ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Η Αποκάλυψις του Θεού δια του Μωυσέως

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

Η Αποκάλυψις του Θεού δια του Μωυσέως



Περιοδος Τρίτη
Η Αποκάλυψις του Θεού δια Του Μωυσέως
Ο Μωυσης   ελευθερωτης   και    Νομοθετης   των Ισραηλιτών (Ἐξόδ. Α΄ Καὶ Β΄)

Πέρασαν   χρόνια   πολλὰ   ἀπὸ   τὸν   θάνατον   τοῦ ᾽Ιακὼβ  καὶ  τοῦ  ᾽Ιωσήφ.  Τετρακόσια   περίπου.  Καὶ οἱ   ἀπόγονοι  αὐτῶν,  οἱ ᾽Ισραηλῖται,  ηὐξήθησαν  καὶ ἔγιναν  λαὸς μέγας  μέσα εἰς τὴν  Γεσέν,τὴν  ἐπαρχίαν τῆς Αἰγύπτου.Πολλοὶ  Φαραὼ ἐν τῷ μεταξὺ εἶχον βασιλεύσει εἰς τὴν  Αἴγυπτον. Καὶ  εἶχον  λησμονηθῆ δυστυχῶς  αἱ πρὸς τὴν χώραν αὐτὴν ὑπηρεσίαι  τοῦ ᾽Ιωσήφ.
῾Η μεγάλη αὔξησις τῶν  ᾽Ισραηλιτῶν ἐφόβιζε τώρα  τοὺς Φαραώ, μήπως  αὐτοὶ  συμμαχήσουν  μὲ  κανένα  ξένον λαὸν  καὶ  πολεμήσουν ἐναντίον τῶν Αἰγυπτίων.
- Προσέξατε, ἔλεγον οἱ Αἰγύπτιοι. Οἱ ῾Εβραῖοι ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ εἶναι ἰσχυρότεροι ἀπὸ ἡμᾶς.Διὰ  τοῦτο  οἱ Φαραὼ τῆς  ἐποχῆς  ἐκείνης  ἢρχισαν  συστηματικὸν διωγμὸν  ἐναντίον τῶν ῾Εβραίων.Καὶ ἐπέβαλλον εἰς αὐτοὺς οἱ Φαραὼ τότε βαρείας καὶ ἀναγκαστικὰς ἐργασίας, δηλ. ἀγγαρείας, διὰ νὰ τοὺς ἐξαντλήσουν. Ἀλλ᾽ οἱ ᾽Ισραηλῖται μὲ τὴν  βοήθειαν  τοῦ Θεοῦ, ὅσον ἐπιέζοντο,  τόσον περισσότερον  καὶ ἰσχυρότεροι ἐγίνοντο.
Τότε ἕνας Φαραὼ διέταξε τὰς μαίας νὰ πνίγουν τὰ ἀρσενικὰ παιδιὰ τῶν  Ἰσραηλιτῶν,  μόλις  γεννῶνται. Ἀλλὰ  τὸ  σκληρὸν  αὐτὸ  μέτρον δὲν ἐπέτυχε.  Διότι  αἱ μαῖαι  ἐφοβοῦντο τὸν Θεὸν καὶ  δέν ἔπνιγαν τὰ νεογέννητα. Διὰ τοῦτο διέταξεν ὁ Φαραὼ νὰ ρίπτωνται τὰ παιδιά, μόλις γεννῶνται, θυσία εἰς τὸν Νεῖλον  ποταμόν,  τὸν θεὸν τῶν Αἰγυπτίων, χωρὶς τὸ ἀπάνθρωπον αὐτὸ διάταγμα νὰ κρατήσῃ  πολλὰ  ἔτη.



2. ᾽Εν τῷ μεταξὺ ὅμως ὁ Θεὸς μέσα εἰς τὸν διωγμὸν  αὐτὸν προητοίμαζε  τὴν σωτηρίαν  τῶν ᾽Ισραηλιτῶν.  Καὶ τώρα φέρει εἰς τὸν κόσμον τὸν ἐλευθερωτήν των. Εἶναι  ὁ Μωυσῆς.
Μία  Ἰσραηλῖτις  ἀπὸ τὴν  φυλὴν τοῦ Λευὶ ἐγέννησεν  ἕνα ἀγοράκι, τὸ ὁποῖον ἐλυπήθη νὰ τὸ ρίψῃ εἰς τὸν Νεῖλον.  Τὸ ἐκράτησε  καὶ  τὸ ἀνέτρεφε κρυφὰ εἰς τὸ σπίτι της ἐπὶ τρεῖς μῆνας.
᾽Επειδὴ  ὅμως ἐφοβήθη  μήπως  ἀνακαλυφθῇ ἔλαβεν ἕνα πλεκτὸν καλαμένιο  κιβώτιον,  τὸ ἄλειψε μὲ πίσσαν, ἔβαλε μέσα τὸ νήπιον  καὶ τὸ ἔδωσεν εἰς τὴν κόρην της Μαριὰμ νὰ τὸ φέρῃ καὶ νὰ τὸ ρίψῃ εἰς τὸν ποταμὸν καὶ εἰς τὸ μέρος, ὅπου ἤρχετο καὶ ἐλούετο ἡ κόρη τοῦ Φαραώ, μήπως  αὐτὴ τὸ λυπηθῇ καὶ τὸ σώσῃ.
3.  Καὶ   πράγματι,  ὅταν   κατέβη   ἡ   κόρη  τοῦ   Φαραὼ   διὰ   νὰ λουσθῇ  ἤκουσε  τὰς  φωνὰς  τοῦ  παιδιοῦ,  διέταξε  νὰ  τῆς  τὸ  φέρουν καὶ  συνεκινήθη, ὅταν μέσα εἰς τὸ καλαθάκι εἶδε τὸ ὡραῖο ἀγοράκι.
᾽Επειδὴ δὲ τὸ συνεπάθησε, ἀπεφάσισε νὰ τὸ σώσῃ.Μόλις  ἡ  Μαριὰμ  ἀντελήφθη τοῦτο,  παρουσιάσθη  καὶ  ἠρώτησε τὴν  κόρην τοῦ Φαραώ, ἂν θέλῃ  τροφὸν διὰ νὰ ἀναθρέψῃ  τὸ παιδίον.
῎Ετρεξε δὲ καὶ ἐκάλεσε τὴν μητέρα της. Τότε εἶπε πρὸς αὐτὴν ἡ κόρη τοῦ Φαραώ:
- Διατήρησέ μου τὸ παιδίον  τοῦτο καὶ θήλασε  αὐτό. Καὶ  ἐγὼ  θὰ σοῦ δώσω τὸν μισθόν  σου.
῎Ελαβε  τότε  ἡ μητέρα  τὸ παιδίον. Τὸ ἐθήλασε  καὶ  τὸ ἀνέθρεψεν ἐλεύθερα, σύμφωνα μὲ τὰς παραδόσεις καὶ τὰ ἤθη  τῶν  ᾽Ισραηλιτῶν. Ὅταν δὲ τοῦτο ἐμεγάλωσε, τὸ ἔφερεν εἰς τὴν κόρην τοῦ Φαραώ, η ὁποία τὸ υἱοθέτησε  καὶ τὸ ὠνόμασε Μωυσῆ. Δηλαδὴ  ἄνθρωπον  σωσμένον ἀπὸ τὰ ὕδατα.
῾Ο Μωυσῆς ἔλαβε τότε βασιλικὴν ἀνατροφὴν μέσα εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ  ἐμορφώθη  μὲ ὅλην  τὴν  αἰγυπτιακὴν σοφίαν. ῎Εγινε  σοφὸς καὶ δυνατὸς εἰς ἔργα καὶ εἰς λόγους, παρ’ ὅλον ὅτι ἦτο βραδύγλωσσος καὶ ἰσχνόφωνος.

15. Ο ΘΕΟΣ ΑΝΑΘΕΤΕΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΩΥΣΗΝ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΙΝ ΤΩΝ ΙΣΡΑΗΛΙΤΩΝ (Ἐξόδ.  Β΄ - Δ΄)

Ὁ Μωυσῆς, ὡς θετὸς υἱὸς τῆς κόρης τοῦ Φαραώ, εἶχεν ἀποκτήσει, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐξαιρετικήν  του μόρφωσιν, μεγάλην δύναμιν καὶ δόξαν. Δὲν ἐλησμόνησεν  ὅμως, ὅτι ἦτο ᾽Ισραηλίτης  καὶ δὲν ἔπαυσε νὰ ἀγαπᾷ τοὺς ὁμοφύλους του καὶ νὰ ἀγανακτῇ ὅταν ἔβλεπε τοὺς Αἰγυπτίους νὰ καταπιέζουν  τοὺς ῾Εβραίους.
Μίαν ἡμέραν ἐβγῆκεν  ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα διὰ νὰ ὑπάγῃ  νὰ ἴδῃ τοὺς συμπατριώτας του, τοὺς ῾Εβραίους. Εἰς τὸν δρόμον εἶδεν ἕνα Αἰγύπτιον νὰ κτυπᾷ  σκληρὰ  ἕνα ῾Εβραῖον. ῎Ηθελε νὰ τὸν σκοτώσῃ.  ᾽Ωργίσθη τότε  ὁ Μωυσῆς.  Ἡ φιλοπατρία του τὸν ἐκυρίευσε. Κατελήφθη  ἀπὸ ἐθνικὴν συγκίνησιν καὶ ἐθεώρησεν  ἱερὰν ὑποχρέωσιν  νὰ ἐπέμβῃ.
᾽Εκτύπησε λοιπὸν  τὸν  Αἰγύπτιον δυνατὰ  καὶ  τὸν  ἐθανάτωσεν. ᾽Εκοίταξε γύρω του. Δὲν τὸν εἶδε κανείς. Ἀμέσως ἔσκαψεν ἕνα λάκκον εἰς  τὴν  ἄμμον  καὶ  τὸν  ἔθαψεν.  Οἱ  ᾽Ισραηλῖται   ἐπῆραν  θάρρος. Τὸ πρᾶγμα  ὅμως δὲν ἔμεινε  μυστικόν.  Τὸ ἐπληροφορήθη καὶ  ὁ Φαραώ. Διὰ τοῦτο ἔφυγεν ὁ Μωυσῆς  κρυφὰ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ ἦλθεν  εἰς μίαν χώραν τῆς Πετραίας  Ἀραβίας, ἡ ὁποία ἐλέγετο  Μαδιάμ.
Εἰς  τὴν  Μαδιὰμ  ὁ Μωυσῆς  ἐγνωρίσθη μὲ  τὸν  ἱερέα ᾽Ιοθὸρ καὶ ελαβε σύζυγον τὴν θυγατέρα του Σεπφώραν,  ἀπέκτησε δὲ δύο παιδιὰ εἰς  ἡλικίαν τεσσαράκοντα   ἐτῶν.  Καὶ  ἔμεινεν  ἐκεῖ  καὶ  ἔβοσκε  τὰ πρόβατα τοῦ πενθεροῦ του.
2. Τὰ χρόνια ἐπερνοῦσαν καὶ οἱ ῾Εβραῖοι ἐστέναζον κάτω  ἀπὸ τὸν βαρὺν ζυγὸν καὶ τὰς πιέσεις  τῶν Αἰγυπτίων. Τὰς ἐλπίδας  των πλέον εἶχον  μόνον εἰς τὸν Θεόν. Καὶ  ὁ Θεὸς δὲν τοὺς ἐγκατέλειψεν. Μίαν ἡμέραν,  ἐκεῖ  ποὺ ὁ Μωυσῆς  ἔβοσκε τὰ  πρόβατα  εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ ὄρους Χωρήβ, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται  εἰς τὴν χερσόνησον τοῦ Σινᾶ. Εἶδεν ἕνα παράξενον θέαμα. Ἀπὸ  μίαν βάτον ἔβγαιναν  φλόγες, χωρὶς ὅμως νὰ καίεται ἡ βάτος. ῎Εκπληκτος ὁ Μωυσῆς εἶπεν:
- Ἄς πλησιάσω νὰ ἴδω καλλίτερα τὸ παράξενον αυτὸ θέαμα. Ἤκουσεν ὅμως  ἀμέσως  τότε  μίαν  φωνήν,  ἡ  ὁποία  ἤρχετο  ἀπὸ  τὴν φλεγομένην  βάτον, νὰ τοῦ λέγη:
- Μωυσῆ, μὴ πλησιάσῃς ἐδῶ. Νὰ βγάλῃς τὰ ὑποδήματά σου, διότι ὁ τόπος αὐτός εἶναι ἱερός. ᾽Εγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τῶν προγόνων  σου. Εἶδα τὴν  ταλαιπωρίαν τοῦ λαοῦ μου εἰς τὴν  Αἴγυπτον. Καὶ  ἤκουσα  τὴν κραυγὴν τῆς ἀπελπισίας του ἕνεκα τῶν διωγμῶν του. Καὶ ἀντελήφθην
τὸν πόνον του καὶ  θέλω  νὰ ἐλευθερώσω  αὐτοὺς ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν Αἰγυπτίων, θέλω  νὰ τοὺς ἐξαγάγω  ἀπὸ τὴν  Αἴγυπτον καὶ  νὰ τοὺς ὁδηγήσω  εἰς γῆν  καλήν,  όπου ρέει γάλα  καὶ  μέλι,  εἰς τὴνΧαναάν.
῎Ελα λοιπὸν τώρα νὰ σὲ στείλω  πρὸς τὸν Φαραώ. Διὰ νὰ ἐξαγάγῃς  σὺ τὸν λαόν μου τὸν ᾽Ισραηλιτικὸν ἀπὸ τὸν τόπον τῆς δουλείας.
3. Ὁ Μωυσῆς,  ἐπειδὴ  ἐφοβεῖτο νὰ ἐπιστρέψῃ  εἰς τὴν  Αἴγυπτον, ἐπροσπάθησε μὲ  κάθε  τρόπον  νὰ  ἀποφύγῃ   τὸ  βαρὺ καὶ  δύσκολον ἔργον, ποὺ τοῦ ἀνέθεσεν ὁ Θεός.
῎Εφερεν ἐπιχείρημα τὸ ὅτι ἦτο ἰσχνόφωνος καὶ βραδύγλωσσος. Τοῦ ἔδωσεν ὅμως θάρρος ὁ Θεὸς καὶ τοῦ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ εἶναι πάντοτε μαζί του. Καὶ  ὅτι θὰ τοῦ δώσῃ βοηθὸν εἰς τὸ ἔργον του τὸν ἀδελφόν του Ἀαρών.
῾Ο Μωυσῆς,  ποὺ ἦτο τότε  ὀγδοήκοντα  ἐτῶν,  παρέλαβε τὴν οἰκογένειάν    του   καὶ   ἀνεχώρησε   διὰ   τὴν   Αἴγυπτον.  Κατὰ   τὴν ἐπιστροφήν  του συνήντησεν  εἰς τὸν δρόμον τὸν μεγαλύτερον ἀδελφόν του Ἀαρών, ὁ ὁποῖος ἤρχετο διὰ τὸν ἴδιον σκοπὸν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον εἰς τὴν Μαδιάμ.
Ὁ ἴδιος ὁ Μωυσῆς μᾶς περιγράφει τὰ γεγονότα αὐτὰ εἰς τὸ δεύτερον βιβλίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὴν Ἔξοδον. (Ἰδὲ καὶ Πράξ. Ἀποστ. Ζ΄
20-40).


16. ΑΙ ΔΕΚΑ ΠΛΗΓΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ ΠΑΣΧΑ ΤΩΝ ΙΣΡΑΗΛΙΤΩΝ(Ἐξοδ. Ε΄-ΙΒ΄)


Ο Μωυσῆς  καὶ ὁ Ἀαρών,  ἀφοῦ ἀνήγγειλαν εἰς τοὺς ῾Εβραίους τὴν ἀπόφασιν  καὶ  τὰς ὑποσχέσεις  τοῦ Θεοῦ δι’ αὐτούς, παρουσιάσθησαν εἰς τὸν Φαραὼ καὶ τοῦ ἐζήτησαν  ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ των ν’ ἀφήσῃ ἐλεύθερον τὸν λαὸν τῶν ῾Εβραίων ν’ ἀναχωρήσῃ  ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον.
Ὁ Φαραὼ ἀπήντησε περιφρονητικῶς: - Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ Θεός, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπακούσω; Δὲν τὸν γνωρίζω. Οὔτε ἐπιτρέπω εἰς τοὺς ᾽Ισραηλίτας  νὰ φύγουν.
Καὶ διέταξε νὰ ἐπιβάλλουν  εἰς αὐτοὺς μεγαλυτέρας ἀγγαρείας.  Οἱ ᾽Ισραηλῖται,  οἱ ὁποῖοι μὲ τοὺς λόγους τοῦ Μωυσέως  καὶ τοῦ Ἀαρὼν εἶχον  πάρει  θάρρος καὶ  εἶχον  ἐλπίσει  εἰς τὴν  ἀπελευθέρωσιν, τώρα ἀπεγοητεύθησαν. ῾Ο Μωυσῆς  ἐστενοχωρήθη πολὺ διὰ τοῦτο, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὸν παρηγόρησε  καὶ  τοῦ ἐπανέλαβε  τὴν  ἀπόφασίν  του καὶ  τὰς ὑποσχέσεις  του.
Ὅταν διὰ δευτέραν φορὰν ὁ Φαραὼ ἠρνήθη  νὰ ἐπιτρέψῃ  εἰς τοὺς ῾Εβραίους νὰ φύγουν  ἀπὸ  τὴν  Αἴγυπτον,  ἐπηκολούθησαν σπουδαῖα γεγονότα.   ῾Ο Θεὸς  ἐτιμώρησε   τοὺς  Αἰγυπτίους μὲ  δέκα  μεγάλας τιμωρίας,  αἱ ὁποῖαι ὀνομάζονται πληγαί.
2. ῾Η τελευταία πληγὴ ἦτο νὰ ἀποθάνουν μέσα εἰς μίαν νύκτα ὅλα τὰ πρωτότοκα τέκνα τῶν Αἰγυπτίων, ἀπὸ τὸ πρωτότοκον  τέκνον τοῦ Φαραὼ μέχρι τοῦ πρωτοτόκου  τέκνου τοῦ τελευταίου δούλου.
Ὅταν ἐπλησίασεν ἡ φοβερὰ αὐτὴ τιμωρία, διέταξεν ὁ Μωυσῆς τοὺς
᾽Ισραηλίτας  νὰ εἶναι ἕτοιμοι πρὸς ἀναχώρησιν.
Ἡ διαταγὴ ἦτο ἡ ἑξῆς: Τὴν  ἑσπέραν τῆς  ἡμέρας ἐκείνης,  ἡ οποία ἦτο  ἡ  14η  τοῦ  ἑβραϊκοῦ  μηνὸς  Νισὰν  (Μαρτίου-Ἀπριλίου), κάθε ᾽Ισραηλιτικὴ οἰκογένεια  ἔπρεπε νὰ σφάξῃ ἕνα ἀρνί ἐνιαύσιον καὶ  μὲ τὸ αἶμά  του νὰ βάψουν τὸ ἀνώφλιον  καὶ τοὺς παραστάτας τῆς  θύρας των.
Τὸ ἀρνὶ αὐτὸ νὰ τὸ ψήσουν ὁλόκληρον χωρὶς  νὰ τοῦ σπάσουν τὰ κόκκαλα  ἤ νὰ τὸ τεμαχίσουν,  καὶ νὰ μὴ τὸ φάγουν ὠμὸν ἤ βραστόν, ἀλλὰ  ψητόν, εἰς τὴν  σούβλαν. ῎Επρεπεν  ἀκόμη  νὰ ζυμώσουν ψωμιὰ ἄζυμα, δηλ. χωρὶς προζύμι, νὰ βράσουν χόρτα πικρά, καὶ νὰ καθήσουν τὴν  νύκτα  ἐκείνην  νὰ φάγουν μὲ βίαν, ἐνδεδυμένοι καὶ  ἕτοιμοι  πρὸς ἀναχώρησιν.  Πράγματι, ὅτε ἦλθεν  ἡ 14η  τοῦ Νισάν,  οἱ ᾽Ισραηλῖται ἦσαν ἕτοιμοι.
Τὴν  νύκτα   ἐκείνην,   ποὺ  ἦτο  πανσέληνος,   ἐθανατώθησαν  ὅλα τὰ  πρωτότοκα τέκνα  τῶν  Αἰγυπτίων. Θρῆνοι, ὀδυρμοὶ καὶ  κραυγαὶ ἠκούοντο ὅλην τὴν νύκτα ἀπὸ κάθε αἰγυπτιακὴν οἰκογένειαν.
Τότε  φόβος κατέλαβε  τὸν Φαραώ, ὁ ὁποῖος ἐκάλεσεν  ἀμέσως  τὸν Μωυσῆν   καὶ  ἀνεκοίνωσεν   εἰς  αὐτόν,  ὃτι  ἀφήνει  ἐλευθέρους  τοὺς ᾽Ισραηλίτας  νὰ  φύγουν  ἀπὸ  τὴν  Αἴγυπτον μὲ  ὅλα  των  τὰ  κινητὰ πράγματα καὶ τὰ ζῷα. 3.  Ἀπὸ   τότε   μέχρι   σήμερον   οἱ  ᾽Ισραηλῖται   ἑορτάζουν  κάθε χρόνον ἐπὶ ἑπτὰ  ἡμέρας τὴν ἀνάμνησιν  τῆς ἀπαλλαγῆς των ἀπὸ τὸν αἰγυπτιακὸν ζυγόν. Τὴν ἑορτὴν αὐτὴν τὴν ὀνομάζουν Πάσχα. Ἡ λέξις εἶναι ἑβραϊκὴ καὶ σημαίνει  διάβασιν, ὑπερπήδησιν καὶ ἀπαλλαγὴν ἢ ἐλευθερίαν  ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς δουλείας.
Τὸ ἑβραϊκὸν Πάσχα  εἶναι τύπος προφητικὸς  καὶ προεικόνισις  τοῦ χριστιανικοῦ Πάσχα. Ὁ πασχαλινὸς ἀμνὸς τῶν ῾Εβραίων προεικονίζει τὸν Κύριον ἡμῶν ᾽Ιησοῦν Χριστόν, ὁ ὁποῖος ἔγινεν ἄνθρωπος καὶ εἶναι ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε καὶ ἐσήκωσεν  εἰς τοὺς ὤμους του τὰς ἁμαρτίας  ὅλου τοῦ κόσμου. Αὐτὸς  ἐθυσιάσθη θεληματικῶς, διὰ ν’ ἀπαλλάξῃ  τὴν  ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς  δουλείας καὶ  τὸν αἰώνιον θάνατον  τῆς ἁμαρτίας.
Ὅπως δηλ. οἱ ᾽Ισραηλῖται  ἐσώθησαν  ἀπὸ τὸν θάνατον,  διότι εἶχον βάψει τὰς θύρας τῶν οἰκιῶν των μὲ τὸ αἷμα τοῦ ἀρνίου, τοιουτοτρόπως καὶ  οἱ  πιστοί,   ὅταν  βάψουν μὲ  τὸ  αἷμα  τοῦ  ἀμνοῦ  τοῦ  Θεοῦ, τοῦ Σωτῆρος  μας  Χριστοῦ,  διὰ τῆς  Θείας  Μεταλήψεως, τὰς  θύρας  τῆς ψυχῆς των, σώζονται ἀπὸ τὴν δουλείαν τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ συνεπῶς ἀπὸ τὸν αἰώνιον θάνατον.

17.  ΕΞΟΔΟΣ  ΤΩΝ  ΙΣΡΑΗΛΙΤΩΝ ΕΚ  ΤΗΣ  ΑΙΓΥΠΤΟΥ.  ΔΙΑΒΑΣΙΣ ΤΗΣ  ΕΡΥΘΡΑΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ (Ἐξόδ. ΙΔ΄- ΙΕ΄)


Δύο περίπου ἑκατομμύρια ᾽Ισραηλῖται  συνεκεντρώθησαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Γεσέν, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ ἑξακόσιαι χιλιάδες  ἦσαν ἄνδρες, καὶ  ἐξεκίνησαν  ὑπὸ  τὴν  ἀρχηγίαν  τοῦ  Μωυσέως   ἀπὸ  τὴν  πόλιν Ραμεσῆ.
Ἔφευγον πλέον  ἀπὸ  τὴν  Αἴγυπτον, εἰς  τὴν  ὁποίαν  εἶχον  μείνει τετρακόσια   περίπου  χρόνια  ὡς  δοῦλοι  τῶν  Αἰγυπτίων. Μαζί  των ἐπῆραν  καὶ τὰ ὀστᾶ τοῦ ᾽Ιωσήφ, σύμφωνα  μὲ τὴν  παραγγελίαν του, διὰ νὰ τὰ θάψουν εἰς τὴν Χεβρών.
Ἤρχισαν ἔτσι τὴν ἱστορικὴν  καὶ γεμάτην ἀπὸ περιπετείας πορείαν των πρὸς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας.
Τὴν  πρώτην ἡμέραν τῆς  ἐξόδου ἐστρατοπέδευσαν  εἰς τὴν  ἕρημον. Τὴν  δὲ ἑπομένην  ἐβάδισαν καὶ ἔφθασαν  εἰς τὴν  Ἐρυθρὰν θάλασσαν, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν σύγκρουσιν των μὲ τοὺς Φιλισταίους  καὶ τοὺς Μαδιανίτας.  ᾽Εκεῖ ἡ χαρά των μετεβλήθη εἰς φόβον καὶ ἀγωνίαν.
Ὁ Φαραὼ  μετενόησε  διὰ  τὴν  ἀναχώρησιν   τῶν  Ἰσραηλιτῶν   καὶ διέταξε τὸν στρατόν  του νὰ τοὺς καταδιώξῃ καὶ  νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον.
᾽Εμπρὸς εἶχαν  τότε  οἱ ᾽Ισραηλῖται  τὴν  θάλασσαν,  τὴν  ὁποίαν δὲν εἶχον πλοῖα νὰ τὴν διαβοῦν. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ὑπῆρχον ὄρη ἀπότομα καὶ ὑψηλά, ὀπίσω των δὲ ἤρχετο μὲ μεγάλον  θόρυβον ὁ στρατὸς τῶν Αἰγυπτίων. Ἡ θέσις των ἦτο δύσκολος.
᾽Ωλιγοψύχησαν τότε  οἱ ᾽Ισραηλῖται  καὶ  ἔχασαν  τὴν  πίστιν των πρὸς τὸν Θεόν. Ἤρχισαν νὰ γογγύζουν  ἐναντίον τοῦ Μωυσέως καὶ τοῦ Ἀαρὼν καὶ ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ.
2. Ὁ Μωυσῆς  εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δὲν χάνει τὴν πίστιν του. Δίδει  θάρρος εἰς τοὺς ᾽Ισραηλίτας  καὶ τοὺς λέγει  νὰ ἔχουν πίστιν εἰς τὸν παντοδύναμον  Θεόν, ὁ ὁποῖος, ὅπως τοὺς ἔσωσεν ἄλλοτε,  δύναται καὶ τώρα νὰ τοὺς σώσῃ. Καὶ πράγματι εἶδεν ὁ Θεὸς τὴν ἀγωνίαν  τοῦ λαοῦ του, τὸν ἐλυπήθη καὶ τὸν ἔσωσε.
Μεταξὺ τοῦ στρατοπέδου τῶν Αἰγυπτίων καὶ τῶν ῾Εβραίων ἔπεσε πυκνὴ  ὁμίχλη, ἡ ὁποία ἔκρυψε τοὺς ῾Εβραίους ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς των. Κατόπιν ὁ Θεὸς διέταξε τὸν Μωυσῆν νὰ κτυπήσῃ τὴν θάλασσαν μὲ τὴν ράβδον του. Σφοδρὸς ἄνεμος ἐσηκώθηκε τότε, -καὶ ὤ τοῦ θαύματος!-, ἡ θάλασσα  ἐχωρίσθη εἰς δύο καὶ ἐσχηματίσθη εὐρύχωρος διάδρομος ξηρᾶς. Διὰ  μέσου  τοῦ  διαδρόμου  αὐτοῦ  ὅληντὴν   νύκτα   ἐπέρασαν οἱ  Ἰσραηλῖται   χωρὶς  νὰ  βραχοῦν. ᾽Εσώθησαν.  Οἱ  Αἰγύπτιοι,  ὅταν ἀντελήφθησαν ὅτι  τοὺς  εἶχον  διαφύγει  οἱ Ἰσραηλῖται,  ἐπλησίασαν εἰς τὴν ᾽Ερυθρὰν θάλασσαν  καὶ ὥρμησαν ἐντὸς τοῦ διαδρόμου διὰ νὰ καταδιώξουν  αὐτούς. Ἀλλ’  ὁ Μωυσῆς  ἐκτύπησε διὰ δευτέραν φορὰν τὰ νερά, καὶ ἡ θάλασσα  ἐπανῆλθε μὲ ὁρμὴν εἰς τὴν θέσιν της.
Τότε ἐπνίγησαν ὅλοι οἱ Αἰγύπτιοι μὲ τὸ ἱππικὸν καὶ τὰ πολεμικά των   ἅρματα.   Οἱ   Ἰσραηλῖται    εἶχον   σωθῆ    ὁριστικῶς    ἀπὸ   τοὺς Αἰγυπτίους.
3. Ἡ χαρά, ὁ ἐνθουσιασμὸς  καὶ  ἡ ἀγαλλίασις τῶν  ῾Εβραίων ἦτο ἀπερίγραπτος.   Ἄνδρες καὶ  γυναῖκες  ἐδοξολόγουν τὸν  Θεὸν διὰ  τὴν θαυμαστὴν σωτηρίαν  των.
Ἡ  ἀδελφὴ  τοῦ  Μωυσέως   καὶ  τοῦ  Ἀαρών,   ἡ  Μαριάμ,   ἔλαβεν ἕνα τύμπανον  εἰς τὰ  χέρια της,  καὶ  μαζὶ μὲ πολλὰς  ἄλλας  νεάνιδας ἐχόρευον καὶ ἔψαλλον τὸν ἑξῆς ὡραῖον ὕμνον, ποὺ εἶναι ποίημα  τοοῦ Μωυσέως:

Ἄσωμεν τῷ Κυρίῳ ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.
῞Ιππον καὶ ἀναράτην ἔρριψεν εἰς τὴν θάλασσαν. Βοηθὸς καὶ σκεπαστὴς ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν. Οὗτός μοι Θεὸς καὶ δοξάσω αὐτόν.
Θεὸς τοῦ πατρός μου καὶ ὑψώσω αὐτόν. Κύριος συντρίβων πολέμους
Κύριος ὄνομα αὐτῷ
Ἅρματα Φαραὼ καὶ τὴν δύναμιν αὐτοῦ ἔρριψεν εἰς τὴν θάλασσαν
᾽Επιλέκτους ἀναράτας κατεπόντισεν ἐν τῇ ἐρυθρᾷ θαλάσση...
῾Η δεξιά σου. Κύριε. Δεδόξασται ἐν ἰσχύι·
ἡ δεξιά σου χείρ. Κύριε, ἔθραυσεν ἐχθρούς.



᾽Επάνω εἰς τὸν ὕμνον αὐτὸν ἡ ᾽Εκκλησία  μας ἔχει συνθέσει ὡραῖα τροπάρια.  Ὀνομάζεται  δὲ ὁ ὕμνος  αὐτὸς  πρώτη   ᾠδή,  διότι  εἶναι  ἡ πρώτη  ἀπὸ τὰς ᾠδάς. Τὰς ὁποίας ἕχουν οἱ ῾Εβραῖοι καὶ οἱ Χριστιανοὶ εἰς τὴν Ὑμνολογίαν των.


18. ΠΟΡΕΙΑ ΔΙΑ ΤΗΣ  ΕΡΗΜΟΥ  ΝΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΜΑΛΗΚΙΤΩΝ (Ἐξόδ. ΙϚ΄-ΙΖ΄)


Ἀπὸ τὴν ᾽Ερυθρὰν θάλασσαν ὡδήγησεν ὁ Μωυσῆς τοὺς ᾽Ισραηλίτας διὰ μέσου τῆς Πετραίας Ἀραβίας εἰς τὴν δυτικὴν  ἔρημον τῆς Σιναϊκῆς χερσονήσου.
Κατὰ  τὴν  πορείαν  αὐτὴν  ἔλειψαν  αἱ  τροφαί,  οἱ  δὲ ᾽Ισραηλῖται ἐγόγγυζον  καὶ πάλιν  ἐναντίον τοῦ Μωυσέως. Τότε ἤρχισε νὰ στέλλει εἰς αὐτοὺς ὁ Θεὸς ὀρτύκια  καὶ  ἕνα εἶδος ἄρτου, τὸ ὁποῖον ὠνόμασαν μάννα (1).
[ 1 Ἡ λέξη εἶναι ἑβραϊκὴ καὶ ἐξηγεῖται: Τὶ εἶναι τοῦτο;]

Διότι ὅταν τὸ εἶδαν διὰ πρώτην φορὰν οἱ Ἑβραῖοι ἠρώτησαν: Τί  εἶναι τοῦτο; Ο δὲ Μωυσῆς  ἀπήντησεν:  Εἶναι  ὁ ἄρτος, τὸν ὁποῖον μᾶς δίδει ὁ Θεὸς ἐξ οὐρανοῦ. Καὶ τοὺς συνέστησε νὰ φυλάξουν ὀλίγον εἰς μίαν χρυσῆν στάμναν,  πρὸς ἀνάμνησιν.
Ἀλλὰ  καὶ ὅταν ἔλειψε τὸ νερό, ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Μωυσέως τοὺς ἔδωσε μὲ θαῦμα ἄφθονον.
2.  Κατὰ   τὴν   πορείαν  αὐτὴν   πρὸς  τὴν   χερσόνησον  τοῦ  Σινᾶ ἐπετέθησαν ἐναντίον  τῶν  ῾Εβραίων οἱ Ἀμαληκῖται, οἱ ὁποῖοι  ἦσαν λαὸς φιλοπόλεμος. Καὶ ἐθανάτωσαν πολλοὺς ἐξ αὐτῶν. Τότε διέταξεν ὁ Μωυσῆς ἕνα γενναῖον ᾽Ισραηλίτην,  τὸν ᾽Ιησοῦν τοῦ Ναυῆ, νὰ στρατολογήσῃ ἄνδρας γενναίους καὶ νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν Ἀμαληκιτῶν.
Τὴν  ἑπομένην  ἡμέραν ὁ ᾽Ιησοῦς μὲ τὸ στράτευμά  του παρετάχθη διὰ νὰ πολεμήσῃ. ῾Ο Μωυσῆς τότε στηριζόμενος εἰς τὴν ράβδον, μὲ τὴν ὁποίαν κατὰ  διαταγὴν τοῦ Θεοῦ εἶχε κτυπήσει ἄλλοτε  τὴν ᾽Ερυθρὰν θάλασσαν,  ἀνέβηκεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ἐκεῖ πλησίον  εὑρισκομένου βουνοῦ μὲ τὸν ἀδελφόν του Ἀαρὼν  καὶ  τὸν γαμβρὸν του ῎Ωρ, διὰ νὰ παρακολουθήσῃ τὴν μάχην.
Ὅταν ἤρχισεν  ἡ  ἐπἴθεσις τῶν  ᾽Ισραηλιτῶν,  ὁ Μωυσῆς  ᾶπλωσε κατὰ  διαταγὴν τοῦ Θεοῦ τὰ χέρια του δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ εἰς σχῆμα σταυροῦ.  Καὶ  ἐφ’ ὅσον  τὰ  χέρια  του  ἦσαν  ἁπλωμένα,  ἐνίκων   οἱ Ισραηλῖται τοὺς Ἀμαληκίτας. Ὅταν ὅμως ἐκουράζετο ὁ Μωυσῆς  καὶ κατέβαζε τὰ χέρια, τότε ἐνίκων  οἱ ᾽Αμαληκῖται.
Διὰ τοῦτο ὁ Ἀαρὼν καὶ ὁ ῎Ωρ ἐσκέφθησαν  νὰ κρατοῦν αὐτοί, ὁ ἕνας δεξιὰ καὶ ὁ ἄλλος ἀριστερά, τὰ χέρια τοῦ Μωυσέως ἀνοικτά, καὶ νὰ τὰ στηρίζουν, μέχρι τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου, ὁπότε ἐνίκησαν  τελειωτικὰ οἱ
᾽Ισραηλῖται  τοὺς Ἀμαληκίτας μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ.
3.  ῾Ο Μωυσῆς  μὲ  τὴν  ἔκτασιν   τῶυ  χειρῶν  του  εἰς  τὰ  πλάγια ἐσχημάτιζε τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ μὲ τὴν ὅλην στάσιν τοῦ σώματός του. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἐγίνετο  τοῦτο, μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Σταυροῦ, ἐνίκων οἱ ᾽Ισραηλῖται.  Ὅταν ὅμως, ἕνεκα  κοπώσεως,  ἔπιπτον τὰ  χέρια  τοῦ Μωυσέως καὶ ἔπαυεν οὕτω σχηματιζόμενον τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, τότε ὑπερίσχυον καὶ ἐνίκων  οἱ Ἀμαληκῖται.
Μὲ τὴν συμβολικὴν αὐτὴν εἰκόνα ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μᾶς προλέγει τὴν ἀκατάλυτον δύναμιν τοῦ τιμίου Σταυροῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀήττητον ὅπλον. Διότι  τὸν ἔκαμεν  ἅγιον  μὲ τὸν θάνατόν  του ὁ Χριστός.  Διὰ
τοῦτο ἡ ᾽Εκκλησία  μας κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ τὴν 14ην  Σεπτεμβρίου  ψάλλει:

Τοῦ τιμίου Σταυροῦ σου, Χριστέ., τὴν ἐνέργειαν προδιατυπώσας (1) ὁ Μωυσῆς,
ἐτροπώσατο (2) τὸν ἐναντίον Ἀμαλὴκ ἐν τῆ ἐρήμῳ Σινᾶ.
Ὅτε γὰρ ἐφήπλου (3) τὰς χεῖρας, Σταυροῦ τύπον ποιῶν.
ἐνίσχυεν ὁ λαός (4).
Νυνὶ (5) τῶν πραγμάτων ἡ ἔκβασις (6)
εἰς ἡμᾶς πεπλήρωται...



19. Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΕΤΑΞΥ  ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΙΣΡΑΗΛΙΤΩΝ ΕΙΣ  ΤΟ ΟΡΟΣ ΣΙΝΑ  (Ἐξόδ. ΙΗ΄-ΚΔ΄)



Οἱ ᾽Ισραηλῖται ἔπειτα ἀπὸ πορείαν τριῶν μηνῶν ἔφθασαν καὶ ἐστρατοπέδευσαν  εἰς τὴν  πρὸ τοῦ ὄρους Σινᾶ  πεδιάδα.  Τότε  ὁ Θεὸς ἐπροσκάλεσε τὴν Μωυσῆν  νὰ ἀναβῇ εἰς τὸ ὄρος καὶ εἶπεν εἰς αὐτόν:
- Νὰ ἀναγγείλῃς εἰς τοὺς ᾽Ισραηλίτας  τὰ ἑξῆς: Εἴδατε  ὅσα ἔκαμα εἰς τοὺς Αἰγυπτίους καὶ  πῶς  σᾶς ἐσήκωσα  ὡς ἐπὶ  πτερύγων ἀετοῦ. Τώρα λοιπόν,  ἐὰν πραγματικῶς ὑπακούσετε  εἰς τὴν  φωνήν  μου καὶ φυλάξετε τὴν διαθήκην μου, θὰ εἶσθε δι’ ἐμὲ λαὸς περιούσιος ἐξ ὅλων τῶν  λαῶν. Διότι  ἰδική  μου εἶναι ὅλη ἡ γῆ  καὶ σεἷς θὰ εἶσθε  δι’ ἐμὲ ἐθνος ἅγιον.
Ὁ Μωυσῆς τότε κατέβη  ἀπὸ τὸ ὄρος ἐπροσκάλεσεν εἰς συνέλευσιν τοὺς πρεσβυτέρους τῶν ῾Εβραίων καὶ ἀνήγγειλεν εἰς αὐτοὺς, τοὺς λόγους τούτους τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε ὅλοι ἀπεκρίθησαν μὲ μίαν φωνήν:
- Ὅλα ὅσα εἶπεν ὁ Κύριος θὰ τὰ κάμωμεν.
 Καὶ ὑπεσχέθησαν ὅτι θὰ ἐκτελοῦν τὰς ἐντολὰς τοῦ μεγάλου Θεοῦ.
Τοῦτο ὠνομάσθη  διαθήκη καὶ εἶναι ἡ παλαιά,  ἡ ὁποία ἔγινε  μεταξὺ Θεοῦ καὶ ᾽Ισραηλιτῶν εἰς τὸ ὄρος Σινᾶ.

2. Μετὰ  τοῦτο οἱ Ἑβραῖοι ἐνήστευσαν  καὶ ἐκαθαρίσθησαν ἐπὶ δύο ἡμέρας καὶ ἔπλυναν  τὰ ἐνδύματά  τους καὶ τὰ ἐφόρεσαν καθαρά. Τὴν τρίτην   ἡμέραν  ὡδηγήθησαν ὑπὸ  τοῦ  Μωυσέως  εἰς  τοὺς  πρόποδας τοῦ Σινᾶ.  Εἰς  τὸ ὄρος ἀνέβηκε  μόνον ὁ Μωυσῆς.  Πυκνὸν  σύννεφον εἶχε σκεπάσει τὸ Σινᾶ. Καὶ ἀστραπαὶ καὶ βρονταὶ αὐλάκωναν τὴν ἀτμόσφαιραν αὐτοῦ. Τὸ ὄρος ἐσείετο ὁλόκληρον.
Οἱ  Ἰσραηλῖται  τότε  κατελήφθησαν ἀπὸ φόβον καὶ  ἔτρεμαν. Ἀπὸ ὅλον τὸ ὄρος ἔβγαινε καπνός. Φλόγες καὶ ἦχοι σαλπίγγων ἐφανέρωναν τὴν  παρουσίαν  τοῦ  Θεοῦ ἐπὶ  τοῦ  ὄρους. Τότε  ἠκούσθη,   μία  φωνὴ μεγαλοπρεπής, ὡσὰν βροντὴ μεγάλη, ἡ ὁποία ἔδωσε τὰς δέκα ἐντολὰς εἰς τοὺς ῾Εβραίους:
«1. ᾽Εγὼ εἶμαι Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ ἐξαγαγών  σε ἐκ τῆς Αἰγύπτου. Δὲν θὰ ἔχῃς ἄλλους θεοὺς πλὴν  ἐμοῦ.
2. Νὰ μὴ κατασκευάζῃς οὐδὲν εἴδωλον οὔτε κανένα ὁμοίωμα, ὅσα ὑπάρχουν εἰς τὸν οὐρανὸν ἄνω καὶ εἰς τὴν γῆν κάτω  καὶ μέσα εἰς τὴν θάλασσαν  ὑποκάτω τῆς γῆς. Νὰ μὴ προσκυνῇς οὔτε νὰ λατρεύῃς ὅλα αὐτὰ ὡς θεούς.
3. Νὰ μὴ προφέρῃς τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου διὰ ἀσήμαντα πράγματα.
4. Νὰ  ἐνθυμῆσαι τὴν  ἡμέραν τοῦ Σαββάτου νὰ τὴν  ἑορτάζῃς. Ἕξ ἡμέρας  νὰ ἐργάζεσαι  καὶ  νὰ ἐκτελῇς ὅλας τὰς  ἐργασίας  σου. Κατὰ τὴν ἡμέραν ὅμως τὴν ἑβδόμην νὰ ἀναπαύεσαι  χάριν Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου.
5. Νὰ  τιμᾷς  τὸν  πατέρα  σου καὶ  τὴν  μητέρα  σου, διὰ  νὰ εἶσαι εὐτυχὴς  καὶ νὰ ζήσῃς πολλὰ  χρόνια ἐπὶ τῆς γῆς τῶν πατέρων  σου.
6. Νὰ μὴ φονεύῃς.
7. Νὰ μὴ μοιχεύῃς.
8. Νὰ μὴ κλέπτῃς.
9. Νὰ μὴ μαρτυρῇς μαρτυρίαν ψευδῆ κατὰ τοῦ πλησίον  σου, καὶ
10. Νὰ μὴ ἐπιθυμῇς ὅσα ἔχει ὁ πλησίον  σου».
3. ῞Οταν ἡ βροντώδης ἐκείνη φωνὴ ἔπαυσεν, ὁ Μωυσῆς ἐπῆρε δύο λιθίνας πλάκας,  ἐπάνω εἰς τὰς ὁποίας ἔγραψε τὸν νόμον αὐτὸν καὶ τὸν ἔδωσε γραπτὸν  εἰς τοὺς ᾽Ισραηλίτας.
Κατόπιν  ἔκτισε   θυσιαστήριον  εἰς   τοὺς   πρόποδας   τοῦ   ὄρους καὶ  προσέφερε θυσίαν  πρὸς τὸν  Θεὸν καὶ  μὲ τὸ αἷμα  τῶν  σφαγίων
ἐρράντισε τὸν λαόν.
Τὰς  δύο πλάκας   τοῦ  νόμου  ἔθεσε  κατόπιν ὁ  Μωυσῆς  εἰς  ἕνα κιβώτιον,   τὸ  ὁποῖον  ὠνομάσθη   Κιβωτὸς  τῆς  Διαθήκης.  Σύμφωνα μὲ  τὰς  δέκα  αὐτὰς  ἐντολάς,  ὁ Μωυσῆς  ἔγραψε  κατόπιν ὅλην  τὴν Νομοθεσίαν    τῶν   ῾Εβραίων,  μέσα   εἰς   τὴν   ὁποίαν   ὁρίζονται   τὰ καθήκοντα τῶν Ἰσραηλιτῶν  πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον

Ἀνάγνωσμα

Ὁ νόμος τοῦ Κυρίου

(Ἐξόδ. Κ΄ 1-20)

1. ᾽Εγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, ὅστις ἐξήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας. Οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλήν ἐμοῦ.
2. Οὐ ποιήσεις σε αυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω, καὶ  ὅσα ἐν τῆ  γῆ  κάτω,  καὶ  ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω  τῆς  γῆς. Οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς. ᾽Εγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλωτής...
3. Οὐ λήψη τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ. Οὐ γὰρ μὴ καθαρίση
Κύριος ὁ Θεός σου τὸν λαμβάνοντα τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ ματαίῳ.
4. Μνήσθητι τὴν  ἡμέραν τῶν  σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν. Ἕξ ἡμέρας ἐργᾷ, καὶ ποιήσεις  πάντα  τὰ ἔργα σου. Τῆ δὲ ἡμέρᾳ τῆ  ἑβδόμη σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου. Οὐ ποιήσεις ἐν αὐτῆ πᾶν ἔργον σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ  σου, ὁ παῖς σου (1) καὶ ἡ παιδίσκη  σου (2). Ὁ βοῦς σου καὶ τὸ ὑποζύγιόν σου καὶ πᾶν κτῆνός σου καὶ ὁ προσήλυτος (3) ὁ παροικῶν ἐν σοί. ᾽Εν γὰρ ἓξ ἡμέραις ἐποίησεν ὁ Κύριος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς καὶ κατέπαυσε  τῇ  ἡμέρᾳ τῇ  ἑβδόμη. Διὰ τοῦτο εὐλόγησε Κύριος τὴν  ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτήν.
5. Τίμα  τὸν πατέρα  σου ταὶ  τὴν  μητέοα  σου, ἵνα εὖ σοι γένηται  καὶ  ἳνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς δίδωσί σοι.
6. Οὐ φονεύσεις.
7. Οὐ μοιχεύσεις.
8. Οὐ κλέψεις
9. Οὐ ψευδομαρυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδῆ.
10. Οὐκ ἐπιθυμήσεις  τὴν  οἰκίαν τοῦ πλησίον  σου, οὐδὲ τὸν ἀγρὸν αὐτοῦ, οὐδὲ τὸν παῖδα αὐτοῦ, οὐδὲ τὴν παιδίσκην  αὐτοῦ, οὔτε τοῦ βοὸς αὐτοῦ, οὔτε τοῦ ὑποζυγίον αὐτοῦ, οὔτε παντὸς κτήνους αὐτοῦ, οὔτε ὅσα τω πλησίον σου ἐστίν.

20. ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΥΣΙΣ ΤΗΣ  ΧΑΝΑΑΝ (Ἀριθμ. ΙΓ΄-Κ΄)


Οἱ Ἰσραηλῖται  ἔμειναν  εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ ὄρους Σινᾶ  ἕνα καὶ πλέον ἔτος. Κατὰ  τὸ διάστημα αὐτὸ ὁ Μωυσῆς ἔδωσεν εἰς αὐτοὺς τὴν Νομοθεσίαν,  τὴν ὁποίαν θὰ μάθωμεν κατωτέρω.
Κατὰ   τὸ  δεύτερον  ἔτος  ἀπὸ  τῆς   ἐξόδου ἐκ  τῆς   Αἰγύπτου  οἱ ᾽Ισραηλῖται  ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὸ Σινᾶ καὶ ἦλθον καὶ ἐστρατοπέδευσαν εἰς τὴν  ἔρημον Φαράν, ἡ ὁποία ἦτο μία χώρα κοντὰ  εἰς τὴνΧαναάν. Εἰς τὸ βόρειον μέρος τῆς Σιναϊκῆς χερσονήσου.
Κατὰ   τὴν   διάβασιν  τῆς   ἐρήμου  οἱ  ᾽Ισραηλῖται   ὑπέφερον  ἀπὸ ἔλλειψιν ὕδατος καὶ τροφῆς δι’ ἑαυτοὺς καὶ διὰ τὰ ζῷα των. Διὰ τοῦτο παρεπονοῦντο, διεμαρτύροντο, ἔκλαιον καὶ ἔλεγον:
- Ποῖος θὰ μᾶς δώσῃ κρέας νὰ φάγωμεν;  ᾽Ενθυμούμεθα  τὰ ψάρια, τὰ  ὁποῖα ἐτρώγαμεν δωρεὰν εἰς τὴν  Αἴγυπτον, τὰ  ἀγγούρια  καὶ  τὰ πεπόνια   καὶ  τὰ  πράσα  καὶ  τὰ  κρομμύδια  καὶ  τὰ  σκόρδα. Τώρα  ὁ λάρυγγάς  μας εἶναι κατάξηρος, καὶ τίποτε ἄλλο δὲν γενόμεθα παρὰ τὸ μάννα, ποὺ εἶναι ἄνοστον.
Ὁ Μωυσῆς  ἔβλεπε τὸν λαόν του νὰ ὑποφέρῃ καὶ νὰ παραπονῆται καὶ  ὑπέφερε  ψυχικῶς   καὶ  αὐτὸς  καὶ  παρεκάλει   τὸν  Θεὸν  νὰ  τὸν λυπηθῇ καὶ νὰ τὸν βοηθήσῃ  εἰς τὸ βαρὺ ἔργον τῆς  κυβερνήσεως τοῦ ὑποφέροντος λαοῦ.
Καὶ  ὁ Θεὸς ὑπεσχέθη εἰς τὸν Μωυσῆ,  ὅτι  θὰ  τοὺς προμηθεύσῃ κρέας  δι’ ὁλόκληρον  μῆνα.  Καὶ  τότε  ἐσηκώθη ἄνεμος  καὶ  ἔφερεν ὀρτύκια ἀπὸ τὴν θάλασσαν. Καὶ ἔρριψεν αὐτὰ εἰς τὸ στρατόπεδον. Καὶ ἐσύναξεν ὁ λαὸς καὶ ἔφαγε καὶ ἐχόρτασεν.
2.  Ἀπὸ   τὴν   ἔρημον  Φαρὰν  ὁ  Μωυσῆς   ἔστειλεν   εἰς  τὴν   γῆν Χαναὰν  δώδεκα ἱκανοὺς ἄνδρας, ἕνα ἀπὸ ἑκάστην φυλήν, διὰ νὰ τὴν κατασκοπεύσουν.  Αὐτοὶ  ἐγύρισαν  τὴν  χώραν  ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρον ἕως τὸ ἄλλο.
Ὅταν, ἔπειτα  ἀπὸ πολλὰς ἡμέρας, ἐπανῆλθον, εἶπον εἰς τὴν συγκέντρωσιν τοῦ λαοῦ, ὅτι  ἡ χώρα  εἶναι  εὐφορωτάτη,  καὶ  ἔφεραν δείγματα  ἀπὸ   τοὺς   καρπούς   της,   τοὺς   ὁποίους   ἐθαύμασαν    οἱ Ισραηλῖται.
Αὐτὰ  εἶπον ἀπὸ τοὺς δώδεκα ἀπεσταλμένους ὁ ᾽Ιησοῦς τοῦ Ναυῆ καὶ  ὁ Χάλεβ. Καὶ  συνεπλήρωσαν οἱ ἄλλοι  δέκα, ὅτι ναὶ μὲν ἡ χώρα εἶναι εὐφορωτάτη  καὶ ἀληθῶς ρέει μέλι  καὶ γάλα,  ἔχει  ὅμως πόλεις ὀχυρωμένας  καὶ  κατοίκους  ἄνδρας γενναίους  καὶ  ἰσχυρούς, οἱ ὁποῖοι τὴν φυλάσσουν.
Οἱ Ἰσραηλῖται, ὅταν ἤκουσαν αὐτά, ἐδειλίασαν καὶ ἐγόγγυζον ἐναντίον τοῦ Μωυσέως καὶ τοῦ Ἀαρών. ᾽Εσκέφθησαν μάλιστα νὰ στασιάσουν καὶ νὰ ἐκλέξουν ἄλλους ἀρχηγούς, διὰ νὰ τοὺς ἐπαναφέρουν εἰς τὴν  Αἴγυπτον. Ὁ Μωυσῆς  δὲ καὶ ὁ Ἀαρὼν  τοὺς ἐβαρέθηκαν  διὰ τὴν ἀπιστίαν των καὶ τὴν συχνὴν  σκληροκαρδίαν  των. Καὶ δὲν τοὺς ἐπέπληξαν.
3. Τότε ὁ ᾽Ιησοῦς τοῦ Ναυῆ  καὶ ὁ Χάλεβ ἐπέπληξαν  τὸν λαὸν καὶ τοῦ συνέστησαν  νὰ ἔχῃ  πίστιν εἰς τὸν Θεόν, ποὺ ὑπῆρξεν ἕως τώρα βοηθὸς καὶ σωτήρ  του, καὶ τὸν ἐβεβαίωσαν ὅτι μὲ τὴν  βοήθειάν  του θὰ κυριεύσουν τὴν Χαναάν.
Ἀλλ’  οὔτε νὰ ἀκούσουν ἤθελον  οἱ Ἰσραηλῖται  περὶ κατακτήσεως τῆς  Χαναὰν   καὶ  ἐπεχείρησαν   μάλιστα νὰ  τοὺς  λιθοβολήσουν.  ῾Η πρᾶξις των  αὐτὴ  ἐφανέρωνεν ἀπιστίαν εἰς τὸν Θεόν. Διὰ  τοῦτο τοὺς ἐτιμώρησεν ὁ Θεός, νὰ μὴ εἰσέλθουν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὅσοι ἀπ’ αὐτοὺς ἦσαν εἴκοσιν ἐτῶν καὶ ἄνω, πλὴν τοῦ ᾽Ιησοῦ τοῦ Ναυῆ καὶ τοῦ Χάλεβ,  ἀλλὰ  νὰ περιπλανῶνται ἐπὶ  τεσσαράκοντα  ἔτη  εἰς τὴν ἔρημον, ἕως ὅτου ἀποθάνουν.
Κατ’  αὐτὸν  τὸν  τρόπον  ἐτιμώρησεν ὁ Θεὸς ὅλους ἐκείνους  τοὺς ᾽Ισραηλίτας,  οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ εἶχον ἴδει πολλὰς  φορὰς μὲ τὰ μάτια  των τόσα θαύματα καὶ ἐδοκίμασαν τὴν προστασίαν του, ἔδειξαν ἀπιστίαν, ἀσέβειαν καὶ ἀχαριστίαν πρὸς αὐτόν.


21. ΘΑΝΑΤΟΣ  ΤΟΥ ΑΑΡΩΝ. Ο ΧΑΛΚΟΥΣ ΟΦΙΣ. Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΒΑΛΑΑΜ (Ἀριθ. Κ΄-ΚΔ΄)

Οἱ  ᾽Ισραηλῖται   ἐπέστρεψαν  τώρα  εἰς  τὴν  ἔρημον  τῆς  Πετραίας
Ἀραβίας καὶ ἐπὶ τεσσαράκοντα  ἔτη περιεπλανῶντο εἰς αὐτήν.Περὶ τὁ τέλος τῆς  περιπλανήσεως αὐτῆς,  καὶ  ἐνῷ οἱ ᾽Ισραηλῖται εὑρίσκοντο εἰς τὰ ὅρια τῆς ᾽Ιδουμαίας, ἀπέθανεν εἰς ἡλικίαν 123  ἐτῶν ὁ γέρων  Ἀαρών,  ὁ πρῶτος  ἀρχιερεὺς τῶν  ῾Εβραίων, ὁ μεγαλύτερος, ὅπως γνωρίζομεν,  ἀδελφὸς τοῦ Μωυσέως  καὶ πολύτιμος  συνεργάτης αὐτοῦ εἰς τὴν κυβέρνησιν τῶν ᾽Ισραηλιτῶν. ῾Ο λαὸς τὸν ἐθρήνησεν ἐπὶ τριάκοντα  ἡμέρας.
Διάδοχος τοῦ Ἀαρὼν ὡρίσθη  ὁ υἱός του ᾽Ελεάζαρ. Εἰς τὸ ἑξῆς δὲ οἱ ἀρχιερεῖς τῶν ῾Εβραίων ἐλαμβάνοντο ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀαρών, λεγόμενοι  ἀρχιερεῖς κατὰ τὴν τάξιν Ἀαρών.
Μετὰ  τὸν  θάνατον  τοῦ  Ἀαρὼν  οἱ ᾽Ισραηλῖται  παρέκαμψαν  τὴν ᾽Ιδουμαίαν καὶ ἦλθον  εἰς τὴν  Μωάβ, ἡ ὁποία κεῖται ἀνατολικῶςτῆς Νεκρᾶς θαλάσσης.
Εἰς τὸν δρόμον τοὺς ἐπετέθησαν οἱ Χαναναῖοι.  Καὶ πολλοὺς ἐκακοποίησαν.  ᾽Εκτὸς δὲ τούτου ἔλειψαν ἀπ’ αὐτοὺς καὶ πάλιν τὸ νερὸ καὶ αἱ τροφαὶ καὶ ἐτρέφοντο μόνον μὲ τὸ μάννα.
Νέοι  τότε  γογγυσμοί, διαμαρτυρίαι  καὶ  παράπονα  ἠκούσθησαν ἐναντίον τοῦ Μωυσέως καὶ τοῦ Θεοῦ.
- Ἀηδίασεν,  ἔλεγαν,  ἡ ψυχή  μας τὸν ἀνούσιον τοῦτον  ἄρτον (τὸ μάννα).  Σὺ εἶσαι  αἰτία,  ἔλεγαν  εἰς τὸν Μωυσῆ,  ποὺ μᾶς ἔφερες ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον ἐδῶ διὰ νὰ ἀποθάνωμεν εἰς τὴν ἔρημον.
2. Τότε  ὁ Θεός, διὰ νὰ τιμωρήσῃ τὴν  ἀπείθειάν των,  ἀπέστειλεν ἐναντίον   των   ὄφεις   φαρμακεροὺς   καὶ   θανατηφόρους,   οἱ   ὁποῖοι ἐδάγκωναν τοὺς ᾽Ισραηλίτας. Καὶ λαὸς πολὺς ἐκ τοῦ ᾽Ισραὴλ ἀπέθανε, λέγει ἡ Ἁγία Γραφή. ῎Εντρομος λοιπὸν ὁ λαὸς καὶ μετανοημένος  ἦλθε πρὸς τὸν Μωυσῆ καὶ τοῦ εἶπε:
-  Ἁμαρτήσαμεν,  διότι   ἐλαλήσαμεν  ἐναντίον   τοῦ  Κυρίου  καὶ ἐναντίον σοῦ. Παρακάλεσε  λοιπὸν τὸν Κύριον νὰ μᾶς συγχωρήσῃ καὶ νὰ σταματήσῃ τὴν τιμωρίαν του αὐτήν.
Ὁ Μωυσῆς  ἔκαμε  τότε  δέησιν πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ του. Καὶ  κατὰ  διαταγὴν τοῦ Θεοῦ κατεσκεύασεν ἕνα χάλκινον ὄφιν, τὸν ὁποῖον ὕψωσεν ἐπὶ ἑνὸς ξύλου. Καὶ εἶπεν εἰς τοὺς ᾽Ισραηλίτας:
- Ὅποιος δαγκάνεται ἀπὸ ὄφιν νὰ ἀτενίζῃ τὸν χάλκινον τοῦτον ὄφιν καὶ δὲν θὰ ἀποθνήσκῃ ἀλλὰ θὰ θεραπεύεται ἀμέσως. Τοιουτοτρόπως ἐσώθησαν  οἱ ᾽Ισραηλῖται.
Ὁ χάλκινος  αὐτὸς ὄφις εἶναι τύπος καὶ προεικόνισις τοῦ σταυρικοῦ θανάτου  τοῦ  Σωτῆρος  ἡμῶν  ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ,  ὁ ὁποῖος  σώζει  τοὺς ἀνθρώπους  ἀπὸ τὰ δαγκάματα τοῦ νοητοῦ ὄφεως, δηλ. τοῦ διαβόλου.
Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν  Ἰησοῦς Χριστὸς  ἐδίδαξε τοῦτο,  ὅταν  εἶπε πρὸς τοὺς Ἰουδαίους:- Καθὼς  ὁ Μωυσῆς  ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, τοιουτοτρόπως πρέπει νὰ ὑψωθῇ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα μὴ χάνεται πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ αἰώνιον ζωήν. (Ἰωάν. 3, 14)
3. ῾Ο βασιλεὺς τῶν Μωαβιτῶν, ἐπειδὴ κατετρόμαξεν,  ὅταν ἔμαθεν ὅτι  οἱ  ᾽Ισραηλῖται   ἔφθασαν  εἰς  τὰ  σύνορά του,  κατέφυγεν εἰς  ἕνα προφήτην καὶ μάγον τῆς περιοχῆς ἐκείνης, τὸν Βαλαάμ, καὶ τὸν παρεκάλεσε  νὰ  ἔλθῃ  εἰς  τὸ  βασίλειόν  του  διὰ  νὰ  καταρασθῇ  τοὺς
Ἰσραηλίτας, καὶ ἔτσι νὰ δυνηθῇ  νὰ τοὺς νικήσῃ. Ἀλλ’ ὁ Βαλαάμ, ἀντὶ νὰ καταρασθῇ εὐλόγησεν αὐτοὺς καὶ ἐπροφήτευσεν ὅτι θὰ νικήσουν οἱ ᾽Ισραηλῖται.
Μάλιστα προεῖπεν, ὅτι ἐκ τῶν ᾽Ισραηλιτῶν ἐπρόκειτο νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὸ μέλλον  Βασιλεὺς  ἐξουσιαστὴς  τοῦ κόσμου, ὅτι  ἡ καταγωγή, ἡ ἀξία του καὶ  ἡ ἀποστολή  του θὰ  ἦτο  ὑψηλὴ  καὶ  μεγάλη, ὅτι  θὰ ἔλαμπε  διὰ τὰ  μεγάλα  του κατορθώματα, ὅπως  λάμπει ὁ ἥλιος  ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ὅτι κατὰ  τὸν καιρὸν τῆς ἐμφανίσεώς του εἰς τὴν γῆν θὰ ἀνατείλῃ λαμπρὸν ἄστρον εἰς τὸν οὐρανόν.
Τοιουτοτρόπως ὁ Βαλαὰμ  ἐπροφήτευσε  τὸ λαμπρὸν  μέλλον  τῶν Ἰσραηλιτῶν  καὶ τὴν ἔλευσιν εἰς τὸν κόσμον τοῦ Κυρίου ἡμῶν  ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ.

22. ΘΑΝΑΤΟΣ  ΤΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ (Ἀριθ. ΚΖ΄. Δευτερ. ΛΑ΄-ΛΔ΄)

Ὅταν οἱ ᾽Ισραηλῖται  εὑρίσκοντο εἰς τὴν χώραν Μωάβ, ἀπέθανε καὶ ὁ Μωυσῆς. Μὲ πολλὰς δυσκολίας καὶ μὲ πολυετεῖς  κόπους εἶχε φέρει τοὺς ῾Εβραίους εἰς τὰ  σύνορα τῆς  γῆς  τῆς  ἐπαγγελίας, πλησίον  τοῦ
᾽Ιορδάνου ποταμοῦ.
᾽Επειδὴ εἶχε προειδοποιηθῆ ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅτι ἐπλησίαζε  τὸ τέλος του, προσηυχήθη καὶ εἶπε:
- Κύριε  καὶ  Θεέ μου, σὺ ποὺ  ἔδειξες εἰς  ἐμὲ  τὸν  δοῦλον σου τὸ μεγαλεῖον καὶ τὴν παντοδυναμίαν σου, σὲ παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψης νὰ ἴδω πρὶν ἀποθάνω  τὴν  χώραν, ἡ ὁποία εἶναι πέραν τοῦ ᾽Ιορδάνου, τὰς ὡραίας πεδιάδας της καὶ τὰ ὤμορφα ὄρη της.
Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε νὰ ἀναβῇ εἰς μίαν κορυφὴν τοῦ ὄρους Νεβώ. Ἀπὸ  ἐκεῖ θὰ ἴδῃς τὴν γῆν, ποὺ θὰ δώσω εἰς τοὺς ᾽Ισραηλίτας  καὶ θὰ εὐχαριστήσῃς τοὺς ὀφθαλμούς σου.
2. Προσεκάλεσε  κατόπιν ὁ Μωυσῆς  τοὺς  ᾽Ισραηλίτας  καὶ  τοὺς ἀνήγγειλεν, ὅτι  ὁ Θεὸς ἐξέλεξεν ὡς  διάδοχόν  του  τὸν  ᾽Ιησοῦν τοῦ Ναυῆ,  εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει  νὰ ὑπακούουν. Αὐτὸς  θὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον του.
῎Επειτα ἐκάλεσε  τοὺς ἱερεῖς καὶ  τοὺς πρεσβυτέρους τοῦ λαοῦ καὶ παρέδωσεν  εἰς αὐτοὺς  τὰ  βιβλία  τοῦ νόμου, τὰ  ὁποῖα  εἶχε  γράψει  ὁ ἴδιος,  καὶ  τοὺς  διέταξε  νὰ  τὰ  ἀναγνώσουν  ἐνώπιον  ὅλου τοῦ  λαοῦ. Ὑπενθύμισεν  εἰς αὐτοὺς  τὰς  εὐεργεσίας  τοῦ  Θεοῦ πρὸς αὐτούς,  καὶ τοὺς ἐξώρκισε νὰ φυλάττουν  παντοτινὴν πίστιν εἰς αυτόν. Ἀλλὰ  τοὺς
ὑπενθύμισε συγχρόνως καὶ τὰς τιμωρίας,  ποὺ ὑπέστησαν αὐτοὶ καὶ οἱ πατέρες των, ὁσάκις παρέβησαν τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ.
῾Ο Μωυσῆς  προεῖπεν  ἐπίσης,  ὅτι  ὁ Θεὸς θὰ  ἀποστείλῃ εἰς  τὸν κόσμον  μέγαν   προφήτην   καὶ   νομοθέτην   καὶ   ἀρχηγόν,   ὅστις   θὰ προέλθῃ  ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ ᾽Ιούδα. Καὶ προέτρεψε τοὺς ᾽Ισραηλίτας  νὰ πιστεύσουν καὶ νὰ ὑπακούσουν εἰς αὐτόν. ᾽Εννοοῦσε τὸν Κύριον ἡμῶν
᾽Ιησοῦν Χριστόν.
3. ῾Ο Μωυσῆς  ἐνεπνεύσθη τέλος ἀπὸ τὸ μεγαλεῖον  τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ  τὴν  ἄπειρον  αὐτοῦ  εὐσπλαγχνίαν καὶ  ἀγαθότητα τὸν  ὡραῖον ἐκεῖνον ὕμνον, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ κύκνειον, δηλ. τὸ ἐπιθανάτιον ἆσμα αὐτοῦ καὶ λαμβάνεται ὡς ἡ δευτέρα ᾠδὴ τῆςἑβραϊκῆς καὶ χριστιανικῆς Ὑμνολογίας.
Ὅλη ἡ ἱστορία τῶν ῾Εβραίων περιλαμβάνεται μὲ συντομίαν εἰς τὴν ὡραίαν  αὐτήν  ᾠδήν. 
᾽Ιδοὺ μερικοὶ  στίχοι  ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὡραῖον ἆσμα τοῦ Μωυσέως:

Πρόσεχε, οὐρανέ, θὰ λαλήσω
καὶ ἂς ἀκούση ἡ γῆ τοὺς λόγους μου.
῾Η διδασκαλία μου ἂς σταλάξη ὡς βροχὴ καὶ ὁ λόγος μου ἂς καταρῆ ὡσὰν δροσιά.
῾Ωσὰν βροχὴ ἐπάνω εἰς τὴν χλόην
καὶ ὡσὰν χιὼν ἐπάνω εἰς τὸν χόρτον. 
Θὰ ὑμνήσω τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου.
 Ἀποδώσατε κάθε μεγαλεῖον εἰς τὸν Κύριον. Διότι εἶναι θεὸς ἀξιόπιστος
καὶ οἱ νόμοι του δίκαιοι...

Μετὰ ταῦτα ἀνέβηκεν ὁ Μωυσῆς εἰς τὸ ὄρος Νεβώ, ἀπὸ τὴν κορυφὴν τοῦ ὁποίου ἐφάνη  θαυμάσιον  τὸ θέαμα  τῆς  Παλαιστίνης. Ἀπ’  ἐκεῖ ἄγγελος  Κυρίου ἔδειξεν εἰς τὸν Μωυσῆ  τὴν  γῆν  τῆς  ἐπαγγελίας, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀξιώθηκε καὶ αὐτὸς νὰ εἰσέλθῃ. Ἀγανακτησμένος ἀπὸ τὸν ἀχάριστον  καὶ  σκληροτράχηλον λαὸν τοῦ ᾽Ισραήλ, εἶχε  κάποτε καὶ αὐτὸς σὰν ἄνθρωπος πικράνει  τὸν Θεόν, διότι δὲν ἔδειξε τότε ὅσην ἔπρεπε πίστιν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ ἄφησε τὸν λαόν, χωρὶς νὰ τὸν ἐπιπλήξῃ. (κεφ. 20).
4. Ὁ Μωυσῆς ἀπέθανεν εἰς ἡλικίαν 128  ἐτῶν. Οἱ ᾽Ισραηλῖται  τὸν ἔθαψαν εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ Νεβὼ καὶ τὸν ἐπένθησαν ἐπὶ τριάκοντα ἡμέρας. ῾Η ᾽Εκκλησία  μας τὸν ὀνομάζει «ὑπέρτατον  τῶν  φιλοσόφων, σοφώτατον    τῶν    νομοθετῶν   καὶ   τῶν    ἱστοριογράφων    ἁπάντων ἀρχαιότατον». Τὸν ἑορτάζει εἰς τὰς 4 Σεπτεμβρίου. ῾Ο Μωυσῆς ὑπῆρξε πράγματι μέγας νομοθέτης,  μέγας κυβερνήτης τοῦ  λαοῦ,  μέγας   συγγραφεύς,  ὡς  ἱστορικὸς  καὶ  ὡς  ποιητής,  καὶ μέγας  προφήτης. Εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην λέγεται ὁ εόπτης,  δηλ. προφήτης,  ὁ ὁποῖος εἶδε τὸν Θεὸν καὶ συνωμίλησε μαζὶ του «ἐνώπιος ἐνωπίῳ».  Ὑπῆρξε πραγματικῶς μέγας.
Τὸ  ἔργον τοῦ Μωυσέως,  ἰδίως  τὸ  νομοθετικὸν καὶ  προφητικόν, παραβάλλεται  πρὸς  τὸ  ἔργον  τοῦ  Κυρίου  ἡμῶν   ᾽Ιησοῦ  Χριστοῦ.μέγας  Μωυσῆς  ὑπῆρξε πρόδρομος τοῦ  Χριστοῦ,  ὁ δὲ νόμος του ἐχρησίμευσεν ὡς παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν. Αὐτὸν τὸν νόμον, ἰδίως τὸν ἠθικόν,  ὁ Χριστὸς  τὸν ἐτελειοποίησεν εἰς τὴν  ἐπὶ  τοῦ ὄρους κυρίως ὁμιλίαν  του (Ματθ. Ε΄-Ζ΄).




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |