ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Αληθινά παραμύθια

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

Αληθινά παραμύθια



Φώτης Κόντογλου
Αληθινά παραμύθια

ΠΟΛΟΙ ΔΙΑΒΑΣΑΝΕ στά μικρά χρόνια τους κάποια βιβλία μέ ταξίδια καί μέ παραμύθια, κ’ ίσως ταξιδεύανε μέ τή φαντασία τους, νομίζοντας πώς περνούσανε εκείνες τίς περιπέτειες πού είχανε διαβασμένες καί πώς βλέπανε εκείνες τίς παράξενες τοποθεσίες. Πότε θά γινόντανε θαλασσινοί καί καπετανοί καί κυβερνούσανε κάποιο μεγάλο καράβι πού άρμένιζε σέ μακρινές θάλασσες, πότε θά παλεύανε μέ φουρτούνες κι άνεμοζάλες, πότε θ’ άράζανε σέ κάποια ξωτικά νησιά μέ ά-γριανθρώπους καί μέ παράξενα άγρίμια, πότε θά κυνηγούσανε τά θεριόψαρα τού ώκεανοϋ. Άλλη φορά πάλι ή φοβερή φουρτούνα θά βούλιαζε τό καράβι τους κ’ οί άγριεμένες θάλασσες θά τούς πετούσανε άπάνω στούς βράχους, καί βγαίνανε μισοπεθαμένοι σ’ ένα ρημονήσι, καί ζούσανε ολομόναχοι σέ κείνο τό ρημονήσι, ξεχασμένοι από τόν κόσμο, σάν τόν Ρομπινσονα Κροΰσο.Παρεκτός άπό τή θάλασσα, άλλες φορές θά βρισκόντανε μέ τή φαντασία τους στά βάθη τής Αφρικής, μέσα στις ζούγκλες, ανάμεσα σέ λιοντάρια, σέ ρινόκερους, ζαρκάδια, ιπποπόταμους, κροκόδειλους, καί σέ άγριους άραπάδες άνθρωποφάγους, πού τούς πιάνανε καί τούς σφαλούσανε σέ μιά καλύβα γιά νά τούς θυσιάσουνε τήν άλλη μέρα, κι άκούγανε όλη τή νύχτα τ’ άραπομάνι πού ούρλιαζε καί χόρευε. Μά καταφέρνανε καί φεύγανε κρυφά, καί χωνόντανε στά πυκνά δάση, κ’ ύστερ’ άπό πολλά βάσανα γλυτώνανε. 



Άλλη φορά πάλι θά γινόντανε κυνηγοί καί θά κυνηγούσανε θηρία άγρια, λιοντάρια, άρκοΰ- δες, τίγρεις, ύαινες, ελέφαντες. Ζούσανε μέσα σέ δάση μέ θεόρατα καί πυκνά δέντρα, σέ κάποιες τοποθεσίες έξαίσιες, πού κελαϊδούσανε μυριάδες πουλιά μέ λογής-λογής χρώματα. Άπό τά κλαδιά κρεμόντανε μέ τήν ουρά πλήθος μαϊμούδες. Σέ κείνα τά μέρη οί αράχνες ήτανε μεγάλες ίσαμε πορτοκάλια, μέ ποδάρια μακριά τρεις καί τέσσερις πιθαμές, οί μερμήγκοι ήτανε ίσαμε γαρίδες, οί χελώνες ταξιδεύανε μαζεμένες εκατομμύρια, ή μια κοντά στην άλλη, οσο εφτανε το μάτι σου, κι ο,τι τυχαινε μπροστά τους τό λιώνανε, τό άλέθανε μέ τά σκληρά καύκαλά τους.
Αυτά κι άλλα θά βλέπανε πολλά παιδιά μέ τή φαντασία τους, σάν νά ζούσανε σέ τέτοιες ξωτικές χώρες καί θάλασσες, καί σέ άλλες, άκόμα πιό φανταστικές, δπως έκεΐνες πού διαβάζανε στά παραμύθια τού Σεμπάχ τού Θαλασσινού.
Κ’ εγώ πέρασα τά μικρά χρόνια μου μέ τά ταξίδια πού είχα διαβασμένα, άλλά είχα τή σπάνια τύχη οί τοποθεσίες πού ζοΰσα νά μοιάζουνε μέ κείνα πού είχα στό νού μου, καί τά ταξίδια μου νά μήν είναι όλότελα φανταστικά, άλλά σέ πολλά ήτανε άληθινά, κ’ ή φαντασία μου τά τελειοποιούσε. Γιατί, τό μέρος πού γεννήθηκα κ’ έζησα μικρός, έμοιαζε σέ πολλά μέ τά παράξενα μέρη πού είχα στή φαντασία μου άπό τά διαβάσματα κι άπό τις ιστορίες πού είχα άκούσει. Βέβαια δέν είχε άγριανθρώπους άνθρωποφάγους (κι αυτό τό πράγμα τό εΐχα μεγάλο παράπονο), δέν είχε ζούγκλες καί θεόρατα βαοβάβ, μήτε κροκόδειλους, μαϊμούδες, ιπποπόταμους, καμηλοπούλια κι άλλα τέτοια ζωντανά, είχε όμως παράξενες θάλασσες, μπουγάζια, κόρφους, άγκάλες, κάβους, ταλιάνια, νησάκια ξωτικά καί ρημονήσια, αλυκές, σκυλόψαρα, χελώνες, ψάρια καί θαλασσινά κάθε λογής, φουρτούνες, ρέματα, άγριόχηνες, πελεκάνους, άγριόπαπιες, μπαλουκτσήδες, γλάρους, θαλασσοχελίδονα κι άλλα θαλασσινά πουλιά. Κ’ ή στεριά, είχε κι αυτή κάμποσα άγρίμια κι άγριοπούλια, λαγούς κοπάδια, νυφίτσες, κουνάβια, αλεπούδες, τσακάλια, άσβούς, φίδια, άγριογούρουνα, ώς καί οϋγαινες, τά λεγάμενα άντίτσια, πού ξεθάβουνε τούς πεθαμένους καί τρώνε τούς γαϊδάρους καί τούς σκύλους. Μάλιστα, μιά φορά, ξέπεσε σ’ αυτά τά μέρη καί μιά λεοπάρδαλη, καί τη σκοτώσανε, καί κρεμάσανε την προβιά της στό Κονάκι. Άπό πουλιά είχε αϊτούς, άγιούπες, γεράκια, λελέκια, πέρδικες, τρυγόνια, μπεκάτσες, συκοφάγους, τσαλαπετεινούς, κι δ,τι άλλο πουλί βρίσκεται στην Ανατολή.
Λοιπόν, τόν καιρό πού ήμουνα παιδί, είχα τήν τύχη νά ζώ μέσα σέ μιά τέτοια φύση, πού έμοιαζε κάμποσο μέ τις χώρες πού ταξιδεύανε οί περιηγητές τοϋ Ιουλίου Βέρν, κ’ οί τυχοδιώχτες πού ήτανε μαζί μέ τόν Κολόμπο, μέ τόν Πιζάρο, μέ τόν Κορτέθ, κ’ οί κουρσάροι πού τριγυρίζανε στις θάλασσες καί στά μακρινά νησιά. Μάλιστα, τό δικό μου τό βασίλειο βρισκότανε τριγυρισμένο άπό τά νερά πού πρωτοβγήκανε οί κουρσάροι, στ’ άρχαΐα χρόνια, στό μπουγάζι πού είναι άνάμεσα στή στεριά τής Ανατολής καί στή Μυτιλήνη. Έκεΐ πέρα φανερωθήκανε τά πρώτα κουρσάρικα πού κλέβανε τις πλούσιες πολιτείες τής Ανατολής, βγαίνοντας άπό τις φωλιές τους πού βρισκόντανε απάνω στά νησιά, πριν άπό τόν πόλεμο τής Τρωάδας. Ύστερότερα, φανερωθήκανε σ’ αυτά τά νερά άμέτρητα πλεούμενα πού καταγινόντανε στό κοϋρσος, τά περισσότερα άπό τή Μυτιλήνη. Κουρσάρικα βγαίνανε κι άπό τή Μίλητο (πού τώρα είναι έρημη), μά τά περισσότερα φωλιάζανε στή Σάμο, πού βασιλιάς της ήτανε ό Πολυκράτης, ό άρχικουρσάρος.
Αλλά καί στά κατοπινά χρόνια βγήκανε πολλά τέτοια σκυλόψαρα άπό τά νερά πού είπα, καί κουρσεύανε ολάκερο τ’ Άρχιπέλαγο. Ξακουστός στάθηκε ένας άρχικουρσάρος άπό τά σημερινά Μοσχονήσια, πού τόν λέγανε Μόσκο, απ’ όπου καί πήρανε τ’ όνομά τους. Ύστερότερα φανερώθηκε ό κοσμοξακουσμένος Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσας, ό πατριάρχης των κουρσάρων, γεννημένος στή Μυτιλήνη. Τά πρώτα κατορθώματά του τά έκανε στά νερά πού γεννήθηκα.
Καταλαβαίνει κανένας πόσες ιστορίες καί παραμύθια γυρίζανε μέσα στό μυαλό μου καί θρέφανε τή φαντασία μου, πού ήτανε καί δυνατή, έπειδής είχα γεννηθεί μέσα σέ τέτοια φύση.
Τό δικό μου τό βασίλειο είχε αύτά πού εϊπα, είχε όμως καί κάποια πράγματα πού δέν τά είχανε οί ξωτικές χώρες καί τά μακρινά νησιά. Ήτανε στολισμένο μέ κάμποσα ξωκκλήσια καί ρημοκκλήσια, πού μοσκοβολούσανε άπό τήν εύωδία τής Όρ θοδοξίας. Ή ψυχή μου θράφηκε μέ τά μυστήρια τής Εκκλησίας, κ’ ή πίστη συνταιριάστηκε μέσα μου μέ τήν άγάπη τής φύσης, καί τής άπλής κι αληθινής ζωής πού ζεΐ κανένας μέσα σ’ αύτή. Τούτη ή ζωή μ’ έκανε νά νιώθω λεύτερο τόν εαυτό μου, νά βλέπω καί νά αίσθάνουμαι καθαρά κι απλά, δίχως ψευτιές καί μικρολογίες.
Ζοΰσα άνάμεσα σέ άνθρώπους πού ήτανε σάν τούς άρχαί- ους. Στή στεριά ήτανε οί ξοχάρηδες, οί τσομπάνηδες, οί κυνηγοί, οί καρβουνιάρηδες, οί κεραμιδάρηδες, κι αυτοί οργώνανε, άλωνίζανε, λιχνίζανε, τρυγούσανε, μαζεύανε ελιές, βοσκούσα- νε τά γιδοπρόβατα, άρμέγανε, τυροκομούσανε, κυνηγούσανε τ’ άγρίμια καί τά πουλιά, καίγανε κάρβουνα, κάνανε κεραμίδια. Στή θάλασσα πάλι ήτανε οί ψαράδες, μέ λογιών-λογιών ψαρόβαρκες καί μέ διάφορα δίχτυα, οί βαρκάρηδες, οί άνθρώ- ποι τής άλυκής, κ’ οί καραβοκύρηδες, πού είχανε λογιών-λογιών σκαριά, αχταρμάδες, μπρατσέρες, περαμάτες, μπομπάρ- δες, τσερνίκια, πένες, κι άλλα καράβια.
Άπ’ όλους αυτούς έμαθα κάποια πράγματα τής τέχνης τους. Ή θάλασσα όμως μέ τραβούσε περισσότερο. Ή βουή της μέ νανούριζε στήν κούνια μου. Ήξερα όλα τά καθέκαστα τού
μπουγαζιού, κάθε κάβο, κάθε νησάκι, κάθε ξέρα, κάθε πέτρα. Σάν τό θαλασσοπούλι χαιρόμουνα νά βουτώ στά νερά καί νά δροσίζουμαι, σέ μπουνάτσα καί σέ θαλασσοταραχή. Όποτε έπαιρνε βοριάς φρέσκος, κατέβαινα στή βορινή ακροθαλασσιά του νησιού μου καί καθόμουνα ώρες άτελείωτες κοιτάζοντας τις άφρισμένες θάλασσες πού ερχόντανε από τό πέλαγο ή μιά πίσ’ άπό τήν άλλη καί πέφτανε απάνω στά μαύρα βράχια μέ φοβερά μουγκρίσματα. Ό βρόντος πού κάνανε, άνακατωμέ-νος μέ τόν σάλαγο τού πελάγου καί μέ τό βούϊσμα τού ανέμου, μέ κούφαινε, δέν άκουγα τίποτα. Οί άφροί μέ ραντίζανε μέ τ’ αρμυρό νερό πού τό ’νιωθα στά χείλια μου, καί χαιρόμουνα όσο κανένας άνθρωπος στόν κόσμο. Άνέσαινα βαθιά τή δροσερή έκείνη άρμη, κ’ ένιωθα πώς είχα ζήσει αιώνες, γεμάτος υγεία καί δύναμη.
Δάσκαλός μου στά θαλασσινά στάθηκε ένας γεροναυτικός, Ρόγκος λεγόμενος, μιά άνθρωπάρα γίγαντας, βουτηχτής, σφουγγαράς, καπετάνιος, κουρσάρος. Ωστόσο ήτανε καλότατος άνθρωπος, ψυχή άκακη κ’ ήμερη. Μέ σήκωνε στήν άγκαλιά του, πήγαινε καί μέ βουτοΰσε στή θάλασσα, καί μοΰ ευχότανε νά γίνω καπετάνιος. Μοΰ σκάρωνε καράβια διάφορα σκαριά, μέ λογιών-λογιών άρματωσιές. Θεός σχωρέσ’ τον!
Σάν μεγάλωσα, γίνηκα τέλειος θαλασσινός. Μαζί μ’ έναν καραβομαραγκό σκαρώσαμε ένα τρεχαντήρι καί τ’ άρματώσαμε μέ πανί σακολεβίσο. Δυό φορές κιντύνεψα μ’ αυτό τό καΐκι, μά δέν πνίγηκα. Πνιγήκανε όμως δυό άνθρώποι δικοί μου, μιά χειμωνιάτικη μέρα. Ή βάρκα αναποδογυρίστηκε καί βούλιαξε, λίγο άνοιχτά άπό τό μέρος όπου τήν είχαμε σκαρώσει.
Πρωτύτερα είχα δυό βάρκες πιό μικρές. Ψάρευα, τριγύριζα μέσα στούς κόρφους καί στις άγκάλες, περνούσα άπάνω στά νησιά, δέ λογάριαζα μήτε φουρτούνα, μήτε τίποτα. Έτυχε νά μέ κλείσει ή κακοκαιρία όλομόναχον άπάνω σ’ ένα ρημονήσι,
καινά ζήσω σέ μιά σπηλιά, ώς πού καλοσύνεψε. Πολλές φορές νυχτωνόμουνα σέ άγριες ερημιές, καί κοιμόμουνα τρυπωμένος κάτω από την πλώρη, σκεπασμένος μ’ ένα καραβόπανό. ’Άκουγα τά τσακάλια νά ουρλιάζουνε, καί νά ’ρχουνται κοντά στό μέρος πού είχα φουνταρισμένη τή βάρκα μου, καί φχαρι- στιόμουνα πού ήμουνα άσφαλισμένος, μακριά άπό τή στεριά, καί τ’ άγρίμια δέν μπορούσανε νά ζυγώσουνε στή βάρκα. Μ’ έπαιρνε ό ύπνος καί κοιμόμουνα μακάριος.
Πόσο παρηγοριέμαι όποτε φέρνω στόν νοϋ μου κείνη τή ζωή, πού δέ μοιάζει σέ τίποτα τούτη πού περνούμε, βουτηγμένοι στήν ψευτιά, στήν κακομοιριά καί στήν άνυπόφορη μονοτονία!

Πρώτη εισαγωγή  και δημοσίευση κειμένων  στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο
ΤΟ ΑΙΒΑΛΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ - ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ   
Η  επεξεργασία, επιμέλεια  μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο, για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο:
©  ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
http://www.alavastron.net/


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |