ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Το μεγάλο θαύμα που δεν αντέχουμε

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Το μεγάλο θαύμα που δεν αντέχουμε



Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός
Νικολάου Μητροπολίτου
Μεσογαίας και Λαυρεωτικἠς

Το μεγάλο θαύμα που δεν αντέχουμε
«Όπου Θεός βούλεται νικάται φύσεως τάξις»
Απρίλιος του 1985. Εδώ και πέντε περίπου μήνες η μικρή Όλγα, δέκα χρόνων, με τεράτωμα στον εγκέφαλο υφίσταται μια διαδικασία ακτινοβολιών, προκειμένου να συρρικνωθεί ο μη χειρουργήσιμος όγκος, που τον τελευταίο καιρό την ταλαιπωρεί με ανυπόφορους πόνους και έντονες ζαλάδες.Οι γονείς της, δύο απλοί άνθρωποι από την Αθήνα. Οι γιατροί στην Ελλάδα από την αρχή φανέρωσαν τη δυσκολία του προβλήματος. Ελπίδα τελευταία, ο Θεός κυρίως και λίγο η Αμερική. Ένας συγγενής τους από τη Βοστώνη, μεγαλόκαρδος τους προσκαλεί. Εκεί, τους είπε, υπάρχει το καλύτερο νοσοκομείο παίδων στον κόσμο. Μαζεύουν τα αναγκαία, και αμέσως οι άνθρωποι φτάνουν στον τόπο των τελευταίων ελπίδων τους.
 H ιστορία τους γεμάτη ταλαιπωρία και εσωτερική ένταση. Πώς επιτρέπει ο Θεός τέτοιες αδικίες! Σε επτά χρόνια γάμου δεν μπόρεσαν να αποκτήσουν παιδί. Άνθρωποι απλοί, χωρίς γνώση και ιδιαίτερη ζωή πίστεως. Ενώ έσβηναν οι ελπίδες τους, τους χαρίζει ο Θεός ένα κοριτσάκι. Τον δοξάζουν για το δώρο και περιστρέφουν τη ζωή τους γύρω από αυτό. Γίνεται δέκα χρόνων, είναι το μονάκριβο, και αρχίζει να εμφανίζει παράξενα συμπτώματα, έντονους πονοκεφάλους, παραμένουσα δυσφορία. Αρχίζουν οι εξετάσεις και καταλήγουν στη διάγνωση που μόλις την ακούς σου κόβονται τα πόδια, σου σπάει το κεφάλι, σου κομματιάζεται η ψυχή, σου ξεσχίζεται η καρδιά.



            Με αυτό το δράμα συνοδό, παρατάνε τις δουλειές τους και φτάνουν όλοι μαζί στην Αμερική, χωρίς να γνωρίζουν πότε, πώς και αν όλοι θα γυρίσουν πίσω. Τους συντροφεύει όμως και απλή, αυθεντική, δυνατή πίστη. Εδώ και ενάμιση χρόνο έπεσαν στα χέρια τους κάτι κασέτες με κηρύγματα που τους άλλαξαν εντελώς την προοπτική. Τους πλημμύρισαν με πίστη. Πίστη που βγαίνει από μέσα. Και η απάντηση του Θεού; Όταν δεν πήγαιναν στην εκκλησία, η γέννηση της Όλγας. Μόλις στράφηκαν σε αυτήν, ο καρκίνος! Γιατί τα κάνει αυτά ο Θεός; Γιατί εκφράζεται όπως δεν θα θέλαμε κανένας και καθόλου; Μήπως τελικά πιστεύουμε σε Θεό που δεν υπάρχει  και αγνοούμε τον Θεό της αλήθειας, που πρέπει να ανακαλύψουμε, όπως Αυτός  είναι και όχι όπως εμείς Τον θέλουμε;
            Η Όλγα συνεργάσθηκε πολύ καλά με την ομάδα του Dr. John Shillito, του καλύτερου ίσως Νευρο-Ογκολόγου στο Νοσοκομείο Παίδων της Βοστώνης. Όλοι τους με πολλή αγάπη κατέβαλαν κάθε προσπάθεια – σαν να ήταν η μόνη τους ασθενής – για να βοηθήσουν αυτό το κοριτσάκι. Όλα έδειχναν να προχωρούν ομαλά, μέχρις ότου ξαφνικά έπεσε σε κώμα. Μια σειρά εξετάσεων κατέδειξε ότι ο όγκος εξαπλώθηκε σε μεγάλη περιοχή του εγκεφάλου. Έχουν εξανεμιστεί και οι τελευταίες ελπίδες. Επίκειται η ανακοίνωση στους γονείς. Πρέπει να ενημερωθούν, ώστε να αποφασίσουν εάν προτιμούν το παιδί να καταλήξει στη Βοστώνη και να μεταφέρουν το σώμα του ή να το πάρουν όπως είναι στην Ελλάδα. Βέβαια, κάτι τέτοιο, βάσει των διεθνών αεροπορικών συμβάσεων, απαιτεί βεβαίωση από τον γιατρό του Νοσοκομείου ότι σύμφωνα με την ιατρική εκτίμηση δεν πρόκειται να πεθάνει κατά τη διάρκεια της πτήσεως.
             Όλα αυτά την Κυριακή 28 Απριλίου 1985. Κυριακή των Μυροφόρων. Οι γονείς ακόμη δεν γνωρίζουν τίποτε. Απλά, αγωνιούν και υποψιάζονται το χειρότερο. Στις 6 μ.μ. ο Dr. Shillito θα τους μιλήσει με λεπτομέρειες τέτοιες που θα ξεκαθαρίσουν το τοπίο. Κανείς από τους Έλληνες εθελοντές του Νοσοκομείου δεν δέχεται να κάνει την μετάφραση στους γονείς. Όλοι το αποφεύγουν. Είναι τόσο δύσκολο και βαρύ να πληροφορούνται από τα χείλη σου οι γονείς ότι το παιδί τους δεν έχει ελπίδα και πεθαίνει!
             Τελικά ο κλήρος έπεσε σε μένα. Εγώ είχα ακούσει για το περιστατικό, αλλά δεν είχα γνωρίσει ούτε το παιδί ούτε τους γονείς. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Δέχτηκα να σηκώσω μαζί τους αυτό το πραγματικά ασήκωτο βάρος, που όμως δεν αντέχεται!
            Ανεβαίνω με το ασανσέρ στον όγδοο όροφο, στον όροφο με τα καρκινοπαθή παιδάκια. Νοιώθω πολύ δύσκολα, σφιγμένος, άτονος, ανήσυχος. Βγαίνω στον διάδρομο. Μπαίνω αμήχανα σε έναν θάλαμο με τρία μωράκια σε κούνιες με σωλήνες και χημειοθεραπείες. Κάποια μικρά παιδάκια, με γυμνά τα κεφαλάκια τους, βλέπουν cartoon στην τηλεόραση και γελούν. Δίπλα, χωμένη σε έναν καναπέ μια κοπελίτσα, δεκατριών ή δεκατεσσάρων ετών, βυθισμένη σε σκέψεις, κάθεται χαμένη στον κόσμο του αγνώστου. Δυο πονεμένα εκφραστικά μάτια, με πολύ βαθύ βλέμμα, διασταυρώνονται με τα δικά μου. Γιατί αυτά τα παιδιά να βασανίζονται; Γιατί, αντί να γλυκαίνονται με το όραμα του μέλλοντος, να γεύονται την πίκρα του νοσοκομείου, τη θλίψη της αμφιβολίας; Γιατί, Θεέ μου; μόλις πριν από λίγα λεπτά, πριν φθάσω στην είσοδο του Νοσοκομείου, σε ένα πάρκο, είδα μια παρέα μικρών παιδιών να παίζουν σαν να μη συμβαίνει τίποτα και οι γονείς τους καμαρωτά έσκαζαν στα γέλια. Τί τεράστια, τί άδικη, τί ανεξήγητη διαφορά!
            Συναντώ τρία άτομα που μιλούν ελληνικά. Δύο άντρες και μία γυναίκα. Δίχως αμφιβολία οι δύο είναι οι γονείς της Όλγας και ο τρίτος ο θείος της. Τους πλησιάζω και συστήνομαι. Με ευχαριστούν οι άνθρωποι και πριν προλάβουμε να πούμε δύο κουβέντες, μας καλούν στο γραφείο του Dr. Shillito. To βλέμμα μου πέφτει σε ένα τρίπτυχο με τρεις φωτογραφίες. Είναι οι κόρες του. Τρεις δροσερές κοπέλες πάνω στο γραφείο του. Αυτός καμαρώνει. Φυσικό και ευλογημένο είναι. Στο διπλανό δωμάτιο, η Όλγα με αλλοιωμένο το πρόσωπο παλεύει με τον θάνατο. Οι γονείς της λειώνουν.
            Ο γιατρός, μετά από μια σύντομη εισαγωγή, μπαίνει στο θέμα.
            -Η Όλγα, όπως γνωρίζετε, έχει έναν όγκο στην τρίτη κοιλία του εγκεφάλου που δεν χειρουργείται. Προσπαθήσαμε να τον ακτινοβολήσουμε, με την ελπίδα ότι θα τον περιορίζαμε αρκετά. Η Όλγα ανταποκρίθηκε πολύ καλά˙ τόσο που μας έδωσε ελπίδες. Δυστυχώς, όμως, - στο σημείο αυτό οι δύο γονείς τεντώθηκαν – προχθές έπεσε σε βαθύ κώμα από το οποίο, καθώς δείχνουν οι εξετάσεις, δεν θα επανέλθει.
             Ο πατέρας αναλύεται σε λυγμούς. Η μητέρα κρατάει.
            -Δηλαδή, γιατρέ, μιλήστε μας πιο ανοιχτά.
             -Κρίνω ότι η Όλγα δεν θα τα καταφέρει, τελειώνει από στιγμή σε στιγμή.
            -Τί εννοείτε από στιγμή σε στιγμή, γιατρέ; Τόλμησα να ρωτήσω.
            -Εννοώ τώρα που μιλάμε, σε λίγες ώρες, ίσως κατά τη διάρκεια της νύχτας. Νομίζω ότι, κατά πάσαν πιθανότητα, δεν θα το βγάλει το βράδυ. Θα μπορούσα να σας έδινα ένα θεωρητικό όριο μέχρι και την αυριανή μέρα.
             -Δηλαδή, γιατρέ, τώρα μόνον ένα θαύμα, λέγει η μητέρα.
            -Ναι, μόνο θαύμα, επαναλαμβάνει ο γιατρός.
             Ο πατέρας συνεχίζει να κλαίει με συγκρατημένους λυγμούς.
            -Γιατρέ, εμείς θα θέλαμε πολύ να σας ευχαριστήσουμε για όσα έχετε κάνει τόσο καιρό για την Ολγίτσα μας, συνεχίζει η μητέρα. Μπορεί να χάνουμε ανθρώπινα τη μάχη, αλλά εμείς ετοιμαζόμαστε για ένα θαύμα. Ή, παρά τις προβλέψεις σας, να γίνει η κορούλα μας καλά ή να γίνει αγγελούδι στον θρόνο του Θεού. Μικρό θαύμα είναι αυτό; Ξέρετε τί καλό κοριτσάκι που είναι; Εμείς, βέβαια, προσευχόμαστε με όλη μας τη δύναμη μόνο για το πρώτο. Αυτή είναι η ολιγοπιστία μας. Αν όμως ο Θεός επιτρέψει το δεύτερο, τότε θα  το δεχτούμε και αυτό σαν δώρο. Απλά, τώρα πρέπει να στραφούμε εξ ολοκλήρου στον Θεό. Το λάθος μας είναι ότι έπρεπε να το είχαμε κάνει νωρίτερα. Βλέπετε εμείς πιστέψαμε πρώτα στους γιατρούς και μετά στο Θεό.
             -Έτσι είναι, η πίστη σας είναι αυτή που τώρα θα σας βοηθήσει, λέγει ο γιατρός.
            -Όχι, γιατρέ, δεν βοηθάει η πίστη. Αυτή είναι ανθρώπινη, δικό μας πράγμα. Αυτός που βοηθάει είναι μόνον ο Ίδιος ο Θεός.
            Σε όλα αυτά εγώ ένας απλός μεταφραστής αλλά και ένας εμβρόντητος ακροατής. Τί δύναμη, τί πίστη είχε αυτή η γυναίκα! Και τούτο, γιατί δεν έδειχνε να είναι ψυχολογικός ο λόγος της ούτε κηρυγματικός˙ έδειχνε να βγαίνει πηγαία και αυθόρμητα, με χαρακτηριστική λιτότητα και ψυχραιμία, πείθοντας ότι ό,τι λέει αντανακλά με διαύγεια τον βαθύτερο κόσμο της. Αξιοπρέπεια, ηρεμία, ευγένεια, αυτοέλεγχος, αληθινότητα έβγαιναν από το στόμα της. Το ίδιο και από τα μάτια της, που τόση ώρα εκφράζουν ελπίδα και δεν έχουν στάξει ούτε ένα δάκρυ.
            Βγαίνουμε από το γραφείο και κάθομαι μαζί τους να γνωριστούμε κάπως. Τέτοιες ώρες οι άνθρωποι δένονται δυνατά και άμεσα. Εδώ όμως είχα μπροστά μου κάτι ασυνήθιστα μεγάλο. Η γυναίκα αυτή ήταν απλή αλλά πολύ περιεκτική. Οι λέξεις που έβγαζε το στόμα της είχαν τη δύναμη και την πειστικότητα του καρδιακού  λόγου. Θαύμασα την εσωτερική της δύναμη όσο τίποτε άλλο.
            Με πολλή ζεστασιά με ευχαρίστησαν και χωρίσαμε. Έπρεπε να φύγω. Είχα μία υποχρέωση. Θα ξαναπερνούσα το βράδυ μετά τις δέκα, με την ελπίδα βέβαια να προλάβω την Όλγα ζωντανή. Κάθε τόσο τηλεφωνούσα στο γραφείο ενημέρωσης να πληροφορηθώ για την κατάστασή της.
            Είναι 10:30 το βράδυ. Η Όλγα ακόμη κρατάει. Ο κ. Κώστας και η κ. Μαρία, οι υπέροχοι αυτοί γονείς, ήρεμοι προετοιμάζονται για όλα, αλλά ελπίζουν και προσεύχονται για το μικρό θαύμα, όπως λένε. Ο Θεός που την έφερε στη ζωή – αυτό ήταν το μεγάλο θαύμα – δεν μπορεί να την κρατήσει; Απλά, το πρόβλημα, λένε,  είναι οι αμαρτίες τους!!!
            Στις 11:00 μ.μ. ήλθαν με το ασανσέρ τα πτυσσόμενα κρεβάτια για τους συνοδούς, με μαξιλάρια και σεντόνια. Το Νοσοκομείο αυτό είναι εκπληκτικό. Οι κοινωνικές υπηρεσίες του προνοούν για όλα. Πολιτική του Νοσοκομείου είναι οι γονείς να διανυκτερεύουν, όταν το επιθυμούν με τα παιδιά. Οι γονείς της Όλγας όμως δυσκολεύονται να κοιμηθούν. Προτιμούν να συζητήσουμε λίγο και να αγρυπνούν. Ο γιατρός εξ άλλου είχε πει ότι η Όλγα δεν θα την έβγαζε τη νύχτα. Η πίστη τους απερίγραπτη. Μιλούσαν για τα θαύματα σαν για απλά και φυσικά γεγονότα. Συζητούσαν για την αιωνιότητα όπως συνήθως κάνουμε για την καθημερινότητα. Το θέλημα του Θεού, όποιο και αν ήταν, θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη ευλογία. Απλά, στη μία περίπτωση θα το βίωναν ως απέραντη χαρά, ενώ στη δεύτερη ως δια βίου πάλη με τη αλήθεια. Το δεύτερο, το δύσκολο, τους φάνταζε πιο αυθεντικό. Το πρώτο, όμως, πιο επιθυμητό.
            Έμεινα μαζί τους μέχρι τη 1:30 μετά τα μεσάνυχτα. Δεν τους χόρταινα. Στη ζωή μου είχα συναντήσει πραγματικά πιστούς ανθρώπους. Αλλά τέτοιου είδους πίστη, όχι μετά τον θάνατο του ανθρώπου τους, πράγμα που μπορεί να λειτουργεί και λίγο ψυχολογικά και παρηγορητικά, αλλά ελάχιστες μόλις στιγμές πριν από την προβλεπόμενη εκπνοή του μονάκριβου παιδιού τους, ομολογώ ότι ήταν η πρώτη φορά που συναντούσα. Δίπλα η Όλγα εντελώς ακίνητη, σε βαθύ κώμα, δίχως καμία επικοινωνία με αυτόν τον κόσμο. Ίσως σε επικοινωνία με τον άλλο, τον άγνωστο σε μας δικό της κόσμο. Κάπου – κάπου κλεφτές ματιές πάνω στο ανέκφραστο σωματάκι της αναμειγνύουν την πονεμένη απορία με τη λογική αδικαιολόγητη ελπίδα.
            Η Όλγα τελικά έβγαλε τη νύχτα. Η χρονική εκτίμηση του γιατρού απέτυχε. Ποιός ξέρει; Θα μπορούσε να αποτύχει και η ιατρική του γνωμάτευση. Είναι τόσο ωραίο μερικές φορές να διαψεύδεται η επιστήμη!
            Το πρωί τηλεφωνώ σε κάποιες κυρίες και μοιράζομαι μαζί τους τις εκπληκτικές εντυπώσεις μου. τους συνιστώ να κάνουν μία επίσκεψη αφ’ ενός μέν για συμπαράσταση, αφ’ ετέρου δε για δική τους ενίσχυση.
            Η Όλγα άντεξε και ολόκληρη τη Δευτέρα. Το βράδυ, επιστρέφοντας από την εργασία μου, πέρασα να τους ξανασυναντήσω. Οι γονείς αποφάσισαν να πάρουν το παιδί στην Ελλάδα να πεθάνει εκεί. Τη Δευτέρα έγιναν όλες οι απαραίτητες διατυπώσεις. Τελικά, κανονίστηκε να φύγει, αν θα ζούσε, την Τετάρτη 1η Μαΐου 1985 με την πτήση της Ολυμπιακής από Νέα Υόρκη. Έμεινα πάλι ως αργά, απολαμβάνοντας την απίστευτη χάρι αυτών των ανθρώπων και περιμένοντας την αναχώρηση της Όλγας είτε με το αεροπλάνο για την Ελλάδα είτε με τους αγγέλους για την αιώνια πατρίδα. Στιγμές έντονες, πολύ αληθινές˙ δίπλα σε έναν κόσμο εμπειρικής πίστεως απροσμέτρητου μεγέθους.
            Τρίτη 30 Απριλίου το πρωί. Χτυπάει το τηλέφωνό μου. Η μία από τις τρεις κυρίες, με τις οποίες είχα επικοινωνήσει την προηγουμένη, μόλις έχει μιλήσει με τον πνευματικό της, τον γνωστό π. Πορφύριο. Έχει φήμη προορατικού ανθρώπου. Παγκοσμίως γνωστός. Άγιος άνθρωπος. Βλέπει σε μέρη που δεν λειτουργεί η ανθρώπινη όραση. Της είπε, λέει, ότι θα κάνει και αυτός την προσευχή του, αλλά να μην τον αφήσουμε μόνο. Και έχει ο Θεός. Εύκολο συμπέρασμά της ότι υπάρχει κάποια ελπίδα.
            -Σε παρακαλώ, της λέω, μην βιαστείς και πεις τίποτα. Αφού ξέρεις την κατάσταση. Είδα και την αξονική. Το κορίτσι τελειώνει. Απορώ πώς ζει. Το είδες κι εσύ με τα μάτια σου. Καλύτερα να πούμε λίγα και να γίνουν πολλά, παρά να δώσουμε ελπίδες και να μην γίνει τίποτα, της λέω.
            Η Όλγα άντεξε και την Τρίτη. Το βράδυ στις 10 περίπου φτάνω για τη συνηθισμένη μου επίσκεψη – φροντιστήριο πίστεως. Μπαίνω στο δωμάτιο και αντικρίζω ένα ασυνήθιστο για αμερικάνικο νοσοκομείο θέαμα. Η Όλγα στο κρεβατάκι της, στη γνώριμή μας δική της μακαριότητα. Ο κ. Κώστας λίγο απόμερα. Η κ. Μαρία, η μητέρα, μαζί με την κ. Βασιλεία, μια εκπληκτική Ελληνοαμερικανίδα εθελόντρια, αληθινή μάνα όλων αυτών των παιδιών, δίπλα – δίπλα διαβάζουν μια άγνωστη σε μένα παράκληση. Έχουν ανάψει θυμίαμα, ακούμπησαν μία εικόνα της Παναγίας πάνω στο παιδί, τοποθέτησαν και ένα καντηλάκι και προσεύχονται. Εγώ κάθομαι ακριβώς δίπλα στην πόρτα. Ο μισός μέσα στον θάλαμο και μισός έξω. Με πλησιάζει μια νοσοκόμα, η Debbie.
            -Τί κάνουν; Με ρωτάει. Τί είναι αυτό που καπνίζει και μυρίζει; Ανήκουν σε καμία παραθρησκεία;
            -Ανατολικός Ορθόδοξος Χριστιανισμός, της απαντώ εμφατικά, μήπως και καταλάβει κάτι από την ανατολική κουλτούρα.
            Βγαίνει από τον θάλαμο. Μένουμε οι υπόλοιποι. Προσευχές ήξερα πολλές. Αυτά τα λόγια όμως πρώτη φορά τα άκουγα.
            Σε ένα τέταρτο περίπου τέλειωσαν τα γράμματα. Είχαν λίγο λαδάκι από την Παναγία της Τήνου και λίγο από την Παναγία την Κανάλα – πρώτη φορά το άκουγα αυτό το όνομα. Σταυρώνουν το μέτωπο, το στήθος, το δεξί και το αριστερό χέρι. Το παιδί ακίνητο. Μόλις σταυρώνουν το αριστερό πόδι, η Όλγα το λυγίζει, το κατεβάζει και επαναλαμβάνει ρυθμικά την ίδια κίνηση. Τίποτε άλλο. Οι δύο γυναίκες ξεσπούν σε προσευχητικές κραυγές:
            -Παναγία μου, κάνε το θαύμα σου, και σταυροκοπιούνται, φιλώντας το μέτωπο της Όλγας, που όμως παραμένει βυθισμένη κατά τα άλλα στον κόσμο της.
            Το παιδί ησυχάζει. Σε λίγη ώρα πλησιάζει η μητέρα.
            -Μας ακούς, Ολγίτσα μου, ρωτάει.
            Η Όλγα ελαφρά νεύει καταφατικά.
            -Άνοιξε, κοριτσάκι μου, τα μάτια σου.
            Το κορίτσι τεντώνει σε μια αποτυχημένη προσπάθεια τα μάτια του.
            -Δώσε ένα φιλάκι στην κ. Βασιλεία.
            Ρυθμικά σαλεύουν τα χείλη της.
             Εγώ ορθολογίζομαι. Σίγουρα έχουμε την τελευταία αναλαμπή. Ρωτώ την Debbie αν  έχει όλα τα χαρτιά έτοιμα για την επόμενη νοσοκόμα – η βάρδια αλλάζει στις 11 μ. μ., - γιατί όλα δείχνουν πώς σε λίγες στιγμές τα παιδί θα αναπαυθεί…
            Η ώρα περνάει. Η Όλγα επανήλθε στην προηγούμενη κατάσταση. Πλήρης σιωπή και ακινησία˙ απόλυτη απουσία επικοινωνίας και αντανακλαστικών. Κανείς δεν τολμά να την ταράξει. Περασμένα μεσάνυχτα. Η κ. Μαρία δεν κρατιέται, σκύβει και φιλάει το κοριτσάκι της στο μέτωπο. Αυτό σαν κάπως να ανταποκρίνεται. Μάλλον είναι της φαντασίας μας. οι γυναίκες είναι σίγουρες ότι έχει αλλάξει. Ο κ. Κώστας συγκινημένος παρακολουθεί την κατάσταση με απορία. Εγώ πάλι ορθολογίζομαι. Τίποτε δεν μου βγάζει από το μυαλό ότι στην καλύτερη περίπτωση μιλάμε για μικροαναλαμπές. Το παιδί στην ουσία έχει τελειώσει. Δεν έχω την παραμικρή ελπίδα. Η κ. Βασιλεία μου λέει πώς δεν έχω πίστη. Ποιός ξέρει; Μπορεί και να ‘χει δίκιο…
            Ο γιατρός έλεγε πώς η Όλγα θα τελειώσει το βράδυ της Κυριακής. Βρισκόμαστε στην Τετάρτη και το κορίτσι σταδιακά, αν και διακριτικά, αφήνει κάποιες ασαφείς ανάσες ζωής και επικοινωνίας. Και μας χωρίζει στους πιστεύοντες που ελπίζουν για ζωή και στους σκεπτόμενους που περιμένουν τον θάνατο.
            Εγώ ζω στην κρυάδα των δεύτερων και με παρέα τη λογική μου αποχαιρετώ την οικογένεια για την Ελλάδα… Ένα ειδικό ιατρικό όχημα μεταφέρει το παιδί στη Νέα Υόρκη στην κατάσταση που περιγράψαμε. Συνοδεία νοσοκόμου θα μεταφερθεί με το κρεβατάκι του στην Ελλάδα. Εκεί αποφασίστηκε να… πεθάνει.
            Την Παρασκευή τηλεφωνούμε σε κάποιο τηλέφωνο  που μας έδωσαν να μάθουμε τα νέα. Η Όλγα λένε, σταδιακά βελτιώνεται, αλλά είναι ακόμη σε λήθαργο. Απλά, κάπως επικοινωνεί. Θα κάνουν εξετάσεις το Σάββατο. Κανονίσαμε τηλεφωνική επικοινωνία την Τρίτη, δέκα μέρες μετά την οριστική διάγνωση του επικείμενου θανάτου. Προσπαθούμε ατέλειωτες φορές να τους βρούμε. Καμία απάντηση… Υποθέτουμε ότι η Όλγα τελείωσε και οι γονείς της πήγαν στο χωριό να τη θάψουν και κάπως να ξεκουραστούν. Ύστερα από άλλες δύο εβδομάδες, βρίσκουμε έναν παπά, και της διαβάζουμε ένα τρισάγιο… από την καρδιά μας.
            Πέρασε ο Μάιος, πέρασε ο Ιούνιος, μπήκε και ο Ιούλιος. Καμία πληροφορία δεν άλλαξε το σκηνικό. Ήλθα άλλα παιδάκια στο Νοσοκομείο από την Ελλάδα, ανάλογες εντάσεις, ανάμεικτη η χαρά με τον πόνο σε καθημερινή βάση.
            Δευτέρα 8 Ιουλίου. Μόλις έφθασα στην Αθήνα από το Λονδίνο. Σκέφθηκα να δοκιμάσω να κάνω μερικά τηλεφωνήματα. Παίρνω και την κ. Μαρία και τον κ. Κώστα. Μπορεί να έχουν επιστρέψει.
            -Ποιός είναι, παρακαλώ; Ακούγεται μια λεπτή παιδική φωνούλα από την άλλη μεριά του καλωδίου.
            -Ποιά είσαι εσύ; Ρωτώ αιφνιδιασμένος.
             -Είμαι η Ολγίτσα, απαντά η παιδική φωνή.
            -Η Ολγίτσα; Ποιά Ολγίτσα; Ξαναρωτώ αμήχανα.
            Μου λέει πλήρες το όνομά της και με αρκετή σπιρτάδα εκφράζει με επιτυχία την υποψία της για την ταυτότητά μου. η Παναγίτσα, λέει έκανε το θαύμα της και με προσκαλεί να πάω στο σπίτι τους για να της κάνω ερωτήσεις στη Γεωγραφία, στην Αριθμητική κλπ. Προσκαλεί εμένα αυτή, της οποίας εγώ βιάστηκα να κάνω και το τρισάγιο. Για την ψυχή της…
            Ζητώ τη μητέρα της στο τηλέφωνο.
            -«Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών!», μου λέει με την καρδιά της η κ. Μαρία.
            Κλείνω το τηλέφωνο και φεύγω. Κατ’ ευθείαν στο σπίτι. Μου ανοίγει την πόρτα ένα χαριτωμένο κοριτσάκι. Είχαν αρχίσει να φυτρώνουν τα μαλλάκια της. Ήταν λίγο υπερκινητική, αλλά εκφραστική και ολοζώντανη. Της έκανα και τις ερωτήσεις που μου ζήτησε. Απαντούσε χαριτωμένα. Ένοιωθα να παίζω μαζί της. Ένοιωθα να με έχει προδώσει και ο ορθολογισμός μου. Δεν πίστευα αυτό που έβλεπα. Προηγουμένως πίστευα αυτό που δεν έβλεπα. Η ζωή της Όλγας αποτελεί το ισχυρότερο ως τώρα ράπισμα της ολιγοπιστίας μου.
            Έχουν περάσει είκοσι χρόνια. Η Όλγα έχει τελειώσει το Πανεπιστήμιο, δίνει χαρά και σοφία στους γονείς της, έχει αποκτήσει και μικρότερη αδελφή, έχει γίνει ολόκληρη κοπέλα, έχει διαψεύσει τους καλύτερους επιστήμονες στον κόσμο, έχει ξεσχίσει και τη λογική και την εμπειρία των στατιστικών και των αισθήσεων, έχει επιβεβαιώσει ότι «όπου Θεός βούλεται νικάται φύσεως τάξις» και ότι πράγματι και στις μέρες μας «ζει Κύριος Παντοκράτωρ».

Υπάρχει ζωή που δεν αξίζει;
«Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός»
            Είναι καιρός τώρα που ακούω για τον Dr. Hendrin. Είναι διάσημος και κάπως μυστήριος ουρολόγος, με εκπληκτική δυνατότητα αναπλαστικών επεμβάσεων σε μικρά παιδάκια που έχουν γεννηθεί με συγγενείς ουρολογικές δυσπλασίες. Με εντυπωσιακό τρόπο και ιδιοφυείς τεχνικές, θεραπεύει παθήσεις όπως εκστροφή κύστεως, υποσπαδίας, επισπαδίας κλπ. Είναι πολύ δύσκολος να τον πλησιάσεις. Φαίνεται φοβερά απόμακρος. Αλλά όλοι λένε ότι κάνει θαύματα. Αντοχή απαράμιλλη. Την περασμένη Τρίτη πήγε στη Φρανκφούρτη, έκανε μια εγχείρηση που μόνον αυτός αναλαμβάνει να κάνει παγκοσμίως, γύρισε την Παρασκευή στη Βοστώνη και σήμερα Κυριακή μεσημέρι φεύγει για το Χόνγκ – Κόνγκ, από όπου θα επιστρέψει την Τετάρτη.
            Την Πέμπτη έχουμε ραντεβού. Ύστερα από πολλές συναντήσεις ανέλαβε να εξετάσει τον Χρυσοβαλάντη, ένα παιδάκι μόλις δυόμιση ετών από την Κρήτη. Γεννήθηκε το κακόμοιρο με μία σειρά ανατομικών παθήσεων του ουροποιητικού. Οι γονείς του, δυο απλοί άνθρωποι, δεν ήξεραν τι να κάνουν. Πήγαν στους γιατρούς στο Ηράκλειο, αυτοί τους έστειλαν στην Αθήνα. Όλες οι ενδείξεις ήταν αποκαρδιωτικές. Όταν οι γιατροί δεν απαντούν με σαφήνεια, όταν αρχίζουν να μιλούν για τον Θεό, όταν σου υποδεικνύουν την υπομονή, καταλαβαίνεις ότι τα πράγματα είναι ανησυχητικά. Ο Χρυσοβαλάντης χρόνισε και σε λίγο πλησιάζουν τα δεύτερα γενέθλιά του. Από πουθενά δεν προέκυπτε λίγη ελπίδα.
            Μια μέρα, η κ. Ανδρονίκη, η μητέρα του, πηγαίνει στο supermarket να ψωνίσει. Βρίσκεται μπροστά σε κάτι ράφια. Ακριβώς από πίσω δυο γυναίκες συνομιλούν:
            -Είναι εκπληκτικό αυτό που συμβαίνει. Η ξαδέλφη μου είχε ένα κοριτσάκι που γεννήθηκε χωρίς κύστη. Μεγάλωσε με σωληνάκια και ουρολοιμώξεις. Οι άνθρωποι είχαν πραγματικά καταταλαιπωρηθεί και η μικρούλα ζούσε ένα μαρτύριο. Τελικά, βρήκαν τρόπο και πήγαν στη Βοστώνη. Εκεί υπάρχει ένας γιατρός που κάνει θαύματα˙ φτιάχνει κύστεις και μήτρες από παχύ έντερο. Τον βρήκαν και τους δέχτηκε. Η εγχείρηση κράτησε δεκαέξι ώρες. Πέρασε τώρα μία εβδομάδα και το κοριτσάκι είναι μια χαρά. Τους είπε μάλιστα ότι, όταν μεγαλώσει, θα μπορέσει να γίνει και μητέρα.
             Η κ. Ανδρονίκη αφήνει τα ψώνια και πηγαίνει να συναντήσει τις γυναίκες. Τους λέει το πρόβλημά της, παίρνει πληροφορίες και σε δύο εβδομάδες βρίσκεται με τον Χρυσοβαλάντη στην Αμερική.
            Αρχίζοντας εξετάσεις η μία μετά την άλλη. Ο γιατρός ακόμη δεν λέει τίποτα. Μόνο ρωτάει, εξετάζει το παιδί και σκέφτεται. Ούτε απογοήτευση ούτε όμως και ελπίδες. Τους είπε ότι θέλει να σκεφτεί, για να δει αν θα προσπαθήσει να κάνει κάτι. Κάθε παιδάκι είναι και ξεχωριστή περίπτωση. Οι πληροφορίες λένε ότι ο γιατρός αναλαμβάνει μόνο περιπτώσεις που αισθάνεται ότι τελικά μπορεί κάτι να κάνει. Κλείνει το περίφημο ραντεβού της Πέμπτης. Μου ζητούν από το Νοσοκομείο να συνοδεύσω τη μητέρα, για να βοηθήσω στη μετάφραση.
            Φρόντισα προηγουμένως να τη γνωρίσω. Μια απλή, συμπαθής κοπέλα, με εμφανή τα σημάδια της αγωνίας και της ταλαιπωρίας επάνω της. Έμεινε πίσω στην Ελλάδα ο άνδρας της με το νεογέννητο μωρό τους και ήλθε αυτή στην Αμερική, χωρίς σιγουριά, χωρίς χρήματα, χωρίς γνώση της Αγγλικής, χωρίς καμία γνωριμία, με μοναδικούς συνοδούς την αγάπη στο παιδάκι της και την ελπίδα.
            Ρώτησα για το όνομα του παιδιού και μου είπε ότι λέγεται Χρυσοβαλάντης. Το παιδάκι είναι ταμένο, σκέφτηκα. Τί ευλογία! Δεν είμαστε μόνοι. Από κάπου μας παρακολουθεί ειδικά ο Θεός. Δεν θα μας αφήσει. Η μητέρα μιλάει για τον γιατρό και το Νοσοκομείο, αλλά κάπου – κάπου αναφέρει και το όνομα της Παναγίας και την αγία Ειρήνη. Εμφανής πίστη λαϊκού χαρακτήρα αλλά καλής ποιότητος. Ό,τι πρέπει για την περίπτωσή μας.
            Ήλθε η Πέμπτη. Ανεβαίνουμε με το ασανσέρ στον 5ο όροφο του Νοσοκομείου. Εκεί είναι το γραφείο του περίφημου γιατρού. Να δούμε τι θα πει. Θα αναλάβει την εγχείρηση ή θα μας πει ότι δεν μπορεί; Η κ. Ανδρονίκη αγχωμένη σταυροκοπιέται. Ίσως δεν καταλαβαίνει ακριβώς γιατί.
            Φτάνουμε στο γραφείο. Μας περιμένει η γραμματέας χαμογελαστή εξωτερικά αλλά ανέκφραστη στην ουσία. Περιμένουμε περίπου δέκα λεπτά. Η κακομοίρα η κ. Ανδρονίκη δεν βολεύεται με τίποτα. Θέλει μόνο την επιβεβαίωση ότι κάτι μπορεί να κάνει αυτός ο άνθρωπος. Σε λίγο εμφανίζεται ο γιατρός. Πομπώδης, επιβλητικός, σοβαρός, αδιαπέραστος στην έκφραση. Περιγράφει την όλη κατάσταση, αναφέρεται αναλυτικά στον προβληματισμό του, εξηγεί περίφημα τη σκέψη του, αλλά δεν βιάζεται καθόλου. Τελικά, μας κλείνει ημερομηνία για εγχείρηση και λέει ότι θα προσπαθήσει. Η μητέρα εκτονώνεται πέφτοντας επάνω του και ρωτώντας:
            -Δηλαδή, τί θα κάνετε, γιατρέ;
            Ο γιατρός ψυχρός της απαντά.
            -Πιστεύεις στον Θεό;
             - Πιστεύω, αποκρίνεται εκείνη.
            - Εγώ είμαι ο Θεός.
            Κάνει μια παύση και συνεχίζει:
            -Δηλαδή, όταν κάποιος πιστεύει στον Θεό, δεν ρωτάει τί Αυτός θα κάνει˙ απλά Τον εμπιστεύεται. Κι εγώ δεν ξέρω τι θα κάνω. Θα αποφασίσω την ώρα της εγχείρησης. Πάντως ο Βαλάντης θα πάει καλά.
            Ο άνθρωπος κεντάει. Η εγχείρηση κράτησε σχεδόν είκοσι δύο ώρες. Άλλαξαν τρεις βάρδιες τεχνικώς και νοσηλευτών. Αυτός άγρυπνος. Λίγο ξεκουράζεται και επανέρχεται. Κοιτάζει, σκέφτεται, επινοεί, σχεδιάζει, αποφασίζει και προχωράει. Κανείς δεν ξέρει τι τελικά θα κάνει. Ούτε και ο ίδιος. Άρχισε στις 11 το πρωί και τελείωσε την επομένη στις 8:30. Τα έφτιαξε όλα. Ο μικρός όμως Χρυσοβαλάντης θα έπρεπε για οκτώ μήνες στην αρχή να περάσει από βασανιστικές διαδικασίες και στη συνέχεια να κάνει άλλες τρεις μικρές επεμβάσεις.
             Ταλαιπωρία αφάνταστη για ένα μικρό  παιδάκι. Ταλαιπωρία φυσική και ψυχική και για τους γονείς του τεράστια. Τα ερωτήματα για το μέλλον του παιδιού πολλά και αναπάντητα. Τελικά η χειρουργική επιτυχία είναι αδιαμφισβήτητη. Το παιδί θα ζήσει. Πώς όμως, κανείς δεν γνωρίζει ούτε μπορεί να εγγυηθεί. Αν για να ζήσει κανείς δεν πρέπει να ζει, τότε τί αξία έχει η ζωή;
            Από την άλλη πλευρά, αν αυτή η προσπάθεια της επιστήμης να δώσει ζωή δεν βασίζεται στην αλαζονεία, αλλά κυριαρχείται από αγάπη, τότε ποιός, αλήθεια, μπορεί να αμφισβητήσει το επίτευγμά της; Ποιός μπορεί να ισχυριστεί ότι η αξία του ανθρώπου υποβιβάζεται από το μέτρο της αναπηρίας του; Πόσες φορές ο θησαυρός του προσώπου δεν αναδεικνύεται από το μέγεθος ακόμη και της διανοητικής ανεπάρκειάς του;
            Σήμερα ο Βαλάντης είναι ολόκληρος άνδρας. Ένας πανέμορφος λεβέντης. Προ καιρού παντρεύτηκε. Πήρε μια γυναίκα εξαιρετική. Σύντομα περιμένει να γίνει και πατέρας. Η γέννησή του είναι ένα θαύμα του Θεού˙ Αυτός δίνει μόνο ζωή. Η επιβίωση του ένα θαύμα της επιστήμης˙ αυτή δυστυχώς δίνει και τον θάνατο. Αν γεννιόταν είκοσι χρόνια πριν, δεν θα μπορούσε να επιβιώσει. Αν πάλι μπορούσε η πάθησή του να διαγνωσθεί προγεννητικά, μάλλον θα του είχαμε στερήσει τη ζωή. Όλη αυτή η αγάπη που εκφράστηκε σαν αγώνας για να ζήσει αυτό το μικρό παιδί θα είχε πνιγεί βάναυσα από την απάνθρωπη επιθυμία να μην ζήσει, όπως εμείς θέλουμε, όπως εμείς θεωρούμε πώς αξίζει. Ο Χρυσοβαλάντης θα γλίτωνε την εγχείρηση και έχανε τη ζωή. Οι γονείς του θα γλίτωναν την ταλαιπωρία και θα έχαναν την αγάπη τους. Θα έχαναν και την αγάπη του.
Ο Ανδρέας της Ανδρούλας
            Το φθινόπωρο του 1987 βρισκόμουν στην Αμερική. Εντελώς συμπτωματικά πληροφορήθηκα ότι σε κάποιο νοσοκομείο εγκαυμάτων και δερματικών παθήσεων, κοντά σε αυτό που εγώ εργαζόμουν, νοσηλεύεται ένα παιδάκι από την Κύπρο. Ο μικρός Ανδρέας γεννήθηκε με σπίλο, με κρεατοελιά, η οποία κάλυπτε περίπου τα δύο τρίτα του σώματός του˙ ολόκληρη την πλάτη, το μισό στήθος και την κοιλιά, το ένα χέρι από τον αγκώνα και πάνω, τη μεγαλύτερη επιφάνεια των ποδιών και μέρος του προσώπου. Η μόνη λύση ήταν να επιχειρηθεί συστηματική μεταμόσχευση υγιούς ιστού σε στάδια. Η ιατρική ομάδα αφαιρούσε μέρος του υγιούς δέρματος, το καλλιεργούσε στο εργαστήριο, προέκυπτε ένα πολλαπλάσιο σε μέγεθος τεμάχιο και το μεταμόσχευε ύστερα από κατάλληλη προεργασία στο άρρωστο τμήμα του τρυφερού παιδικού σώματος. Πριν συμπληρώσει το πρώτο έτος της ηλικίας του, ο Ανδρέας υποχρεώθηκε να υποβληθεί σε δεκατρείς εγχειρήσεις μεταμοσχεύσεως δέρματος και να δεχθεί ισάριθμες ναρκώσεις. Η ταλαιπωρία του μικρού παιδιού απροσμέτρητη, η εγκαρτέρηση και υπομονή του απαράμιλλη, η αγωνία των γονέων και ο ψυχικός πόνος ανέκφραστος.
             Είχαν καθυστερήσει να αποκτήσουν παιδί. Με πόση χαρά δεν διαπίστωσαν την εγκυμοσύνη! Μήνες φροντίδας και προσδοκίας. Πρακτικές και ψυχικές προετοιμασίες. Πλησιάζει η ώρα του τοκετού. Βγαίνει το κεφαλάκι του. Ακολουθεί το σώμα του… Μαύρο και τραχύ, κατάστικτο από σπιλώματα. Φαντάζεται κανείς την αιφνίδια αναστροφή του όλου τους κόσμου˙ να ετοιμάζεσαι για πανηγύρι και να διαπιστώνεις τις πρώτες ενδείξεις ενός συνεχιζόμενου και ασύλληπτου στις προεκτάσεις του και το μέγεθος δράματος. Τα διλήμματα, τα εμπόδια, η ανατροπή των αποφάσεων ξεπερνούν τον κάθε άνθρωπο και όλους μαζί.
             Πήραν το παιδάκι τους και ήλθαν στη Βοστώνη. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Άγνωστη και η έκβαση της προσπάθειας. Απροσδιόριστο το διάστημα της παραμονής. Θολό το μέλλον του παιδιού και της οικογένειας. Γράφει κάπου ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «έρρει τα καλά, γυμνά τα κακά, ο πλους εν νυκτί, πυρσός ουδαμού, Χριστός καθεύδει» (Επιστολή Π΄Ευδοξίω Ρήτορι)˙ δεν υπάρχει τίποτε καλό, μόνο δεινά, η πορεία στο σκοτάδι, φως πουθενά, ο Χριστός κοιμάται. Αυτή ήταν η κατάσταση των γονέων όταν τους γνώρισα.
            Γιατί να γεννηθεί αυτό το παιδί; Γιατί να ταλαιπωρείται και να βασανίζεται τόσο; Γιατί να πονάει το ίδιο και να πληγώνει αφόρητα τους γονείς του; Γιατί, αντί να κάνουν όραμα και όνειρα γι’ αυτό, αυτοί τρομάζουν και να φανταστούν το μέλλον τους; Η πιθανότητα, αν εγνώριζαν κατά την εγκυμοσύνη το αποτέλεσμα, να διακόψουν την κύηση εγγίζει τα όρια της βεβαιότητος. Η κοσμική λογική λέει ότι καλά θα έκαναν. Ίσως να το υποστηρίζει και η κοσμική ηθική.
            Με τέτοιου τύπου συζητήσεις περάσαμε οκτώ περίπου μήνες μαζί. Στα παρακάτω ερωτήματα δεν έδωσα ποτέ άμεση φραστική απάντηση. Δεν μπορούσα και μέσα μου να απαντήσω ψυχρά. Απλά μοιραζόμουν την αγάπη, τη συμπαράσταση και τη συμπόνια. Όσο μπορούσα. Οι ίδιοι, άνθρωποι με αξιοθαύμαστη εγκαρτέρηση. Τέλεια μάνα η μητέρα, γεμάτη πλούσιο συναίσθημα και εκδηλωτικότητα, με διακυμάνσεις πίστεως και δικαιολογημένου παραπόνου. Λεβέντης και αξιοπρεπής ο πατέρας. Δυο νέα παιδιά οι γονείς, που ωρίμασαν σε ένα χρόνο όσο δεν πρόκειται να ωριμάσουν μαζί στη διάρκεια της υπόλοιπης ζωής τους. Άνθρωποι με απλή πίστη και συνήθη λογική. Όχι και πολύ της Εκκλησίας. Κανονικοί άνθρωποι…
            Μόνη παρηγοριά ο πλούσιος Κύπριος που ανέλαβε τα τεράστια έξοδα θεραπείας του παιδιού. Και οι άγνωστοι που έγιναν στενοί φίλοι στο νοσοκομείο. Μπορεί να φαινόταν ο Θεός δύσκολος στην αγάπη Του σ’ αυτούς, ίσως άδικος, αλλά οι άνθρωποι τους φέρθηκαν μάλλον καλύτερα.
            Πέρασαν δώδεκα περίπου χρόνια. Εγώ γύρισα στην Ελλάδα, πήγα στο Άγιον Όρος, έγινα ιερέας. Αυτοί πρέπει να βρίσκονταν στην Κύπρο. Η πιθανότητα να ζει ο μικρός Ανδρέας ήταν πολύ μικρή. Έτσι τουλάχιστον εκτιμούσαν οι γιατροί βασιζόμενοι σε γνώσεις και στατιστικές. Κι εγώ τους πίστευα. Οι δρόμοι μας χώρισαν.
             Έτος 1999. Βρισκόμουν στη Λευκωσία. Μου ζήτησαν μια τηλεοπτική συνέντευξη με τον τότε Υπουργό Υγείας. Επρόκειτο να απαντήσουμε και σε ερωτήσεις που μας υποβάλλονταν τηλεφωνικά. Με ειδοποιούν στο στούντιο ότι κάποιος παλιός γνωστός μου από την Αμερική είναι στη γραμμή και ζητεί να βγει στον αέρα. Ήταν ο πατέρας του Ανδρέα. μου ζητάει να βρεθούμε. Σε λίγη ώρα τελειώνει η εκπομπή. Βγαίνω και τον συναντώ. Πρώτη μου ερώτηση τί γίνεται ο Ανδρέας.
             -Είναι σε άλλο κόσμο, μου απαντά.
            -Πέθανε; Ρωτώ.
            -Δεν είπα στον άλλο κόσμο. Είπα σε άλλο κόσμο.
             -Εσείς που βρίσκεστε; Τολμώ να συνεχίσω.
             -Εμείς πάντα μαζί του στον δικό του κόσμο.
             Δεν κατάλαβα πολλά. Δεν μου είπε και περισσότερα. Με πολλή εγκαρδιότητα και αξιοπρέπεια με κάλεσε να πάω στο σπίτι  να δω το παιδί. Πηγαίνουμε στο σπίτι κατ’ ευθείαν.
             Ο Ανδρέας τώρα δεκατριών χρόνων. Τον αντικρίζω. Ένα ψηλό παλληκαράκι περίπου ένα και εβδομήντα. Η μορφή του, η εξωτερική του όψη μάλλον ικανοποιητική. Σκόρπιες κρεατοελιές στο πρόσωπο και στα χέρια αλλά όχι τίποτε το αποκρουστικό. Τελικά όμως το πρόβλημά του δεν βρίσκεται στο σώμα αλλά στην όλη του έκφραση. Ο Ανδρέας πάσχει από προχωρημένο αυτισμό. Δεν εξυπηρετείται σε τίποτα μόνος. Δεν μιλάει καθόλου. Δεν αντιδρά σε κανένα ακουστικό ερέθισμα. Δεν συζητεί. Δεν θέλει καθόλου τη μουσική. Δεν μπορούσαν με τίποτα να τον ανακουφίσουν. Με τίποτα απολύτως, έως ότου έγινε περίπου δέκα χρόνων.
             Μια μέρα, τον παίρνει η νονά του στο καινούργιο της σπίτι, δίπλα σε μια εκκλησία. Χτυπάει η καμπάνα. Ο Ανδρέας χαμογελάει για πρώτη φορά. Ενθουσιάζεται. Αντιδρά δυναμικά. Ζητάει να πάει προς το ακουστικό ερέθισμα. Η καμπάνα σταματά. Ο Ανδρέας επιμένει. Πηγαίνουν στον εσπερινό. Ο Ανδρέας μουρμουρίζει, κάπως συνοδεύει. Γυρίζουν στο σπίτι. Η νονά ανοίγει το ραδιόφωνο. Ο Ανδρέας ζητάει να το κλείσει. Του βάζει σε κασέτα βυζαντινούς ύμνους. Ο Ανδρέας ξαναζωντανεύει.
        Σήμερα, είκοσι και πλέον χρόνια αργότερα, ο Ανδρέας πηγαίνει μόνο στην Εκκλησία, γνωρίζει μόνο το «Πιστεύω» και το «Πάτερ ημών», όλο απ΄ έξω, και από τραγούδια μόνο το «Αγνή  Παρθένε, Δέσποινα». Αρνείται να πάει οπουδήποτε αλλού. Κάνει πολύ σωστά το σταυρό του και χαίρεται να χαϊδεύει τα γένεια των ιερέων και να κοινωνεί. Αυτή είναι η ζωή του. Μόνον αυτή. Τίποτε απολύτως άλλο. Έχει κάνει και τους γονείς του να ζουν πλέον δοξάζοντας τον Θεό στον «άλλο», δικό του  κόσμο.
            Ένα παιδί άρρωστο, ταλαιπωρημένο, κατεστραμμένο, αυτιστικό, άχρηστο γι΄ αυτόν τον κόσμο, με καμία σχέση μαζί του. Ένα παιδί ευλογημένο, με ανεξήγητη μυστική επικοινωνία μόνο με τον Θεό, ένα πολύτιμο πνευματικό διαμάντι γι’  αυτόν τον κόσμο. «Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση» (Α΄ Κορ. α’ 27, 28).
             Ο Ανδρέας, αν προγνωρίζαμε την κατάστασή του, δεν θα υπήρχε˙ δεν θα του επιτρέπαμε να υπάρχει. Θα ήταν «μη όν». Μας ξεγέλασε όμως ο Θεός και τον εξέλεξε. Αυτό το παιδί αποτελεί το κόσμημα του Θεού σε αυτόν τον κόσμο. «Το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί, και το ασθενές του Θεού ισχυρότερον των ανθρώπων» (Α’ Κορ. α’ 25).
       
Η Αλεξάνδρα με νοητική υστέρηση.
            Προ ετών, γνώρισα ένα μικρό κοριτσάκι, την Αλεξάνδρα, με κάποιας μορφής αυτισμό και εμφανή δυσκολία στην επικοινωνία. Οι ψυχολόγοι ήταν αποκαρδιωτικοί για την εξέλιξη του παιδιού. Οι γονείς δεν το άντεχαν, ιδίως η μητέρα, τρελαινόταν στη σκέψη και μόνο. Περιήλθαν διάφορους ειδικούς. Όλοι το ίδιο. Το παιδί έδειχνε να δυσκολεύεται πολύ στην επικοινωνία και την αντίληψη. Ήταν κλεισμένο στον εαυτό του. Έγινε οκτώ χρονών. Δεν το δεχόταν κανένα σχολείο. Έχασε δύο τάξεις.
            Οι γονείς δεν είχαν σχέση με την Εκκλησία. Ήταν κάπως αδιάφοροι, ίσως ορθολογιζόμενοι άθεοι. Δεν είχαν σχέσεις με εικόνες και καντήλια. Δήλωναν αγνωστικιστές. Κάποιοι φίλοι τους τους έπεισαν να πάνε σε έναν πνευματικό, γλυκό άνθρωπο, αληθινό ψυχολόγο.
            Μέσα στην απόγνωσή τους, πήγαν και τον συνάντησαν. Ο άνθρωπος  με πολλή αγάπη και γλυκύτητα τους ειρήνευσε κάπως.
            -Τη λύση, τους είπε, θα τη δώσει μόνη της η Αλεξάνδρα. Αυτά τα παιδιά προσελκύουν τη χάρι του Θεού με ιδιάζοντα και ασυνήθη τρόπο. Την «αδικία» που σας έκανε ο Θεός θα βρεί τρόπο να την αποκαταστήσει ο Ίδιος.
            -Μά, πάτερ, πήγαμε στους πιο ειδικούς και όχι μόνο σε έναν και δύο. Κανείς δεν μας δίνει κάποια ελπίδα. Το εξέτασαν το παιδί, το είδαν και ξαναείδαν, όλοι μας τονίζουν ότι πρέπει να συμφιλιωθούμε με την πραγματικότητα, μια ώρα γρηγορότερα για να ηρεμήσουμε κάπως. Αλλά εγώ δεν το αντέχω, λέει η μητέρα. Δηλαδή δεν θα πάει στο σχολείο με τα άλλα παιδιά; Θα γίνει τριάντα χρονών και θα περιφέρεται σαν μια ανέκφραστη μάζα μέσα στο σπίτι;
            -Πολύ καλά κάνατε και πήγατε στους επιστήμονες. Ο Θεός όμως ξέρει να διαψεύδει και τους κορυφαίους της γνώσης. Αυτοί ξέρουν τα φαινόμενα. Εκείνος παρεμβαίνει στα μυστικά. Η Αλεξάνδρα, να ξέρετε, κρύβει μέσα της ένα πλούτο που μόλις βρει τον τρόπο και τον φανερώσει, θα θαυμάσετε όχι μόνο το παιδί αλλά και τον Θεό. Αυτά τα παιδιά τα αγαπάει διπλά ο Θεός, απάντησε ο ιερέας και σιώπησε. Εσείς να επιμένετε να βρείτε σχολείο για να πάει. Ρωτήστε, πιέστε, διαμαρτυρηθείτε με ευγένεια. Κάτι τελικά θα γίνει.
            Πράγματι, ύστερα από πολλές απογοητεύσεις και απορρίψεις, συναντούν μια νεαρή ψυχολόγο, η οποία δείχνει ενδιαφέρον για την περίπτωση, όσο κανείς άλλος. Μέσα στο γραφείο υπάρχουν βιβλία, μολύβια, ένα σωρός αντικείμενα. Υπάρχει και μία εικόνα της Παναγίας. Το κορίτσι περιφρονεί τα πάντα και πλησιάζει την εικόνα προσπαθώντας να τη χαϊδέψει. Είναι κοντό και δεν φτάνει. Επιμένει. Πλησιάζει η ψυχολόγος και το σηκώνει στα χέρια της. Αυτό απλώνει το χεράκι του και με χαρακτηριστική τρυφερότητα θωπεύει την εικόνα. Σε λίγο, κατά τη διάρκεια της συζητήσεως, η μικρή Αλεξάνδρα προσέχει τον σταυρό στο στήθος της κοπέλας, που την κρατάει στην αγκαλιά, και θέλει να παίξει με αυτόν. Σκύβει και τον φιλάει. Ποτέ δεν είχε δει στο σπίτι της εικόνα και φυσικά δεν ήταν καθόλου εξοικειωμένη με ασπασμούς σταυρών και εκκλησιαστικών αντικειμένων. Όλο αυτό αιφνιδιάζει τους γονείς, οι οποίοι και εκφράζουν την απορία τους. Η ψυχολόγος υποδουλώθηκε στην αγάπη της Αλεξάνδρας. Την κατέκτησε.
            Με τη βοήθειά της, ύστερα από δύο χρόνια βρίσκεται ειδικό σχολείο που την δέχεται δοκιμαστικά. Με την πολλή της αγάπη, η ψυχολόγος αναδεικνύει τα κρυμμένα χαρίσματά της. Η Αλεξάνδρα ξαφνιάζει με τις ικανότητές της. Κερδίζει τη συμπάθεια όλων ανεξαιρέτως. Οι γονείς ζητούν να περάσει από tests, μήπως και κερδίσει καμία τάξη. Δίνει εξετάσεις και πράγματι εντυπωσιάζει. Σε τρεις μήνες είναι σαφώς καλύτερη από όλους τους συμμαθητές της. Είναι από τους πρώτους. Μεταπηδάει σε κανονικό σχολείο. Έχει τρομακτική μνήμη. Θυμάται τις πρωτεύουσες όλων των χωρών. Μαθαίνει Αγγλικά και Γαλλικά, που όλοι τρίβουν τα μάτια τους. Δυσκολεύεται στα Μαθηματικά. Είναι όμως καταπληκτική στην ανάγνωση και την ορθογραφία. Δεν κάνει λάθη. Ζωγραφίζει εξαιρετικά και επινοητικά. Δεν αντιγράφει. Και κυρίως είναι ένα εξαίρετο και ταπεινό παιδάκι. Όλοι τη λατρεύουν και παίζουν μαζί της. Μερικά παιδιά βλέπουν τη διαφορετικότητά της και την προκαλούν. Αυτή μπερδεύεται, αλλά δείχνει να συγχωρεί αμέσως. Το χόμπυ της, η Εκκλησία και τα τροπάρια. Κανείς δεν καταλαβαίνει τι νοιώθει μέσα της.
            Ο ευλαβής ιερέας μου εξομολογείται:
            -Αυτό το παιδάκι έχει κάτι το μοναδικό. Εγώ όποτε έχω πρόβλημα αξεπέραστο, όποτε οι πιστοί μου ζητούν για κάτι μεγάλο να προσευχηθώ, ζητώ από την Αλεξάνδρα να κάνει την προσευχούλα της. Και μην ξενίζεσαι, την ακούει ο Θεός, όπως ακούει τους αγίους. Υπάρχουν άρρωστοι για τους οποίους προσεύχεται, για ζευγάρια που δεν  έχουν παιδιά, για ανθρώπους που ταλαιπωρούνται ψυχολογικά. Της δίνω τα ονόματα, της εξηγώ απλά το περιστατικό για να μην στενοχωρηθεί πολύ, είναι πολύ συμπονετική,  -αυτή προσεύχεται και ο Θεός απαντά.
            Αυτός ο θησαυρός, αν υπήρχε η διαγνωστική δυνατότητα και είχε προηγηθεί κάποιος έλεγχος προγεννητικά, δεν θα υπήρχε. Ο κόσμος μας σίγουρα θα ήταν πιο φτωχός σε αποδείξεις της πτώσεώς του. Θα ήταν όμως και πολύ πιο φτωχός σε φανερώσεις της χάριτος του Θεού. Η παρουσία της μικρής Αλεξάνδρας δίνει πόνο, αλλά προσφέρει τόση χάρι στον πονεμένο κόσμο μας. Και κυρίως παρουσιάζει την υποψία κάποιου Θεού, αρκετά διαφορετικού από τον ανθρώπινο που φανταζόμαστε και φυσικά δεν υπάρχει.
            Κάθε τέτοιο άρρωστο παιδάκι δεν έρχεται στον κόσμο για να αγανακτούμε και για να ταλαιπωρούμαστε. Το καθένα έχει τον λόγο του και τη μυστική φωνή του. Σε μας μένει η προσφορά της αγάπης, το «αλλήλων τα βάρη βαστάζειν», η εμπειρία της κοινής ταπείνωσης –ότι δεν είμαστε και τόσο δυνατοί και σπουδαίοι, όσο νομίζουμε – και η προσπάθεια να απαλύνουμε το βάρος του και να κατανοήσουμε τη γλώσσα του. Τα παιδιά αυτά μιλούν καλύτερα τη γλώσσα του Θεού.



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |