ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Ο Αιγαιοκρητικός Πολιτισμός και η Παλαιστίνη

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Ο Αιγαιοκρητικός Πολιτισμός και η Παλαιστίνη



Έλληνες τής Βίβλου
Αγγελος Σακέτος
Ο ΑΙΓΑΙΟΚΡΗΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ

Οι Φιλισταίοι, ως γνωστόν, κοσμούσαν τα πήλινα φέρετρά τους με πρόσωπα, όπως της εικόνας μας

Τι αναφέρει ο μεγάλος πανεπιστημιακός δάσκαλος Παναγιώτης I. Μπρατσιώτης για την ελληνική καταγωγή των Φιλισταίων και τον πολιτισμό που προσέφεραν στην Μέση Ανατολή!..
Ανοίγοντας μια οποιαδήποτε εγκυκλοπαίδεια θα διαβάσουμε, ότι οι Φιλισταίοι ήταν ένας λαός σημιτικής η ελληνοπελασγικής καταγωγής, που ξεκίνησε πιθανότατα από την Κρήτη και εγκαταστάθηκε στην Παλαιστίνη, όπου εισήγαγε τον ελληνικό πολιτισμό. Έκαναν πειρατικές επιδρομές εναντίον των Φοινίκων και κυρίευσαν τη Σιδώνα και κατόπιν εναντίον των Ισραηλιτών, έως την εποχή του Δαβίδ, που τους υπέταξε οριστικά. Από τότε υποτάχθηκαν διαδοχικά στους Πέρσες, τους Μακεδόνες και τους Ρωμαίους.
Έχουν, όμως, έτσι τα πράγματα;
Πριν λίγα χρόνια ο γράφων, παρουσιάζοντας μία τηλεοπτική εκπομπή για τις σχέσεις του Ιησού με τους Έλληνες με προσκεκλημένο τον Πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Δ. Μεταλληνό (Τηλετώρα, 22 Νοεμβρίου 1998), είχα την ξεχωριστή τιμή να μιλήσω για τον μεγάλο πανεπιστημιακό διδάσκαλο της Θεολογικης Σχολής Παναγιώτη I. Μπρατσιώτη, καθώς και για τον γιο του, εξίσου σημαντικό επιστήμονα, Νικόλαο Π. Μπρατβιώτη, που είχε την ευγενή καλοσύνη να μου αποστείλει «ιδίοις χερσί» μία πολύ σημαντική εργασία του πατρός του.




Ποια ήταν αυτή η εργασία;
Ο Παναγιώτης Μπρατσιώτης, στις 8 Φεβρουάριου 1926, ως Καθηγητής της Βιβλικής Ιστορίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, έκανε ένα εναρκτήριο μάθημα στην αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου με θέμα: «Οι Φιλισταίοι και ο Αιγαιοκρητικός πολιτισμός εν Παλαιστίνη».
Έχοντας προ οφθαλμών την ως άνω εργασίαν, που είναι δημοσιευμένη στην Επιστημονική Επετηρίδα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Τόμος πρώτος, Αθήνα 1926, και αφού ήλθα σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον εξαίρετο πανεπιστημιακό διδάσκαλο Νικόλαο Μπρατσιώτη (Τετάρτη, 1η Δεκεμβρίου 2004), έλαβα την έγκρισι δημοσιεύσεως εκτενών αποσπασμάτων της πραγματικά πολύ σημαντικής αυτής εργασίας του πατρός του, η οποία διαιρείται σε τρία (3) κεφάλαια:
Α) Ονομασία και καταγωγή των Φιλισταίων.
Β) Χώρα και σύντομος ιστορία των Φιλισταίων.
Γ)Ο  Αιγαιοκρητικός πολιτισμός εν Παλαιστίνη.
Επιλεκτικά, λοιπόν, δημοσιεύουμε ορισμένα αποσπάσματα από την ως άνω εργασία, που, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής:
Α) Ονομασία και καταγωγή των Φιλισταίων.
«Εν τη εβραϊκή Π.Δ. οι Φιλισταίοι λέγονται Pelischtim και σπανιώχερον Pelistijim, όπερ οι θ’ που μεν μεταγράφουσι Φυλιστιείμ2 (ή Φιλιστιείμ), που δε αποδίδουσι διά του αλλόφυλοι, δι’ ού υποδηλούται η μεταξύ του λαού τούτου και του Ισραήλ ιστορική αντίθεσις, άπαξ δε χαρακτηριστικός διά του Έλληνες3. Ο δε Ιώσηπος λέγει αυτούς Φυλιστίνους και Παλαιστίνους4. Άλλη δε ουχί ασυνήθης εν τη Π.Δ. ονομασία αυτών είναι το απερίτμητοι5 (arelim), ήτις ιδιότης των Φιλισταίων επανειλημμένους αναδεικνύεται ενταύθα. Η δε χώρα αυτών, ήτις εν τη Π.Δ. εμφανίζεται κατέχσυσα την προς την Μεσόγειον νότιον παραλίαν της Παλαιστίνης από Ιόππης προς βορράν μέχρι Γάζης και Ραφίας προς νότον, ελέγετο υπό των Εβραίων είτε Erets Pelischtim1 τ.ε. γη (των) Φιλισταίων (γη αλλοφύλων κατά τους θ’) είτε Pelescheth2, όπερ ο Ιώσηπος αποδίδει διά του ηροδοτείου Παλαιστίνη3. Άξιον δε προσοχής και σημειώσεως είναι ότι το εξηλληνασμένον όνομα τούτο, δι’ ού ωνομάσθη το πρώτον η χώρα των Φιλισταίων, μετεδόθη ήδη υπό του Ηροδότου4, έπειτα δε και υπό των μεταγενεστέρων Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων (Πτολεμαίου, Πλινίου, Κασσίου, Δίωνος κ.λπ.) εις όλην την γην Χαναάν, ήτις και άχρι του νυν φέρει συνήθως το όνομα Παλαιστίνη. Επί δε των ασσυριακών μνημείων η Φιλισταία λέγεται Palastu καν Pilistu και Pilista.
Περί του λαού τούτου γινώσκει η Π. Διαθήκη, ότι δεν είναι ούτε σημιτικής καταγωγής ούτε αυτόχθων εν Παλαιστίνη, αλλ’ έπηλυς λαός προελθων εκ του Caphtor5 και καταγόμενος από των Χασλουχείμ ή Χασμω
νιείμ (O’)6, ή, κατ’ άλλην πιθανωτέραν ανάγνωσιν του σχετικού χωρίου εν το καταλόγω των λαών της Γενέσεως, από τον Χαφθορνείμ ή Γαφθοριείμ. Η δε βραχυλογία καν αοριστία των μαρτυριών τούτων εγένετο αφορμή ποικίλων εκδοχών περί τε της σημασίας των μνημονευθεισών ονομασιών κα; περί της καταγωγής των Φιλισταίων, και ταύτα μάλιστα προ της νεωτέρας αρχαιολογικής εξερευνήσεως της Εγγύς Ανατολής. Ούτως, ήδη παλαιότατοι ερμηνευταί της Π.Δ., εν οις καν οι Ο’ και η Vulgata, εξέλαβον ως Caphtor την μικρασιατικήν Καππαδοκίαν". Εκ δε των ιστοριοδιφών, παλαιοτέρων τε και νεωτέρων, τινές μεν, ως ο Heeren και νεωστί ο Schwally, εξέλαβον τους Φιλισταίους ως σημιτικής καταγωγής· άλλοι δε, ως ο περίφημος εβραιολόγος Gesenius, τελευταίως δε μόλις και ο καθολικός Schopfer8, σχετίσαντες το θέμα το όνομα Φιλισταίος προς το αιθιοπικόν falasa = μεταναστεύειν καν παραχθέντες εκ της υπό των Ο’ συνήθους αποδόσεως της λέξεως διά του αλλόφυλος, εξέλαβον αυτό γενικώς εν τη εννοία του μετανάστης, ως κατ’ αυτούς θ’ απεκάλεσαν τους εις την χώραν αυτών επήλυδας τούτους οι Χαναναίοι ή οι Εβραίοι. Άλλοι δε, ως παλαιότερον ο Hitzig, νεωστί δ’ ο Husing1 icat ο έγκριτος Γερμανός αρχαιολόγος βαρώνος ν. Lichtenberg2, ταυτίζουσι το Φιλισταίος προς το Πελασγός, ών λέξεων οι πλείστοι των φθόγγων συμφωνούσιν. Άλλοι πάλιν εξέλαβον ως Caphtor την νήσον Κύπρον (Michaelis, Schultess κ.λπ.)· άλλοι τόπον τινά παρά το Δέλτα του Νείλου (Ebers, Halevy κ.λπ.) και άλλοι την Κιλικίαν, εν οις και ο W. Max Muller παλαιότερον, εγκαταλιπών βραδύτερων την γνώμην ταύτην. Άλλοι τέλος, εν οις εκ των παλαιοτέρων ήδη ο Calmet, ο Rosenmuller και ο Hitzig3,
προ της επισταμένης εξερευνήσεως των αιγυπτιακών μνημείων και προ της επιχειρήσεως των εν Κρήτη και Παλαιστίνη ανασκαφών καν δη επί τη βάσει μόνον ολίγων ενδείξεων των φιλολογικών μνημείων και οιονεί διά της επιστημονικής αυτών διαισθήσεως, ήκασαν ότι το Caphtor ήτο η Κρήτη, άρα δι’ ότι και οι εξ αυτού προερχόμενοι Φιλισταίοι ήσαν κρητικής καταγωγής. Είναι δε αι λόγω ενδείξεις αι εξής: α’) Παρά τω Ιερεμία (μζ’ 4, κατά δε τους Ο’ κδ’ 4) το Caphtor χαρακτηρίζεται ως νήσος· β’) εν τοις βίβλοις των Βασιλειών γίνεται πολλάιας λόγος περί στρατιωτικής τίνος δυνάμεως, υπό τας διαταγάς του Βαναία (Benaja) διατελούσης και αποτελούσης την σωματοφυλακήν του βασιλεως Δαυίδ, ονόματι Hakkerethi και Happelethi4, (οι Χερεθθί και Φελεθί κατά τους θ’), περί ων επ’ ίσης πολλαί εξηνέχθησαν εικασίαι και οίτινες κατά την επικρατούσαν σήμερον εκδοχήν ουδέν άλλο είναι ειμή Κρήτες καν Φιλισταίοι, της δευτέρας λέξεως προσαρμοσθείσης προς την πρώτην κατά την παρήχησιν1, άρα δε και ενταύθα δεν πρόκειται ή περί δύο συγγενικών φυλών ή, όπερ πιθανώτερον περί ταυτισμού αυτών· γ’) όπερ και το σπουδαιότατον, η εν τη A ’ Βασιλειών, κεφαλαία» λ’ και στίχω 4 χώρα των Χερεθθί λέγεται αμέσως εν τω στίχω 16 γη των Φιλισταίων2· δ’) παρ’ Ιεζεκιήλ (κε’ 15,16) και Σοφονία (β’ 5) Φιλισταίοι και Χερεθθεί είναι σχεδόν συνώνυμα· ε’) οι Ο’ μεταφράζουσιν ενιαχού το Χερεθθεί διά του Κρήτες3. Χαρακτηριστικόν δ’ επ’ ίσης είναι, ότι εν Ησαΐου θ’ 12 οι μεταφράσται ούτοι ονομάζουσι τους Φιλισταίους Έλληνας. Εκ πάντων δε τούτων συνήχθη, ότι εν τη συνειδήσει των τε συγγραφέων της Π.Δ. και των θ’ μεταφραστών, οι Φιλίσταίοι ή τουλάχιστον μοιρά τις αυτών, οι Χερεθθί, ήσαν κρητικής προελεύσεως...»Εξηγώντας δε μέσα από τις αρχαιολογικές ανασκαφές πώς επιβεβαιώνονται οι πληροφορίες, που θέλουν ελληνικής προελεύσεως τους Φιλισταίους, συνεχίζει:«...Αλλά συγκριτική μελέτη των αιγυπτιακών μνημείων και των εν Κρήτη και Παλαιστίνη αρχαιολογικών καλλιτεχνικών ευρημάτων διαφωτίζει ημάς πληρέστερον περί τε της εκ του Αιγαίου και δη και της κρητικής καταγωγής των Φιλισταίων, περί τε του τρόπου καν του χρόνου της εν Παλαιστίνη εγκαταστάσεως αυτών. Εκ των αιγυπτιακών δηλ. μνημείων και εξ άλλων ιστορικών τεκμηρίων πληροφορούμεθα, ότι το από της ΙΔ’  ΙΒ’ εκατονταετηρίδος διάστημα υπήρξε περίοδος σφοδρός εν τη ανατολική Μεσογείω ανησυχίας, προκαλουμένης εκ ζωηρότατης κινήσεως μικρών φυλών, ων αι πλείσται φέρουσιν ονόματα υπομιμνήσκοντα ημάς ονομασίας τόπων και λαών της Μ. Ασίας1. Αι δε φυλαί αύται, αίτινες πολλά πράγματα παρέσχον τω αιγυπτιακώ κράτει αποκαλούνται επί των αιγυπτιακών μνημείων ουχί πλέον Keftiu αλλά «λαοί της θαλάσσης» και «βόρειοι», ως εκ της προελεύσεως αυτών. Ήδη επί του φαραώ Ραμεσή Β’ (12421226) συγκαταλέγονται εν τοις πολεμίοις αυτού, ως «σύμμαχοι των Χετταίων», εν τη μάχη της παρά τον Ορόνταν Qades μισθοφόροι εκ μερών της Μεσογείου, ονομαζόμενοι Lukki ή Lukka (Λύκιοι), Dardeny (Δάρδανοι), Musa (πιθανώς Μυσοί) καν Yewanna (ΐωνες). Αν φυλαί δε αύται ομού μετά των Akaiwascha (οίτινες είναι πιθανώτατα οι Αχαϊκοί) παρέχουσιν ολίγον βραδύτερον πράγματα εις τον φαραώ Memephtah (12251215). Και ιδού μετ’
ολίγον, κατά το 8ον έτος της βασιλείας Ραμεσή Γ’ (περί το 11981167), συγχρόνου περίπου τω Ιησού τω Ναυή, σημειούται η φοβερωτάτη επιδρομή πολυαρίθμων τοιαύτων φυλών, μεταξύ των οποίων διακρίνονται οι Dano ή Danona (πιθανώτατα Δαναοί), οι Vaschascha και μάλιστα οι Zakkara ή Zakkari2 ή Zakkala ή Takkara (πιθανώτατοι οι τευκροί της ελλην. παραδόσεως), και οι Purasata ή Purasti ή κατ’ άλλην ανάγνωσιν Pulasata ή Pulasti, των Αιγυπτίων αντί του ξένου αυτοίς φθόγγου 1 μεταχειριζόμενων το r. Η τελευταία δ’ αύτη φυλή, ήτις, ως μνημονευόμενη πάντοτε πρώτη, φαίνεται ότι ήτο και η πρωταγωνιστούσα εν τη περί ής ο λόγος κινήσει κατά την, διά της ερεύνης του W. Max Muller, ορθήν αποδειχθείσαν παρατηρησιν του πολλού αιγυπτιολόγου Champollion (+1832), ουδέν άλλο είναι, ενμή οι ημέτεροι Φιλισταίοι. Αι μνημονευθείσαι δε φυλαί, μικρασιατικής και δη και πιθανώς Καρίας κατά το πλείστον καταγωγής3, πιεζόμεναι ίσως εν Μ. Ασία, ένθα μετά των Zakkari είχον και οι Pulasata εκ Κρήτης ου προ πολλού καταφύγει, εισώρμησαν νυν εις την χώραν των Χετταίων και εκείθεν προελαύνοντες εισέβαλον εις την Συρίαν και εξεχύθησαν προς την Παλαιστίνην, διά της παραλίας της οποίας έφθασαν μέχρι των ορίων της Αιγύπτου προς αναζήτησιν κρείσσονος τύχης, συμφώνως προς το περυιλανητικόν πνεύμα της αρίας φυλής. Τω όντι δε περί αναζητήσεως κρείσσονος τύχης προύκειτο, ως τεκμαιρόμεθα εκ του γεγονότος, ότι οι επιδρομείς συνωδεύοντο υπό γυναικών και τέκνων καν υπό των υπαρχόντων αυτών, μεταφερομένων επί δίτροχων οχημάτων υπό βοών συρόμενων, και ουχί περί επιχειρήσεων πειρατικών, καθώς ήκασάν τινες παραχθέντες υπό της φρασεολογίας των αιγυπτιακώνεπιγραφών1. Κατά τον αυτόν δε που χρόνον, όσης συμπίπτει περίπου προς τον χρόνον του τρωικού πολέμου, κατά την παραδεδομένην2 χρονολογίαν (11941184), και παραλλήλως προς την χερσαίαν τούτην εκστρατείαν, κραταιός στόλος των «βορείων» τούτων, ως λέγονται εν ταις αιγυπτιακαίς επιγραφαίς, υπερβάς την Κύπρον, κατηυθύνετο προς την πλουσίαν της Αιγύπτου λείαν και εισελθών εις τα στόμια του Νείλου, ελυμαίνετο την περιοχήν του Δέλτα. Το αιγυπτιακόν κράτος από της επιδρομής των Ύξως δεν είχε διατρέξει φοβερώτερον κίνδυνον. Αλλά Ραμεσης ο Γ’ έσωσεν αυτό', αντεπεξελθών και αποκρούσας τους επιδρομείς κατά γην τε και θάλασσαν διά κραταιών επιχειρήσεων, ας απηθανάτισεν έπειτα το μεν δι’ επιγραφικών περιγραφών των γεγονότων επί των τοίχων του εις ανάμνησιν της νίκης εκείνης ιδρυθέντος υπ’ αυτού εν Medinet Habu ναού, το δε διά καλλιτεχνικής ενταύθα τε και αλλαχού αναπαραστάσεως της τε εισβολής των επιδρομέων και της κατ’ αυτών ναυμαχίας, του παλαιοτάτου τοιούτου είδους γεγονότος εν τη παγκοσμίω ιστορία, ού σώζεται ζωγραφική μαρτυρία. Ακριβώς δ’ ειπείν, η καλλιτεχνική αύτη αναπαράστασις των γεγονότων εκείνων έρχεται εις ενίσχυσιν σοβαρόν της περί αιγαίας και δη και κρητικής καταγωγής των Φιλισταίων εκδοχής. Διότι αι εν τοις αιγυπτιακοίς τούτοις καλλιτεχνήμασιν εικόνες των Φιλισταίων εμφανίζουσιν έντονον και πολλαπλήν ομοιότητα κατά τε το πρόσωπον, την τε ενδυμασίαν και την κόμην, προς τε τας μνημονευθείσας εικόνας των Keftiu και προς τα εν τοις κρητικοίς ευρήμασι του Arthur Evans και μάλιστα εν τω περίφημου κατά το έτος 1907 ανευρεθέντι και ακατανόητον εισέτι ιερογλυφικήν γραφήν φέροντι δίσκω της Φαιστού. Το άνευ γενείου πρόσωπον, το περίζωμα των ισχύων, το επίμηκες των ιδιότροπων πλοίων μεθ’ υψηλών πηδαλίων και πρό παντός το πανομοιότυπον πτερωτόν εν είδει περικεφαλαίας κάλυμμα της κεφαλής είναι τα κοινά γνωρίσματα των επί του δίσκου τούτου και επί των τοίχων του Medinet Habu εικονιζομένων1. Σύγκρισις δε των αιγυπτιακής ούτως ειπείν εκδόσεως εικόνων των Φιλισταίων προς εικόνας μυκηναϊκών καλλιτεχνημάτων αποδεικνύει, ότι και το είδος του υπό των Pulasata φορουμένου θώρακος και η μικρά στρογγυλή αστός αυτών είναι των συγχρόνων τη επιδρομή εκείνη μεταγενεστέρων Αιγαίων συνήθεια2.
Ουχί λοιπόν Σημίται, αλλά Αιγαίοι και δη Κρήτες3, τουλάχιστον μοίρά τις αυτών, οι λεγόμενοι Χερεθθί, ήσαν την καταγωγήν οι Φιλισταίοι, πιθανώς δε και οι Zakkari, οίτινες πιεζόμενοι, κατά την πιθανήν του ν. Lichtenberg εικασίαν, υπό της δωρικής εις την πατρίδα αυτών εισβολής, κατέφυγον εις την οπωσδήποτε οικείαν αυτοίς νοτιοδυτικήν Μ. Ασίαν, ένθα πάλιν μη ευρόντες ησυχίαν, συμμαχήσαντες δε και μετ’ άλλων φυλών συγγενικών, καρικής ίσως καταγωγής, επεχείρησαν τας μνημονευθείσας επιδρομάς. Των επιδρομών δε τούτων αποτέλεσμα προς τοις άλλοις ήτο και η έκτοτε, και δη είτε μικρόν μετά είτε μικρόν προ των μετά Ραμεσή του Γ’ συμπλοκών, παρά την ακτήν της Παλαιστίνης μόνιμος εγκατάστασις των τε Zakkari και των Pulasata, ήν δεν επέτυχε ν’ αποσόβηση ο των μερών εκείνων κυρίαρχος τότε μνημονευθείς Φαραώ και πολύ ολιγώτερον οι ανίσχυροι διάδοχοι αυτού. Και τους μεν Zakkari ευρίσκομεν ήδη περί 1100 π.Χ. εγκατεστημένους και ικανώς εν τω πολιτισμό) προηγμένους εν τη πόλει Dor (ελληνιστί Δώρα) προς νότον του Καρμή
λου, υπό ηγεμόνα τινα Bidir ονόματι, ως πληροφοροφούμεθα από του παπύρου Golenisc eff4, τους δε Φχλισταίους νοτιώτερον εν τη παρά την Μεσόγειον ευφόρω πεδιάδι Schefela, ένθα άλλοτε κατά την Π. Διαθ. Κατώκουν οι Ευαίοι5. Ούτω δε, άπαξ έτι η Παλαιστίνη αποβαίνει ό,τν πολλάκις υπήρξεν εν τη ιστορία τ.έ. τόπος συναντήσεως Δύσεως και Ανατολής.
Και υττήρξε μεν η προκειμένη εν Παλαιστίνη εγκατάστασις των Φιλισταίων εκείνη, αφ’ ης άρχεται ο πολιτικός και ο ιστορικός καθ’ όλου εκείνων, ως λαού πλέον, βίος, ούτως όμως δεν αποκλείεται το παράπαν και παλαιότερα εν τη χώρα ταύτη εγκατάστασις μικράς μοίρας των Φιλισταίων ή άλλης ατενώς συγγενικής αυτοίς πολεμοχαρούς φυλής, ήν προϋποθέτουσι και τινες πληροφορίαι της Π. Διαθήκης1, καθιστώσι δε πιθανήν το μεν η διά των εν Παλαιστίνη νεωτάτων ανασκαφούν διαπιστουμένη πρωϊμωτάτη (ήδη από των αρχών της β’ χιλιετηρίδος) πυκνή προς την χώραν ταύτην επικοινωνία αντιπροσώπων του αιγαίου πολιτισμού, το δε το γεγονός, ότι εκ τοσούτων άλλων επιδραμουσών τότε αιγαϊκής προελεύσεως φυλών μόνον ο των Φιλισταίων λαός μετά των συγγενών αυτοίς Zakkari προτιμά την Παλαιστίνην και ολόκληρος εγκαθίσταται εν αυτή, ελκόμενος πιθανώς υπό των συγγενικών προς την παλαιοτέραν εκείνην μοίραν δεσμών.
Οπωσδήποτε δεν πρόκειται περί μεγάλου ποσοτικώς λαού, αλλά περί λαού σπουδαίου πονοτικώς, γενναίου, εμπειροπολέμου και δη και φορέως πολιτισμού υψηλού, ον εφ’ ικανόν χρόνον ου μόνον διετηρησεν, αλλά και φιλοτίμως προήγαγε, καίπερ πρωίμως την γλώσσαν εν μέρει δε και την θρησκείαν εκχαναανισθείς και επί πλείστον εν πολεμικαίς περιπετείαις ε
μπεπλεγμένος. Και ο λαός ούτος, λαός τοιούτων προσόντων, καίπερ ολιγαριθμότερος των Ισραηλιτών, θέσας στερεόν τον πόδα επί της κληρονομιάς εκείνων έμελλε να παρεμβάλη την κραταιοτάτην αντίδρασιν εις την εν τη γη της επαγγελίας εγκατάστασιν αυτών και να διαδραματίση σπουδανότατον εν τη ιστορία αυτών μέρος, ως εφεξής, πλην αδρομερώς μόνον, θέλομεν ίδει.».
Β) Χώρα και σύντομος ιστορία των Φιλισταίων.
Ο Παναγιώτης I. Μπρατσιώτης δεν αρκείται μόνον στην ονομασία και καταγωγή των Φιλισταίων. Διεισδύει περισσότερο στην χώρα και την ιστορία του εκπληκτικού αυτού λαού.
Γράφει, λοιπόν:
«Η Φιλισταία, εκτεινόμενη από της Ιόππης προς βορράν μέχρι της Γάζης και Ραφίας προς νότον, τ. έ από των φοινικικών μέχρι των αιγυπτιακών συνόρων και μέχρι των ορέων του Ευφραίμ καν Ιούδα προς ανατολάς2, ήτο χώρα εύφορος, εν ω εξ άλλου και η καθ’ όλου γεωγραφική αυτής θέσις, παρά την μεγάλην εμπορικήν οδόν την συνδέουσαν την Αίγυπτον προς την Μεσοποταμίαν, ως και η εν τω εδάφει αυτών συμπερίληψις της Γάζης, της φυσικής ταύτης αγοράς του αραβικού εμπορίου, παρείχον αυτή ού σμικράς αφορμάς παντοίας αναπτύξεως και πλουτισμού. Οι Φιλισταίοι εγκατασταθέντες εν τη νέα αυτών πατρίδι συνεκρότησαν κραταιάν ομοσπονδίαν, πεντάπολιν εκ των μητροπόλεων Ακκαρών, Αζώτου, Γαθ και των παλαιφάτων Ασκάλωνος καν Γάζης1, αίτινες ετέλουν μεν υπό ιδίους άρχοντας, ονομαζομένους διά του οικείου αυτών ονόματος seranim, ανεγνώριζον δ’ ένα εξ αυτών, και πιθανώτατα τον seren της Γαθ (ο Γεθ) ως πρόεδρον της ομοσπονδίας. Παραμείναντες δ’ ενταύθα επί τινα χρόνον ήσυχοι και φόρου υποτελείς τω Φαραώ2, και δη μέχρις ου, ως φαίνεται, εδραιωθώσι και οργανωθώσιν εν τη νέα αυτών χώρα, στενοχωρούμενοι δ’ εν αυτή και ελκυσθέντες ίσως υπό των αγαθών της γειτονικής γης των τότε αδιοργανώτων έτι φυλών του Ισραήλ, ήρξαντο (περί το 1100) των μακρών κατ’ εκείνων αγώνων, δι’ ών έμελλον και αυτοί γνωστότεροι εν τη παγκόσμια) ιστορία να αναδειχθώσι και του Ισραήλ αι αρεταί να σφυρηλατηθώσι. Το) όντι, αι κατά τους αγώνας εκείνους επί ένα που αιώνα οδυνηρόταται διά τον Ισραήλ δοκιμασίαι, ζυγός υπερπεντηκονταετής, απώλειαι μεγάλαι εις αίμα και αγαθά, ταπεινώσεις αλλεπάλληλοι, εγένοντο αυτώ σχολή πολύτιμος διαπαιδαγωγήσεως εν τη προσηλώσει εις την πάτριον θρησκείαν του Jahve και εν τη συσφίγξει των δεσμών της εθνικής ενότητος. Ο κίνδυνος ηπείλει το πρώτον τους αμέσους γείτονας των Φιλισταίων, τας φυλάς του Συμεών και του Ιούδα, έπειτα δε τους Δανίτας, οίτινες τότε, ως φαίνεται, εκτοπισθέντες εκ της παρά την Ιόππην παραλίας, ηναγκάσθησαν να καταφύγωσιν παρά τους πρόποδας του Ερμών και τας πηγάς του Ιορδάνου3, των ηρωικών κατορθωμάτων του Σαμεγάρ4 και μάλιστα του Δανίτου Σαμψών5 αποδειχθέντων ως εφη μόρου σπουδαιότητος. Οι Φιλισταίοι, ενθαρρυνθέντες εκ των πρώτων τούτων επιτυχιών και εξωκοιωμένοι οίκοθεν προς ορεινάς εκστρατείας, εισεχώρησαν βαθύτερον εις το ορεινόν ισραηλιτικόν έδαφος. Καταλαβόντες δε την προς βορράν της Σεφηλά κοιλάδα του Σάρωνος ήλθον εις επαφήν προς την φυλήν του Ευφραίμ, επί του εδάφους της οποίας έκειτο, εν τω κέντρω περίπου της όλης χώρας, η ιερά πόλις Σηλώ, η έδρα της κιβωτού της διαθήκης. Προ του φοβερού κινδύνου ήρξατο αφυπνιζομένη η σονείδησις της εθνικής ενότητος και η συναίσθησις της ανάγκης του συνασπισμού των κινδυνευουσών φυλών. Το έδαφος άλλως τε ήτο οπωσδήποτε πρόσφορον ήδη, διότι της συμπαγούς πολιτικής ενότητος είχε προηγηθή η θρησκευτική και τα ανανηψαντα από της ειδωλολατρείας όμματα πάντων εστράφησαν ήδη προς την Σηλώ1. Εξ άλλου, η σφοδρότης της εχθρικής εισβολής παρασύρει τα πάντα πριν ή συμπληρωθή η ανάνηψις των ισραηλιτικών φυλών. Μετά την παρά το Αφέκ2, εν τη πεδιάδι του Σάρωνος, ού μακράν της Ιόππης, φονικήν και ατυχή διά τους Ισραηλίτας μάχην, οι Φιλισταίοι κατατροπώσαντες αυτούς ή μάλλον τας δύο φυλάς του Ευφραίμ και του Βενιαμίν, απάγουσιν εν θριάμβω αιχμάλωτον την κιβωτόν της διαθήκης εις την Άζωτον, ένθα αποθέτουσιν αυτήν παρά το ομοίωμα του εθνικού αυτών θεού Δαγών. Η δε αναγγελία της μεγάλης ταύτης συμφοράς, ως και του φόνου των υιών αυτού, εις τον γέροντα κριτήν Ηλεί προκαλεί τον ακρνήδιον θάνατον αυτού3. Ήδη η ορμή των Φιλισταίων και η δόξα έχει κορυφωθή, ο δε Ισραήλ επί τεσσαρακονταετίαν όλην δουλεύων τοις μισητοίς εχθροίς δοκιμάζει λοιπόν τον έσχατον βαθμόν της ταπεινώσεως και της απογοητεύσεως αυτού. Η Σηλώ κατεστραμμένη4. Ο λαός άνευ αρχηγού. Η κιβωτός της διαθήκης, το θρησκευτικόν και εθνικόν τούτο του λαού παλλάδιον είχε πέσει εις τας χείρας των αλλοφύλων5. Αι εχθρικοί προφυλακαί ευρίσκοντο ήδη εν Γαβαά6. Ισραηλίται έντρομοι ηυτομόλουν εις τας τάξεις των εχθρών7...».
Ο μεγάλος αυτός πανεπιστημιακός δάσκαλος συνεχίζει με το θέμα του Σαμουήλ, σε σχέση μ£ τους Φιλισταίους, τον θάνατο του Γολιάθ από τον Δαβίδ και φωτίζει μίαν άλλην ιστορικήν διάστασιν στο θέμα των σχέσεων του βασιλέων Δαβίδ με τους Φιλισταίους. 'Οπου ο Δαβίδ «ατοιχών τη παλαιά συνήθεια του εκλέγειν εκ ξένων την βασιλικήν σωματοφυλακήν, συνεκρότησεν ίδιον στρατιωτικόν σώμα και δη και βασιλικήν φρουράν, των λεγομένων εν ταις βίβλοις των Βασιλικόν Χερεθθεί και Φελεθί, υφ’ ό όνομα κατά την επικρατούσαν εκδοχήν νοούνται Κρήτες και Φιλισταίοι, ως είρηται»!..
Γ9) Ο Αιαγαχοκρητικός πολιτισμός εν Παλαιστίνη
Ο Παναγιώτης Μπρατσιώτης, βεβαίως, δεν θα μπορούσε να αγνόηση καν τα πολιτισμικά στοιχεία των Φιλισταίων, τα οποία περιλαμβάνει στο τρίο και τελευταίο κεφάλαιό του, απ’ όπου δανειζόμεθα τα στοιχεία που ομιλούν για την γλώσσα, την θρησκεία και τις καλές τέχνες:
«Γλώσσα.  Φιλολογικά μνημεία των Φιλισταίων δεν διεσώθησαν, ουδέ γινώσκομεν πόθεν αν διεκρίθησαν ούτον εν τοις γράμμασιν. Επ’ ίσης δεν γινώσκομεν οποία υπήρξεν η γλώσσα αυτών προτης εν τη γη Χαναάν εγκαταστάσεως αυτών, άμα τη οποία φαίνεται ότι προσέλαβον την αυτόθι επιχωριάζουσαν σημιτικήν, απομαθόντες την οικείαν, εξ ής ελάχισται μόνον λέξεις διεσώθησαν, οίαι τα κύρια ονόματα Pichol και Acbis2 (Αγχούς κατά τους θ’), ίσως δε και το Σικλάγ (Σεκελάγ θ’) και έν μοναδικόν ουσιαστικόν το seranim, όπερ κατά την εύστοχον του Klostermann υπόδειξιν θεωρείται σήμερον ως συγγενεύον προς το ελληνικόν, ή μάλλον προελληνικόν τύραννος (κοίρανος).
Θρησκεία.  Ανάλογον προς το συμβάν περί την γλώσσαν συνέβη και περί την θρησκείαν των Φιλισταίων. Εμφανίζεται μεν αύτη ως σημιτική, επιμελεστέρα δ’ όμως των πραγμάτων εξέτασις και δη υπό το φως των αρχαιολογικών ευρημάτων και της ιστορίας της θρησκείας ουκ ολίγας ανακαλύπτει εν αυτή ιδιορρυθμίας. Εκ τούτου δε εικάζομεν ασφαλώς, ότι οι Φιλισταίοι άμα τη εν Παλαιστίνη εγκαθιδρύσει αυτών, κατά την επικρατούσαν παρά πολλοίς παλαιοίς λαοίς συνήθειαν, προσέλαβον μεν την επιχωριάζουσαν αυτόθι θρησκείαν μεθήρμοσαν δε και αφωμοίωσαν αυτήν προς τας οικείας αυτοίς, κρητικής, εν πολλοίς καταγωγής, θρησκευτικός παραστάσεις1. Οι Φιλισταίοι εν τη Π.Δ. εμφανίζονται ως λαός θεοσεβής. Κατά τας μάχας αυτών συνοδεύονται υπό των ομοιωμάτων των θεών αυτών (aschabehem)4. Εις αυτούς αποδίδουσι τας νικάς αυτών και εν τοις ναοίς αυτών ιστάσι τα τρόπαια αυτών5. Θεραπεύουσι δε συντόνους την μαντείαν1, ώσπερ και Ετρούσκοι οι συγγενείς αυτών. Εν δε τω κατά την Άζωτον ναώ του Δαγών, του κυριωτάτου θεού αυτών, επεκράτει το έθος, ίνα οι επισκέπται, ως και αυτοί οι ιερείς, μη πατώσιν επί του κατωφλιού της όύρας αυτού2. Μέγα δε είναι παρά τοις Φιλισταίοις το κύρος των ιερέων και των μάντεων3.
Ο κορυφαίος του φιλισταϊκού πανθέου είναι ο Δαγών ή Δαγάν, ού ιερά υπήρχον εν Γάζη και Αζώτω, εν ή πόλει υπήρχε και ομοίωμα αυτού4. Ο θεός ούτος, ακκαδικής ών κατά τας νεωτέρας θρησκειολογικάς ερευνάς καταγωγής5, ελατρεύετο εν Παλαιστίνη ήδη προ της εν αυτή εγκαταστάσεως των Φιλισταίων, ως εκ πολλών συνάγεται τεκμηρίων6· εκείθεν δε προσελήφθη παρ’ αυτών. Ίνα όμως τοιαύτην καταλάβη εν τω φιλισταϊκώ πανθέω θέσιν καν τιμηθή υπ’ αυτών ως εθνική θεότης, φαίνεται ότι η περί αυτού χαναανιτική παράστασις θα συνεδυάσθη προς άλλας παρεμφερείς πως οικείας του επήλυδος τούτου λαού θρησκευτικός παραστάσεις. Και τινες μεν των ερευνητών συνεδύασαν το Δαγών προς το όνομα του Ετρουσκικού ήρωος Tages (Macalister). Το πιθανώτατον δ’ όμως καθ’ ημάς είναι, ότι ο Δαγών, ως ούτος τουλάχιστον ελατρεύετο υπό των Φιλισταίων εν Γάζη, ήτο κράμα χαναανιτικών θρησκευτικών παραστάσεων και αναλογών παραστάσεων παρεμφερούς τινός κρητικής θεότητος καν δή του κατ’ εξοχήν εν Κρήτη λατρευομένου, δι’ ό και Κρηταγενούς καλούμενου Διός, ή άλλης τινός αντιστοίχου ταύτη ετεοκρητικής θεότητος. Περί δε τούτου πείθουσιν ημάς τα εξής κυριώτατα τεκμήρια: α) Ο Μαρνάς η μεγίστη αύτη παλαιστινιακή θεότης, ής η λατρεία, συνέχεια κατά πάσαν πιθανότητα ούσα της του Δαγών7, διετηρείτο εν πλήρει ακμή εν Γάζη μέχρις αυτού του δ’ μ.Χ. αιώνος, ως πληροφορούμεθα από του συγγραφέως του βίου Πορφυρίου του επισκόπου Γάζης, Μάρκου του διακόνου, εξελαμβάνετο υπό των μεταγενεστέρων κατοίκων της Γάζης ως ο «Κρηταγενής Ζευς»· Τούτου δε το ενταύθα ιερόν το λεγόμενον Μαρνείον κατά τον μνημονευθέντα Μάρκον «ενόμιζον είναι ενδοξότερον πάντων των ιερών των απανταχού»1. Συμφωνεί δε τούτω και Στέφανος ο Βυζάντιος εν τω λεξικώ αυτού, σημείων εν τη λέξει Γάζα τα εξής: «Ένθεν το του Κρηταίου Διός παρ’ αυτοίς είναι, όν και καθ’ ημάς εκάλουν Μαρνάν, ερμηνευόμενον Κρηταγενή». Ότι δε κρητικής, ως θέλει και ο Στέφανος, ήτο καταγωγής
και το όνομα Μαρνάς πιστεύεται και υπό νεωτάτων ερευνητών2, β) Περί της Γάζης μεταγενέστερα ελληνική παράδοσις παρά Στεφάνω τω Βυζαντίω πληροφορεί ημάς, ότι εκαλείτο καν Μινώα, «ότι Μίνως συν τοις αδελφοίς Αιακώ, Ραδαμάνθει... εκάλεσεν». Αι περί της κρητικής δε υφής της Γάζης παραδόσεις αύται, αίτινες ιδιαζούσης αξιούνται εν τη νεωτάτη επιστήμη προσοχής3, καθίστανται πιθανώταται εν συνδυασμό) προς τε τα πορίσματα των ερευνών επί νομισμάτων της πόλεως ταύτης και προς είδησιν τινά της Α’ Βίβλου των Βασιλειών (εν κεφ. λ’, 14), καθ’ ήν οι Χερεθθεί, τ.έ. αναμφίβολος οι Κρήτες, η ακραιφνέστερα δηλ. μεταξύ των Φιλισταίων κρητική μοίρα, κατώκουν εν τη μεσημβρινή Παλαιστίνη, εκεί που δηλ. ένθα κείται καν η πόλις Γάζα, ήτις φαίνεται ότι υπήρξε το κύριον εθνικόν κέντρον αυτών. Εις την εκδοχήν δε ταύτην περί της κρητικής χροιάς του Δαγουν ουδαμώς επιπροσθεί η από του Λατίνου εκκλησιαστ. συγγραφέως Ιερωνύμου4 καταγόμενη, διά δε των μεσαιωνικών Ιουδαίων συγγραφέων εις την νεωτέραν επιστήμην διοχετευθείσα θεωρία, καθ’ ήν ο Δαγών ελατρεύετο ως θεότης κατά το ήμισυ ούσα άνθρωπος και κατά το υπόλοιπον ιχθύς, προς τοις άλλοις και διότι η θεωρία αύτη, ήτις αρχικώς οφείλεται πιθανώς εις παρετυμολογίαν του ονόματος Δαγών εκ του dag = ιχθύς, εγκαταλείπεται σήμερον υπό των πλείστων σημιτολόγων και θρησκειολόγων, προτιμώντων την παλαιόν εκδοχήν του Βυβλίου Φίλωνος1, όστις, συγκρίνει τον Δαγών προς τον αρότριον Δία των Ελλήνων. Εκ δε της βίβλου των Κριτών (ις’ 23) μανθάνομεν ότι ο θεός ούτος, όστις κατά την φιλώνειαν εκδοχήν ήτο γεωργική μάλλον ή ναυτική θεότης, ετι
μάτο παρά τοις Φιλισταίοις διά φαιδρών εορτών και αθλητικών ίσως αγώνων.
Έτερος θεός, ακραιφνέστερον ως φαίνεται σημιτικός ούτος, τιμώμενος υπό των Φιλισταίων ήτο ο Βααλζεβούβ (= κύριος της μυίας)2, ού παλαιόθεν ελειτούργει μαντείον εν Ακκαρών, περίφημον και έξω των ορίων της Φιλισταίας3. Ότι δε το μαντείον τούτο, όπερ· ουκ ολίγας προσόδους απέφερε τους Φιλισταίους, ήτο παλαιότερον της εν Παλαιστίνη εγκαταστάσεως αυτών, γίνεται δήλον και εκ του καθαρώς σημιτικού αυτού ονόματος.
Τρίτη δε επιφανής θεότης τιμωμένη παρά τοις Φιλισταίοις μνημονεύεται η Aschtoreth (Ασταρώθ κατά τους θ’), η Αστάρτη, η μεγάλη θεότης των Χανααναίων και των Σιδωνίων, η περίφημος Ischtar των Βαβυλωνίων. Φαίνεται δε ότι αύτη είχεν εκφιλισταϊσόή ενταύθα, αφομοιωθείσα προς ανάλογους θρησκευτικός παραστάσεις, άς οίκοθεν έφερον μεθ’ εαυτών οι μετανάσται ούτοι και πιθανώς, παρά το ομολογουμένως δύσληπτον της προελληνικής κρητικής θρησκείας4, προς την παράστασιν της ιδιαζόντως και δη παλαίτατα εν Κρήτη τιμώμενης μητρός των θεών, της Ρέας ή τουλάχιστον της Κρήσσης Αρτέμιδος, ήτις ελεγετο Βριτόμαρτις και ήν υπενΟυμίζουσιν ημάς τα υπό Διοδώρου του Σικελιώτου λεγόμενα1, περί της εν Ασκάλωνι λατρείας της Αταργάτιος.
Ήδη δε ο Ηρόδοτος2, μνημονεύων σύγχρονοί) αυτώ ιερού της ουρανίου Αφροδίτης εν Ασκάλωνι, θεώρει τούτο ως το παλαιότατον της θεάς, ήτις κατά τας νεωτέρας ερεύνας εταυτίσόη υπό των Ελλήνων προς την Αστάρτην. Και η Αστάρτη άλλως τε εν Παλαιστίνη ετιμάτο ως βασίλισσα του ουρανού, ως μανθάνομεν παρά του Ιερεμίου3. Ο δε Διόδωρος ο Σικελιώτης και ο Λουκιανός4 (έ.ά.), μνημονεύουσι και ετέρου ιερού (τεμένους), κειμένου παρά την Ασκάλωνα αφιερωμένου δ’ εις την λατρείαν της Δερκετούς κατά τον δεύτερον, της Αταργάτιος, μητρός της Σεμιράμιδος, κατά τον πρώτον, αίτινες είναι μία και η αυτή μορφή, θεωρουμένη κατά το ήμισυ ως άνθρωπος και κατά το λοιπόν ως ιχθύς, προς ήν εταυτίσθη επίσης ήτε Αστάρτη και η Αφροδίτη, κατά τρόπον ουχί άγνωστον τη ιστορία της θρησκείας5.
Ταύτα δε πάντα μαρτυρούσιν υπέρ της συγχωνεύσεως παρά τοις Ασκαλωνίταις Φιλισταίοις θρησκευτικών παραστάσεων επιχωριαζουσών αυτόθι μετ’ άλλων ετεοκρητικής καί ελληνικής βραδύτερον προελεύσεως. Ετιμάτο δ’ ως φαίνεται η Αστάρτη, ώσπερ καν η βαβυλωνιακή Ischtar, ως θεότης πολεμική, εις τον ναόν της οποίας αναθέτουσι τα όπλα του φονευθέντος Σαούλ οι Φιλισταίοι1 (...).
Καλαί τέχναι.  Αλλά το εκπολιτιστικόν πεδίον, εφ’ ού τα μάλιστα έδρασε και εφ’ ού κυρίως απεδείχθη δημιουργικός, καθ’ όσον τουλάχιστον γινώσκομεν σήμερον, ο ού μόνον εν τοις πολεμικοίς, αλλά και εν τοις ειρηνικοίς έργοις δαιμόνιος όντως των Φιλισταίων λαός, είναι το των καλών τεχνών και δη των εικαστικών. Και ακριβώς επί της πλευράς ταύτης του φιλισταϊκού πολιτισμού έρχονται ευτυχώς να επιχύσωσιν άφθονον φως, άμα δε και να διασκεδάσωσι και την ελαχίστην αμφιβολίαν περί της αιγαίας και δη της κρητικής καταγωγής των Φιλισταίων, αι εν Παλαιστίνη από τινων ετών, μερίμνη φιλοτιμώ και δαπάνη αφειδεί αγγλικών κυρίως και κατά δεύτερον λόγον γερμανικών ιδρυμάτων, διενεργούμεναι ανασκαφαί, μάλιστα εν Tel
esSafi, Γεζέρ, Tell elHasi και Thaanach, δι’ ερευνητών της περιωπής των Petrie, Bliss, Macalister, Mackenzie, H. Thiersch κ.ά. Πράγματι δε, σύγκρισις των εν τοις τόποις τούτοις και είπου αλλαχού της Παλαιστίνης ευρημάτων προς τα κρητικά και μυκηναϊκά πείθει πάντα, ότι ο μεταγενέστερος αιγαιοκρητικός πολιτισμός, τ.έ. ο αιγαίος κατά την μεταγενεστέραν Κρητικήν αυτού απόχρωσιν, αντιπροσωπεύεται ισχυρώς εν τη χώρα ταύτη μάλιστα διά της εκπολιτιστικής δράσεως των Φιλισταίων. Και δη πρώτον υπάρχουσι τεκμήρια, ότι εκαλλιεργηθη διά τούτων εν Παλαιστίνη η αιγαιοκρητική αρχιτεκτονική.
Ούτως, εν Tell esSafi, ήτις πιθανώτατα είναι η παλαιό Γαθ, η πατρίς του Γολιάθ, ανευρέθη στοά μετά τετραγώνων ερεισμάτων και ως φαίνεται και φωταγωγών, καθώς και εν Κνωσσώ1. Εν δε τη υπό της βίβλου των Κριτών περιγραφή της κρημνίσεως του εν Γάζη ναού του Δαγών υπό του Σαμψών, στηριχθέντος επί των υποστασταζόντων αυτόν στόλων, ανεύρεν ουχί αστόχως ο Γερμανός αρχαιολόγος βαρώνος von Lichtenberg2 ίχνη του αιγαίου μεγάρου μετά το)ν δύο ξύλινων στύλων εν τοις προπυλαίοις, ερειδομένων επί λίθινων πλακών. Αλλά και πέραν της Φιλισταίας διαπιστούται διά των ανασκαφών η εν Παλαιστίνη διά της εργασίας κυρίως των Φιλισταίων επίδρασις της αιγαίας αρχιτεκτονικής και γλυπτικής. Ούτω π.χ. εν Megiddo (εν τω ε’ στρώματι) ευρέθη ωραίον π.χ. κιονόκρανον κυπριακής μορφής3.
Πρό πάντων όμως διέπρεψαν οι Φιλισταίοι εν τη κεραμευτική, ήτις ήκμαζεν εν τη παλαιά πατρίδι αυτών, ήν δεν εισήγαγον απλώς, απομιμούμενοι την μεταγενεστέραν κρητικήν τέχνην, αλλά και περαιτέρω
δημιουργικώς εκαλλιέργησαν. Ούτως, εν τη μνημονευθείση Tell esSafi, τη πρωτευούση των της Φ. ομοσπονδίας, ήτις υπήρξεν έν των κυριωτάτων κέντρων της φιλισταϊκής τέχνης, και εν Ασκάλωνι και αλλαχού της Παλαιστίνης και δη και εν Γεζέρ ανευρέόησαν πολυάριθμα κεραμευτικά καλλιτεχνήματα, προδίδοντα μεν απομίμησιν μυκηναϊκών υποδειγμάτων, αλλ’ άμα εμφανίζοντα ίδιον ρυθμόν, ού την αιγαίαν προέλευσιν είχεν υποδείξει ο Welch4 αλλά τον κρητικόν χαρακτήρα και την χρονολογίαν και την ιδιάζουσαν επιτόπιον απόχρωσιν διέγνωσε και ανέδειξεν ο Γερμανός αρχαιολόγος Hermann Thiersch1, ο και ονομάσας αυτήν φιλισταΐκήν κεραμευτικήν. Της τέχνης δε ταύτης, ήτις κατά τον επιχρωματιστικόν τρόπον ανταποκρίνεται προς την μυκηναϊκήν και συγγενεύει στενώτατα και τη κυπριακή του τέλους της β’ π.Χ. χιλιετηρίδος, η ιδιορρυθμία έγκειται κυρίως εν τη εκλογή ορισμένων θεμάτων, μοτίβων, ως λέγουσιν οι Ευρωπαίοι.
Τα δε κυριώτερα γνωρίσματα αυτής είναι η προτίμησις κατά μεν τον τόπον του βαθέος και ευρέος μετά δύο λαβών τρυβλίου, εν δε τη διακοσμητική των εξής μοτίβων (ας μοι επιτραπή η χρήσις του ούτως δυσανταποδόστου ξενικού όρου τούτου): εκπεφυλισμένων ανθέων κρίνων μετά της σπειροειδούς γραμμής, ενύδρων πτηνών, αιγών, αιγάγρων κ.λπ. Άλλο γνώρισμα της τέχνης ταύτης είναι η οιονεί κατά μετόπας και τρίγλυφα διακόσμησις, υπενθυμίζουσα τα αλαβάστρινα διαζώματα της αρχιτεκτονικής της Τίρυνθος και της Φαιστού και τα αγγεία της Κνωσσού2 μετά της διαφοράς, ότι τα τμήματα των μετοπών καν των τριγλύφων εν τη φιλισταϊκή τέχνη, αντί παραλλήλων ημικυκλίων, κοσμούνται υπό αγρών φερόντων είτε σπειροειδείς
γραμμάς είτε πτηνά και τετράποδα ζώα είτε την δίκοπον αξίνην άνευ λαβής κ.λπ. Οπόση 5’ εγένετο η εν όλη τη Παλαιστίνη επίδρασις της φιλισταϊκής τέχνης, εμφαίνεται και εν τη και κατά τους μεταγενεστέρους έτι χρόνους χρησιμοποιήσει των μνημονευθέντων μοτίβων εκείνης, ως παρετηρηθη εν τοις μεταγενεστέροις στρώμασι των Thaanach και άλλων μερών3. Αλλ’ η επίδρασις των Φιλισταίων εφ’ όλην την Παλαιστίνην φαίνεται ότι επεξετείνετο και επί άλλων πεδίων της τέχνης και της βιοτεχνίας. Ούτω, δι’ αυτών εισήχθησαν ενταύθα έξοχα ορειχάλκινα, αλαβάστρινα και μάλιστα αργυρά σκεύη, πινάκια, λάγηνοι και κοχλιάρια κ.τ.τ., οία τα εν τοις ιδιορρύθμοις θολωτοίς εις Φιλισταίους αναγόμενους τάφοις της Γεζέρ ευρεθέντα, μεταξύ των οποίων τα σπουδαιότατα είναι ποτήρια άνευ λαβών μετά φύλλων λωτού και κάλυκος και έν λαγήνιον4. Έν τινι δε των τάφων τούτων ανευρέθη κομψόν αργυρούν πινάκων, όπερ εμφανίζει ακριβώς τας μορφάς τας γνωστάς ήδη εκ των εν τω τάφω του μνημονευθέντος Rehmere εν Αιγύπτω και άλλοις θηβαϊκοίς τάφοις, εικόνων των υπό των Keftiu εις Αίγυπτον κομισθέντων χρυσών αγγείων.
Μία δε φιάλη αργυρά μεθ’ υψηλού λαιμού έκ τίνος φιλισταϊκού τάφου της Γεζέρ εμφαίνει το μεν ομοιότητα κατά την μορφήν προς αργυρόν φιάλην ευρεθείσαν εν τω λεγομένου μεγάλω θησαυρω της δεοτέρας πόλεως Τροίας, έχει όμως και διακόσμησιν εμφανίζουσαν το κάτωθι μέρος αυτής ως άνθος2. Και εκ της Α’ δε Βασ. (ς’ 5 εξ) μαν θάνομεν, ότι οι Φιλισταίοι προσφέρουσι εις την υπ’ αυτών αιχμαλωτνσθείσαν και έπειτα τοις Ισραηλίταις αποδοθείσαν κιβωτόν της διαθήκης «μυς χρυσούς και άλλα χρυσά αναθήματα.»*
Εξυπακούεται ότι ο ως άνω πανεπιστημιακός δάσκαλος με τους αριθμούς των εκθετών παρέχει και άλλας χρησίμους πληροφορίας για τους Φιλισταίους, μέσα εις την σημαντικήν αυτήν εργασίαν, που ο υιός του Νικόλαος Π. Μπρατσιώτης προτίθεται να εκδώση εις το μέλλον. Τον ευχαριστούμε.

Εισαγωγή  και δημοσίευση κειμένων  στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο απο το Βιβλίο:
Έλληνες τής Βίβλου
Αγγελος Σακέτος
Η  επεξεργασία, επιμέλεια  μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο, για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο:
©  ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
http://www.alavastron.net/





Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |