ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Ανάθεμα στούς άπιστους

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

Ανάθεμα στούς άπιστους



Κεφάλαιον ς΄

Τό Θαύμα Μιά αληθινή Ιστορία
Λεωνίδα Κουμάκη
Ανάθεμα στούς άπιστους
«Γκιαουρλάρ καχρολσούν»

Συνεχίζαμε, μαζί με τη μητέρα μου και την αδελφή μου, το δρόμο μας για το Σιρκετζή. Το μπαούλο με τα υπάρχοντα μας θα περνούσε Τελωνειακό έλεγχο.
Ήμασταν σιωπηλοί. Στους τοίχους τα συνθήματα είχαν ένα και μοναδικό στόχο: Τους Έλληνες. «Βαταντάς Τούρτσε κονούς» (Συμπολίτες μιλάτε Τουρκικά) «Γκιαουρλάρ καχρολσούν» (Ανάθεμα στους άπιστους). Είχα την αίσθηση ενός πρόβατου που οδηγείται στη σφαγή. Η μητέρα μου κρατούσε την αδελφή μου σφιχτά απ' το χέρι και της είχε πει να κοιτάζει μόνο κάτω. Ποτέ δεξιά ή αριστερά.
Πολλές φορές αναρωτιόμουνα ποια άραγε να είναι τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.
Φαίνεται τελικά πως ο άνθρωπος είναι ένα πολύ ανθεκτικό ον. Αντέχαμε να αντιμετωπίσουμε ένα απάνθρωπο, εξοντωτικό ψυχολογικό και οικονομικό αφανισμό συγκρατώντας όλες μας τις δυνάμεις, όλες μας τις αξίες. Λες και οι διώξεις, η καταπίεση, η τρομοκρατία, η λεηλασία των περιουσιών μας και τώρα ο εξοστρακισμός από την πατρώα γη χαλύβδωνε τη θέληση για τη ζωή, γιγάντωνε την ορμή για νέα δημιουργία.


Όταν φτάσαμε στο Τελωνείο, μπήκαμε σε μια αχανή μακρόστενη αίθουσα. Μια ατέλειωτη σειρά από πάγκους χρησίμευαν για την τοποθέτηση των πραγμάτων και για την εξέταση τους.
Μετά από ψάξιμο και περιπλάνηση μιας ώρας, φθάσαμε στο σημείο που ήταν το μπαούλο μας.
Ο Τελώνης, ένας κλασσικός Τούρκος, με την κακία να φαντάζει στο πρόσωπο του, μας κοίταξε εξεταστικά:
Δικό σας είναι αυτό το μπαούλο; ρώτησε.
Ναι, δικό μας, απάντησε η μητέρα μου.
Τι έχετε μέσα;
Είδη ρουχισμού και πολύ λίγα αναγκαία πράγματα του σπιτιού, είπε η μητέρα μου σε σπασμένα Τούρκικα.
Δηλαδή;
Μερικά σεντόνια, λίγες κουβέρτες, τέτοια πράγματα που θα μας χρειαστούν στην πρώτη μέρα, εκεί που θα πάμε.
Ξέρετε ότι απαγορεύεται να πάρετε μαζί σας είδη αξίας, λίρες χρυσές, κοσμήματα ή ξένα χρήματα, έτσι; ρώτησε με νόημα, ενώ τα μάτια του μας κοίταζαν επίμονα.
Όχι, όχι δεν έχουμε τέτοια πράγματα, είπε η μητέρα μου.
Για να δούμε, γρύλισε ο Τούρκος. Αδειάστε το μπαούλο στον πάγκο επάνω! διέταξε και έφυγε.
Πίσω του στεκόταν ένας στρατιώτης με όπλο που παρακολουθούσε σιωπηλά όλη τη διαδικασία. Τέτοιοι στρατιώτες υπήρχαν πολλοί, σε αραιά διαστήματα, πίσω από κάθε Τελώνη.
Η μητέρα μου μας έγνεψε να πλησιάσουμε. Ανοίξαμε το μπαούλο και αρχίσαμε να βγάζουμε όλα τα υπάρχοντα που μας είχαν απομείνει επάνω στον πάγκο. Σιγά-σιγά, σε λίγη ώρα, είχαμε γεμίσει τον πάγκο με όλο το περιεχόμενο του μπαούλου.
Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο Τελωνειακός. Πρώτα ξεχώρισε 4 μαξιλάρια που ήταν στο σωρό.
Ε τα θέλεις τα μαξιλάρια μαζί σου; ρώτησε την μητέρα μου με ένα ύφος που δεν μπορούσα να καταλάβω.
Η μητέρα μου κούνησε τους ώμους της αμήχανα. Δεν ήξερε αν έπρεπε να απαντήσει και τί να απαντήσει.
Ο Τελωνειακός έπιασε την άκρη του μαξιλαριού και με δύναμη έσκισε, στην μια πλευρά του, όλη τη ραφή. Άρχισε να βγάζει τα πούπουλα από το μαξιλάρι. Το χέρι του δούλευε επιτήδεια μέχρι που διαλύθηκε όλο το μαξιλάρι.
Έπιασε το δεύτερο, κοιτάζοντας μας στα μάτια και διασκεδάζοντας φανερά με την ανήσυχη αμηχανία μας. Το ξήλωσε κι αυτό βγάζοντας όλα τα πούπουλα από μέσα, μέχρι που έμεινε το σκέτο πανί.
Έκανε το ίδιο με το τρίτο και το τέταρτο μαξιλάρι. Όταν τελείωσε όλος ο χώρος είχε γεμίσει με πούπουλα δημιουργώντας μια εικόνα που δε θα την ξεχάσω ποτέ.
Φαινόταν εκνευρισμένος. Είχε ελπίσει πως θα 'βρισκε λάφυρα να τα λεηλατήσει. Έπιασε ένα παντελόνι μου. Το σήκωσε ψηλά. Το ερεύνησε στις τσέπες και κοιτάζοντας εμένα, είπε:
Αυτό το παντελόνι είναι μεγάλο. Δεν είναι για το παιδί αυτό. Θα μείνει εδώ.
Και το άφησε στην άκρη του πάγκου όπου θα έμπαιναν όσα πράγματα δε θα μας επέτρεπε να πάρουμε μαζί.
Η μητέρα μου δεν μπορούσε να κρύψει την ταραχή και τη συγκίνηση της. Είχε κοκκινίσει και ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Το ίδιο και η αδελφή μου. Τις κοίταζα ανήσυχος και ευχόμουνα να τελειώσει το μαρτύριο αυτό, όσο πιο γρήγορα γινόταν.
Όλα τα πράγματα του μπαούλου περνούσαν ένα-ένα από εξονυχιστικό έλεγχο. Δεν έμεινε το παραμικρό χωρίς να ψαχτεί κι ας ήταν της πιο ευτελούς αξίας.
Μέσα στο μπαούλο έμπαιναν όσα πράγματα μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας εξαιτίας της μεγαλόψυχης κρίσης του Τελώνη.
Όσα θεωρούσε ότι δεν έπρεπε να πάρουμε μαζί μας συσσωρεύονταν στην άκρη του πάγκου.
Ξαφνικά έφθασε σ' ένα πανί, κλεισμένο με παραμάνες, στο οποίο ήταν τυλιγμένες 4 εικόνες. Τις εικόνες αυτές είχε η μητέρα μου από τη γιαγιά μου και τις φύλαγε στο εικονοστάσιο σαν τα μάτια της. Δεν τις άφηνε χωρίς να καίει λάδι μπροστά τους και ποτέ δεν περνούσε από το σημείο εκείνο του σπιτιού μας χωρίς να κάνει ευλαβικά το σταυρό της. Η γιαγιά μου της είχε πει:
Να προσέχεις κόρη μου τις εικόνες αυτές. Είναι θαυματουργές και έχουν μεγάλη αξία.
Η μητέρα μου πάγωσε μόλις ο Τελωνειακός άρχισε να βγάζει τις 4 παραμάνες για να εξετάσει το περιεχόμενο του πανιού.
Τι έχεις εδώ; ρώτησε κοιτάζοντας τη μητέρα μου εξεταστικά.
Κάτι εικόνες που τις έχω πάντα στο σπίτι μας, ψέλλισε η μητέρα μου. Για μια στιγμή κοίταξε τις εικόνες μία-μία.
Χωρίς δισταγμό, τις τύλιξε στο ίδιο πανί, και γρύλλισε:
Αυτές οι εικόνες δε θα πάνε πουθενά! Θα μείνουν εδώ! είπε και άφησε το πανί με τις εικόνες στην άκρη του πάγκου.
Τη στιγμή ακριβώς που άφησε το πανί με τις εικόνες στην άκρη του πάγκου, σήκωσε το χέρι του και φώναξε ένα νεότερο συνάδελφο του που περνούσε τη στιγμή εκείνη από μπροστά μας καπνίζοντας.
Εσύ έλα εδώ! του είπε. Είσαι νεώτερος και μπορείς να μην ξεκουράζεσαι. Εγώ όμως πρέπει να πάρω μια ανάσα και να φύγω λίγο νωρίτερα. Θα με αντικαταστήσεις εσύ!
Ο άλλος αντέδρασε έντονα:
Τι έκανε λέει; Εγώ θα αντικαταστήσω εσένα; Θα αστειεύεσαι βέβαια. Δουλεύω σαν το σκυλί 10 ώρες και δε δέχομαι εντολές από σένα.
Ο άλλος έγινε έξαλλος. Μπρος στα έκπληκτα μάτια μας στήθηκε ένας έντονος καυγάς που παραλίγο να τους φέρει στα χέρια. Μπήκαν στη μέση κάποιοι του Τελωνείου και τελικά αυτός που μας εξέταζε τα πράγματα, είπε:
Θα πάμε στο Διευθυντή να λύσουμε τη διαφορά μας! Θα σε μάθω εγώ πως πρέπει να σέβεσαι τους παλαιότερους!
Εσύ! πρόσταξε το στρατιώτη που βρισκόταν πίσω του. Πρόσεξε όση ώρα θα λείπω να μην πειραχτεί τίποτα απολύτως γιατί θα είσαι υπεύθυνος!
Όπως διατάξετε! κραύγασε ο στρατιώτης ενώνοντας με θόρυβο τις μπότες του.
Οι δύο Τελωνειακοί έφυγαν για το Διευθυντή τους συνεχίζοντας τη λογομαχία τους σε έντονο ύφος.
Κοίταξα τη μητέρα μου που ήταν έτοιμη να καταρρεύσει. Το βλέμμα όμως της αδελφής μου, μου φάνηκε σαν να έλαμπε παράξενα. Κοίταξα το φαντάρο. Μας παρακολουθούσε με ένα απλανές βλέμμα, σε μία άκαμπτη στάση που θύμιζε στήλη άλατος.
Ξαφνικά η αδελφή μου άρχισε να περπατάει και να πλησιάζει στην άκρη του πάγκου. Η καρδιά μου κλώτσησε μέσα στο στήθος μου. Έφθασε στο σημείο όπου ο Τελώνης έβαζε τα πράγματα που δεν μας επέτρεπε να πάρουμε μαζί, έπιασε με ευλάβεια το πανί με τις 4 εικόνες, το πήγε αργά-αργά στο μπαούλο, το έβαλε μέσα και το σκέπασε με είδη ρουχισμού που ήταν ήδη μέσα στο μπαούλο. Ύστερα γύρισε κοντά μας. Το βλέμμα του στρατιώτη την ακολούθησε από τη στιγμή που άρχισε να περπατάει, μέχρι τη στιγμή που ξαναγύρισε κοντά μας. Τότε, σταμάτησε η ζωντάνια στο βλέμμα του και ξανάγινε απλανές. Ο στρατιώτης δεν αντέδρασε καθόλου. Είδε αλλά ήταν σαν να μην είδε.
Σταθήκαμε ακίνητοι και αμίλητοι από την αγωνία μας μέχρι την επιστροφή του Τελώνη.
Μετά από 15 περίπου λεπτά αντιληφθήκαμε τον Τελώνη να πλησιάζει. Μόλις διέκρινα την έκφραση του πάγωσα. Είχε, προφανώς, χάσει στην αντιδικία του με το συνάδελφο του και έδειχνε ικανός ακόμα και να σκοτώσει.
Επέστρεψε στο μέρος του και γύρισε στο στρατιώτη:
Πειράξανε τίποτε όσο έλειπα; ρώτησε.
Για λίγα δευτερόλεπτα μεσολάβησε σιωπή. Μας φάνηκε σα να είχε κολλήσει ο χρόνος. Το αίμα είχε παγώσει στις φλέβες μας. Ο στρατιώτης ανοιγόκλεισε νευρικά τα βλέφαρά του μέχρι να αποφασίσει τί απάντηση θα δώσει. Η φωνή του ακούστηκε καθαρή, κατηγορηματική:
Όχι Κύριε! Δεν πειράξανε τίποτα!
Ο Τελώνης είχε ένα τρομερό εκνευρισμό που πολλαπλασίαζε την κακία του και έδινε την εντύπωση πως έψαχνε απεγνωσμένα κάπου να ξεσπάσει.
Προσευχόμουν να μην είμαστε εμείς οι αποδέκτες της εκτόνωσης του. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης μας είχε μετατρέψει σε αμίλητα και ακίνητα αγάλματα. Ο Τελώνης εκτόνωσε ένα μέρος της κακίας του στα άψυχα πράγματα μας. Η πλευρά του πάγκου που είχε τα είδη που δεν μας επέτρεπε να πάρουμε μαζί είχε σχηματίσει ένα μικρό βου-ναλάκι. Τα πούπουλα από τα μαξιλάρια μας που είχε διαλύσει, είχαν γεμίσει τον τόπο. Μερικά αιωρούνταν στον αέρα και τον ενοχλούσαν. Έκανε, πολλές φορές, νευρικές κινήσεις για να τα απομακρύνει από τη μύτη και το πρόσωπο του.
Όταν τελείωσε ο έλεγχος, το μπαούλο ήταν μισό. Αυτά που είχε μέσα ήταν εκείνα που μπορούσαμε να πάρουμε μαζί. Και φυσικά τις εικόνες.
Το μπαούλο σφραγίστηκε και έγιναν κάποιες διατυπώσεις.
Όταν τελειώσαμε, κρατώντας σφιχτά τη μάνα μας, βγήκαμε απ' το Τελωνείο. Τότε η μάνα μας δεν κρατήθηκε.
Ξέσπασε σε λυγμούς.
Θαύμα παιδιά μου! Σήμερα έγινε ένα θαύμα! επαναλάμβανε ανάμεσα στα αναφυλλητά της.



Εισαγωγή και πρώτη αποκλειστική δημοσίευση κειμένων  στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο
ΛΕΩΝΙΔΑ ΚΟΥΜΑΚΗ ΤΟ ΘΑΥΜΑ
Μιά πραγματική ιστορία

Η  επεξεργασία, επιμέλεια και μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο , για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο
©  ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
http://www.alavastron.net/








Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |