήκε πάλι στήν ίδια θέσι τό φλουρί. Έκανε πρώτα προσευχή Κι΄ ύστερα τό σήκωσε καί τό πήγε στόν Άββά Ιάκωβο.
Τό βρήκα στό δρόμο, τού είπε. Κάνε άγάπη νά ρωτήσης μήπως τό Εχασε κανένας άδελφός.
Ό Οικονόμος γύρισε όλη τή σκήτη καί ρωτούσε τούς άδελφούς, μά δέ βρέθηκε κανείς νά είπή πώς ήταν δικό του.
 'Αφού δέν τό έχασε κανείς, είπε τότε ό Άββάς Ιωάννης, δόσε το σέ μένα νά τό έπιστρέψω στόν άδελφό πού τό χρεωστώ. γιατί τρεις μέρες τώρα κινώ άπό τό κελλί μου νά έλθω νά σοΰ ζητήσω κι έπειδή έβλεπα τούτο τό φλουρί, γύριζα πίσω άπρακτος.
θαύμασε ό Οικονόμος τήν άφιλοχρηματία τού Άββά. πού, ένώ βρισκόταν σέ τόση άνάγκη, δέν πήρε τό νόμισμα πού βρήκε.
Είχε Κι΄ άλλο προτέρημα αυτός ό Όσιος: Owiv έρχόταν κάποιος νά τού ζητήση κάτι, τού έλεγε μέ καλωσύνη:
Πάρε άδελφέ μου δ,τι σού χρειάζεται. ΚΙ΄ έκεΐνος έπαιρνε δ.τι καί όσο ήθελε. Σάν τό έφερνε πίσω, τού έλεγε πάλι ό Αββάς:
Βάλε το τώρα στη θέσι του. χωρίς νά γυρίση νά προσέξη.
'Αν δέν τού έφερναν πίσω τά δανεικά, ποτέ δέν τά ζητούσε.
Ο ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ, νέος εύσεβής άπό τήν 'Αλεξάνδρεια, διηγείται ό Παλλάδιος. άπό πλούσια Κι΄ άρχοντική γενιά, πήγε νά προσκυνήση τούς άγιους Τόπους Κι΄ έπισκέφθηκε πολλά μοναστήρια Κι΄ ήσυχαστήρια στήν Παλαιστίνη. Σάν γύρισε στήν πατρίδα του τήν Αίγυπτο, μέ τήν καρδιά πλημμυρισμένη άπό θεϊκό έρωτα, μοίρασε τά υπάρχοντά του στούς φτωχούς, γιά ν' άκολουθήση τήν άμέριμνη ζωή τών μοναχών. Κράτησε μόνο ένα μεγάλο υποστατικό στά περίχωρα τής Αλεξάνδρειάς, κατάφυτο άπό όπωροφόρα δέντρα, πού τό είχε ζηλέψη ό Έπαρχος γιά τήν ξεχωριστή όμορφιά του καί πολλές φορές τού είχε ζητήση νά τό άγοράση, προσφέροντας γενναία τιμή. Μά ό Βησσαρίων δέ δεχόταν, γιατί σκόπευε νά τό χαρίση στό γυναικείο μοναστήρι, πού βρισκόταν έκεΐ κοντά.
Όταν άποφάσισε ν' άκολουθήση τόν έρημικό βίο, πήγε κι έξωμολογήΟηκε στόν Άββά Ισίδωρο τόν Πηλουσιώτη. Μεταξύ τών άλλων τού είπε καί γιά τό ύποστατικό.
Πούλησέ το στόν “Επαρχο, τόν συμβούλεψε ό Γέροντας καί δόσε τά χρήματα στό μοναστήρι. Μήν άφήσης ύποστατικά στις καλόγρηες, γιατί Οά χάσουν τήν ψυχή τους.
Μά ό Βησσαρίων δέ θέλησε τότε νά πεισθή στή συνετή συμβουλή τού Γέροντος Κι΄ έκανε δωρητήριο τό μεγάλο κτήμα στό γυναικείο μονασήρι. Ελευθερωμένος υστερία άπό όλες τίς υλικές του φροντίδες, πήγε στήν έρημο Κι΄ έμεινε σέ μιά φτωχική καλύβα, στή σκήτη τών Πατέρων.
Πέρασαν δεκαέξι μήνες άφ' ότου ό εύλαβής νέος αγωνιζόταν τόν καλό τής αρετής άγώνα. αφήνοντας κατά μέρος κάθε γήινη άπασχόλησι, όταν μιά νύχτα ήλθε νά τόν συνταράξη ένα τρομακτικό όνειρο: είδε πώς βρέθηκε στή Βηθλεέμ, στό ναό τής άγιας Γεννήσεως. Ξαφνικά ό ναός άστραψε άπό ουράνιο φώς Κι΄ άρχισαν νά μπαίνουν μέσα σέ παράταξι νέοι Ιεροπρεπείς. ντυμένοι μέ όλόχρυσες στολές, πού έψαλλαν μελίοδικά άσματα. ‘Ανάμεσά τους ήταν μιά Γυναίκα, πού ή όμορφιά της δέ χωρεί σέ νοΰ ανθρώπινο, ντυμένη μέ πορφύρα, σάν Βασίλισσα. καί μέ διάδημα άπό αστέρια στό κεφάλι
Δέν πρόλαβε νά συνέλθη άπό τήν έκπληξί του ό Βησσαρίων. όταν άκουσε έναν άπό τούς συνοδούς τής ούράνιας Βασίλισσας νά τόν φωνάζη αύστηρά μέ τ' όνομά του. Γύρισε πρός τό μέρος του Κι΄ άντελήφθηκε πώς τόν κύτταζε μέ βλέμμα βλοσυρό:
Τί έχεις ν' άπολογηθής γιά τάς παρθένους, τού είπε, πού, άπό τότε πού τούς χάρισες τό κτήμα σου. δέν έπαψαν ούτε μιά μέρα νά έξοργίζουν τόν Θεόν; Μεγάλη τιμωρία σε περιμένει, άν δέν διόρθωσης τό σφάλμα σου.
Κύριέ μου. τόλμησε ν' άποκριΟή ό Βησσαρίων, τρέμοντας σύγκορμος άπό τό μεγάλο φόβο του, γιά νά τις άναπαύσω τούς τό δώρησα, έπειδή, σάν γυναίκες, είναι σκεύη άδύνατα, όχι γιά νά παροργίσουν τόν Θεόν.
Τότε πήρε τόν λόγο ή Βασίλισσα:
Καλή ή προαίρεσίς σου, τέκνον, άλλ’ ό έχθρός τού ανθρωπίνου γένους βρήκε αιτία νά ζημιώση τίς ψυχές τους. Ήμποροΰσε ό Θεός, ό όποιος προνοεϊ διά τά πλάσματά Του, νά τούς στείλη ποταμούς άπό χρυσόν, άλλα δέν θά ήτο συμφέρον των.
Καθώς έλεγε αυτά, σήκωσε τό εύλογημένο χέρι της καί έδειξε έκεϊνον πού λίγο πριν είχε τρομοκρατήσει τόν Βησσσαρίωνα.
Αυτός είναι τό πρότυπον τών μοναχών. Άς τόν μιμούνται όσοι θέλουν νά άρέσουν εις τόν Θεόν. Διόρθωσε τό λάθος σου καί Οά μέ έχης πάντοτε προστασία.
Ύστερα άπευθύνθηκε σ' έκεϊνον πού είχε δείξει:
Σφράγισε τήν καρδιά του, Βαπτιστά, διά νά μή νομίση πώς όλα αυτά είναι φαντασία.
Άπλωσε τό δεξί του χέρι ό Τίμιος Πρόδρομος καί σφράγισε μέ τό σημείο τού Σταυρού τό στήθος τού Βησσαρίωνος καί αμέσως χάθηκε τό όραμα.
Μόλις ξημέρωσε, ξεκίνησε ό Βησσαρίων γιά τόν Άββά Ισίδωρο. Τρομαγμένος άκόμη. τού διηγήθηκε τήν όπτασία.
Έπρεπε νά είχες άκούσει τή συμβουλή μου, τέκνον μου, τού είπε ό Γέροντας. Δέν ξέρεις πώς τά ύποστατικά έχουν μέριμνες καί φροντίδες; Χρειάζονται καλλιέργεια Κι΄ όταν άνδρες συναλλάσσωνται μέ άσκήτριες, ό διάβολος δέν αφήνει απείραχτες ούτε αυτές, ούτε έκείνους. Άν είναι γενικά κακό ατούς μοναχούς νά έχουν υλικές φροντίδες, πολύ περισσότερο άπρεπο γιά τάς παρθένους.
Χωρίς αναβολή, τήν Ιδια κιόλας ημέρα, τόν πήρε ό Γέροντας και κατέβηκαν στό γυναικείο μοναστήρι καί μέ κάποια πρόφασι έπεισαν τίς μοναχές νά δεχτούν νά πουλήσουν τό υποστατικό στόν "Επαρχο καί νά είσπράξουν τά χρήματα. "Ετσι, ήσυχος, πιά, γύρισε στό άσκητήριό του ό καλός Βησσαρίων.

2. ΕΡΓΑΣΙΑ

ΟΤΑΝ έπρόκειτο νά φύγη άπό τό μάταιο κόσμο ό Όσιος Παμβώ. διηγείται ό Παλλάδιος. έβεβαίωνε τούς συνασκητάς του, πώς, άφ’ ότου έγινε Μοναχός, δέν έμεινεν ούτε μία ημέρα χωρίς έργασία, ούτε ψωμί έφαγε ποτέ δωρεάν.
ΣΤΗΝ Κάτω Αίγυπτο ζοϋσαν έκατοντάδες Έρημίται. λέγει έπίσης ό Παλλάδιος. Κάθε σκήτη είχε δική της έκκλησία γιά νά λειτουργοΰνται οί Άσκηταί, μέ εύρύχωρο ξενώνα παραπλεύρως γιά τήν φιλοξενία τών έπισκεπτών. Έδέχοντο μέ καλωσύνη όλους τούς ξένους οί Πατέρες καί τούς φιλοξενούσαν όσον καιρό ήθελαν έκεϊνοι νά παραμείνουν στήν έρημο. Είχαν όμως αυτή τή συνήθεια: Μιά όλόκληρη έβδομάδα τούς άφηναν ν' άναπαυθούν Κατόπιν όμως τούς έδιναν κάποια έργασία νά κάνουν στόν κήπο ή στό μαγειρείο ή όπουδήποτε άλλου, γιά νά μή μένουν άργοί. Τούς έδιναν άκόμη ένα ωφέλιμο βιβλίο νά διαβάζουν, όταν τελείωναν τήν έργασία τους. Τούς απαγόρευαν νά συνομιλούν μέ τούς 'Αδελφούς, γιά νά μή τούς άπασχολοΰν τόσο άπό τήν υλική, όσο Κι΄ άπό τήν πνευματική τους έργασία.
Όλοι οί Έρημίται στήν Κάτω Αίγυπτο άσχολοΰντο μέ τό έργόχειρο. γιά νά συντηρούν τόν έαυτό τους καί νά φιλοξενούν τούς ξένους.
ΜΑΣ πληροφορεί ό βιογράφος τού Αγίου Ίερομάρτυρος Λουκιανού, ότι  , άπό ιή νεότητά του, ό μάρτυς τού Χριστού είχε ύποτάξει τή σάρκα στό πνεύμα μέ άκατάπαυστη νηστεία, άγρυπνία. προσευχή καί κόπο σωματικό.
Εργαζόταν σκληρά γιά νά κερδίζη τό ψωμί του καί ν’ άνακουφίζη τούς πτωχούς. Δέν έβαζε ποτέ τροφή στό στόμα του, άν δέν είχε βεβαιωΟή προηγουμένως πώς προήρχετο άπό τό έργόχειρό του καί πώς κάποιος άλλος άκόμη Οά έτρωγε τήν ήμέρα έκείνη άπ' αύτό.

ΠΗΓΑΝ κάποτε πολύ πρωί στήν καλύβα τού Άββά Άχιλλά οί συνασκηταί του, ό Άββάς Άμμώης μέ τόν Άββά Βιτίμιο, καί βρήκαν τόν Γέροντα νά πλέκη τό ψαθί του.
Άπό τώρα έπιασες δουλειά, Άββά. τόν ρώτησαν.
Άπό τό περασμένο βράδυ, τούς ώμολόγησε έκείνος, μέχρι τώρα έχω πλέξει είκοσι όργυές χωρίς νά τίς χρειάζωμαι. Αλλά φοβούμαι μήπως άγανακτήση έναντίον μου ό θεός καί μέ καταδικάση μέ τούς όκνηρούς, όταν μπορώ νά έργασθώ καί δέν τό κάνω.θαυμάζοντας τή φιλεργία τού Γέροντος οΐ δυό Άββάδες, έφυγαν ώφελημένοι.
···
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΑΝ αυστηρά οί συνασκηταί του κάποιον άδελφό. πού έργαζόταν τήν ήμέρα πού γιόρταζαν τή μνήμη κάποιου Μάρτυρος.
Σάν σήμερα. άποκρίΟηκε ταπεινά έκείνος, δ δούλος τού Θεού βασανιζόταν σκληρά Κι΄ έχυνε τό αίμα του γιά τήν άγάπη τού Χριστού Κι΄ έγώ νά μή χύσω λίγο ίδρώτα στήν έργασία;
ΜΕΡΙΚΟΙ νέοι Μοναχοί έπισκέφθηκαν κάποιο Γέροντα στήν καλύβα του τή στιγμή πού ήταν άπορροφημένος ό νούς του στήν προσευχή, ένώ τά χέρια του έπλεκαν μέ γρηγοράδα.
Τί πρέπει νά κάνη ό Μοναχός γιά νά σωθή, Άββα; τόν ρώτησαν.
Ό,τι βλέπετε, παιδιά μου, τούς άποκρίθηκε έκεϊνος. Εννοούσε βέβαια προσευχή και έργασία.
ΟΤΑΝ σηκώνεσαι άπό τό στρώμα, άδελφέ. συμβουλεύει κάποιος Γέρων, λέγε στόν έαυτό σου: Σώμα, έργάσου γιά νά τραφής. Ψυχή, νήφε γιά νά σωΟής.
·
ΑΝΕΒΗΚΕ κάποτε στό Σινά ένας μοναχός άπό μακρινή σκήτη καί φιλοξενήθηκε στό ήσυχαστήριο τού Άββά Σιλουανού. Βλέποντας τούς υποτακτικούς του νά έργάζωνται έντατικά, είπε στόν Γέροντα κάπως ύπεροπτικά:
Μ ή έργάζεσθε τήν άπολλυμένην βρώσιν. «Μαρία γάρ τήν άγαθήν μερίδα έξελέξατο».
Ό Άββάς Σιλουανός δέν τού έδωσε άπόκρισι. Πρόσταξε τόν μαθητή του Ζαχαρία νά όδηγήση τόν ξένο σ' ένα άδειανό κελλί καί νά τού δώση ένα βιβλίο νά διαβάση.
Διάβασε άρκετά, κλεισμένος στό κελλί ό μοναχός, ώσπου κουράστηκε. Άρχισε νά βαριέται καί νά πεινά. Όταν έφτασε ή ένάτη, έβλεπε μέ λαχτάρα τήν πόρτα, μήπως φανή κανένας νά τόν προσκαλέση γιά φαγητό. Μά. σάν είδε πώς δέν έρχόταν, αποφάσισε νά πάη μόνος νά έξετάση. Βρήκε τόν Γέροντα στόν κήπο νά ποτίζη.
Δέν έφαγαν σήμερα οί άδελφοί. Άββά; τόν ρώτησε, άφήνοντας κατά μέρος τήν ντροπή, άφού τόν βασάνιζε ή πείνα.
Βεβαίως έφαγαν, άποκρίθηκε ό Γέροντας.
Καί πώς έγινε νά λησμονήσετε νά φωνάξετε Κι΄ έμένα:
Μά έσύ. τέκνον μου, είπε μέ άπλότητα ό Άββάς Σιλουανός, είσαι άνθρωπος πνευματικός καί δέν έχεις άνάγκη άπό ύλική τροφή. Εμείς πού Εχομε σάρκα, χρειαζόμαστε τροφή καί γι’ αύτό τό λόγο αναγκαζόμαστε ν' άσχολούμεθα καί μέ ύλική έργασία. Έσύ πού Εχεις διαλέξει τήν «άγαθή μερίδα», διάβαζες 6λη μέρα καί. χωρίς άλλο, είσαι τώρα χορτασμένος.
Ό μοναχός κατάλαβε τό σφάλμα του καί ζήτησε συγχώρησι άπό τό Γέροντα.
Μάθε, τέκνον μου, τού είπε ό σοφός Άββάς, πώς Κι΄ ή Μαρία είχε άνάγκη άπό τή Μάρθα καί διά μέσου Εκείνης Εγκωμιάστηκε αύτή.
 ·
Ο ΑΒΒΑΣ Ιωάννης ό Κολοβός, πολύ νέος στήν ήλικία. άσκήτευε στήν έρημο μαζί μέ τό μεγαλύτερο άδελφό του. Συνεπαρμένος κάποτε άπό ύπερβολικό ζήλο γιά τά πνευματικά, είπε στόν άδελφό του:
Θέλω νά ζήσω άμέριμνα. σάν τούς 'Αγγέλους, πού δέν άσχολούνται μέ τά ύλικά, άλλά δοξολογούνε όκατάπαυστα τόν “Υψιστο. “Αφησέ με νά πάω βαθειά στήν έρημο ν' άπολαύσω τέτοια ζωή.
Κανένας δέ σ' εμποδίζει, τού είπε Εκείνος. Είσαι Ελεύθερος νά ζήσης, όπως θέλεις.
Τήν άλλη μέρα τό πρωί Εβγαλε τό μανδύα πού φορούσε ό ’Ιωάννης, γιά νά είναι πιό Ελεύθερος, καί ξεκίνησε γιά τήν Εσωτέρα Ερημο, χωρίς νά πάρη τίποτε μαζί του.
"Ελειψε μιά όλόκληρη βδομάδα Κι΄ ύστερα φάνηκε ένα πρωί μισοπεθαμένος άπό τήν πείνα καί τό κρύο. Χτύπησε τήν πόρτα τής καλύβας τους.
Ποιός είναι; ρώτησε άπό μέσα ό άδελφός του, πού Εκανε πώς δέν τόν είχε άντιληφθή.
Ό 'Ιωάννης, άποκρίθηκε άτονα Εκείνος.
Αδύνατον, άποκρίθηκε ό άλλος άπό μέσα. Ό Ιωάννης Εγινε ‘Αγγελος, δέ ζή πιά μέ τούς ανθρώπους.
"Ανοιξε, άδελφέ μου. άρχισε τώρα νά παρακαλή. είμαι κουρασμένος καί θέλω νά ξαποστάσω.
Ό αδελφός του όμως , θέλοντας νά ιόν διόρθωση, τόν άφησε έξω ώς τό άλλο πρωί. Σάν ξημέρωσε, τόν έβαλε πιά μέσα.
Ώστε είσαι άνθρωπος ακόμη; τόν ρώτησε χαμογελώντας. Κάθησε λοιπόν νά δουλέψης γιά νά ζήσης, γιατί δέν είναι γιά σένα τά υψηλά.
Ό Ιωάννης ζήτησε ταπεινά συγγνώμη κι άπό τότε έργαζόταν μέ προθυμία τό έργόχειρο ««
ΞΕΚΙΝΗΣΕ κάποτε ό Άββάς Μακάριος νά πάη στό δρος τού Μεγάλου 'Αντωνίου, γιά νά συνομιλήση μέ τήν κορυφή τών 'Ασκητών. Περπάτησε πολλές ημέρες μέσα στήν άγρια έρημο ανάμεσα άπό άπάτητους τόπους Κι΄ έφτασε κατάκοπος στή σπηλιά τού Όσιου. Χτύπησε τή μικρή πόρτα μέ εύλάβεια.
Ό ’Αντώνιος βγήκε καί τόν ρώτησε ποιός ήταν καί τί ήθελε.
Είμαι ο Μακάριος. Άββά, Κι΄ έπιθυμώ ν’ άκοΰσω τή διδαχή σου.
Αντί γιά άλλη άπάντησι, ό Αντώνιος του έκλεισε κατάμουτρα τήν πόρτα. "Ηθελε νά δοκιμάση τήν ύπομονή του. Ό Άββάς Μακάριος περίμενε έξω όρθιος, μ όλο  πού ήταν κατάκοπος άπό τή μακρινή όδοιπορία. Δέν τολμούσε ούτε νά καθίση έξω άπό τή σπηλιά τού Μεγάλου πατρός, χωρίς νά τού είπή έκεϊνος. Ύστερα άπό πολλή ώρα τού άνοιξε ό 'Αντώνιος καί τόν ύποδέχθηκε μέ πολλή φιλοφροσύνη.
Άπό καιρό άκουγα τά κατορθώματά σου. άδελφέ, τού έλεγε, Κι΄ έπιθυμούσα νά σέ ίδώ. Καί νά πού σήμερα δ Κύριος ξεπλήρωσε τήν έπιθυμία μου.
Τόν έβαλε νά καθίση καί έτοίμασε τή λιτή του τράπεζα μέ παξιμάδια καί κρύο νερό, γιά νά τόν φιλέψη. Σάν έφαγαν, έβρεξε τά ψαθιά του ό Αντώνιος Κι΄ άρχισε τό έργόχειρό του.
Εύλόγησον, Άββά, είπε ό Μακάριος, νά πλέξω Κι΄ έγώ σειρά, γιά νά μή μένω άργός.
Ό "Οσιος τού έπέτρεψε κι ό Αββάς Μακάριος άρχισε μ' έπιδεξιότητα τή δουλειά. ‘Ετσι κάθησαν άπό τό βράδυ ώς τό πρωΐ καί συνωμιλοϋσαν πνευματικά, γιά τή σωτηρία τής ψυχής, ένώ τά χέρια τους δεν σταμάτησαν νά πλέκουν, ώσπου ή σειρά τοΰ καθενός βγήκε άπό τήν πόρτα Κι΄ έφτασε στή ρίζα τοΰ βράχου πού ήταν ή σπηλιά. Σάν ξημέρωσε καί είδε ό Όσιος πόσο είχε πλέξει ό Άββάς Μακάριος, πήρε τά χέρια του στά δικά του καί τά φίλησε, λέγοντας μέ θαυμασμό:
Μεγάλη δύναμις ύπάρχει πράγματι σ’ αυτά τά εύλογημένα χέρια.

ΕΝΑΣ νέος μοναχός ρώτησε κάποιο Γέροντα, πώς κατώρΟωσαν οι  παλαιότεροι Πατέρες νά φτάσουν σέ μεγάλα μέτρα αρετής, ένώ οί νεώτεροι. μ' όλο πού κοπιάζουν Κι΄ αύτοί, δέν μπορούν νά προοδέψουν.
Εκείνοι, παιδί μου, τοΰ άποκρίθηκε ό Άββάς, είχαν σάν κύριό τους έργο τήν προσευχή, Κι΄ όλα τ' άλλα τά θεωρούσαν πάρεργα. Οί σημερινοί μοναχοί θεωρούν έργο τά σωματικά καί πάρεργο τήν προσευχή, γι’ αύτό κοπιάζουν, δίχως ψυχική ώφέλεια.
Αησμονοΰν τά λόγια τού Σωτήρος. «ζητείτε δέ πρώτον τήν βασιλείαν τού Θεού καί τήν δικαιοσύνην αύτοΰ, καί ταΰτα πάντα προστεθήσεται ύμϊν».
ΕΝΑΣ άρχάριος άδελφός πήγε νά συμβουλευτή τόν Άββά Πιστάμωνα.
"Οταν φτάση ή ώρα νά πουλήσω τό έργόχειρό μου, Άββά. μέ πιάνει στενοχώρια.
Γιατί, τέκνον; τού είπε ό Γέροντας. Μήπως όλοι οί Πατέρες, Κι΄ ό Άββάς Σισώης άκόμη. δέν ήσαν αναγκασμένοι
νά πουλούν τά έργόχειρά τους γιά νά βγάλουν τή ζωοτροφία των;
“Αν μπορώ νά έξασφαλίσω διαφορετικά τό ψωμί μου. δέν είναι καλλίτερα νά μή φροντίζω γιά έργόχειρο; ρώτησε πάλι ό άδελφός.
Όχι, τού άποκρίθηκε ό σοφός Γέροντας. ΚΙ΄ όταν άκόμη έχης περισσότερα άπό όσα σοΰ χρειάζονται γιά νά ζήσης, μή περιφρονής τήν έργασία πού είναι εύλογημένη άπό τόν θεόν. Προσευχή καί έργασία πρέπει νά είναι ή παντοτινή άπασχόλησις τού μοναχού.
Τού έδωσε άκόμη Κι΄ αυτή τή συμβουλή:
Έργάσου χωρίς προσκόλλησι. Όταν πρόκειται νά δώσης τό έργόχειρό σου, πές μιά φορά τήν τιμή στόν αγοραστή. "Αν θέλης νά τό δώσης λιγώτερο, είναι στήν έξουσία σου. “Ετσι Οά είσαι πάντοτε αναπαυμένος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ
1 ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ

ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ Πατέρες, έλεγε ό Άββάς Ιωάννης ό Κολοβός. έτρωγαν μόνο ψωμί κι Αλάτι μιά φορά τήν ημέρα κι ούτε Απ’ αυτό χόρταιναν, γι’ αύτό ήσαν δυνατοί στό έργο τοΟ θεού.
ΑΦ' ΟΤΟΥ έγινε μοναχός ό Άββάς Διόσκορος, έτρωγε μιά φορά τήν ήμέρα λίγο κρίθινο ψωμί ή φτιαγμένο άπό λούπινα.
Κάθε χρόνο έπιχειρούσε Κι΄ άπό μιά καινούργια δσκησι. Παραδείγματος χάριν δέν έβγαινε καθόλου Από τό κελλί του, ή έμενε Αμίλητος. "Ετσι κατώρΟωσε νά κόψη όλες του τις έπιθυμίες
ΕΝΑΣ Αδελφός στό Κοινόβιο τού Αγίου Θεοδοσίου, στήν Παλαιστίνη, τριανταπέντε όλόκληρα χρόνια έτρωγε μόνο ψωμί μιά φορά τήν έβδομάδα καί δέν έβγαινε άπό τήν έκκλησία.
Ο ΟΣΙΟΣ Μακάριος έβαζε αυτόν τόν όρο στόν έαυτό του. όταν έπρόκειτο νά καθήση στήν τράπεζα τών Αδελφών: Άν τού προσφέρουν κρασί νά πιή γιά τήν Αγάπη τους. Αλλά γιά ένα ποτήρι νά μή πιή νερό μιά όλόκληρη ήμέρα.
Of άδελφοί, νομίζοντας πώς Ετσι θά τόν ευχαριστήσουν, του έδιναν νά πιή. Εκείνος τό δεχόταν, γιά νά βασανίση ύστερα τόν έαυτό του. Ό μαθητής του όμως, πού ήξερε τόν μυστικό άγώνα του, έλεγε στους άλλους Ιδιαιτέρως:
 Γιά τήν άγάπη τού Χριστού, μή τόν άναγκάζετε νά πιή κρασί, γιατί άπό αύριο θ' άρχίση τό μαρτύριο τής δίψας.
Ο ΑΒΒΑΣ Ιωάννης, πού ήταν ‘Ηγούμενος σ' ένα μεγάλο Κοινόβιο στήν Αίγυπτο, πήγε κάποτε βαθειά στήν έρημο νά συναντήση τόν Όσιο Παίσιο. τόν ξακουσμένο άσκητή. πού σαράντα όλόκληρα χρόνια άγωνιζόταν έκεϊ μόνος του.
Τί κατώρθωσες, ζώντας μακριά άπό τούς άνθρώπους, Πάτερ; τόν ρώτησε ό Άββάς Ιωάννης.
Άφ' ότου ήλθα έδώ, δέ μέ είδε ούτε μιά φορά ό ήλιος νά τρώγω, άποκρίθηκε ό Όσιος.
Ούτε έμένα ώργισμένο, είπε ό Άββάς.
ΕΛΕΓΕ γιά τόν Γέροντά του κάποιος υποτακτικός, πώς είκοσι όλόκληρα χρόνια δέν ξάπλωσε νά κοιμηθή σέ στρώμα, άλλά έπαιρνε λίγο ύπνο, καθισμένος στό σκαμνί πού έργαζόταν. "Ετρωγε δέ. όλο έκεΐνο τόν καιρό, κάθε δυό μέρες, άλλοτε κάθε τέσσερεις ή πέντε. Συνήθιζε νά τρώγη μέ τό ένα χέρι τό λιτό του φαγητό, ένώ τό άλλο τό είχε πάντα υψωμένο στόν ουρανό καί προσευχόταν.
Γιατί τό κάνεις αυτό, Άββά; ρωτούσε ό μαθητής του.
“Εχω μπροστά στά μάτια μου τήν κρίσι τού Θεού, τέκνον μου, καί δέ μπορώ νά περιμένω, τού έξηγοΰσε ό αγαθός Γέροντας.
Βγήκε μιά μέρα άπό τήν καλύβα του ό Άββάς καί βρήκε τόν μαθητή του ξαπλωμένο στό κατώφλι νά κοιμάται. Στάθηκε έκπληκτος άπό πάνω του καί τόν κύτταζε. κουνώντας περίλυπος τήν κεφαλή του.
Ποΰ νά βρίσκεται άραγε ό λογισμός του καί κοιμάται μέ τόση αφροντισιά;
ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ Εγκρατευτάς σ' αυτήν Εδώ τήν Ερημο. Ελεγε ένας άπό τούς πατέρας, πού Εβδομήντα όλόκληρα χρόνια δέν Εβαλαν στό στόμα τους τίποτε άλλο. Εκτός άπό άγριοβότανα καί καρπούς φοινίκων.
ΚΑΠΟΙΟΣ πολύ γέρος Ερημίτης άρρώστησε καί βασανιζόταν μόνος του. γιατί δέν βρισκόταν σ' Εκείνη τήν Ερημιά άνθρωπος νά τόν φροντίση. Βλέποντας τήν υπομονή του ό θεός, φώτισε Ενα νέο Μοναχό νά πάη ώς τήν καλύβα του. Σάν τόν βρήκε βαρειά άρρωστο, στάθηκε μέ άγάπη στό πλευρό του νά τόν ανακούφιση. Τόν Επλυνε, τού Εφτιαξε Ενα άχυρένιο στρώμα καί τού μαγείρεψε λίγο φαγητό.
Πίστεψέ με, αδελφέ, τού είπε μ" ευγνωμοσύνη ό Γέροντας, πώς είχα Εντελώς ξεχάσει ότι υπάρχουν τέτοιες αναπαύσεις στους άνθρώπους.
Τήν άλλη μέρα ό άδελφός τού έφερε λίγο Kpuoi γιά νά τόν τονώση. Σάν τό είδε ό Γέροντας, δάκρυσε καί ψιθύρισε:
Τέτοια περιποίησι δέν περίμενα μέχρι τόν θάνατό μου.
Ο ΑΒΒΑΣ Ιωσήφ συμβουλεύτηκε τόν "Οσιο Ποιμένα πώς νά Εγκρατεύεται στό φαγητό.
Τρώγε λίγο κάθε ήμέρα. τού είπε ό Γέροντας, άλλά χωρίς νά χορταίνης.
Όταν ήσουν νέος, Άββά. δέν έτρωγες κάθε δυό μέρες;
Κι΄ όλόκληρη βδομάδα Εμενα άσιτος, πρόσθεσε ό Όσιος. Άλλά οι  Πατέρες πού δοκίμασαν πολλών είδών άσκήσεις. βρήκαν πώς πιό ώφέλιμο γιά τόν μοναχό είναι νά τρώγη λίγο κάθε μέρα. Αυτή είναι ή μέση καί βασιλική όδός. Οι ύπερβολές είναι τών δαιμόνων.
ΕΝΑΣ αρχάριος μοναχός έξωμολογήθηκε στον Άββά Σαρματά:
Ό λογισμός μου μέ βασανίζει. Άββά, λέγοντας μου: φάγε. πιές καί κοιμήσου.
Σάν πεινάς, φάγε, σαν διψάς, πιές, Κι΄ όταν νυστάζης, κοιμήσου, τοΰ άποκρίθηκε ό Γέροντας.
Γυρίζοντας πίσω στό κελλί του ό αδελφός, βρήκε στό δρόμο ένα γείτονα του Ερημίτη καί τοΰ άνέφερε τά λόγια τοΰ ’Αββά.
Νά τί έννοοΰσε ό γέροντας, έξήγησε έκεϊνος γιά νά προλάβη τήν παρανόησι τοΰ άδελφοΰ. ‘Οταν άτονήσης καί δέ μπορείς νά πάρης τά πόδια σου, κάθισε τότε καί φάγε. Σάν πεθαίνης άπό δίψα, πιές, Κι΄ όταν έξαντλήσης τίς δυνάμεις σου άπό ύπερβολική άγρυπνία, πέσε νά κοιμηθής.
·
ΥΠΑΡΧΟΥΝ άνθρωποι, έλεγε κάποιος Γέροντας πού τρώγουν πολύ Κι΄ άκόμη πεινοΰν καί Αλλοι πού είναι λιγόφαγοι καί χορταίνουν. Περισσότερη έγκράτεια όμως κάνουν έκεϊνοι πού τρώγουν πολύ καί πεινοΰν, άπό έκείνους πού τρώγουν έλάχιστα καί χορταίνουν. Συμβούλευε άκόμη τούς αδελφούς, πού είχαν σώμα άσθενικό, νά τό προσέχουν, γιά νά μήν άρρωστήσουν καί γίνουν βάρος στήν 'Αδελφότητα.
·
ΚΑΠΟΙΟΣ Ερημίτης άπό τήν Αίγυπτο έπισκέφθηκε τόν Αββά Μεγέθιο, στό όρος Σινά:
Πώς συνηθίζετε νά έγκρατεύεσθε στόν τόπο σας; τόν ρώτησε ό γέροντας.
Νηστεύομε δυό μέρες, άποκρίθηκε ό Ερημίτης καί τήν τρίτη τρώμε όλόκληρο ψωμί.
Μεγαλύτερη έγκράτεια θά κάνατε. Αν τρώγατε μισό ψωμί κάθε μέρα, τοΰ είπε ό διακριτικός Άββάς.
ΕΝΑΣ μοναχός ρώτησε τό Γέροντα του, άπό ποια άφορμή γεννιέται στόν άνθρωπο ό πόλεμος τής σαρκός.
 'Από τήν πολυφαγία καί τήν πολυϋπνία κυρίως, τού άποκρίθηκε έκεΐνος. Καί ή φύσις μέν έπιθυμεΐ τήν ήδονή, ή άσκησις όμως μαραίνει τήν έπιθυμία.
ΚΑΠΟΙΟΣ χριστιανός πήγε δώρο ένα φλασκί κρασί στους Έρημίτας πάνω στό βουνό τού Αγίου Αντωνίου. Ό Πρεσβύτερος, πού έκανε τή διανομή, έδωσε ένα ποτήρι καί στόν Όσιο Σισώη. Έκεΐνος τό ήπιε, άλλ' ό Πρεσβύτερος, έπειδή ήταν πολύ ηλικιωμένος, έτοιμάστηκε. νά τού δώση καί δεύτερο.
 Πάψε νά μέ βάζης σέ πειρασμό, άδελφέ. τού είπε τότε αυστηρά ό Γέροντας. “Η μήπως λησμόνησες πώς υπάρχει καί διάβολος;
··
ΑΝ ΣΟΥ είπή ό λογισμός σου, λέγει κάποιος Πατήρ, πώς σήμερα είναι έορτή γι' αύτό φάγε καλλίτερα, μήν τόν άκούσης, άδελφέ, γιατί έτσι έορτάζεις ίουδαϊκώς καί όχι χριστιανικώς. Οί Εβραίοι έτοίμαζαν πολλών ειδών φαγητά γιά νά γιορτάσουν. Ή καλοφαγία τού Μοναχού άς είναι τό πένθος καί τά δάκρυα.
···
Ο ΑΒΒΑΣ Έλλάδιος έτρωγε σ' όλη του τή ζωή μόνο ψωμί Κι΄ άλάτι, όπως όλοι οί σκητιώται. Σάν έφθανε τό Πάσχα, έλεγε στόν έαυτό του.
Σήμερα, χάριν τής μεγάλης γιορτής, πρέπει νά κοπιάσω περισσότερο.
Ένώ λοιπόν τίς άλλες έτρωγε καθιστός, τήν ήμέρα τού Πάσχα συνήθιζε νά τρώγη όρθιος.
ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΑΣΙ ΜΕΣ ήμέρες έλεγε στούς μαθητάς του έναςπνευματικός Γέροντας:
"Ας χορτάσωμε μέ τό λόγο τοΟ θεού σήμερα Κι΄ άς εύφρανθοϋμε μέ τάς διηγήσεις τών Πατέρων, τέκνα μου.
ΓΙΟΡΤΗ γιά τόν πνευματικό άνθρωπο, γράφει ό 'Οσιος Έφραΐμ ό Σύρος, είναι ή τήρησις τών Θείων έντολών καί παρηγοριά του ή άποχή άπό τό κακό. Καύχημά του ό φόβος τοΟ ΘεοΟ καί πραγματική του ευφροσύνη ή ήμέρα πού Οά τόν προσκαλέση ό ούράνιος Βασιλεύς νά κληρονομήση τά αιώνια άγαθά Του.
ΤΑ ΜΑΤΙΑ τοΟ χοίρου, λέγει κάποιος Πατήρ, είναι έτσι φτιαγμένα, πού βλέπουν μόνο στή γή. Τό Ιδιο παθαίνει Κι΄ ό άνθρωπος πού έχει κυριευθή άπό τήν έπιθυμία τών φαγητών βλέπει όλο  πρός τά κάτω καί δέν είναι Ικανός γιά τίποτε υψηλόν.
ΓΙΑΤΙ σέ τρέμουν τά δαιμόνια. Άββά; ρώτησε τόν Όσιο Ισίδωρο τόν Πηλουσιώτη κάποιος νέος μοναχός.
Γιατί άφ' ότου έγινα καλόγερος, τοΟ άποκρίθηκε ό Όσιος, δέν έπέτρεψα στό λάρυγγά μου καμμιά άπόλαυσι.
··
ΕΝΑΣ σοφός Γέρων δίνει τήν παρακάτω συμβουλή στούς μοναχούς καί μάλιστα στούς νέους:
Απόφευγε, άδελφέ, νά τρώγης τά φαγητά τής άρεσκείας σου, άλλα προτιμά τά ευτελέστερα καί ευχαρίστησε τόν θεόν πού σού στέλνει Κι΄ αυτά.
ΕΝΑΣ χριστιανός, πού εύλαβεϊτο τόν Όσιο Μακάριο, τού πήγε δώρο ένα καλάθι σταφύλια. Ό Όσιος πού τα άγαποϋσε πολύ, ευχαριστήθηκε. Μά σάν έφυγε ό έπισκέπτης, γιά να κόψη τήν Επιθυμία του, τά Εστειλε εύθύς σέ κάποιο άρρωστο ’Ερημίτη, πού είχε Επιθυμήσει νά φάγη άπ’ αύτά τά όπωρικά. Εκείνος τά δέχτηκε μέ μεγάλη χαρά, άλλ" ύστερα σκέφτηκε πώς ήταν άπρεπο νά ίκανοποιήση τήν έπιθυμία του. Τά έστειλε λοιπόν στό γείτονά του, λέγοντας πώς δέν είχε δρεξι νά φάγη. Ό γείτονας τά έστειλε στόν παρακάτω Γέροντα Κι΄ Εκείνος πάλι σ’ άλλον. Ώσπου τό καλάθι έκανε σχεδόν τόν γΰρον όλόκληρης τής σκήτης. Ό τελευταίος πού τό πήρε, είπε μέ τό νοϋ του:
— Τά σταφύλια άρέσουν στόν Άββά Μακάριο. Δέν τού τά πηγαίνω, νά τόν ευχαριστήσω;
Πήρε τό καλάθι καί τό πήγε στόν "Οσιο. ’Εκείνος τό γνώρισε εύθύς καί Εξετάζοντας τό πράγμα, έμαθε πώς είχε φθάσει στά χέρια του. Τότε δόξασε τόν θεό γιά τήν Εγκράτεια τών άδελφων, πού ήταν άπόδειξις τής πνευματικής προκοπής.
Ο ΑΒΒΑΣ Πίωρ συνήθιζε νά τρώγη τό λίγο ψωμάκι του περιπατώντας.
Γιατί τό κάνεις αύτό, Πάτερ; τόν ρωτούσαν οί άδελφοί.
Δέν έχω τό φαί σάν έργο, έλεγε ό γέροντας, άλλά πάρεργο. Μέ τό περπάτημα άπασχολούμε καί δέν νοιώθω τήν άπόλαυσι τής τροφής.
ΚΑΠΟΙΟΣ Γέρων διορατικός έπισκέφθηκε μιά φορά ένα γειτονικό Κοινόβιο. Ό ‘Ηγούμενος τόν προσκάλ^σε τό μεσημέρι νά φάγη στην τράπεζα τών άδελφών. Τό φαγητό ήταν κοινό γιά όλους. Μά καθώς έτρωγαν οί μοναχοί, έβλεπε ό Γέροντας πώς μερικοί έβαζαν στό στόμα τους μέλι, άλλοι ψωμί καί άλλοι άκαθαρσίες. 'Απόρησε καί παρακάλεσε τόν θεό να τού φανερώση, τί ήταν Εκείνο τό παράδοξο πού έβλεπε μπροστά του.
Παρουσιάστηκε λοιπόν θείος Άγγελος καί τού άποκάλυψε πώς έκεΐνοι πού Εβλεπε νά τρώγουν μέλι, πηγαίνουν στήν τράπεζα μέ σεβασμό, σάν νά έμπαιναν στήν 'Εκκλησία, Κι΄ ένώ έτρωγαν γιά τήν άνάγκη τοΟ σώματος, ό νούς τους ήταν άπασχολημένος μέ τήν προσευχή. Όσοι έφαίνοντο νά τρώγουν ψωμί, ήσαν έκεΐνοι πού ευχαριστούσαν τόν θεό. γιά τήν τροφή πού τούς έστελνε κάθε μέρα. Αυτοί πού έτρωγαν ακαθαρσίες. μεμψιμοιροϋσαν γιά τό φαγητό Κι΄ έκαναν διακρίσεις, λέγοντας πώς τό ένα ήταν καλό, τό άλλο άνοστο, καί ποτέ δέν έμεναν εύχαριστημένοι.
··
ΚΑΠΟΙΟΣ Γέροντας άρρώστησε βαρεία καί τού κόπηκε ή δρεξι. ‘Ο ύποτακτικός του γιά νά τόν εΰχαριστήση, τόν παρακάλεσε νά τού έπιτρέψη νά τού φτιάξη μιά μικρή πίττα. Μπροστά στήν έπιμονή τού νέου, υποχώρησε ό Γέροντας καί τόν άφησε. Από τή βιασύνη του ό ύποτακτικός έκανε λάθος Κι΄ αντί γιά μέλι, έρριξε στήν πίττα λινέλαιο, πού μεταχειρίζονται στό Εργόχειρό τους.
Καθώς έβαζε λίγο στό στόμα του ό Γέροντας, κατάλαβε τό λάθος τού υποτακτικού, άλλά γιά νά μή τόν λυπήση. δέν είπε τίποτε. Έβίασε τόν έαυτό του νά φάγη. άλλ' ήταν άδύνατον. Τό λινέλαιο έχει άηδιαστική γεΰσι. Βλέποντάς τον άνόρεκτο ό νέος, τόν έβίαζε νά φάγη. Γιά νά τόν πείση. έβαλε Κι΄ αύτός λίγο στό στόμα του, λέγοντας:
Είναι πολύ ώραία. Νά. τρώγω Κι΄ έγώ.
Μά άμέσως κατάλαβε τό λάθος πού είχε κάνει Κι΄ έβαλε τίς φωνές:
‘Αλλοίμονο, σέ θανάτωσα. Άββά. Καί δέ μοΰ έλεγες τίποτε τόση ώρα;
Μή στενοχωρεϊσαι, τέκνον μου, τού είπε μέ καλοσύνη ό Όσιος. “Αν ήθελε ό θεός νά φάγω πίττα, θά είχες βάλει μέσα μέλι.
ΕΝΑΣ Γέροντας δίνει τόν άκόλουθο κανόνα εύπρεπείας γιά τή μοναχική τράπεζα:
 Όταν καθίσης νά φάγης, άδελφέ, πρόσεξε μή νικηθής άπό τό δαίμονα τής λαιμαργίας, πού σέ άναγκάζει νά τρώς άτακτα καί μέ βιασύνη καί νά έπιθυμής νά γεύεσαι πολλά είδη φαγητών μαζί. Μάθε νά τρώς μέ σεμνότητα καί ευπρέπεια καί νά διατηρής τό μέτρο τής έγκρατείας.
ΜΑΣ διηγείται ό βιογράφος τοΰ "Οσίου Σάββα τού 'Ηγιασμένου πώς πολύ νέος, όμούστακο σχεδόν παιδί, πήγε σ’ ένα μοναστήρι Κι΄ έγινε μοναχός. Ό 'Ηγούμενος τόν έστειλε νά βοηθή τόν κηπουρό. Μιά μέρα, πού βρέθηκε μόνος στόν κήπο ό μικρός Σάββας, είδε ένα κατακόκκινο μήλο πάνω στή μηλιά. Λαχτάρησε νά τό γευτή, καθώς ήταν πεινασμένος. Άπλωσε τό χέρι νά τό κόψη. Μά ευθύς τό κατέβασε τρομαγμένος. Μιά φωνή, πού έρχόταν βαθειά άπό μέσα του. τού έλεγε:
Ένα τέτοιο μήλο έδιωξε τόν Άδάμ άπό τόν Παράδεισο, θέλεις νά πάθης Κι΄ έσύ τό ίδιο. Σάββα;
ΚΙ΄ όχι μόνο δέν έκοψε έκεϊνο, γιά νά τό φάγη. μά τιμώρησε τόν έαυτό του γιά τήν έπιθυμία, πού τόν έσπρωχνε στήν κακή πρδξι, Κι΄ άπό τότε σ" όλη του τή ζωή δέν έβαλε μήλο στό στόμα του.
Μέ κάτι τέτοια άπόκτησαν δυνατό χαρακτήρα οί Άγιοι.
ΑΠΟ τρία πράγματα δέ μπορώ τελείως νά έλευθερωθώ, έλεγε ό άββάς Ποιμήν. Άπό τό φαγητό, άπό τά ένδύματα Κι΄ άπό τόν ΰπνο. Αγωνίζομαι όμως νά τά περιορίσω στό έλάχιστο.
··
ΕΙΠΑΝ κάποτε στόν παραπάνω "Οσιο πώς κάποιος άδελφός στή σκήτη δέν έπινε κρασί.
 Κρασί; έκανε έκπληκτος έκεϊνος. Μά τέτοιο πράγμα δέν έπιτρέπεται καθόλου στούς μοναχούς.
ΕΛΕΓΑΝ μέ θαυμασμό οΐ Αδελφοί στή σκήτη γιά τόν Άββα Σαρματά. πώς τόσο πολύ είχε υποτάξει τόν ύπνο μέ τή διαρκή Εγκράτεια. πού όταν τού Ελεγε, Ελα, Ερχόταν. Κι΄ όταν πάλι τού Ελεγε νά φύγη. Εφευγε.

2. ΝΗΣΤΕΙΑ

Η ΝΗΣΤΕΙΑ. Ελεγεν ο  Άββάς Ύπερέχιος, είναι χαλινάρι πού συγκρατεϊ τίς κατώτερες δρμές. "Οποιος τήν περιφρονεΐ. μοιάζει μέ Αχαλίνωτο άλογο.
Ο ΑΒΒΑΣ Ιωάννης ό Κολοβός, συμβουλεύοντας τούς νεωτέρους άδελφούς ν' άγαπήσουν τήν νηστεία, τούς Ελεγε συχνά: Ό καλός στρατηγός, πού Επιχειρεί νά καταλάβη μιά πόλι Εχθρική, γερά όχυρωμένη, κάνει Αποκλεισμό στίς τροφές καί στό νερό. Μ' αύτόν τόν τρόπο ατονεί  ή Αντίστασις τού Εχθρού καί τέλος παραδίδεται. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει μέ τίς σαρκικές δρμές, πού Ανελέητα πολεμούν τόν άνθρωπο στή νεότητά του. Ή ευλογημένη νηστεία καταβάλλει τά πάθη καί τούς δαίμονας καί τελικά τ' Απομακρύνη άπό τόν Αγωνιστή.
Καί τό πανίσχυρο λιοντάρι, τούς Ελεγε άλλη φορά, συχνά Από τή λαιμαργία του πέφτει στήν παγίδα Κι΄ όλη  του ή δύναμι Κι΄ ή μεγαλοπρέπεια Εξαφανίζονται.
·
ΑΝ ό Ναβουζαρδάν, ό Άρχιμάγειρος τού βασιλέως τών Βαβυλωνίων, δέν πήγαινε στήν Ιερουσαλήμ, δέν θά καιγόταν ό Ναός, Ελεγε ό ‘Αββάς Ποιμήν. Δηλαδή δ νούς τού Ανθρώπου δέν καταβάλλεται άπό τις φλόγες τών σαρκικών ήδονών, άν δέν κυριευθή άπό τή γαστριμαργία ό άνθρωπος.
ΑΝΕΒΑΣΑΝ κάποτε στή σκήτη τών Πατέρων ένα δαιμονισμένο νέο. γιά νά τόν θεραπεύσουν μέ τήν προσευχή τους. Εκείνοι όμως, άπό ταπείνωσι, άπόφευγαν. Πολύ καιρό βασανιζόταν έτσι ό δυστυχισμένος άνθρωπος, ώσπου κάποιος Γέρων τόν έλυπήθη. τόν σταύρωσε μέ τόν ξύλινο σταυρό, πού είχε στή ζώνη του. Κι΄ έδιωξε τό πονηρό πνεύμα.
"Αφού μέ βγάζεις άπό τήν κατοικία μου, τού είπε έκεϊνο. θά μπώ μέσα σου.
“Ελα. τού άποκρίθηκε θαρραλέα ό Γέροντας.
"Ετσι μπήκε μέσα του τό δαιμόνιο καί τόν βασάνιζε δώδεκα όλόκληρα χρόνια. 0 Όσιος ύπόμενε μέ καρτερία τόν πόλεμο, άλλά άντιπολεμοϋσε Κι΄ έκεΤνος τόν έχθρό μέ ύπεράνθρωπη νηστεία καί άκατάπαυστη προσευχή. Όλα αυτά τά χρόνια δέν έβαλε ούτε μιά φορά στό στόμα του τροφή, μασούσε μόνο λίγα κουκούτσια άπό φοίνικες κάθε βράδυ καί κατάπινε τόν χυμό τους.
Νικημένο τέλος τό δαιμόνιο, άπό τόν άκατάπαυστο άγώνα τού Γέροντος, τόν έλευθέρωσε.
Γιατί φεύγεις; τόν ρώτησε έκεΐνος. Κανένας δέ σέ διώχνει.
Μέ άφάνισε ή νηστεία σου, άποκρίθηκε ίκεϊνο Κι΄ έγινε άφαντο
···
ΟΤΑΝ μοίραζαν τό σιτάρι τής χρονιάς στους Πατέρες τής σκήτης, στόν Όσιο Αρσένιο έδιναν τό ένα τέταρτο άπό δ,τι έδιναν στους άλλους, γιατί πάντα τού περίσσευε. Κι΄ άπ αύτό τό έλάχιστο, έβεβαίωνε ό μαθητής του ό Άββάς Δανιήλ, συντηρείτο ό Όσιος καί φιλοξενούσε τούς έπισκέπτας του. Τόσο νηστευτής ήταν ό ευλογημένος!
’Οπωρικά έπίσης δέν έτρωγε παρά μία φορά άπό κάθε είδος, στό τέλος τής έποχής τους, γιά νά εύχαριστήση τόν θεόν καί νά δίωξη τόν δαίμονα τής κενοδοξίας, νά μή τόν πολεμά, ότι τάχα είναι έγκρατής.
ΜΙΑ ζεστή μέρα τού καλοκαιριού πήγε στό κελλί τού Άββά Ήσαΐου ό Άββάς Άχιλλάς καί τόν βρήκε νά τρώγη. Είχε βάλει νερό Κι΄ άλάτι στό πιάτο καί βουτούσε τό ψωμί του. Μόλις είδε τόν συνασκητή του, έκρυψε μέ τρόπο τό πιάτο κάτω άπό τό ψαθί πού έπλεκε, γιά νά μή τόν σκανδαλίση. Τέτοια πολυτέλεια ήταν άγνωστη στή σκήτη.
Τί τρώς. άδελφέ: τόν ρώτησε ό Άββάς Άχιλλάς, πού τόν έβλεπε άκόμη νά μασά, χωρίς νά έχη τίποτε μπροστά του.
Συγχώρησέ με, Πάτερ. είπε κοκκινίζοντας άπό ντροπή ό Άββάς Ήσαϊας. “Εκοβα φοινικόφυλλα στόν ήλιο καί ξεράθηκε ό λάρυγγάς μου, γΤ αύτό έβαλα νερό στό άλάτι μου, γιά νά μπορώ νά καταπιώ.
Σάν τ’ άκουσε ό άλλος άσκητής, έβαλε τις φωνές:
’Ελάτε νά Ιδήτε τόν Ήσαία νά τρώγη ζωμό στή σκήτη. Άν ήθελες τέτοια καλοφαγία, άδελφέ, καλά θά έκανες νά γύριζες στήν Αίγυπτο.
Ο ΑΒΒΑΣ Βενιαμίν μάς λέγει τό άκόλουθο περιστατικό άπό τη ζωή του:
"Οταν ήμουν άκόμη αρχάριος στή μοναχική ζωή καί νεοφερμένος στή σκήτη πήγα νά θερίσω μέ τούς άλλους άδελφούς. Στήν έπιστροφή μάς μοίρασαν άπό ένα σφραγισμένο φλασκί λάδι.
Τό έπόμενο καλοκαίρι μάς είπαν νά πάμε τό περίσσευμα τού λαδιού στήν ’Εκκλησία. "Ολοι οΐ άλλοι άδελφοί πήγαν σφραγισμένα τά φλασκιά, όπως τά είχαν πάρει. Κανένας δέν είχε δοκιμάσει λάδι. Μόνο τό δικό μου βρέθηκε σέ μιά μεριά τρυπημένο. Τό είχα άνοίξει μέ μιά βελόνα Κι΄ είχα βάλει μιά σταγόνα στό στόμα μου γιά νά τό δοκιμάσω. Ένοιωσα τότε τόση ντροπή, σάν νά είχα πέσει σέ θανάσιμη άμαρτία.

ΜΕΡΙΚΟΙ νέοι εύσεβείς άνέβηκαν στή σκήτη γιά νά έπισκεφθούν κάποιο γνωστό τους Γέροντα. Επειδή θά έμεναν κοντά του όλη μέρα. τοΟ ζήτησαν λίγο λάδι νά μαγειρέψουν τά όσπρια, πού είχαν πάρει μαζί τους γιά νά φάνε.
 Νά έκε! κρέμεται τό φλασκί, πού μοΰ είχατε φέρει δώρο πριν τρία χρόνια, τούς έδειξε ό Γέροντας. Πάρετε όσο θέλετε.
Όταν τό ξεκρέμασαν, είδαν πώς τό φλασκί ήταν άκόμη σφραγισμένο καί θαύμασαν τή νηστεία τού Όσιου.
ΕΝΑΣ άδελφός έπισκέφθηκε τόν'Άββά Ήσαΐα. Ό Γέροντας. γιά νά τόν φιλοξενήση. έβρασε λίγη φακή.
"Ηθελε Κι΄ άλλο βράσιμο. Άββά, είπε ό άδελφός, καθώς έτρωγε.
"Ας εύχαριστήσωμε τό Θεό πού κάναμε Πάσχα σήμερα, τέκνον. τού άποκρίθηκε ό Άββάς Αύτό γιά μάς είναι μεγάλη άνακούφισι.
··
ΤΟΣΟ πολύ είχε έξασκηθή στή νηστεία 6 Όσιος Μάρκος ό Άναχωρητής, έλεγαν οί Γέροντες, ώστε κατώρΟωνε νά μένη άσιτος έπί όλόκληρες έβδομάδες συνεχώς, χωρίς ν' άτονή τό σώμα του Εξήντα τρία χρόνια πού έμεινε στήν έρημο, ημέρα καί νύκτα έργοχειρούσε, γιά νά έλεή τούς πτωχούς Έρημίτας. Δώρο δέ δέχτηκε ποτέ του άπό κανένα. “Αν κάποιος, περαστικός άπό τήν καλύβα του, τού έδινε κάτι, ό Άββάς τόν ευχαριστούσε γιά τήν καλή του πρόθεσι. μά δέν έπαιρνε τό δώρο.
Δέν μοϋ χρειάζεται, άδελφέ, τού έλεγε. Άς έχη δόξα ό Κύριός μου πού μού δίνει άκόμη δύναμι νά έργάζωμαι. γιά να τρέφω τόν έαυτό μου Κι΄ έκείνους πού μ' έπισκέπτονται.
···
ΕΝΑΣ αρχάριος μοναχός συμβουλεύτηκε κάποιο διακριτικό Γέροντα, ποιό μέτρο ν’ άκολουΟήση στή νηστεία.
Άπόφευγε τις υπερβολές, τέκνον μου, τόν συμβούλεψε έκεϊνος. Πολλοί δοκίμασαν νά νηστέψουν πάνω άπό τις δυνάμεις τους καί δέν άντεξαν γιά πολύ καιρό.
ΡΩΤΗΣΑΝ οί Γέροντες τόν Όσιο Μακάριο πώς συνέβαινε νά είναι τό σώμα του πάντοτε λιπόσαρκο Κι΄ όταν νήστευε Κι΄ όταν έτρωγε.
Τό ξύλο πού άνακατεύει τ' αναμμένα φρύγανα, τούς έλεγε έκεϊνος, κατατρώγεται άπό τη φωτιά κι είναι κατάξερο. ΚΙ΄ όταν ή φλόγα τού θείου φόβου κατακαίη τήν καρδιά τοΟ άνΟρώπου. ξηραίνεται τό σώμα του.

3. ΑΓΝΟΤΗΣ

Ο ΠΑΛΛΑΔΙΟΣ άναφέρει μέ θαυμασμό τούς υπεράνθρωπους άγώνας έκείνων. πού άφιερωθηκαν μέ την ψυχή καί τό σώμα στή λατρεία τού Θεού, γιά νά διατηρήσουν τήν άγγελική άρετή τής άγνότητος.
Νά μερικά άπό τά χαρακτηριστικά περιστατικά, πού μέ πολλή ζωντάνια διηγείται:
Ένώχλησε κάποτε πολύ δυνατά τό δαιμόνιο τής σαρκικής έπιθυμίας τόν μακάριο Εύάγριο τόν Διάκονο. Βγήκε λοιπόν άπό τό κελλί του καί στάθηκε όλη τήν κρύα νύχτα έξω όλόγυμνος, ώσπου παγώσανε οί σάρκες του.
Αλλος άγωνιστής, ό μαθητής τού όσιου Παμβώ Άμμώνιος, ούτε μιά φορά δέ λυπήθηκε τό σώμα του, άλλ' όταν τού ερχόταν σαρκική επιθυμία, τό βασάνιζε μέ πυρωμένο σίδερο.
Γι' αύτό τόν έβλεπαν σχεδόν πάντοτε πληγωμένο.
Κι΄ ό γενναίος Φιλέρημος, πού αργότερα έγινε ’Επίσκοπος, όταν ήταν νέος άγωνίστηκε σκληρά γιά νά ύποτάξη τά πάθη τής σαρκός. "Εμεινε μήνες κλεισμένος στό κελλί του καί δεμένος μέ σιδερένιες άλυσίδες. Δέν έτρωγε ποτέ ψωμί ή μαγειρευμένο φαγητό, άλλά ώμά λάχανα μόνο. ή. τό πολύ, βρεγμένα όσπρια. Πάλεψε σκληρά δεκαοκτώ όλόκληρα χρόνια, μά στό τέλος βγήκε νικητής. Δέν τόν ένώχλησε πιά ό πόλεμος τής σαρκός.
ΕΝΑΣ νέος μοναχός έξωμολογήθηκε στόν Άββά Ποιμένα πώς έπολεμεΐτο άπό δύο πάθη, άπό θυμό καί άπό σαρκική έπιθυμία.
"Ακούσε, τέκνον μου, τί λέγει ό προφήτης Δαυίδ: «τόν μέν λέοντα έφόνευσα μέ κεραυνοβόλον κτύπημα, τήν δέ άρκτον έπνιξα». Ξέρεις τί θέλει νά έννοήση μέ τούτο; "Οτι τό θυμό πρέπει νά κόβωμε άμέσως μέ τή μακροθυμία, τή δέ σαρκική έπιθυμία νά μαραίνωμε μέ τό σωματικό κόπο καί τήν εύλογη μένη νηστεία.
ΚΑΠΟΙΟΣ άλλος νέος πήγε στενοχωρημένος στόν Άββά Φωκά.
Δέν άντέχω πιά τόν πόλεμο τής σαρκός, Γέροντα, τού είπε. Θά πάω νά κλειστώ στή σπηλιά, πού είναι πάνω στό βράχο. Καλλίτερα νά πεθάνω άπό τήν πείνα, παρά νά νικηθώ άπό τήν άλογη έπιθυμία. Μόνο κάνε άγάπη καί φέρε μου ύστερα άπό σαράντα ήμέρες τή θεία Κοινωνία. "Αν όμως στό μεταξύ έχω πεθάνει, θάψε με.
Ό Γέροντας έθαύμασε τή γενναία άπόφασι τού νέου. Σάν πέρασαν οί σαράντα μέρες, πήρε τά "Αχραντα Μυστήρια νά κοινωνήση τόν άδελφό. Πλησιάζοντας τό άπόκρημνο σπήλαιο, ένοιωσε άφόρητη δυσοσμία καί σκέφτηκε πώς θά είχε πεθάνει ό άθλητής. Τόν βρήκε σχεδόν μισοπεθαμένο άπό τήν άσιτία.
Τόν κοινώνησε κι ύστερα έβρεξε λίγο ψωμί στό κρασί, πού είχε φέρει μαζί του, καί τό έβαλε στό στόμα του. Με τή Χάρι ιών Μυστηρίων συνήλθε ό νέος καί ακολούθησε τόν Γέροντα.
Από τήν ίδια στιγμή έξαφανίστηκε Κι΄ ό βασανιστικός πόλεμος.
Ο ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΣ κάποιου μεγάλου Γέροντος πολεμήθηκε έπίσης άπό σαρκική έπιθυμία Κι΄ αγωνιζόταν σκληριά χωρίς νά λυπάται τό σώμα του. Βλέποντάς τον ό Γέροντας του νά βασανίζεται άνελέητα. τόν λυπήθηκε.
Θέλεις νά παρακαλέσω τόν θεό, τέκνον μου. νά σέ άπαλλάξη άπ" αύτό τό μαρτύριο; τόν ρώτησε μιά μέρα, πού τόν είδε έξαιρετικά θλιμμένο.
Όχι, Άββά, τού άποκρίθηκε ό γενναίος αγωνιστής. Γιατί, άν καί κοπιάζω σκληριά, βλέπω μεγάλη ωφέλεια στην ψυχή μου άπ αύτόν τόν άγώνα. Κάνε μόνο προσευχή νά μού δίνη ό θεός δύναμι νά ύποφέρω.
'Αληθινά πρόκοψες, παιδί μου, τού είπε τότε μέ θαυμασμό ό Γέροντάς του, καί μέ ξεπέρασες.
ΚΟΝΤΕΥΕΙ νά μέ θανατώση ό ακάθαρτος λογισμός, Άββά. έξωμολογήθηκε σέ κάποιο Γέροντα ένας αδελφός.
 Ξέρεις τί κάνουν οί μητέρες, όταν θέλουν ν' άποκόψουν τά μωρά τους; Βάζουν πικρίδα στό μαστό τους. Βάλε Κι΄ έσύ στό νού σου, άντί πικρίδας. τή μνήμη τού θανάτου καί τής αιωνίου κολάσεως Κι΄ εύθύς θ' άποκόψης τόν άκάθαρτο λογισμό, τόν συμβούλεψε ό σοφός Γέροντας.
ΚΑΠΟΙΟΣ νέος μοναχός, πού άγωνιζόταν σκληρά νά διατηρήση τήν καθαρότητα τής ψυχής καί τού σώματος, όταν συνέβαινε νά πειραχθή άπό σαρκική έπιθυμία. έλεγε μέ Οργή στό πονηρό πνεύμα.
Πήγαινε, διάβολε, στό σκότος τό έξώτερο. Δέν ξέρεις τάχα, πώς άν καί άνάξιος, βαστάζω μέλη Χριστού;
Μ' αύτά τά λόγια έδιωχνε τόν πειρασμό, όπως φυσά κανείς τό άναμμένο λυχνάρι καί παρευθύς σβύνει.
ΑΝΕΒΗΚΕ κάποτε, μέ πολύ κόπο, στή σκήτη μιά πολύ ήλικιωμένη γυναίκα νά ίδή τό γυιό της, πού ήταν πολλά χρόνια ’Ερημίτης. Σάν έφευγε, τή συνώδεψε άρκετό δρόμο έκεϊνος. Έφτασαν κοντά στό ποτάμι Κι΄ έπειδή ή γριούλα δέ μπορούσε νά περάση, ό Ερημίτης τύλιξε μέ τό μανδύα του τά χέρια του, τή σήκωσε καί τήν πέρασε στην άλλη όχθη.
Γιατί τύλιξες τά χέρια σου. παιδί μου, ρώτησε έκείνη. Τί φοβάσαι άπό μένα, πού είμαι μάνα σου καί πολύ γριά πιά;
Φέρνω ακόμη σάρκα, μητέρα, τής άποκρίθηκε ό συνετός Μοναχός καί γιά νά μή δώσω ευκαιρία στό διάβολο νά μέ πολεμή, καλό είναι νά παίρνω πάντοτε κατάλληλες προφυλάξεις.
ΕΒΑΛΕ κάποτε στό νοϋ της μιά γυναίκα τής άμαρτίας καί στοιχημάτισε μέ τούς φίλους της, πώς Οά τό πετύχαινε χωρίς άλλο, νά παρασύρη στά δίχτυα της τόν ’Ερημίτη, πού ζοΰσε στό βουνό, μακριά άπό τήν πόλι, καί πού όλοι έλεγαν γΓ αυτόν πώς ήταν άγιος άνθρωπος.
Φόρεσε ένα πυκνό πέπλο, πού έκρυβε τήν όμορφιά της, Κι΄ άνέβηκε στό βουνό. Οι φίλοι της τήν περίμεναν στά μισά τού δρόμου. Σάν βράδυασε, χτύπησε τήν πόρτα τής σπηλιάς τού 'Ερημίτη. Έκεϊνος όταν τήν είδε, ταράχτηκε. Πώς βρέθηκε τάχα γυναίκα τέτοιαν ώρα σ' αύτή τήν έρημο;
Πλάνη σου είναι τούτη, διάβολε, συλλογίστηκε.
Τή ρώτησε ποιά ήταν καί τί γύρευε. Έκείνη έβαλε τά κλάματα.
Ώρες όλόκληρες πλανιέμαι σ’ αυτές τίς ερημιές, Άββά.
Έχασα τό δρόμο καί τή συντροφιά μου Κι΄ ούτε κατάλαβα πώς βρέθηκα έδώ. Μά γιά τ' όνομα τοΟ Θεού, μή μέ άφήσης νά μέ φάνε τά θηρία.
Ό Ερημίτης βρέθηκε σέ δίλημμα. Νά βάλη γυναίκα στην κατοικία του; Τέτοιο πράγμα δέν τού είχε συμβή ποτέ. Μά ν' άφήση πάλι τό πλάσμα τού Θεού νά φαγωθή άπό τά θηρία; Αυτό θά ήταν άπάνθρωπο, σχεδόν έγκλημα. Νικήθηκε, τέλος, άπό τή συμπάθεια καί τήν έβαλε μέσα. Εκείνη τότε τράβηξε δήθεν μέ άφέλεια τόν πέπλο της καί τού φανέρωσε τά θέλγητρά της. Ό πειρασμός άρχιζε νά φλογίζη τις έπιθυμίες τού άγωνιστή, άφού ή πράξις δέν ήταν πιά δύσκολη.
Έρριξε κατά γής μερικά ξερά φύλλα Κι΄ είπε στή γυναίκα νά πλαγιάση, ένώ αυτός τράβηξε στό βάθος τής σπηλιάς. Γονάτισε Κι΄ έκανε θερμή προσευχή.
'Απόψε, συλλογίστηκε, έχω νά δώσω τήν πιό σκληρή μάχη έναντίον τού όρατού καί άοράτου έχθρού ή θά νικήσω ή θά χάσω όλους μου τούς κόπους.
Όσο προχωρούσε ή νύχτα, τόσο ή φλόγα τής έπιθυμίας τόν κατάκαιγε. Γιά μιά στιγμή ένοιωσε νά λυγίζη ή άντίστασί του καί τρόμαξε.
Αυτοί, πού μολύνουν τό σώμα μέ πράξεις άμαρτωλές. πηγαίνουν στην κόλασι, είπε σχεδόν φωναχτά. Γιά κάνε δοκιμή, άν θά ύπομένης στή βασανιστική φωτιά
“Αναψε τό λυχνάρι του Κι΄ έβαλε τό δάχτυλό του στή φλόγα. Μά ή άλλη φλόγα, πού τού κατάκαιγε τή σάρκα, ήταν πιό δυνατή καί δέν τόν άφηνε νά νοιώση τόν πόνο άπό τό κάψιμο. Αφού άχρηστεύτηκε τό πρώτο δάχτυλο, έβαλε στή φλόγα τού λυχναριού τό δεύτερο, τό τρίτο. “Ωσπου νά ξημερώση έκαψε καί τά πέντε δάχτυλα τού χεριού του.
Εκείνη ή άθλια παρακολουθούσε κρυφά τόν υπεράνθρωπο άγώνα τού δούλου τού θεού, καί βλέποντάς τον νά καίη μέ πείσμα όλα του τά δάχτυλα τό ένα πίσω άπό τό άλλο, τόσο πολύ ταράχτηκε, πού άπό τόν τρόμο της ξεψύχησε.
Oi φίλοι της στό μεταξύ έκαμαν αιφνιδιασμό στή σπηλιά τού Ερημίτη γιά νά γελάσουν είς βάρος του. Τόν βρήκαν όμως άπ’ έξω νά προσεύχεται.
Μήπως φάνηκε άπό δώ χτές βράδυ καμμιά γυναίκα; τόν ρώτησαν.
Μέσα είναι καί κοιμάται, τούς άποκρίθηκε έκεϊνος.
Μπήκαν καί τή βρήκαν νεκρή.
Άββά, πέθανε, φώναξαν τρομαγμένοι.
Έκεϊνος τότε ξεσκέπασε τό χέρι του καί τούς έδειξε τά δάχτυλά του.
Γιά ίδέστε έδώ, τί μου έκανε ή θυγατέρα τού διαβόλου; Ή έντολή τού Χριστού όμως  μέ προστάζει νά άποδίδω καλό άντί κακού.
Στάθηκε καί προσευχήθηκε πάνω άπό τό άψυχο σώμα καί τό έπανέφερε στή ζωή

4. ΑΠΑΘΕΙΑ

ΑΝ ΚΑΤΟΡΘΩΣΗΣ νά θεωρής τήν περιφρόνησι σάν έπαινο, τήν φτώχεια καθώς καί τόν πλούτο, τήν στέρησι σάν καλοπέραση, τότε μή φοβάσαι πιά τήν άμαρτία. "Οποιος φθάση σ' αύτά τά μέτρα, δέν έχει φόβο νά πέση σέ πάθη άκάθαρτα καί νά πλανηθή άπό τό διάβολο, έλεγε κάποιος σοφός Γέροντας.
···
ΔΩΣΕ αίμα καί λάβε Πνεύμα, έλεγε ό Άββάς Λογγΐνος σ' δσους άγωνίζονταν νά φθάσουν σέ άπάθεια.

ΑΔΥΝΑΤΟΝ είναι νά γίνη ό άνθρωπος άπαθής, άν δέν κατοικήση μέσα του ό θεός, έλεγε άλλος Πατήρ.
ΕΝΑΣ νέος μοναχός συνάντησε στό δρόμο του μιά μέρα μερικές καλόγρηες, πού κατέβαιναν στήν πόλι. Ευθύς Αλλαξε δρόμο γιά νά μή τις χαιρετήση. Ή Προεστώσα τότε τόν σταμάτησε και τοΟ είπε:
Καλά έκανες, άδελφέ. γιά τήν άσΟένειά σου. "Αν ήσουν όμως τέλειος μοναχός, δέν Οά έβαζες στό νοΟ σου πώς είμαστε γυναίκες.

ΚΑΠΟΙΟΣ Ασκητής είχε ζήσει πενήντα χρόνια στήν έρημο χωρίς νά τρώγη ψωμί καί νά βάλη κρασί στό στόμα του κι έλεγε πώς είχε νεκρώσει έντελώς τά πάθη τής σαρκός. καθώς καί τή φιλαργυρία καί τήν κενοδοξία.
Σάν τ’ Ακούσε ό Άββάς Αβραάμ, πήγε μιά μέρα νά βεβαιωθή.
Είπες τέτοιον λόγο, άδελφέ: τόν ρώτησε.
Ναι, όποκρίθηκε μέ πεποίθησι έκεΐνος.
“Ας ύποθέσωμε, τού είπε τότε ό Γέροντας, πώς. μπαίνοντας ξαφνικά στό κελλί σου, βρίσκεις μιά γυναίκα στό στρώμα σου. “Εχεις τήν δύναμι νά σκεφθής πώς δέν είναι γυναίκα;
Όχι βέβαια, άναγκάστηκε νά όμολογήση ό ’Ερημίτης. Μά άγωνίζομαι νά διώξω τήν κακήν έπιθυμία.
 Βλέπεις πώς ζή άκόμη μέσα σου τό πάθος; δέν έχει νεκρωθή. μόνο πού τό έχεις περιορίσει. “Ας πούμε τώρα πώς στό δρόμο, πού πηγαίνεις, βλέπεις λιθάρια καί όστρακα Κι΄ άνάμεσά τους χρυσάφι. Είσαι σέ Οέσι νά τό περιφρονήσης σάν έκείνα:
Όχι, όποκρίθηκε πάλι ό Ερημίτης. 'Αντιστέκομαι μόνο στό λογισμό μου καί δέν τό έγγίζω.
Νά πού Κι΄ ή φιλαργυρία ζή άκόμη μέσα σου. άλλά Κι΄ αυτή είναι δεμένη.
Ύπόθεσε τώρα πώς δύο Ανθρωποι έρχονται νά σέ έπισκεφτοΰν καί ξέρεις πώς ό ένας σ’ έπαινεί διαρκώς, ένώ ό Αλλος σέ κακολογεί. Μπορείς νά έχης καί τούς δύο τό ίδιο;
Καθόλου, είπε πάλι μέ ειλικρίνεια ό Ασκητής. Θά προσπαθήσω όμως νά φερθώ μέ καλωσύνη καί σ' έκεϊνον πού μέ κακολογεί.
Τότε, άδελφέ μου. τόν συμβούλεψε ό Αββάς. πάψε νά νομίζης καί νά λές πώς έφτασες σέ άπάθεια. Ζοΰν μέσα σου τά πάθη, γι’ αυτό χρειάζεσαι άγώνα ώς τό τέλος τής ζωής σου

Εισαγωγή και πρώτη αποκλειστική δημοσίευση κειμένων  στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο
Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία
Γεροντικόν

Η  επεξεργασία, επιμέλεια και μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο , για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο
©  ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
http://www.alavastron.net/


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |