ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Άφιξις είς τό Άγιον Όρος

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Άφιξις είς τό Άγιον Όρος



Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Άφιξις είς τό Άγιον Όρος

Το  φθινόπωρον  του    έφθασεν  ο  Συμεών  εις  το  Άγιον  Όρος  και εισήλθεν εις την Μονήν του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος Ήρχισεν η ζωή των πνευματικών αγώνων Κατά το αθωνικόν έθος, ο αρχάριος δόκιμος «αδελφός Συμεών» ώφειλε να διέλθη ημέρας τινάς εν πλήρει ησυχία, όπως ενθυμηθή τα αμαρτήματα ολοκλήρου της ζωής αυτού και καταγράψη ταύτα, ίνα εξομολογηθή εις τον πνευματικόν Το μαρτύριον της κολάσεως, όπερ ησθάνετο, εγέννησεν εν αυτώ ακράτητον  φλογεράν μεταμέλειαν  Εν  τω  μυστηρίω  της  μετανοίας  ήθελε  να ελευθερώση την ψυχήν αυτού από παντός ό,τι εβάρυνεν αυτόν, και δια τούτο μετά προθυμίας και μεγάλου φόβου εξωμολογήθη πάσας τας πράξεις της ζωής αυτού εν μηδενί δικαιών εαυτόν
Ο πνευματικός είπεν εις αυτόν:
«Εξωμολογήθης τα αμαρτήματά σου ενώπιον του Θεού, και γνώριζε ότι άπαντα συνεχωρήθησαν εις σε … Από του νυν ας βάλωμεν αρχήν νέας ζωής … Πορεύου εν ειρήνη και χαίρε, διότι ο Κύριος σε ωδήγησεν εις αυτόν τον λιμένα της σωτηρίας»Η απλή και πιστή ψυχή του Συμεών, ως ήκουσε παρά του γέροντος‐ πνευματικού ότι συνεχωρήθησαν αι αμαρτίαι αυτού, παρεδόθη εις την χαράν κατά τον λόγον:

«Πορεύου εν ειρήνη και χαίρε»




Άπειρος και αφελής, δεν εγνώριζεν εισέτι ότι εις τον ασκητήν επιβάλλεται η εγκράτεια και εις την χαράν, και δια τούτο ευθύς απώλεσεν εκείνην την πνευματικήν έντασιν, εν ή ευρίσκετο η ψυχή αυτού μετά την επίσκεψιν αυτού εις την Κρονστάνδην Κατά την επακολουθήσασαν εξασθένησιν εγένετο αντικείμενον σαρκικής επιθυμίας  και εστάθη ο νους αυτού εις δελεαστικάς εικόνας, τας οποίας επρότεινεν εις αυτόν το πάθος Έλεγεν εις αυτόν ο λογισμός:
«Ύπαγε εις τον κόσμον και νυμφεύσου»
Τι υπέστη κατά μόνας ο νεαρός δόκιμος, δεν γνωρίζομεν Ότε μετέβη, ίνα εξομολογηθή, ο πνευματικός είπεν εις αυτόν:
«Μη συγκατατίθεσαι ποτέ εις τους λογισμούς και ευθύς ως έρχονται δίωκε αυτούς» (σ )
Εκ της απροσδοκήτου «πτώσεως», ήτις συνέβη εις τον αδελφόν Συμεών, η ψυχή αυτού περιήλθεν εις μέγαν τρόμον Έχων νυν συνείδησιν της φοβεράς δυνάμεως της αμαρτίας ησθάνθη εκ νέου εαυτόν εις τας φλόγας του άδου και απεφάσισε να προσεύχηται αδιαλείπτως, μέχρις ότου ελεήση αυτόν ο Θεός Μετά το βίωμα των μυστηρίων της κολάσεως, μετά την χαράν εκείνην την οποίαν ησθάνθη λαβών την άφεσιν των αμαρτιών εις το μυστήριον της εξομολογήσεως, το   ολίσθημα   εκ   του   λογισμού   και   η   συνείδησις   ότι   πάλιν   ελύπησε   την Θεομήτορα, ήτο δι’ αυτόν γεγονός, όπερ εκλόνισεν οδυνηρώς την ψυχήν αυτού Ενόμισεν ότι ήλθεν εις λιμένα σωτηρίας και αίφνης εγνώρισε το δυνατόν του ναυαγίου και ενθάδε Η «πτώσις» εις τον λογισμόν εσωφρόνισε τον αδελφόν Συμεών δι’ όλην αυτού την ζωήν Περί του βαθμού αυτού του κλονισμού δυνάμεθα να κρίνωμεν εκ του ότι από της ημέρας εκείνης, ότε είπεν εις αυτόν ο πνευματικός «μη συγκατατίθεσαι ποτέ εις τους λογισμούς», κατά την διάρκειαν τεσσαράκοντα και έξ χρόνων μοναχικής ζωής, ουδέποτε απεδέχθη ουδέ ένα πορνικόν λογισμόν Εκείνο όπερ άλλοι επί πολλά έτη δεν επιτυγχάνουν να διδαχθούν, ούτος έμαθεν από του πρώτου μαθήματος, δεικνύων την αληθινήν αυτού πνευματικήν καλλιέργειαν και σοφίαν, κατά τον λόγον των αρχαίων Ελλήνων: «Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού»
Η μεγάλη πικρία της μεταμελείας αυτού εγένετο αφορμή νέου αγώνος Ο
λογισμός υπέβαλλεν εις αυτόν:
 «Ύπαγε εις την έρημον, ενδύσου σάκκον και σώζου εκεί»
«Καλώς, απαντά ο Συμεών, θα υπάγω εις τον ηγούμενον, ίνα ζητήσω ευλογίαν δι’ αυτό»
«Μη υπάγης, ο ηγούμενος δεν θα ευλογήση», λέγει ο λογισμός
«Συ παρ’ ολίγον να αποδιώξης εμέ έξω της Μονής, εις τον κόσμον, απαντά ο Συμεών, νυν δε εξωθείς εμέ εις την έρημον … Εάν ο ηγούμενος δεν ευλογή, άρα παροτρύνεις εμέ ουχί εις το καλόν» … Και μετά ισχυράς θελήσεως εν τω βάθει της ψυχής αυτού είπε:
«Θα αποθάνω ενταύθα δια τας αμαρτίας μου» (σ )
Ωδηγήθη ο αδελφός Συμεών εις την πνευματικήν ασκήσιν δια της αιωνοβίου παραδόσεως της αθωνικής μοναστικής ζωής, της εμπεποτισμένης δια της απαύστου μνήμης του Θεού: προσευχή κατά μόνας εν τω κελλίω, μακραί ακολουθίαι εν τω ναώ, νηστείαι και αγρυπνίαι, συνεχής εξομολόγησις και κοινωνία, μελέτη, κόπος, υπακοή Απλούς και άγευστος του πλήθους των απασχολούντων τους διανοουμένους προβλημάτων, εκείνος, ως και πλείστοι άλλοι μοναχοί, εξωκειώθη εις την νέαν ζωήν μάλλον δια της οργανικής συγχωνεύσεως αυτού εις το περιβάλλον, ή δια προφορικών μαθημάτων Αι προφορικαί διδαχαί του ηγουμένου, των πνευματικών και γερόντων είναι κατά το πλείστον σύντομοι και έχουν συνήθως την μορφήν θετικών υποδείξεων τί και πώς πρέπει να πράττης
Έν εκ των τοιούτων μαθημάτων δια τον αρχάριον υποτακτικόν είναι  η υπόδειξις ότι η κατά μόνας εν τω κελλίω προσευχή δέον όπως τελήται κυρίως δια του κομβοσχοινίου, δια της «ευχής του Ιησού» Η συνεχής επίκλησις του θείου
Ονόματος του Ιησού εγλύκαινε την ψυχήν του αδελφού Συμεών Έχαιρεν ακούων
ότι δια της προσευχής αυτής δυνάμεθα να προσευχώμεθα παντού  και πάντοτε, εις παν έργον και πάσαν περίστασιν· ότι και κατά τον καιρόν των εκκλησιαστικών ακολουθιών είναι καλόν «να φυλάττης» αυτήν, και ότι, όταν λόγω εργασίας ή ασθενείας καθίσταται αδύνατος η προσέλευσις εις τον ναόν, δι’ αυτής αντικαθίστανται αι ακολουθίαι Προσηύχετο πολύ και φλογερώς, διότι η ψυχή αυτού ήτο εις βαρείαν οδύνην και εζήτει επιμόνως τον Δυνάμενον να σώση αυτόν Ούτω παρήλθεν ολίγος καιρός, τρεις περίπου εβδομάδες, και εσπέραν τινα, ενώ προσηύχετο ενώπιον της εικόνος της Θεοτόκου, η προσευχή εισέδυσεν εις την καρδίαν αυτού και ήρχισε να τελήται εκεί ημέρας και νυκτός Τότε όμως δεν ηννόησεν εισέτι το μεγαλείον και την σπανιότητα της δωρεάς, την οποίαν εδέχθη υπό της Θεομήτορος
Ο αδελφός Συμεών ήτο υπομονητικός, άκακος, υπήκοος Εν τη Μονή ηγάπων και επήνουν αυτόν δια την επιμέλειαν εις την εργασίαν και τον καλόν χαρακτήρα, και αυτός ηρέσκετο εις τούτο Τότε ενεφανίσθησαν λογισμοί κενοδοξίας: «Ζης αγίως: Μετενόησας, αι αμαρτίαι συνεχωρήθησαν εις σε, προσεύχεσαι αδιαλείπτως, εκπληροίς καλώς την υπακοήν»
Εκ της πολλής και θερμής προσευχής η ψυχή αυτού κατά καιρούς εγεύετο αναπαύσεως Τότε οι λογισμοί έλεγον εις αυτόν: «Συ προσεύχεσαι και ίσως θα σωθής Αλλ’ εάν εν τω παραδείσω δεν εύρης μήτε τον πατέρα, μήτε την μητέρα, μήτε αυτούς τους οποίους αγαπάς, τότε και εκεί ουδεμίαν χαράν θα έχης»
Ο νους του δοκίμου εταλαντεύετο εξ αυτών των σκέψεων, και η αγωνία εισέδυεν εις την καρδίαν αυτού Άπειρος όμως, ως ήτο, δεν ηννόει τί ακριβώς συνέβαινεν εις αυτόν
Εν καιρώ νυκτός τινος το κελλίον αυτού επληρώθη ασυνήθους φωτός όπερ διεπέρασεν εισέτι και το σώμα  αυτού ούτως, ώστε είδε τα εντός του θώρακος Ο λογισμός λέγει εις αυτόν: «Δέξαι, είναι η χάρις» Η ψυχή όμως του δοκίμου εταράχθη, και έμεινεν εν μεγάλη απορία Η προσευχή και μετά τούτο εξηκολούθει να ενεργήται εντός αυτού, αλλά το πνεύμα της συντριβής απεμακρύνθη τοσούτον, ώστε εν ώρα προσευχής ήλθεν εις αυτόν γέλως Εκτύπησεν ισχυρώς εαυτόν εις το μέτωπον δια της πυγμής Έπαυσεν ο γέλως, αλλά το πνεύμα της μετανοίας δεν επανήλθε και η προσευχή αυτού εσυνεχίσθη άνευ κατανύξεως Τότε αντελήφθη ότι έπαθεν ανάρμοστόν τι Μετά  την όρασιν  αυτήν  του παραδόξου  φωτός ενεφανίζοντο εις  αυτόν δαίμονες, και αυτός, αφελής ών, συνωμίλει μετʹ αυτών «ως μετά ανθρώπων» Αι επιθέσεις βαθμηδόν εδυνάμωσαν· άλλοτε μεν έλεγον εις αυτόν: «Νυν είσαι άγιος», άλλοτε δε: «Δεν θα σωθής» Ο αδελφός Συμεών ηρώτησε ποτε ένα δαίμονα: «Διατί αντιφάσκετε λέγοντες άλλοτε ότι είμαι άγιος, άλλοτε δε ότι δεν θα σωθώ»; Και ο δαίμων απήντησεν ειρωνικώς: «Ημείς ουδέποτε λέγομεν την αλήθειαν»
Η αλλαγή των δαιμονικών υποβολών, αίτινες άλλοτε μεν ανεβίβαζον αυτόν εις τους «ουρανούς» δια της υπερηφανίας, άλλοτε δε κατεκρήμνιζον αυτόν εις την άβυσσον της αιωνίου απωλείας, εβασάνιζε την ψυχήν του νεαρού δοκίμου ρίπτουσα  αυτόν  εις  απόγνωσιν,  και  ούτος  προσηύχετο  μετ’  άκρας  εντάσεως Εκοιμάτο ολίγον και κατά διαστήματα Φυσικώς ισχυρός, αληθινός γίγας, δεν εξηπλούτο επί κλίνης, αλλά διήρχετο όλην την νύκτα εν προσευχή, ιστάμενος ή καθήμενος επί σκαμνίου Ότε πλέον εξηντλείτο εντελώς εκ του καμάτου, εκοιμάτο καθήμενος επί ’‐’ λεπτά, ύστερον δε ανίστατο πάλιν δια την προσευχήν Και ούτως εγίνετο πολλάκις Συνολικώς εκοιμάτο έως δύο περίπου ώρας το εικοσιτετράωρον
Το πρώτον διακόνημα αυτού ήτο εις τον Μύλον Κατ’ εκείνον τον καιρόν της ακμής του ρωσικού μοναχισμού  εν τω Άθωνι, η Μονή του Αγίου Παντελεήμονος επεξετάθη και εγένετο ως πόλις εν ερήμω Ο αριθμός των αδελφών έφθασε σχεδόν τας δύο χιλιάδας, και οι επισκέπται και προσκυνηταί ήρχοντο εκ της Ρωσίας κατά εκατοντάδας, συχνάκις δε παρέμενον πολύν καιρόν εις τους μεγάλους ξενώνας του Μοναστηρίου Ούτως η εργασία εις τον Μύλον ήτο πολλή Και ιδού, ο αδελφός Συμεών παρά τον ελάχιστον ύπνον, παρά την άκραν εγκράτειαν εις την τροφήν, παρά την αδιάλειπτον ζέουσαν προσευχήν, παρά το παρατεταμένον, βαθύ και κατά καιρούς απελπιστικόν πένθος, εξετέλει μετ’   ακριβείας   την   βαρείαν   και   κοπιώδη   εργασίαν,   μεταφέρων  κατά   την διάρκειαν της ημέρας πολλούς μεγάλους σάκκους αλεύρου
Παρήρχοντο μήνες και μήνες, και το μαρτύριον εκ των δαιμονικών προσβολών καθίστατο συνεχώς καταθλιπτικώτερον Αι ψυχικαί δυνάμεις του νεαρού υποτακτικού εκάμπτοντο, το θάρρος αυτού ηφανίζετο Ο φόβος της απωλείας και η απόγνωσις ηύξανον Η φρίκη της απελπισίας επί μάλλον και μάλλον  εκυρίευεν  όλου  του  είναι  αυτού  Όστις  έζησε  παρόμοιόν  τι,  ούτος γνωρίζει ότι ουδεμία ανθρωπίνη ανδρεία, ουδεμία ανθρωπίνη δύναμις δύναται να αντισχύση εις τοιούτον πνευματικόν αγώνα Εκάμφθη και ο αδελφός Συμεών Έφθασε μέχρι της εσχάτης απογνώσεως· και ημέραν τινά, προ του εσπερινού, καθήμενος εν τω κελλίω αυτού εσκέφθη: «Θεόν εκδυσωπήσαι αδύνατον»! Δια του λογισμού τούτου ησθάνθη πλήρη εγκατάλειψιν, και η ψυχή αυτού επί μίαν περίπου ώραν εβυθίσθη εις σκότος απεριγράπτου αγωνίας
Μεταβάς δια τον εσπερινόν εις τον ναόν του Αγίου Προφήτου Ηλιού, όστις είναι παρά τον Μύλον, εκ δεξιών της Ωραίας Πύλης, εις τον τόπον της εικόνος του Σωτήρος είδε τον ζώντα Χριστόν
«Ο Κύριος δι’ ακαταλήπτου τρόπου» ώφθη εις τον νεαρόν δόκιμον, και όλη αυτού η ύπαρξις και αυτό τούτο  το σώμα ενεπλήσθησαν του πυρός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, εκείνου του πυρός όπερ ο Κύριος κατεβίβασεν εις την γην δια της ελεύσεως Αυτού (βλ Λουκ ιβ’ )
Εκ του οράματος τούτου ο Συμεών περιήλθεν εις εξάντλησιν και ο Κύριος εγένετο άφαντος απ’ αυτού
Αδύνατον να περιγράψωμεν την κατάστασιν, εν τη οποία ευρίσκετο ούτος εκείνην την ώραν Γνωρίζομεν εκ του στόματος και εκ των γραφών του μακαρίου Γέροντος ότι περιέλαμψεν αυτόν τότε το μέγα Θείον Φως· ότι εξήλθεν εκ του κόσμου τούτου και ανέβη εν πνεύματι εις τον ουρανόν, ένθα ήκουσεν άρρητα ρήματα· ότι εκείνην την στιγμήν έλαβε νέαν τινά γέννησιν άνωθεν (βλ Ιωάν α’,  γ’  )  Το  γαλήνιον  βλέμμα  του  τα  πάντα  συγχωρούντος,  του  απείρως αγαπώντος,   του   πλήρους   ανεκλαλήτου   χαράς   Χριστού   είλκυσε   τον   όλον άνθρωπον·  και  ότε  εγένετο  άφαντος,  η  ψυχή  αυτού  εκ  της  γλυκύτητος  της αγάπης του Θεού ηρπάγη εις την θεωρίαν της Θεότητος, πέραν των σχημάτων του κόσμου
Είναι  όντως  θαυμαστόν  ότι  κατά  την  εμφάνισιν του  Κυρίου  ο  δόκιμος Συμεών, άνθρωπος απλούς και άδολος, «ανεγνώρισεν ευθύς» και τον εμφανισθέντα εις αυτόν Χριστόν, και το Πνεύμα το Άγιον το ενεργήσαν εν αυτώ Ατελευτήτως επαναλαμβάνει εν ταις γραφαίς αυτού ότι ανεγνώρισε τον Κύριον δια Πνεύματος Αγίου, ότι είδε τον Θεόν εν Πνεύματι Αγίω Εβεβαίου δε ότι, όταν ο  Κύριος  εμφανίζηται εις  την  ψυχήν,  εκείνη  δεν  δύναται  να  μη  αναγνωρίση Αυτόν ως Ποιητήν και Θεόν αυτής
Δυνάμεθα μετά πεποιθήσεως να είπωμεν ότι και αι φλόγες και αι βάσανοι του άδου αι προλαβούσαι την επιφάνειαν του Χριστού εις τον δόκιμον Συμεών, και το περιλάμψαν αυτόν Θείον Φως είναι δια τους πλείστους άγνωστα και ακατανόητα πράγματα Ό,τι ο πνευματικός  άνθρωπος βλέπει, ό,τι βιοί, η όλη αυτού εμπειρία, συχνάκις δυνατόν να φανή μωρία εις τον μη πνευματικόν, καρπός ψυχοπαθολογικής καταστάσεως Εστερημένος της πείρας της πραγματικότητος   του   πνευματικού   κόσμου,   αρνείται   εκείνο   όπερ   αγνοεί Δυνάμει, πας άνθρωπος είναι κεκλημένος εις το πλήρωμα της πνευματικής ζωής, αλλ’ η διαρκής στροφή του θελήματος προς τον υλικόν κόσμον, προς τας σαρκικάς και ψυχικάς απολαύσεις, οδηγεί εις την άμβλυνσιν και την ατροφίαν της πνευματικής αντιλήψεως Εν τη κοινή ζωή θα ηδυνάμεθα να παρομοιάσωμεν τούτο προς εκείνον, όστις έχων ραδιόφωνον συλλαμβάνει τα πληρούντα την ατμόσφαιραν κύματα,  ενώ  εκείνος,  όστις  δεν  έχει,  ουδόλως  υποπτεύεται  την παρουσίαν αυτών
Παράδοξος και ακατάληπτος η πνευματική ζωή του χριστιανού ασκητού Εις το σύμπλεγμα των εκπληκτικών αντιφάσεων αυτής διακρίνομεν δαιμονικάς προσβολάς,   εγκατάλειψιν   υπό   του   Θεού,   σκότος   θανάτου   και   βασάνους κολάσεως αφ’ ενός, θεοφάνειαν και το φως του ανάρχου Είναι αφ’ ετέρου Και είναι αδύνατον να εκφρασθή τούτο δια λόγων
Έκαστος άνθρωπος είναι φαινόμενον μοναδικόν και ιδιόμορφον Η πορεία εκάστου ασκητού είναι επίσης και ιδιόμορφος και ανεπανάληπτος Αλλ’ εν τούτοις οι άνθρωποι, επιδιώκοντες την σαφήνειαν, εισάγουν εις την δοθείσαν περίπτωσιν την ταξινόμησιν Κατά τους διαρρεύσαντας αιώνας της ιστορίας του Χριστιανισμού η πείρα των Πατέρων της Εκκλησίας διέγραψε τρία είδη ή τύπους τάξεως της εν Χριστώ πνευματικής ζωής
Εις το πρώτον είδος ανήκει η πλειονότης των ανθρώπων Ούτοι ελκύονται εις την πίστιν δια μικράς χάριτος και διανύουν τον βίον αυτών εις μέτριον αγώνα τηρήσεως των εντολών Μόνον δε κατά το τέλος της ζωής  αυτών, λόγω των παθημάτων, γίνονται επιδεκτικοί μεγαλυτέρας χάριτος Τινές όμως εξ αυτών αγωνίζονται εντονώτερον και προ της εαυτών τελευτής λαμβάνουν μεγάλην χάριν Ούτω συμβαίνει εις πολλούς μοναχούς
Το δεύτερον είδος αποτελείται εκ των ελκυομένων κατ’ αρχάς δια μετρίαςαναλόγως χάριτος, οίτινες όμως ασκούνται μετά προθυμίας εις την προσευχήν και την κατά των παθών πάλην, και εν τη οδυνηρά ταύτη ασκήσει καταξιούνται εις το μέσον της οδού αυτών μεγαλυτέρας χάριτος, και ζώντες το υπόλοιπον του βίου εν εντονωτέρω έτι αγώνι φθάνουν εις υψηλά μέτρα τελειότητος
Το τρίτον, σπανιώτερον είδος είναι όταν από της ενάρξεως του ασκητικού βίου ο άνθρωπος λαμβάνη ένεκα του ενθέρμου ζήλου αυτού είτε ορθότερον κατά πρόγνωσιν του Θεού, την μεγάλην χάριν των τελείων
Τούτο το τελευταίον είδος είναι ουχί μόνον το πλέον σπάνιον, αλλά και το πλέον δύσκολον, διότι ουδείς (καθ’ όσον δυνάμεθα να κρίνωμεν περί τούτου εκ των βίων και των έργων των Αγίων Πατέρων, εκ της προφορικής παραδόσεως των ασκητών των τελευταίων αιώνων και εκ της πείρας των συγχρόνων) δύναται να κρατήση το πλήρωμα της δοθείσης δωρεάς της θείας αγάπης Ύστερον επί πολύν χρόνον, θα ζήση την άρσιν της χάριτος και την εγκατάλειψιν υπό του Θεού Αντικειμενικώς, τούτο δεν είναι πλήρης αφαίρεσις της χάριτος, αλλ’ υποκειμενικώς, η ψυχή βιοί και αυτήν την μείωσιν της ενεργείας της χάριτος ως εγκατάλειψιν υπό του Θεού
Τούτο  το  τελευταίον  γένος  των  ασκητών  πάσχει  επί  της  γης  πλείον πάντων, επειδή μετά την γεύσιν της χάριτος, μετά την θεωρίαν του Θείου Φωτός, το σκότος της θεοεγκαταλείψεως και ο τάραχος των παθών βιούνται ασυγκρίτως βαθύτερον και οδυνηρότερον ένεκα της οξείας αντιθέσεως: Ούτοι γνωρίζουν ΤΙ απώλεσαν Εκτός δε τούτου, η βίωσις της χάριτος μεταβάλλει δια της ενεργείας αυτής τον όλον άνθρωπον και καθιστά αυτόν ασυγκρίτως  περισσότερον ευαίσθητον εις παν πνευματικόν φαινόμενον
Τούτο το τελευταίον γένος πάσχει πλέον των άλλων, επειδή η αγάπη του Χριστού εν τω κόσμω τούτω υπόκειται εις άκρως βαρείαν «πύρωσιν προς πειρασμόν» (Α’ Πέτρ δʹ  ), επειδή η αγάπη του Χριστού εν τω κόσμω είναι αναποφεύκτως πάντοτε πάσχουσα (βλ Πράξ κστʹ )
Ο μακάριος Γέρων Σιλουανός ανήκεν εις τούτο το τελευταίον γένος, ούτω δε εξηγούνται και οι λόγοι αυτού: «Υμείς δεν δύνασθε να εννοήσητε την θλίψιν μου»,  ή  «όστις  δεν  εγνώρισε  τον  Κύριον,  δεν  δύναται  να  ζητή  Αυτόν  μετά θρήνου»
Όταν περιγράφη την απαραμύθητον λύπην και τον θρήνον του Αδάμ μετά την έξωσιν εκ του παραδείσου, κατ’ ουσίαν περιγράφει το πένθος και την θλίψιν της εαυτού ψυχής δια την απολεσθείσαν χάριν Η   ασυνήθως   βαθεία   αίσθησις   της   μετανοίας   του   Συμεών   θέτει   το ερώτημα: Διά τί τινές μεν μετανοούν δια τας αμαρτίας αυτών τοσούτον βαθέως και ισχυρώς, άλλοι δε ολιγώτερον εντόνως, και άλλοι μάλλον επιπολαίως ή ουδόλως;   Πώς   δυνάμεθα   να   εξηγήσωμεν   την   διαφοράν   εντάσεως   της συνειδήσεως της αμαρτίας εις τους ανθρώπους;
Το   πρόβλημα   τούτο   είναι   εξαιρέτως   βαθύ   Ημείς   οι   άνθρωποι   δεν δυνάμεθα να διεισδύσωμεν τελείως εις το μυστήριον της πνευματικής ζωής του ανθρώπου Προσιτή εις ημάς είναι η ενδοσκόπησις ή η παρατήρησις φαινομένων τινών  της  εσωτερικής  ημών  ζωής,  όταν  η  τελευταία  προσλαμβάνη  μορφήν
ψυχολογικών βιωμάτων Χαρακτηριστικά τινα γνωρίσματα των βιωμάτων αυτών είναι προσιτά εις την παρατήρησιν ημών, αλλά και τότε εισέτι είναι αδύνατον να προσδιορίσωμεν ό,τιδήποτε κατηγορηματικώς, διότι εις την βάσιν των ψυχικών γεγονότων  της χριστιανικής ζωής ευρίσκεται η απολύτως ελευθέρα ενέργεια του Θείου Πνεύματος, ήτις υπερβαίνει πάντα προσδιορισμόν
«Το Πνεύμα όπου θέλει πνει, και την φωνήν Αυτού ακούεις, αλλ’ ουκ οίδας πόθεν   έρχεται   και   πού   υπάγει·   ούτως   εστί   πας   ο   γεγεννημένος   εκ   του Πνεύματος» (Ιωάν γʹ )
Δεύτερος παράγων, ωσαύτως διαφεύγων πάντα καθορισμόν, είναι το αυτεξούσιον του ανθρώπου Τα δύο ταύτα, το αυτεξούσιον του ανθρώπου και η ενέργεια της Θείας χάριτος, αποτελούν την εν Χριστώ πνευματικήν ζωήν
Και η πίστις και η μετάνοια ημών εξαρτώνται μέχρις ακαθορίστου τινος βαθμού εκ της ελευθερίας ημών και εν ταυτώ αποτελούν δώρον της Θείας χάριτος Ο Θεός εν τη αγάπη Αυτού ζητεί τον άνθρωπον, ίνα δώση εις αυτόν ουχί μόνον ζωήν, αλλά και «περισσόν ζωής», ως λέγει ο Χριστός (Ιωάν ι’ ) Αλλ’ η ζωή αύτη χαρίζεται μεν εις τον ελεύθερον άνθρωπον, ουχί όμως άνευ της συγκαταθέσεως αυτού Έχοντες υπ’ όψιν την κατάστασιν ταύτην, δυνάμεθα να είπωμεν ότι και το μέτρον του δωρήματος του Θεού εξαρτάται εκ της συγκαταθέσεως του ανθρώπου Αι δωρεαί του Θεού συνεπάγονται ωρισμένην άσκησιν Όταν δε ο Θεός προβλέπη ότι ο άνθρωπος θα δεχθή το δώρημα Αυτού κατά τον δέοντα τρόπον τότε εκχέει τούτο «αφθόνως» Θα ελέγομεν ότι αιτία του μεγάλου ή μικρού δωρήματος είναι η προεγνωσμένη υπό του Θεού απάντησις του ανθρώπου εις την ενέργειαν της χάριτος Ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι «ούς προέγνω και προώρισε συμμόρφους της εικόνος του Υιού Αυτού» (Ρωμ ηʹ) Και πάλιν, «ότε δε ευδόκησεν ο Θεός ο αφορίσας με εκ κοιλίας μητρός μου και  καλέσας  δια  της  χάριτος  Αυτού  αποκαλύψαι  τον  Υιόν  Αυτού  εν  εμοί  … ευθέως ου προσανεθέμην σαρκί και αίματι» (Γαλ αʹ ‐)
 Προέγνω ο Θεός ότι ο Συμεών, ο μετέπειτα μοναχός Σιλουανός, «ου προαναθήσεται σαρκί και αίματι», αλλά θα αναλώση την ζωήν αυτού εις αγώνα άξιον της μεγάλης δωρεάς, και δια τούτο εκάλεσεν αυτόν εις την τοιαύτην ασυνήθη ζωήν, την οποίαν βλέπομεν εις αυτόν
Ουδόλως σκεπτόμεθα να εξηγήσωμεν το μυστήριον του συνδυασμού της δημιουργικής πράξεως του Μεγάλου Δομήτορος του κόσμου Θεού μετά του κτιστού   αυτεξουσίου   του   ανθρώπου   Αλλ’   η   επικοινωνία   ημών   μετά   του Γέροντος, όστις διέβη την ζωήν αυτού εν εξαιρέτως εντεταμένω αγώνι υπέρ της αγάπης, εν τη οποία κυρίως εκδηλούται η ελευθερία, ωδήγησε την σκέψιν ημών εις την υπο του Θεού πρόγνωσιν της ελευθέρας απαντήσεως του ανθρώπου εις την κλήσιν της αγάπης Αυτού
Υποθέτομεν ότι η εκλογή δια την μαρτυρίαν της αγάπης είναι σπανία,
διότι αύτη συνδέεται αναποφεύκτως προς την ολοκληρωτικήν αυτοθυσίαν Ήρχετο εις ημάς η σκέψις ότι εις το πρόσωπον του Γέροντος Σιλουανού η πρόνοια του Θεού παρέχει εις τον κόσμον νέον υπόδειγμα και νέαν μαρτυρίαν περί της αμέτρου αγάπης Αυτού, ώστε και δια του Σιλουανού να ορθωθούν οι παραλελυμένοι εκ της απογνώσεως άνθρωποι, ως λέγει ο Απόστολος Παύλος:
«Αλλά  δια τούτο  ηλεήθην,  ίνα εν  εμοί  πρώτω  ενδείξηται  Ιησούς Χριστός την πάσαν μακροθυμίαν, προς υποτύπωσιν των μελλόντων πιστεύειν επ’ Αυτώ εις ζωήν αιώνιον» (Α’ Τιμ αʹ )
Αι  εντολαί  του  Χριστού  δια  τον  Γέροντα  Σιλουανόν  δεν  ήσαν  ηθικός κανών Δεν κατεβίβαζε τον Χριστιανισμόν εις το επίπεδον ενός ηθικού συστήματος, ως πράττουν οι εστερημένοι της αυθεντικής πνευματικής πείρας εκπρόσωποι του ανθρωπιστικού πολιτισμού, οίτινες καταλήγουν εις το συμπέρασμα ότι η θρησκεία δεν είναι άλλο τι ει μη «αναχαιτιστική τις αρχή» δια τους αμαθείς, άχρηστος «δι’ αυτούς» Ουχί! Ο Γέρων αντελαμβάνετο   τον λόγον του Χριστού ως ο Απόστολος Πέτρος, ως «ρήματα ζωής αιωνίου», ως πνεύμα και ζωή κατά τον λόγον του Ιδίου του Κυρίου: «Τα ρήματα ά Εγώ λαλώ υμίν, πνεύμά εστι και ζωή εστιν» (Ιωάν στ’ )
Ο λόγος του Χριστού δια τον Σιλουανόν ήτο το Ζωοποιούν Πνεύμα, αυτή αύτη η αιώνιος ζωή, ο Θεός εν τη ενεργεία Αυτού
Η πίστις αυτού, αναγεγεννημένη υπό αλλεπαλλήλων επισκέψεων της χάριτος, προσέλαβε χαρακτήρα βαθέος βιώματος Επίστευεν ότι ο Θεός θα κρίνη τον κόσμον, ότι εκείνοι οίτινες έζησαν εν αμαρτίαις και δεν μετενόησαν θα απέλθουν εις την αιώνιον βάσανον, όσοι δε ειργάσθησαν το αγαθόν, κατά την εντολήν του Χριστού, θα κληρονομήσουν την αιώνιον Βασιλείαν των Ουρανών Κατά την ορθήν παρατήρησιν του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού «τον φόβον τίκτει η εις Θεόν πίστις» (Περί αγάπης Ι, Β), και ουχί ο φόβος την πίστιν Η ζέουσα πίστις του Συμεών εγέννησεν εν τη ψυχή αυτού τον μέγαν φόβον της καταδίκης   δια   τας   πολλάς   και   μεγάλας   αμαρτίας,   όσας   η   συνείδησις κατεμαρτύρει αυτού Και πάλιν όμως δεν δυνάμεθα να μη εκπληττώμεθα δια την τοσούτον βαθείαν συναίσθησιν της αμαρτίας, την οποίαν είχεν ο Συμεών Αναμφιβόλως ήτο δώρον της χάριτος
Τί είναι η αμαρτία εξ επόψεως χριστιανικής;
Η  αμαρτία  είναι  πρωτίστως  φαινόμενον πνευματικόν,  μεταφυσικόν Αι ρίζαι αυτής ευρίσκονται εις το μυστικόν βάθος της πνευματικής φύσεως του ανθρώπου Η ουσία της αμαρτίας συνίσταται ουχί εις την κατάλυσιν ηθικών αρχών, αλλ’ εις την αποστασίαν εκ της αιωνίου Θείας ζωής, δια την οποίαν εκτίσθη ο άνθρωπος και εις την οποίαν φυσικώς –ήτοι εξ αυτής της φύσεως αυτού– εκλήθη
Η αμαρτία διαπράττεται προ παντός εν τω μυστικώ  βάθει του ανθρωπίνου πνεύματος, αλλά τα οψώνια αυτής πλήττουν τον όλον άνθρωπον Όταν αύτη συντελεσθή, αντανακλάται εις την ψυχικήν και φυσικήν κατάστασιν του ανθρώπου, εις την εξωτερικήν αυτού εμφάνισιν, εις τα πεπρωμένα του αμαρτήσαντος, εξέρχεται αναποφεύκτως πέραν των ορίων της ατομικής αυτού ζωής και βαρύνει δια του κακού την ζωήν ολοκλήρου της ανθρωπότητος, και συνεπώς αντανακλάται και εις τα πεπρωμένα του σύμπαντος κόσμου
Συνεπείας κοσμικής σημασίας δεν είχε μόνον το αμάρτημα του Προπάτορος Αδάμ Παν αμάρτημα, φανερόν ή αφανές, εκάστου εξ ημών, επηρεάζει τα πεπρωμένα του κόσμου παντός
Διαπράττων ο σαρκικός άνθρωπος την αμαρτίαν δεν αισθάνεται εν εαυτώ
τας   συνεπείας   αυτής,   ως   αισθάνεται   αυτάς   ο   πνευματικός   άνθρωπος   Ο σαρκικός, μη έχων εισέτι πείραν της αιωνίου ζωής του Πνεύματος, δεν αντιλαμβάνεται την αλλαγήν της καταστάσεως αυτού μετά την διάπραξιν της αμαρτίας, διότι διαμένει πάντοτε εις πνευματικόν θάνατον Αντιθέτως ο πνευματικός άνθρωπος, εις εκάστην κλίσιν του θελήματος αυτού προς την αμαρτίαν, βλέπει εν εαυτώ την αλλαγήν της καταστάσεως αυτού λόγω της υποστολής της χάριτος
Εις τον Γέροντα Σιλουανόν εξέπληττεν ημάς η εξαίρετος ευαισθησία και η πνευματική διαίσθησις Και πριν εμφανισθή εις αυτόν ο Κύριος, έτι δε μάλλον μετά την εμφάνισιν Αυτού, καθ’ όλην την μετέπειτα ζωήν αυτού, εβίου την αμαρτίαν εξαιρέτως βαθέως και ισχυρώς Η καρδία αυτού ησθάνετο αφόρητον πόνον εκ της αμαρτίας, και δια τούτο η μετάνοια αυτού ήτο ακράτητος και επίμονος μετά κλαυθμού, μέχρις ότου αισθανθή η ψυχή την παρά του Θεού άφεσιν Δυνατόν να φανή τούτο εις πολλούς παράδοξον, εις άλλους δε υπερβολικόν· αλλά το υπόδειγμα του Γέροντος δεν είναι δι’ όλους  Μετανοών δια την αμαρτίαν δεν εζήτει μόνον συγγνώμην, ήτις ευκόλως  παρέχεται  υπό  του  Θεού  και  δι’  ενός  ίσως  στεναγμού  μεταμελείας Εζήτει πλήρη άφεσιν, ούτως ώστε η χάρις αισθητώς να επανακάμψη εις την ψυχήν Εζήτει παρά του Θεού την δύναμιν όπως μη επαναλάβη ποτέ, ει δυνατόν, το  αμάρτημα  Προσηύχετο  ίνα  λυτρώση  αυτόν  από  του  εν  ημίν  ενεργούντος
«νόμου της αμαρτίας» (Ρωμ ζ’ ) Τα επακόλουθα της αμαρτίας –την απώλεια της χάριτος– εβίου μετά τοσαύτης οδύνης, ώστε εφοβείτο την επανάληψιν οιουδήποτε παρομοίου Δι’ αυτόν, το φοβερώτερον πάντων ήτο η στέρησις της αγάπης του Θεού και της εν Χριστώ ειρήνης Η συνείδησις ότι προσέβαλε τον Θεόν, τοιούτον Θεόν, πράον και ταπεινόν, ήτο δι’ αυτόν αφόρητος κόλασις Ησθάνετο την πλέον βαθείαν οδύνην της συνειδήσεως, ότι ημάρτησε κατά της αγίας   αγάπης   του   Χριστού   Όστις   ημάρτησε   κατά   της   αγάπης   επί   του ανθρωπίνου επιπέδου, εκείνος γνωρίζει οποία είναι η δεινή αύτη βάσανος Και όμως πάντα όσα γίνονται εις τον κόσμον των ψυχικών σχέσεων, δεν είναι ει μη αμυδρά τις σκιά των πνευματικών μετά του Θεού σχέσεων
Ούτω λοιπόν ο Θεός προέγνω προ των αιώνων τον Συμεών‐Σιλουανόν και δι’ ακαταλήπτου εις ημάς τρόπου έδωκεν εις αυτόν να γνωρίση την ουσίαν της αμαρτίας μετά τοσαύτης δυνάμεως, ώστε όντως έζησε την κόλασιν του άδου και εβόα εξ «άδου κατωτάτου», μέχρις ότου συγκατέβη ο Κύριος και εμφανισθείς έδωκεν εις αυτόν να γνωρίση, πριν ή γευθή θανάτου, την ανάστασιν της ψυχής και να ίδη «τον Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη Βασιλεία Αυτού» (Ματθ ιστ’)

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
Μετάφρασις εκ του ρωσικού υπό του ιδίου του συγγραφέως και του Ιερομ. Ζαχαρίου
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας1999
Τίτλος πρωτοτύπου:
СТАРЕЦ СИЛУАН, ИЕРОМОН СОФРОНИЙ, Paris 1952.


Η  επεξεργασία, επιμέλεια και μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο , για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο
©  ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
http://www.alavastron.net/



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |