ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Ή αλλαγή

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Ή αλλαγή



Θεοδωρήτου Ιερομόναχουν Αγιορείτου
ΠΑΛΑΙΟΝ ΚΑΙ NEON
’Από τήν ημερολογιακή καινοτομία του 1924 
στήν σημερινή συγκριτιστική αίρεση του Οίκουμενισμού

Ή αλλαγή

Καιρός τώρα νά παρακολουθήσωμεν πώς έγινε ή άλλαγή τοΰ ήμερολογίου στήν Έλλαδική Εκκλησία τό 1924 καί ποιους τρόπους έχρησιμοποίησαν οί πρωταγωνισταί τής καινοτομίας, προκειμένου νά τήν έπιβάλουν στόν λαόν τοΰ Θεοΰ.
«Άφοϋ προηγήθησαν μέ οικουμενιστικό πνεύμα αποστασίας» «ή Σύνοδος τής Δ' 'Ιεραρχίας τής Εκκλησίας τής Ελλάδος» (1621 Απριλίου 1923), τό «Πανορθόδοξον Συνέδριον τής Κωνσταντινουπόλεως» (10 Μαΐου8 ’Ιουνίου 1923) καί «ή Σύνοδος τής 'Ιεραρχίας τής ’Εκκλησίας τής Ελλάδος» (24 Δεκ.  2 Ίαν. 1924) καί προητοίμασαν «καταλλήλως» τό έδαφος μέ πρωτεργάτη τόν αρχιεπίσκοπο ’Αθηνών Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, ό όποιος συνεργάσθηκε μέ τόν όμόφρονά του πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη καί κατόπιν μέ τόν πατριάρχη Γρηγόριο Ζ', άπεφασίσθη τελικώς ή μονομερής καί όλεθρία έπιβολή έφαρμογή τοΰ νέου ήμερολογίου στήν Ελλάδα, παρ’ όλες τίς αντιδράσεις τών άλλων ’Ορθοδόξων ’Εκκλησιών καί τήν έλλειψιν πανορθοδόξου συμφωνίας έπί τοΰ θέματος.Έτσι, τήν 1 Μαρτίου 1924 ό Χρυσόστομος Παπαδόπουλος υπέγραφε ώς «μόνος εκπρόσωπων τήν ’Εκκλησίαν τής Ελλάδος», σχετική «’Εγκύκλιον» (Άριθμ. Πρωτ. 430/ 1.3.1924) υπέρ τής καινοτομίας, καί τήν 3η Μαρτίου 1924 ύπέγραψε καί άπέστειλε «πρός τούς Σεβασμιωτάτους Ίεράρχας της Αυτοκέφαλου ’Εκκλησίας της Ελλάδος» σχε τική «Τηλεγραφική Εντολή» (Άρ. Πρ. 430/3.3.1924).(10) 11 Ή Β'Κυριακή των Νηστειών (10/23 Μαρτίου 1924) ήταν ή ι ήμερα πού άρχιζε ή έφαρμογή τής καινοτομίας. Εκείνη  τήν ήμερα έμφανίστηκε στίς εφημερίδες ή μνημονευθεισα j «’Εγκύκλιος 430/1.3.1924) καί συγχρόνως δημοσιεύθηκε σχετικό ενημερωτικό «Ανακοινωθέν». (Ι1) Τά τρία αύτά κείμενα, έργα καί στόν τύπο καί στήν ούσία τοΰ μονοκράτορος αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, είναι κείμενα παραπλανητικά, άποκρύπτουν τήν ιστορική άλήθεια καί ανατρέπουν τήν ’Ορθόδοξη Παράδοσι. νΑς ρίξουμε μιά σύντομη ματιά στίς θέσεις πού υποστηρίζουν.




α) «Ή Εγκύκλιος 430/1.3.1924» όμιλεϊ «περί τού ζωηρως άπασχολούντος τήν Ελληνικήν κοινωνίαν ζητήματος τού ημερολογίου». Ή Ελληνική κοινωνία όμως ποτέ δέν άπασχολήθηκε, καί μάλιστα ζωηρως, μέ τό ζήτημα αυτό. Οί ευσεβείς έγνώριζαν, ότι τό ήμερολογιακό  έορτολογικό θέμα είχε λύσει όριστικως ή 'Αγία Έκκλησία μας μέ Συνοδικές αποφάσεις. Ζήτημα έδημιουργούσαν μόνο οί δυτικόπληκτοι καινοτόμοι καί οικουμε νιστές.
β) Ή «Εγκύκλιος 430/1.3.1924» λέγει, ότι «ό Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ζ' μετά τής περί αυτόν Τέρας Ένδημούσης Συνόδου τής ’Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως» άπεφάσισε τήν άλλαγή «πρός πρόληψιν τής περαιτέρω δεινής καί έπιζημιωτάτης ήμερολογιακής συγχύσεως καί ανωμαλίας».
Είναι ψεϋδος ότι ύπήρχε σύγχυσις καί ανωμαλία μεταξύ των ευσεβών. «Περαιτέρω δεινή καί έπιζημιωτάτη ήμερολογιακή σύγχυσις καί άνωμαλίά» έπήλθε άκριβώς μετά την καινοτομία τοΰ 1924, οπότε έδιχάσθη ό ευσεβής λαός, έδιώκοντο άπηνώς οι ’Ορθόδοξοι, έχύθησαν ακόμη καί αίματα ευσεβών καί γενικώς άνεβίωσε ή αντίθεη Εικονομαχία!
γ) Ή «’Εγκύκλιος 430/1.3.1924» υποστηρίζει, ότι «παρεδέχθη» τήν αλλαγή «χάριν τοΰ ορθοδόξου Ελληνικού λαοΰ», διότι «κατέστη άπαραίτητος». Πότε ό ευσεβής ’Ορθόδοξος Ελληνικός λαός έδήλωσε τήν επιθυμία του γιά νά μετατραπή άπαραιτήτως ή ’Ορθόδοξος Ημερολογιακή Παράδοσις; Ποτέ! Μόνο οί οικουμενιστές τής Εγκυκλίου τοΰ 1920, ό Μελέτιος Μεταξάκης καί ό Χρυσόστομος Πα παδόπουλος έδημιούργησαν θέμα εκ τοΰ μηδενός καί άνεστάτωσαν τούς ’Ορθοδόξους, ένεργοϋντες έτσι «χάριν» τών αιρετικών τής Δύσεως καί πιεζόμενοι άπό τίς σκοτεινές δυνάμεις, πού ήθελαν τήν διαίρεση καί άποδυνάμωση τής ’Αγίας ’Εκκλησίας μας.
δ) Ή «’Εγκύκλιος 430/1.3.1924» άφήνει τεχνηέντως νά έννοηθή ότι τό Οικουμενικό Πατριαρχείο «άπεδέχθη» άνεπιφυλάκτως «τήν πρότασιν τής Ίεράς Συνόδου» τής ’Εκκλησίας τής Ελλάδος γιά τήν άλλαγή. Τό Πατριαρχείο όμως είχε δηλώσει, ότι ή άποδοχή τοΰ νέου ήμερολογίου έπρεπε νά γίνη «υπό πασών τών αδελφών ’Ορθοδόξων ’Εκκλησιών» καί ήταν απαραίτητη «ή αναγκαία δήλωσις τής συναινέσεως Αυτών». (12)
ε) Ή «’Εγκύκλιος 430/1.3.1924» γράφει, ότι «ή Εκκλησία της Ελλάδος παρεδέχθη» (καί ή «Τηλεγραφική ’Εντολή 430/3.3.1924» πληροφορεί τούς ίεράρχας τής Ελλάδος, ότι ή «’Εκκλησία τής Ελλάδος «άπεδέχθη») τήν ήμερομηνία τής έφαρμογής τής καινοτομίας. Αλλά οί ιεράρχες δεν εύρίσκοντο έξω από τήν άποφασίσασα Έκ  κλησία τής Ελλάδος! Στήν ουσία δηλαδή άλλος άπεφά σισε, ό μόνος ύπογράφων πρόεδρος ’Αθηνών Χρυσόστομος, καί οί άρχιερεΐς έπαιρναν «έντολήν» νά έκτελέσουν τήν άπόφασι!...
στ) Ή «’Εγκύκλιος 430/1.3.1924» (καί ή σχετική «Τηλεγραφική Εντολή») όμιλοϋν περί «διορθώσεως τοΰ Ίουλιανοΰ ημερολογίου». Στήν πραγματικότητα όμως δεν έγινε «διόρθωσις», άλλά καθιέρωσις καί γιά τήν ’Εκκλησία τοΰ παπικού ημερολογίου. Οί ίδιοι πρωτεργάτες τής καινοτομίας ώμολογούσαν, ότι «ή διαφορά μεταξύ τοΰ νέου ήμερολογίου καί τοΰ Γρηγοριανοΰ είναι τόσον μικρά, ώστε μόνον μετά 877 έτη θά παρατηρηθή διαφορά ημερομηνιών» δηλαδή «κατά τό έτος 2.800»! Τούτο ύπε στήριξε τό κακόδοξο λεγόμενο «Πανορθόδοξον Συνέδριον έν Κωνσταντινουπόλει» έπί Μελετίου Μεταξάκη (10.5 8.6.1923)(13) άλλά καί ή ψυχή τής καινοτομίας, δηλαδή ό μητροπολίτης Βιζύης Ανθιμος.(14)
ζ) Τό «’Ανακοινωθέν» λέγει ψευδώς καί παραπλανητικώς, ότι «δεν ήτο δυνατόν βεβαίως τό Οικουμενικόν Πατριαρχειον, αί Έκκλησίαι τής ’Ελλάδος καί τής Κύπρου, ΐνα άλλας ’Ορθοδόξους ’Εκκλησίας παραλίπωμεν, ίνα προβώσι εις πράξιν προσκρούσασαν εις την ’Ορθοδοξίαν. Ούδεμία παρ’ Ορθοδόξου Εκκλησίας διαμαρτυρία ήκούσθη».
Είναι προφανής ή προσπάθεια έξαπατήσεως τοϋ ευσεβούς λαοϋ, τήν στιγμή πού καμμία άλλη Εκκλησία δέν αποδέχθηκε τότε τήν καινοτομία, αλλά καί έγνώριζε, (καί τό άπέκρυπτε) ό Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ότι όλες οί ’Ορθόδοξες Εκκλησίες ήσαν αντίθετες πρός τήν απόφασι τής Εκκλησίας τής Ελλάδος. Τούτο προκύπτει αβιάστως άπό όσα έλέχθησαν λίγο πρό τής καινοτομίας, δηλαδή κατά τήν «Σύνοδον τής Ε' Ιεραρχίας τής Εκκλησίας τής Ελλάδος» (24.12.19232.1.1924). Τότε τά έγραφα των Πατριαρχείων γιά τό έορτολογικό δέν άνε κοινώθησαν στήν Σύνοδο, αν καί έζητήθη• ό ’Αθηνών επιμελώς τό άπέφυγε. (15) ’Αργότερα άναληθώς είπε, ότι δέν ύπήρχαν τέτοια έγγραφα (16). Κατόπιν ό ίδιος αύτοαναιρούμενος λέγει, ότι ήσαν γνωστές οί γνώμες τών Πατριαρχών!  (17) ’Αλλά καί στήν ίδια Σύνοδο ώμολόγησε, ίτι «ύπάρχει σοβαρά άντίρρησις» άπό τίς κατά τόπους Ορθόδοξες ’Εκκλησίες (18)
η) Τό «’Ανακοινωθέν» παραδόξως λέγει, ότι «ή ένότης τών ’Ορθοδόξων ’Εκκλησιών δέν παραβλάπτεται» μέ την εφαρμογή τής καινοτομίας.
Δηλαδή τό γεγονός, ότι άπό τό 1924 καί έξής δέν Συνεορτάζουν όλες μαζί οί άνά τόν κόσμο ’Ορθόδοξες Εκκλησίες τίς μεγάλες Δεσποτικές καί Θεομητορικές έορτές, άλλά μέ διαφορά 13 ήμερών, δέν είναι «παράβλαψις τής ένότητος» των Όρθοδόξων; Στην ιστορία της Εκκλησίας είναι πρωτάκουστο το γεγονός, νά άποφασίζεται με Συνοδική άπόφασι μιας τοπικής Εκκλησίας ό λατρευτικός διχασμός των Όρθοδόξων! Οι Αγιοι Πατέρες καί μάλιστα τής A' Οικουμενικής Συνόδου, έπεδίωκαν τήν ένότητα των Όρθοδόξων, διότι έγνώριζαν ότι τά σχίσματα μεταξύ των Χριστιανών έγίνοντο αιτία γιά νά τούς χλευάζουν οί ειδωλολάτρες, οί όποιοι έβλεπαν άλλους Χριστιανούς νά έορτάζουν καί νά τρώγουν, καί άλλους νά νηστεύουν καί νά πενθούν. Ό Μ. Κωνσταντίνος στην περίφημη επιστολή πού έστειλε στούς Έπισκόπους, οί όποιοι δεν παρευρέθησαν στήν 'Αγία Α'Οικουμενική Σύνοδο, μεταξύ των άλλων αυτό τονίζει: «...έστι δεινόν τε καί απρεπές κατά τάς αύτάς ημέρας έτέρους μέν έν ταις νηστείαις σχολάζειν ετέρους δέ συμπόσια συντελεϊν, καί μετά τάς τού Πάσχα ημέρας άλλους μέν έν έορταΐς καί άνέσεσιν έξετάζεσθαι, άλλους δέ ταϊς ώρισμέναις έκδεδόσθαι νηστείαις».  (19)
’Αλλά καί ό άγιος Έπιφάνιος Κύπρου λέγει χαρακτηριστικώς, ότι «πρό τού (Μεγάλου) Κωνσταντίνου τά σχίσματα ήν, καί ήν χλεύη, Ελλήνων (ειδωλολάτρων) λεγόντων, καί χλευαζόντων τήν έν τή Εκκλησία διαφωνίαν». (20) Καί σήμερα στίς τρεις μεγάλες έορτές τής Αγίας Πίστεώς μας (Χριστούγεννα, "Αγια Θεοφάνεια καί Κοίμησι τής Θεοτόκου) άλλοι νηστεύουν καί πενθούν, καί άλλοι τρώγουν καί πανηγυρίζουν, καί αυτό λέγουν οί καινοτόμοι, ότι δέν είναι «παράβλαψις τής ένότητος των Όρθοδόξων ’Εκκλησιών»!...
θ) Λέγει τέλος, γιά νά παραλείψουμε σωρεία άλλων πλανών καί κακοδοξιών χάριν συντομίας, τό τραγικό «’Ανακοινωθέν», ότι ή αλλαγή τοϋ ήμερολογίου «ουδέ καν προσκρούει ούτε εις δόγμα, άλλ’ούτε εις Κανόνα τινά τής ’Εκκλησίας».
Ή άλλαγή προσκρούει οπωσδήποτε σέ δόγματα καί Κανόνες, γιά τούς έξης λόγους. Ή άγια ’Εκκλησία μας πάντοτε τηρούσε τό Ίουλιανό Ημερολόγιο ώς ’Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο, «διά τό είναι Πατροπαράδοτον καί Έκκλησιαστικώς άνέκαθεν κεκυρωμένον».(21) Κάθε έπέμβασις (διόρθωσις ή συμπλήρωσις ή άλλαγή) έπί τοϋ ’Εκκλησιαστικού αύτοϋ Ήμερολογίου έχει άμεση έπίπτωση σέ όλο τό ’Ορθόδοξο Εορτολόγιο καί ειδικά στό «Πασχάλιο», πού είναι ό κυριώτερος ρυθμιστικός παράγοντας τοϋ Εορτολογίου. νΕτσι σέ περίπτωσι έπεμβάσεως είναι δυνατόν νά συμβοϋν δύο πράγματα: Αν μεταρρυθμισθή τό Ίουλιανό Ημερολόγιο, πρέπει άνα  γκαίως νά μετακινηθή  γιά νά προσαρμοσθή στό νέο ήμερολόγιο  καί τό Πασχάλιον των Αγίων Πατέρων, όπότε οπωσδήποτε άθετοϋνται καί οί «Διορισμοί» τοϋ Πάσχα, οί όποιοι εφαρμόζονται μόνο μέ βάσι τό Ίουλιανό Ήμερολόγιο. II) "Αν μεταρρυθμισθή τό Ίουλιανό Ήμερολόγιο, άλλά γιά τό Πάσχα έξακολουθήσει νά έφαρ μόζεται τό Ίουλιανό (όπως σήμερα στήν Ελλάδα) στήν ούσία θά έχουμε σέ χρήσι δύο ήμερολόγια, μέ άποτέλεσμα νά προκληθή μεγάλη άταξία καί σύγχυσις καί άνατροπή τής Πατροπαραδότου θείας τάξεως Εορτών, Νηστειών, Τυπικών κλπ. Γιά τούς λόγους αύτούς ή ’Ορθοδοξία, όταν κατεδίκασε τόν 16ον αιώνα τό νέο παπικό ήμερολόγιο, κατεδίκασε ταυτοχρόνως καί κάθε μεταβολή εκκλησιαστικές στό Ίουλιανό Ημερολόγιο. Όάγιώτατος Πατριάρχης ’Αλεξάνδρειάς Μελέτιος Πηγάς (15901601) μέ ακαταμάχητη αγωνιστικότητα καί ισχυρότατα επιχειρήματα κατέκρινε τό παπικό ημερολόγιο, διότι προσέκρουε:

1. Στίς διατάξεις της αρχαίας Εκκλησίας γιά την έορτή τοϋ Πάσχα•
2. Στόν Ζ 'Άποστολικό Ί. Κανόνα•
3. Στην άπόφασι της 'Αγίας A' Οικουμενικής Συνόδου καί
4. Στόν Α'Κανόνα της Συνόδου της ’Αντιόχειας. Επομένως προσκρούει στους Ιερούς Κανόνας η καινοτομία. Τό παράδοξον είναι ότι ό καινοτόμος άρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος αποδεχόταν τίς απόψεις τού Ιερού Μελετίου Πηγά!...(22)
’Αλλά καί στά δόγματα προσκρούει ή καινοτομία τού νέου ημερολογίου: έφ’ όσον τό νέο διασπά την έορτολογική καί λατρευτική ένότητα της ’Εκκλησίας καί διαιρεί την ’Ορθοδοξία, δέν προσβάλλει έτσι ευθέως καί τό Δόγμα της Μιας, 'Αγίας, Καθολικής καί Άποστολικης ’Εκκλησίας, της οποίας, στοιχείο ένότητος είναι «ή Λατρεία»  (23) καί συνεπώς καί τό 'Εορτολόγιο καί τό ’Εκκλησιαστικό 'Ημερολόγιο;
’Αξιοπαρατήρητο, ότι ή Μεγάλη Σύνοδος πού συνήλθε στήν Κωνσταντινούπολι τό έτος 1503, παρόντων των Πατριάρχων Κωνσταντινουπόλεως Ίερεμίου Β', ’Αλεξάνδρειάς Μελετίου Πηγά, (άντιπροσωπεύοντος καί τόν ’Αντιόχειας ’Ιωακείμ Ζ) καί Ιεροσολύμων Σωφρονίου Δ'καί σαράντα ακόμη έν ένεργεία ’Αρχιερέων «άπεβάλετο ταύτην τήν παράβασιν μάλλον ή διόρθωσιν τοϋ αγίου Πάσχα (τοϋ πάπα Γρηγορίου ΙΓ) ώς έπισφαλή, ώς μή άναγκαίαν, ώς άντικειμένην τοϊς ίεροϊς Κανόσι καί ώς πρόξενον πολλών σκανδάλων εις πάντα τά Χριστιανικά έθνη...»  (24)




Τά μετά τήν άλλαγήν

«Ποιον είναι σήμερον τό άποτέλεσμα τής αυθαιρέτου, τής άσεβοΰς, τής κρημνιστικής Κανόνων καί Παραδόσεων πραξικοπηματικής πράξεως τοϋ άρχηγοϋ τής Ελληνικής Εκκλησίας, διά τήν έπιβολήν τής όποιας έξηπατήθη όλη ή Ιεραρχία, έξηπατήθη ή κοινή γνώμη, ήσκήθη δέ καί έκβίασις ού μόνον έπί τής Ιεραρχίας, άλλά καί έπ’ αύτοϋ τοϋ Οικουμενικού Πατριάρχου; Τί άπέφερεν ή προσβολή αύτη τοϋ δόγματος τής Ένότητος έν τή λατρεία, ή περιφρόνησις καί καταπάτησις των παραδόσεων τής ’Εκκλησίας, ή άσεβής άνυπακοή πρός τούς Κανόνας Οικουμενικών καί τοπικών Συνόδων καί πρός τά κελεύσματα τόσων Πατέρων τής ’Εκκλησίας;
Τί άπέφερεν ό κοσμοπολίτικος αυτός νεωτερισμός εις τήν ’Εκκλησίαν; Σκάνδαλον μεταξύ τών πιστών, διαίρεσιν αύτών εις δύο στρατόπεδα, άπόσχισιν  τής ’Εκκλησίας τής Ελλάδος άπό τοϋ σώματος τής όλης Όρθοδοξίας, σύγχυσιν εις έορτάς καί νηστείας, κατάργησιν τοϋ ταυτοχρόνου έορτασμοϋ των δεσποτικών καί άλλων έορτων Θεομητορικών καί αγίων εις άπάσας τάς ’Ορθοδόξους Εκκλησίας• έορταστικόν χωρισμόν της ’Εκκλησίας της Ελλάδος άπό τής άγιωτάτης Μητρός των ’Ορθοδόξων ’Εκκλησιών, της Ιερουσαλήμ, καί κίνδυνον επισήμου σχίσματος τής Εκκλησίας της Ελλάδος, σχίσματος υφισταμένου καί ήδη ούσιαστικώς, τυπικώς δε μόνον μή κηρυσσομένου ύπό τών λοιπών Εκκλησιών. (25)
«Είναι αύτό ένότης πίστεως; Είναι αυτό «Μία» ’Εκκλησία; Είναι κοινή λατρεία; κοινή έορτή; κοινή άνάμνησις; κοινή θρησκεία; Καί μόνο αυτό έμείωσε πολύ τήν ’Ορθοδοξία στά μάτια όλων τών αιρετικών, τών άλλοθρήσκων καί αυτών ακόμη τών άπιστων». (26)
Καί νά σκεφθη κανείς ότι ό ίδιος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ώς αρχιμανδρίτης τό 1922, συμμετέχων εις τήν Επιτροπήν έπιστημόνων διά τό θέμα τοϋ Ημερολογίου, είχε υπογράψει τήν Εκθεσιν που έστειλαν οί ανωτέρω επιστήμονες στό Υπουργικό Συμβούλιο, ή οποία μεταξύ τών άλλων έγραφε:
«... Ή Εκκλησία της Ελλάδος, ώς καί αί λοιπαί ορθόδοξοι αυτοκέφαλοι Έκκλησίαι, άν καί ανεξάρτητοι έσωτερικώς, είναι όμως στενώς συνδεδεμέναι πρός άλλήλας καί ήνωμέναι διά τής αρχής της πνευματικής ένότητος τής Εκκλησίας, άποτελοϋσαι μίαν καί μόνην, τήν ’Ορθόδοξον ’Εκκλησίαν, καί συνεπώς ούδεμία τούτων δύναται νά χωρισθη τών λοιπών καί άποδεχθη νέον ήμερολόγιον, χωρίς νά καταστη σχισματική άπέναντι τών άλλων. "Οθεν καί ή ’Εκκλησία τής Ελλάδος, όπως μεταβάλη το έκκλησιαστικόν ήμερολόγιον αυτής, είναι άπαραίτητον καί οφείλει, (ίνα μή άποσχισθή των λοιπών όρθοδόξων Εκκλησιών, τοΰθ’ όπερ, ον μόνον την ένότητα καί αρμονίαν της όλης ’Ορθοδόξου Εκκλησίας θέλει καταστρέψει καί την δυναμιν αυτής μειώσει αλλά καί από ’Εθνικής άπόψεως είναι άσύμφορον καί έπιζήμιον), νά συνεννοηθή προηγουμένως, ώς άποφαίνεται ανωτέρω καί ή Ιερά Σύνοδος ημών,μετά των λοιπών όρθοδόξων Εκκλησιών».  (27)
Ό άρχιεπίσκοπος όμως όχι μόνο δέν ύπελόγισε τά γνώμας τών λοιπών ’Ορθοδόξων Πατριαρχείων καί αύτο κεφάλων ’Εκκλησιών, αί όποϊαι ήρνοΰντο την αλλαγήν, άλλά τό έγκληματικώτερον, τάς άπέκρυψε άπό τήν 'Ιεραρχίαν ώστε νά γίνη τό παράνομον θέλημά του!
Ό Δημητριάδος Γερμανός άναφερόμενος άργότερον εις μίαν συνεδρίαν της Ιεραρχίας εις τήν άπόκρυψιν αυτήν, λέγει τά έξης μεταξύ τών άλλων: «Έζήτησα δέ τρίς νά κατατεθώσι τά έγγραφα τών Πατριαρχείων καί δέν κατετέθησαν, διά τούτο ουδέ άνεγνώσθησαν, ϊνα διαφωτισθώ καί έγώ καί ή Ιεραρχία. Καί άναφέρεται εις τά Πρακτικά ότι έζήτησα τά έγγραφα ταϋτα, άλλά δέν άναγράφεται άληθώς ότι κατετέθησαν. Δυστυχώς ό,τι έφοβούμην έγένετο. Τά τρία Πατριαρχεία έμμένουσιν εις τό Παλαιόν Ήμερολόγιον καί έφθάσαμεν εις τό σημεϊον νά διακοπή ή ένότης τών ’Εκκλησιών καί νά έορτάζωμεν τήν Γέννησιν τού Κυρίου δέκα τρεις ήμέρας ένωρίτερον άπό τήν Βηθλεέμ καί τά άλλα πατριαρχεία».  (28)
’Ιδού ή συμπεριφορά τού καινοτόμου Άρχ/που πρός τούς συναδέλφους του Τεράρχας Αν λοιπόν πρός αυτούς συμπεριεφέρθη κατά τοιοϋτον τρόπον δέν πρέπει νά έκπλησσώμεθα διατί έν συνεχεία με τάς διαταγάς του καί τήν βοήθειαν πάντοτε τοϋ χωροφύλακος έγινε ό ήθικός αυτουργός των άνατριχιαστικών διωγμών εικονομαχικοϋ τύπου εναντίον των πιστών τού παλαιού.
Κατά τούς διωγμούς έκείνους «... τελούμενης τής φρικτής ίεργουργίας έρριψαν έπί τοϋ έδάφους τά Τίμια Δώρα καί κατεπάτησαν τό Σώμα τό Δεσποτικόν, καί άνε τίναξαν έκκλησίαν διά δυναμίτιδος, καί ιερείς διά τής βίας άπεσχημάτισαν καί έκακοποίησαν εις τά ύπόγεια τής αρχιεπισκοπής, καί καλογραίας διεκωμώδησαν, ένφ οί ιερείς των διά πελέκεων συνέτριβον δίκην νέων Ίσαύρων καί άπέσπων εικόνας τών παλαιοημερολογιτικών ναών καί συνέτριβαν τούς επιταφίους καί έβεβήλωναν τού ένταφιασθέντος Χριστού τό όμοίωμα «έπισσωρεύοντες έαυτοϊς οργήν έν ημέρα οργής καί δικαιοκρισίας τοϋ Σωτήρος Χριστού». Ούαί ύμΐν ότι κόπτεσθε διά τάς έπιθέσεις τών Ούνιτών Τσεχοσλοβάκων κατά τών ’Ορθοδόξων καί ύμεϊς, ύποτιθέμενοι όρθόδοξοι, έκακοποιήσατε ορθοδόξους λευίτας καί τά άγια τών άγιων έβεβηλώσατε». (29)
Ταϋτα πάντα δέν τά έβλεπαν οί καλοπροαίρετοι έκ τών νεοημερολογιτών κληρικών ή οί σημερινοί διάδοχοί των; ’Ασφαλώς ναί, άλλά ή όμολογία τής άληθείας χρειάζεται αύταπάρνησιν καί ήρωϊσμόν, άρεταί σπάνιαι στόν αιώνα μας.
Υπήρξαν πάντως καί αί καλαί έξαιρέσεις, όπως έκείνη τοϋ Καθηγουμένου τής Λογγοβάρδας π. Φιλόθεου Ζερβάκου, ό όποιος πλειστάκις δι’ υπομνημάτων καί έπιστο λών πρός τούς έκκλησιαστικούς παράγοντας προέτρεπε εις την έπιστροφήν τοϋ παλαιού. Τελευταία μάλιστα, σέ μιά επιστολή του πρός τόν επίσκοπον Φλωρίνης Αυγουστίνον, γράφει μεταξύ των άλλων:
«... Επειδή τό παλαιόν έορτολόγιον είναι παράδοσις έγγραφος, επειδή τό νέον είναι καινοτομία παπικής καί μασονικής προελεύσεως, όσοι καταφρονούν τό παλαιόν έορτολόγιον καί ακολουθούν τό νέον είναι υποκείμενοι τώ άναθέματι. Κάθε πρόφασις καί δικαιολογία είναι άδικαιολόγητος καί «πρόφασις έν άμαρτίαις». Καί συνεχίζει:
«Ήναγκάσθη τήν παρελθούσαν Κυριακήν νά άνέλθω εις τήν κορυφήν των Αγίων Πάντων καί τού προφήτου Ήλιού... καί γονυπετήσας έμπροσθεν τής πανσέπτου είκόνος αυτών μετά δακρύων έζήτησα παρ’ αυτών νά μοί άποκαλύψουν ποιον έορτολόγιον οφείλω κάγώ ό έλάχιστος καί οί αδελφοί μου, τά πνευματικά μου τέκνα καί πάντες οί Όρθόδοξι χριστιανοί νά άκολουθώμεν. Πρίν έτι τελειώσω τήν οίκτράν ταπεινήν μου δέησιν, ήκουσα φωνής ένδοθέν μοι λεγούσης: «τό παλαιόν έορτολόγιον νά ακολουθήσετε, τό όποιον σάς παρέδωκαν οί τάς έπτά άγιας Οικουμενικάς Συνόδους συγκροτήσαντες καί τήν όρθόδοξον πίστιν στηρίξαντες θεοφόροι Πατέρες, καί ούχί τό νέον τών παπών τής Δύσεως, των τήν Μίαν, 'Αγίαν, Καθολικήν καί Άποστολικήν ’Εκκλησίαν σχισάντων καί τάς Άποστολικάς καί πατρικάς παραδόσεις καταφρονησάντων»
Τοιαύτην συγκίνησιν, τοιαύτην χαράν, τοιαύτην έλπίδα, τοιαύτην άνδρείαν καί μεγαλοψυχίαν ήσθάνθην τήν στιγμήν έκείνην, οϊαν σπανίας στιγμάς ήσθάνθην είς όλην τήν ζωήν έν ώρα προσευχής...

«Μή νομίζομεν ώς μηδαμινόν, τό ότι άκολουθοΰμεν τό παπικόν έορτολόγιον. Είναι παράδοσις καί ώς παράδοσιν όφείλομεν νά τήν φυλάξωμεν διότι ύποκείμεθα εις ανάθεμα. «Εΐ τις πάσαν παράδοσιν έγγραφον ή άγραφον αθετεί, ανάθεμα», ορίζει ή Ζ΄ Όικ. Σύνοδος... Λοιπόν δέν είναι καιρός νά σιωπάτε πλέον... μή άναβάλλετε, σπεύσατε». (Πάρος, 6/19 ’Ιουνίου 1968)(30)
Καί εις άλλο σημεϊον τής αυτής έπιστολής άναφέ ρει, ότι ό Χρυσόστομος Παπαδόπουλος τοϋ είπε σε μιά συνάντησί τους: «Νά μή τό έσωνα, νά μή τό έσωνα. Αυτός ό διεστραμμένος ό Μεταξάκης μέ πήρε στό λαιμό του»! Ό όποιος Μεταξάκης, «βασανιζόμενος υπό τής άσθενείας καί τυπτόμενος υπό τής συνειδήσεως εις τάς τελευταίας στιγμάς τοϋ θανάτου του είπε:
 «Βασανίζομαι διότι έσχισα τήν Εκκλησίαν»
Δυστυχώς δέν έσπευσεν ούτε ό Σεβ. Φλωρίνης, ούτε άλλος εκ των λεγομένων «συντηρητικών» έπισκόπων καί κληρικών, μέ άποτέλεσμα νά συνεχίζουν τήν παραμονήν τους στήν ήμερολογιακή καινοτομία καί τήν αΐρεσιν τοϋ Οικουμενισμοΰ. Ας εύχηθώμεν νά άνανήψουν τό συντομώτερον, διότι είναι τραγικόν νά όμιλή κανείς όλη του τήν ζωήν διά ’Ορθοδοξίαν καί Παραδόσεις καί στήν ούσία νά εύρίσκεται μακράν αύτών!
Συμπεραίνοντες δυνάμεθα νά γράψωμεν, ότι ό τρόπος τής άλλαγής άφ’ ένός καί οί διωγμοί κατά τών πιστών άφ’ έτέρου, φανερώνουν καθαρά ποΰ στόχευαν οί καινό τόμοι, οί ύποκριτικώς κοπτόμενοι υπέρ τής αγάπης καί υπέρ τοϋ συνεορτασμοϋ μετά τών δυτικών «αδελφών». Εύ καί καλώς• άγάπη, λοιπόν, καί συνεορτασμός. Πώς

δμως συμβιβάζονται αυτά μέ τούς έπαίσχυντους διωγμούς εναντίον των ορθοδόξων άδελφών τους, οί όποιοι άκριβώς γι’ αυτό ήγωνίζοντο, ώστε να μή διακοπή ό μετά των λοιπών ορθοδόξων ’Εκκλησιών συνεορτασμός, άφού ώς γνωστόν, αύται, ώς καί οί παλαιοημερολογΐται, έμειναν πισταί εις τό πατρώον έορτολόγιον;
'Ώστε, ώς τά πράγματα καθαρά δείχνουν, οί καινοτόμοι, έπεδίωκον τόν μετά τών αιρετικών συνεορτασμόν καί την μετ’ αυτών αγάπην, έστω καί άν αύτό άπαιτοϋσε νά χωρισθοϋν έκ τών όρθοδόξων άδελφών τους, τούς θερμοτέρους τών οποίων καθαιρούσαν καί έδίωκαν καί έφυλάκιζαν, προκειμένου νά διατηρήσουν τόν μετά τών αιρετικών δυτικών έν άγάπη συνεορτασμόν!
Έρωτώμεν: εις τί διαφέρει ή διαγωγή των αύτή τής τών Είκονομάχων καί λοιπών αιρετικών; Καί νά σκεφθή κανείς ότι μέχρι σήμερα πλεϊστοι έκ τών έπισκόπων τής Νεοημερολογιτικής ’Εκκλησίας διατηρούν τήν αύτήν στάσιν, έλλείψει γνησίου όρθοδόξου βιώματος καί άληθοϋς Δημοκρατίας εις τήν Πολιτείαν.
* * *
Πλήν όμως τούτων ή ’Εκκλησία τής Ελλάδος καί άπό Νομικής άπόψεως είναι παράνομος καί άντισυνταγ ματική, διότι ή καινοτομία της έγένετο κατά παράβασιν τού Νομοθετικού Διατάγματος τής 18ης Ίαν. 1923, τό όποιον έπικυρώνει τό Ίουλιανόν Ήμερολόγιον, ώς έξής: «Διατηρείται έν ισχύι τό Ίουλιανόν Ήμερολόγιον, όσον αφορά έν γένει τήν ’Εκκλησίαν καί τάς θρησκευτικός έορτάς». Σημειωτέον ότι τό άνωτέρω Διάταγμα ουδέποτε άνεκλήθη!
«’Αλλά καί Συνταγματικως έν τη ουσία δέν δύναται ό Νεοημερολογιτισμός νά ισχυρισθή ότι είναι ή «’Ορθόδοξος Εκκλησία της Ελλάδος», διότι δέν τηρεί «άπαρασαλεύτως τούς Ιερούς Άποστολικούς καί Συνοδικούς Κανόνας καί τάς Ίεράς Παραδόσεις», ώς προβλέπεται ύφ’ άπάντων των μέχρι σήμερον Συνταγμάτων τής Χώρας...
Ό Σύμβουλος τής ’Επικράτειας κ. Άν. Μαρίνος, εις εισηγητικήν του Έκθεσιν τής 10.3.1981 λέγει σχετικώς:
«Ή 'Ιερά Σύνοδος τής ’Ιεραρχίας είναι έλευθέρα νά παραβιάζη τούς Ιερούς Κανόνας, διότι ισχύει έν Έλλάδι ή θρησκευτική έλευθερία. ’Εν τοιαύτη όμως περιπτώσει δύναται τό Κράτος νά προβή ώς διδάσκει καί ό Καθηγητής Σβώλος (βλ. Άλ. ΣβώλουΓ. Βλάχου, Τό Σύνταγμα τής Ελλάδος, Άθήναι 1954, τόμ. Α', σελ. 60) εις άρσιν τοϋ χαρακτηρισμού αύτής ώς Συνόδου τής Εκκλησίας τής έπικρατούσης θρησκείας, διότι ’Εκκλησία τής έπικρατούσης θρησκείας είναι μόνον έκείνη ή Σύνοδος, ή όποια «τηρεί» καί δή «άπαρασαλεύτως», ώς καί αί λοιπαί ’Ορθόδοξοι Έκκλησίαι, κατά τό άρθρον 3 τοϋ Συντάγματος, τούς μή δεκτικούς μεταβολής κανόνας, ούχί δέ καί ή Εκκλησία έκείνη ή οποία παραβιάζει τούς τοιούτους Κανόνας.
Δηλαδή θά ήτο δυνατόν νά ύποστηριχθή ότι έάν ή Σύνοδος τής Έλλαδικής ’Εκκλησίας συνέχιση νά παραβιάζη τούς τοιούτους κανόνας οίοι είναι καί οι άφο ρώντες εις τήν έν τη έκκλησία θέσιν τοϋ έπισκόπου, τότε είναι ένδεχόμενον νά προκληθή διακοπή τής κοινωνίας μετά των λοιπών όρθοδόξων ’Εκκλησιών, οπότε πλέον έκλιπούσης τής ύπό τοϋ άρθρου 3 τοϋ Συντάγματος τεθείμένης προυποθέσεως περί απαρασάλευτου τηρήσεως των Ί. Κανόνων ή Πολιτεία δικαιούται, ένδεχομένως δέ καί ύποχρεοϋται, νά άρη τόν χαρακτηρισμόν της Ίερας Συνόδου της Εκκλησίας της έπικρατούσης θρησκείας καί νά άπονείμη τούτον εις την Σύνοδον έτέρας ορθοδόξου Κοινότητος, ή όποια θά διατηρη κοινωνίαν μετά των άλλων ορθοδόξων Εκκλησιών. Καί ή μεταβολή αύτη είναι δυνατόν νά έπέλθη δι’ άπλοϋ νόμου, άνευ τροποποιήσεως τοϋ Συντάγματος, δοθέντος ότι τό Σύνταγμα δέν προστατεύει τήν συγκεκριμένην έκάστοτε Σύνοδον άλλά την Σύνοδον την τηρούσαν τούς Κανόνας. Προτιμά τήν λύσιν αυτήν ή Ιερά Σύνοδος τής Ιεραρχίας;» (31)
Αδικαιολόγητος, λοιπόν, ή ήμερολογιακή καινοτομία ώς άντικανονική, άντιπαραδοσιακή καί άντισυνταγματική! Καί όμως!

Καίτοι έγράφησαν πλειστα περί αύτής, τά όποια τήν έστέρησαν παντός έρείσματος καί δικαιολογίας, έν τούτοις μέχρι σήμερα οί κληρικοί καί θεολόγοι τής καινοτόμου Έλλαδικής Εκκλησίας παραμένουν άγευστοι των τρομακτικών συνεπειών της, τών δολίων σκοπών της, χλευάζοντες είρωνικώς  έλλείψει έπιχειρημάτων  τούς τηρητάς τών πατρώων παραδόσεων.
’Ακριβώς γι’ αυτό τόν λόγο έπέτρεψεν ό Θεός νά άκολουθούν μέχρι σήμερον τήν παναίρεσιν τού Οικουμενισμού, τής όποιας πρώτη πρακτική έφαρμογή άποτελεΐ ή ημερολογιακή καινοτομία. Έτσι πραγματοποιείται γιά μιά ακόμη φορά αυτό πού είπε τό άψευδές στόμα τού Κυρίου: «ό πιστός έν έλαχίστω καί έν πολλώ πιστός έστι, καί ό έν έλαχίστω άδικος καί έν πολλώ άδικός έστιν»!   (Λκ. 16.10)

Ή πατριαρχεία του Άθηναγόρου

Καί αυτά μέν περί της ημερολογιακής καινοτομίας, ή όποια άποτελεΐ, ώς γνωστόν, τήν πρώτην πρακτικήν έφαρμογήν της αίρέσεως τοϋ Οικουμενισμοϋ.
’Αλλά ό Οικουμενισμός, ό πατήρ τοϋ νεοημερολογιτισμοΰ, άσφαλώς δέν εϊχει σκοπόν νά σταματήση έως έδώ• αυτό ήτο άπλώς τό πρώτο βήμα. Με τήν άντικανονικήν άνοδο τοϋ Άθηναγόρου τό 1949 εις τόν Οικουμενικόν Θρόνον, άρχίζει νέα εποχή διά τό Φανάρι, έποχή κακοδοξίας καί αποστασίας πού συνεχίζεται ρωμαλέως καί στίς ήμέρες μας.
Προκειμένου νά γίνη ή κατάληψις τοϋ Θρόνου «έξηνάγκασαν εις παραίτησιν τόν νόμιμον πατριάρχην κ. Μάξιμον καί έτοποθέτησαν τόν μασώνον 33ου βαθμοϋ κ. Άθηναγόραν. Ούτος εις τόν ένθρονιστήριον λόγον του έξεπέρασε τούς όρους της ... μασονικής δυσσεβοϋς εγκυκλίου τοϋ 1920 καί διεκήρυξεν καί τό δόγμα της «παν θρησκείας». Ειπεν ό κ. Άθηναγόρας: «Άπατώμεθα καί άμαρτάνομεν, εάν νομίζομεν ότι ή ορθόδοξος πίστις κατήλθεν εξ ούρανοϋ καί ότι τά άλλα δόγματα είναι άνάξια. Τριακόσια έκατομμύρια ανθρώπων εξέλεξαν τόν μουσουλμανισμόν διά νά φθάσουν εις τόν Θεόν καί άλλαι έκατοντάδες έκατομμυρίων είναι Διαμαρτυρόμενοι, Καθολικοί, Βουδισταί. Σκοπός κάθε θρησκείας είναι νά βελτιώση τόν άνθρωπον»! (Έφημερίς «Χρόνος» Κων/λεως 20 Μαρτίου 1949 καί «’Ορθόδοξος Τύπος» φ. 94, Δεκ. 1968).
Δυστυχώς όμως ούδείς συνεκινήθη άπό τάς άνωτέρω βλασφημίας! Καμμία άντίδρασις άπό τούς έπισκόπους καί τάς θρησκευτικάς οργανώσεις! Άπό τό 1967 εις τό άνόσιον έργον του θά έχη ικανόν σύμμαχον, τόν παρομοίως μέ αυτόν άνελθόντα εις τόν αρχιεπισκοπικόν θρόνον των ’Αθηνών μέ «άριστίνδην» Σύνοδον Ιερώνυμον Κοτσώνην. Ό κανονικός άρχ/πος ’Αθηνών Χρυσόστομος έπαύθη διά νόμου τοϋ Κράτους, διότι άντετάχθη εις τό σχέδιον τής ένώσεως! Ή άντίδρασίς του έξεδηλώθη ιδιαιτέρως μετά τήν συνάντησιν πάπα  Άθηναγόρου, εις τό Φανάρι. Εις Συνοδικήν άνακοίνωσιν, μεταξύ άλλων είπε, ότι «αί άντορθόδοξοι ένέργειαι τοϋ Πατριάρχου κατατείνουν εις τήν πλήρη ύποδούλωσιν τής ’Ορθοδοξίας είς τόν πάπαν...» (Μεσημβρινή 8.3.1967). Ή διαγωγή του αύτή του έστοίχισε τόν Θρόνον!
Ό διάδοχός του 'Ιερώνυμος Κοτσώνης, γνωστός οικουμενιστής, σπεύδει άμέσως νά πάη εις τό Φανάρι προκειμένου νά «εύλογηθή» άπό τόν Πατριάρχην καί νά χαράξουν κοινήν γραμμήν... προδοσίας. Μετά μάλιστα τό ταξίδι τοΰ Άθηναγόρου εις Ρώμην καί τάς γενομένας εκεί προδοτικός συμπροσευχάς καί άνακοινώσεις, ό Ιερώνυμος έκδίδει τό άκόλουθον άνακοινωθέν:«... ή συνάντησις έπραγματοποιήθη κατά τήν διάπυρον ευχήν καί προσδοκίαν τής 'Ιεράς Συνόδου καί τοΰ εύσεβοΰς πληρώματος τής ’Εκκλησίας»! Έτσι ό Άθηναγόρας μέ ικανούς συμμάχους, τήν Έλλαδικήν 'Ιεραρχίαν καί τήν 'Ιεράν Κοινότητα τοϋ Αγίου "Ορους προχωρεί άκάθεκτος πρός τάς άγκάλας τοϋ παπισμού.
Ό άρχιεπίσκοπος ’Αθηνών μάλιστα διά τάς προδοτικός του ένεργείας τόν άποκαλεϊ «προφηταπόστολον», οί δέ Άγιορεΐται χαρακτηρίζουν μέ τήν σειρά τους «ασθενείς τήν συνείδησιν, παρασυναγώγους καί άγνοοϋντας τό πολίτευμα τής ’Εκκλησίας»,(32) όσους έκ των Μοναχών αντιδρούν εις την ένωτικήν πολιτικήν τοϋ Φαναριού.

Ό Άθηναγόρας έπραγματοποίησε συνολικώς τρεις συναντήσεις με τόν ποντίφηκα τής Ρώμης, συμπροσευχηθείς μετ’ αύτοΰ, ένώ οί χορωδίες έψαλλον τόν πολυχρονισμόν τοϋ πάπα καί μέσα εις αυτόν τόν Ναόν των Πατριαρχείων!
Ποιος θά τό έπίστευε ότι 65 χρόνια μετά τήν ’Εγκύκλιον τοϋ ’Ιωακείμ Γ', εις τήν όποιαν προέτρεπε τούς άπανταχοϋ ορθοδόξους ίεράρχας «εις άκατάπαυστον καί άγρυπνον ύπεράσπισιν των πεπιστευμένων αύτοΐς λογικών προβάτων άπό των άδιαλείπτων έπιβουλών καί πολυειδών δελεασμάτων των λατίνων...», ό Οικουμενικός θρόνος τής Κων/λεως θά άπεκάλει τόν πάπαν «Άγιώτατον», «πρώτον έν τή ’Εκκλησία τοϋ Χριστοϋ», μέ μυστήρια καί Άποστολικήν διαδοχήν!!...
Δέν θά έπιμείνωμε όμως περισσότερον εις τάς κακοδόξους ένεργείας τοϋ Άθηναγόρα, διότι θά τίς δοϋμε έν συνεχεία λεπτομερέστερον νά άναζοϋν στίς δραστηριότητες τοϋ δήθεν ταπεινοϋ καί ήσυχου Δημητρίου, τοϋ «άγιου», ώς τόν άποκαλοϋν οί άφελεΐς θαυμασταί του.
Δέν μας έξηγοϋν όμως πώς είναι δυνατόν νά είναι άγιος καί ταπεινός, άφοϋ άκολουθεΐ πιστώς τήν κακόδοξον πορείαν τοϋ προκατόχου του; Σ’ αύτό δέν μάς άπαντούν οί θαυμασταί του καί είναι εύεξήγητον τό διατί• όταν έχουν μάθει νά σιγοϋν μπροστά στήν προδοσία τής πίστεως, γιατί ν’ άπολογηθοϋν τώρα πρός ήμάς; Λησμονοϋν όμως ότι «ό τήν αλήθειαν σιγών κρύπτει Χριστόν έν τάφω», όπως οί φονευταί τοϋ Κυρίου Εβραίοι. "Οταν δέ μαζί μέ τήν σιγή τους προσθέσωμεν καί τόν διωγμόν πού ένεργοϋν έναντίον έκείνων πού θέλουν να διαμαρτυρηθοΰν, τότε αντιλαμβάνεται ό καθένας τό μέγεθος της εύθύνης των.
Καιρός όμως νά παρακολουθήσωμεν στό έπόμενο κε φάλαιο τήν πανώλεθρον διά την ’Ορθοδοξίαν δραστηριότητα τοϋ Πατριάρχου Δημητρίου, τόν όποιον «ή διεθνής μασονία πού κυβερνά καί τήν Τουρκία, τόν ένέταξεν εις τήν «μητέρα στοάν» τής Τουρκίας, τής οποίας φέρει καί τόν 33ον βαθμόν! Ό κ. Δημήτριος είναι έπίσης μέλος τής έν Τουρκία έλληνοφώνου μασονικής στοάς «χουλούς» (ειλικρίνεια) ώς καί τής στοάς «χακικάτ» (άλήθεια), μέσω των όποιων άπό άρκετοϋ χρόνου εύρίσκεται εις έπα φήν καί μέ τήν «μητέρα» στοάν τής Έλλάδος.  (33)



Ή Πατριαρχεία του Δημητρίου

1 . Οτι ό πατριάρχης Δημήτριος έξέκλινε τής ορθοδόξου πίστεως καί άληθείας κακοδόξων καί λατινοφρονων δημοσία, θά ήρκει νά τό άποδείξη καί μόνον ό ένθρονι στήριος αύτοΰ λόγος. Εις αυτόν, άνευ συστολής τίνος ή διπλόης, καίτοι οί πάντες έγνώριζον τό φθοροποιόν καί κακόδοξον έργον τοϋ μασώνου καί οικουμενιστοϋ πρόκατόχου του Άθηναγόρου, έν τούτοις έδήλωσεν άνερυθριάστως πρός άπαντα τόν κόσμον τά κάτωθι: «Καί διαδηλοϋμεν τήν πρόθεσιν ήμων, όπως έν πιστότητι πρός τήν μέχρι τούδε γραμμήν τοϋ Οικουμενικού Πατριαρχείου, άκολουθήσωμεν τήν άγίαν καί μεγάλην γραμμήν τοϋ μεγάλου προκατόχου ήμών, τοϋ άοιδίμου πατριάρχου Άθηναγόρου τοϋ A » Καί μετ’ ολίγον, ευκαιρίας δοθείσης: «Τό έργον τό όποιον μετά τόσης ειλικρίνειας καί ζήλου ήρχισεν ό μακαρίας μνήμης μεγάλος προκάτοχος ημών Πατριάρχης Άθηναγόρας θά συνεχισθή μετά τής ιδίας συνέπειας καί καθ’ όλον τό διάστημα που ό Θεός θά έπιτρέψη νά ευρισκώμεθα εις τήν διακονίαν ταυτην»! (Έπίσκεψις, No 90, σ. 14). Υπάρχει δμως καί ή άξιοθρή νητος συνέχεια.
2. Δι ειδικού Διαγγέλματος επί τή 25ετία τοϋ Π.Σ. Εκκλησιών ό κ. Δημήτριος επαινεί τούς διευθύνοντας τοΰτο, εύχόμενος «μακράν καί εύλογημένην έφ’ έξης πορείαν»! Έν συνεχεία εκφράζει τήν βαθεΐαν ίκανοποίησίν του, ώς καί τής περί αυτόν Συνόδου, διά τάς ένεργείας των προκατόχων των. Έκ των ανωτέρω ένεργειων ίδιαιτέρως τονίζεται «Ή εγκύκλιος πρός τάς απανταχού Εκκλησίας τού Χριστού» τού 1920. Κατ’ αυτήν, ώς γνωστόν, «επιβάλλεται ϊνα άναζωπυρωθή καί ένισχυθή πρό παντός ή άγάπη μεταξύ των Εκκλησιών, μή λογιζομένας άλλήλας ώς ξένας καί άλλοτρίας, άλλ’ ώς συγγενείς καί οικείας έν Χριστώ καί συγκληρονόμους καί σύσσωμους τής επαγγελίας τοϋ Θεού έν τω Χριστώ»! (Έπίσκεψις, No 90, σ. 14). Έρωτωμεν τούς ύπερασπιστάς Δημητρίου: Έάν πας ό αποδεχόμενος καί μόνον τήν ανωτέρω έγκύκλιον, καθίσταται αυτόχρημα αιρετικός, ό καί έπαινών αύτήν, καί μάλιστα έκ τοϋ βήματος τοϋ Οικ. Θρόνου, πως δέον νά χαρακτηρισθή;
3. Μνημονεύει τοϋ πάπα έν τοϊς διπτύχοις, έξακολουθών τό άνόσιον έργον τοϋ προκατόχου του. (Όρθ. Τύπος, 1.12/69, άρθρον τοϋ Μητροπολίτου Φιλαρέτου τής Ρ. Διασποράς).
4. Άνεγνώρισε τόν παπισμόν ώς Εκκλησίαν, όργανον δηλ. σωτηρίας των ανθρώπων, ώς τυγχάνει καί ή Όρθόδοξος Εκκλησία. (Έπίσκεψις, No 90, σ. 18)
5. Διό καί δέχεται τόν πάπαν ώς «σεβάσμιον άδελφόν» καί «πρώτον έν τη καθόλου Εκκλησία του Χρίστου» έφ’ όσον τυγχάνει κατά τούς Ιδιους του λόγους: «όμότροπος καί όμόζηλος των πρωτοκορυφαίων Πέτρου καί Παύλου»! (Έπίσκεψις, 15.12/77, σ. 3 καί 4 καί No 139, 159, 161, 214 ένθα τονίζονται αί αύταί κακόδοξοι θέσεις).
6. Συνεχάρη έγκαρδίως τόν οικουμενιστήν Μητροπολίτην Θυατείρων Άθηναγόραν, διά την συγγραφήν τοΰ έργου του «Όμολογία Θυατείρων», εις τήν όποιαν περι έχονται μεταξύ των άλλων καί αί κάτωθι βλασφημίαι: «Οί χριστιανοί πιστεύουν ότι άληθινή χειροτονία καί Ίερωσύνη έχουν καί μεταδίδουν, οί ’Ορθόδοξοι έπίσκοποι, οί Κοπτοαρμένιοι καί Αίθίοπες έπίσκοποι, οί ’Αγγλικανοί έπίσκοποι... Δι’ αύτό καί τά μυστήρια των ’Αγγλικανών είναι μυστήρια τής Μιας, 'Αγίας, Καθολικής καί Άπο στολικής ’Εκκλησίας, ώς είναι καί τά μυστήρια τών Ρωμαιοκαθολικών»!! Καί ίνα παραλείψωμεν άλλας κακοδοξίας του, άναφέρομεν τό μασονικόν σύνθημά του: «Δι’ αύτό ή ιδέα ότι ή Μασονία είναι θρησκεία είναι λανθασμένη»! Παρομοίαν πως στάσιν απέναντι τής Μασονίας έτήρησε καί ό έπαινέτης του κ. Δημήτριος, άποφυγών νά καταδικάση τήν Μασονίαν καί νά άποσείση τήν κατ’ αύτοϋ δημοσίαν κατηγορίαν έπί μασονισμώ. (Μητρ. Θυατείρων, Άθηναγόρου Κοκκινάκη, «Ή Όμολογία Θυατείρων», Λονδΐνον 1975, σ. 203, 273, 283).
7. Παρουσία του, έπί τή έπισκέψει τοΰ πάπα εις τό Πατριαρχεΐον, έψάλη έν τώ πατριαρχικώ ναώ ή φήμη τοΰ αιρετικού ποντίφηκος. Έν συνεχεία έτελέσθη ένωτική Λειτουργία, χοροστατοϋντος τού Δημητρίου καί παρισταμένου τού πάπα καί τών σύν αύτώ. Κατ’ αύτήν ό πάπας άπήγγειλε τό Πάτερ ήμών, καί εν τώ «άγαπήσωμεν άλλήλους» οί δύο προκαθήμενοι άλληλοησπάσθησαν! (Έπίσκεψις, 1.12/79, σ. 4, 12, 18).
8. Τό 1982 ύπεδέχθη τόν άρχηγόν των Αγγλικανών, ένώ ή χορωδία τοϋ Πατριαρχείου έψαλλε την φήμην του αιρετικού προτεστάντου! (Έπίσκεψις 1.9.1982, σ. 2)
9. Δέχεται ότι «όλοι οί χριστιανοί οί πιστεύοντες εις τόν Ίησούν Χριστόν ώς Υιόν τού Θεού καί σωτήρα τού κόσμου εΐμεθα έν σώμα...»• «κατ’ απόλυτον οικονομίαν» ένας ’Ορθόδοξος μπορεί «νά μεταλάβη» σε Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία»• «Έκατέρα των Εκκλησιών ήμών (’Ορθοδόξου καί Παπικής) έχει παραλάβει καί τελεί τά αυτά ιερά μυστήρια»• «δεν υπάρχει μεταξύ μας (’Ορθοδόξων καί Παπικών) διαφορά εις τό θέμα τής άποστολικής διαδοχής. Άναγνωρίζομεν τόν Πάπαν ώς διάδοχον τών ’Αποστόλων, όπως ήμεϊς είμεθα διάδοχος τών ’Αποστόλων».(34)
10. Τή ευλογία του συμπροσηυχήθη έν Άσσίζη (1986) ώς εκπρόσωπός του ό Θυατείρων Μεθόδιος, μετά πάντων τών αιρετικών αντιπροσώπων όλων τών χριστιανικών όμολογιών καί θρησκειών, μέχρι καί αυτών τών μάγων καί πυρολατρών τής Άμερικής!(35)
11. Δέχεται τίς άντορθόδοξες δηλώσεις τού Αυστραλίας κ. Στυλιανού, ότι «εις τάς ρωμαιοκαθολικάς ακολουθίας είναι παρών ό ίδιος Κύριος ’Ιησούς» καί ότι «τό πανσθενουργόν Πνεύμα είναι τό τελειούν όλας τάς ιερουργίας καί τά μυστήρια έν τή Εκκλησία άμφοτέρων, ’Ορθοδόξων καί Παπικών».(36)

12. Δέχεται όσα ασεβή διεκήρυξε καί μάλιστα στον έσπερινό της ’Ορθοδοξίας τοΰ 1988, καί ένώπιον διαφόρων αιρετικών, πολλών επισήμων, άλλα καί έπισκόπων τοΰ Πατριαρχείου Κων/λεως ό μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας, περί «ναρκισσευομένης ’Ορθοδοξίας» καί περί «διευρύνσεως τής ’Ορθοδόξου ’Εκκλησίας πέρα των ορίων της»!(37)
13. Έπήνεσε δημοσία τήν ούνιτική έβδομαδιαία έφη μερίδα Καθολική γιά τά 60 χρόνια αγρίου προσηλυτισμού ύπ’ αυτής των ’Ορθοδόξων, πράγμα που έπραξε καί ό άρχιεπίσκοπος ’Αθηνών Σεραφείμ!(38)
14. Συνελειτούργησε εις Ρώμην τόν Δεκέμβριον τοΰ 1987 μετά τοϋ πάπα Παύλου Β' άποδείξας πλέον φανερώς καί μετά παρρησίας ότι θεωρεί τόν παπισμόν ’Εκκλησίαν, έν άντιθέσει πρός τούς άγιους Πατέρας πού τόν θεωρούν άντιεκκλησίαν.(39)
15. Κατά τήν πρόσφατον έπίσκεψίν του εις ’Αμερικήν (Ίουλ. ’89) «συμπροσηυχήθη» «μέ... γυναίκας ίέρειας(!Η) Τζόαν Κάμπελ καί Πατρίτσια Μάκ Κλέργκ μέ πάνκς, καί προτεστάντες είς Η.Π.Α.» (Μεσημβρινή, 16 ’Ιουλίου 1990).
Τό δέ τραγικόν είναι ότι μετά τήν διακωμώδησιν αύτήν τής πίστεώς μας έπήγε καί εις Αγιον "Ορος διά νά «εύλογήση» τούς πατέρας, οί όποιοι, δυστυχώς, των προσεκύνησαν χωρίς καμμίαν διαμαρτυρίαν, (!) πλήν, έννοεΐται, των ζηλωτών πατέρων τής Ί. Μονής Έσφιγμένου καί τών διαφόρων κελλίων τοΰ "Ορους.
Αί άνωτέρω ένέργειαι τοΰ Πατριάρχου, ένώ τόν καθιστοΰν καθαιρετέον καί άφωριστέον, δεσμοΰν συγχρόνως έν ποικίλη ευθύνη, έπιτιμίω καί άκοινωνησία καί τούς άπανταχού συμμάχους, έπαινέτας καί κοινωνούς του, ώς καί τούς έν σιγή θεατάς της πρός Ρώμην τε καί Γενεύην πορείας του, έξ ών ή Έλλαδική Ιεραρχία κατέχει έπίζηλον θέσιν...


Πατριαρχεία Βαρθολομαίου

Αλλά μήπως ό πατριάρχης Βαρθολομαίος (Όκτ. 1991) ύπήρξε καλύτερος τοΰ Δημητρίου; "Οχι μόνον ήκολούθησε καί έπεσφράγισεν ό,τι έκεϊνος αντικανονικόν καί παράνομον διέπραξεν, όπως είναι καί ή άναγνώρισις των αιρετικών Μονοφυσιτών (Σαμπεζύ 1990), άλλά τό 1993 με την εύλογίαν του ύπεγράφη εις τόν Λίβανον ή ένωσις των ’Ορθοδόξων μετά των αιρετικών Ουνιτών καί παπικών, ώστε νά θεωρούνται τοΰ λοιπού «άδελφές Εκκλησίες»!! Καί εις άπόδειξιν τούτου τό 1995, συλλειτουργεί στό Βατικανόν με τόν πάπαν Βοϊτύλαν, ύπογράψας έν συνεχεία  κοινήν δήλωσιν ότι «έχουν άμφότεραι αί έκκλησίαι των, ίερωσύνην, μυστήρια καί είναι άδελφαί έκκλησίαι»!!!
Ετσι ένω ή ’Εκκλησία έντέλλεται διά της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου νά λέγουν οι Χριστιανοί «όλοις τοΐς αίρετικοΐς άνάθεμα», ό κ. Βαρθολομαίος πράττει ακριβώς τό άντίθετον, άναγνωρίζων αύτούς ώς μέλη τίμια τής ’Εκκλησίας τού Χριστού!
Τέλος στήν θρονική έορτή τού Φαναριού (30.11.98), προσφωνών τήν παπικήν αντιπροσωπείαν, έτόνισε τήν άνάγκην πλήρους ένώσεως μετά τής Ρώμης. Άναζητών έν συνεχεία τούς υπαιτίους τού σχίσματος θεωρεί συνυπευθύνους γι’ αυτό παπικούς καί ορθοδόξους, τονίζοντας ότι «ή μετάνοια ημών διά τό παρελθόν είναι άπαραίτητος» προσέθεσε δέ καί κάτι πού ούδέποτε έτόλμησαν νά προφέρουν όρθόδοξα χείλη καί μάλιστα άρχιερατικά: «Οί κληροδοτήσαντες είς ημάς την διάσπασιν προπάτορες ημών, υπήρξαν άτυχη θύματα τοΰ άρχεκάκου δφεως καί εύρίσκονται ήδη εις χείρας τοΰ δικαιοκρίτου Θεοΰ»!!! (Έκκλ. ’Αλήθεια, 16.12/98)
Συνεπώς κατ’ αυτόν δλοι οί άγιοι Πατέρες άπό την έποχήν τοΰ τελικού σχίσματος (1054) μέχρι σήμερα, οί άγωνισθέντες διά την παραμονήν τής ’Ορθοδοξίας είς τήν αλήθειαν καί άρνηθέντες τήν υποταγήν της είς τήν παπικήν αϊρεσιν υπήρξαν θύματα τού Διαβόλου! Ποιος ορθόδοξος θ’ άνεχθη νά βλασφημοϋνται κατ’ αύτόν τόν κυνικόν τρόπον οί άγιοι Πατέρες του; Πώς είναι δυνατόν νά παραμένη στόν οικουμενικόν Θρόνον ένας τέτοιος ιεράρχης καί νά τιμάται μάλιστα ιδιαζόντως ύπό τού άρχιεπισκόπου ’Αθηνών κ. Χριστοδούλου; Νά μνημονεύεται δέ άπό όλόκληρον τήν Έλλαδικήν ιεραρχίαν καί τό "Αγιον Ορος ώς «όρθοτομών τόν λόγον τής αλήθειας»; Καί ύστερα διαμαρτυρόμεθα διατί θερίζουν τήν νεολαία τά ναρκωτικά καί τό sex. "Οταν βλέπουν τήν ύποκρισίαν καί τήν κακοδοξίαν τών ποιμένων τους, ποιος θά τολμήση νά τούς μιλήση γιά ιδανικά καί ήθικές άξιες τής ’Ορθοδοξίας;
Συνεπώς γιά τούς ένωτικούς Φαναριώτες καί τούς ποικίλους δορυφόρους τους δλες οί αιρέσεις οδηγούν στόν Χριστόν! Καί αυτό διότι «οί ένωτικοί είναι συγκρητισταί. Δέν τούς ενδιαφέρει ή συγχώνευσις, άλλά ή συνύπαρξις. " "Ολοι στό Θεό πηγαίνουμε, ό καθένας άπό τό δικό του δρόμο.” Αύτό τό μασονικό μοτίβο είναι ή πεμπτουσία τοϋ συγκρητισμοί)... Γιά τούς ανθρώπους πού θά ποτισθούν μέ τό δηλητήριο τού συγκρητισμού ό Χριστός είναι ένας μεγάλος μύστης, ένας μεγάλος φιλόσοφος... Είναι ένας δρόμος, όχι όμως Ο ΔΡΟΜΟΣ. Είναι μιά άλήθεια, όχι όμως Η ΑΛΗΘΕΙΑ...».
«Ή ’Ορθοδοξία είναι ένας δρόμος, δέν είναι όμως ό δρόμος. 'Υπάρχουν άλλοι δρόμοι έξ ίσου καλοί. Δέν πρόκειται νά γίνη συγχώνευση. Ό καθένας άς κράτηση τόν δρόμο του. Φθάνει νά μην είναι φανατικός, νά μη νομίζη πώς μόνο ή ’Ορθοδοξία ύπάρχει στόν κόσμο καί τίποτε άλλο. Νά μη νομίζη πώς μόνο οί ’Ορθόδοξοι ’Επίσκοποι είναι ’Επίσκοποι καί οί αιρετικοί δέν είναι τίποτε. Νά μη νομίζη πώς μόνο έν Χριστώ γνωρίζει κανείς τόν Θεό καί ότι τόσα έκατομμύρια Εβραίοι, Μωαμεθανοί, Βουδ δισταί κλπ. είναι μακρυά άπό τόν Θεόν.
«Αύτή είναι ή αίρεση μέ την οποίαν παλεύουν οί πιστοί ’Ορθόδοξοι σήμερον καί όχι γιά κάποιαν ένωσι μέ τόν πάπα πού ακόμη φαινομενικώς δέν έγινε πλήρως. Είναι ή άρνησις τού Χριστού καί τής ’Εκκλησίας του. Ή αΐρεσις αύτή έχει διαποτίσει άπ’ άκρου σέ άκρο τόν έλληνικό χώρο, έγινε πιά τρόπος τού σκέπτεσθαι καί βίωμα των Ρωμιών. Καί όμως έν γνώσει τής καταστάσεως νανουρίζουν οί δάσκαλοι αυτοί τά πνευματικά τους παιδιά μέ τό: «"Αν ό πατριάρχης προχωρήση άκόμη, άν προβή εις "ένώσεις”, τότε θά ίδης...».
»Άλλά «ένώσεις» τέτοιες δέν πρόκειται ποτέ νά γίνουν καί οί άφελεΐς μαθηταί τους δέν πρόκειται ποτέ νά ίδούν...» (Ά. Καλομοίρου, Τό σύγκριμα, σελ. 235, Θεσσαλονίκη 1976).
"Αλλο έπίσης σύνθημα πού πιπιλίζουν οί νεοημερολογϊται κληρικοί πρός τούς πιστούς των, προκειμένου νά μή φύγουν από κοντά τους, είναι τό γνωστόν: «Άνευ έπισκόπου Εκκλησία ού καλείται». Βεβαίως δέν καλείται, όταν ό έπίσκοπος όρθοδοξή, όταν όμως κακόδοξη, τότε ό Μ. ’Αθανάσιος προτρέπει τούς πιστούς νά φεύγουν μακράν του! « Έάν ό έπίσκοπος ή ό πρεσβύτερος οί δντες οφθαλμοί της ’Εκκλησίας, κακώς άναστρέφωνται καί σκανδαλίζωσι τόν λαόν, χρή αυτούς έκβάλλεσθαι. Συμφέρον γάρ άνευ αυτών συναθροίζεσθαι είς εύκτήριον οίκον ή μετ’ αύτών έμβληθηναι, ώς μετά Άννα καί Καϊάφα, εις την γέεννα τοϋ πυρός»! (ΒΕΠΕΣ: 33, 199). ’Επειδή όμως τό θέμα είναι σοβαρόν παραθέτομεν ένα σχετικόν σχόλιον ορθοδόξου περιοδικού, πού βάζει πολύ ώραϊα τά πράγματα στη θέσι τους.
«Γιατί όμως αισθάνονται οί Χριστιανοί τόσο πολύ έντονα τήν άνάγκη νά καταφύγουν οπωσδήποτε σέ μιά διοικητικά όργανωμένη ’Εκκλησία; Αυτό γίνεται γιατί ή 'Ιστορία έχει μεγάλη δύναμη στήν ψυχή μας. ’Επειδή τήν ’Εκκλησία μέσα στούς αιώνες τήν γνωρίσαμε όργανωμένη σέ Πατριαρχεία καί σέ Συνόδους, τήν ταυτίσαμε μέ τήν όργάνωσή της αυτήν, ξεχνώντας ότι, κατά τήν διάρκειαν τών αιρέσεων, ή οργάνωση αυτή χανόταν γιά τούς ’Ορθοδόξους καί γινόταν τό όπλο τής κακοδοξίας έναντίον τους. "Ομως, στούς αποκαλυπτικούς καιρούς πού ζοϋμε, έχουμε άφήσει πιά πίσω τήν 'Ιστορία καί μπήκαμε στήν ’Εσχατολογία. Ή πνευματική μας επιβίωση έξαρτάται άπό τήν συνειδητοποίηση αυτού τού γεγονότος. Έπεσαν πιά όλα τά Ιστορικά μας άντερείσματα. Ή άποστασία άλλαξε τούς ποιμένας σέ λύκους καί ή όργανωμένη ’Εκκλησία πού ξέραμε είναι πιά σήμερα άγέλη λύκων καί θάνατος προβάτων. Ό διάβολος είναι πιά λυμένος. Γιά νά έπιβιώσουμε πρέπει νά δούμε τήν Έκκλησία στη μυστική καί μυστηριακή της ουσία, γυμνωμένη από τη διοικητική της όργάνωση πού γνωρίσαμε στήν 'Ιστορία. Στήν αρένα οί μάρτυρες γυμνοί αντιμετώπιζαν τά θηρία. Γυμνή καί ή στρατευομένη Εκκλησία των έσχάτων καιρών θά παλέψει μαζί τους, χωρίς Συνόδους, χωρίς Πατριαρχεία, χωρίς σύνδεσμο των κατά τόπους μικρών Εκκλησιών άλλον άπό τόν Χριστόν καί τήν κοινωνία τους μέ τή θριαμβεύουσα ’Εκκλησία.
»Τό συνηθισμένο λοιπόν έρώτημα: «Καλά νά φύγουμε άπό τόν Οικουμενισμό, αλλά σέ ποιά Εκκλησία νά πάμε;» δέν έχει τή θέση του σήμερα. Γιατί δέν πρόκειται νά πάμε πουθενά άλλά νά μείνουμε στήν Εκκλησία τού Χριστού, στήν ’Εκκλησία τών Πατέρων• ν’ άρνηθούμε τίς παραποιήσεις καί νά μείνουμε στήν άλήθεια πού άπό άπαλών όνύχων γνωρίσαμε, άλλά δυσκολευόμαστε πιά ν’ άναγνωρίσουμε σ’ αύτό πού μας λέγουν ότι είναι δήθεν ’Εκκλησία. Αύτή τήν άρνηση τού ψεύδους καί τών παραποιήσεων θά τήν πραγματοποιήσουμε έκεϊ πού βρισκόμαστε, διακόπτοντας άπλά κάθε κοινωνία μαζί της. Καί τότε, όταν θά έχουμε κάνει τό πρώτο βήμα πού περιμένει άπό μας ό Θεός, θά έλθει ό ίδιος σέ συνάντησή μας, καί θ’ ανοίξει τά μάτια μας, πού μέχρι τότε όνομα είχαν ότι βλέπουν, άλλά ήταν άνίκανα νά δούν τόν άληθινό Χριστό. Καί όταν τόν δούμε θά τρέξουμε στόν πιό άκριβό μας φίλο, όπως έτρεξε ό Φίλιππος στόν Ναθαναήλ καί θά τόν καλέσουμε νά ’ρθή νά δει κι αύτός, όσο κι άν άμφιβάλλει γιά τό καλό πού μπορεί νά έρθει άπό τή Ναζαρέτ. Έτσι σχηματίζεται τό «μικρό ποίμνιο», ή μικρή τοπική έκκλησία. Οί άληθινοί ’Ισραηλίτες βρίσκουν ό ένας τόν άλλον καί έρχονται μαζί στόν Χριστό, λαϊκοί καί ιερείς καί ’Επίσκοποι.

«Αύτή ή δραματική αλλά ευλογημένη διαδικασία είναι ήδη από δεκαετίες γνωστή στή Ρωσία. Ή λεγομένη «Εκκλησία των Κατακομβών» δέν έχει καμιά έξωτερική ομοιότητα μέ τίς όργανωμένες Εκκλησίες που ξέρουμε, καί μόνον μέ τίς Εκκλησίες τής έποχής των μεγάλων διωγμών ομοιάζει. Ή κατάσταση πού έπικρατεϊ τώρα στή Ρωσία σιγάσιγά θά γενικευθεϊ παντού. ’Ορθόδοξοι Επίσκοποι έλάχιστοι, διάσπαρτοι στόν κόσμο, κρυμμένοι καί άγνωστοι στους πολλούς. Ιερείς μετρημένοι θά έκτελούν άποστολικές περιοδείες άπό πόλη σέ πόλη, άπό ένορία σέ ένορία, άπό χώρα σέ χώρα, άνακουφίζοντας τίς πνευματικές άνάγκες τών πιστών καί ένώνοντάς τους όλους, γνωστούς καί άγνώστους μεταξύ τους, μέ τούς άφθαρτους δεσμούς τού άναστημένου Σώματος καί Αίματος τού Χριστού...
Καί ή έποχή τού ’Αντίχριστου θά προχωρεί πρός τήν άποκορύφωση της. Τό ποίμνιο τού Χριστού όλο καί θά μικραίνει. "Ομως όσο πιό δυνατός ό πόνος τών ήμερών πού έρχονται, τόσο κοντύτερά μας θά είναι ό Κύριος, φθάνει νά μείνουμε πιστοί μέχρι τό τέλος. Τό πλοίο πού μας έφερε μέχρι έδώ, ή συνοδική, διοικητική, όργανωμέ νη μορφή τής ’Εκκλησίας έξώκειλε στά ρηχά τής άπο στασίας καί διαλύεται άπό τή βία τών κυμάτων...». (Περιοδικόν «οι Ρίζες», Δεκ. 1982, σ. 34).
Διά τήν κηρυττομένη, λοιπόν, καί μόνον αϊρεσιν τού Συγκρητισμού τό Φανάριον είναι άξιον πάσης άκοινωνησίας. Τό ότι κοινωνεϊ συγχρόνως καί τοϊς αίρετικοΐς λατίνοις τούτο είναι άλλο κεφάλαιον, τό όποιον έπαυ ξάνει καί δέν έλαττώνει τήν άνωτέρω ύποχρέωσιν τών πιστών.
Πάντα ταύτα ήνάγκασαν καί μή «ζηλωτικά» δημοσιογραφικά φύλλα των ’Αθηνών νά έπιτεθοΰν δριμέως κατά τοΰ πατριάρχου καί της Συνόδου του, γράφοντες μεταξύ άλλων καί τά έξης:
«Κλαύσατε καί αναγγείλατε: Πέπτωκε Δημήτριος καί οί σύν αύτω• καί διαθέσει καί φρονήματι καί λόγω καί πράξει. Ήθέτησε ό δυστυχής, καί θεοπαράδοτα δόγματα καί θείους νόμους καί αγίους Πατέρας καί Ίεράν Παρά δοσιν καί ’Ορθόδοξον Εκκλησίαν καί γενικώς την πίστιν της ’Ορθοδοξίας. Ό κοινωνών Δημητρίω αίρέσει κοινωνεΐ. Ό μνημονεύων Δημήτριον συναπάγεται μετά τούτου τή αιρετική άπωλεία... Ό πατριάρχης, λοιπόν, Δημήτριος καί οί σύν αύτω κατά τούς Ί. Κανόνας είναι καί άφωρισμένοι καί καθηρημένοι... Οί μή κοινωνοϋντες Δημητρίω καί τοϊς σύν αύτω είναι «τιμής καί άποδοχής άξιοι, ώς οί ’Ορθόδοξοι», παραγγέλουσιν οί άγιοι διά τοΰ άγιου Σωφρονίου Ιεροσολύμων (Ε.Π. 87, 33693372) καί τοΰ ΙΕ' Κανόνος τής Πρωτοδευτέρας Συνόδου». (Καλή 'Ομολογία, 1.1/80).
Μετά τά άνωτέρω άντιλαμβάνεται κανείς πόσο ματαιοπονούν όσοι προσπαθούν, κληρικοί ή λαϊκοί, νά δικαιολογήσουν τήν άντικανονικότητα τής ημερολογιακής καινοτομίας. Μεταξύ αύτών καί ό ’Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος, ό όποιος σέ σχετική μελέτη του άπό τό 1982 προσπαθεί νά άμνηστεύση τάς ένεργείας τού συναδέλφου του Χρυσ. Παπαδοπούλου καί νά καταδικάση συγχρόνως τήν άντίδρασιν τού πιστού λαού!
’Εσχάτως τόν έμιμήθη καί ό κ. Δ. Κόκορης, τονίζων σέ σχετική μελέτη του, ότι ήτο επιβεβλημένη ή άλλαγή τού ήμερολογίου, άδιαφορών άν μέχρι σήμερα τό 80% τού όρθοδόξου πληρώματος τής γης άκολουθεΐ τό παλαιόν έορτολόγιον! Έρωτώμεν: ’Αφού ήτο λοιπόν έπιβεβλημένη καί όρθή ή αλλαγή, τότε διατί έώρτασαν τό 1999 όλοι οί «όρθόδοξοι» Προκαθήμενοι ατά 'Ιεροσόλυμα μέ τό παλαιόν τά Χριστούγεννα; Δυστυχώς τό πείσμα τής καινοτομίας έχει πάντοτε ώς κατάληξιν τήν κακοδοξίαν, πού τόσο φανερά άκολουθούν σήμερα οί καινοτόμοι...
Τά ψεύδη των νεοημερολογιτων
Τό δυστύχημα είναι, ότι ένώ οί νεοημερολογιτες κληρικοί καί λοιποί θεολόγοι βλέπουν τήν προδοσία τής Πίστεως πού συντελεϊται πλέον άπροκαλύπτως, όχι μόνο δέν διαμαρτύρονται καί δέν διαχωρίζουν ευθύνες, άλλά γιά νά συγκρατήσουν τόν εύσεβή Λαό τού Θεού πού σκανδαλίζεται από τίς παρασπονδίες των ποιμένων του, ψεύδονται καί άλλου. Διαδίδουν δηλαδή, ψευδόμενοι έν γνώσει τους, ότι των «Παλαιοημερολογιτών» τά μυστήρια δέν άναγνωρίζονται άπό τήν Πολιτεία.
Δυστυχώς όμως γι’ αύτούς καί μέ αύτό τό ένσυνείδητο ψεύδος τους δείχνουν πόσο ή καινοτομία τού ήμερολογίου καί ή αϊρεσις τού «Οικουμενισμού» τούς έχουν άπομακρύνει άπό τήν άλήθεια καί τήν άγάπη τού Χριστού, διότι οί Κληρικοί τών Παλαιοημερολογιτών:
α) Αναγνωρίζονται άπό τό κράτος ώς ’Ορθόδοξοι Κληρικοί.  (40)
β) Τελούν άνεμπόδιστα όλες τίς ’Ορθόδοξες 'Ιεροπραξίες σέ ιδιαιτέρους Ναούς, οί όποιοι λειτουργούν ή άνεγείρονται μέ κανονική άδεια.  (41)

γ) Τά τελούμενα άπό αυτούς Ιερά Μυστήρια (Βαπτίσεις, Γάμοι) άναγνωρίζονται υπό τής Ελληνικής Δικαιοσύνης.
δ) Καί καταχωρούνται στά Ληξιαρχικά Βιβλία τοϋ Κράτους.
ε) Όλα αύτά τά έπιβεβαιώνει ή δήλωσις τού Υπουργείου Παιδείας καί Θρησκευμάτων, πού αποτελεί μέρος τού νέου Ελληνικού Συντάγματος (1975): «Οί ούτως αύτοαποκαλούμενοι Γνήσιοι ’Ορθόδοξοι Χριστιανοί Παλαιόημερολογιται δύνανται νά τελούν άκωλύτως τά λατρευτικά των καθήκοντα» (Μητρ. Κυπριανού, μν. έργ., σ. 33).91/1.6.1982. Επίσης Εγκυκλίους 'Υπουργείου Δικαιοσύνης ύπ. άριθμ. 132010/17.12.1966, 40289/14.4.1967 καί 33159:18.3.1969. Καί τό κυριώτερον τήν γνωμοδότησιν της Όλομελείας ιών Νομικών Συμβούλων Διοικήσεως ύπ. άριθμ. 749/1986 καί υπό ημερομηνίαν 17ης Σεπι. 1986 (γενομένην δεκτήν καί άπό άρμόδιον Υπουργόν), διά της οποίας έκρίθη, καί μάλιστα διά συντριπτικής πλειοψηφία, ότι διά τήν άνέγερσιν Ιερών Ναών Γνησίων ’Ορθοδόξων Χριστιανών άρκεί ή έφαρμογή τών Γενικών Πολεοδομικών Διατάξεων καί μόνον. (Μητρ. Κυπριανού, μν. έργον, σ. 33).



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |