ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: ΣΥΝΟΔΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ (325)

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

ΣΥΝΟΔΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ (325)




ΣΥΝΟΔΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ (325)

Η A' Οικουμενική

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τό 325, ένα έτος μετά την έγκαθίδρυση τής μονοκρατορίας του Μ. Κωνσταντίνου, ή Εκκλησία έζησε τό πολυσήμαντο γεγονός τής A' Οικουμενικής της Συνόδου. Οί διωγμοί ήταν άκόμα νωποί, οί έ σωεκκλησιαστικές διενέξεις πολλές καί οί έπίσκοποι, μάλιστα τής ’Ανατολής, διηρημένοι σέ οπαδούς καί άντιπάλους τοϋ Άρείου. Τό τελευταίο, έφόσον άπέβη ό ισχυρότερος διαιρετικός παράγοντας καί αυτό πού άπειλοΰσε την άλήθεια καί άρα την σωτηρία, έγινε ή κύρια αιτία συγκλήσεως των έπισκόπων όλης τής Εκκλησίας σέ σύνοδο. Αύτή σχεδιάστηκε γιά τήν "Αγκυρα (τής μικρασιατικής Γαλατίας), αλλά πραγματοποιήθηκε τελικά στήν προσιτή καί άπό τήν θάλασσα μικρασιατική πόλη Νίκαια, όταν άποφασίστηκε (στήν άντιοχειανή σύνοδο τοΰ 324/5) νά κληθούν καί οί δυτικοί έπίσκοποι. Είναι αλήθεια ότι ό "Αρειος καί οί οπαδοί του είχαν ήδη τό 320 καί τό 324 καταδικαστεί άπό άλεξανδρινές συνόδους, καί στό τέλος τού 324 ή άρχές τοΰ 325 άπό τήν άντιοχειανή σύνοδο. ’Αλλά πλέον ό αρειανισμός έπεκτεινόταν γρήγορα καί στίς λοιπές έπαρχίες, γινόταν λοιπόν θέμα όλης τής Εκκλησίας. Γι΄ αυτό καί όταν ό Κορδούης (Ισπανίας) "Οσιος, έμπιστος άποσταλμένος τοΰ Μ. Κωνσταντίνου, έπισκέφτηκε γιά τήν όλη κατάσταση τόν ’Αλεξάνδρειάς ’Αλέξανδρο, ό τελευταίος τού συνέστησε νά προτείνει γενική σύνοδο στόν αύτοκράτορα, πού ένδιαφερόταν γιά τήν είρήνη τής Εκκλησίας, χάριν καί τής ένότητας τού κράτους.



Οί έπίσκοποι, περιχαρείς γιά τό ένδιαφέρον τού αύτοκράτορα, έ σπευσαν τόν Μάιο τού 325 στήν Νίκαια, άνταποκρινόμενοι στό ποοσκλητύπτο vnrtn.ii.rr τού Kfnvarnvrivon καί £νίΛ<ι\ρϊnrtnpvm πολλών διευκολύνσεων πού έκεΐνος τούς παρείχε. Οί εργασίες άρχισαν στις 20 Μαΐου μέ τήν τιμητική παρουσία στό μέσο τής συνάξε ως τοϋ Μ. Κωνσταντίνου, τήν προεδρία τού Ευσταθίου ’Αντιόχειας καί τόν άποφασιστικό ρόλο τοϋ ’Αλεξάνδρου ’Αλεξάνδρειάς, τόν όποιο συνόδευε καί κατηύθυνε θεολογικά ό τριακονταετής διάκονός του Αθανάσιος. ’Από τήν Δύση παρέστησαν ελάχιστοι, μεταξύ των οποίων ό άμεσα έπηρεάζων τόν Κωνσταντίνο Κορδούης "Οσιος καί δύο έκπρόσωποι τού Σιλβέστρου Ρώμης, οί πρεσβύτεροι Βίτων καί Βικέντιος. Οί δύο τελευταίοι, μή έχοντας ώς φαίνεται τίς αναγκαίες θεολογικές προϋποθέσεις, μή γνωρίζοντας καλά τά πράγματα τής Ανατολής, όπου τό θέατρο των άντιθέσεων, καί χωρίς κάποια ειδικά προνόμια, δεν έπαιξαν κάποιο ρόλο στήν πορεία τής Συνόδου.Ή Σύνοδος, μέ τριακόσια περίπου μέλη, άρχισε τό έργο τής συντάξεως τού Συμβόλου καί των Κανόνων, αφού προηγουμένως άπο λογήθηκαν (μέ ομολογία πίστεως, όπως ό Εύσέβιος Καισαρείας, ή μέ λιβέλλους, όπως ό Εύσέβιος Νικομήδειας κ. ά.) καί απαλλάχτηκαν ή άποπέμφθηκαν αύτοί πού ήταν ήδη καταδικασμένοι γιά άρεια νΐσμό. "Οσοι, λοιπόν, επίσκοποι άπέρρίπταν τήν διδασκαλία τού Άρείου, ή συντριπτική πλειοψηφία δηλαδή, έμειναν γιά νά ορίσουν θετικά τήν σχέση τού Υιού πρός τόν Πατέρα, νά δείξουν τόν θεμέλιο λίθο τού τριαδολογικοΰ δόγματος, τό όποιο μέ τίς προσθήκες τής Β' Οικουμ. Συνόδου (381) θά αποτελεί τήν απολύτως άναγκαία χάρτα πίστεως τής ’Εκκλησίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι όσα οί έπόμε νες Οικουμενικές Σύνοδοι (Γ'Ζ') γιά τό πρόσωπο τού Χριστού θά άποφασίσουν, δέν θά προστεθούν στό Σύμβολο, αλλά θά ονομαστούν δογματικοί όροι, επίσης όμως απαραίτητοι καί υποχρεωτικοί.


ΚΕΙΜΕΝΑ

Σύμβολον Πίστεως


Τό Σύμβολον τής Νίκαιας (325), όπως καί όλα τά προγενέστερα Σύμβολα πίστεως, είναι συλλογικό έργο τής Εκκλησίας, ή όποια μέ τούς επισκόπους της τό κατακυρώνει στά έκάστοτε στάδια τής αύξήσεώς του. Τά πολλά τοπικά Σύμβολα ήταν βασικά ένα. Αυτό κατά τήν πορεία του άπό τήν ΚΛ καί εξής γνώρισε αύξηση περιεχομένου κατά εποχές καί παρουσίασε δευ τερεύουσες παραλλαγές στίς τοπικές Εκκλησίες. Καί τό Σύμβολο, πού κατόπιν συζητήσεων κατακυρώθηκε στήν Α' Οικουμενική Σύνοδο τού 325, ήταν στό μεγάλο του μέρος τό ήδη ύπάρχον Σύμβολο, εξέφραζε επιγραμματικά τά δλως άπαραίτητα στοιχεία τής πίστεως καί (μέ αφορμή τήν πρόσφατη κακοδοξία τού αρειανισμού, άπό τόν όποιο ήθελε νά προφυλάξει τούς πιστούς) συνιστοΰσε νέο στάδιο στήν ιστορική του πορεία. Τό νέο στάδιο, τό νέο στοιχείο έν σχέσει πρός τήν προηγούμενη δμολογία πίστεως, ήταν κυρίως ή προσθήκη τής φράσεως «έκ τής ούσίας τοΰ Πατρός» καί τής λέ ξεως «όμοούσιον», μέ τίς όποιες άπό τώρα καί στό έξης θά δηλωνόταν ή φυσική σχέση τοΰ Υίοΰ πρός τόν Πατέρα. Ή λέξη «όμοούσιος» είχε ήδη χρησιμοποιηθεί, άλλά τώρα κατακυρωνόταν ώς δρος θεολογικός πρός έκφραση τής συνειδητοποιημένης άληθείας ότι ό συναΐδιος Υιός είναι φύσει καί Αληθινός Θεός, δηλ. έχει τήν ίδια ουσία μέ τόν Πατέρα. Γιά πρώτη φορά'στήν ζωή τής ’Εκκλησίας τό νέο στάδιο περιεχομένου τοΰ Συμβόλου κατακυρώνεται άπό Οικουμενική Σύνοδο. Τό γεγονός σχετίζεται μέ τόν νέο τρόπο ΰπάρξεως τής Εκκλησίας, στόν όποιο έξωτερικά τήν όδήγησε ή πολιτική τοΰ Μ. Κωνσταντίνου. ’Αναφορικά μέ τίς λέξεις «έξ έτέρας ύποστά σεως ή ούσίας φάσκοντας είναι.... τόν Υίόν», πού περιλαμβάνεται στόν άφορισμό, μετά τό καθαυτό Σύμβολο, υπογραμμίζουμε ότι λΐγοπολύ θεωρήθηκαν οί δροι ύπόστασις καί ούσία ταυτόσημοι.

Παραθέτουμε έδώ πρώτα τό κείμενο τοΰ Συμβόλου, δπως τό συμπλήρωσαν οί θεοφόροιέπίσκοποι τής συνόδου τής Νίκαιας μέ τήν παρασκηνιακή θεολογική βοήθεια καί τοΰ ’Αθανασίου. ’Ακολουθούν έπειτα τρεις κάθετες στήλες μέ τρεις βασικές μορφές τοΰ ίδιου Συμβόλου, δπως αύτό έπικρα τοΟσε στήν Καισάρεια τής Παλαιστίνης, στά 'Ιεροσόλυμα καί στήν ’Αντιόχεια. Τά τρία αύτά κείμενα, πού μάλιστα έκπροσωποΰσαν τήν Παράδοση άπό τά μέσα περίπου τοΰ Γ' αί., είναι έντυπωσιακά συγγενή πρός τήν μορφή, τήν όποία έλαβαν ώς βάση οί έπίσκοποι στήν Νίκαια. Φρονούμε μάλιστα ότι ή μορφή αύτή βρίσκεται στό ίδιο τό Σύμβολο τής Νίκαιας, έάν άφαιρεθοΰν οί νέες φράσεις («τουτέστιν έκ τής ούσίας τοΰ Πατρός», «όμοούσιον») καί κατανοηθεΐ ώς αντικατάσταση ή έπεξήγηση ή φράση «Θεόν άληθινόν, έκ Θεοΰ άληθινοΰ, γεννηθέντα ού ποιηθέντα».

Τά στοιχεία τής τελευταίας φράσεως τά βρίσκουμε καί στά Σύμβολα Ιεροσολύμων καί ’Αντιόχειας, άλλά τά δύο αύτά κείμενα έχουν πιθανότατα έμπλουτιστεί μέ στοιχεία νικαϊκά, έφόσον σώθηκαν σέ πηγές μετανικαϊ κές. Αύθεντική φαίνεται νά είναι μόνο ή μορφή τοΰ Συμβόλου τής Καισά ρειας. Καί όμολογουμένως ή μορφή αύτή, άν άφαιρεθοΰν τά νέα στοιχεία, είναι πλησιέστερη στήν μορφή τοΰ νικαϊκοΰ Συμβόλου. Συγχρόνως παρατηρούμε ότι άπό τό Σύμβολο τής Καισάρειας λείπει ό δρος «ένανθρωπή σαντα», κάτι πού ίσως οφείλεται στόν Εύσέβιο, πού ώς άρειανόφρων τόν άπέφευγε, δπως τόν άπέφυγε άργότερα ό Άπολινάριος Λαοδικείας γιά λόγους διαφορετικούς.

Νίκαιας

Πιστεύομεν είς ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, πάντων όρατών τε καί ά οράτων ποιητήν.
Καί είς ένα Κύριον Ίησοΰν Χριστόν, τόν Υίόν τοΰ Θεοΰ, γεννηθέντα έκ τοΰ Πατρός μονογενή, τουτέστιν έκ της ούσίας τοΰ Πατρός, Θεόν έκ Θεοΰ, φως έκ φωτός, Θεόν άληθινόν έκ Θεοΰ άληθινοΰ, γεννηθέντα ού ποιηθέντα, όμοούσιον τω Πατρί, δι’ ού τά πάντα έγένετο, τά τε έν τφ ούρανφ καί τά έν τή γή· τόν δι ήμας τούς άνθρώπους καί διά τήν ήμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα καί σαρκωθέντα, ένανθρωπήσαντα, παθόντα καί άναστάντα τή τρίτη ήμέρςι καί  άνελθόντα είς τούς ουρανούς, έρχόμενον κρΐναι ζώντας καί νεκρούς.
Καί είς τό άγιον Πνεύμα.
Καισαρείας

Πιστεύομεν είς ένα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα, τόν τών απάντων, όρατών τε καί άοράτων, ποιητήν.
Καί εις ένα Κύριον Ίη σοΰν Χριστόν, τόν τού Θεού Λόγον, Θεόν έκ Θεού, φώς έκ φωτός, ζωής έκ ζωής, Υΐόν μονογενή, πρωτότοκον πόσης κτίσεως, πρό πάντων τών αίώνων έκ τού Πατρός γε γεννημένον, δι’ ού καί έγένετο τά πάντα· τόν διά τήν ήμετέραν σωτηρίαν σαρκωθέντα καί έν άν θρώποις πολιτευσάμενον καί παθόντα τή τρίτη ήμέ p<jt καί άνελθόντα πρός τόν Πατέρα καί ήξοντα πάλιν έν δόξη κρΐναι ζών :ας καί νεκρούς. Πιστεύομεν καί είς έν Πνεύμα άγιον1.
(Τούς δέ λέγοντας «ήν ποτέ δτε ούκ ήν» καί «πρίν γεννηθήναι ούκ ήν» καί ότι έξ ούκ δντων έγένετο ή έξ έτέρας ύποστάσεως ή ουσίας φάσκοντας είναι ή κτιστόν ή τρεπτόν ή άλλοιωτόν τόν Υιόν τού Θεού, άναθεματΐζει ή Καθολική Εκκλησία)1.
τό παράκλητον, τό λαλή στάσιν καί εις ζωήν αιώνιον   , σαν έν τοΐς προφήταις.
Καί είς έν βάπτισμα, μετάνοιας εις άφεσιν άμαρ τιών.
Καί είς μίαν άγίαν καθολικήν Εκκλησίαν.
Καί είς σαρκός άνάστα σιν.
Καί εις ζωήν αιώνιον

Κανόνες

Ή Α' Οίκουμ. Σύνοδος διατύπωσε 20 κανόνες, σχετικούς μέ τίς προϋποθέσεις χειροτονίας καί τίς ύποχρεώσεις των κληρικών, μέ την άποδοχή
στην Εκκλησία των Καθαρών, μέ τούς ορούς έπανεντάξεως στην Εκκλησία των έπί διωγμού τού Λικινίου πεπτωκότων, μέ την άπαγόρευση της γονυκλισίας κατά τίς Κυριακές καί τήν Πεντηκοστή, κ.ά. ’Ιδιαίτερης σημασίας είναι ό κανόνας 6, πού έπικυρώνει τήν δικαιοδοσία των έπισκό πων ’Αλεξανδρείας, Ρώμης καί ’Αντιόχειας στίς Εκκλησίες τής γεωγραφικής περιοχής τους. 'Η δικαιοδοσία αύτή άποτελοϋσε «άρχαΐα έθη» καί προβάλλεται κάπως ώς πρότυπό της ή δικαιοδοσία τής Ρώμης στίς Εκκλησίες τής ’Ιταλίας. ’Ακόμη στην Σύνοδο άποφασΐστηκε ό κοινός έορτα σμός τού Πάσχα καί ή άποφυγή έορτασμοΰ του μέ τούς ’Ιουδαίους. Οί κανόνες δλοι έλαβαν κύρος νόμου καί ήσαν υποχρεωτικοί.
’Επιστολή τής Συνόδου «τη Άλεξανδρέων Έκκλησίφ καί τοΐς κατ’ Αίγυπτον... άδελφοϊς...».
Ή Σύνοδος πληροφορεί τίς Εκκλησίες τής δικαιοδοσίας τού επισκόπου ’Αλεξανδρείας τά άποφασισθέντα σχετικά μέ τόν "Αρειο καί μέ τόν σχισματικό έπίσκοπο Μελίτιο Λυκοπόλεως, τόν όποιο φιλανθρωπευόμενη άφησε στήν έπισκοπή του, άλλά τού απαγόρευσε νά προβαίνει σέ χειροτονίες.
Έπιστολαί Μ. Κωνσταντίνου σχετικές μέ τήν Σύνοδο: α. Πρός σύγκλησιν τής έν Νικαίςι Συνόδου, β. Πρός τήν Εκκλησίαν Άλεξανδρέων.
γ. Πρός τάς Εκκλησίας (κοινοποιεί καί άναπτύσσει τήν απόφαση έορτασμοΰ τού Πάσχα σέ ήμέρα κοινή).

Μεταφράσεις

Γρήγορα συγκροτήθηκαν συλλογές, πού περιείχαν λατινικές , συριακές, αραβικές, αίθιοπική, αρμένική, γεωργιανή, κοπτική καί σλαβική μεταφράσεις τού Συμβόλου καί των Κανόνων. Παράλληλα οί συλλογές περιλάμβαναν εισαγωγικά πληροφοριακά στοιχεία καί συχνά μή γνήσια νικαϊκά κείμενα. Βλ. CPG IV 85208527. Ή λατινική μετάφραση έγινε πολύ ένωρίς, ίσως κατά τήν άρχιερατεία τού Ρώμης ’Ιουλίου (337352), καί μάλιστα ένώθηκε μέ τούς κανόνες τής συνόδου τής Σαρδικής. ”Ετσι συγκροτήθηκε ή αρχαιότερη συλλογή κανόνων στήν λατινική, πού γενικά άποδιδόταν όλόκληρη στήν Σύνοδο τής Νίκαιας.


22. ΛΑΚΤΑΝΤΙΟΣ ( + 325)

Ρητορικός άπολογητής τοΰ χριστιανισμού

ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

Ό Λακτάντιος ήταν βορειοαφρικανός Ρωμαίος, πού σταδιοδρόμησε ώς έθνικός ρήτορας κυρίως στήν Νουμιδία (’Αλγερία) καί ώς χριστιανός συγγραφέας κυρίως στήν έλληνική πρωτεύουσα του Ανατολικού ρωμαϊκού κράτους Νικομήδεια τής Βιθυνίας. Έγραψε στήν λατινική μέ τήν φιλοδοξία πρώτα νά κατατροπώσει τήν έθνική θρησκεία καί σκέψη καί ύστερα νά έκθέσει τήν διδασκαλία τοΰ χριστιανισμού. Πρός τούτο διέθετε ζήλο θαυμαστό, ταλέντο ρητορικό καί λογοτεχνικό καί γνώση έγκυκλοπαιδική τοΰ έλληνορωμαϊκοΰ πνεύματος. Τοΰ έλειπε όμως ή βαθιά φιλοσοφική παιδεία καί ή θεο λογική κατανόηση τού μυστηρίου τής Εκκλησίας. Επειδή έγινε χριστιανός σέ ήλικία περίπου 50 έτών, γνώρισε τόν χριστιανισμό έπι φανειακά καί Ατελέστατα, ώς Ανυπόμονος κατηχούμενος.
“Ετσι, έγραψε μέ ζήλο, πάθος καί γνωστή έπιχειρηματολογία, κατά τού έθνικοΰ κόσμου, Αλλά δέν κατόρθωσε νά παρουσιάσει, όπως ήθελε, όρθά καί όλοκληρωμένα, τήν χριστιανική πίστη, μολονότι τό έγχείρημά του παραμένει τό πιό έκτεταμένο μέχρι τότε στήν λατινική γλώσσα. Στήν φιλοσοφία δέν Αναγνωρίζει τήν δυνατότητα εύρέ σεως τής Αλήθειας, παρά μόνο τυχαία. Τό έργο του έπιτέλεσε κυρίως μέ τήν βοήθεια τοΰ Κικέρωνα (προπαντός αύτού), τού Λουκρητίου, τού Βιργιλίου, τού Σενέκα καί των έρμητικών έργων, καί δευτερευ όντως μέ τήν βοήθεια τής Γραφής, τοΰ Κυπριανού, τοΰ Τερτυλλια νοΰ καί τοΰ Μινουκίου Φήλικα. ’Αγνοούσε όχι μόνο τούς έλληνες έκκλησ. συγγραφείς, Αλλά σχεδόν καί τήν Γραφή, τήν όποια κυρίως γνώριζε Από συλλογές βιβλικών χωρίων (Testimonia), Από τίς όποιες, φαίνεται, άντλησε καί ό Κυπριανός. Γιά τούς λόγους αύτούς δέν έ ξέφρασε τόσο τό έκκλησιαστικό θεολογικό κλίμα τής έποχής, όσο διατράνωσε τόν ένθουσιασμό του γιά τήν νέα θρησκεία καί τούς λόγους πού δικαιώνουν τήν μεταστροφή του σ’ αύτήν, όπως έκαναν πα λαιότερα μερικοί Απολογητές. Είναι όμως πολύ σημαντικό ότι συνετέλεσε στήν διαμόρφωση τής χριστιανικής λατινικής γλώσσας, δεδομένου ότι ύπήρξε σπουδαίος ρήτορας κι έδωσε κείμενα τόσο γλαφυρά καί συναρπαστικά, ώστε νά χαρακτηριστεί χριστιανός Κικέρων.
Ενδεικτικό των πλανών του είναι ότι διατύπωσε δυαλιστικές ιδέες γιά νά έοιιηνεύσει τήν Αρχή τοΰ κακοΰ. Ό Θεός δηλαδή γέννησε δύο Υιούς, έναν πρό τής δημιουργίας κι έναν μετά. Ό δεύτερος, πού είναι ό αντίθεος, απομακρύνθηκε από τόν Θεό καί δημιούργησε τό κακό, πού συγχρόνως Ερμηνεύεται καί ώς αποτέλεσμα τής επιθυμίας τοΰ ανθρώπου. Δεν διακρίνει ώς ιδιαίτερη ύπαρξη τό άγιο Πνεύμα, τό όποιο ταυτίζει μέ τόν Χριστό, καί μεταθέτει την τελική κρίση μετά άπό χιλιετή βασιλεία τού Χριστού, ή οποία θά άρχΐσει περίπου διακόσια έτη μετά την έποχή κατά την οποία γράφει.’Ιδιαίτερα σπουδαία είναι ή συμβολή τού Λακταντΐου στήν εξέλιξη τής λατινικής χριστιανικής ποιήσεως μέ τό έργο του «Περί του πτηνού του φοίνικος» σέ 85 δίστιχα. Ή ποίησή του έχει στοιχεία σημιτικά, χρησιμοποιεί γλώσσα ήμιλαϊκή καί συμφιλιώνει Εθνικούς μύθους μέ τήν διδασκαλία τής Εκκλησίας.

ΒΙΟΣ

Ό Lucius Caelius Firmianus Lactantius γεννήθηκε στήν Β. ’Αφρική περί τό 250, όπου Εκτός άλλων δασκάλων ακούσε καί τόν Άρνόβιο στήν Sicca τής Νουμιδίας. Γρήγορα έγινε καί ό ίδιος ρητοροδιδάσκαλός. "Ενεκα τής φήμης του κλήθηκε άπό τόν Διοκλητιανό, λίγο μετά τό 290, στήν τότε πρωτεύουσα τοΰ άνατολικοΰ κράτους Νικομήδεια, νά διδάξει λατινική ρητορική. Τό έργο του στήν Ελληνικότατη πρωτεύουσα δέν είχε ανταπόκριση καί τό Εγκατέλειψε μέ τήν έναρξη τοΰ διωγμού (303), άφοΰ στό μεταξύ είχε δεχτεί τόν χριστιανισμό. Γιά πολλά χρόνια έζησε μέ στερήσεις, αλλά δέν σταμάτησε νά γράφει. Περί τό 316/317, ηλικιωμένος πλέον, κλήθηκε άπό τόν Μ. Κωνσταντίνο στά Τρέβιρα (Treveris, Trier) γιά τήν διαπαιδαγώγηση τοΰ γιου του Κρΐσπου. Εκτοτε δέν έχουμε ειδήσεις. Πέθανε μάλλον περί τό 325.


ΕΡΓΑ


Ό Λακτάντιος υπήρξε πολυγραφότατος, αλλά δέν σώθηκαν όλα τά έργα του, μερικά των όποιων γνωρίζουμε μόνο άπό τούς τίτλους πού αναφέρει ό Ιερώνυμος. Διασώθηκαν τά εξής:
De opificio Dei (Περί τής δημιουργίας τοΰ Θεοΰ). Γράφηκε τό 303/4 καί πλήν άλλων μιλάει γιά τήν ωραιότητα καί τήν αρμονία τοΰ ανθρώπινου σώματος.
Divinae institutiones (Θείαι διδασκαλίαι) βιβλία 7. Γράφηκε μεταξύ 304 καί 313. Στά τρία πρώτα βιβλία καταπολεμεί τίς Εθνικές θρησκείες καί στά άλλα τέσσερα έκθέτει τήν χριστιανική διδασκαλία, τονίζοντας τήν ηθική της υπεροχή.
De mortibus persecutorum (Περί θανάτων των διωκτών). Γράφηκε τό 314/315. Περιγράφει τούς τελευταίους διωγμούς (303΄-313), έξαίρει τήν στάση των χριστιανών σ’ αυτούς καί άποδίδει στήν οργή τοΰ Θεού τό φοβερό τέλος πολλών διωκτών, παλαιοτέρων καί συγχρόνων του. "Αλλοτε ή γνησιότητα τοΰ έργου είχε άμφισβητηθεΐ.
De ira Dei (Περί τής οργής τοΰ Θεοϋ). Γράφηκε μεταξύ 314 καί 317. Ό Θεός αγαπά, συγχωρεί, αλλά καί τιμωρεί δίκαια. Καταπολεμεί τούς επικούρειους καί τούς στωικούς πού θέλουν τόν Θεό ξένο πρός τόν κόσμο.

Epitome divinarum institutionum 

(Επιτομή τών θείων διδασκαλιών)

 Γράφηκε μεταξύ 314 καί 317. Δεν είναι άπλώς επιτομή, αλλά περισσότερο επανεξέταση καί άναθεώρηση απόψεων του.
De ave phoenice (Περί τοϋ πτηνού φοίνικος). Γράφηκε μεταξύ 314 καί 317. Ή αμφισβητημένη γνησιότητά του υποστηρίζεται σήμερα εντονότερα. Τό έργο άποτελεΐται από 85 δίστιχα καί συνιστά μεγάλο σταθμό στήν εξέλιξη τής λατινικής χριστιανικής ποιήσεως. Διηγείται μέ ίδιάζοντα τρόπο τόν γνωστό ('Ηρόδοτος καί μετά χριστιανοί συγγραφείς) μύθο τοΰ πτηνού φοίνικα, πού, αφού ζήσει χίλια χρόνια στήν παραδεισιακή ’Ανατολή, έρχεται στήν Φοινίκη. Εκεί πεθαίνει σε φοινικόδεντρο, αλλά από τήν τέφρα του γεννιέται νέος φοίνικας πού επιστρέφει στήν ’Ανατολή. Ό μύθος συμβολίζει τήν ανάσταση τού Κυρίου ή τήν Παρθένο Μαρία πού πραγματοποιεί τά έσχατα στήν ιστορία.
’Αποσπάσματα. Σώζονται άπό Επιστολή καί από τό έργο τον De mortibus animi.
Άπολεσθέντα. Ό 'Ιερώνυμος προσγράφει στόν Λακτάντιο καί τά έξης έργα, πού φαίνεται ότι ανήκουν στην πρίν από τό βάπτίσμα έποχή του καί πού πάντως χάθηκαν: Συμπόσιον. 'Οδοιπορικόν, όπου σέ στίχους διηγείται τό ταξίδι του άπό τήν Β. ’Αφρική στην Νικομήδεια. Πρός Άσκληπιάδην βιβλία δυό. Έπιστολαί.


22. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (313328)

Πρώτη άντιμετώπιση τού άρειανισμοΰ

ΓΕΝΙΚΑ

Ό Αλέξανδρος ύπήρξε σπουδαία έκκλησιαστική φυσιογνωμία, γιά την όποια όμως γνωρίζουμε λίγα. Στόν αλεξανδρινό θρόνο άνήλθε τό 313, όταν τό μελιτιανό σχίσμα εΐχε διασπάσει την ένότητα τής Εκκλησίας. Ό Άλέξ. άπό τό 318 μέχρι τό 328 έγινε τό έπίκεντρο τής Εκκλησίας καί τής θεολογίας, επειδή στήν έπαρχία του έμφα νίστηκε ό άρειανίσμός κι επειδή αύτός έπωμίστηκε την αντιμετώπισή του.
Ή διδασκαλία του Άρείου διατυπώθηκε περί τό 318 καί συνιστοΰσε την άποκορύφωση τής παλαιάς άντιλήψεως περί ύποταγής (κατωτερότητας) τοΰ Υιού στόν Πατέρα. Ό Άρειος, έπηρεασμένος άπό κοσμολογικές, άριστοτελικές καί ιουδαϊκές αντιλήψεις, άρνήθηκε τήν άιδιότητα του Λόγου, διότι, κρίνοντας φιλοσοφικά, δέν κατανοούσε δύο άγέννητα, δηλ. Πατέρα καί Υίό, ταυτόχρονα. Συνεργάτη ή πρώτο του οπαδό είχε φαίνεται ό "Αρειος κάποιον Άχιλλά, πού όμως γρήγορα χάθηκε άπό τό προσκήνιο. Τήν κακοδοξότητα τού Άρείου ύπέδειξε πρώτος, καθώς φαίνεται, ό πρεσβύτερος Κόλλου θος, γνωστός γιά τήν παιδεία του καί τήν γνώση των Γραφών. Τήν στιγμή αυτή ό Άλέξ. εισέρχεται στήν ιστορία τής θεολογίας, μολονότι δέν ύπήρξε μεγάλος θεολόγος. Στήν άρχή, πιεζόμενος άπό τήν ένταση καί τήν επέκταση τών συζητήσεων μεταξύ Άρείου καί Κολ λούθου, κάλεσε πολλές φορές τούς άντιπάλους νά έξηγήσουν τίς θέσεις τους ένώπιον καί άλλων κληρικών, σέ συνάξεις καί συνέδρια.
ΟΙ άρχαΐοι Ιστορικοί δέν συμφωνούν στήν περιγραφή καί την έρμη νεία των πρώτων φάσεων του άρειανισμοΰ. Μέ τήν βοήθεια όμως των δύο Επιστολών τού Άλεξ. καί τής Επιστολής πρός τόν Εύσέβιο Νικομήδειας τοϋ Άρείου, ώς καί τής Έκθέσεως πίστεως τοϋ τελευταίου, μπορούμε ν’ άποκρυπτογραφήσουμε τά στάδια τής θεολογικής πορείας τής Εκκλησίας πρός αντιμετώπιση τής βαθιάς κρΐσεως, πού συγκλόνισε τήν Εκκλησία γιά έναν αιώνα, χωρίς όμως οί άπόηχοί της νά λεΐψουν ποτέ.
Πρώτη άντίδραση στον άρειανισμό
Ό Άλέξ. δέν μπόρεσε νά πάρει άμέσως θέση στήν διαμάχη. Ήταν μόνο βέβαιος ότι μέ όσα δίδασκε ό ’Άρειος προσέβαλλε τήν θεότητα τού Λόγου. Ό ιστορικός μάλιστα Σωκράτης άναφέρει ότι ό "Αρειος έξανέστη, άκούοντας τόν Άλέξ. νά διδάσκει «έν Τριάδι μονάδα» (Έκκλησ. Ιστορία Α' 5). Ή φράση έχει μεγάλη θεολογική σημασία, άλλά τήν εποχή έκείνη έπικρατοϋσε τό αλεξανδρινό θεο λογικό σχήμα, τοϋ όποιου θεμελιώδης άρχή ήταν ό Λόγος τού Θεού.
"Ολοι μιλούσαν γιά τόν Λόγο καί όχι γιά τόν Υιό ή τόν Χριστό. Καί ό Κόλλουθος, αλεξανδρινός επίσης, πρόβαλλε τόν Λόγο ώς ό μοούσιον καί «όμοιον κατ’ ουσίαν» πρός τόν Πατέρα. Ό Ίερακάς πάλι, άπό τόν όποιο σώθηκαν μόνο ίχνη έργων του, υποστήριξε ότι Πατέρας καί Λόγος αποτελούν μίαν άρχή πού φανερώνεται σέ δύο, όπως δύο φλόγες ένός λύχνου. Ό ’Άρειος όμως άπέφευγε νά μιλάει γιά τόν Λόγο. Τόν απασχολούσε ή έννοια Υιός, γιά τόν όποιο φρονούσε ότι γεννήθηκεκτίστηκε, «θελήματι καί βουλή» Θεού, άρα έν χρόνω. Μέ τήν ελπίδα ότι θά συμβιβαστεί μέ όσους έπέμεναν στήν άιδιότητα τού Λόγου, πρόσθεσε γρήγορα ότι ό Υιός γεννήθηκε «πρό χρόνων καί πρό αιώνων». Ή φράση όμως δέν αλλάζει τήν βάση τού Άρείου, εφόσον ό Υιός «έκτίσθη».
Ό "Αρειος υπενθυμίζει στόν Άλέξ. ότι καί αυτός είχε δεχτεί χρονική προτεραιότητα τοϋ Πατέρα έναντι τού Υίοϋ. Αυτό πρέπει νά είναι αληθές, άλλά συγχρόνως ό Άλεξ. έπέμενε στήν άιδιότητα καί τήν θεότητα τοϋ Λόγου (καί όχι τού Υιού), πράγμα πού σημαίνει δισταγμό τής άλεξανδρινής θεολογίας νά ταυτίσει τόν Υιό μέ τόν Λόγο. Ή δυσχέρεια υπήρχε καί άπό τις δύο πλευρές. Απόδειξη αύτοΰ συνιστοΰν άφενός τά κείμενα τού Άρείου καί άφετέρου ή εγκύκλιος Επιστολή τοϋ Άλεξ. πρός τούς έπισκόπους. Στήν επιστολή, πού γράφηκε μεταξύ 320 καί 322 (καί πού άκολούθησε τήν σύγκληση συνόδου 100 περίπου έπισκόπων πρός άντιμετώπιση τοϋ Άρείου, τόν όποιο μέ άλλους οπαδούς του καταδίκασε), επικρατεί τό θεολογικό σχήμα ΛόχοςΘεάς. Τούτο δείχνει ότι ό Άλέξ. καί οί έπΐσκοποι τής περιοχής άπάντησαν στόν άρειανισμό μέ τά δεδομένα τής άλεξανδρινής θεολογίας καί μέ τήν βοήθεια τοΰ Κολλούθου, στόν όποιο πρέπει ν’ άποδώσουμε τούς όρους «όμοιος κατ’ ουσίαν» καί «όμοούσιος» γιά τόν Λόγο. Τόν τελευταίο μάλιστα όρο δίστασε ό Άλέξ. νά δεχτεί, μολονότι στήν ’Αλεξάνδρεια ήταν γνωστός άπό τήν έποχή τοΰ Διονυσίου, πού τόν είχε χρησιμοποιήσει (261) έμμεσα γιά τόν Υιό (καί όχι άπλώς γιά τόν Λόγο), απαντώντας στόν Διονύσιο Ρώμης. Ή αίτια τοΰ δισταγμοΰ οφείλεται αφενός στήν έλλειψη θεολογικής θεμε λιώσεως τοΰ όρου καί άφετέρου στήν καταδίκη αύτοΰ άπό τήν σύνοδο τοΰ 268/9. Τό τελευταίο συνέβη, επειδή ό Παΰλσς Σαμοσατέας χρησιμοποιούσε τό «όμοούσιος» εσφαλμένα. Πάντως ό Άλέξ. μέ τόν Κόλλουθο δέν άπαντοΰσαν ευθέως στόν ’Άρειο, διότι, όταν ό ’Άρειος κήρυττε τόν Υιό κτισθέντα «πρό χρόνων», εκείνοι υποστήριζαν τήν θεότητα καί άιδιότητα τοΰ Λόγου. Αυτό ακριβώς προδίδει τήν αδυναμία τους, άν μάλιστα σκεφτεΐ κανείς ότι καί ό Άλέξ. (μόλις άρχισαν οί σχετικές συζητήσεις) κατανοούσε τόν Υιό μετά τόν Πατέρα.

Πρώτη θεμελιωμένη άπάντηση στόν Αρειο


Παρά ταΰτα σέ νέα Επιστολή τοΰ Άλεξ. μέ μία θεολογική φράση, πού δέν είχε μέχρι τότε εμφανιστεί, πραγματοποιείται σπουδαίο θεολογικό βήμα πρός τήν ορθή λύση τής κρίσεως. Ό Υιός, λέγεται έκεΐ, έχει «φυσικήν υίότητα», ήταν «φύσει Υιός». Μόνο μέ τόν όρο αύτό εξασφαλίζεται καί συνειδητοποιείται άπόλυτα ή θεότητα, ή ό μοουσιότητα καί ή άιδιότητα τοΰ Λόγου. Ή νέα Επιστολή τοΰ Ά λεξ., πρός τόν ’Αλέξανδρο Θεσσαλονίκης αυτή, είναι θεολογικά πολύ διαφορετική άπό τήν προηγούμενη. Θεολογική της εκκίνηση δέν είναι ό θείος Λόγος, όπως τόν γνωρίζουμε στήν ώριγενιστική άλεξαν δρινή παράδοση, άλλά ό Υιός τοΰ Θεοΰ, ό Χριστός. ’Έχει ξεπεράσει τήν ώριγενιστική θεολογία στό θέμα τοΰτο, έχοντας καταστεί συνέχεια τής παραδόσεως τοΰ Διονυσίου ’Αλεξάνδρειάς καί τοΰ αλεξανδρινού θεολόγου Θεογνώστου (μεταξύ 264 καί 281), πού έγραψε τήν πολυσήμαντη φράση: ό Υιός «έκ τής τοΰ Πατρός ουσίας έφυ». Ή δομή της, τό ύφος καί ή θεματολογία της υπενθυμίζουν έντυπωσια κά τά έργα τοΰ Αθανασίου. Τό ύφος καί οί όροι της βρίσκονται στά πρώτα έργα τοΰ τελευταίου. Αύτό σημαίνει ότι, μετά τήν σύνταξη τής πρώτης του Επιστολής (γραμμένης μέ τήν βοήθεια προφανώς τοΰ Κολλούθου), τόν Αλέξανδρο άρχισε νά επηρεάζει ό νεαρός Αθανάσιος, στόν όποιο καί οφείλεται βασικά ή σύνταξη τής δεύτερης Επιστολής, κάτι πού μπορεί νά έγινε περί τό 322 ή καί τούς τελευταίους μήνες τοΰ 324, όταν δηλ. ό Αθανάσιος ήταν 27 ή 29 έτών.
ολογική κατεύθυνση, την όποια καθ’ ολοκληρίαν βρίσκουμε σε ά θανασιανά έργα καί έν μέρει σέ αποσπάσματα τοϋ Εύσταθίου Αντιόχειας (+ 331/7). ’Από την στιγμή αυτή ή Εκκλησία άπαντά στόν "Αρειο ευθέως μέ τόν επίσκοπο Άλέξ. διά τής θεολογίας τού διακόνου ’Αθανασίου.
Ή Επιστολή έκκίνά θεολογικά κυρίως από τόν Υιό Χριστό, τόν όποιο γνωρίζει ό άνθρωπος καί πού γι’ αυτό γίνεται κριτήριο καί ασφαλές έρεισμα πρός θέα νέων όψεων τής ζωής τής άγιας Τριάδας. Ή τακτική είναι άθανασιανή. ’Αντίθετα ό ’Άρειος καί οί οπαδοί του δεν εκκινούν άπό ό,τι έχει ή ’Εκκλησία στήν Παράδοσή της, τόν Χριστό δηλαδή, καί γι’ αυτό χαρακτηρίζονται άπό τόν Άλέξανδρο/’Α θανάσιο «εύρεταΐ δογμάτων», κάτι πού τούς τοποθετεί εκτός Εκκλησίας. Μέλημα τού συντάκτη τής Επιστολής είναι νά δείξει ότι ό Υιός δέν είναι χρονικά μετά τόν Πατέρα, ότι μεταξύ των δύο θείων ύποστάσεων δέν ύπάρχει «διάστημα»: «έστι δέ Πατήρ άεί, παρόντος τού Υιού». Ό Υιός ώς «άπαύγασμα» τού Πατέρα ύπήρχε πάντοτε, άφοΰ δέν μπορεί νά υπάρχει φως καί δόξα χωρίς ταυτόχρονο άπάγαυσμα. Καί αυτό, καθόσον ή γέννηση τού Υιού γίνεται φυσικά, κατά φύση («φύσει»), ή υίότητα στήν θεότητα είναι «φυσική», δέν είναι «θέσει» καί «θελήσει», όπως ισχύει γιά τά δημιουργήματα. Τό «φύσει» διαφέρει ριζικά άπό τό «θέσει». Τό πρώτο είναι φυσικό ιδίωμα τής θείας φύσεως (θεότητας), τό δεύτερο δωρεά τής θεότητας πρός τόν άνθρωπο (κόσμο).
’Απορρίπτει όσους λέγουν ότι «ούτε φύσει υιός τις έστι τού Θεού» καί συνεχίζει «μεταξύ Πατρός καί Υιού ούδέν είναι διάστημα... τόν Πατέρα άεί είναι Πατέρα* έστι δέ Πατήρ άεί παρόντος τού Υιού, δΓ όν χρηματίζει Πατήρ... καί ή υΐότης αύτού, κατά φύσιν τυγχάνουσα τής πατρικής θεότητος, άλέκτφ ύπεροχή διαφέρει των δΓ αυτού θέσει υίοθετηθέντων ( = τών άνθρώπων)... Τήν μέν ούν γνησίαν αυτού καί ίδιότροπον καί φυσικήν κατ’ έξαίρετον υίότητα ό Παύλος ούτως άπεφήνατο...».
’Έτσι έχουμε τήν πρώτη σαφή καί άσφαλή διάκριση μεταξύ φύσει γεννήσεως, πού καταδεικνύει τήν άιδιότητα καί τήν ταυτότητα φύσεως τού Υιού πρός τόν Πατέρα, καί θέσει ή θελήσει υιοθεσίας καί δημιουργίας, ή όποια γίνεται έν χρόνω. Τό πολυσήμαντο αυτό θεο λογικό βήμα, πού έγινε τό θεμέλιο τής όλης τριαδολογίας καί τού όμοουσίου, είναι άθανασιανό έπίτευγμα, όπως δείξαμε άλλοτε (Ό άγιος ’Αθανάσιος ’Αλεξάνδρειάς σταθμός μέγας έν τή θεολογία τής ’Εκκλησίας, ’Αθήνα 1974, σσ. 1317). ’Εδώ βέβαια ή θεολογική αύ τή διάκριση μόνο σημειώνεται, δέν άναλύεται, άσφαλώς γιατί τότε μόλις τήν συνέλαβε ό ’Αθανάσιος. Πάντως ή όλη θεολογία τής Επιστολής έπιβλήθηκε άπόλυτα καί στήν σύνοδο τής ’Αντιόχειας (άρ χές 325) καί στην Α' Οΐκουμ. Σύνοδο τής Νίκαιας (Ιούνιος 325), στην όποια μετέσχε ό Άλέξ. ’Αξιοσημείωτο είναι ακόμη ότι στό κείμενο τούτο γίνεται λόγος γιά την ιδιαίτερη ύπόσταση τού Υιού, ή όποια χαρακτηρίζεται «ιδιότροπος», άσφαλώς γιά νά διακριθεΐ από την ύπόσταση τού Πατέρα.
Μέ τήν άνακήρυξή του (Σεπτέμβριος 324) σέ μονοκράτορα ό Μ. Κωνσταντίνος ένδιαφέρθηκε, χάριν τής πολιτικής ενότητας στην αυτοκρατορία, γιά τό πρόβλημα καί τίς διασπαστικές τάσεις πού δημιούργησε ό "Αρειος. Διαμείφθηκε άλληλογραφία μεταξύ αύτο κράτορα καί Άλεξ., ό όποιος όχι μόνο έπέμενε στην θεολογική σημασία τής άντιαρειανικής του στάσεως, αλλά καί έπεισε μέ τόν "Οσιο Κορδούης τόν αύτοκράτορα νά συγκαλέσει γενική Σύνοδο γιά τήν λήψη σχετικών άποφάσεων γενικού κύρους καί άποδοχής. Προη γήθηκε ή σύνοδος ’Αντιόχειας, στίς άρχές τού 325, καί τόν Μάιο Ίούνιο τού ίδιου έτους πραγματοποιήθηκε ή Α' Οικουμενική Σύνοδος στήν Νίκαια, όπου ό Άλέξ. έπαιξε ρόλο καθοριστικό, ένεκα τού κύρους του, τής γνώσεως τού καίριου θέματος τής Συνόδου (τού ά ρειανισμοΰ δηλαδή) καί τής δυνατότητάς του νά δώσει σ’ αύτό τήν γνωστή ορθή άθανασιανη λύση. Λίγο αργότερα όμως, ό Κωνσταντίνος, πού τό 325 είχε δεχτεί άπόλυτα τήν καταδίκη τού Άρείου, έπε νέβη μ’ Επιστολή του (326/327), απαιτώντας από τόν Άλέξ. νά άποκαταστήσει τόν ’Άρειο, ύποστηρΐζοντας παραδόξως ότι ή μεταξύ των δύο διαφορά ήταν άσήμαντη διαφωνία σέ βιβλικό χωρίο. Ό γέροντας πλέον Άλέξ. δέν ύπέκυψε στήν βασιλική βούληση καί τό επόμενο έτος (17.4.328) κοιμήθηκε, άφού ύπέδειξε ώς διάδοχό του τόν Αθανάσιο, τόν όποιο εξέλεξαν οί επίσκοποι Αίγύπτου, όπως γινόταν πάντοτε.
ΕΡΓΑ
Ό Αλέξανδρος έγραψε Επιστολές καί ίσως μία ’Ομιλία. Ό Έπιφάνιος (Πανάριον 69, 4) γνώριζε συλλογή 70 Επιστολών του, άπό τίς όποιες διασώθηκαν μόνο τρεις καί σύντομα αποσπάσματα άλλων.
Πρός τόν κλήρον (Αλεξάνδρειάς) έγκύκλιος έπιστολή. Βραχύ κείμενο πού γνωστοποιεί τήν καταδίκη τοϋ Άρείου λίγο πριν τό 320.PG 18, 581. ΒΕΠ 37, 97.

Πρός πάντας τούς επισκόπους (Έπιστολή).
Πρός ’Αλέξανδρον Θεσσαλονίκης (Επιστολή). Γράφηκε τό 322 ή πρός τό τέλος τοϋ 324. Πολυσήμαντο θεολογικό κείμενο, πού φέρει έκτυπη τήν σφραγίδα τοΰ Μ. ’Αθανασίου.
Τόμος (πρός όλους τούς έπισκόπους). Τήν ϊδια εποχή συνέταξε κείμενο άντιαρειανικό, τό όποιο περιλάμβανε καί τις παραπάνω Επιστολές καί τό όποιο έστελνε στούς άπανταχοϋ έπισκόπους ζητώντας τήν υπογραφή τους. Σώθηκαν άποσπάσματα στήν συριακή.

Πρός τόν Ρώμης Σΐλβεστρον (’Επιστολή). ’Απόσπασμα.

’Αμφιβαλλόμενα: Περί ψυχής καί σώματος καί περί τοΰ πάθους τοΰ Κυρίου. Όμιλία πού διασώθηκε σέ συριακή καί κοπτική μετάφραση (καί σέ ψευδοχρυσοστόμεια όμιλία). ’Αποδόθηκε στόν Άλέξ. καί τελευταία χαρακτηρίζεται ώς συμπίλημα τοΰ Άλεξ. (ή άπλώς των χρόνων του) από τό έργο Περί ψυχής καί σώματος τοΰ Μελίτωνα Σάρδεων καί από γεωργιανή όμιλία Περί σταυρού γιά τό πρώτο καί δεύτερο μέρος της άντίστοιχα (Es broeck, Ψευτογκάς).
’Αποσπάσματα ομιλίας Κατά Άρειανών (συριακά) καί όμιλίας Εις τήν οικονομίαν (γεωργιανά).
Νόθα. Πανηγυρικός εις τόν Πέτρον Αλεξάνδρειάς (στήν κοπτική βοχαϊρική) καί άποσπάσματα επιστολής (έλληνικά) καί άδηλων έργων (αραβικά) είναι νόθα.

23 ΚΟΛΛΟΥΘΟΣ.

’Υπήρξε πρεσβύτερος τής αλεξανδρινής Εκκλησίας από τήν δεύτερη δεκαετία τοΰ Δ' αί. καί μάλιστα ήταν από τούς λίγους, μέ τόν ’Άρειο, πού διακρίνονταν γιά τήν επίδοσή τους στήν έρμηνεία των Γραφών καί ώς διδάσκαλοι γενικά. 'Η διαφωνία του πρός τόν ’Άρειο γιά τήν έρμηνεία κυρίως τοΰ χωρίου Παροιμ. 8, 22 («Κύριος έκτισέ με αρχήν όδών αύτοΰ εις έργα αύτοΰ») σήμαινε τήν καταγγελία τής κακοδοξίας τοΰ Ά ρείου, πού δίδασκε τόν Υίσ κτίσμα τού Θεού Πατέρα. Τό γεγονός συνέβη περί τό 318. ’Έκτοτε, μέχρι καί τήν σύνταξη τής Επιστολής τού Αλεξάνδρου πρός επισκόπους (320), ό Κόλλουθος σήκωσε τό βάρος τού άντιαρεια νικοΰ αγώνα. Συγχρόνως έναντιώθηκε στόν ’Αλέξανδρο, πού τηρούσε στην αρχή στάση εφεκτική έναντι τού Άρείου καί πού άρνήθηκε αρχικά νά δεχτεί τούς όρους πού ό Κόλλουθος πρότεινε γιά τόν Λόγο τού Θεού: όμοού σιος, άειγενής, άγεννητογενής, συναγέννητος. Άρα ό Κόλλουθος, εκφραστής απόλυτα τής αλεξανδρινής θεολογίας, ή όποια έκκινοϋσε άπό τόν Λόγο καί όχι άπό τόν Υίό τού Θεού, δεν επηρέασε μέχρι τέλους τόν ’Αλέξανδρο, πού έντούτοις είχε μεγάλη δυσχέρεια νά δώσει απάντηση στόν ’Άρειο. Αποτέλεσμα ήταν νά προσχωρήσει ό Κόλλουθος στό σχίσμα τού Μελιτΐου καί νά γίνει ίσως επίσκοπος Κυνοπόλεως. Στήν σύνοδο ’Αλεξάνδρειάς τόν ’Οκτώβριο τού 324, μέ τήν μεσολάβηση τού 'Οσίου Κορδούης, επανήλθε στήν Εκκλησία, στούς κόλπους τής οποίας πέθανε, μάλλον πρίν άπό τήν Α' Οικουμ. Σύνοδο. ’Έργα του δέν γνωρίζουμε.

ΙΕΡΑΚΑΣ.

Πρόσωπο σκοτεινό, αλλά πλούσιο σέ δράση καί έλληνοαι γυπτιακή μόρφωση, μέ τήν βοήθεια τής οποίας υπομνημάτισε τήν Έξαή μερον, έγραψε Ψαλμούς καί άλλα έργα, πού όλα χάθηκαν. Γεννήθηκε στήν Αίγυπτο τόν Γ' αί. κι έζησε ώς πρεσβύτερος μέχρι τίς πρώτες δεκαετίες τού Δ' αϊ. κοντά στήν Λεοντόπολη. Μελετούσε, δίδασκε καί καλλιγραφούσε (αντέγραφε) μέχρι τά 90 του χρόνια, όπότε καί πέθανε. Χρησιμοποιούσε τήν ελληνική καί τήν αιγυπτιακή, σύναξε γύρω του πολλούς ασκητές, στούς οποίους πρόβαλλε ακραίες έγκρατιτικές τάσεις, καταδίκαζε τόν γάμο απόλυτα καί ήρνεΐτο τήν άνάσταση των σωμάτων (πνευματική ανάσταση). Έν μέρει επηρεαζόταν άπό τά έργα τού ’Ωριγένη καί ήταν άλληγοριστής, αλλά δεχόταν τόν Υίό μάλλον όρθόδοξα. ’Έλαβε μέρος στήν πρώτη φάση τής άρειανικής έριδας καί ύποστήριξε ότι ό Υιός μέ τόν Πατέρα είναι όπως δύο φλόγες τού ίδιου λύχνου ή τής ίδιας λαμπάδας, όπως πληροφορεί ό Ά ρειος ("Εκθεσις πίστεως Άρείου ... πρός Αλέξανδρον). ’Από τήν μοναδική αυτή άναφορά φαίνεται ότι ό Ίερακάς ξεπέρασε κάπως τήν αλεξανδρινή θεολογία, αλλά γρήγορα μερικές κακοδοξίες του τόν τοποθέτησαν εκτός ’Εκκλησίας. Μία άπό αυτές είναι ότι ταύτιζε τό άγιο Πνεύμα μέ τόν Μελχι σεδέκ (Έπκρανίου, Πανάριον 67. CJ. Gianotto, Melchisedek e Ιο Spirito Santo: Aug 20 [1980] 587-593).

Πρώτη εισαγωγή  και δημοσίευση κειμένων  στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο
ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ Α΄   ΣΤΥΛ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Η  επεξεργασία, επιμέλεια  μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο, για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο:
©  ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
http://www.alavastron.net/



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |