ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Περί ηνωμένης και διακεκριμένης θεολογίας

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Περί ηνωμένης και διακεκριμένης θεολογίας




Αγιος Διονύσιος Αρεοπαγείτης
Περί Θείων Ονομάτων
Κεφάλαιο 2
Περί ηνωμένης και διακεκριμένης θεολογίας
και περί του ποια είναι η θεία ένωσις και διάκρισις

1. Η αυτοαγαθότης(1) υμνείται από τα Λόγια ότι ορίζει και αποκαλύπτει τι είναι στην ολότητά της η θεαρχική ύπαρξις. Τι άλλο είναι δυνατό να μάθεις από την ιερή θεολογία, όταν λέγει ότι η ίδια η θεαρχία εδίδαξε, ʺτι μʹ ερωτάς περί του αγαθού; κανένας δεν είναι αγαθός παρά μόνο ο Θεόςʺ(Ματθ. 19, 17) .Τούτο βέβαια έχει εξετασθεί και σε άλλο έργο μας κι έχει αποδειχθείεκεί ότι όλες οι θεοπρεπείς θεωνυμίες υμνούνται από τα Λόγια πάντοτε όχι ξεχωριστά κατά υποστάσεις αλλά για όλη τη θεότητα, τελεία και ολόκληρη και πλήρη, και ότι όλες αυτές οι θεωνυμίες αποδίδονται αμερίστως, απολύτως αδιακρίτως, ολοκληρωτικώς, σε όλη την ολότητα της ολοτελούς και πλήρους θεότητος.
Όπως πράγματι εδηλώσαμε στις Θεολογικές Υποτυπώσεις, όποιος δενδέχεται ότι το πράγμα τούτο έχει λεχθεί για όλη την θεότητα, βλάσφημεί και τολμά να ξεσχίσει την υπερηνωμένη ενάδα. Θα τονίσομε λοιπόν ότι τούτο πρέπει να εκληφθεί για το σύνολο της θεότητος. διότι ο ίδιος ο αγαθοφυής Λόγος είπε: ʺεγώ είμαι αγαθόςʺ(Ματθ. 20, 15), και κάποιος από τους θεολήπτους προφήτες υμνεί το αγαθό Πνεύμα(Ψαλμ. 142, 10). Επίσης το ʺεγώ είμαι ο Ωνʺ(Εξ. 3, 14), αν δεν δεχθεί κανείς ότι αποδίδεται σε όλη τη θεότητα, αλλά το εκβιάσει να περιγράψει ένα μέρος της, πώς θα εννοήσει το, ʺτάδε λέγει ο ων, αυτός που ήταν, ο ερχόμενος, ο παντοκράτωρʺ(Αποκ. 1, 4), και ʺεσύ είσαι ο ίδιοςʺ(Ψαλμ. 101, 28) και ʺτο Πνεύμα της αληθείας, το ον, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέραʺ(Ιω. 15,26); 




Και αν δεν δέχεται ότι η θεαρχική ζωή είναι ενιαίο σύνολο, πώς θα
είναι  αληθινός  ο  ιερός  λόγος  που  είπε,  ʺόπως  ο  Πατήρ  εγείρει  τους νεκρούς και ζωοποιεί, έτσι και ο Υιός όποιους θέλει τους ζωοποιείʺ(Ιω. 5,
21) και ʺότι το Πνεύμα είναι αυτό που ζωοποιείʺ(Ιω. 6, 64);  Εξ άλλου ότι και την κυριότητα των όλων έχει η σύνολη θεότης είναι εντελώς σαφές για την πατρική και υιική θεότητα. διότι το όνομα Κύριος αποδίδεται στον Πατέρα και στον Υιό σε τόσα σημεία της θεολογίας, ώστε, νομίζω, δεν είναι  δυνατό  ούτε  να  τα  αναφέρει κανείς.  αλλά  λέγεται  επίσης  ότι  ʺο Κύριος το Πνεύμά εστινʺ(Β΄ Κορ. 2, 17).
Και το καλό όμως και το σοφό, αποδίδεται σε ολόλκηρη τη θεότητα, ενώ επίσης και το φως και το θεοποιό και το αίτιο, και όλα όσα ανήκουν στην ολική θεαρχία, από τα Λόγια μεταφέρονται σε όλη τη θεαρχική υμνωδία, περιληπτικώς μεν, όπως όταν λέγει ʺτα πάντα προέρχονται από το Θεόʺ(Α΄ Κορ. 11, 12), διεξοδικώς δε, όπως όταν λέγει ʺτα πάντα έχουν κτισθεί  διʹ  αυτού  και  σʹ  αυτόνʺ(Ιω.  6,  3) και  τα  ʺπάντα  υφίστανται  σʹ αυτόν (Ρωμ.   11,   36)και   ʺθα   εξαποστείλεις   το   Πνεύμα   σου   και   θα κτισθούνʺ(Ψαλμ.  103,  30).  Και,  για  να  διατυπώσουμε  τα  πράγματα
συνοπτικά, ο θεαρχικός Λόγος είπε, ʺεγώ και ο Πατήρ είμαστε έναʺ(Ιω. 10,
30) και ʺόλα όσα έχει ο Πατήρ είναι δικά μου(Ιω. 16, 15) και ʺόλα τα δικά μου είναι δικά σου, και τα δικά σου δικά μουʺ(Ιω. 17, 10). Και πάλι όσα είναι του Πατρός  και δικά του τα αποδίδει και στο θεαρχικό Πνεύμα κοινωνικά και ηνωμένα, δηλαδή τις θείες ενέργειες, τον σεβάσμιο χαρακτήρα, την πηγαία και ανέκλειπτη αιτία και διανομή των αγαθοπρεπών                                                                                                 δώρων.
Και νομίζω ότι κανείς από όσους έχουν ανατραφεί στα θεία Λόγια με αδιάστροφα  νοήματα  δεν  θα  αντείπει  σʹ  αυτό,  ότι  δηλαδή  όλα  τα θεοπρεπή πράγματα ανήκουν στη σύνολη θεαρχία κατά τον θεοτελή λόγο(2). Αφού λοιπόν αυτές οι αλήθειες έχουν αποδειχθεί και ορισθεί με βάση τα Λόγια σʹ αυτό μεν το έργο συντόμως και μερικώς, σε άλλο δε εκτενώς(3), πρέπει ολόκληρη τη θεωνυμία που επιχειρούμε να εξηγήσωμε να την αποδώσωμε  σε ολόκληρη την θεότητα.


2. Αν δε είπει κανείς ότι με αυτά τα λόγια εισάγομε σύγχυση σε βάρος της θεοπρεπούς διαιρέσεως, εμείς νομίζομε ότι τέτοιος λόγος δεν είναι ικανός να πείσει ούτε τον ίδιο ότι είναι σωστός. Διότι αν αντιτίθεται κανείς κατʹ αρχήν στα Λόγια, αυτός είναι οπωσδήποτε μακριά και από τη δική μας φιλοσοφία(4) . κι αφού αυτός δεν νοιάζεται για τη θεοσοφία των Λογίων, πώς εμείς θα νοιασθούμε για τη χειραγώγησή του στη θεολογική επιστήμη; Αν όμως αποσκοπεί στην αλήθεια των Λογίων, τέτοιο σκοπό θα χρησιμοποιήσουμε κι εμείς σαν κανόνα και φως, για να προχωρήσομε προς την απάντηση χωρίς παρέκκλιση, όσο μάς είναι δυνατό, λέγοντας ότι η θεολογία άλλα μεν ονόματα τα παραδίδει ηνωμένα κι άλλα διακεκριμένα(5).   Δεν   είναι   λοιπόν   επιτρεπτό   ούτε   τα   ηνωμένα   να διαιρούμε ούτε τα διακεκριμένα να συγχέωμε, αλλά ακολουθώντας τη θεολογία(6) κατά  τη  δύναμή  μας  να  κοιτάζομε  ψηλά  προς  τις  θείες μαρμαρυγές. διότι, αφού παραλάβαμε από εκεί τις θείες αποκαλύψεις, σαν τον κάλλιστο κανόνα αληθείας, σπεύδωμε να περιφρουρήσωμε μέσα μας τα εκεί κείμενα αναύξητα, αμείωτα και αμετάτρεπτα, φρουρούμενοι στο οχυρό των Λογίων και φρουρώντας τα να παίρνωμε από αυτά δύναμη για να φρουρηθούμε.
3. Τα   ενωτικά   λοιπόν   ονόματα   ανήκουν   στην   όλη   θεότητα,   όπως απεδείξαμε εκτενέστερα στις Θεολογικές Υποτυπώσεις με βάση τα Λόγια, όπως το υπεράγαθο, το υπέρθεο, το υπερούσιο, το υπέρζωο, καθώς και όσα υπάγονται στην κατηγορία της υπεροχικής αφαιρέσεως(7), αλλά μαζί με αυτά και όλα τα αιτιολογικά, το αγαθό, το καλό, το ον, το ζωογόνο, το σοφό, και όσα ονόματα παίρνει η αιτία όλων των αγαθών από τις αγαθοπρεπείς   δωρεές   της.   Τα   δε   διακεκριμένα   ονόματα   είναι   το υπερούσιο όνομα και πράγμα του Πατρός και του Υιού και του Πνεύματος, στα   οποία   δεν   χωρεί    καμμιά   αντιστροφή(8) ή   οποιουδήποτε   είδους κοινότης. Είναι δε επίσης διακεκριμένο πράγμα, εκτός από αυτό, και η
κατά τα ανθρώπινα τελεία και αναλλοίωτη υπόστασις του Ιησού, όπως και τα ουσιώδη μυστήρια που συνδέονται με τη φιλανθρωπία του ενανθρωπήσαντος.
4. Πρέπει όμως μάλλον να πάρωμε τα πράγματα από την αρχή, για να
εκθέσωμε ολόκληρο τον τρόπο της θείας ενώσεως και διακρίσεως, ώστε όλη η έκθεσίς μας να γίνει ευσύνοπτη. νʹ αποφύγει την παραλλαγή και την  ασάφεια, και  να  καθαρίσει  κατά  δύναμη  σαφώς και  ευτάκτως  τα θέματά της. Όπως πραγματικά είπα και αλλού, οι ιερομύστες της θεολογικής παραδόσεώς μας θείες μεν ενώσεις καλούν τις απόκρυφες και ακοινώνητες, τις υπερβατικές θέσεις της υπεράρρητης και υπεράγνωστης μονιμότητος. διακρίσεις δε καλούν τις αγαθοπρεπείς ενέργειες και και φανερώσεις της θεαρχίας. Και λέγουν, ακολουθώντας τα ιερά Λόγια, ότι της αναφερομένης ενώσεως, καθώς επίσης και της διακρίσεως, υπάρχουν ως χαρακτηριστικά γνωρίσματα ειδικές ενώσεις και διακρίσεις. Έτσι παραδείγματος χάριν, επί της θείας ενώσεως, δηλαδή της υπερουσιότητος, ηνωμένο και κοινό της εναρχικής Τριάδος είναι η υπερούσια ύπαρξις, η υπέρθεη θεότης, η υπεράγαθη αγαθότης, η επέκεινα όλων ταυτότης της επέκεινα ολικής ιδιότητος του Θεού, η υπεράνω εναρχίας ενότης, το άφθεγκτο, το  πολύφωνο, η  αγνωσία, το  παννόητο(9), η  ολική  θέσις,  η διαμονή και μεταξύ των εδραίωσις των εναρχικών υποστάσεων, ολικώς υπερηνωμένη και σε κανένα μέρος συγκεχυμένη.
Συμβαίνει ό,τι με τα φώτα λαμπτήρων, για να χρησιμοποιήσω αισθητά και οικεία παραδείγματα, που ευρίσκονται μέσα σʹ ένα οίκο. είναι όλα το ένα μέσα στα άλλα κι έχουν ακραιφνή και ακριβή τη μεταξύ τους υφισταμένη ιδιαίτερη διάκριση, ηνωμένα κατά τη διάκριση και διακεκριμμένα  κατά  την  ένωση.  πραγματικά  λοιπόν  σʹ ένα  οίκο, όπου υπάρχουν πολλοί λαμπτήρες βλέπομε όλων αυτών τα φώτα να ενώνονται σε εναίο φως και νʹ αναλάμπουν μια χωρίς διάκριση αίγλη, και, όπως νομίζω, κανείς δεν θα μπορούσε να διακρίνει στον αέρα που περιέχει όλα τα φώτα το φως του ενός λαμπτήρος από το φως των άλλων και να ιδεί το ένα φως χωρίς το άλλο, εφʹ όσον όλα είναι αχώριστα συγκεκραμμένα με όλα.
Αλλά κι αν βγάλει κανείς τον ένα πυρσό από το δωμάτιο, θα βγει μαζί
και όλο το δικό του φως, χωρίς να συμπαρασύρει τίποτε από τα άλλα φώτα ή να αφήσει κάτι από το δικό του στα άλλα. διότι, όπως είπα, η τελεία ένωσις όλων προς όλα ήταν γενικώς αμιγής και σε κανένα μέρος δεν ήταν συγκεχυμένη. Κι αυτά συμβαίνουν, όταν το φως είναι σε σώμα δηλαδή στον αέρα και συνδέεται με  υλικό στοιχείο δηλαδή το πυρ. Έτσι ισχυριζόμαστε ότι έχει υπερεδραιωθεί και η υπερούσια ένωσις. είναι όχι μόνο επάνω από τις σωματικές ενώσεις, αλλά και επάνω από τις ανάμεσα στις ψυχές και στους νόες ενώσεις, τις ενώσεις που έχουν αμιγείς και υπερκοσμίως  όλα  τα  θεοειδή  και  υπερουράνια  φώτα  κατά  μέθεξη  της
υπερκειμένης των όλων ενώσεως, ανάλογη με την ικανότητα των μετεχόντων.
5. Στις   θεολογίες   όμως   περί   της   υπερουσιότητος   η   διάκρισις   δεν συνίσταται  μόνο  σʹ  αυτό  που  ανέφερα, ότι  δηλαδή  η  καθεμιά  από  τις εναρχικές υποστάσεις έχει εδραιωθεί αμιγώςκαι ασυγχύτως μέσα στην ίδια την ένωση, αλλά και στο ότι οι ιδιότητες της θεογονίας δεν αντιστρέφονται μεταξύ τους, μοναδική δε πηγή της υπερούσιας θεότητος είναι ο Πατήρ, ενώ ο Πατήρ δεν είναι Υιός ούτε ο Υιός είναι Πατήρ. οι ύμνοι(10) φυλάττουν ευλαβώς τα οικεία ιδιώματα για καθεμιά χωριστά από τις θεαρχικές υποστάσεις.
Αυτές λοιπόν είναι οι ενώσεις και διακρίσεις που αντιστοιχούν στην άφθεγκτη   ένωση   και   υπόσταση.   Αν   όμως   είναι   αλήθεια   ότι   η αγαθοπρεπής πρόοδος(11) της θείας ενώσεως είναι θεία διάκρισις, καθώς από αγαθότητα πληθύνεται και πολλαπλασιάζεται υπερηνωμένως, πάντως οι ακατάσχετες μεταδόσεις είναι ηνωμένες κατά τη θεία διάκριση. οι ουσιώδεις δηλαδή, οι ζωώσεις, οι σοφοποιήσεις και οι  άλλες δωρεές της αγαθότητος που είναι αιτία των όλων, κατά τις οποίες, ξεκινώντας από τις  μετοχές  και  τους  μετέχοντες,  υμνούνται  τα  αμεθέκτως μετεχόμενα(12) αγαθά. Εξ άλλου και τούτο είναι κοινό κι ηνωμένο και ένα σε όλη τη θεότητα, το ότι όλη της μετέχεται από τον καθένα μέτοχο ολόκληρη και συγχρόνως από κανένα σε κανένα μέρος. όπως συμβαίνει μʹ ένα σημείο που είναι στη μέση ενός κύκλου και μετέχεται απʹ όλες τις ευθείες που ξεκινούν από την περιφέρεια του κύκλου, και όπως συμβαίνει με το πλήθος των εντυπωμάτων μιας αφραγίδος που μετέχουν όλα της αρχέτυπης   σφραγίδος,   αλλά   κανένα   από   αυτά   δεν   περιλαμβάνει ολόκληρη και αυτούσια τη σφραγίδα κατά κανένα μέρος της. Υπέρκειται δε και αυτών η αμεθεξία της παναίτιας θεότητος, κατά το ότι δεν υφίσταται  με   αυτήν   ούτε   επαφή   ούτε   καμμιά   άλλη   κοινωνία   που προκαλεί μίξη.
6. Θα μπορούσε όμως κανείς να ειπεί, ότι η σφραγίς δεν είναι σε όλα τα εκμαγεία όλη και ταυτή. Τούτου όμως αιτία δεν είναι η σφραγίς, διότι εκείνη προσφέρει στο καθένα όλον και ταυτόν τον εαυτόν της, αλλά η διαφορότης των μετεχόντων που καθιστά ανόμοια τα εκτυπώματα της μιας και ολικής και ταυτής αρχετυπίας. Για παράδειγμα, αν αυτά είναι απαλά και καλοτύπωτα, λεία και αχάρακτα, και ούτε ελαστικά και σκληρά, ούτε ευδιάχυτα και ρευστά, θα έχουν καθαρό, σαφές και μόνιμο τύπωμα. αν όμως λείπει κάτι από τις ιδιότητες που αναφέραμε, θα είναι αίτιο του αμεθέκτου και ατυπώτου και του ασαφούς της σφραγίδος και όλων των άλλων ατελειών που προκαλούνται από την ακαταλληλότητα της μετοχής.
Είναι διακεκριμένο στοιχείο της αγαθοπρεπούς ενεργείας του Θεού προς εμάς(13) το ότι ο υπερούσιος Λόγος ουσιώθηκε κατά τη φύση μας από μας ολοκληρωτικώς  και  αληθώς,  και  έδρασε  και  έπαθε  τα  θαυμαστά  και
εξαίρετα πράγματα της ανθρωπικής θεουργίας του. Πράγματι ο Πατήρ και το Πνεύμα δεν μετείχαν σʹ αυτά κατά κανένα τρόπο, εκτός αν κανείς εκλάβει τα πράγματα από την άποψη ότι ο αναλλοίωτος με την ενανθρώπησή του ενήργησε ως Θεός και ως Λόγος Θεού σύμφωνα με την υπερκείμενη και άρρητη ενέργεια του Θεού. Έτσι κι εμείς σπεύδομε και να ενώσωμε και να διακρίνωμε τα θεία με το λόγο, όπως τα ίδια τα θεία και ηνωμένα είναι και διακεκριμένα.
7. Αλλά  τις  θεοπρεπείς  αιτίες,  που  ευρήκαμε  στα  Λόγια  γιʹ  αυτές  τις ενώσεις και διακρίσεις, τις εκθέσαμε στις Θεολογικές Υποτυπώσεις, όπου πραγματευθήκαμε για το καθένα χωριστά. Εκεί άλλα μεν τα εξετάσαμε και τα εξηγήσαμε κατά τον αληθινό λόγο, πλησιάζοντας τα λαμπερά θεάματα  των Λογίων με αγνό και αθόλωτο νου, άλλα δε, ως μυστικά, τα προσεγγίσαμε κατά τη θεία παράδοση με τρόπο επάνω από κάθε νοερή ενέργεια(14). Διότι όλα τα θεία, όσα μας φανερώνονται, μόνο με τις μετοχές γνωρίζονται. ποια όμως είναι τα θεία καθʹ εαυτά κατά την αρχή και ίδρυσή τους, είναι υπεράνω του νου και κάθε ουσίας και γνώσεως. Επί παραδείγματι, αν ονομάσωμε την υπερούσια κρυφιότητα Θεό ή ζωή ή ουσία, ή φως ή λόγο, δεν εννοοούμε τίποτε άλλο παρά τις δυνάμεις που προβάλλονται  από  αυτήν  προς  εμάς,   τις  θεοτικές,  ή  ουσιοποιές   ή ζωογόνες ή σοφόδωρες. την ίδια όμως την υπερούσια κρυφιότητα προσεγγίζομε με την απαλλαγή μας από όλες τις νοερές ενέργειες, χωρίς να βλέπωμε καμμιά θέωση ή ζωή ή ουσία ικανή να εξισωθεί με την αιτία που επιναι απομακρυσμένη από όλα τα υπερβατικώτατα. Επίσης από τα ιερά Λόγια παρελάβαμε ότι ο Πατήρ είναι πηγαία θεότης(15), ο δε Ιησούς και το Πνεύμα είναι θεόφυτοι βλαστοί, αν επιτρέπεται να ειπούμε έτσι, της θεογόνου θεότητος, ένα είδος υπερούσια άνθη και φώτα της. Πώς όμως γίνονται αυτά, δεν είναι δυνατό ούτε να το ειπούμε ούτε να το εννοήσουμε.


8. Αλλά  όλη  η  δύναμις  της  νοερής  ενέργειάς  μας  φθάνει μόνο  έως  το σημείο να κατανοεί, ότι όλη η θεία πατρότης και υιότης έχει δοθεί και σʹ εμάς και στις υπερουράνιες δυνάμεις από την υπερβατική  των όλων πατριαρχία και υιαρχία. κι από αυτήν οι θεοειδείς νόες καθίστανται και ονομάζονται θεοί και υιοί θεών και πατέρες θεών, με την έννοια ότι η πατρότης και υιότης του είδους τούτου συντελείται πνευματικώς, δηλαδή ασωμάτως, αΰλως, νοητώς, εφʹ όσον το θεαρχικό Πνεύμα είναι υπερεδραιωμένο επάνω από κάθε αϋλία και θέωση, ο δε Πατήρ και ο Υιός ξεπερνούν υπεροχικώς κάθε θεία πατρότητα και υιότητα. Διότι δεν υπάρχει  ακριβής  ομοιότης  ανάμεσα  στα  αιτιατά  και  στα  αίτια.  άλλα έχουν μεν τα αιτιατά τις οποιεσδήποτε εικόνες των αιτίων, τα ίδια όμως τα αίτια είναι  απομακρυσμένα και εδραιωμένα επάνω από τα αιτιατά κατά το λόγο της αρχής των. Και, για να χρησιμοποιήσω παραδείγματα δικά μας, ηδονές και λύπες λέγονται ότι είναι δημιουργικές του ήδεσθαι
και του λυπείσθαι, οι ίδιες όμως ούτε ήδονται ούτε λυπούνται. και το πυρ, που θερμαίνει και καίει, δεν λέγεται ότι καίεται και θερμαίνεται. Κι αν κανείς έλεγε ότι η αυτοζωή ζει και το αυτοφώς φωτίζεται, δεν θα εκφραζόταν σωστά κατά την άποψή μου, εκτός αν τα ειπεί κατά διαφορετικό τρόπο, ότι δηλαδή τα στοιχεία των αιτιατών προϋπάρχουν στα αίτια υπερβατικώς και ουσιωδώς(16).


9. Αλλά  και  το  επιφανέστερο  γεγονός  όλης  της  θεολογίας,  η  κατά  τα ανθρώπινα θεοπλαστία(17) του Ιησού δηλαδή, είναι με κάθε λόγο άρρητη και σε κάθε νου άγνωστη, ακόμη και στον πρώτο από τους ανωτάτους αγγέλους. Και το μεν ότι αυτός ουσιώθηκε ανθρωπικώς, αυτό το παρελάβαμε με μυστικό τρόπο. αγνοούμε όμως, πως διαπλάσθηκε από παρθενικά  αίματα  με  διαφορετικό από  τον  κατά  φύση  νόμο  και  πως επέρασε  αβρόχως  την  υγρή  και  ρευστή  ουσία  με  πόδια  που  έχουν σωματικό όγκο και υλικό βάρος, και όλα τα άλλα που ανήκουν στην υπερφυά φυσιολογία του Ιησού. Αυτά τα πράγματα κι εμείς τα διαπραγματευθήκαμε αλλού και ο κλεινός μας καθηγητής(18) τα ύμνησε πολύ υπερφυώς στις Θεολογικές Στοιχειώσεις του, ο οποίος είτε από άλλους ιερούς θεολόγους τα παρέλαβε είτε με την επιστημονική έρευνα των Λογίων τα συνέλαβε έπειτα από πολλή άσκηση γύρω από αυτά είτε τα εμυήθηκε με κάποια θειότερη έμπνευση, αφού όχι μόνο έμαθε αλλά κι έπαθε τα θεία και από την προς αυτά συμπάθειά του, αν έτσι πρέπει να ειπούμε,   ετελειώθηκε   στην   αδίδακτη   και   μυστική   τους   ένωση   και πίστη(19). Και για να παραθέσωμε συντομώτατα τα πολλά και μακάρια θεάματα της αρίστης εκείνης διάνοιας, τα εξής λέγει περί του Ιησού στο σύγγραμμά του Θεολογικές Στοιχειώσεις(20).


10. Του αγιωτάτου Ιεροθέου από τις Θεολογικές Στοιχειώσεις. Η θεότης του Ιησού, αιτία και πλήρης  αποτελείωσις των πάντων που διατηρεί τα μέρη σε αρμονία με την ολότητα και δεν είναι ούτε μέρος ούτε όλο, αλλά είναι και όλο και μέρος, αφού περικλείει μέσα της και υπερέχει και προέχει το παν, και το όλο και το μέρος, είναι στα μεν ατελή τελεία ως τελετάρχις, στα  τέλεια  ατελής  ως  υπερτελής  και  προτέλεια,  στα  ανείδεα  ειδοποιό είδος ως ειδεάρχις, στα είοδη ανείδεα ως υπεράνω είδους, ουσία υπερούσια που επιβατεύει αχράντως όλες τις ουσίες, που ξεπερνά κάθε ουσία, που ορίζει όλες τις αρχές και τάξεις και είναι εδραιωμένη επάνω από κάθε αρχή και τάξη. είναι επίσης μέτρο των όντων, αιών και επάνω από τον αιώνα και πριν από τον αιώνα, πλήρης στα ελλιπή, υπερπλήρης στα πλήρη,   άρρητη,   άφθεγκτη,   υπέρ   νου,   υπέρ   ζωή,   υπέρ   ουσία,   έχει υπερφυώς το  υπερφυές, υπερουσίως  το  υπερούσιο.  Γιʹ  αυτό,  όταν  από φιλανθρωπία ήλθε έως την φύση μας και ουσιώθηκε αληθινά και κατέστη άνθρωπος υπέρθεος (είθε να μας φανούν ελεήμονα τα υμνούμενα από μας υπεράνω νου και λόγου μυστήρια), και πάλι σʹ αυτήν την κατάσταση
διατηρεί   το   υπερφυές  και   υπερούσιο,   όχι   μόνο   καθʹ   ο   μέρος   έχει κοινωνήσει μαζί μας αναλλοιώτως και ασυγχύτως, χωρίς από την άφθεγκτη κένωση(Φιλ. 2,7) να έχει πάθει τίποτε στην υπερπληρότητά του, αλλά και, το παραδοξότατο όλων των πραγμάτων, μέσα στην φύση μας ήταν υπερφυής και μέσα στην ουσία μας ήταν υπερούσιος, παραέχοντας όλα τα δικά μας από μας επάνω από μας.


11. Αυτά  λοιπόν  είναι  αρκετά.  Ας  προχωρήσομε  τώρα  στο  σκοπό  της πραγματείας, αναπτύσσοντας κατά τη δύναμή μας τα κοινά και ηνωμένα ονόματα της θείας διακρίσεως. Και για να δώσουμε από την αρχή σαφείς ορισμούς για όλα στη σειρά, θεία διάκριση αποκαλούμε, όπως έχει λεχθεί, τις αγαθοπρεπείς προόδους της θεαρχίας. Η Μονάς δωρίζοντας σε όλα τα όντα και εκχύνοντας τις μετουσίες όλων των αγαθών, διακρίνεται ηνωμένως, πληθύνεται ενικώς και πολλαπλασιάζεται αμεταδότως από το ένα. Έτσι λοιπόν, επειδή ο Θεός είναι υπερουσίως ων, ενώ από το άλλο μέρος δωρίζει την ύπαρξη στα όντα και παράγει όλες τις ουσίες, λέγεται ότι το ένα εκείνο ον πολλαπλασιάζεται με την από αυτό παραγωγή των πολλών όντων, ενώ αυτό παραμένει ένα κατά τον πληθυσμό, ηνωμένο κατά την πρόοδο και πλήρες κατά την διάκριση, εξ αιτίας του ότι είναι υπερουσίως απομακρυσμένο από όλα τα όντα και εξ αιτίας του ενιαίου του τρόπου παραγωγής των όλων και της αμείωτης εκχύσεως των αμειώτων μεταδόσεών του. Αλλά, ενώ είναι ένα, όταν μεταδίδει από το ένα στο παν, στο μέρος και στο όλο, στο ένα και στο πλήθος, ένα είναι επίσης υπερουσίως χωρίς να είναι ούτε μέρος από πλήθος ούτε όλο από μέρη, κι έτσι ούτε ένα μακριά από αυτά, επάνω από τα ανάμεσα στα όντα ένα, και πλήθος αμέριστο, υπερπλήρες απλήρωτο, που παράγει και τελειώνει και συνέχει το παν, ένα και πλήθος.


Επίσης, επειδή δια της θεώσεως που προέρχεται από αυτόν με βάση τη θεοείδεια που έχει ο καθένας κατά δύναμη γίνονται πολλοί θεοί, φαίνεται μεν ότι υπάρχει και αναφέρεται διάκρισις και πολλαπλασιασμός του ενός Θεού, αλλʹ όμως δεν είναι λιγότερο ένας Θεός υπερουσίως ο αρχίθεος  και υπέρθεος,  αμέριστος ανάμεσα στα μεριστά, ηνωμένος στον εαυτό του, αμιγής και απλήθυντος στα πολλά. Ο κοινός χειραγωγός εμού και του καθηγητού μου προς τη θεία φωτοδοσία, ο πολύς στα  θεία, το φως του κόσμου(21), κατανοώντας και τούτο υπερφυώς, λέγει ενθέως τα επόμενα στα ιερά του γράμματα. ʺΔιότι, αν υπάρχουν οι λεγόμενοι θεοί, είτε στον ουρανό είτε επί της γης (όπως βέβαια υπάρχουν πολλοί θεοί και κύριοι πολλοί), αλλά για μας ένας Θεός υπάρχει, ο Πατήρ, από τον οποίο προέρχονται τα πάντα και στον οποίο οφείλομε εμείς την ύπαρξή μαςʺ(Α΄ Κορ. 8,5). Διότι στα θεία πράγματα οι ενώσεις επικρατούν των διακρίσεων και προηγούνται από αυτές, και παρʹ όλα αυτά μένουν ηνωμένες και μετά την αμετάδοτη και ενιαία διάκριση του ενός.

Αυτές τις κοινές και ηνωμένες διακρίσεις της σύνολης θεότητος, δηλαδή
τις αγαθοπρεπείς προόδους, θα προσπαθήσωμε να υμνήσωμε κατά το δυνατό με βάση τις θεωνυμίες που τις αποκαλύπτουν στα Λόγια, αφού, όπως είπαμε, έχει αποσαφηνισθεί από πριν τούτο, ότι κάθε αγαθουργική θεωνυμία, σε όποια από τις θεαρχικές υποστάσεις κι αν αναφέρεται, θα εκληφθεί αδιακρίτως για όλη τη θεαρχική ολότητα(22).


1. Η   αγαθότης   καθʹ   εαυτήν,   η   απόλυτη   αγαθότης,   η   ιδέα   της αγαθότητος.
2. Θεοτελής     λόγος     είναι     ο     λόγος     της     θείας     τελειότητος.
3. Εννοείται    το    έργο ʺΘεολογικές    Υποτυπώσειςʺ που    αναφέρθηκε ανωτέρω.
4. Κάνει διάκριση μεταξύ της δικής του ανθρώπινης φιλοσοφίας και της θεοσοφίας των Γραφών.
5. Ηνωμένη   θεολογία   (ονόματα)είναι   αυτή   που   αναφέρεται  στην
Ενάδα.
6. Εννοείται πάντοτε η θεολογία των Γραφών.
7. Δύο ειδών ενωτικά του Θεού ονόματα υπάρχουν. τα υπερβατικά, που συνήθως φέρονται με το πρόθεμα υπερ, και τα αιτιολογικά που σχηματίζονται  κατά  τις  δημιουργικές  ενέργειες.  ανάμεσα  σʹ  αυτά είναι τα υπεροχικώς αφαιρετικά, που σχηματίζονται με το στερητικό άλφα (ά‐κτιστο, ά‐θάνατο κλπ.).
8. π.χ. το ότι ο Πατήρ είναι Θεός δεν μπορεί νʹ αντιστραφεί, ώστε να λεχθεί ότι ο Θεός είναι Πατήρ.
9. Αγνωσία  της  Τριάδος  υπάρχεςι  κατά  την  απλότητα  του  Θεού,
παννόησις υπάρχει κατά τις πρόνοιές του.
10. Οι διατυπώσεις περί Θεού , οι λόγοι περί Θεού.
11. Πρόοδος της θείας ενώσεως είναι η πορεία του Ενός, του θείου,
προς     την     αποκάλυψη,     την     δημιουργία     και     την     πρόνοια.
12. Αμεθέκτως μετεχόμενα είναι τα θεία, μετέχοντες είναι οι νόες και οι ψυχές, μετοχές είναι οι δωρεές, οι ενέργειες.
13. Δηλαδή της θείας ενανθρωπήσεως.
14. Πρόκειται πάλι για τη διπλή προσέγγιση, την καταφατική και την αποφατική, τη λογική και τη μυστική.
15. Μόνο ο Πατήρ είναι πηγή της θεότητος, ʺθεογόνος μονώτατοςʺ.
16. Οι ιδιότητες των δημιουργημάτων προϋπάρχουν εν σπέρματι στα αίτιά τους.
17. Δηλαδή η ενανθρώπησις.
18. Ο       διδάσκαλος       του       Διονύσιου,       επίσκοπος       Ιερόθεος.
19. Η  πίστις  μαθαίνεται,  η  ένωσις  παθαίνεται.  και  τα  δύο  όμως  ο
Ιερόθεος     τα     απέκτησε     με     τρόπο     μυστικό     και     αδίδακτο.
20. Η   επόμενη   παράγραφος  είναι   παράθεμα   από   τις   Θεολογικές
Στοιχειώσεις που φέρονται ως έργο του Ιεροθέου, αλλʹ  είναι άγνωστο από αλλού. Ο τίτλος ʺτου αγιωτάτου Ιεροθέου  εκ των Θεολογικών Στοιχειώσεωνʺ  κατά  τη  ροή  της  χειρόγραφης παραδόσεως  από  το περιθώριο μεταφέρθηκε στο κείμενο.
21. Ο  απόστολος  Παύλος  ήταν  διδάσκαλος  του  Ιεροθέου  και  του
Διονυσίου.
22. Τα ιδιώματα των τριαδικών υποστάσεων είναι κοινά, ομοίως και οι ενέργειες.
Κεφάλαιο 3
Ποια είναι η δύναμις της προσευχής και περί του μακαρίου Ιεροθέου και περί της ευλάβειας και της θεολογικής συγγαφής του.


1. Αν τώρα το θεωρείς σωστό, ας εξετάσωμε πρώτη την αγαθωνυμία που εκφράζει τέλεια  και  αποκαλυπτικά  όλες  τις  προόδους  του Θεού,  αφού επικαλεσθούμε την αγαθαρχική και υπεράγαθη Τριάδα που αποκαλύπτει όλες τις αγαθές πρόνοιές της.


Διότι σʹ αυτήν πρέπει να ανεβαίνωμε πρώτα με τις ευχές, ως αγαθαρχία που είναι, και πλησιάζοντάς την περισσότερο, να μυούμαστε στα πανάγαθα δώρα που είναι τοποθετημέναγύρω της. διότι αυτή μεν είναι παρούσα σε όλα, δεν είναι όμως όλα παρόντα σʹ αυτήν. Όταν όμως την επικαλούμαστε με πάναγνες ευχές, με αθόλωτο νου και με κατάλληλη για τη θεία ένωση διάθεση, τότε είμαστε κι εμείς παρόντες σʹ αυτήν(1). διότι η αγαθότης δεν ευρίσκεται καν σε τόπο, ώστε νʹ απουσιάσει από κάποιον ή να μεταβεί από άλλους σε άλλους. Αλλά και το να ειπούμε από το άλλο μέρος ότι η αγαθότης ευρίσκεται μέσα σε όλα τα όντα, αυτό απέχει από την απειρία που είναι επάνω από όλα και περιλαμβάνει όλα.


Ας προσπαθήσουμε λοιπόν νʹ ανυψωθούμε με τις ευχές προς την υψηλότερη κορυφή των θείων και αγαθών αιτίων. Τότε θα συμβεί ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση μιας πολύφωτης αλυσίδας που είναι κρεμασμένη από την ουράνια κορυφή και κατεβαίνει έως εδώ. εμείς, πιάνοντάς την με τα χέρια, το ένα μετά το άλλο προς τα εμπρός, θα ενομίζαμε ότι κατεβάζομε εκείνη, που είναι παρούσα και άνω και κάτω, αλλʹ ανεβαίνομε εμείς οι ίδιοι προς τις υψηλότερες μαρμαρυγές των πολυφώτων   ακτίνων.   Ή   ό,τι   συμβαίνει   στην   περίπτωση   που   θα εμβαίναμε σε πλοίο. κρατώντας τα παλαμάρια που δεμένα από κάποια πέτρα εκτείνονται έως εμάς και προσφέρονται σαν σε βοήθειά μας, δεν φέρομε την πέτρα κοντά μας, αλλά στην πραγματικότητα φέρομε εμάς τους ιδίους και το πλοίο κοντά στην πέτρα. Ή πάλι ό,τι συμβαίνει με κάποιον που στέκεται επάνω στο πλοίο. αν απωθήσει την παραλιακή πέτρα, δεν θα προκαλέσει τίποτε στην στερεωμένη και ακίνητη πέτρα, αλλά θα αποχωρίσει τον εαυτό του από εκείνην και όσο περισσότερο την απωθήσει, τόσο περισσότερο θα εξακοντισθεί απʹ αυτήν. Γιʹ αυτό και πριν από κάθε πράγμα, περισσότερο δε πριν από τη θεολογία, πρέπει να ξεκινούμε με ευχή, όχι για να ελκύσωμε την δύναμη, την παρούσα πανταχού και πουθενά, αλλά για να παραδώσωμε τους εαυτούς μας σʹ αυτήν και να τους ενώσωμε προς αυτήν με τις θείες μνημονεύσεις και επικλήσεις.
2. Είναι ίσως και τούτο άξιο απολογίας εκ μέρους μας. ότι ενώ ο εξαίρετος καθοδηγητής μας Ιερόθεος συνέταξε υπερφυώς τις Θεολογικές Στοιχειώσεις, εμείς, σαν να μην ήσαν αρκετές εκείνες, συγγράψαμε κι άλλες θεολογικές πραγματείες και την παρούσα(2). Ασφαλώς, αν εκείνος απεφάσιζε να διαπραγματευθεί όλα τα θεολογικά θέματα και αν είχε αναπτύξει λεπτομερώς το σύνολο της θεολογίας, δεν θα εφθάναμε εμείς σε τέτοιο σημείο μανίας ή αγένειας, ώστε να νομίσομε ότι μπορούμε να διεισδύσωμε θεωρητικότερα και θειότερα από εκείνον στις θεολογίες ή να ματαιοπονήσωμε επαναλαμβάνοντας τα ίδια πράγματα, κι επιπλέον νʹ αδικήσωμε τον διδάσκαλο και φίλο, εμείς που μετά τον Παύλο από τα δικά του λόγια εδιδαχθήκαμε, υποκλέπτοντας για τον εαυτόν μας την ένδοξη θεωρία και ερμηνεία. Στην πραγματικότητα, εκείνος, διδάσκοντας αυθεντικώς τα θεία, μας παρέδωσε συντόμους όρους που περιελάμβαναν πολλές έννοιες ο καθένας(3), παραγγέλοντας σʹ εμάς και σε άλλους σαν εμάς διδασκάλους των μαθητευομένων ψυχών, όσο είναι δυνατό, νʹ αναπτύξωμε και αναλύσωμε κατά το μέτρο του λόγου μας τις συνοπτικές και ενιαίες διατυπώσεις της μεγαλοφυΐας του ανδρός εκείνου. Άλλωστε και συ ο ίδιος πολλές φορές μας προέτρεψες σʹ αυτό το εγχείρημα, αφού μάλιστα μάς έστειλες και το βιβλίο του Ιεροθέου με τη γνώμη ότι είναι εξαίρετης αξίας. Γιʹ αυτόν κι εμείς τον λόγο ως διδάσκαλο τελείων και ωρίμων διανοιών τον ξεχωρίζομε για την ικανοποίηση εκείνων που στέκουν  επάνω  από  τους  πολλούς,  θεωρώντας  τα  γραπτά  του  σαν δεύτερες  Γραφές, κατάλληλες  για  τους  θεοχρίστους.  στους  ανθρώπους της δικής μας σειράς όμως θα διδάξωμε τα θεία εμείς ανάλογα με την ικανότητά μας. Διότι, αν η στερεά τροφή είναι κατάλληλη για τους τελείους, το να τρέφωμε εμείς άλλους με τέτοια τροφή πόση τελειότητα δεν φανερώνει;


Ορθώς λοιπόν ισχυρισθήκαμε και τούτο, ότι η μεν άμεση θέα των νοητών λογίων και η ευσύνοπτη διδασκαλία τους χρειάζεται πρεσβυτική δύναμη(4), η δε γνώσις και μάθησις των λόγων που οδηγούν σʹ αυτό το ύψος αρμόζει στους κατωτέρους καθηγητάς και σπουδαστάς. Εμείς μάλιστα έχομε τηρήσει με πολλή επιμέλεια και τούτο. όσα δηλαδή έχουν διευκρινισθεί σαφώς από τον ίδιο τον θείο καθοδηγητή μας, να μη τα εξετάσωμε, να μην επιχειρήσωμε καν να ταυτολογήσωμε διασαφώντας πάλι κάποιο γραφικό χωρίο που ερμήνευσε εκείνος. Άλλωστε αυτός διακρίθηκε και ανάμεσα στους θεοπνεύστους ιεράρχες μας, όταν, όπως γνωρίζεις,  κι  εμείς  και  συ  και  πολλοί  από  τους  ιερούς  αδελφούς μας συναχθήκαμε για την θέα του ζωαρχικού και θεοδόχου σώματος(5), ήταν δε παρών κι ο αδελφόθεος Ιάκωβος και ο Πέτρος, η κορυφαία και πρεσβυτάτη ακρότης των θεολόγων. Όταν μετά τη θεά εκρίθηκε επιβεβλημένο να υμνήσουν όλοι οι ιεράρχες, κατά τη δύναμή του ο καθένας,  την  απειροδύναμη  αγαθότητα  της  θεαρχικής  ασθένειας  που
εκδηλώθηκε με τη συγκατάβαση του Λόγου, ο Ιερόθεος υπερέβαλε όλους τους άλλους ιερομύστες, μετά τους αποστολικούς λόγους, τελείως εκδημώντας, τελείως εξιστάμενος από τον εαυτό του και βιώνοντας την κοινωνία με τα υμνούμενα πράγματα. Όλοι όσοι τον άκουαν και τον έβλεπαν, τον εγνώριζαν ή δεν τον εγνώριζαν, εθεώρησαν ότι είναι θεόληπτος και θείος υμνολόγος. Τι χρειάζεται να σου διηγηθώ τα εκεί θεολογηθέντα;  Διότι,  αν  δεν  έχω  αποξεχασθεί,  θυμούμαι  ότι  πολλές φορές άκουσα από σένα να επαναλαμβάνεις μερικά μέρη των ενθέων εκείνων υμνωδιών(6). Τόση είναι η φροντίδα σου να μην ασχολείσαι παρέργως με τα θεία.


3. Αλλά ας παραλείψουμε τα μυστήρια που παρατηρήθηκαν εκεί, διότι είναι  άρρητα  για  τους  πολλούς   και  γνωστά  σʹ  εσένα,  για  να  ειπούμε τούτο. όταν εχρειαζόταν να επικοινωνήσει με τους πολλούς και να φέρει όσους ήταν δυνατό στην ιερογνωσία μας(7), πόσο δεν υπερείχε τους πολλούς από τους ιερούς διδασκάλους κατά την εμπειρία από το χρόνο, κατά την καθαρότητα στο νου, κατά την ακρίβεια των αποδείξεων και κατά τα άλλα διδακτικά προσόντα, ώστε να μην επιχειρήσωμε  ποτέ νʹ αντικρύσωμε κατά πρόσωπο ένα τόσο μεγάλο ήλιο; Εμείς πάντως έχοντας συναίσθηση του εαυτού μας γνωρίζομε ότι δεν είμαστε ικανοί να εννοήσωμε επαρκώς όσα είναι νοητά από τις θείες αλήθειες ούτε να εκφέρωμε και να εκφράσωμε όσα από τη θεογνωσία είναι ρητά. Επειδή δε είμαστε μακριά, υστερούμε στη γνώση της θεολογικής αλήθειας απέναντι στους θείους άνδρες, ώστε από περισσή ευλάβεια θα εφθάναμε και σε τούτο το σημείο ακόμη, δηλαδή να μη ακούωμε και να μη λέγωμε  τίποτε περί της θείας φιλοσοφίας, αν δεν είχαμε τη γνώμη ότι δεν πρέπει να παραμελούμε τη γνώση των θείων που είναι στη διάθεσή μας.


Και σʹ αυτό μάς έπεισαν όχι μόνο οι φυσικές εφέσεις των νόων μας, που πάντοτε ποθούν ερωτικώς την θεμιτή θεωρία των υπερφυών πραγμάτων, αλλά και η ίδια η αρίστη εντολή των θείων θεσμών, που μας αποτρέπει μεν από το να πολυεξετάζωμε τα ευρισκόμενα επάνω από μας, ως ανώτερα από την αξία μας και ως ανέφικτα, μας παραγγέλει όμως να μαθαίνωμε συνεχώς όσα μάς έχει παραχωρήσει και δωρίσει, και να τα μεταδίδωμε αγαθοεργώς και σε άλλους. Αυτές λοιπόν τις παρακινήσεις ακολουθώντας κι εμείς, και μη αποκάμοντας ούτε δειλιάζοντας εμπρός στην προσπάθεια για την κατά το δυνατό εύρεση των θείων, αλλά και μη δεχόμενοι νʹ αφήσωμε αβοηθήτως εκείνους που δεν μπορούν να εποπτεύσουν τα θεάματα που είναι ανώτερα από μας, επιδοθήκαμε στην συγγραφή. Δεν τολμούμε βέβαια να εισηγηθούμε τίποτε νέο, αλλά εξηγούμε και αποσαφηνίζουμε με λεπτότερες αναλύσεις αυτά που έχουν λεχθεί συνοπτικώς από τον όντως Ιερόθεο.
1. Όπως λέγεται στο τέλος αυτής της παραγράφου, η προσευχή ανεβάζει    εμάς    στο    Θεό,    δεν    κατεβάζει    το    Θεό    σʹ    εμάς.
2. Σύμφωνα με αυτή τη μαρτυρία το παρόν Περί Θείων Ονομάτων έργο του Διονυσίου, δεν είναι το πρώτο, αλλά προηγήθηκαν από αυτό και άλλα, περισσότερα μάλιστα του ενός.
3. Για το λόγο τούτο το βιβλίο του Ιεροθέου έχει τον τίτλο Στοιχειώσεις. περιλαμβάνει  στοιχειώδη  πράγματα  που  χρειάζεται  να  αναλυθούν και αναπτυχθούν.
4. Ο Ιερόθεος φέρεται από τον συγγραφέα μας νʹανήκει στην τάξη των γερόντων πρεσβυτέρων της αρχαίς Εκκλησίας που κατά τον Ειρηναίο τοποθετείται   ανάμεσα   στους   Αποστόλους   και   τους   επισκόπους.
5. Ο συγγραφεύς εννοεί το σώμα της Θεοτόκου κατά την κοίμηση. Η υμνολογία της εορτής της κοιμήσεως ειναι επηρεασμένη από τη φρασεολογία του Διονυσίου.
6. Σʹ αυτό το σημείο η λέξις ʺυμνωδίαʺ έχει μελωδική σημασία και αναφέρεται σε ύμνους προς τη Θεοτόκο.
7. Δηλαδή στη χριστιανική πίστη.




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |